← Κύπρος

Natallya Pyatrova ν. YIATROS PROPERTIES LTD, Αρ. Αίτησης: 65/2016, 20/3/2024

Natallya Pyatrova ν. YIATROS PROPERTIES LTD, Αρ. Αίτησης: 65/2016, 20/3/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή Λ. Ζάμπογλου ) Ι. Τσουρή ) Μελών Αρ. Αίτησης: 65/2016 Natallya Pyatrova Aιτήτρια και YIATROS PROPERTIES LTD Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 20 Μαρτίου 2024 Εμφανίσεις: Η Αιτήτρια εμφανίζεται αυτοπροσώπως Για Καθ' ων η Αίτηση: κα Κ. Γεωργίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Καθ' ων η Αίτηση («η Εργοδότρια Εταιρεία») είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και εγγεγραμμένη σύμφωνα με τη νομοθεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Εργοδότρια Εταιρεία ασχολείται με την ανέγερση, πώληση και ενοικίαση κατοικιών, διαμερισμάτων και γενικά ακινήτων. Η Αιτήτρια προσλήφθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία στον τομέα προώθησης, πώλησης και ενοικίασης ακινήτων την 01/09/

  1. Μεταξύ τους υπογράφηκε γραπτή συμφωνία εργοδότησης («η Συμφωνία Εργοδότησης»). Παραθέτουμε πιο κάτω το περιεχόμενο της Συμφωνίας Εργοδότησης (Τεκμήριο 1): « EMPLOYMENT AGREEMENT 1st September 2014 Employment agreement between YIATROS PROPERTIES LTD reg. no. HE 125079 from Limassol (hereinafter called the "Company") of the first part, and PYATROVA NATALLYA from BELARUS, PASS. No [ ] (hereinafter called the "second part") of the second part. WITNESSES THE FOLLOWING: Due to the fact that the Company is officially registered by the Government Authorities of Cyprus and successfully operating in the construction and property development field in Cyprus. The Company gives the authority to the second part to selling, promoting, renting, mailing, viewing, translations, typing etc) The Company agrees with the second part: · Monthly gross salary of €870.00 (Euro eight hundred seventy only) · A 13th salary will be paid at the end of the year (pro-rata for the first year) · Commission of 5% for every closed deal which the client comes direct by the second part simultaneously with the first installment of 30% of the price is been paid. · Commission of 0.5% for every closed deal which the client comes to the office from other agents or alone and the second part contributes to sell the property and if the first installment of 30% of the price is been paid. · Commission of 10% on first rent. · The company provides a mobile telephone and the covered cost is maximum €40.00 (Euro forty only). · Annual leave of 20 working days (pro-rata for the first year) All the above is valid trial for 6 month from the date of signing this agreement. THE COMPANY ............. ......... YIATROS PROPERTIES LTD PYATROVA NATALLYA" Η Αιτήτρια τον Δεκέμβριο του 2014 έλαβε αναλογία 13ου μισθού για το
  2. Η Αιτήτρια κατά τη διάρκεια της απασχόλησής της στην Εργοδότρια Εταιρεία έλαβε ως προμήθεια για την πώληση (α) του διαμερίσματος αριθμός 103 στην πολυκατοικία Melody το ποσό των €1.500 και (β) των διαμερισμάτων αριθμός 301 και αριθμός 302 στην πολυκατοικία Green Valley το ποσό των €1.905[1]. Τα ποσά που έλαβε η Αιτήτρια αντιστοιχούσαν στο 0.5% της τιμής πώλησης των εν λόγω ακινήτων. Η Εργοδότρια Εταιρεία στις 15/05/2015 υπέγραψε γραπτές συμφωνίες πώλησης (Δέσμη Εγγράφων Τεκμήριο 9) των διαμερισμάτων αριθμός 102 και αριθμός 302 στην πολυκατοικία Melody («τα Ακίνητα Α») δυνάμει των οποίων πώλησε το κάθε ένα από τα εν λόγω διαμερίσματα σε μια κυπριακή εταιρεία για το ποσό των €250.000,00 πλέον 19% ΦΠΑ. Η Εργοδότρια Εταιρεία στις 22/09/2015 υπέγραψε γραπτή συμφωνία πώλησης (Τεκμήριο 10) της κατοικίας αριθμός 11 στο συγκρότημα Green Valley («το Ακίνητο Β») δυνάμει του οποίου πώλησε την εν λόγω κατοικία σε ένα ζευγάρι από την Κίνα για το ποσό των €361.904,76 πλέον ΦΠΑ. Στις 20/10/2015 ή στις 21/10/2015 η Αιτήτρια ζήτησε από την κα Μιράντα Γιατρού, Εκτελεστική Διευθύντρια της Εργοδότριας Εταιρείας, προμήθεια για την πώληση συγκεκριμένων ακινήτων της Εργοδότριας Εταιρείας. Η κα Γιατρού απέρριψε το αίτημα της Αιτήτριας λέγοντας της ότι δεν δικαιούται τις προμήθειες που ζητούσε. Στις 21/10/2015 η ώρα 18:28 η Αιτήτρια απέστειλε προς την κα Γιατρού, τον κ. Πανίκο Γιατρό και τον κ. Γιώργο Δημητριάδη ηλεκτρονικό μήνυμα (Τεκμήριο 3) στο οποίο σημείωνε τους όρους με τους οποίους προσλήφθηκε στην Εργοδότρια Εταιρεία (Τεκμήριο 1) και ανέγραφε ότι με βάση τους εν λόγω όρους η Εργοδότρια Εταιρεία όφειλε να της καταβάλει προμήθεια για την πώληση των Ακινήτων Α στο ποσό που αντιστοιχεί 0.5% της τιμής πώλησής τους λόγω του ότι αυτή τον Απρίλιο του 2014 έδειξε τρεις φορές τα εν λόγω ακίνητα στους εκπροσώπους των αγοραστών και στους κτηματομεσίτες τους και στη συνέχεια διευθέτησε συνάντηση των εκπρόσωπων των αγοραστών με την κα Γιατρού και τον κ. Πανίκο Γιατρό. Περαιτέρω σημείωνε (α) ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν την κάλεσε να παρευρεθεί στην εν λόγω συνάντηση και επικαλούμενη το γεγονός ότι δεν συμμετείχε στην εν λόγω συνάντηση αρνείται να της καταβάλει προμήθεια για την πώληση των Ακινήτων Α και (β) ότι ο κ. Γιώργος Δημητριάδης την ενημέρωσε ότι δεν είναι μέσα στα καθήκοντά της να συμμετέχει στις συναντήσεις με τους πελάτες και ως εκ τούτου περιμένει τις προμήθειές της για την πώληση των Ακινήτων Α. Η Αιτήτρια έκλεισε το εν λόγω μήνυμά της με την ακόλουθη φράση: "TO BE CONTINUED..". Στις 22/10/2015 το πρωί όταν η Αιτήτρια προσήλθε στα γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας δεν μπόρεσε να εισέλθει στον χώρο που χρησιμοποιούσε ως το γραφείο εργασίας της γιατί η πόρτα του εν λόγω γραφείου ήταν κλειδωμένη και στη συνέχεια η κα Γιατρού της ζήτησε να φύγει από τον χώρο των γραφείων της Εργοδότριας Εταιρείας. Την ίδια μέρα η ώρα 09:19 η κα Γιατρού απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα σε κτηματομεσίτες με τους οποίους συνεργαζόταν η Εργοδότρια Εταιρεία με το οποίο τους ενημέρωνε ότι η Αιτήτρια δεν εργάζεται πλέον στην Εργοδότρια Εταιρεία (Τεκμήριο 8). Η Εργοδότρια Εταιρεία στις 22/10/2015 υπέγραψε γραπτή συμφωνία πώλησης (Τεκμήριο 11) του διαμερίσματος αριθμός 101 στην πολυκατοικία Green Valley («το Ακίνητο Γ») δυνάμει του οποίου το εν λόγω ακίνητο πωλήθηκε σε δύο γυναίκες (οι οποίες ήταν μητέρα και κόρη) από την Ουκρανία για το ποσό των €350.000,00 πλέον ΦΠΑ. Το Ακίνητο Γ προέκυψε μετά την ενοποίηση των διαμερισμάτων αριθμός 101 και αριθμός 102 στην πολυκατοικία Green Valley. Η Εργοδότρια Εταιρεία απέστειλε στην Αιτήτρια ταχυδρομικώς επιταγή ημερομηνίας 23/10/2015 για το ποσό των €1.535,89 το οποίο, όπως την πληροφόρησε με επιστολή της, αντιπροσώπευε

(1)τον μισθό της μέχρι τις 23/10/2015 (€619,83),
(2)πληρωμή αντί προειδοποίησης απόλυσης δύο εβδομάδων (€370,22),
(3)πληρωμή για μη χρησιμοποιηθείσα ετήσια άδεια (€145,84) και
(4)χαριστική πληρωμή (€400,00). Ο μηνιαίος ακαθάριστος μισθός της Αιτήτριας ανερχόταν στο ποσό των €870,
  1. Η Αιτήτρια, εκπροσωπούμενη από δικηγόρο, στις 04/02/2016 καταχώρησε την αίτηση εργατικής διαφοράς με την οποία αιτείται εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας τις πιο κάτω θεραπείες: «(α) €482.10 υπόλοιπο μισθών αντί προειδοποίησης απόλυσης, (β) €1,500 ως αναλογία 13ου μισθού για το 2015, (γ) € 5,973 οφειλόμενες απολαβές υπό μορφή προμηθειών, (δ) €140 ως οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό για άδειες, (ε) Αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση, (στ) Τόκους επί παντός επιδικαζόμενου ποσού, (ζ) Έξοδα και Φ.Π.Α» Η Αιτήτρια στους γενικούς λόγους της αίτησής της ισχυρίζεται ότι στις 20/10/2015 όταν ζήτησε από την κα Γιατρού τις προμήθειες, τις οποίες (σύμφωνα με αυτήν) της όφειλε η Εργοδότρια Εταιρεία, η κα Γιατρού επέδειξε αρνητική και προσβλητική στάση προς αυτήν. Ότι κατά ή περί τις 21/10/2015 ενημερώθηκε με ηλεκτρονικό μήνυμα της κας Γιατρού ημερομηνίας 21/10/2015 ότι η απασχόλησή της στην Εργοδότρια Εταιρεία τερματίζεται στις 23/10/
  2. Ότι στις 22/10/2015 η κα Γιατρού την έδιωξε από τα γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας με προσβλητικό και απαξιωτικό τρόπο. Ότι στις 09/11/2015 παρέλαβε μέσω ταχυδρομείου
(1)μία επιστολή της Εργοδότριας Εταιρείας ημερομηνίας 22/10/2015,
(2)μία επιστολή της δικηγόρου της Εργοδότριας Εταιρείας ημερομηνίας 22/10/2015 και
(3)μια επιστολή της Εργοδότριας Εταιρείας ημερομηνίας 29/10/2015 και επιταγή της Εργοδότριας Εταιρείας για το ποσό των €1.535,
  1. Είναι η θέση της ότι επειδή (α) το 2015 έλαβε από την Εργοδότρια Εταιρεία ως προμήθειες το ποσό των €3.405 και (β) η Εργοδότρια Εταιρεία της οφείλει το ποσό των €5.973 ως προμήθειες για το 2015, για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, οι εβδομαδιαίες απολαβές της ανέρχονται στο ποσό των €426,16 εβδομαδιαίως. Ισχυρίζεται ότι η Εργοδότρια Εταιρεία την απέλυσε παράνομα, αδικαιολόγητα και κακόβουλα. Ότι η Εργοδότρια Εταιρεία της οφείλει €5.973 ως προμήθειες, «€1.500 ως αναλογία 13ου μισθού για το 2015, υπόλοιπο μισθών ύψους €482,10 αντί προειδοποίησης όπως επίσης και το ποσό των €140,00 ως υπόλοιπο αδειών». Η Εργοδότρια Εταιρεία στους γενικούς λόγους της έγγραφης εμφάνισής της ισχυρίζεται ότι στις 20/10/2015 η κα Γιατρού εξήγησε στην Αιτήτρια ότι βάσει των όρων της Συμφωνίας Εργοδότησης δεν δικαιούται τις προμήθειες που ζήτησε για την πώληση συγκεκριμένων ακινήτων της Εργοδότριας Εταιρείας. Ότι η Αιτήτρια επέμενε και προέβη σε χαρακτηρισμούς κατά της κας Γιατρού λέγοντας της, ανάμεσα σε άλλα, ότι είναι άδικη. Ότι η Εργοδότρια Εταιρεία με επιστολή που στάληκε ηλεκτρονικώς από την κα Γιατρού στις 21/10/2015 ενημέρωσε την Αιτήτρια ότι «συνεπεία της πιο πάνω συμπεριφοράς της, τερματίζεται η εργοδότηση της» και την καλούσε όπως την Παρασκευή 23/10/2015 παραδώσει τις επαγγελματικές κάρτες της, το κινητό τηλέφωνο και όλες τις πληροφορίες και τη λίστα πελατών της Εργοδότριας Εταιρείας που κατείχε. Είναι η θέση της ότι η Αιτήτρια δεν δικαιούται τις αιτούμενες με την αίτηση προμήθειες καθότι η Αιτήτρια δεν είχε συνεισφορά ή συμβολή στην επίτευξη των πωλήσεων των συγκεκριμένων ακινήτων. Ισχυρίζεται ότι η συμπεριφορά που επέδειξε η Αιτήτρια σχετικά με την απαίτησή της για προμήθειες ήταν τέτοια που δεν επέτρεπε τη συνέχιση της εργοδότησής της. Αναφέρει ότι το ποσό που έλαβε η Αιτήτρια το 2015 ως προμήθειες δεν συνιστά μέρος του μισθού της. Ότι στις 22/10/2015 απέστειλε επιστολή προς την Αιτήτρια με την οποία την ενημέρωνε εκ νέου για τους λόγους τερματισμού της απασχόλησής της, ότι ασκεί το δικαίωμά της να της καταβάλει πληρωμή αντί προειδοποίησης και την καλούσε να προσέλθει στα γραφεία της για να παραλάβει το ποσό των €1.535,
  2. Ότι επειδή η Αιτήτρια παρέλειψε να το πράξει, στις 29/10/2015 απέστειλε σε αυτήν επιταγή για το πιο πάνω ποσό. Ότι οι δικηγόροι της απέστειλαν στην Αιτήτρια επιστολή ημερομηνίας 22/10/2015 στην οποία σημειωνόταν ότι η Αιτήτρια διέδιδε ψευδείς και δυσφημιστικούς ισχυρισμούς σε πελάτες της και την καλούσαν όπως μη επαναλάβει τους εν λόγω ισχυρισμούς. Στη βάση των πιο πάνω απορρίπτει τις αξιώσεις της Αιτήτριας. Σημειώνουμε ότι κατά την ακροαματική διαδικασία διευκρινίστηκε ότι η αξίωση της Αιτήτριας για το ποσό των €5.973 ως προμήθειες αφορά την πώληση των Ακινήτων Α, Β και Γ και ότι το εν λόγω ποσό υπολογίστηκε στη βάση του 0.5% επί της καθαρής τιμής πώλησης των Ακινήτων Α, Β και Γ. Βάρος Απόδειξης- Νομική Πτυχή Α. Τερματισμός της Απασχόλησης της Αιτήτριας Το άρθρο 3
(1)του Περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμου του 1967, Ν.24/67 ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα («ο Νόμος») προβλέπει ότι όταν ο εργοδότης τερματίζει την απασχόληση ενός εργοδοτουμένου για οποιονδήποτε άλλο λόγο εκτός από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 5 του Νόμου τότε ο εργοδοτούμενος δικαιούται σε αποζημίωση σύμφωνα με τις πρόνοιες του Πρώτου Πίνακα του Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 6
(1)του Νόμου ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτουμένου από τον εργοδότη τεκμαίρεται ότι έγινε αδικαιολόγητα και παράνομα εκτός αν ο εργοδότης αποδείξει ότι αυτός έγινε για ένα από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 5 του Νόμου (οι οποίοι λόγοι καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση του εργοδοτουμένου) κατά συνέπεια απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης. Στην παρούσα περίπτωση, η Εργοδότρια Εταιρεία έχει το βάρος να αποδείξει ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας έγινε νόμιμα για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στις παραγράφους (ε) και (στ) του άρθρου 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (ε) και (στ) του συγκεκριμένου άρθρου: «5. Τερματισμός απασχολήσεως δι΄ οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν: (ε) όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως: Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκή το δικαίωμά του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον. (στ) άνευ επηρεασμού της γενικότητας της αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύναται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ΄ όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (
  1. i)διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή (
  2. ii)διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του (iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του (iν) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του (
  3. v)σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» Είναι θεμελιώδης αρχή του εργατικού δικαίου ότι η εργασιακή σχέση είναι σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Για να διατηρηθεί το κλίμα της αμοιβαίας εμπιστοσύνης ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργοδοτούμενο, ο εργοδοτούμενος κατά τη διάρκεια της σχέσης του με τον εργοδότη του έχει την υποχρέωση να τηρεί καλόπιστη συμπεριφορά και να μη βλάπτει με τη διαγωγή του τα νόμιμα συμφέροντα της επιχείρησης του εργοδότη του και οφείλει να επιδεικνύει την πρέπουσα διαγωγή και σεβασμό προς τη διεύθυνση και την προσωπικότητα του εργοδότη και των προϊσταμένων του και να αποφεύγει οποιαδήποτε συμπεριφορά που θα μπορούσε να επηρεάσει το κύρος και να προσβάλει την προσωπικότητα του εργοδότη του (βλ. Ι. Κουκιάδης, Γ' Εκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, σελ.562-563). Εντός των πλαισίων αυτής της υποχρέωσης ο εργοδοτούμενος οφείλει να επιδεικνύει σεβασμό προς τη διεύθυνση του εργοδότη και τους συναδέλφους του. Στην Pattikis v. Nicosia Municipal Committee
(1988)1 C.L.R. 103, τo Δικαστήριο επισήμανε ότι η συνέχιση της σχέσης εργασίας μεταξύ εργοδότη και εργοδοτουμένου θα πρέπει να εξαρτάται στην ύπαρξη ενός κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο μερών. Οποιαδήποτε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με αυτό το επίπεδο εμπιστοσύνης δίνει το δικαίωμα στον εργοδότη να τερματίσει τη σύμβαση. Στην KEM (Taxi) Ltd v. Anastasios Tryphonos
(1968)1 C.L.R. 52, τo Δικαστήριο τόνισε ότι η πειθαρχία και η καλή συμπεριφορά εκ μέρους των εργοδοτουμένων είναι θεμελιακής σημασίας αφού συναρτάται με την ίδια την επιτυχία ή αποτυχία της επιχείρησης του εργοδότη. Σύμφωνα με τη νομολογία, η άμεση απόλυση ως δραστικό μέτρο θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις (βλ. Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γιώργου Κόγια,
(2006)1 Β ΑΑΔ 1227, Kanika Developments Ltd ν. Λουκά
(2004)1 A.A.Δ. 603). Καμιά διαγωγή ή συμπεριφορά εκ μέρους του εργοδοτούμενου η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος, δεν είναι δυνατό να λεχθεί ότι δικαιολογεί τον άμεσο και χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησης του εργοδοτούμενου (Αναστασία Κασάπη ν. Technoplastics Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 919). Όπως έχει τονιστεί στη νομολογία δεν υπάρχει κανόνας που να καθορίζει τον βαθμό της επιλήψιμου συμπεριφοράς. Η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο δικαιολογείτο ή όχι η απόλυση ποικίλει ανάλογα με τη φύση της επιχείρησης και τη θέση που κατέχει ο εργοδοτούμενος. Να σημειωθεί ότι για μία μεμονωμένη πράξη αμέλειας ή ένα παράπτωμα δεν δικαιολογεί απόλυση χωρίς προειδοποίηση εκτός αν συνοδεύεται από σοβαρές συνέπειες (ΚΕΜ (Taxi) Ltd v. Anastasios Tryphonos
(1968)1 CLR 52, Avghi Constantinidou v. F. W. Woolworth & Co (Cyprus) Ltd
(1980)1 CLR 302). Το κριτήριο για το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτούμενου είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη να προβεί στον τερματισμό της εργοδότησης του εργοδοτουμένου υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις για το συγκεκριμένο λόγο. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη (βλ. Κακοφεγγίτου v. Kυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 603, Kynigos Hotels Limited v. Γιωργούλλας Χρίστου,
(2004)1 Α ΑΑΔ 665, Galatariotis Telecommunications v. Σωτήρη Βασιλείου
(2003)1 Α.Α.Δ. 318, Πολ. Έφεση Αρ.103/12 Μ. Γεωργίου ν. Columbia World Wide Movers Ltd ημερ. 07/07/2017). Στην προσπάθειά του το Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπεράσματα θα πρέπει να εξετάζει την κάθε περίπτωση στα πλαίσια των δικών της γεγονότων ώστε να αποφασίζει κατά πόσο η συγκεκριμένη συμπεριφορά ήταν τόσο σοβαρή, στον βαθμό που να δικαιολογείται η συνοπτική απόλυση. Στις περιπτώσεις που η υπό εξέταση διαγωγή είναι ολοφάνερη ή παραδεκτή το ερώτημα για το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών είναι κατά πόσον στην υπό εξέταση περίπτωση στα πλαίσια των δικών της γεγονότων και λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιβάλλουσες περιστάσεις η συγκεκριμένη συμπεριφορά του εργοδοτουμένου εύλογα και αντικειμενικά κρινόμενη μπορούσε να θεωρηθεί ως τόσο σοβαρή στον βαθμό που να δικαιολογείται η συνοπτική απόλυση[2]. Στην Kanika Developments Ltd ν. Λουκά (πιο πάνω) τονίστηκε ότι: «Το ζητούμενο στην παρούσα υπόθεση ήταν το κατά πόσο, ένεκα του εν λόγω επεισοδίου, ήταν λογικό να έχανε ο εφεσίβλητος τη δουλειά του, ίσως και τη σταδιοδρομία του. Γιατί οπωσδήποτε, αν ήταν ακατάλληλος για ένα ξενοδοχείο το ίδιο εξ αντικειμένου θα ίσχυε και για άλλο ξενοδοχείο. Επρόκειτο για άνθρωπο οικογενειάρχη με σύζυγο και τρία παιδιά, ο οποίος για δέκα και πλέον χρόνια πρόσφερε στο ξενοδοχείο τις υπηρεσίες του χωρίς πρόβλημα. Υπέστη, με την απόλυση, καίριο πλήγμα. Μήπως ένα τέτοιο σφάλμα σήμαινε την κατάρρευση της σχέσης εργοδότη-εργοδοτουμένου ώστε να δικαιολογούσε την απόλυση; Αναμένεται πως έτσι θα αντιδρούσε ένας λογικός εργοδότης; Η απάντηση θα πρέπει οπωσδήποτε να λαμβάνει υπόψη μια σειρά από παράγοντες. Σ΄ αυτούς περιλαμβάνονται, στη μια μεριά, η επιλήψιμη συμπεριφορά του υπαλλήλου, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η συμπεριφορά του υπαλλήλου και γενικότερα οι αδυναμίες και τα προτερήματα του. Στην άλλη μεριά βρίσκονται οι ανάγκες του εργοδότη, οι οποίες μπορεί να εκτείνονται σε ευρύ φάσμα παραγόντων. Σε μερικές δε περιπτώσεις αυτοί οι παράγοντες ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα λεπτοί και ευαίσθητοι. Οπότε, σε καλύτερη θέση να τους αποτιμήσει είναι ο ίδιος ο εργοδότης. Πρέπει πάντως να λαμβάνει κανείς πάντοτε υπόψη και το ότι ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος, με τον οποίο ρυθμίζονται αυτές οι σχέσεις, είναι νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου που αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας, δικαίωμα που αποτελεί σημαντική σύγχρονη κατάκτηση. Δεν είναι πάντοτε εύκολη η στάθμιση. Τον πρώτο λόγο τον έχει βέβαια ο εργοδότης. Του αναγνωρίζονται περιθώρια. Μόνο όταν τα υπερβεί επεμβαίνει το Δικαστήριο.» Να σημειωθεί ότι μία μεμονωμένη πράξη αμέλειας ή ένα παράπτωμα δεν δικαιολογεί απόλυση χωρίς προειδοποίηση εκτός αν συνοδεύεται από σοβαρές συνέπειες (ΚΕΜ (Taxi) Ltd v. Anastasios Tryphonos
(1968)1 CLR 52, Avghi Constantinidou v. F. W. Woolworth & Co (Cyprus) Ltd
(1980)1 CLR 302). Σημειώνουμε ότι οι πιο πάνω αποφάσεις βασίστηκαν στην αγγλική νομολογία αναφορικά με τη δικαιοδοσία εξέτασης κατά πόσο μία απόφαση για απόλυση είναι παράνομη και αδικαιολόγητη κατά παράβαση της σχετικής εργατικής νομοθεσίας (unfair dismissal jurisdiction) η οποία αναγνωρίζει τις βασικές αρχές (α) ότι σοβαρή κακή διαγωγή (gross misconduct) που δικαιολογεί άμεση απόλυση προϋποθέτει ότι η υπό εξέταση συμπεριφορά είναι ηθελημένη και εσκεμμένη και (β) ότι συγκεκριμένες κατηγορίες κακής διαγωγής όπως κλοπή, επίδειξη βίας, εσκεμμένη ανυπακοή νόμιμης και λογικής εντολής του εργοδότη, σοβαρή αμέλεια και διεξαγωγή ανταγωνιστικής εργασίας συνιστούν αναγνωρισμένες κατηγορίες σοβαρής κακής εργασιακής διαγωγής. Η εν λόγω αγγλική νομολογία εξαρτά τη νομιμότητα της απόλυσης από το κατά πόσον ο εργοδότης εφάρμοσε σωστά την αρχή της λογικότητας (″reasonableness″) υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης. Εξετάζεται κατά πόσον ένας λογικός εργοδότης εύλογα υπό τις περιστάσεις της περίπτωσης (α) θα αποφάσιζε ότι η διαγωγή που επέδειξε ο εργοδοτούμενος από μόνη της ήταν τόσο σοβαρή που να επισύρει την ποινή της απόλυσης και (β) θα τερμάτιζε την απασχόληση του εργοδοτουμένου. Εντός του πλαισίου εξέτασης του δεύτερου ερωτήματος στοιχεία όπως η προηγούμενη εργασιακή διαγωγή του εργοδοτουμένου, η δικαιολογία / εξήγηση που δίνεται για την επίδειξη της μεμπτής διαγωγής, η στάση του εργοδοτουμένου, οι πράξεις και οι παραλείψεις του εργοδότη λαμβάνονται υπόψη. Η εκδήλωση συμπεριφοράς που καταδεικνύει έλλειψη σεβασμού προς τον εργοδότη και η χρήση υβριστικών/προσβλητικών φράσεων προς το πρόσωπο του εργοδότη και/ή προς τους προϊστάμενους και/ή τους συναδέλφους του θεωρείται ως σοβαρό παράπτωμα που μπορεί να επηρεάσει τις σχέσεις εργοδότη-εργοδοτούμενου και να καταλήξει δικαιολογημένα στον τερματισμό της απασχόλησης του εργοδοτουμένου. Όμως το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει όχι μεμονωμένα αλλά λαμβανομένων υπόψη όλων των γεγονότων και περιστατικών της υπόθεσης. Το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη τις περιστάσεις που περιβάλλουν το περιστατικό όπως π.χ. τον χώρο που έγινε, αν υπήρξε πρόκληση εκ μέρους του εργοδότη, το ύφος που ειπώθηκαν οι εξυβριστικές/προσβλητικές λέξεις, αν ήταν μεμονωμένο ή όχι, την προηγούμενη υπηρεσία του εργοδοτουμένου, τις προσωπικές περιστάσεις του εργοδοτουμένου (Βλ. Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ ν. Κόγια
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1227). Στο σύγγραμμα «The Law of Unfair Dismissal», St. D. Anderman, 3rd Edition, στη σελίδα 195 αναφέρονται τ' ακόλουθα: "Another type of misconduct that may justify instant dismissal is the use of offensive language. However, even at common law the use of grossly improper language must meet the test of being sufficiently extreme to justify instant dismissal. In Wilson v. Racher[3] (a case of wrongful dismissal) the Court of Appeal considered that even where an employee committed the gross impropriety of using obscene and deplorable language to his employer, it did not amount to a contractual repudiation in a situation where the employer had been unduly provocative and had made unjust accusations. Similarly, in the test of unfair dismissal, something more than an isolated incident in which an employee gets caught in the "heat of the moment" is called for.[4] However, the use of offensive language does not always amount to gross misconduct. For example, W F Shortland Ltd v Chantrill[5] an apprentice who was instantly dismissed when he told his managing director "you couldn't have done any fucking better" in front of two other apprentices was found to be unfairly dismissed. The EAT approved the tribunal decision because it considered that one isolated incident of imprudence did not merit the very grave step of determining an apprenticeship that only had 10 months to run. In Ismond v Nelson Coin Automatics[6] it was found unreasonable to dismiss an employee for referring to a manager as a "bastard" to another employee but not directly to the manager in question." Στην Wilson v. Racher [1974] I.C.R. 428 ο Edmund Davies L.J. έθεσε το ερώτημα ως εξής: "... the test is whether the plaintiff΄s conduct was insulting and insubordinate to such a degree as to be incompatible with the continuance of the relation of master and servant". Με βάση τα πιο πάνω όλες οι συνθήκες που περιβάλλουν την αποδιδόμενη στον εργοδοτούμενο μη αρμόζουσα συμπεριφορά και η γενική εικόνα και συμπεριφορά του εργοδοτουμένου κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του στον εργοδότη αποτελούν στοιχεία τα οποία πρέπει να λάβει υπόψη του το Δικαστήριο κατά την κρίση του σχετικά με τη νομιμότητα και το δικαιολογημένο της απόφασης του εργοδότη να τερματίσει τις υπηρεσίες του εργοδοτουμένου. Κατά την άσκηση του δικαιώματός του για απόλυση ενός εργοδοτουμένου, ο λογικός και συνετός εργοδότης οφείλει να τηρήσει μια σωστή διαδικασία (a fair procedure) κατά την οποία τα δικαιώματα του εργοδοτουμένου θα είναι πλήρως σεβαστά πριν τη λήψη της απόφασης απόλυσής του[7] (Κακοφεγγίτου v. Kυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 603, Kynigos Hotels Limited v. Γιωργούλλας Χρίστου,
(2004)1Α Α.Α.Δ. 665, Galatariotis Telecommunications Ltd v. Σωτήρη Βασιλείου
(2003)1 Α.Α.Δ. 318). Στην απόφαση Κακοφεγγίτου (πιο πάνω) το Ανώτατο Δικαστήριο αναφερόμενο στο Άρθρο 7 του Κυρωτικού Νόμου της Σύμβασης Περί Τερματισμού της Απασχόλησης του 1985 (Ν.45/85)[8] το οποίο προβλέπει ότι: «Η απασχόληση εργαζομένου δεν πρέπει να τερματίζεται για λόγους σχετιζόμενους με τη συμπεριφορά του ή την εργασία του πριν να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος του, εκτός αν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται από τον εργοδότη να του δώσει αυτή τη δυνατότητα», σημείωσε ότι: «Στη διαπίστωση του εύλογου της απόφασης για απόλυση είναι που έχει τη θέση της η αρχή του άρθρου 7, καθ΄ όσον συμπέρασμα βασισθέν σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν φαίνονται, που δεν έχουν απαντηθεί από τον υπάλληλο με την προβολή και της δικής του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία. Η παροχή της δυνατότητας στον υπάλληλο να υπερασπίσει τον εαυτό του και να προβάλει τη θέση του όμως δεν συναρτάται προς την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας προνοούμενης σε κανονισμούς ή ταυτιζόμενης με πειθαρχικές διαδικασίες. Είναι, όπως ορθά αντελήφθη το Δικαστήριο, θέμα ουσίας.» Το δικαίωμα ακρόασης παρέχεται για να δοθεί στον εργοδοτούμενο η ευκαιρία να ανατρέψει ή να αποδυναμώσει την ακρίβεια των γεγονότων και των πληροφοριών επί των οποίων στηρίζεται ο εργοδότης για τη σχεδιαζόμενη απόλυση. Περαιτέρω η άμεση επαφή εργοδότη-εργοδοτουμένου μπορεί να συμβάλει στην αποκατάσταση του κλίματος εμπιστοσύνης που για κάποιο λόγο διαταράχτηκε και έτσι να αποφευχθεί η λήψη του μέτρου της απόλυσης. Το εν λόγω δικαίωμα του εργοδοτουμένου δεν είναι απόλυτο. Στις περιπτώσεις όπου τα γεγονότα δεν μπορούν αντικειμενικά να αμφισβητηθούν ή ομολογούνται από τον εργοδοτούμενο τότε η συζήτηση του εργοδότη με τον εργοδοτούμενο μπορεί να παραλειφθεί (West Midlands Cooperative Society Ltd v. Tipton
(1986)1 ALL ER 513). Σημειώνουμε ότι αποτελεί βασική αρχή ότι η εξέταση από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών τόσο του λόγου της απόλυσης όσο και της λογικότητας της απόφασης απόλυσης του εργοδοτουμένου βασίζονται και περιορίζονται στα γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά κατά τον χρόνο της απόλυσης του εργοδοτουμένου. Η κρίση του Δικαστηρίου επί του εν λόγω θέματος θα πρέπει να βασιστεί στα στοιχεία που είχε ενώπιόν του και στα οποία στηρίχτηκε ο εργοδότης κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης απόλυσης του εργοδοτουμένου[9]. Β. Αυτοτελείς αξιώσεις - Ετήσιες άδειες, 13ος μισθός, Προμήθειες
  1. Η Αιτήτρια είχε το βάρος απόδειξης της αξίωσής της για οφειλόμενη αναλογία ετήσιας άδειας.
  2. Μια από τις βασικές και ουσιαστικές υποχρεώσεις του εργοδότη σε μία σύμβαση εργασίας είναι η καταβολή του συμφωνηθέντος ή συμβατικού μισθού και των συμφωνηθέντων ή συμβατικών απολαβών στον εργοδοτούμενο. Παράλειψη καταβολής του μισθού ή των απολαβών κατά τον χρόνο που αυτά είναι πληρωτέα με βάση τη συμφωνία εργασίας δίνει στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να αξιώσει την καταβολή του οφειλόμενου δεδουλευμένου μισθού ή των οφειλόμενων απολαβών. Ο Περί Προστασίας των Μισθών Νόμος του 2007 Ν.35(Ι)/2007 («ο Ν.35(Ι)/2007») ορίζει ότι «μισθός» σημαίνει κάθε χρηματική αντιμισθία που προκύπτει από την απασχόληση εργοδοτουμένου και κάθε κέρδος από τέτοια απασχόληση, που είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης και περιλαμβάνει τις εισφορές ταμείων προνοίας και την εισφορά στο κεντρικό ταμείο αδειών που ιδρύθηκε δυνάμει Νόμου αλλά δεν περιλαμβάνει «έκτακτες προμήθειες ή κατά χάριν (ex- gratia) πληρωμές». Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.35(Ι)/2007 το βάρος απόδειξης της καταβολής των μισθών στον εργοδοτούμενο το φέρει ο εργοδότης. Πιο συγκεκριμένα, εφόσον ο εργοδοτούμενος αποδείξει ότι δικαιούται σε καταβολή μισθών από τον εργοδότη και ποιο είναι το ύψος του μισθού που του οφείλεται, τότε το βάρος μετατίθεται στον εργοδότη να αποδείξει ότι οι μισθοί που αξιώνει ο εργοδοτούμενους του έχουν καταβληθεί ή ότι για κάποιο νόμιμο λόγο δεν καταβλήθηκαν στον εργοδοτούμενο. Σε σχέση με την αξίωση για τον 13ο μισθό εφόσον η Εργοδότρια Εταιρεία με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της δεν αμφισβητεί το συμβατικό δικαίωμα της Αιτήτριας για καταβολή 13ου μισθού, το βάρος απόδειξης της καταβολής στην Αιτήτρια του 13ου μισθού ή του νόμιμου λόγου μη καταβολής του είναι στους ώμους της Εργοδότριας Εταιρείας. Αναφορικά με τις αξιώσεις της Αιτήτριας για πληρωμή προμηθειών ενόψει του ότι με βάση τη σύμβαση απασχόλησής της η Αιτήτρια είχε δικαίωμα καταβολής προμηθειών υπό προϋποθέσεις και επειδή η Εργοδότρια Εταιρεία αμφισβητεί ότι, στις περιπτώσεις για τις οποίες αξιώνει η Αιτήτρια πληρωμή προμηθειών, ικανοποιήθηκαν οι προϋποθέσεις που προβλέπονταν στη Συμφωνία Εργοδότησης ώστε να δικαιούται η Αιτήτρια να λάβει τις προμήθειες, η Αιτήτρια έχει το βάρος να αποδείξει ότι όντως δικαιούται, με βάση τη σύμβαση απασχόλησής της (δηλαδή ότι με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης ικανοποιήθηκαν οι προϋποθέσεις που προβλέπονταν στη Συμφωνία Εργοδότησης για να δικαιούται να λάβει τις προμήθειες), την αμοιβή που αξιώνει για προμήθειες. Σε αυτό το σημείο σημειώνουμε ότι σύμφωνα με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 2 του Νόμου: «"ημερομίσθιον" περιλαμβάνει πάσαν χρηματικήν αντιμισθίαν εκ της απασχολήσεως εργοδοτουμένου ή παν κέρδος εκ της τοιαύτης απασχολήσεως δεκτικόν χρηματικής αποτιμήσεως ως και την εισφοράν την καταβλητέαν εις το Κεντρικόν Ταμείον Αδειών, το ιδρυθέν δυνάμει των περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμων του 1967 έως 1979, εξαιρουμένων όμως εκτάκτων προμηθειών και κατά χάριν (ex-gratia) πληρωμών·» Παρατηρούμε ότι η έννοια του «μισθού» όπως προβλέπεται από τον Ν.35(Ι)/2007 είναι σχεδόν ταυτόσημη με την πρόνοια της έννοιας του «ημερομισθίου» στον Νόμο με μόνη διαφορά ότι στην έννοια του «μισθού» περιλαμβάνονται και οι εισφορές ταμείων προνοίας ενώ στην έννοια του «ημερομισθίου» δεν περιλαμβάνονται οι εν λόγω εισφορές. Μισθός ή ημερομίσθιο, με βάση τις πιο πάνω πρόνοιες, θεωρείται κάθε παροχή σε χρήμα ή που μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα η οποία καταβάλλεται από τον εργοδότη στον εργοδοτούμενο ως αντάλλαγμα για την εργασία που προσφέρει ο εργοδοτούμενος στον εργοδότη. Στην έννοια του μισθού ή του ημερομισθίου περιλαμβάνονται ο βασικός μισθός, τα πάσης φύσεως επιδόματα, ο 13ος και 14ος μισθός, η αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση, οι προμήθειες και τα φιλοδωρήματα εφόσον η καταβολή των πιο πάνω συμφωνείται ως αντάλλαγμα για την παροχή της εργασίας του εργοδοτούμενου και στη βάση της εν λόγω συμφωνίας η καταβολή τους στον εργοδοτούμενο αποτελεί νομική και συμβατική δέσμευση / υποχρέωση του εργοδότη. Η παροχή υπό αίρεση ή υπό προϋποθέσεις δεν εξαιρεί αυτόματα την παροχή από την έννοια του μισθού ή του ημερομισθίου καθότι στις περιπτώσεις που οποιαδήποτε παροχή οποιασδήποτε μορφής (φιλοδώρημα, bonus, προμήθειες, επιδόματα) δίνεται στον εργοδοτούμενο στη βάση συμβατικής δέσμευσης ως αντάλλαγμα για την εργασία του, όταν ικανοποιηθούν οι προϋποθέσεις που θέτει η συμφωνία απασχόλησης ή όταν συντρέξουν τα αποτελέσματα της εργασίας του εργοδοτουμένου που καθορίζονται στη σύμβαση απασχόλησης, τηρούνται οι όροι της δέσμευσης του εργοδότη για πληρωμή στον εργοδοτούμενο σε αντάλλαγμα για την εργασία που προσέφερε ο εργοδοτούμενος. Σημειώνουμε ότι η περιοδικότητα δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο της έννοιας του μισθού ή του ημερομισθίου παρά το ότι η περιοδικότητα αποτελεί συνήθως στοιχείο της καταβολής του καθότι υπάρχουν παροχές που αποτελούν μισθό (στην περίπτωση που ο εργοδότης έχει συμβατική δέσμευση για την καταβολή τους) χωρίς να είναι περιοδικές σε μικρά τακτά διαστήματα και παρά το ότι έχουν κυμαινόμενο χαρακτήρα, όπως π.χ. πληρωμή υπερωριακής εργασίας, επίδομα παραγωγικότητας, φιλοδώρημα. Από την έννοια του μισθού ή του ημερομισθίου εξαιρούνται οι παροχές στις οποίες ο εργοδότης προβαίνει οικειοθελώς χωρίς να έχει νομική υποχρέωση/δέσμευση ή παροχές που χορηγούνται με τη βούληση του εργοδότη και/ή κατά την κρίση του εργοδότη και μπορεί ο εργοδότης μονομερώς να μην συνεχίσει να τις καταβάλλει (βλ. Ι. Κουκιάδης, «Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις και το Δίκαιο της Ευελιξίας της Εργασίας», Εκδόσεις Σάκκουλα, 2012,ΣΤ' Έκδοση, σελ.675-700, Στ. Π. Γιαννακούρου, Κυπριακό Εργατικό Δίκαιο, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ.155-158, Harvey on Industrial Relations and Employment Law, Lexis Nexis,2024, Division BI Pay-
  3. Deduction of Wages, D. The meaning of wages paragraphs [338]-[340], [342]-[348], C. Grunfeld, The Law of Redundancy, Sweet&Maxwell, Third Edition, σελ. 270- 272[10]).
  4. Για να αποφανθούμε (α) κατά πόσον η Αιτήτρια δικαιούται τις προμήθειες που αξιώνει ή όχι και (β) σχετικά με το ύψος του 13ου μισθού για το 2015, θα πρέπει να προβούμε σε ερμηνεία των προνοιών της Συμφωνίας Εργοδότησης. Ο γενικός κανόνας είναι ότι ένα συμβόλαιο εργοδότησης υπόκειται ως προς την ερμηνεία του στους συνήθεις ερμηνευτικούς κανόνες και εξαρτάται από την πρόθεση των μερών όπως συνάγεται από τους ρητούς ή εξυπακουόμενους όρους αυτού ή που μπορούν να συναχθούν από τα γεγονότα της υπόθεσης (Chitty on Contracts, Τόμος ΙΙ, 27η Έκδοση, σελ. 779, παρ. 37 - 106). Ως προς τις αρχές που διέπουν την ερμηνεία των συμβάσεων, μελετήσαμε και λάβαμε υπόψη τη σχετική νομολογία και συγγράμματα. Βλέπε Chitty on Contracts, 25η Έκδοση, Τόμος Ι, σελ. 420 έως 430, παρ. 765 έως 785 και σελ. 437 έως 450, παρ. 802 έως 833, Γ.Π. Κακογιάννη, «Η Απόδειξη», σελ. 717 έως 730, Π.Γ. Πολυβίου, «Ερμηνεία Στο Κυπριακό Δίκαιο», Εκδόσεις Χρυσαφίνης και Πολυβίου, 2023, σελ.109- 189, Saab and Another v. Holy Monastery of Ayios Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499, Γεωργική Εταιρεία Δ.Γ. Φούτας ν. Εταιρεία Βάσος, Εμπορικοί Γεωργικών Προϊόντων
(1993)1 Α.Α.Δ. 168, Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 Α.Α.Δ. 168, Θεολόγου ν. Κτηματική Εταιρεία Νέμεσης
(1998)1 Α.Α.Δ. 407, Stefanos & Andreas Cold Stores Trading Ltd v. Εταιρεία Αναψυκτικών ΚΕΑΝ Λίμιτεδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 1806, Τάκη Λευκαρίτη κ.ά. ν. Long Beach Hotels Ltd κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 168, Μεταλλικά Ηράκλης Μιχαηλίδης Λτδ ν. G. & C. Exhaust Systems Ltd
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 500, Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου Λτδ ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λευκωσίας
(1999)1 Α.Α.Δ. 630, «Ανόρθωσις» Αμμοχώστου ν. «Απόλλων»
(2002)1(Α) Α.Α.Δ.518, Γιολάντα Χατζησωτηρίου ν. Κυπριακές Αερογραμμές
(2011)1 Α.Α.Δ. 1406, Investors Compensation Scheme Ltd v. West Bromwich Building Society [1998] 1 WLR 896, Arnold v. Britton [2015] AC 1619, Wood v. Capita Insurance Services Ltd [2017] AC
  1. Από τις πιο πάνω αυθεντίες σημειώνουμε τις πιο κάτω αρχές και κανόνες που διέπουν την ερμηνεία σύμβασης: - Η ερμηνεία εγγράφων είναι γενικά νομικό ζήτημα το οποίο αποφασίζεται από το Δικαστήριο. - Ο σκοπός της ερμηνείας ενός εγγράφου είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως αυτή διακηρύττεται στο έγγραφο. Γι' αυτό τον λόγο η ερμηνεία του εγγράφου έχει ως αφετηρία το πλαίσιο του εγγράφου της σύμβασης και οδηγό την πρόθεση των μερών όπως προκύπτει από το κείμενο του. - Βασική αρχή είναι ότι η πρόθεση των συμβαλλομένων είναι όπως εκφράστηκε με τις λέξεις που περιέχονται στο έγγραφο και γι' αυτό η πρόθεση τους εξάγεται από τη γλωσσική αποτύπωση του εγγράφου, δηλαδή των σκέψεων των συμβαλλομένων, που γι' αυτό το σκοπό εξετάζεται συνολικά το κείμενο του εγγράφου. - Οι λέξεις που χρησιμοποιούνται στο έγγραφο πρέπει να ερμηνεύονται κατά γράμμα (literal meaning) όπως είναι γενικά κατανοητές αποδίδοντας σε αυτές την απλή και συνηθισμένη ερμηνεία τους. - Αντικείμενο της ερμηνείας παραμένει πάντοτε η έννοια των όρων της συμφωνίας κατά το μέσο λογικό άνθρωπο. Για τον σκοπό αυτό μπορεί να δοθεί μαρτυρία για την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων των διαπραγματεύσεων, των μονομερών δηλώσεων και των υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Η απόδοση της έννοιας των συγκεκριμένων λέξεων, φράσεων και άλλων λεκτικών διατυπώσεων που συναποτελούν τη σύμβαση των μερών γίνεται στο συγκεκριμένο συμβατικό πλαίσιο (context). - Εάν οι πρόνοιες του εγγράφου είναι ξεκάθαρες, δηλαδή η εξακρίβωση της πρόθεσης των συμβαλλομένων βρίσκει έκφραση στη δήλωσή τους στη γραπτή συμφωνία, είναι επιτρεπτή μόνο η αντικειμενική ερμηνεία της δήλωσης. Αν όμως υπάρχουν φράσεις και αντιφατικές πρόνοιες και αν υπάρχουν λόγοι οι οποίοι φαίνονται στην όψη του εγγράφου οι οποίοι προσφέρουν απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης των μερών, τότε εκείνη η πρόθεση θα επικρατήσει έναντι της φανερής και συνήθους έννοιας των λέξεων. - Όπου υπάρχει γραπτή συμφωνία, προφορική μαρτυρία δεν γίνεται αποδεκτή για να προσθέσει, να αφαιρέσει ή άλλως πως να τροποποιήσει τη γραπτή συμφωνία (parol evidence rule) εκτός από τις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) όπου δεν υπάρχει η πρόθεση το γραπτό κείμενο να περιλαμβάνει ολόκληρη τη συμφωνία μεταξύ των μερών, (β) όπου υπάρχει συνακόλουθη συμφωνία (collateral contract), (γ) όπου υπάρχει προφορική υπόσχεση ότι η γραπτή συμφωνία δεν θα εφαρμοστεί σύμφωνα με τους όρους της και (δ) όπου υπάρχει κενό στη γραπτή συμφωνία. - Μαρτυρία σχετικά με τις πράξεις και τις ενέργειες των συμβαλλομένων μερών μετά τη σύναψη της σύμβασης δεν γίνεται αποδεκτή για να καταδείξει την πρόθεση των συμβαλλομένων ώστε να ερμηνευτεί με τον ανάλογο τρόπο το λεκτικό της σύμβασης. Τέτοια μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή μόνο προς απόδειξη νέας συμφωνίας (η οποία μπορεί να είναι και προφορική) ή της ύπαρξης κωλύματος (estoppel). - Όπου υπάρχει ασάφεια σε κάποιο όρο της σύμβασης εφαρμόζεται ο κανόνας contra proferentem σύμφωνα με τον οποίο η ασάφεια ερμηνεύεται εναντίον του προσώπου που έχει προωθήσει τον λόγω όρο. Λόγω της ιδιαιτερότητας της σύμβασης εργασίας σε κάποιες αγγλικές αποφάσεις λέχθηκε ότι η ερμηνεία της σύμβασης εργασίας δεν περιορίζεται σε γραμματικά ή εννοιολογικά πλαίσια αλλά λαμβάνει υπόψη τόσο το όλο περιεχόμενο της σύμβασης όσο και το ευρύτερο πλαίσιο αυτής. Το ζητούμενο είναι η αναζήτηση της πραγματικής συμφωνίας μεταξύ των μερών με βάση το ενώπιον του Δικαστηρίου υλικό[11]. Μαρτυρία Η κα Μιράντα Γιατρού κατέθεσε για την Εργοδότρια Εταιρεία. Κατά την κυρίως εξέτασή της ανέφερε ότι η Αιτήτρια στις 19/12/2014 υπέγραψε το πιο κάτω έντυπο (Τεκμήριο 2): «Εγώ η Natalya Pyatrova με αριθμό διαβατηρίου [ ] παρέλαβα σήμερα από τον εργοδότη μου Yiatros Properties Ltd τον ποσό των €267.38 το οποίο αντιπροσωπεύει τον 13ο μισθό για το
  2. Με την υπογραφή μου αναγνωρίζω ότι η/μή πληρωμή του επόμενου 13ος μισθού για το 2015 θα εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του εργοδότη ανάλογα με τις επικρατούσες οικονομικές συνθήκες». Ισχυρίστηκε ότι στις 20/10/2015 εξήγησε στην Αιτήτρια ότι δεν δικαιούται τις προμήθειες που ζητούσε επειδή δεν είχε συνεισφέρει στην πώληση των συγκεκριμένων ακινήτων. Ότι η Αιτήτρια επέμενε ότι δικαιούτο τις προμήθειες που ζητούσε και προέβηκε σε χαρακτηρισμούς εναντίον της λέγοντας της, ανάμεσα σε άλλα, ότι είναι άδικη. Υποστήριξε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία με επιστολή της, η οποία στάληκε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στις 21/10/2015, ενημέρωσε την Αιτήτρια ότι λόγω της πιο πάνω συμπεριφοράς της τερματίζεται η απασχόλησή της και ότι χωρίς αναγνώριση οποιασδήποτε συμμετοχής ή συνεισφοράς της σε κάποιες από τις πωλήσεις της πρόσφερε ένα ποσό χαριστικά και περαιτέρω την καλούσε όπως στις 23/10/2015 της παραδώσει τις επαγγελματικές κάρτες της, το κινητό τηλέφωνο και όλες τις πληροφορίες και τη λίστα πελατών της Εργοδότριας Εταιρείας που κατείχε. Ότι η Αιτήτρια απάντησε με το Τεκμήριο
  3. Αναφερόμενη στις δύο περιπτώσεις που η Αιτήτρια έλαβε προμήθειες για την πώληση ακινήτων σημείωσε ότι
(1)στην περίπτωση του διαμερίσματος αριθμός 103 στην πολυκατοικία Melody, μετά που μεσιτικό γραφείο ενημέρωσε την Εργοδότρια Εταιρεία για την ύπαρξη ενδιαφερόμενων αγοραστών, στάληκε η Αιτήτρια και έδειξε το διαμέρισμα, την επόμενη μέρα οι αγοραστές ήρθαν στα γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας και επειδή η Αιτήτρια απουσίαζε, χωρίς να ενημερώσει την Εργοδότρια Εταιρεία, η Εργοδότρια Εταιρεία κάλεσε άλλο ρωσόφωνο πωλητή να μεταφράζει και ότι λόγω του ότι η Αιτήτρια συνέβαλε ως κάποιο βαθμό για την επίτευξη της πώλησης πήρε χαριστικά προμήθεια ύψους €1.500 και
(2)στην περίπτωση των διαμερισμάτων αριθμός 301 και αριθμός 302 στην πολυκατοικία Green Valley, η Αιτήτρια συνέβαλε, μέσω μεσίτη, στην επίτευξη της συμφωνίας πώλησης αφού έλαβε μέρος στη συνάντηση και μετέφραζε. Σε ότι αφορά την αξίωση της Αιτήτριας για καταβολή προμήθειας για την πώληση ακινήτων της Εργοδότριας Εταιρείας ανέφερε ότι η Αιτήτρια δεν δικαιούται με βάση τους όρους της Συμφωνίας Εργοδότησης προμήθεια για την πώληση των Ακινήτων Α, Β και Γ καθότι:
(1)Οι αγοραστές των Ακινήτων Α ήρθαν στην Εργοδότρια Εταιρεία μέσω του μεσιτικού γραφείου CDA οι οποίοι μεσολάβησαν για την πώληση των εν λόγω ακινήτων και συνέβαλαν στο να αποφασίσουν οι αγοραστές να προχωρήσουν στην αγορά των ακινήτων. Ότι εκπρόσωποι του εν λόγω μεσιτικού γραφείου τηλεφώνησαν σε αυτήν και της ανέφεραν ότι ήθελαν ραντεβού με τον ιδιοκτήτη της Εργοδότριας Εταιρείας για να προχωρήσει η πώληση. Ότι οι μεσίτες επικοινωνούσαν με την Εργοδότρια Εταιρεία στα αγγλικά και οι αγοραστές ανέθεσαν την υπόθεση σε δικηγόρους μέσω του λογιστικού οίκου Price Waterhouse Coopers. Επομένως η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να βοηθήσει. Η πρώτη συνάντηση έγινε στο γραφείο της Εργοδότριας Εταιρείας στη Λεμεσό και η δεύτερη στα γραφεία του λογιστικού οίκου Price Waterhouse Coopers στη Λευκωσία όπου και υπογράφηκαν οι σχετικές συμφωνίες πώλησης.
(2)Ο αγοραστής του Ακινήτου Β ήταν κινέζος υπήκοος και επικοινώνησε με την Εργοδότρια Εταιρεία μέσω προσωπικού της φίλου ο οποίος την ενημέρωσε ότι το εν λόγω πρόσωπο είδε την περιοχή και το ακίνητο και ήθελε συνάντηση μαζί της. Ότι ήρθε στο γραφείο της Εργοδότριας Εταιρείας και αυτή είχε συνάντηση μαζί του και η συνομιλία τους κατά την εν λόγω συνάντηση ήταν στην αγγλική γλώσσα.
(3)Οι αγοραστές του Ακινήτου Γ ήρθαν στην Εργοδότρια Εταιρεία μετά που η οικογενειακή φίλη της, κα Rousana Kotikyan, επικοινώνησε μαζί της λέγοντας της ότι δύο γνωστές της, ρωσικής καταγωγής, ενδιαφέρονται για την αγορά του διαμερίσματος. Ότι η Αιτήτρια έδειξε τα διαμερίσματα αριθμός 101 και αριθμός 102 στην πολυκατοικία Green Valley στις εν λόγω κυρίες και μετά ξεκίνησε η διαπραγμάτευση. Ότι στις 21/10/2015, η Αιτήτρια μετά την απόρριψη του αιτήματός της για καταβολή σε αυτήν προμηθειών, φεύγοντας από το γραφείο τηλεφώνησε στις εν λόγω κυρίες και τις απέτρεψε από το να προχωρήσουν στην αγορά του Ακινήτου Γ. Γι' αυτό έδωσε οδηγίες στη δικηγόρο της Εργοδότριας Εταιρείας να αποστείλει στην Αιτήτρια την επιστολή ημερομηνίας 23/10/2015 (Τεκμήρια 4(α) και 4(β)). Στις 22/10/2015 ο κ. Πανίκος Γιατρός συνάντησε τις εν λόγω κυρίες τυχαία στην οικοδομή και μετά από συζήτηση που είχαν μαζί του πείστηκαν στο να προχωρήσουν στην αγορά του Ακινήτου Γ και ήρθαν στο γραφείο της Εργοδότριας Εταιρείας και συνάφθηκε η συμφωνία πώλησης του Ακινήτου Γ (Τεκμήριο 11). Υποστήριξε ότι λόγω των ισχυρισμών της Αιτήτριας σε σχέση (
  1. i)με την εντιμότητα της ιδίας και του κ. Πανίκου Γιατρού και (
  2. ii)τη βιωσιμότητα της Εργοδότριας Εταιρείας, οι εν λόγω κυρίες έθεσαν ως όρο για να κλείσει η συμφωνία να συμπεριληφθεί όρος στη συμφωνία ότι αν δεν γίνει παράδοση σε συγκεκριμένη ημερομηνία θα υπάρχει επιβάρυνση της Εργοδότριας Εταιρείας €50.000. Ότι για όσα ανέφερε η Αιτήτρια στις εν λόγω κυρίες η Εργοδότρια Εταιρεία και ο κ. Πανίκος Γιατρός καταχώρησαν την αγωγή με αρ. 630/2016 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας εναντίον της Αιτήτριας για προφορική δυσφήμιση και επιζήμια ψευδολογία (Τεκμήριο 5). Ήταν η θέση της ότι η συμπεριφορά της Αιτήτριας σε σχέση με το πιο πάνω θέμα δεν επέτρεπε συνέχιση της απασχόλησής της στην Εργοδότρια Εταιρεία. Ως εκ τούτου η Εργοδότρια Εταιρεία απέστειλε στην Αιτήτρια την επιστολή ημερομηνίας 22/10/2015 (Τεκμήριο 6) και επειδή η Αιτήτρια δεν προσήλθε στα γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας να παραλάβει την επιταγή που εξέδωσε η Εργοδότρια Εταιρεία προς όφελός της, η Εργοδότρια Εταιρεία της απέστειλε ταχυδρομικώς την εν λόγω επιταγή (Τεκμήριο 7). Κατά την αντεξέτασή της αφού παραδέχτηκε ότι οι διαπραγματεύσεις με τους αγοραστές του Ακινήτου Γ προχώρησαν και ότι μετά τις συναντήσεις που έγιναν στα γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας στην παρουσία της Αιτήτριας, στάληκε σε αυτούς προσχέδιο της συμφωνίας πώλησης, ισχυρίστηκε ότι στις 21/10/2015 η κα Rousana της τηλεφώνησε και την ενημέρωσε ότι οι δύο κυρίες δεν επιθυμούν να αγοράσουν το Ακίνητο Γ γιατί η Αιτήτρια επικοινώνησε μαζί τους και τους είπε διάφορους ισχυρισμούς για την Εργοδότρια Εταιρεία όπως π.χ. ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν πρόκειται να τελειώσει την πολυκατοικία και δεν θα βγάλει τίτλους στα ακίνητα που κτίζει. Παραδέχτηκε ότι στις 22/10/2015 κλείδωσε το γραφείο της Αιτήτριας. Είπε ότι προέβη σε αυτή την πράξη ώστε η Αιτήτρια να μην είχε πρόσβαση στις επικοινωνίες της Εργοδότριας Εταιρείας με τους πελάτες για να διασφαλιστεί ότι η Αιτήτρια δεν έκανε με άλλους πελάτες της Εργοδότριας Εταιρείας αυτό που έκανε με τις δύο κυρίες που ήθελαν να αγοράσουν το Ακίνητο Γ. Σημείωσε ότι όταν είδε την Αιτήτρια στις 22/10/2015 να προσέρχεται στα γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας έκρινε ότι ήταν αναγκαίο να της «δώσει απόλυση» γιατί η Αιτήτρια ήταν επικίνδυνη για τα συμφέροντα της Εργοδότριας Εταιρείας. Επανεξεταζόμενη είπε ότι στις 21/10/2015 έστειλε ηλεκτρονικώς επιστολή στην Αιτήτρια με την οποία την ενημέρωνε ότι τερματίζεται η απασχόλησή της και στις 22/10/2015 επανέλαβε προφορικά στην Αιτήτρια ότι απολύεται. Πρόσθεσε ότι στις δύο περιπτώσεις που η Αιτήτρια έλαβε προμήθεια, η Αιτήτρια είχε συμβάλει στην πώληση των ακινήτων δείχνοντας τα ακίνητα στους πελάτες, εξηγώντας τους τα αρχιτεκτονικά σχέδια και δίνοντας τους όλες τις πληροφορίες που αφορούσαν τα ακίνητα ώστε να αποφασίσουν οι πελάτες να τα αγοράσουν και στη συνέχεια διευθέτησε συνάντηση με αυτήν, ως διευθύντρια της Εργοδότριας Εταιρείας, για τη σύναψη των συμφωνιών πώλησης. Η Αιτήτρια καταθέτοντας ανέφερε ότι κατά την περίοδο που εργοδοτείτο στην Εργοδότρια Εταιρεία, ενώ ήταν μέσα στα εργασιακά της καθήκοντα να δείχνει τα ακίνητα στους υποψήφιους αγοραστές, η Εργοδότρια Εταιρεία δεν της έδωσε αυτοκίνητο για τις σχετικές διακινήσεις της, ούτε της κατέβαλλε οποιαδήποτε χρηματικά ποσά για το πετρέλαιο που σπαταλούσε διακινούμενη με το δικό της αυτοκίνητο. Ότι λόγω της θέσης της ως πωλητής κανονικά δικαιούτο να έχει αυτοκίνητο της Εργοδότριας Εταιρείας για να παίρνει τους υποψήφιους πελάτες για να τους δείχνει τα ακίνητα της Εργοδότριας Εταιρείας. Υποστήριξε ότι στο Τεκμήριο 1 υπήρχε πρόβλεψη για μηνιαίο μισθό ύψους €870,00 ακάθαρτα ο οποίος ήταν ο ελάχιστος μισθός για το 2014-2015 και ότι γι' αυτόν τον λόγο περιελήφθηκε πρόνοια ότι αυτή θα λάμβανε προμήθεια 0,5% επί της τιμής πώλησης των ακινήτων αν αυτή βοηθούσε την Εργοδότρια Εταιρεία να πωλήσει τα ακίνητα, δηλαδή αν αυτή κατέβαλλε προσπάθειες με βάση τις γνώσεις που είχε ώστε να πείσει τους πελάτες να αγοράσουν τα ακίνητα. Ότι κατά την περίοδο που εργάστηκε στην Εργοδότρια Εταιρεία έκανε μεγάλες προσπάθειες και βοήθησε την Εργοδότρια Εταιρεία να πωλήσει αρκετά ακίνητα. Ήταν η θέση της ότι αυτή συνέχεια ετοίμαζε υποψήφιους πελάτες με τις γνώσεις που είχε ώστε να αγοράσουν ακίνητα από την Εργοδότρια Εταιρεία, αλλά πολλές φορές η κα Γιατρού, παρά το ότι αυτή έδειχνε τα ακίνητα στους υποψήφιους πελάτες, δεν της ζητούσε να συμμετέχει στις επόμενες συναντήσεις με τους πελάτες και καλούσε ένα άλλον ρωσόφωνο πωλητή της Εργοδότριας Εταιρείας να κλείσει τα συμβόλαια, στερώντας της έτσι τη δυνατότητα να ολοκληρώσει τις πράξεις με τους πελάτες. Για το Ακίνητο Γ ανέφερε ότι στις 16/10/2015 έδειξε τα διαμερίσματα αριθμός 101 και αριθμός 102 σε δύο κυρίες (μητέρα και κόρη) από την Ουκρανία. Ότι στις 19/10/2015 οι εν λόγω κυρίες ήρθαν ξανά για να τους δείξει το ακίνητο και στο συγκρότημα βρισκόταν και ο κ. Πανίκος Γιατρός, ο οποίος τις βοήθησε σε σχέση με την πρόταση που τους είχε κάνει αυτή να αγοράσουν τα διαμερίσματα με αριθμό 101 και 102 και να τα ενώσουν σε ένα, πληρώνοντας Φ.Π.Α. 5% και παίρνοντας δύο αποθήκες και δύο χώρους στάθμευσης. Ότι επειδή τους άρεσε η ιδέα της, μίλησαν με τον κ. Πανίκο Γιατρό, ο οποίος τους ενημέρωσε για τις τιμές των διαμερισμάτων και τους έδωσε διάφορες πληροφορίες για το αρχιτεκτονικό πλάνο. Ότι στις 19/10/2015 η ώρα 4:00μ.μ. ξανά έδειξε τα εν λόγω διαμερίσματα στις δύο κυρίες, οι οποίες προσήλθαν μαζί με ένα οικογενειακό τους φίλο ο οποίος ήθελε να δει το ακίνητο, να βγάλει φωτογραφίες και να τις στείλει στον γιο της μιας από τις δύο κυρίες, ο οποίος ήταν αυτός που θα έπαιρνε την απόφαση αν οι δύο κυρίες θα αγόραζαν το ακίνητο. Ότι την ίδια μέρα η ώρα 6:00μ.μ. συναντήθηκαν στο γραφείο οι δύο κυρίες, ο οικογενειακός φίλος των δύο κυριών, ο κ. Πανίκος Γιατρός και αυτή για να δουν τα σχέδια του ακινήτου και να μιλήσουν για το συμβόλαιο αγοραπωλησίας του Ακινήτου Γ. Ότι μετά από αυτή τη συνάντηση, αυτή έστειλε στον οικογενειακό φίλο των δύο κυριών το προσχέδιο της σύμβασης αγοραπωλησίας του Ακινήτου Γ. Ότι στις 20/10/2015 η κα Rousana της τηλεφώνησε και της ζήτησε το προσχέδιο της σύμβασης αγοραπωλησίας και της είπε να φροντίσουν να γίνει η πράξη όσο πιο γρήγορα είναι δυνατό. Υποστήριξε ότι οι δύο κυρίες ήταν πολύ ευχαριστημένες γι' αυτό που έγινε και την ευχαρίστησαν για τη βοήθειά της και της είπαν ότι επειδή την εμπιστεύονται θέλουν να προχωρήσουν με την αγορά του Ακινήτου Γ. Ότι στη συνέχεια όταν έφυγαν οι δύο κυρίες, αυτή μίλησε με την κα Μιράντα Γιατρού και της ζήτησε προμήθεια 0,5% για ακίνητα που πώλησε η Εργοδότρια Εταιρεία με τη δική της βοήθεια. Ότι η κα Γιατρού της είπε ότι δεν αξίζει να πάρει την προμήθεια επειδή δεν έκανε κάτι για να γίνουν οι πωλήσεις των ακινήτων. Ήταν η θέση της ότι η κα Γιατρού είχε πολλά νεύρα καθότι δεν περίμενε από αυτήν να ζητήσει την προμήθεια, της είπε για ποιο λόγο κάθεται μπροστά της με τέτοιο τρόπο (ενώ αυτή καθόταν κανονικά) και άρχισε να παραπονιέται για όλα τα ζητήματα. Ότι μετά από αυτή τη συνάντηση, έστειλε το Τεκμήριο 3 για να δει και ο κ. Πανίκος Γιατρός ότι αυτή ζητούσε την προμήθειά της. Υποστήριξε ότι την επόμενη μέρα 22/10/2015 όταν πήγε στην εργασία της βρήκε το γραφείο της κλειδωμένο, ότι μέσα στο γραφείο της ήταν όλα τα προσωπικά της πράγματα στα οποία συμπεριλαμβανόταν και μια βιντεοκάμερα sony και κάποια memory sticks στα οποία υπήρχε φωτογραφικό υλικό από την έκθεση ακινήτων που πήγε αυτή με τον κ. Πανίκο Γιατρό στη Μόσχα και ότι η κα Γιατρού έσβησε όλο αυτό το υλικό. Ότι όταν την είδε η κα Γιατρού, της έβαλε τις φωνές λέγοντας της «φύγε από εδώ» και άνοιξε την πόρτα των γραφείων όπου στεγάζεται η Εργοδότρια Εταιρεία και την έδιωξε σαν να ήταν σκύλος. Ότι μετά από αυτό, αυτή επειδή ήταν η μέρα που θα υπογραφόταν η συμφωνία πώλησης του Ακινήτου Γ, τηλεφώνησε στις δύο κυρίες και τις ενημέρωσε ότι δεν θα είναι κοντά τους για την υπογραφή της συμφωνίας επειδή η κα Μιράντα Γιατρού την έδιωξε για τον λόγο ότι ζήτησε τις προμήθειές της. Ότι οι δύο κυρίες άρχισαν να έχουν στρες και την ρώτησαν πώς μπορούν πλέον να έχουν εμπιστοσύνη σε μια εταιρεία που διώχνει με έτσι τρόπο τους καλούς υπαλλήλους της και να προχωρήσουν με την αγορά του ακινήτου. Ότι αυτή τους απάντησε ότι, επειδή η Εργοδότρια Εταιρεία είναι σοβαρή εταιρεία η οποία πωλεί ακίνητα με ποιότητα, είναι εντάξει να υπογράψουν τη συμφωνία πώλησης αν αυτή περιέχει όλα που πρέπει μέσα καθότι η Εργοδότρια Εταιρεία θα κάμει ότι προβλέπει η συμφωνία και να μην φοβούνται. Ότι στη συνέχεια της τηλεφώνησε ο γιος της μιας από τις δύο κυρίες και την ρώτησε τι έγινε και πώς μπορούν να προχωρήσουν και αυτή του απάντησε πως όλα θα πάνε εντάξει, ότι το ακίνητο θα είναι καλής ποιότητας και ότι θα έχουν δύο αποθήκες και δύο χώρους στάθμευσης. Στη συνέχεια το εν λόγω πρόσωπο της έστειλε μήνυμα στο κινητό της. Σε ότι αφορά το Ακίνητο Β ήταν η θέση της ότι αυτή πήρε τον πελάτη με το δικό της αυτοκίνητο χωρίς η Εργοδότρια Εταιρεία να της πληρώσει βενζίνη από το σπίτι που διέμενε στα Πολεμίδια και τον μετέφερε στο συγκρότημα όπου του έδειξε το Ακίνητο Β, το οποίο δεν ήταν τελειωμένο. Ότι του είπε ότι το εν λόγω σπίτι δεν είναι ακριβό όπως κάποια άλλα που βρίσκονται στο κέντρο της Λεμεσού και ότι το χωριό Γερμασόγεια είναι πολύ κοντά στο κέντρο. Ότι το εν λόγω σπίτι άρεσε στον πελάτη και την ρώτησε αν θα μπορούσε να κάνει «roof garden», ότι αυτή του είπε ότι είναι εντάξει αλλά πρέπει να μιλήσει με τον κ. Πανίκο Γιατρό. Ότι ο πελάτης στη συνέχεια ήθελε να αγοράσει το εν λόγω σπίτι και η κα Γιατρού της ζήτησε να τον πάρει σε διάφορους τόπους όπως π.χ. στην Ελληνική Τράπεζα για να ανοίξει λογαριασμό. Σημείωσε ότι ο πελάτης ήταν ευχαριστημένος μαζί της γιατί είδε το Ακίνητο Β και μίλησε για την ευκαιρία να γίνει σε αυτό «roof garden» κάτι που ήταν πολύ σημαντικό για αυτόν και βοήθησε στην πώληση του εν λόγω ακινήτου. Ότι στη συνέχεια συνάντησαν τον κ. Πανίκο Γιατρό και μίλησαν για τα σχετικά που αφορούσαν το Ακίνητο Β και το «roof garden» που ήθελε ο πελάτης να φτιάξει. Σχετικά με τα Ακίνητα Α είπε ότι αυτά πωλήθηκαν σε Ρώσο επενδυτή, μετά που αυτή έδειξε τα ακίνητα στους υπαλλήλους της κτηματομεσιτικής εταιρείας CDA. Ότι στις 04/04/2015 της τηλεφώνησε υπάλληλος της CDA ο οποίος την ενημέρωσε ότι είχε πελάτες που ήθελαν να αγοράσουν δύο διαμερίσματα για υπαλλήλους τους και της ζήτησε να έρθει Λεμεσό να του δείξει τα διαμερίσματα για να μην χάσουν τους πελάτες. Ότι παρόλο που ήταν Σάββατο, μη εργάσιμη ημέρα για αυτήν, αυτή ήρθε Λεμεσό και έδειξε τα διαμερίσματα στους εν λόγω μεσίτες. Ότι στις 06/04/2015 οι πελάτες ήρθαν ξανά με μια κοπέλα για να δουν τα διαμερίσματα. Ότι στις 14/04/2015 γνωστοί των πελατών ήρθαν ξανά να δουν τα διαμερίσματα και την επόμενη μέρα οι πελάτες είχαν συνάντηση με τον κ. Πανίκο Γιατρό στα γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας η ώρα 2:00 το απόγευμα. Υποστήριξε ότι στις 22/10/2015 η κα Γιατρού την έδιωξε χωρίς να την πληροφορήσει προηγουμένως ότι την απέλυσε. Είπε ότι το 2014 της καταβλήθηκε αναλογία για τον 13ο μισθό της και ότι το 2015 η Εργοδότρια Εταιρεία δεν της κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό ως αναλογία 13ου μισθού καθότι η Εργοδότρια Εταιρεία την έβαλε από πριν να υπογράψει ότι για τον 13ο μισθό θα αποφάσιζε η Εργοδότρια Εταιρεία αν θα της δινόταν. Σημείωσε ότι το 2015 επειδή η Εργοδότρια Εταιρεία έκανε αρκετές πωλήσεις με τη δική της βοήθεια, η Εργοδότρια Εταιρεία είχε τη δυνατότητα να της καταβάλει 13ο μισθό. Αντεξεταζόμενη υποστήριξε ότι ήταν δική της η ιδέα να ενωθούν τα διαμερίσματα αριθμός 101 και αριθμός 102 στην πολυκατοικία Green Valley και να δημιουργηθεί το Ακίνητο Γ, ότι αυτό το έκανε επειδή οι πελάτες ήθελαν ακίνητο τριών υπνοδωματίων, ενώ τα εν λόγω διαμερίσματα ήταν δύο υπνοδωματίων και η Εργοδότρια Εταιρεία δεν είχε ακίνητα τριών υπνοδωματίων. Ότι είχε πωλήσει ακόμα μια φορά δύο διαμερίσματα που ενώθηκαν σε ένα, μετά από δική της ιδέα για ενοποίηση, στην εν λόγω πολυκατοικία και ότι είχε πάρει προμήθεια για την εν λόγω πώληση. Αρνήθηκε ότι η ιδέα για την ενοποίηση των διαμερισμάτων αριθμός 101 και αριθμός 102 ήταν του κ. Πανίκου Γιατρού. Επέμενε ότι μόνο καλά λόγια είπε για την Εργοδότρια Εταιρεία στους πελάτες που ήθελαν να αγοράσουν το Ακίνητο Γ. Ήταν η θέση της ότι όταν ζήτησε από την κα Γιατρού στις 20/10/2015 προμήθειες για τις πωλήσεις ακινήτων, η συμπεριφορά της προς την κα Γιατρού ήταν καλή και αρνήθηκε ότι ήταν επιθετική και αγενής. Επανέλαβε ότι δεν έλαβε ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 21/10/2015 με το οποίο η κα Μιράντα Γιατρού την ενημέρωνε ότι απολυόταν. Υποστήριξε ότι ο λόγος που η κα Γιατρού κλείδωσε το γραφείο της στις 22/10/2015 ήταν για να πετάξει το registry book της καθότι σε αυτό ανέγραφε όλες τις λεπτομέρειες που αφορούσαν την εργασία της όπως π.χ. ποιος μεσίτης έφερε τους πελάτες, τις ημερομηνίες και τις ώρες όλων των βημάτων που έκανε αυτή σε σχέση με τα ακίνητα και τους πελάτες, τις τιμές των ακινήτων και τα δικά της σχόλια. Απέρριψε υποβολή ότι δεν δικαιούται προμήθεια για τις πωλήσεις των Ακινήτων Α, Β και Γ επειδή δεν συνείσφερε στην πώληση των εν λόγω ακινήτων αφού ότι έκανε σε σχέση με τα εν λόγω ακίνητα τα έκανε μέσα στα καθήκοντά της που είχε ως εργοδοτούμενη της Εργοδότριας Εταιρείας για τα οποία καθήκοντα λάμβανε μηνιαίο μισθό. Αρνήθηκε ότι για τα Ακίνητα Γ δεν δικαιούται προμήθεια επειδή δυσφήμισε την Εργοδότρια Εταιρεία και της προκάλεσε ζημιά. Ανάλυση Μαρτυρίας 1. Αξίωση για ετήσια άδεια Η Αιτήτρια δεν έθεσε ενώπιόν μας οποιαδήποτε μαρτυρία σχετικά με την αξίωσή της για οφειλόμενη ετήσια άδεια. Ως εκ τούτου η Αιτήτρια δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που είχε να αποδείξει την εν λόγω αξίωσή της και κατά συνέπεια η εν λόγω αξίωσή της απορρίπτεται. 2. Αξίωση για 13ο μισθό Σε ότι αφορά τον 13ο μισθό σημειώνουμε ότι είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι τα δικόγραφα αποτελούν το θεμέλιο της δίκης και το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Ο Κ.3
(1)του περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικού Κανονισμού του 1999, όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα (στο εξής «ο Κανονισμός»), επιβάλλει στον αιτητή να καθορίζει στην αίτηση, τους λόγους στους οποίους θεμελιώνεται το αίτημά του και να προσδιορίζει την αιτούμενη θεραπεία ή θεραπείες. Σύμφωνα με τον Κ.5
(1)του Κανονισμού ο Καθ' ου η αίτηση στην έγγραφη εμφάνισή του θα πρέπει να προσδιορίσει λεπτομερώς τους λόγους για τους οποίους αμφισβητεί το αίτημα και την παροχή της θεραπείας ή των θεραπειών που εξαιτείται ο αιτητής. Οι πρόνοιες αυτές επιβάλλουν τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων στα δικόγραφα και ο σκοπός τους είναι ο αποκλεισμός πιθανότητας αιφνιδιασμού των διαδίκων. Στην Αθανασίου v. Reana Manufacturing & Trading Co. Ltd
(2001)1 A.A.Δ. 1635[12], το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι ο εξεταστικός χαρακτήρας που διέπει τη δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών και παρέχει ευρύτερη ευχέρεια στο Δικαστήριο για διερεύνηση των γεγονότων που άπτονται της διαφοράς δεν μεταβάλλει τον δικονομικό κανόνα ως προς τα επίδικα θέματα και τις παραμέτρους της δίκης. Στις υποθέσεις Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Γ. Χρίστου, Πολιτική Έφεση 148/12 ημερ. 07/07/2017, ECLI:CY:AD:2017:A250 και Boygues Batiment International v. Ν. Σταυρινίδη, Πολιτική Έφεση 98/2011 ημερ. 07/07/2017, ECLI:CY:AD:2017:A253 το Ανώτατο Δικαστήριο επιβεβαίωσε τις πιο πάνω αρχές και σημείωσε ότι δεν μπορεί η διερεύνηση των γεγονότων από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών να γίνεται χωρίς καθόλου προδιαγεγραμμένα πλαίσια. Η Εργοδότρια Εταιρεία δεν αναφέρει στους δικογραφημένους ισχυρισμούς της ότι υπήρξε τροποποίηση του όρου της Συμφωνίας Εργοδότησης σχετικά με την καταβολή του 13ου μισθού στην Αιτήτρια και/ή με το δικαίωμα της Αιτήτριας για 13ο μισθό, ούτε προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η Αιτήτρια υπέγραψε έγγραφο στο οποίο αναγραφόταν ότι αναγνωρίζει ότι για το 2015 η πληρωμή του 13ου μισθού εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της Εργοδότριας Εταιρείας ανάλογα με τις επικρατούσες οικονομικές συνθήκες. Απλώς αρνείται γενικά την παράγραφο των γενικών λόγων της αίτησης στην οποία αναγράφεται ότι οφείλεται στην Αιτήτρια 13ος μισθός για το 2015 και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της σχετικά με τα ποσά που κατέβαλε στην Αιτήτρια με τον τερματισμό της απασχόλησής της. Κρίνουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν συμμορφώθηκε με τις απαιτήσεις του Κ.5
(1)του Κανονισμού καθότι δεν έθεσε στο δικόγραφό της λεπτομερώς τους λόγους για τους οποίους απορρίπτει την αξίωση της Αιτήτριας για 13ο μισθό για το
  1. Περαιτέρω είμαστε της γνώμης ότι η γενική άρνηση της εν λόγω αξίωσης της Αιτήτριας και η μη έγερση του ζητήματος της υπογραφής από την Αιτήτρια εγγράφου με το οποίο αποδεχόταν την τροποποίηση του όρου της Συμφωνίας Εργοδότησης για την καταβολή του 13ου μισθού στο δικόγραφο της Εργοδότριας Εταιρείας καθιστά απορριπτέα τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας σχετικά με την υπογραφή του Τεκμηρίου 2 από την Αιτήτρια και μας εμποδίζει από το να βασιστούμε στο περιεχόμενο του εν λόγω Τεκμηρίου και να προβούμε σε οποιοδήποτε σχετικό εύρημα πραγματικών γεγονότων. Ως εκ τούτου η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας σχετικά με την υπογραφή του Τεκμηρίου 2 από την Αιτήτρια και το περιεχόμενο του εν λόγω Τεκμηρίου δεν θα ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Στη βάση των πιο πάνω και ενόψει του περιεχομένου της Συμφωνίας Εργοδότησης βρίσκουμε ότι η Αιτήτρια το 2015 είχε δικαίωμα σε καταβολή 13ου μισθού. Συνακόλουθα η Αιτήτρια δικαιούται σε αναλογία 13ου μισθού μέχρι τις 22/10/2015.Το ύψος του ποσού που δικαιούται ως αναλογία 13ου μισθού για το 2015 θα αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης και απόφανσης κατά το στάδιο της ερμηνείας των προνοιών της Συμφωνίας Εργοδότησης μετά την αξιολόγηση της ενώπιόν μας τεθείσας μαρτυρίας.
  2. Αξιώσεις για (α) προμήθειες και (β) αποζημιώσεις / πληρωμή αντί προειδοποίησης λόγω παράνομου τερματισμού της απασχόλησης Από το σύνολο της ενώπιόν μας μαρτυρίας προκύπτει ως κοινό έδαφος ότι
(1)η Αιτήτρια έδειξε τα Ακίνητα Α στους κτηματομεσίτες των αγοραστών των εν λόγω ακινήτων στις 04/04/2015 ημέρα Σάββατο η οποία δεν ήταν εργάσιμη μέρα για την Αιτήτρια μετά από αίτημα των εν λόγω κτηματομεσιτών επειδή οι εν λόγω κτηματομεσίτες είχαν πελάτες που ενδιαφέρονταν να αγοράσουν εντός των ημερών ακίνητα στη Λεμεσό,
(2)η Αιτήτρια μετέφερε τον αγοραστή του Ακινήτου Β στον χώρο που βρισκόταν το εν λόγω ακίνητο και
(3)η Αιτήτρια έδειξε στους αγοραστές του Ακινήτου Γ το εν λόγω ακίνητο, στη συνέχεια ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις για την πώληση του εν λόγω ακινήτου στις οποίες συμμετείχε η Αιτήτρια, η οποία συνομιλούσε τόσο με τους αγοραστές όσο και με την κτηματομεσίτρια των αγοραστών και ακολούθως στάληκε προσχέδιο της συμφωνίας πώλησης στους αγοραστές με σκοπό να οριστεί η ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας. Αξιολογώντας τη μαρτυρία που προσκόμισε η Εργοδότρια Εταιρεία παρατηρούμε κατ' αρχάς ότι η μαρτυρία της κας Γιατρού σχετικά με τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στις 20/10/2015, στις 21/10/2015 και στις 22/10/2015 δεν ήταν ξεκάθαρη και σαφής. Η κα Γιατρού ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια απολύθηκε λόγω της συμπεριφοράς που επέδειξε στη συνάντηση στις 20/10/2015 κατά την οποία η Αιτήτρια ζήτησε από αυτήν την καταβολή προμηθειών, στη συνέχεια αναφέρθηκε σε γεγονότα που έγιναν στις 21/10/2015 και σε δηλώσεις της Αιτήτριας στους αγοραστές του Ακινήτου Γ και είπε ότι λόγω της συμπεριφοράς της Αιτήτριας δεν μπορούσε να συνεχίσει η απασχόλησή της στην Εργοδότρια Εταιρεία. Κατά την κυρίως εξέτασή της αρχικά αφού αναφέρθηκε στη συνάντηση στις 20/10/2015 κατά την οποία η Αιτήτρια της ζήτησε προμήθειες, είπε ότι στις 21/10/2015 η Εργοδότρια Εταιρεία απέλυσε την Αιτήτρια με επιστολή της η οποία στάληκε στην Αιτήτρια ηλεκτρονικώς και ότι η Αιτήτρια απάντησε με το Τεκμήριο 3. Ακολούθως ανέφερε ότι στις 21/10/2015 έγιναν όσα περιγράφει πιο πάνω, δηλαδή ζήτησε η Αιτήτρια προφορικά την προμήθεια για τα ακίνητα οπότε της εξήγησε τις πρόνοιες της Συμφωνίας Εργοδότησης και η Αιτήτρια φεύγοντας από το γραφείο τηλεφώνησε στους αγοραστές του Ακινήτου Γ και τους απέτρεψε από το να το αγοράσουν. Κλείνοντας σημείωσε ότι «επιπλέον η συμπεριφορά της Αιτήτριας σε σχέση με το πιο πάνω θέμα ήταν τέτοια που δεν επέτρεπε την συνέχιση της σχέσης εργοδότησης της» με την Εργοδότρια Εταιρεία χωρίς να αναφέρει ρητά και ξεκάθαρα ποιο ήταν το πιο πάνω θέμα και χωρίς να ξεκαθαρίσει ποιος ήταν ο λόγος απόλυσης της Αιτήτριας, δηλαδή αν ήταν η συμπεριφορά της στη συνάντηση κατά την οποία η Αιτήτρια ζήτησε προμήθειες ή αν ήταν η εν λόγω συμπεριφορά της Αιτήτριας σε συνδυασμό με αυτά που ανέφερε η Αιτήτρια στους αγοραστές του Ακινήτου Γ. Μας ξενίζει το γεγονός ότι δεν κατατέθηκε ενώπιόν μας η επιστολή την οποία η Εργοδότρια Εταιρεία ισχυρίζεται ότι απέστειλε ηλεκτρονικώς στην Αιτήτρια στις 21/10/2015 και με την οποία τερμάτιζε την απασχόληση της Αιτήτριας. Δεν βρίσκουμε πειστική τη θέση της κας Γιατρού ότι δεν κρατήθηκε αντίγραφο της εν λόγω επιστολής τη στιγμή που η εν λόγω επιστολή στάληκε ηλεκτρονικώς από υπολογιστή της Εργοδότριας Εταιρείας και η Αιτήτρια αρχές του 2016 είχε καταχωρήσει την παρούσα αίτηση εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας. Σημειώνουμε ότι δεν φαίνεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 ότι το εν λόγω Τεκμήριο ήταν η απάντηση της Αιτήτριας στην επιστολή που απέστειλε η Εργοδότρια Εταιρεία στην Αιτήτρια στις 21/10/2015 ηλεκτρονικώς ως ισχυρίστηκε η κα Γιατρού. Οι αναφορές της κας Γιατρού σε σχέση με τη συμπεριφορά της Αιτήτριας κατά τη συνάντηση που είχε μαζί της κατά την οποία της ζήτησε τις προμήθειες της ήταν γενικόλογες και αόριστες. Στην κυρίως εξέτασή της περιορίστηκε στο να αναφέρει μόνο ότι η Αιτήτρια προέβη σε χαρακτηρισμούς εναντίον της λέγοντας της ανάμεσα σε άλλα ότι είναι άδικη. Δεν μας ανέφερε οτιδήποτε άλλο. Σημειώνουμε ότι στην επιστολή της Εργοδότριας Εταιρείας ημερομηνίας 22/10/2015, Τεκμήριο 6, δεν αναφέρεται κάτι πιο συγκεκριμένο σε σχέση με τη συμπεριφορά της Αιτήτριας κατά την εν λόγω συνάντηση, αφού απλώς αναγράφεται ότι η απασχόλησή της τερματίζεται ως αποτέλεσμα της συμπεριφοράς της που επέδειξε στη συνάντηση που είχε με την κα Γιατρού στις 21/10/2015 κατά την οποία λανθασμένα επέμενε ότι δικαιούται σε καταβολή προμήθειας. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι στις 20/10/2015 όταν η Αιτήτρια της ζήτησε τις προμήθειες, η Αιτήτρια φώναζε και την άκουγε όλο το γραφείο χωρίς να αναφέρει με λεπτομέρεια και σαφήνεια τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη συζήτηση που είχε αυτή κατά την εν λόγω συνάντηση με την Αιτήτρια[13]. Στη συνέχεια προέβαλε μια διαφορετική εκδοχή αφού όταν η Αιτήτρια της υπέβαλε ότι στη συνάντηση στις 20/10/2015 ενώ της ζήτησε ευγενικά τις προμήθειές της αυτή απέρριψε το αίτημά της μιλώντας της με πολλά νεύρα και ως εκ τούτου της έστειλε το Τεκμήριο 3, απάντησε ότι υπήρξε μια ένταση εκείνη τη μέρα επειδή πληροφορήθηκε ότι η Αιτήτρια παρότρυνε τους αγοραστές του Ακινήτου Γ να μην το αγοράσουν και όταν πήγε γραφείο το ανέφερε στην Αιτήτρια η οποία της απάντησε γελώντας, ότι δικαιούται προμήθεια και της έλεγε «to be continued». Αντεξεταζόμενη όταν της υποβλήθηκε ότι ο λόγος που η Αιτήτρια δεν ήταν παρούσα στη συνάντηση κατά την οποία υπογράφηκε η συμφωνία πώλησης του Ακινήτου Γ ήταν επειδή την είχε απολύσει, απάντησε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν παρούσα στην εν λόγω συνάντηση επειδή οι αγοραστές το ζήτησαν αφού προηγήθηκε η συνάντηση που είχαν με τον κ. Γιατρό στο Ακίνητο Γ στις 22/10/2015 κατά την οποία ο κ. Γιατρός τους έπεισε για το κύρος και την αξιοπιστία της Εργοδότριας Εταιρείας και να αγοράσουν το Ακίνητο Γ μετά που η Αιτήτρια τους είχε αποτρέψει από το να το αγοράσουν. Η εν λόγω απάντηση της κας Γιατρού μας φαίνεται παράξενη ενόψει των θέσεων της κας Γιατρού ότι η Αιτήτρια απολύθηκε τόσο στις 21/10/2015 όσο και στις 22/10/2015 το πρωί. Κατά την κυρίως εξέτασή της η κα Γιατρού δεν αναφέρθηκε στον δικογραφημένο ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι στις 22/10/2015 όταν πήγε στο γραφείο της Εργοδότριας Εταιρείας βρήκε το γραφείο της κλειδωμένο και της ζητήθηκε από αυτήν να φύγει χωρίς να της επιτραπεί να πάρει τα προσωπικά της αντικείμενα. Αντεξεταζόμενη δεν απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό της Αιτήτριας και σημείωσε ότι στις 22/10/2015 όταν η Αιτήτρια βρήκε το γραφείο της κλειδωμένο ενημερώθηκε προφορικά ότι απολύεται και ότι τα προσωπικά της αντικείμενα και οι μισθοί που δικαιούται είναι στο λογιστήριο και να περάσει να τα παραλάβει. Στη συνέχεια σε υποβολή ότι στις 22/10/2015 το μόνο που είπε στην Αιτήτρια ήταν να φύγει από τα γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας, απάντησε ότι όταν είδε την Αιτήτρια το πρωί μετά που όλα αυτά που συνέβησαν και τις κατηγορίες που είπε στους αγοραστές του Ακινήτου Γ για την Εργοδότρια Εταιρεία, έκρινε αναγκαίο «να δώσει απόλυση» καθότι η Αιτήρια ήταν επικίνδυνη για την Εργοδότρια Εταιρεία. Κατά την επανεξέτασή της προέβαλε μια διαφορετική εκδοχή αφού είπε ότι στις 21/10/2015 η Αιτήτρια απολύθηκε με επιστολή που στάληκε στην Αιτήτρια ηλεκτρονικώς η ώρα 10.30 το πρωί στην οποία αναγραφόταν ότι έπρεπε να περάσει από το λογιστήριο να πάρει ότι δικαιούται εξ' ου και απάντησε η Αιτήτρια το βράδυ της ίδιας μέρας με το Τεκμήριο 3 στο οποίο υπήρχαν απειλές και ήταν υβριστικού χαρακτήρα και ότι στις 22/10/2015 επανέλαβε στην Αιτήτρια προφορικά ότι απολύεται. Παρατηρούμε ότι δεν φαίνεται το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 να είναι υβριστικού χαρακτήρα αφού σε αυτό δεν αναφέρεται οποιοσδήποτε υβριστικός ή άλλος χαρακτηρισμός για την Εργοδότρια Εταιρεία και/ή για οποιοδήποτε πρόσωπο την εκπροσωπεί. Περαιτέρω στο περιεχόμενο του εν λόγω Τεκμηρίου δεν φαίνεται να υπάρχει οποιαδήποτε ρητή απειλή προς την Εργοδότρια Εταιρεία. Το μόνο που αναγράφει η Αιτήτρια είναι τη φράση στο τέλος του εν λόγω Τεκμηρίου "to be continued" αφού προηγουμένως καταγράφει για ποιο λόγο θεωρεί ότι δικαιούται τις προμήθειες που ζήτησε και ότι γι' αυτό τον λόγο περιμένει τις προμήθειές της. Ακόμη σημειώνουμε ότι στην επιστολή της Εργοδότριας Εταιρείας ημερομηνίας 22/10/2015, Τεκμήριο 6, αναγράφεται ότι η Εργοδότρια Εταιρεία την ενημερώνει ξανά ότι απολύεται αμέσως από τις 21/10/2015 ως ενημερώθηκε ήδη με ηλεκτρονικό μήνυμα της κας Γιατρού ημερομηνίας 21/10/2015 και ότι της ζητά να περάσει από τα γραφεία της για να παραλάβει το ποσό των €1.535,89 χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στα προσωπικά αντικείμενα της Αιτήτριας. Πέραν των πιο πάνω, παρατηρούμε ότι η κα Γιατρού δεν κατέθεσε με σαφήνεια πότε δόθηκαν και/ή αποστάληκαν στην Αιτήτρια
(1)οι επιστολές της Εργοδότριας Εταιρείας ημερομηνίας 22/10/2015 (Τεκμήριο 6) και 29/10/2015 (Τεκμήριο 7) παρά το ότι στο Τεκμήριο 7 αναγράφεται ότι η εν λόγω επιστολή αποστέλλεται διπλοσυστημένη και
(2)η επιστολή της δικηγόρου της Εργοδότριας Εταιρείας ημερομηνίας 22/10/2015 (Τεκμήριο 4(β)). Σημειώνουμε ότι
(1)στο Τεκμήριο 4(β) επισυνάπτεται μια σημείωση του Τμήματος Ταχυδρομικών Υπηρεσιών στην οποία φαίνεται ότι η πληρωμή για την αποστολή συστημένου εγγράφου έγινε στις 29/10/2015 και
(2)επιστολή της δικηγόρου της Εργοδότριας Εταιρείας με πανομοιότυπο περιεχόμενο με αυτό του Τεκμηρίου 4(β) στάληκε στην Αιτήτρια ηλεκτρονικώς στις 23/10/2015 (Τεκμήριο 4(α)). Η κα Γιατρού κατά την κυρίως εξέτασή της αναφερόμενη στις δύο περιπτώσεις που η Αιτήτρια έλαβε προμήθειες για πωλήσεις ακινήτων της Εργοδότριας Εταιρείας είπε ότι η Αιτήτρια συνέβαλε στις εν λόγω πωλήσεις λέγοντας ότι στη μια περίπτωση η Αιτήτρια συνέβαλε μέσω μεσίτη στην επίτευξη της πώλησης αφού έλαβε μέρος σε συνάντηση και μετέφραζε και στην άλλη περίπτωση η Αιτήτρια έδειξε το διαμέρισμα σε πελάτες που στάληκαν στην Εργοδότρια Εταιρεία από μεσίτες και παρά το ότι την επόμενη μέρα δεν ήταν στο γραφείο για να μεταφράζει στη συνάντηση που είχαν εκπρόσωποι της Εργοδότριας Εταιρείας με τους πελάτες της δόθηκε «χαριστικά» προμήθεια επειδή συνέβαλε σε κάποιο βαθμό στην πώληση. Δεν έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες σε σχέση με το ποια ήταν η συμβολή της Αιτήτριας σε αυτές τις πωλήσεις (αφήνοντας έτσι να νοηθεί ότι η συμβολή της Αιτήτριας στη μια περίπτωση ήταν το γεγονός ότι η Αιτήτρια έδειξε το ακίνητο στους πελάτες που ήταν ρωσόφωνοι και στην άλλη η μετάφραση που έκανε στη συνάντηση στους πελάτες). Ούτε μας εξήγησε τι εννοούσε ότι στη μια περίπτωση έλαβε την προμήθεια «χαριστικά» αφού είπε ότι συνέβαλε σε κάποιο βαθμό στην επίτευξη της πώλησης. Σημειώνουμε ότι τα πιο πάνω τέθηκαν σε αντιπαραβολή με τους ισχυρισμούς που έθεσε σε σχέση (α) με τα Ακίνητα Α ότι οι μεσίτες ήταν που συνέβαλαν στην πώληση των εν λόγω ακινήτων αφού οι εν λόγω μεσίτες, με τους οποίους η επικοινωνία γινόταν στην αγγλική γλώσσα και οι οποίοι γνώριζαν τα ακίνητα της Εργοδότριας Εταιρείας, τηλεφώνησαν σε αυτήν για να διευθετηθεί συνάντηση για την πώληση και ανέθεσαν την υπόθεση σε δικούς τους δικηγόρους (και η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να βοηθήσει) και (β) με το Ακίνητο Β ότι ο πελάτης επικοινώνησε μαζί της μέσω δικού της φίλου ο οποίος την ενημέρωσε ότι ο πελάτης είδε το ακίνητο και ήθελε να την συναντήσει και ότι η συνάντηση που είχε αυτή με τον πελάτη έγινε στην αγγλική γλώσσα. Αντεξεταζόμενη (α) σε σχέση με τα Ακίνητα Α ενώ παραδέχτηκε ότι η Αιτήτρια έδειξε μια φόρα, μέρα Σάββατο, τα εν λόγω ακίνητα στους πελάτες/μεσίτες μετά από αίτημα των κτηματομεσίτων που ήθελαν να δουν τα ακίνητα εκείνη τη μέρα, είπε ότι δεν ξέρει τι ειπώθηκε μεταξύ της Αιτήτριας και των μεσιτών και των πελατών και αν έδειξε η Αιτήτρια δεύτερη φορά τα Ακίνητα Α στους πελάτες, ότι δεν υποχρέωσε την Αιτήτρια να πάει να δείξει τα Ακίνητα Α σε μη εργάσιμη μέρα και ότι στην εν λόγω περίπτωση επειδή οι πελάτες είχαν δικούς τους δικηγόρους και λογιστές δεν επιτράπηκε στην Εργοδότρια Εταιρεία να κάνει τις συμφωνίες πώλησης ή κάτι με Τράπεζες και (β) σε σχέση με το Ακίνητο Β είπε ότι ο πελάτης δεν είχε καμία επαφή με την Αιτήτρια αφού η συμφωνία πώλησης ήταν στην αγγλική γλώσσα. Κατά την επανεξέτασή της σε σχέση με τα ακίνητα για τα οποία έλαβε προμήθειες η Αιτήτρια προέβαλε μια νέα εκδοχή αφού ισχυρίστηκε, χωρίς να αναφερθεί στη γλώσσα επικοινωνίας που είχε η Εργοδότρια Εταιρεία με τους πελάτες ή στις συναντήσεις για τη σύναψη των εγγράφων πώλησης των ακινήτων, ότι η Αιτήτρια είχε συμβάλει στην επίτευξη των πωλήσεων των εν λόγω ακινήτων εξηγώντας στους πελάτες διάφορα θέματα που αφορούσαν τα ακίνητα και την αγορά τους, δείχνοντας τους τα ακίνητα και τα αρχιτεκτονικά τους σχέδια, δίνοντας τους όλες τις πληροφορίες που αφορούσαν τα ακίνητα και την αγορά τους και όταν αποφάσισαν οι πελάτες να τα αγοράσουν της τηλεφώνησε να διευθετήσει τις συναντήσεις για το κλείσιμο των συμφωνιών πώλησης. Η κα Γιατρού, κατά την αντεξέτασή της, περιορίστηκε στο να διαφωνήσει με τις υποβολές της Αιτήτριας αναφορικά με την πώληση του Ακινήτου Β και τη συμβολή της Αιτήτριας και απάντησε υποθετικά ότι αν έκανε τις πράξεις που ανέφερε η Αιτήτρια όπως να μεταφέρει τον πελάτη σε Τράπεζες, δημόσιες αρχές και σε καταστήματα για να ψωνίσει υλικά για το ακίνητο, αυτές ήταν μέσα στα καθήκοντα της εργασίας της για τα οποία λάμβανε μισθό. Επανεξεταζόμενη επανέλαβε ότι μέσα στα εργασιακά καθήκοντα της Αιτήτριας για τα οποία λάμβανε η Αιτήτρια βασικό μισθό, η Αιτήτρια εκτός από το να μεταφράζει, να πηγαίνει να δείχνει ακίνητα σε πελάτες, να κάνει επιστολές, έπρεπε να προσφέρει και υπηρεσίες μεταφοράς πελατών σε δημόσιες αρχές ή Τράπεζες. Παρατηρούμε ότι στη Συμφωνία Εργοδότησης δεν αναγράφεται ότι οι υπηρεσίες μεταφοράς πελατών σε τράπεζες, δημόσιες αρχές και καταστήματα εμπίπτουν στα καθήκοντα εργασίας της Αιτήτριας. Σημειώνουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν απάντησε στον ισχυρισμό της Αιτήτριας στο Τεκμήριο 3 ότι ο λόγος που η Εργοδότρια Εταιρεία αρνείται να της δώσει προμήθεια για τα Ακίνητα Α είναι ότι δεν συμμετείχε στη συνάντηση πώλησης των εν λόγω ακινήτων παρά το ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν την κάλεσε να συμμετάσχει και αντί αυτήν κάλεσε άλλο πρόσωπο να μεταφράζει. Τέλος παρατηρούμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν έθεσε ενώπιόν μας την καλύτερη δυνατή μαρτυρία σχετικά με τη θέση της για τους ψευδείς και δυσφημιστικούς ισχυρισμούς της Αιτήτριας για την Εργοδότρια Εταιρεία προς τους αγοραστές του Ακινήτου Γ αφού δεν προσήλθαν ενώπιόν μας ως μάρτυρες να καταθέσουν κάποια από τα πρόσωπα που είχαν άμεση και προσωπική γνώση των εν λόγω ισχυρισμών, όπως π.χ. οι αγοραστές του Ακινήτου Γ, η κα Rousana, ο κ. Πανίκος Γιατρός, χωρίς να μας δοθεί κάποια δικαιολογία για τη μη προσκόμιση της μαρτυρίας των εν λόγω προσώπων. Η κα Γιατρού είπε ότι αυτή ενημερώθηκε από την κα Rousana για το τι ανέφερε η Αιτήτρια στους αγοραστές του Ακινήτου Γ με σκοπό να τους αποτρέψει από το να αγοράσουν το Ακίνητο Γ και ότι την επόμενη μέρα ήταν ο κ. Πανίκος Γιατρός που κατάφερε να πείσει τους εν λόγω αγοραστές να προχωρήσουν με τη σύναψη της συμφωνίας πώλησης του Ακινήτου Γ και να αγνοήσουν τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας. Ενόψει των πιο πάνω αδυναμιών στη μαρτυρία της κας Γιατρού κρίνουμε ότι δεν μπορούμε να θεωρήσουμε την εν λόγω μαρτυρία ως ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή ευρημάτων γεγονότων και ως εκ τούτου την απορρίπτουμε ως μη αξιόπιστη. Σε ότι αφορά τη μαρτυρία της Αιτήτριας, κατ' αρχάς παρατηρούμε ότι ουσιαστικοί ισχυρισμοί της δεν τέθηκαν κατά την αντεξέταση της κας Γιατρού στερώντας την ευκαιρία στην Εργοδότρια Εταιρεία να απαντήσει στους εν λόγω ισχυρισμούς και να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τη δική της εκδοχή σχετικά με τους εν λόγω ισχυρισμούς της Αιτήτριας. Το εν λόγω γεγονός εξασθενεί ουσιαστικά τη βαρύτητα των εν λόγω θέσεων της Αιτήτριας (Fredericou Schools Co ltd v. Acuac Inc [2002]1 (Γ) Α.Α.Δ.1527, Adidas v. The Jonitexo Ltd [1987] 1 CLR 383). Πιο συγκεκριμένα, δεν τέθηκαν στην κα Γιατρού οι θέσεις της Αιτήτριας ότι
(1)αυτή με τις γνώσεις που είχε όταν έδειχνε για πρώτη φορά τα ακίνητα στους πελάτες, έλεγε στους πελάτες να αγοράσουν τα ακίνητα «με έτσι τρόπο» ώστε να πληρώσουν 5% ΦΠΑ πείθοντας τους να τα αγοράσουν και στη συνέχεια η κα Γιατρού δεν της έδινε την ευκαιρία να ολοκληρώσει τις υποθέσεις με τους πελάτες αφού στις επόμενες συναντήσεις καλούσε ένα άλλο ρωσόφωνο πωλητή,
(2)για το Ακίνητο Γ αυτή έπεισε τους αγοραστές να το αγοράσουν λέγοντας τους να ενώσουν τα δύο διαμερίσματα των δύο υπνοδωματίων ώστε να δημιουργήσουν ένα διαμέρισμα τεσσάρων υπνοδωματίων με δύο χώρους στάθμευσης και δύο αποθήκες και ότι η κα Γιατρού δεν ήθελε να βάλει στη συμφωνία πώλησης ότι θα είχαν δύο χώρους στάθμευσης και δύο αποθήκες αλλά αναγκάστηκε να το βάλει γιατί αυτή τους είπε ότι αν γινόταν η ενοποίηση των δύο διαμερισμάτων θα είχαν δύο χώρους στάθμευσης και δύο αποθήκες και τους έπεισε να αγοράσουν το ακίνητο,
(3)έδειξε τα Ακίνητα Α και τρίτη φορά στους μεσίτες και στους αγοραστές τους στις 16/04/2015,
(4)οι αγοραστές των Ακινήτων Β και Γ συνάντησαν τον κ. Πάνικο Γιατρό στα οικοδομικά συγκροτήματα, μετά που αυτή τους έδειξε τα ακίνητα και τους έπεισε να τα αγοράσουν, για να τον ρωτήσουν κατά πόσον στο Ακίνητο Β μπορεί να γίνει "roof garden" και για το Ακίνητο Γ μπορούν τα δύο διαμερίσματα να ενοποιηθούν και να γίνουν ένα διαμέρισμα,
(5)αυτή έστειλε προσχέδιο της συμφωνίας πώλησης του Ακινήτου Γ σε φιλικό πρόσωπο των αγοραστών του Ακινήτου Γ και
(6)η κα Γιατρού κλείδωσε τις πόρτες του γραφείου της και δεν της επέτρεψε στις 22/10/2015 να εισέλθει στο γραφείο για να πάρει τα προσωπικά της αντικείμενα γιατί ήθελε να πετάξει το "registry book" της στο οποίο αυτή κατέγραφε όλα τα σχετικά με την εργασία της, ώστε να μην έχει αποδείξεις για την εργασία της στην Εργοδότρια Εταιρεία. Περαιτέρω σημειώνουμε ότι οι ισχυρισμοί της σχετικά με τη συνάντηση που είχε με την κα Γιατρού κατά την οποία ζήτησε προμήθειες τέθηκαν ενώπιόν μας με γενικότητα και αοριστία αφού η Αιτήτρια δεν μας ανέφερε συγκεκριμένα για ποιες πωλήσεις ακινήτων ζήτησε προμήθεια εκείνη τη μέρα και τι ακριβώς ειπώθηκε μεταξύ αυτής και της κας Γιατρού. Περιορίστηκε στο να αναφέρει μόνο ότι
(1)αυτή μάζεψε αρκετά ακίνητα που πώλησε και ζήτησε τις προμήθειες που τις αναλογούσαν,
(2)η κα Γιατρού της είπε ότι δεν αξίζει τις προμήθειες γιατί δεν έκανε κάτι για να πωληθούν τα ακίνητα και αυτή της απάντησε ότι όλα πωλήθηκαν με τη βοήθειά της και
(3)η κα Γιατρού είχε πολλά νεύρα και άγχος σε εκείνη τη συνάντηση επειδή δεν περίμενε να της ζητήσει τις προμήθειες και της είπε «γιατί κάθεσαι μπροστά μου με έτσι τρόπο» και άρχισε να παραπονιέται για όλα. Δεν μας φαίνεται φυσικό το γεγονός ότι η Αιτήτρια δεν μας περιέγραψε με λεπτομέρεια το τι έλαβε χώρα κατά την εν λόγω συνάντηση και τι ακριβώς συζητήθηκε μεταξύ αυτής και της κας Γιατρού και βρίσκουμε ότι οι γενικόλογοι ισχυρισμοί πλήττουν την αξιοπιστία της εκδοχής της Αιτήτριας. Όταν της υποβλήθηκε ότι ενημερώθηκε όταν απολύθηκε ότι τα προσωπικά της αντικείμενα ήταν σφραγισμένα σε ένα κουτί στο λογιστήριο και να περάσει από το λογιστήριο για να τα παραλάβει μαζί με την πληρωμή της, απάντησε με υπεκφυγές λέγοντας ότι κανένας εργοδότης δεν μπορεί να κλείνει τις πόρτες του χώρου εργασίας του εργοδοτουμένου με τα προσωπικά πράγματα του εργοδοτουμένου μέσα. Είμαστε της γνώμης ότι το γεγονός ότι η Αιτήτρια ενώ στους γενικούς λόγους της αίτησης αναφέρει ότι κατά ή περί τις 21/10/2015 ενημερώθηκε από την κα Γιατρού μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ότι η εργοδότησή της στην Εργοδότρια Εταιρεία τερματίζεται στις 23/10/2015 (και ότι την ίδια μέρα αυτή ζήτησε συμμόρφωση της Εργοδότριας Εταιρείας με τους όρους της Συμφωνίας Εργοδότησης με επιστολή της που στάληκε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο), ενώπιόν μας (α) επανειλημμένα ισχυρίστηκε ότι δεν την ειδοποίησε κανένας στις 21/10/2015 ότι απολυόταν, ότι δεν έλαβε στις 21/10/2015 ηλεκτρονικό μήνυμα από την κα Γιατρού ότι απολύεται και ότι η κα Γιατρού την απέλυσε στις 22/10/2015 όταν την έδιωξε από το γραφείο της Εργοδότριας Εταιρείας και (β) ζητούσε να της παρουσιαστεί το ηλεκτρονικό μήνυμα που η κα Γιατρού κατέθεσε ότι της έστειλε στις 21/10/2015 αμφισβητώντας την ύπαρξή του, πλήττει καίρια την αξιοπιστία της Αιτήτριας. Η Αιτήτρια αντεξετάζοντας την κα Γιατρού αρχικά της υπέβαλε ότι το κλείσιμο της συμφωνίας πώλησης του Ακινήτου Γ και η υπογραφή της συμφωνίας πώλησης του Ακινήτου Γ θα γινόταν στις 21/10/2015 και ότι ήταν εκείνη την ημέρα
(1)που η κα Γιατρού την πέταξε ευγενικά έξω από τις πόρτες του γραφείου και
(2)που αυτή τηλεφώνησε στους αγοραστές του Ακινήτου Γ για να τους ενημερώσει ότι δεν θα είχε την ευκαιρία να είναι μαζί τους κατά την υπογραφή της συμφωνίας πώλησης, σε διάσταση με τις υποβολές που της έκανε στη συνέχεια και με τις θέσεις που προέβαλε κατά την κυρίως εξέτασή της ότι ήταν στις 22/10/2015 που θα υπογραφόταν η συμφωνία πώλησης του Ακινήτου Γ και που την έδιωξε η κα Γιατρού από το γραφείο και τηλεφώνησε στους αγοραστές του Ακινήτου Γ για να τους ενημερώσει ότι δεν θα είναι κοντά τους κατά την υπογραφή της συμφωνίας πώλησης επειδή την έδιωξαν από την εργασία της γιατί ζήτησε τις προμήθειες που δικαιούτο. Η Αιτήτρια προέβαλε τη θέση ότι οι αγοραστές του Ακινήτου Γ όταν έμαθαν ότι η Εργοδότρια Εταιρεία την απέλυσε, φοβήθηκαν για την αξιοπιστία της Εργοδότριας Εταιρείας. Μας δημιουργείται το εύλογο, κατά την κρίση μας, ερώτημα πώς γίνεται υποψήφιοι αγοραστές ακινήτων οι οποίοι πήγαν στην Εργοδότρια Εταιρεία μέσω κτηματομεσιτών και στη συνέχεια αποφάσισαν να προχωρήσουν στην αγορά του ακινήτου αφού συναντήθηκαν και με άλλα πρόσωπα της Εργοδότριας Εταιρείας όπως τον κ. Πανίκο Γιατρό, ο οποίος τους έδωσε διάφορες πληροφορίες για το ακίνητο που ήθελαν να αγοράσουν και τους εξήγησε πώς θα γίνει η ενοποίηση των δύο διαμερισμάτων, να αγχωθούν και να φοβούνται για την αξιοπιστία της Εργοδότριας Εταιρείας επειδή η Εργοδότρια Εταιρεία απέλυσε ένα υπάλληλό της; Οι θέσεις που προέβαλε η Αιτήτρια ότι της είπαν ότι μόνο σε αυτήν είχαν εμπιστοσύνη δεν μας φαίνονται πειστικές. Σημειώνουμε ότι η Αιτήτρια όταν ρωτήθηκε γιατί στη συνέχεια οι πελάτες αγόρασαν το Ακίνητο Γ είπε κάπως αντιφατικά με την προηγούμενη θέση της «επειδή με έδιωξαν εμένα έπρεπε να πάνε αλλού;». Η θέση της Αιτήτριας ότι η συμφωνία για την πώληση του Ακινήτου Β υπογράφηκε στις 23/09/2015, δεν υποστηρίζεται από το περιεχόμενο της εν λόγω συμφωνίας (Τεκμήριο 10) αφού αυτή φέρει ημερομηνία 22/09/
  1. Κατά την κατάθεσή της η Αιτήτρια αναφερόταν σε ζητήματα άσχετα με τα επίδικα θέματα όπως π.χ. το ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν της παρείχε αυτοκίνητο για τις μετακινήσεις που έκανε για σκοπούς της εργασίας της, το ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν της κατέβαλε πληρωμή για τα καύσιμα που κατανάλωνε όταν χρησιμοποιούσε το δικό της αυτοκίνητο για σκοπούς της εργασίας της, ότι ο μισθός της ήταν χαμηλός, ότι σε κάποιο σημείο από sales person προάχθηκε σε sales manager, το ότι έχει δύο πτυχία τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και επικαλούμενη τα πιο πάνω επιχειρηματολογούσε ότι δικαιούται προμήθειες για τις πωλήσεις των ακινήτων της Εργοδότριας Εταιρείας. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης, η μαρτυρία της Αιτήτριας απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Εφαρμογή Νομικής Πτυχής
  2. Αξίωση για προμήθειες και 13ο μισθό Με βάση τις νομικές αρχές που αφορούν την ερμηνεία των συμβάσεων εργασίας το Δικαστήριο θα πρέπει να ερμηνεύσει τη Συμφωνία Εργοδότησης σύμφωνα με το λεκτικό της με τρόπο που θα πραγματοποιείται η πρόθεση των συμβαλλομένων μερών όπως αυτή συνάγεται από το σύνολο της Συμφωνίας Εργοδότησης λαμβάνοντας υπόψη το υπόβαθρο και το ευρύτερο πλαίσιο της εν λόγω συμφωνίας. Παρατηρούμε κατ' αρχάς ότι στη Συμφωνία Εργοδότησης δεν καταγράφεται η θέση εργασίας της Αιτήτριας αλλά αναγράφεται μόνο ότι η Εργοδότρια Εταιρεία της δίνει την εξουσία να προβαίνει σε πωλήσεις, να προωθεί, να ενοικιάζει, να στέλνει επιστολές, να δείχνει ακίνητα, να κάνει μεταφράσεις και να δακτυλογραφεί. Πέραν της παραγράφου στην οποία καταγράφονται οι πιο πάνω αναφερόμενες εξουσίες και αρμοδιότητες της Αιτήτριας, οι υπόλοιπες πρόνοιες της Συμφωνίας Εργοδότησης αφορούν μόνο την αμοιβή και τα ωφελήματα της Αιτήτριας. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι τα εργασιακά καθήκοντα της Αιτήτριας αντιστοιχούσαν στις αρμοδιότητες που της παραχωρήθηκαν από την Εργοδότρια Εταιρεία και το αντάλλαγμα που θα καταβαλλόταν στην Αιτήτρια για την εκτέλεση των αρμοδιοτήτων που της παραχώρησε η Εργοδότρια Εταιρεία είναι η αμοιβή που αναφέρεται στη Συμφωνία Εργοδότησης. Περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη (α) την επιχειρηματική δραστηριότητα της Εργοδότριας Εταιρείας και (β) τις αρμοδιότητες και τις εξουσίες που παραχώρησε η Εργοδότρια Εταιρεία στην Αιτήτρια με βάση τη Συμφωνία Εργοδότησης σε συνδυασμό με την αμοιβή όπως αυτή καθορίζεται στις πρόνοιες της Συμφωνίας Εργοδότησης, βρίσκουμε ότι μέσα στα εργασιακά καθήκοντα και στις αρμοδιότητες της Αιτήτριας ως εργοδοτούμενη της Εργοδότριας Εταιρείας ήταν η προώθηση των ακινήτων της Εργοδότριας Εταιρείας και η παροχή βοήθειας στην Εργοδότρια Εταιρεία ώστε η Εργοδότρια Εταιρεία να πωλήσει ή να ενοικιάσει τα ακίνητά της. Σημειώνουμε ότι στη Συμφωνία Εργοδότησης πρώτα καταγράφεται η πρόνοια για τον μηνιαίο μισθό, μετά ακολουθεί η πρόνοια για καταβολή 13ου μισθού και στη συνέχεια είναι οι πρόνοιες που αφορούν την καταβολή προμήθειας στην Αιτήτρια. Η πρόνοια για τον 13ο μισθό είναι ανεξάρτητη από τις πρόνοιες που προβλέπουν για δικαίωμα της Αιτήτριας σε πληρωμή προμηθειών. Η εν λόγω πρόνοια προβλέπει για την καταβολή 13ου μισθού χωρίς οποιαδήποτε διασύνδεση του ύψους του 13ου μισθού με τις προμήθειες που δικαιούται να λάβει η Αιτήτρια. Σε αυτό το σημείο σημειώνουμε ότι στην έννοια του «μισθού», εντός των προνοιών του Ν. 35(Ι)/2007, εμπίπτουν οι διάφορες ξεχωριστές παροχές σε χρήμα που λαμβάνει ο εργοδοτούμενος ως αντάλλαγμα για την εργασία του. Για σκοπούς του Ν. 35(Ι)/2007 οι παροχές, πέραν του βασικού μηνιαίου μισθού, (α) εφόσον κριθούν ότι συνιστούν μισθό δεν σημαίνει απαρέγκλιτα ότι συνιστούν μέρος του βασικού μηνιαίου μισθού του εργοδοτούμενου και/ή (β) εφόσον καταβληθούν στον εργοδοτούμενο δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά τον υπολογισμό του 13ου μισθού του εργοδοτουμένου αν ο εργοδοτούμενος λαμβάνει τέτοιο μισθό. Τα πιο πάνω εξαρτούνται από τις πρόνοιες της συμφωνίας εργασίας. Περαιτέρω παρατηρούμε ότι η έννοια του «ημερομισθίου» με βάση τον Νόμο εφαρμόζεται μόνο στα πλαίσια του Νόμου, δηλαδή κατά τον καθορισμό των αποζημιώσεων που δικαιούται ένας εργοδοτούμενος με βάση τον Νόμο στην περίπτωση που κριθεί ότι απολύθηκε παράνομα από τον εργοδότη του. Λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο της Συμφωνίας Εργοδότησης και το γεγονός ότι ο όρος στην εν λόγω συμφωνία που προνοεί για καταβολή 13ου μισθού αναφέρεται σε μισθό ("salary") μετά από τον όρο που αναφέρεται σε μηνιαίο ακάθαρτο μισθό ("monthly gross salary"), είμαστε της γνώμης ότι το δικαίωμα της Αιτήτριας σε 13ο μισθό συναρτάται με την παροχή που λάμβανε ως μηνιαίο μισθό και όχι με οποιαδήποτε άλλη παροχή λάμβανε ή δικαιούτο να λάβει με βάση τη Συμφωνία Εργοδότησης. Συνακόλουθα με τα πιο πάνω βρίσκουμε ότι η Αιτήτρια δικαιούται σε αναλογία 13ου μισθού για το 2015 επί του ποσού των €870 και πιο συγκεκριμένα το ποσό που δικαιούται η Αιτήτρια ανέρχεται στο ποσό των €725 [(10Χ €870) ÷12]. Σε ότι αφορά την πρόνοια για την καταβολή προμηθειών που αφορά την παρούσα υπόθεση αυτή προβλέπει ότι η Εργοδότρια Εταιρεία είχε υποχρέωση να καταβάλει στην Αιτήτρια προμήθεια 0.5% επί της τιμής πώλησης των ακινήτων της που πωλήθηκαν στην περίπτωση που η Αιτήτρια είχε συμβάλει ή συνεισφέρει στο να πωληθούν τα ακίνητα[14]. Στη Συμφωνία Εργοδότησης δεν αναφέρεται κάτι που να ορίζει ή να διευκρινίζει την έννοια της συνεισφοράς ή της συμβολής της Αιτήτριας στην πώληση ακινήτων για σκοπούς καταβολής προμήθειας στην Αιτήτρια ούτε περιέχεται κάτι συγκεκριμένο στη Συμφωνία Εργοδότησης που να δεικνύει τις παραμέτρους ικανοποίησης της προϋπόθεσης της συνεισφοράς / συμβολής της Αιτήτριας στην πώληση των ακινήτων για σκοπούς του δικαιώματος της Αιτήτριας σε πληρωμή προμήθειας. Σύμφωνα με το Λεξικό της Κοινής Ελληνικής, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, «συμβάλλω» σημαίνει «παίρνω μέρος, συμμετέχω με οποιοδήποτε τρόπο στην επίτευξη ενός κοινού σκοπού ή στη διαμόρφωση μιας κατάστασης», «συνεισφέρω» σημαίνει «συμβάλλω, εθελοντικά μαζί με άλλους στην επιτυχία κάποιου σκοπού με υλική ή ηθική βοήθεια» και «συντελώ» σημαίνει «με τη δράση ή με την επίδρασή μου, που συνδυάζεται με εκείνη άλλων ατόμων ή παραγόντων, οδηγώ μια διαδικασία σε θετικό ή αρνητικό αποτέλεσμα». Ερμηνεύοντας τον εν λόγω όρο της Συμφωνίας Εργοδότησης, υπό το φως όλων των πιο πάνω, βρίσκουμε ότι η Αιτήτρια είχε δικαίωμα σε καταβολή προμήθειας σε όλες τις περιπτώσεις που βοήθησε με κάποιο τρόπο (ο οποίος τρόπος δεν ήταν τυπικής φύσεως) με τις πράξεις και με τις ενέργειές της την Εργοδότρια Εταιρεία να πωλήσει ακίνητά της. Βρίσκουμε ότι κάτι τέτοιο θα αντιλαμβανόταν ο μέσος λογικός άνθρωπος, ο οποίος είχε τη σχετική γνώση του υπόβαθρου της Συμφωνίας Εργοδότησης, διαβάζοντας τη λέξη "contributes" στον εν λόγω όρο καθότι η χρησιμοποίηση της εν λόγω λέξης δεικνύει ότι προμήθεια δεν θα δινόταν στην Αιτήτρια σε περίπτωση πώλησης ακινήτου της Εργοδότριας Εταιρείας, για την οποία (πώληση) η Αιτήτρια είχε μόνο κάποιας μορφής τυπικής εμπλοκής. Εφαρμόζοντας τα πιο πάνω στα αναντίλεκτα γεγονότα της υπόθεσης βρίσκουμε ότι η Αιτήτρια δικαιούται προμήθεια για την πώληση των Ακινήτων Α και του Ακινήτου Γ. Για την πρώτη περίπτωση βρίσκουμε ότι το γεγονός ότι έδειξε τα εν λόγω ακίνητα στους κτηματομεσίτες των αγοραστών μετά από αίτημα των εν λόγω κτηματομεσιτών σε μια μη εργάσιμη μέρα είναι αρκετό για να αποδείξει συμβολή της Αιτήτριας στην επίτευξη πώλησης των εν λόγω ακινήτων αφού αν η εν λόγω ενέργεια της Αιτήτριας ήταν τυπικής φύσης δεν θα χρειαζόταν να δείξει τα εν λόγω ακίνητα στους κτηματομεσίτες σε μια μη εργάσιμη μέρα. Για τη δεύτερη περίπτωση βρίσκουμε ότι τα γεγονότα ότι η Αιτήτρια έδειξε στους αγοραστές του Ακινήτου Γ το εν λόγω ακίνητο, στη συνέχεια ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις για την πώληση του εν λόγω ακινήτου στις οποίες συμμετείχε η Αιτήτρια η οποία συνομιλούσε τόσο με τους αγοραστές όσο και με την κτηματομεσίτρια των αγοραστών και ακολούθως στάληκε προσχέδιο της συμφωνίας πώλησης στους αγοραστές και ορίστηκε η ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας, δεικνύουν τη συμβολή της Αιτήτριας στην επίτευξη της πώλησης του εν λόγω ακινήτου. Σημειώνουμε ότι ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας της κας Γιατρού, οι θέσεις της Εργοδότριας Εταιρείας ότι η Αιτήτρια απέτρεψε τους αγοραστές του εν λόγω ακινήτου από το να το αγοράσουν και ότι η εν λόγω πώληση επιτεύχθηκε με τη συμβολή του κ. Πανίκου Γιατρού, δεν αποδείχτηκε. Σε ότι αφορά το Ακίνητο Β βρίσκουμε το γεγονός ότι η Αιτήτρια μετέφερε τον αγοραστή με το αυτοκίνητο της στο ακίνητο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά από μόνο του συμβολή της Αιτήτριας στην πώληση του εν λόγω ακινήτου. Στη βάση των πιο πάνω βρίσκουμε ότι η Αιτήτρια δικαιούται σε καταβολή προμήθειας (α) €2.500 (0.5%Χ 500.000) για τα Ακίνητα Α και (β) €1.750 (0.5%Χ 350.000) για το Ακίνητο Γ.
  3. Αξιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης Λόγω της απόρριψης της μαρτυρίας της Εργοδότριας Εταιρείας το Δικαστήριο δεν ήταν δυνατό να προβεί σε σαφή ευρήματα αναφορικά με τις περιστάσεις της υπόθεσης κατά τον ουσιώδη χρόνο της απόλυσης της Αιτήτριας. Οι εν λόγω περιστάσεις θα αποτελούσαν τη βάση της κρίσης του Δικαστηρίου κατά πόσον η απόφαση απόλυσης της Αιτήτριας δικαιολογείτο εντός του πλαισίου του Νόμου και της Νομολογίας. Στη βάση των πιο πάνω κρίνουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία, η οποία είχε στους ώμους της το βάρος απόδειξης ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας δεν ήταν παράνομος, απέτυχε να στοιχειοθετήσει στον βαθμό που απαιτείται, σε διαδικασίες όπως την παρούσα, το συμπέρασμα ότι κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης για απόλυση της Αιτήτριας, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, ένας λογικός εργοδότης εύλογα θα κατέληγε ότι η Αιτήτρια διέπραξε σοβαρό εργασιακό παράπτωμα και/ή επέδειξε κακή εργασιακή διαγωγή που δικαιολογεί την απόλυσή της. Είναι κατάληξή μας ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν τερμάτισε νόμιμα την εργοδότηση της Αιτήτριας εντός των πλαισίων του άρθρου 5(ε) και (στ) του Νόμου. Το γεγονός της αναξιοπιστίας της Αιτήτριας δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την πιο πάνω κατάληξή μας αφού το βάρος απόδειξης της νομιμότητας της απόλυσης της Αιτήτριας ήταν στους ώμους της Εργοδότριας Εταιρείας. Σχετική αναφορά για το θέμα αυτό γίνεται στις υποθέσεις Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 CLR 21[15] και Paphos Stone C. Estates Ltd v. Μάκη Νεοπτολέμου, Πολ. Έφεση Αρ.361/2009 ημερ. 3/7/2014[16]. Συνακόλουθα η Αιτήτρια δικαιούται σε αποζημιώσεις σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)του Νόμου και πληρωμή αντί προειδοποίησης σύμφωνα με το άρθρο 9 του Νόμου. Καθορισμός Αποζημιώσεων Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, το Δικαστήριο έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό της αποζημίωσης που θα επιδικαστεί λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τ' ακόλουθα: (α) τα ημερομίσθια και όλες τις άλλες απολαβές του εργοδοτούμενου, (β) τη διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτούμενου, (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτούμενου, (δ) τις πραγματικές συνθήκες του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτούμενου, (ε) την ηλικίαν του εργοδοτούμενου. Θα πρέπει να πούμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιόν του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογα συμπεράσματα. Σημειώνουμε ότι η αποζημίωση δεν μπορεί ούτε να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών (παράγραφος 3 του Πρώτου Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε) και ούτε να είναι μικρότερη του ποσού που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος αν είχε κηρυχθεί ως πλεονάζων (παράγραφος 2 του Πρώτου Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε). Στην παρούσα περίπτωση με βάση τη Συμφωνία Εργοδότησης η Εργοδότρια Εταιρεία είχε συμβατική υποχρέωση να καταβάλει στην Αιτήτρια προμήθεια 0.5% επί της τιμής πώλησης των ακινήτων της που πωλήθηκαν στην περίπτωση που η Αιτήτρια είχε συμβάλει ή συνεισφέρει στην πώλησή τους, δηλαδή στην περίπτωση που τηρείτο η προϋπόθεση που αναφέρεται στον σχετικό όρο της Συμφωνίας Εργοδότησης που προέβλεπε ο όρος για το δικαίωμα της Αιτήτριας σε καταβολή προμήθειας 0.5% επί της τιμής πώλησης των ακινήτων. Με βάση τις νομικές αρχές που αναφέραμε πιο πάνω τα ποσά που έλαβε η Αιτήτρια ως προμήθειες και τα ποσά που δικαιούτο η Αιτήτρια να λάβει βάσει του εν λόγω όρου της Συμφωνίας Εργοδότησης, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως έκτακτες ή κατά χάρη προμήθειες. Συνακόλουθα οι εν λόγω προμήθειες συνιστούν «ημερομίσθιο» για σκοπούς του Νόμου και θα πρέπει να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο κατά τον καθορισμό του ημερομισθίου της Αιτήτριας για σκοπούς του Νόμου. Με βάση τον Νόμο το ποσό που έλαβε ή έπρεπε να λάβει η Αιτήτρια ως προμήθειες θα πρέπει να προστεθεί στον μηνιαίο μισθό της για τον μήνα που δικαιούτο να λάβει τις εν λόγω προμήθειες. Εφόσον οι προμήθειες αυτές δεν ήταν σταθερές για να καθοριστεί το ύψος των εβδομαδιαίων ημερομισθίων της Αιτήτριας για σκοπούς του Νόμου, θα πρέπει με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 3 της παραγράφου 4 του Τετάρτου Πίνακα και του άρθρου 5(α) του Τρίτου Πίνακα του Νόμου, να ληφθούν υπόψη τα εβδομαδιαία ημερομίσθια των τελευταίων 12 πλήρων εβδομάδων εργασίας πριν τον τερματισμό της εργασιακής σχέσης. Στην παρούσα περίπτωση η σχετική περίοδος είναι οι μήνες Αύγουστος, Σεπτέμβριος και Οκτώβριος του
  1. Κατά την εν λόγω περίοδο η Αιτήτρια δικαιούτο να λάβει το συνολικό ποσό των €2.385,48 [(2Χ€870) + (23/31 Χ€870)] ως ακαθάριστους μηνιαίους μισθούς. Περαιτέρω κατά την εν λόγω περίοδο με βάση τη Συμφωνία Εργοδότησης δικαιούτο να λάβει το ποσό των €1.750 ως προμήθεια για την πώληση του Ακινήτου Γ καθώς και τη αναλογία του 13ου μισθού για την εν λόγω περίοδο η οποία ανέρχεται στο ποσό των €200.77 [12Χ(€870÷52)]. Για τα Ακίνητα Α δεν δόθηκε οποιαδήποτε προφορική μαρτυρία σχετικά με το πότε η Αιτήτρια θα είχε δικαίωμα να της καταβληθούν οι εν λόγω προμήθειες. Από τη Συμφωνία Εργοδότησης προκύπτει ότι δικαίωμα της Αιτήτριας σε προμήθεια ανέκυπτε όταν πληρωνόταν το 30% της τιμής πώλησης του ακινήτου. Με βάση τη δέσμη εγγράφων Τεκμήριο 9 για τα Ακίνητα Α οι αγοραστές έδωσαν μια μικρή προκαταβολή στις 30/04/2015 και το υπόλοιπο της τιμής αγοράς έπρεπε να καταβληθεί με την υπογραφή της συμφωνίας πώλησης η οποία φέρει ημερομηνία 15/05/
  2. Ούτε για τις προμήθειες ύψους €3.405 που έλαβε η Αιτήτρια κατά τη διάρκεια της εργοδότησής της στην Εργοδότρια Εταιρεία δόθηκε μαρτυρία ενώπιόν μας σχετικά με το πότε δικαιούτο η Αιτήτρια να λάβει τις εν λόγω προμήθειες. Συνακόλουθα οι εν λόγω προμήθειες δεν μπορεί να ληφθούν υπόψη αφού δεν αποδείχτηκε ότι έπρεπε να καταβληθούν στην Αιτήτρια εντός της περιόδου Αυγούστου - Οκτωβρίου
  3. Με βάση τα πιο πάνω οι εβδομαδιαίες απολαβές της Αιτήτριας κατά τις τελευταίες 12 εβδομάδες απασχόλησής της στην Εργοδότρια Εταιρεία ανέρχονται στο ποσό των €361,35 [(€2.385,48+€1.750+ €200.77)÷12]. Έχοντας απορρίψει τη μαρτυρία της Αιτήτριας ως αναξιόπιστη, το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας σχετικά με τις πραγματικές συνθήκες του τερματισμού των υπηρεσιών της. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη (α) το γεγονός ότι από τη μαρτυρία που προσκόμισε η Εργοδότρια Εταιρεία δεν αποδείχθηκε νόμιμος τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας, (β) το ύψος των εβδομαδιαίων απολαβών της Αιτήτριας (€361,35), (γ) τη διάρκεια της υπηρεσίας της Αιτήτριας (1 έτος) και (δ) το ότι δεν τέθηκε ενώπιόν μας οποιαδήποτε αξιόπιστη μαρτυρία που να στηρίζεται από απτά στοιχεία αναφορικά με την ηλικία της Αιτήτριας, τη σταδιοδρομία της και τις επιπτώσεις που είχε η επίδικη απόλυσή της στην επαγγελματική και προσωπική της ζωή και την υλική ζημιά που υπέστηκε η Αιτήτρια λόγω της απόλυσής της, κρίνουμε ότι είναι εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως της επιδικάσουμε αποζημιώσεις που αντιστοιχούν σε απολαβές δύο
(2)εβδομάδων, ήτοι €722,70 (2Χ€361,35). Σημειώνουμε ότι το ποσό των €400 που κατέβαλε η Εργοδότρια Εταιρεία στην Αιτήτρια ως χαριστική πληρωμή σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Σίμος Μουζούρης ν. Cosmoplast Ltd
(2007)1 (Β) ΑΑΔ σελ. 896, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και να αφαιρεθεί από το ποσό της αποζημίωσης που έχει επιδικαστεί εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας. Πληρωμή αντί προειδοποίησης Περαιτέρω η Αιτήτρια σύμφωνα με το άρθρο 9 (β) του Νόμου δικαιούται σε πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί με τις απολαβές δύο
(2)εβδομάδων, ήτοι ποσό €722,70 (2Χ€361,35). Επειδή η Εργοδότρια Εταιρεία κατέβαλε στην Αιτήτρια το ποσό των €370,22 ως πληρωμή αντί προειδοποίησης, η Αιτήτρια δικαιούται μόνο το ποσό των €352,48 (€722,70-€370,22). Κατάληξη Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ του Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση για τα πιο κάτω ποσά: α) Το ποσό των €322,70 (€722,70 - €400) ως αποζημίωση για παράνομη απόλυση, β) Το ποσό των €352,48 ως υπόλοιπο πληρωμής αντί προειδοποίησης, γ) Το ποσό των €725,00 ως αναλογία 13ου μισθού για το 2015 και δ) Το ποσό των €4.250,00 ως οφειλόμενες προμήθειες, ήτοι σύνολο €5.650,18 με νόμιμο τόκο. Τέλος λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η Αιτήτρια χειρίστηκε μόνη της υπόθεση κατά την ακροαματική διαδικασία επιδικάζεται υπέρ της Αιτήτριας και εις βάρος των Καθ' ων η Αίτηση μόνο το ποσό των €1.000 ως δικηγορικά έξοδα. (Υπ.) ............... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.) ............. (Υπ.) ............... Λ. Ζάμπογλου, Μέλος Ι. Τσουρή, Μέλος ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Το ύψος του ποσού της προμήθειας που έλαβε η Αιτήτρια για την πώληση των διαμερισμάτων 301 και 302 στην πολυκατοικία Green Valley δεν τέθηκε ενώπιόν μας με την προφορική μαρτυρία που προσκομίστηκε από τα διάδικα μέρη. Το ποσό των €1.905 προκύπτει στη βάση του ότι (α) αποτέλεσε αναντίλεκτο γεγονός ότι η Αιτήτρια έλαβε προμήθειες κατά τη διάρκεια της απασχόλησής της στην Εργοδότρια Εταιρεία σε δύο περιπτώσεις, (β) η μάρτυρας της Εργοδότριας Εταιρείας κατέθεσε ότι η Αιτήτρια για την πώληση του διαμερίσματος 103 στην πολυκατοικία Melody έλαβε ως προμήθεια το ποσό των €1.500, (γ) η Εργοδότρια Εταιρεία στους γενικούς λόγους της έγγραφου εμφάνισης της δεν απέρριψε τον ισχυρισμό της Αιτήτριας στους γενικούς λόγους της αίτησής της ότι κατά τη διάρκεια της απασχόλησής στην Εργοδότρια Εταιρεία έλαβε συνολικά το ποσό των €3.405 ως προμήθειες και (δ) δεν τέθηκε οτιδήποτε ενώπιόν μας που να δεικνύει ότι η Εργοδότρια Εταιρεία κατέβαλε οτιδήποτε άλλο στην Αιτήτρια πέραν του μισθού της και των προμηθειών για την πώληση των εν λόγω δύο ακινήτων. [2] Βλέπε Halsbury's Laws of England, 4th edition, Vol.16(1B) page 109 para.651. [3] [1974] ICR 428, [1974] IRLRL 114, CA. [4] See eg Walters v Top Crust Foods [1972] IRLR 108, IT. [5] [1975] IRLR 208, IT. [6] [1975]IRLR 173, IT. [7]Στην Πολιτική Έφεση Αρ. 59/2010 L. PAPAPHILIPPOU&CO, ο οποίος μετονομάστηκε σε L. PAPAPHILIPPOU&CO LTD ν ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΛΟΥΚΑ, ημερ.20/6/14 τονίστηκε ότι ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος ως νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας και συνακόλουθα και ως αποτέλεσμα της ανάγκης για πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων του εργοδοτουμένου προτού ληφθεί απόφαση τερματισμού της απασχόλησής του, «είναι επιτακτική η υποχρέωση τήρησης μιας σωστής διαδικασίας, στα πλαίσια της οποίας θα πρέπει να παραχωρείται στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να ακουστεί και να αναπτύξει τις θέσεις του.» [8] Βλέπε επίσης Δημήτρης Φωτιάδης v. Alpha Bank Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ.
  1. [9]Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th edition, Vol.16(1B) στη σελ. 103, παραγ.645 αναφέρονται τ' ακόλουθα:"It is a central principle of unfair dismissal law that the fairness of a dismissal should be determined on the facts as known to the employer at the time of dismissal. In contrast to the common law on wrongful dismissal, an employer cannot rely on subsequently discovered facts, especially misconduct by the employee, to justify a dismissal that was unfair on the facts known at the time.". Βλέπε επίσης Πολιτική Έφεση 188/2012 Κρις Ιακωβίδης ως εκκαθαριστής της Eurocypria Airlines Ltd v. Σουρουλλά, ημερ. 20/11/
  2. [10] Στις εν λόγω σελ. 270 - 272 αναφέρονται τα εξής: "Salary and wages paid (or payable) in accordance with the employment contract require no comment. They are plainly "remuneration." ..... The problem cases have arisen in respect of additional payments like a bonus, allowance or commission. The general rule is that, if these payments are made under an express or implied term of the employee's contract of employment, they are part of this remuneration. In each case, the tribunal will scrutinize the substance behind the word - "bonus", etc. - used. Thus, in Collin v. Flexiform Ltd [1996] I.T.R. 253 a guaranteed annual commission of £500 paid to the Area Manager of respondent company was held to be part of his remuneration and, when appropriately divided, a part of his "week's pay." Similarly, a 10 per cent production bonus regularly received by workers in Lawrence v. Cooklin Kitchen Fitments Ltd [1996] I.T.R. 253 I.T.R. 398 was included in the calculation of their redundancy pay; likewise, the three pence an hour "bonus" in Pragnell v. Pritchard, Downer & Bailey Ltd [1997] I.T.R. 44 which was paid regularly to the foreman-applicant in respect of his ordinary work and also in the event of stoppage of work for such reasons as snow. It was immaterial that the "bonus" seems simply to have been a way of expressing a premium flat rate of pay. Again, the cost of living allowance paid under their contracts to civil servants, teachers and others working in the London area would on this account form part of their remuneration for the purpose of calculating redundancy pay. Contrariwise, a Christmas bonus which is strictly ex gratia, i.e. not a contractual entitlement, will not be a component of remuneration for the present purpose.". Στην υποσημείωση 54 σημειώνονται τα πιο κάτω: " A commission or bonus that varies with the work done..... will always be included as part of his remuneration: e.g Smith v.Spicers Ltd [1966] I.T.R.470; Blowers v. Palmer & Harvey Ltd. [1970] I.T.R. 231." [11] Π. Γ. Πολυβίου, Το Εργατικό δίκαιο της Κύπρου, Θεωρία και Πράξη, Η Σύμβαση της Εργασίας στο Κυπριακό Δίκαιο, σελ.179-
  3. [12] Στην εν λόγω υπόθεση ενώ οι Καθ' ων η αίτηση (εργοδότες) με το δικόγραφό τους παραδέχτηκαν την περίοδο απασχόλησης που ανέφερε η αιτήτρια (εργοδοτούμενη) στο δικόγραφό της το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε από μόνο του κατά πόσον η απασχόληση της αιτήτριας διακόπηκε σε κάποιο στάδιο λόγω εργασίας της στο εξωτερικό. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι ενόψει της παραδοχής των Καθ' ων η αίτηση το ζήτημα της περιόδου της απασχόλησης της αιτήτριας δεν ήταν επίδικο αφού δεν εγέρθηκε ως επίδικο μέσω της δικογραφίας των διαδίκων και ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε το εν λόγω ζήτημα και ανέτρεψε την απόφασή του επί του εν λόγω ζητήματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο όφειλε να περιοριστεί στα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τη δικογραφία και να μην επεκταθεί σε άλλα μη προκύπτοντα από τη δικογραφία θέματα. [13] Σημειώνουμε ότι το Δικαστήριο για να είναι σε θέση (α) να αποφανθεί κατά πόσον οι ισχυρισμοί ενός εργοδότη για επίδειξη αρνητικής εργασιακής συμπεριφοράς από ένα εργοδοτούμενο ευσταθούν και (β) να κρίνει κατά πόσον, υπό τις περιστάσεις της περίπτωσης, (i) αντικειμενικά δικαιολογείται η απόδοση αρνητικής εργασιακής συμπεριφοράς σε ένα εργοδοτούμενο από τον εργοδότη του και (ii) δικαιολογείτο η απόλυση του εργοδοτουμένου, θα πρέπει να έχει ενώπιόν του όλες τις συνθήκες και τα στοιχεία που περιβάλλουν τη συμπεριφορά του εργοδοτουμένου και τη στάση του εργοδότη. Χωρίς αυτά τα στοιχεία δεν μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπέρασμα σε σχέση με το εύλογο της απόφασης απόλυσης στη βάση της αποδιδόμενης από τον εργοδότη στον εργοδοτούμενο αρνητικής εργασιακής διαγωγής. Παρατηρούμε, ειδικά, ότι οι γενικόλογοι ισχυρισμοί της κας Γιατρού, εκτός του ότι πλήττουν ουσιαστικά το αξιόπιστο της μαρτυρίας της, δεν μπορούν από μόνοι τους να αποτελέσουν το υπόβαθρο για την απόδοση στην Αιτήτρια κακής εργασιακής διαγωγής αφού ελλείπουν τα δεδομένα που πειστικά και αντικειμενικά θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν στον βαθμό που απαιτείται, σε διαδικασίες όπως την παρούσα, το δικαιολογημένο / εύλογο συμπέρασμα της Εργοδότριας Εταιρείας για επίδειξη κακής εργασιακής διαγωγής από την Αιτήτρια. [14] Σύμφωνα με το λεξικό Oxford English-Greek Learner's Dictionary το ρήμα «contribute» μεταφράζεται στα ελληνικά ως «συμβάλλω, συντελώ» ή «συνεισφέρω» [15] «If there is no credible evidence to support the case of the party upon whom the burden of proof lies, as in the case, there is nothing to weight thereafter». [16] «Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά επιδίκασε αποζημιώσεις. Από τη στιγμή που έκρινε ότι οι Εφεσείοντες δεν απέσεισαν το βάρος που είχαν να αποδείξουν ότι ο τερματισμός έγινε νόμιμα για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 5(α), (ε) και (στ) του Νόμου, τότε ο Εφεσίβλητος δικαιούται σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)του Νόμου σε αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησής του. Το γεγονός ότι η μαρτυρία του Εφεσίβλητου δεν αξιολογήθηκε θετικά, δεν επηρεάζει κατά την άποψη μας το δικαίωμα του Εφεσίβλητου σε αποζημιώσεις, εφόσον το βάρος απόδειξης ότι ο τερματισμός ήταν νόμιμος δεν ήταν στους ώμους του, αλλά στους ώμους των Εφεσειόντων.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.