← Κύπρος

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ν. DELTACONE INDUSTRIES LTD κ.α., Αρ. Αίτησης: 29/2016, 9/1/2024

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ν. DELTACONE INDUSTRIES LTD κ.α., Αρ. Αίτησης: 29/2016, 9/1/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή Χ. Ιωάννου ) Δ. Χαριλάου ) Μελών Αρ. Αίτησης: 29/2016 ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ Aιτητή και

  1. DELTACONE INDUSTRIES LTD
  2. ΤΑΜΕΙΟ ΔΙΑ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΝ Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 9 Ιανουαρίου 2024 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κα Χρ. Χατζηκωστή για Κώστα Π. Χατζηκωστή Για Καθ' ων η Αίτηση 1: κ. Ζένιος Νικολάου Για Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού: κ. Γ. Αθανασιάδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ασχολούνται με την παραγωγή κώνων μπισκότου σερβιρίσματος παγωτού (χωνάκια) και για σκοπούς διεξαγωγής της επιχείρησής τους διατηρούν εργοστάσιο παραγωγής των εν λόγω προϊόντων. Ο Αιτητής απασχολείτο από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 ως μηχανικός και/ή ως υπεύθυνος παραγωγής στο εργοστάσιό τους στη Λεμεσό από τις 15/11/1994 μέχρι τις 30/09/
  3. Ως λόγοι απόλυσης του Αιτητή προβλήθηκαν λόγοι πλεονασμού και πιο συγκεκριμένα έλλειψη εργασίας / μείωση κύκλου εργασιών. Ο τελευταίος εβδομαδιαίος ακάθαρτος μισθός του Αιτητή ανερχόταν στο ποσό των €438,
  4. Ο Αιτητής καθόλη τη διάρκεια της απασχόλησής του στους Καθ' ων η Αίτηση 1 ήταν μέτοχος των Καθ' ων η Αίτηση
  5. Κατείχε το 33% του μετοχικού κεφαλαίου τους. Τις υπόλοιπες μετοχές των Καθ' ων η Αίτηση 1 τις κατείχαν ο κ. Ανδρέας Φλουρέντζου και ο κ. Σάββας Σάββα από 33% ο καθένας. Τον Μάρτιο του 2014 ο Αιτητής ήταν Γραμματέας των Καθ' ων η Αίτηση 1 και Διευθυντής των Καθ' ων η Αίτηση 1 ήταν ο κ. Ανδρέας Φλουρέντζου (Τεκμήριο 7). Ο Αιτητής υπήρξε για κάποια περίοδο Διευθυντής των Καθ' ων η Αίτηση 1 με τον κ. Φλουρέντζου. Ο Αιτητής ουδέποτε δέσμευσε οποιαδήποτε προσωπική ακίνητη περιουσία του με σκοπό την εξασφάλιση των υποχρεώσεων των Καθ' ων η Αίτηση 1 στην Τράπεζα Κύπρου. Από τις 21/11/2005 μέχρι και τις 27/08/2013 ο Αιτητής υπέγραφε εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση 1 για διάφορες τραπεζικές εργασίες μεταξύ των οποίων και η έκδοση επιταγών μαζί με ακόμα ένα άλλο από τους μετόχους των Καθ' ων η Αίτηση
  6. Ο Αιτητής υπέβαλε στις 20/10/2014 αίτηση στο Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού («το Ταμείο») για πληρωμή λόγω πλεονασμού (Τεκμήριο 1) στην οποία ανέγραψε ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 1 του ανέφεραν ότι η απασχόλησή του τερματίστηκε λόγω ελλείψεως εργασίας. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 συμπλήρωσαν και παρέδωσαν στο Ταμείο στις 07/11/2014 το σχετικό έντυπο των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων με τίτλο «Ερωτηματολόγιο» για την απόλυση του Αιτητή και ανέγραψαν σε αυτό ότι η απόλυση του Αιτητή οφειλόταν στη μείωση του κύκλου εργασιών τους (Τεκμήριο 2). Τον Οκτώβριο του 2014 ο Αιτητής πώλησε και μεταβίβασε τις μετοχές των Καθ' ων η Αίτηση 1 που κατείχε στους κ.κ. Ανδρέα Φλουρέντζου και Σάββα Σάββα (Τεκμήρια 4, 9 και 10). Τον Οκτώβριο του 2014 Διευθυντής των Καθ' ων η Αίτηση 1 ήταν ο κ. Ανδρέας Φλουρέντζου και Γραμματέας των Καθ' ων η Αίτηση 1 ήταν ο κ. Δημήτρης Γεωργίου (Τεκμήριο 8). Το Ταμείο με επιστολή του ημερομηνίας 02/12/2015 προς τον Αιτητή τον ενημέρωσε ότι η αίτησή του για πληρωμή λόγω πλεονασμού απορρίφθηκε καθότι σύμφωνα με τα στοιχεία που του δόθηκαν η απόλυσή του δεν οφείλεται σε λόγους πλεονασμού (Τεκμήριο 4). Τα εισοδήματα των Καθ' ων η Αίτηση 1 από τις πωλήσεις των προϊόντων που παρήγαγαν σύμφωνα με τις εξελεγμένες οικονομικές καταστάσεις τους για τα έτη 2010 ως 2015 (Τεκμήριο 5) ήταν ως εξής: Έτος Εισοδήματα 2010 €301.021 2011 €293.332 2012 €328.041 2013 €315.655 2014 €276.834 2015 €313.986 Την 01/05/2014 οι Καθ' ων η Αίτηση 1 προσέλαβαν τον κ. Δημήτρη Γεωργίου ως διανομέα και την 01/04/2015 τον κ. Δημήτρη Γαβριήλ. Το 2017 οι Καθ' ων η Αίτηση 1 παρέδωσαν στο Ταμείο δύο έγγραφα (Τεκμήρια 13 και 14) στα οποία ανέγραφαν τους λόγους πρόσληψης του κ. Δημήτρη Γεωργίου και τα γεγονότα που τους οδήγησαν στην απόλυση του Αιτητή. Στις 29/01/2018 οι ελεγκτές των Καθ' ων η Αίτηση 1 απέστειλαν στο Ταμείο επιστολή (Τεκμήριο 15) στην οποία ανέγραφαν ότι

(1)η μείωση των πωλήσεων των Καθ' ων η Αίτηση 1 από το 2012 μέχρι το 2014 οφειλόταν στο γεγονός ότι εκείνη την περίοδο ένας από τους πελάτες των Καθ' ων η Αίτηση 1, στον οποίο οι Καθ' ων η Αίτηση 1 πωλούσαν το 20% των προϊόντων που παρήγαγαν, μείωσε σημαντικά τις παραγγελίες του προς τους Καθ' ων η Αίτηση 1,
(2)επειδή οι Καθ' ων η Αίτηση 1 παραχωρούσαν ειδικές τιμές στον εν λόγω πελάτη η μείωση στον κύκλο πωλήσεων των Καθ' ων η Αίτηση 1 ήταν περίπου στο 16% και
(3)το 2015 αποκαταστάθηκε πλήρως η συνεργασία με τον συγκεκριμένο πελάτη με αποτέλεσμα ο κύκλος εργασιών των Καθ' ων η Αίτηση 1 το 2015 να επανέλθει στα επίπεδα του 2013. Ο Αιτητής με την παρούσα αίτηση εργατικής διαφοράς αξιώνει από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησής του σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)του Περί Τερματισμού της Απασχόλησης Νόμου του 1967, Ν.24/67 (στο εξής «ο Νόμος») και/ή διαζευκτικά σε περίπτωση που οι Καθ' ων η Αίτηση 1 αποδείξουν ότι η απόλυσή του οφείλεται σε πραγματικές συνθήκες πλεονασμού, πληρωμή από το Ταμείο με βάση το άρθρο 16 του Νόμου σύμφωνα με τον Τέταρτο Πίνακα του Νόμου. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 με τους γενικούς λόγους του εγγράφου εμφάνισής τους απορρίπτουν τις εναντίον τους αξιώσεις. Ισχυρίζονται ότι η απόλυση του Αιτητή οφειλόταν σε πλεονασμό και πιο συγκεκριμένα λόγω μείωσης του κύκλου εργασιών και/ή του όγκου εργασιών τους καθότι κατά τον ουσιώδη χρόνο απώλεσαν ένα σημαντικό πελάτη. Στη βάση των πιο πάνω ζητούν απόρριψη της αίτησης εναντίον τους με έξοδα υπέρ τους. Το Ταμείο με το έγγραφο εμφάνισής του απορρίπτει τις εναντίον του αξιώσεις ισχυριζόμενο ότι η απόλυση του Αιτητή δεν οφείλετο σε λόγους πλεονασμού καθότι οι Καθ' ων η Αίτηση 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν παρουσίαζαν μείωση κύκλου και/ή όγκου εργασιών και προέβηκαν σε προσλήψεις νέων εργοδοτουμένων. Περαιτέρω είναι η θέση του Ταμείου ότι ο Αιτητής απασχολείτο στους Καθ' ων η Αίτηση 1 όχι με βάση σύμβαση εργασίας και/ή όχι κάτω από συνθήκες από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η σχέση εργοδότη εργοδοτουμένου και ως εκ τούτου στην περίπτωση που το Δικαστήριο καταλήξει ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή οφειλόταν σε λόγους πλεονασμού, ο Αιτητής θα δικαιούται σε πληρωμή το ύψος της οποίας θα είναι ίσο με το 1% των τελευταίων εβδομαδιαίων αποδοχών του επί 52 επί τα χρόνια υπηρεσίας του. Νομική Πτυχή Α. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18 του Νόμου, εργοδοτούμενος είναι πλεονάζον, και κατά συνέπεια δικαιούται πληρωμή από το ομώνυμο Ταμείο όταν η απασχόλησή του τερματίστηκε: «(α) Διότι ο εργοδότης έπαυσεν ή προτίθεται να παύση να διεξάγη την επιχείρησιν εν τη οποία ο εργοδοτούμενος απησχολείτο, ή (β) διότι ο εργοδότης έπαυσεν ή προτίθεται να παύση να διεξάγη επιχείρησιν εις τον τόπον όπου ο εργοδοτούμενος απησχολείτο: .................................. (γ) Ένεκα οιουδήποτε των ακολούθων άλλων λόγων σχετιζομένων προς την λειτουργίας της επιχειρήσεως: (
  1. i)Εκσυγχρονισμού, μηχανοποιήσεως ή οιαδήποτε άλλης αλλαγής εις τα μεθόδους παραγωγής ή οργανώσεως η οποία ελαττώνει τον αριθμό των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων. (
  2. ii)Αλλαγών εις τα προϊόντα ή εις τα μεθόδους παραγωγής ή εις τα αναγκαιούσας ειδικότητας των εργοδοτουμένων. (iii) Καταργήσεις τμημάτων. (
  3. iv)Δυσκολιών εις την τοποθέτησιν προϊόντων εις την αγοράν ή πιστωτικών δυσκολιών. (
  4. v)Ελλείψεως παραγγελιών ή πρώτων υλών (
  5. vi)Σπάνεως μέσων παραγωγής, και (vii) Περιορισμού του όγκου της εργασίας ή της επιχειρήσεως» Το Δικαστήριο καλείται αφού αξιολογήσει τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν του να αποφασίσει κατά πόσον κατά τον ουσιώδη χρόνο συνέτρεχαν λόγοι πλεονασμού που δικαιολογούσαν την απόλυση του Αιτητή. Από το ενώπιόν μας μαρτυρικό υλικό διαφαίνεται ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 1 επικαλούνται ως λόγο απόλυσης του Αιτητή ως πλεονάζον προσωπικό τη μείωση του όγκου εργασιών της επιχείρησής τους. Κατά συνέπεια το ερώτημα που τίθεται είναι αν με βάση την ενώπιόν μας μαρτυρία δικαιολογείται η απόλυση του Αιτητή σύμφωνα με τις πρόνοιες του εδαφίου (vii) της παραγράφου (γ) του άρθρου 18 του Νόμου. Για να διαπιστωθεί κατά πόσο υπήρξε πραγματική μείωση του όγκου εργασιών μιας επιχείρησης θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ο συνήθης κύκλος εργασιών της επιχείρησης αυτής κατά τα τελευταία χρόνια προ της απολύσεως. Το Δικαστήριο κρίνοντας αντικειμενικά θα πρέπει να διαπιστώσει κατά ποσόν υπήρξε ουσιαστική μείωση του συνήθους κύκλου εργασιών κατά τον ουσιώδη χρόνο τερματισμού της απασχόλησης του εργοδοτουμένου στον βαθμό που θα μπορούσε να θεωρηθεί δικαιολογημένη η απόφαση για απόλυση λόγω πλεονασμού. Σχετικά με τον περιορισμό του όγκου εργασίας μιας επιχείρησης σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Α. Ιάσωνος Λτδ ν. Χρίστου κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 703, 706: «Εποχιακή ή περιοδική μείωση του όγκου της εργασίας η οποία αφήνει ανεπηρέαστο τον όγκο της εργασίας, επιμετρούμενο μέσα στο συνήθη κύκλο της εμπορικής δραστηριότητας του εργοδότη, δε συνιστά λόγο για τον τερματισμό της απασχόλησης λόγω πλεονασμού. Ο όγκος των εργασιών επιχείρησης έχει όχι μόνο εποχιακές αλλά και καθημερινές αυξομειώσεις και διακυμάνσεις. Αν γινόταν δεκτή η θέση των εφεσειόντων, θα διανοιγόταν η οδός για την καταστρατήγηση του οικοδομήματος του νόμου που συναρτά τον πλεονασμό με τα αντικειμενικά δεδομένα της επιχείρηση. Ο όγκος εργασίας προσδιορίζεται με βάση σταθερό παρονομαστή που αντανακλά τον όγκο της εργασίας του εργοδότη στο πλαίσιο του συνήθους κύκλου της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και αυτή η σημασία που ενέχει ο όρος 'όγκος εργασίας' στο πλαίσιο του άρθρου 18(γ) (vii) του Ν.24/67 (όπως έχει τροποποιηθεί).» Σημειώνουμε ότι στην υπόθεση Σωτήρη Α. Χρυσάνθου ν. 1. PETROS PITSILLIS (GLASS MARKET) LIMITED, 2. Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού
(2001)1 Α.Α.Δ. 383 λέχθηκαν τ' ακολούθα σε σχέση με τα στοιχεία που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση λόγω πλεονασμού: «Αυτό μας οδηγεί στον τέταρτο λόγο έφεσης που αφορά την κατάληξη του δικαστηρίου ότι κανένα πειστικό στοιχείο δεν προσκομίσθηκε σε τεκμηρίωση του ισχυρισμού για πλεονασμό. Είναι προφανές από το παρατεθέν απόσπασμα ότι το τι είχε υπ΄όψη του το δικαστήριο ήταν μαρτυρία υπό μορφή ισολογισμών και άλλων λογιστικών στοιχείων που αφορούσαν τον κύκλο εργασιών της εταιρείας. Ήταν γι΄αυτό το λόγο που το δικαστήριο θεώρησε ως άνευ σημασίας όχι μόνο τα αναφερόμενα στις επιστολές αλλά και την ίδια τη μαρτυρία του Εφεσείοντα 1 ότι το εργοστάσιο ήταν κλειστό την ημέρα που εδόθησαν οι επιστολές καθώς και ένα μήνα πριν από την ακρόαση. Αυτό θεωρούμε ότι συνιστούσε λανθασμένη προσέγγιση στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Οι ισολογισμοί και άλλα λογιστικά στοιχεία που αφορούν τον κύκλο εργασιών του εργοδότη μπορεί να είναι σημαντικά στοιχεία προς απόδειξη τέτοιας μείωση του κύκλου εργασιών του ώστε να δικαιολογούν συμπέρασμα πλεονασμού, δεν είναι όμως τα μόνα και αποκλειστικά στοιχεία που να μπορούν να συνιστούν τέτοια μαρτυρία, ούτε περιορίζεται νομολογιακά το είδος της μαρτυρίας που ενδεχόμενα να τεκμηρίωνε πλεονασμό. Η αναφορά του δικαστηρίου στην υπόθεση Α. Ιάσωνος Λτδ ν. Χρίστου
(1994)1 ΑΑΔ 703 σε στήριξη της άποψης του ότι δεν παρουσιάσθησαν στοιχεία υπό μορφή ισολογισμών και άλλων τέτοιων που να καταδείκνυαν "πραγματικές συνθήκες πλεονασμού" ως εκ της μείωσης του συνήθους κύκλου εργασιών της εταιρείας, παραγνωρίζει τα πιο πάνω. Η εν λόγω υπόθεση δεν αφορούσε το είδος της μαρτυρίας που μπορεί να τεκμηριώσει πλεονασμό αλλά τη συνάρτηση της εποχιακής και περιοδικής μείωσης του κύκλου εργασιών προς το συνήθη κύκλο εργασιών του εργοδότη. Στην προκειμένη περίπτωση υπήρχε μαρτυρία, που ήταν και μέρος των ευρημάτων του δικαστηρίου, ότι το εργοστάσιο της εταιρείας ήταν κλειστό τόσο την ημέρα που εδόθησαν οι επιστολές τερματισμού όσο και ένα μήνα πριν από την ακρόαση. Χωρίς βέβαια να λέγουμε ότι αυτό θα ήταν αρκετό να αποδείξει τον ισχυριζόμενο πλεονασμό, θεωρούμε ότι, σε συνάρτηση και με την αναφορά που εγίνετο στις επιστολές ως προς το λόγο του τερματισμού, η μαρτυρία αυτή ήταν μαρτυρία που θα έπρεπε να σταθμισθεί από το δικαστήριο και όχι να αποκλεισθεί a priori ως μη σχετική. Η καθολική αναστολή των εργασιών του εργοδότη που απεκάλυπτε το κλείσιμο του εργοστασίου συνιστούσε στοιχείο μαρτυρίας που ήταν σχετικό προς το επίδικο θέμα.»[1] Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην απόφαση Α/φοί Γαλαταριώτη Λτδ ν. Παρασκευής Γρηγορά κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1985 όπου η εργοδότρια εταιρεία επικαλέστηκε τη συνεχιζόμενη κρίση στον τομέα του γενικού εμπορίου ως την αιτία απόλυσης της αιτήτριας και λέχθηκε στη σελίδα 1990 ότι: «...η απόλυση της εφεσίβλητης δεν οφειλόταν ούτε είχε οποιαδήποτε σχέση με τη μείωση του κύκλου εργασιών του καταστήματος, αιτία που δεν συνάδει με την πρόσληψη νέου υπαλλήλου». Στη συνέχεια στη σελίδα 1992 λέχθηκαν τ' ακόλουθα: «Το κρίσιμο ερώτημα ήταν λοιπόν, κατά πόσο υπήρξε περιορισμός του όγκου εργασίας των εφεσειόντων. Το Δικαστήριο αξιολογώντας το μαρτυρικό υλικό κατέληξε στο συμπέρασμα πως δεν υπήρχαν ενώπιον του τέτοια στοιχεία, οικονομικά ή λογιστικά, που θα μπορούσαν όντως να τεκμηριώσουν τον ισχυρισμό για περιορισμό του όγκου εργασιών της επιχείρησης των εφεσειόντων ή του τμήματος στο οποίο εργαζόταν η εφεσίβλητη. Και εφόσον δεν υπήρξε μαρτυρία που βάσιμα θα μπορούσε να τεκμηριώσει την ύπαρξη συγκεκριμένων οικονομικών περιστάσεων δεν παρίστατο ανάγκη εξέτασης κατά πόσο η απόλυση του Αιτητή οφειλόταν αποκλειστικά ή κυρίως στις οικονομικές περιστάσεις των εφεσειόντων.» Τονίζουμε ότι με βάση τη νομολογία το κατά πόσον υπάρχουν πραγματικές συνθήκες πλεονασμού κρίνεται με αντικειμενικά κριτήρια αφού αναφέρεται στις πραγματικές ανάγκες της επιχείρησης και δεν εναπόκειται στην υποκειμενική κρίση του εργοδότη ή του εργοδοτουμένου[2]. (Βλέπε United Hotels (Lordos) Ltd ν. Ανδρούλας Σταύρου κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 515). Σ' αυτό το σημείο θα θέλαμε να σημειώσουμε ότι προσλήψεις νέου προσωπικού από ένα εργοδότη, ο οποίος απολύει προσωπικό λόγω μείωσης του όγκου εργασίας του, αντιβαίνουν τον λόγο πλεονασμού που επικαλείται ο εργοδότης εκτός αν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις καθότι ένας εργοδότης δεν μπορεί να απολύει προσωπικό λόγω μείωσης του όγκου εργασιών και ταυτόχρονα να προβαίνει σε νέες προσλήψεις, λίγο πριν ή λίγο μετά τις απολύσεις, λόγω μείωσης του κύκλου εργασιών του. Σημειώνουμε ότι η πρόσληψη προσωπικού από εργοδότη ο οποίος απολύει προσωπικό για λόγους πλεονασμού μπορεί να μην αναιρέσει και να μην εμποδίσει τυχόν διαπίστωση για υπάρχον πλεονάζον προσωπικό στις περιπτώσεις όπου αφού εξεταστούν όλες οι περιβάλλουσες συνθήκες που αφορούν τις απολύσεις και τις νέες προσλήψεις κριθεί ότι υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις οι νέες προσλήψεις δεν επηρεάζουν το τυχόν συμπέρασμα για δικαιολογημένο πλεονασμό εντός του πλαισίου του Νόμου. Β. Tο άρθρο 2 του Νόμου προσδιορίζει την έννοια του «εργοδοτουμένου» ως εξής: «"εργοδοτούμενος" σημαίνει πρόσωπον εργαζόμενον δι' έτερον πρόσωπον είτε δυνάμει συμβάσεως εργασίας ή μαθητείας είτε υπό τοιαύτας περιστάσεις εκ των οποίων δύναται να συναχθή η ύπαρξις σχέσεως εργοδότου και εργοδοτουμένου, ο δε όρος "εργοδότης" θα ερμηνεύηται αναλόγως και θα περιλαμβάνη την Κυβέρνησιν της Δημοκρατίας·» Σημειώνουμε ότι αντικείμενο του εργατικού δικαίου[3] και ειδικότερα του Νόμου είναι η εξαρτημένη εργασία την οποία κατά κανόνα προστατεύει. Η νομοθεσία δεν δίνει πουθενά την έννοια της εξάρτησης, ο καθορισμός της παραμένει έργο της νομολογίας. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου η ύπαρξη σχέσης εργασίας (εργοδότη - εργοδοτουμένου) η οποία δημιουργείται από την παροχή έναντι ανταλλάγματος εξαρτημένης εργασίας, είναι πάντοτε ζήτημα πραγματικό και εξετάζεται υπό το πρίσμα του συνόλου των γεγονότων κάθε υπόθεσης. Δεν υπάρχει συγκεκριμένος καθορισμός της σχέσης εργασίας (εργοδότη - εργοδοτουμένου) και η ύπαρξή της εξαρτάται από διάφορα ενδεικτικά στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν σε εύρημα κατά πόσο μια σύμβαση είναι σύμβαση σχέσης εργοδότη - εργοδοτουμένου. Έχει νομολογηθεί ότι το κριτήριο για να θεωρηθεί ένα πρόσωπο εργοδοτούμενος κάποιου άλλου δεν είναι μόνο η πληρωμή μισθού για υπηρεσίες που αυτός πρόσφερε αλλά θα πρέπει επίσης να καθοριστεί, κατά πόσο συντρέχουν και άλλοι παράγοντες οι οποίοι θεμελιώνονται στα γεγονότα π.χ. η άσκηση έλεγχου από τον εργοδότη επί της εργασίας του εργοδοτουμένου[4] (δηλαδή αν ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να διευθύνει και να εποπτεύει την εργασία του εργοδοτουμένου και αντίστοιχα ο εργοδοτούμενος έχει την υποχρέωση να υπακούει και να συμμορφώνεται στις οδηγίες του εργοδότη αναφορικά με το είδος, τον τρόπο, το ποσό και τον τόπο παροχής της εργασίας), το οικονομικό αποτέλεσμα της εργασίας (ο κίνδυνος) να αφορά τον εργοδότη και όχι τον εργοδοτούμενο[5]. Με τον Νόμο Ν.52
(1)/94 προστέθηκε στον Νόμο η πιο κάτω επιφύλαξη στον όρο του «εργοδοτουμένου»: «Νοείται ότι ο όρος "εργοδοτούμενος" περιλαμβάνει και κάθε πρόσωπο το οποίο είναι μέτοχος σε ιδιωτική εταιρεία, όπως ο όρος αυτός καθορίζεται στον περί Εταιρειών Νόμο, και εργάζεται στην εταιρεία αυτή, όχι όμως με βάση σύμβαση εργασίας ή κάτω από περιστάσεις από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτουμένου.» Περαιτέρω με τον Νόμο Ν.52
(1)/94 εισήχθηκε στον Νόμο η πιο κάτω πρόνοια ως παράγραφος 1Α του Τέταρτου Πίνακα του Νόμου: «1Α. Προκειμένου περί εργοδοτουμένου που αναφέρεται στην επιφύλαξη του όρου «εργοδοτούμενος», η πληρωμή την οποίαν δικαιούται είναι ίση με ποσοστό 1% του εβδομαδιαίου ημερομισθίου του πολλαπλασιαζομένου επί 52 και επί τα έτη υπηρεσίας.» Σημειώνουμε ότι ο Τέταρτος Πίνακας του Νόμου προνοεί για το ύψος της πληρωμής που δικαιούται ένας εργοδοτούμενος που απολύεται για λόγους πλεονασμού. Πιο συγκεκριμένα, το άρθρο 16
(1)του Νόμου προβλέπει ότι όταν η απασχόληση εργοδοτουμένου που απασχολήθηκε στον ίδιο εργοδότη για συνεχή περίοδο τουλάχιστον 104 εβδομάδων τερματίζεται λόγω πλεονασμού, ο εργοδοτούμενος δικαιούται πληρωμή από το Ταμείο που υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του Τέταρτου Πίνακα του Νόμου. Στην απόφαση Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού ν. Πολύμνιας Θεοδώρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 349 το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε ότι οι πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις που εισήχθηκαν στον Νόμο με τον Ν.52
(1)/94 καθιερώνουν διάκριση μεταξύ προσώπων που είναι εργοδοτούμενοι και προσφέρουν εξηρτημένη εργασία και των ίσως κατά πλάσμα δικαίου εργοδοτουμένων μετόχων (διευθυντών) των εταιρειών που δεν προσφέρουν εξηρτημένη εργασία. Σκοπός του Νομοθέτη με την εισαγωγή της επιφύλαξης στον όρο του εργοδοτουμένου ήταν να διαχωρίσει τους μετόχους μιας εταιρείας που είναι εγγεγραμμένοι και ως εργοδοτούμενοι/μισθωτοί στην εταιρεία (α) σε αυτούς που εργάζονται με σύμβαση εργασίας και/ή που προσφέρουν τις υπηρεσίες τους κάτω από περιστάσεις υπό τις οποίες μπορεί να συναχθεί ύπαρξη σχέσης εργασίας (εργοδότη και εργοδοτουμένου) και (β) σε αυτούς που δεν εργάζονται με σύμβαση εργασίας αλλά γράφτηκαν ως εργοδοτούμενοι για να τυγχάνουν των ωφελημάτων που προσφέρονται από τη νομοθεσία των κοινωνικών ασφαλίσεων και στην περίπτωση που οι τελευταίοι απολυθούν για λόγους πλεονασμού το ποσό που έχει συνεισφέρει στο Ταμείο η εταιρεία που δηλώθηκε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις ως εργοδότης τους να τους επιστρέφεται υπό τύπον πληρωμής λόγω πλεονασμού με βάση την παράγραφο 1Α του Τέταρτου Πίνακα του Νόμου. Για τους μετόχους εργοδοτούμενους που ανήκουν στην πρώτη κατηγορία η πληρωμή για λόγους πλεονασμού υπολογίζεται με βάση την παράγραφο 1 του Τέταρτου Πίνακα του Νόμου καθότι πρόθεση του Νομοθέτη δεν ήταν να στερήσει από αυτούς τα δικαιώματα που τους παρέχει ο Νόμος ως εργοδοτούμενους με σύμβαση εργασίας και/ή κάτω από συνθήκες εξαρτημένης εργασίας. Στο σύγγραμμα Harvey on Industrial Relations and Employment Law, Lexis Nexis, December 2018 paragraph [117] αναφέρονται τα πιο κάτω: "Directors of a company are not as such employees of the company. By virtue of their appointment they become officeholders. A director may however enter a service agreement with the company and thereby become its employee as well as a director of it." Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 5th Edition, 2014, Vol. 39 στη σελίδα 35 στις παραγράφους 8 και 9 αναφέρονται τα πιο κάτω: "8. Company Directors. A company director is an office holder who, is not without more, an employee of the company. A director who actually works for the company, especially under a service agreement, may, however, also be an employee of the company and so entitled to statutory rights such as the right not to be unfairly dismissed or the right to a redundancy payment on termination of his employment. If the person works full-time as a managing director, there may be a presumption of an employment relationship, but it is ultimately a question of fact; and thus the fact that the director actually works for the company is not in itself enough, and may be outweighed by other factors such as the absence of any clear contract of employment, remuneration only by fees and treatment for taxation and national insurance purposes. Even where a director (or ex-director) is claiming a statutory employment right, it remains a question of fact whether he is or was an employee, with no rule of law against such status, even where the director has or had considerable control over the employing company. 9. Status of majority shareholder in employing company. The question of whether a majority shareholder in the employing company (whether or not also a director) can also be an 'employee' has proved troublesome but settled authority points to this being a question of fact, with evidence being required to resolve the (relatively exceptional) issue of whether the putative contract is a genuine contract or a sham, followed by the consideration, assuming a genuine contract of whether it amounts to a contract of employment." (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας). Στην Αγγλία το Court of Appeal στην απόφασή του στην υπόθεση Neufeld v Secretary of State for Business, Enterprise and Regulatory Reform [2009] 3 All ER 790 στην οποία επίδικο ζήτημα ήταν κατά πόσον ένας διευθυντής και μέτοχος σε μια εταιρεία στην οποία είχε τον έλεγχο του μετοχικού κεφαλαίου μπορούσε να θεωρηθεί ως εργοδοτούμενός της εν λόγω εταιρείας με βάση σύμβαση εργασίας[6] ή όχι (δηλαδή κατά πόσον μπορούσε να θεωρηθεί ότι πρόσφερε εξαρτημένη εργασία), αφού ανασκόπησε όλες τις προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις επί του εν λόγω επίδικου ζητήματος (οι οποίες σημειώνουμε ήταν αντικρουόμενες), σημείωσε τα πιο κάτω: "[80] There is no reason in principle why someone who is a shareholder and director of a company cannot also be an employee of the company under a contract of employment. There is also no reason in principle why someone whose shareholding in the company gives him control of it - even total control - .. cannot be an employee. In short, a person whose economic interest in a company and its business means that he is in practice properly to be regarded as their 'owner' can also be an employee of the company. It will, in particular, be no answer to his claim to be such an employee to argue that: (
  1. i)the extent of his control of the company means that the control condition of the contract of employment cannot be satisfied; or (
  2. ii)that the practical control he has over his own destiny- including that he cannot be dismissed from his employment except with his consent- has the effect in law that he cannot be an employee at all. .............. [81] Whether or not such a shareholder /director is an employee of the company is a question of fact for the court or tribunal before which such issue arises. In any such case there may in theory be two such issues, although in practice the evidence relevant to their resolution will be likely to overlap. The first, and logically preliminary one, will be whether the putative contract is a genuine contract or a sham. The second will be whether, assuming it is a genuine contract, it amounts to a contract of employment (it might, for example, instead amount to a contract for services). [82] In cases involving an alleged sham, there will .. . almost invariably be what purports to be a formal written employment contract, or at least a board minute or a memorandum purporting to record or evidence the creation of such a contract. The task of the court or tribunal will be to decide whether any such document amounts to a sham .. ... Any such inquiry will usually require not just an investigation into the circumstances of the creation of the document but also into the parties' purported conduct under it, which will be likely to shed light on the genuineness or otherwise of the claimed contract ............. [83] .............. It will be a question of fact as to what conclusions are to be drawn from such investigation. [84] In a case in which no allegation of sham is raised, or in which the claimant proves that no question of sham arises, the question (or further question) for the court or tribunal will be whether the claimed contract amounts to a true contract of employment.... [85] In deciding whether a valid contract of employment was in existence, consideration will have to be given to the requisite conditions for the creation of such a contract and the court or tribunal will want to be satisfied that the contract meets them ...... In some cases there will be a formal service agreement. Failing that, there may be a minute of a board meeting or a memorandum dealing with the matter. But in many cases involving small companies, with their control being in the hands of perhaps just one or two director/shareholders, the handling of such matters may have been dealt informally and it may a difficult question as to whether or not the correct inference from the facts is that the putative employee was, as claimed, truly an employee. In particular, a director of a company is the holder of an office and will not, merely by virtue of such office, be an employee: the putative employee will have to prove more than his appointment as a director. It will be relevant to consider how he has been paid. Has he been paid a salary, which points towards employment? Or merely by way of director' s fees, which points away from it? In considering what the putative employee was actually doing, it will also be relevant to consider whether he was acting merely in his capacity as a director of the company; or whether he was acting as an employee. [86] We have referred in the previous paragraph to matters which will typically be directly relevant to the inquiry whether or not .... the claimed contract amounts to a contract of employment. What we have not included as a relevant consideration for the purposes of that inquiry is the fact that the putative employee's shareholding in the company gave him control of the company, even total control. The fact of his control will obviously form a part of the backdrop against which the assessment will be made of what has been done under the putative written or oral employment contract that is being asserted. But it will not ordinarily be of any special relevance in deciding whether or not he has a valid such contract. Nor will the fact that he will have share capital invested in the company; or that he may have made loans to it; or that he has personally guaranteed its obligations; or that his personal investment in the company will stand to prosper in line with the company's prosperity, or that he has done any of the other things that the 'owner' of a business will commonly do on its behalf. These considerations ..... will ordinarily be irrelevant to whether or not a valid contract of employment has been created and so they can and should be ignored. They show an 'owner' acting qua 'owner', which is inevitable in such a company. However, they do not show that the 'owner' cannot also be an employee." (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας). Περαιτέρω το Court of Appeal υιοθέτησε την καθοδήγηση που δόθηκε από το Employment Appeal Tribunal στην Clark v Clark Construction Initiatives Ltd [2008] IRLR 364 σχετικά με τους παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση του ζητήματος κατά πόσον ή όχι ένας διευθυντής και μέτοχος σε μια εταιρεία στην οποία έχει τον έλεγχο του μετοχικού κεφαλαίου είναι εργοδοτούμενος στην εν λόγω εταιρεία με βάση σύμβαση εργασίας και διευκρίνισε ορισμένα σημεία της. Παραθέτουμε πιο κάτω σχετικό απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 5th Edition, 2014, Vol. 39 σελίδα 36 στο οποίο αναφέρεται στην πιο πάνω αναφερόμενη καθοδήγηση καθώς και στις διευκρινίσεις/σχόλια του Court of Appeal: "The following guidance was supplied for tribunals to follow in such cases:
(1)the onus is on the party denying a contract; where an individual has paid an employee's tax and national insurance, prima facie he is entitled to an employee's rights;
(2)the mere fact of majority shareholding (or de facto control) does not in itself prevent a contract arising;
(3)similarly, enterpreneur status does not of itself prevent a contract arising;
(4)if the parties conduct themselves according to the contract (e.g. as to hours and holidays) there is a strong indicator towards employment;
(5)conversely, if their conduct is inconsistent with (or not governed by) the contract, that is a strong pointer against employment;
(6)the assertion that there is a genuine contract will be undermined if there is nothing in writing;
(7)the taking of loans from the company (or, conversely the guaranteeing of its debts) is not intrinsically inconsistent with employment; and
(8)although majority shareholding and/or control will always be relevant and may be decisive, that fact alone should not justify a finding of no employment. ......................... The guidance set out in Clark v Clark Construction Initiatives Ltd .... was approved in essence (see Neufeld v Secretary of State for Business...) subject to four qualifications[7]: (a) head
(1)above should not be read as constituting a formal reversal of the burden of proof on the party denying the employment status; it may still be necessary for the putative employee to do more than produce documentation in order to satisfy the tribunal of that status....; (b) head
(6)above might be too negative in tis expression; it may be an important consideration but if the parties' conduct also shows a true contract of employment, 'we would not wish the tribunals to seize too readily on the absence of a written agreement to justify the rejection of the claim' .....; (c) heads
(7)and
(8)above had to be considered against the backdrop of a putative employee's shareholding in the company giving him control of the company (even total control) and how this affected the assessment of what has been done under the putative written or oral employment contract that is being asserted; however, control is not ordinarily of any special relevance in deciding whether or not he has a valid such contract, nor will the fact that he will have share capital invested in the company; or that he may have loans to it; or that he has personally guaranteed its obligations; or that his personal investment in the company will stand to prosper in line with the company' s prosperity; or that he has done any of the other things that the 'owner' of a business will commonly do on its behalf, all of which shows an 'owner' acting qua 'owner', which is inevitable in the sort of companies giving rise to the issue, and is ordinarily irrelevant to whether or not a valid contract of employment has been created; they do not show that the 'owner' cannot also be an employee...." (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας). Οι θέσεις ότι (α) ο απόλυτος έλεγχος της εργοδότριας εταιρείας από τον μέτοχο/διευθυντή της από μόνος του δεν εμποδίζει το συμπέρασμα ότι ο μέτοχος /διευθυντής εργαζόταν με σύμβαση εργασίας στις περιπτώσεις που αποδεικνύεται από τις συνολικές περιστάσεις ότι ο μέτοχος/διευθυντής συμπεριφερόταν με τρόπο συμβατό με σύμβαση εργασίας και (β) η κάθε υπόθεση εξαρτάται από τα γεγονότα της και ότι το σύνολο των περιστατικών που αφορούν την παροχή υπηρεσιών από τον διευθυντή/μέτοχο θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη προτού αποφασιστεί κατά πόσον ένας διευθυντής/μέτοχος προσφέρει εξαρτημένη εργασία υιοθετήθηκαν σε μεταγενέστερες αποφάσεις Tribunals και Δικαστηρίων του Ηνωμένου Βασιλείου οι οποίες ακολούθησαν τον λόγο των πιο πάνω αποφάσεων. Το Court of Appeal της Βόρειας Ιρλανδίας στην υπόθεση Crawford v Department for Employment and Learning [2014] IRLR 626 εξετάζοντας κατά πόσον δύο αδέλφια τα οποία απασχολούνταν σε μια εταιρεία της οποίας ήταν μέτοχοι και διευθυντές μπορούσαν να θεωρηθούν ως εργοδοτούμενοι της εν λόγω εταιρείας ώστε να δικαιούνται πληρωμή από το τμήμα εργασίας λόγω της πτώχευσης της εν λόγω εταιρείας αφού αναφέρθηκε στις αγγλικές αποφάσεις Clark v Clark Construction Initiatives Ltd (πιο πάνω) και Neufeld v Secretary of State for Business (πιο πάνω) σημείωσε τα πιο κάτω: "The present case did not involve alleged contracts that were said to be sham. They were not cases that relied on written contracts. The question was whether the claimed oral contracts amounted to true contracts of employments. An answer to that question required an inquiry as to what agreements had been reached between the claimants and the company, whether any agreements amounted to contracts of employment and whether the conduct of the claimants in the course of their relationships with the company was consistent with the agreements and with contracts of employment. The inquiry would have involved considerations of the indicators of contracts of employment referred to in the decisions. However the substance of the matter concerned the nature of the agreements reached and the conduct of the claimants in purporting to act in accordance with such agreements. The conduct of the claimed employee is important when there is a written contract, as appears from the Court of Appeal comments on the first guidelines and is also important when there is no written contract, as appears from the Court of Appeal on the sixth guideline." (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας) Στο τέλος της απόφασής του επισύναψε ως παράρτημα μια οδηγία στην οποία καταγράφονται τα ζητήματα τα οποία ένα Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του κατά την εξέταση των θεμάτων που αφορούν τις συνθήκες σύναψης των κατ' ισχυρισμό συμβάσεων εργασίας μεταξύ των αιτητών και της εργοδότριας εταιρείας, τους όρους των συμβάσεων εργασίας και τη συμπεριφορά των αιτητών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που προβλέπονται από τις κατ΄ ισχυρισμό συμβάσεις εργασίας. Τα ζητήματα είναι τα εξής: τίτλος εργασίας, ημερομηνία έναρξης απασχόλησης, μισθός -πληρωμή υπερωριών, πληρωμή εξόδων, ωφελήματα σε είδος, ώρες εργασίας, καθήκοντα, επίβλεψη από άλλο πρόσωπο, τόπος εργασίας, ετήσια άδεια, άδεια ασθενείας, αξιολόγηση απόδοσης, διαφοροποίηση μεταξύ του ρόλου του διευθυντή και του ρόλου του εργοδοτουμένου, κατά πόσο υπήρχε διαφορά μεταχείρισης μεταξύ του αιτητή και των άλλων εργοδοτουμένων στην εργοδότρια εταιρεία (ειδικότερα αν οι όροι των συμβάσεων εργασίας ήταν συγκρίσιμοι), αν υπήρξαν οποιεσδήποτε αλλαγές σε σχέση με τα πιο πάνω, πώς τα πιο πάνω λειτουργούσαν στην πράξη και αν υπήρχε συμμόρφωση με τους όρους εργασίας. Παραθέτουμε πιο κάτω σχετικό απόσπασμα από το σύγγραμμα Harvey on Industrial Relations and Employment Law, Lexis Nexis, December 2018 paragraph [125.01]: "A 'multi-factorial' approach is thus well established and most cases will depend on their particular facts, with no one factor being a magic bullet. However, as is so often the case, the fact that all factors are prima facie equal does not stop particular emphasis being placed on one factor which may appear more equal that the others. That may be the reading of the subsequent decision of the Northern Ireland Court of Appeal in Department for Employment and Learning v Morgan [2016] IRLR 350 which concerned a potentially significant central factor not specifically appearing in the list above, namely how the individual was remunerated.. The claimant had originally been a company accountant under a contract of employment. He later bought a 50% shareholding and was given a new contract as an 'employee director'. This gave him the option of taking his remuneration as dividends rather than a salary, a course which he adopted for the large majority of his earnings for tax purposes. When the company became insolvent, he claimed against the Department of Employment and Learning for a redundancy payment ... The Department refused on the basis that he had not been an employee, as was principally evidenced by his remuneration by dividends. To put the matter simply, the dispute was between the Department's view that the form of remuneration was determinative and the claimant's argument that it was necessary to consider the reality of what the payment of dividends was for. The tribunal took the latter approach and held that, as the payment was in reality an emolument for services rendered for the company, he was entitled to the payments. The NI Court of Appeal agreed and rejected the Department's Appeal. Considering the guidance in Neufeld and also their own previous decision applying that guidance in Crawford .. and then citing longstanding tax law where directors' remuneration has always been classified .... according to its real nature, they held that that should also apply in employment law, rather than just the form of payment: "It is not only in tax cases that substance should prevail over form. Nor is it only in tax cases that attention should focus on the character of the receipt in the hands of the recipients. The question is whether the payments made in the form of dividends were made for services rendered by the employees on the foot of a contract of employment. That is a question of fact." That overall factual nature can be seen from the subsequent decision in Dugdale v DDE Law Ltd UKEAT /0169/16 .... where a solicitor in a small practice which incorporated (for limited liability purposes) but run in practice similarly to a partnership was held not to be ' its employee'; remuneration was an important factor, but here payment by dividends/loans (with only a small element of 'director's remuneration' for tax purposes) was held to point against employment status; Neufeld was followed and Morgan was distinguished on the basis that in that case there was a contract expressly providing for payment of salary as dividends." Βάρος Απόδειξης Α. Το άρθρο 5 του Νόμου προβλέπει τους λόγους που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και οι οποίοι δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Με το εδάφιο (β) του εν λόγω άρθρου καλύπτεται ο λόγος απόλυσης λόγω πλεονασμού. Το άρθρο 6
(1)του Νόμου καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτουμένου σύμφωνα με το οποίο «... ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων» δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Επομένως στην παρούσα περίπτωση οι Καθ' ων η Αίτηση 1 έχουν το βάρος να αποδείξουν ότι τερμάτισαν την απασχόληση του Αιτητή λόγω πλεονασμού βάσει των προβλεπομένων στο άρθρο 5(β) σε συνδυασμό με το άρθρο 18 του Νόμου, όπου καθορίζονται περιοριστικά οι λόγοι πλεονασμού. Β. Περαιτέρω ο Αιτητής είχε το βάρος απόδειξης ότι ήταν «εργοδοτούμενος» εντός της έννοιας του Νόμου και της νομολογίας προϋπόθεση απαραίτητη σύμφωνα με το άρθρο 16
(1)του Νόμου για να τύχει της ομώνυμης πληρωμής από το Ταμείο. Γ. Για τους Καθ' ων η Αίτηση 1 κατέθεσε ο κ. Ανδρέας Φλουρέντζου Διευθυντής και Μέτοχός τους. Ο Αιτητής προσκόμισε τη δική του μαρτυρία. Το Ταμείο δεν προσκόμισε οποιαδήποτε προφορική μαρτυρία και αρκέστηκε στην αντεξέταση του κ. Φλουρέντζου και του Αιτητή. Μαρτυρία Ο κ. Φλουρέντζου καταθέτοντας ανέφερε ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 1 είναι μικρή εταιρεία η οποία ασχολείται αποκλειστικά με την κατασκευή χωνιών για παγωτά. Ότι λόγω της εποχικότητας του παγωτού ο όγκος εργασίας των Καθ' ων η Αίτηση 1 είναι από τον Μάρτιο μέχρι τον Σεπτέμβριο κάθε έτους. Ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 1 απασχολούν
(1)μόνιμα: (α) ένα διευθυντή, (β) ένα υπεύθυνο παραγωγής (ο οποίος ξεκινούσε τις μηχανές, έκανε ζύμες, συντόνιζε το προσωπικό της παραγωγής και έκανε συντήρηση και επιδιόρθωση των μηχανών παραγωγής όταν χρειαζόταν στο βαθμό που του επέτρεπαν οι γνώσεις του), (γ) ένα διανομέα και (δ) μια υπάλληλο γραφείου που έπαιρνε τις παραγγελίες από τους πελάτες και
(2)εποχιακά, κατά την περίοδο Μαρτίου - Σεπτεμβρίου, δύο ή τρεις εργάτριες. Ήταν η θέση του ότι ο Αιτητής ασκούσε κυρίως τα καθήκοντα του υπεύθυνου παραγωγής και ότι όταν υπήρχαν οι οποιεσδήποτε μικροβλάβες στις μηχανές παραγωγής τις επιδιόρθωνε. Ότι ο Αιτητής απασχολείτο αποκλειστικά εντός του εργοστασίου και δεν εκτελούσε καθήκοντα διανομέα ή οποιεσδήποτε εργασίες εκτός του εργοστασίου. Ισχυρίστηκε ότι μετά το 2012 ένας από τους σημαντικότερους πελάτες των Καθ' ων η Αίτηση 1, η εταιρεία Παγωτά Παπαφιλίππου & Πατισερί Παναγιώτης Λτδ, σταμάτησε σταδιακά να αγοράζει χωνάκια από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 με αποτέλεσμα από το 2012 μέχρι το 2014 να μειωθούν σταδιακά οι πωλήσεις των Καθ' ων η Αίτηση
  1. Ότι παρόλες τις προσπάθειες που κατέβαλαν οι Καθ' ων η Αίτηση 1 να αναπληρώσουν τις απώλειές τους δεν τα κατάφεραν. Υποστήριξε ότι όταν το 2014 διαπιστώθηκε η μείωση στις πωλήσεις των Καθ' ων η Αίτηση 1 αποφασίστηκε η απόλυση του Αιτητή ο οποίος σε αντίθεση με το υπόλοιπο προσωπικό δεν μπορούσε να εκτελέσει οποιαδήποτε καθήκοντα πέραν από αυτά του υπεύθυνου παραγωγής και/ή του μηχανικού. Ανέφερε ότι δεν προσλήφθηκε άλλο πρόσωπο στη θέση του Αιτητή. Ότι ο κ. Δημήτρης Γεωργίου προσλήφθηκε στη θέση του διανομέα σε αντικατάσταση του διανομέα των Καθ' ων η Αίτηση 1 που παραιτήθηκε οικειοθελώς στις 23/04/
  2. Ότι τον Μάιο του 2014 ήταν τα αρχικά στάδια της εποχιακής περιόδου εργασιών των Καθ' ων η Αίτηση
  3. Ότι το 2014 οι Καθ' ων η Αίτηση 1 κατέβαλλαν προσπάθειες να επαναφέρουν τις πωλήσεις τους στα επίπεδα των προηγούμενων χρόνων με την αποκατάσταση των σχέσεών τους με την εταιρεία Παγωτά Παπαφιλίππου & Πατισερί Παναγιώτης Λτδ και δεν γνώριζαν ποια κατάληξη θα είχαν οι εν λόγω προσπάθειές τους μέχρι τον Αύγουστο του
  4. Ότι δεν προτάθηκε στον Αιτητή να αναλάβει τα καθήκοντα του διανομέα τον Μάιο του 2014 καθότι δεν είχε την προσωπικότητα που ήταν απαραίτητη ώστε να έχει καλές διαπροσωπικές σχέσεις με τους πελάτες με τους οποίους θα είχε άμεση επαφή ως διανομέας. Ότι μέχρι και το τέλος της εποχιακής περιόδου εργασιών των Καθ' ων η Αίτηση 1 για το 2014, οι προσπάθειές τους δεν απέδωσαν με αποτέλεσμα ο κύκλος εργασιών των Καθ' ων η Αίτηση 1 να μειωθεί σημαντικά και να τίθεται σε κίνδυνο η βιωσιμότητα της επιχείρησής τους. Ήταν η θέση του ότι ο Αιτητής δεν εξάσκησε ποτέ διευθυντικά καθήκοντα στους Καθ' ων η Αίτηση 1 και είπε ότι στις 07/03/2014 ο Αιτητής παραιτήθηκε και τυπικά από Διευθυντής των Καθ' ων η Αίτηση
  5. Αντεξεταζόμενος, σε υπόδειξη του δικηγόρου του Ταμείου ότι όλες τις περιόδους Μαρτίου - Σεπτεμβρίου κατά τα έτη 2012, 2013, 2014 και 2015 οι Καθ' ων η Αίτηση 1 απασχολούσαν πάντα συνολικά έξι
(6)άτομα, διευκρίνισε ότι το 2014 οι Καθ' ων η Αίτηση 1 κατέβαλλαν προσπάθειες «να φέρουν πίσω» την εταιρεία Παγωτά Παπαφιλίππου & Πατισερί Παναγιώτης Λτδ και ότι με αυτό το σκεπτικό εργάζονταν με το ίδιο προσωπικό παρά τη μείωση στις παραγγελίες που είχαν. Ότι τέλος Αυγούστου του 2014 κατάλαβαν ότι δεν θα άλλαζε κάτι και ότι οι πωλήσεις τους για το 2014 ήταν και θα ήταν πολύ μειωμένες. Ότι τον Απρίλιο του 2015 κατάφεραν να βρουν τρόπο να συνεργαστούν ξανά με την εταιρεία Παγωτά Παπαφιλίππου & Πατισερί Παναγιώτης Λτδ. Διευκρίνισε ότι ο Αιτητής δεν έκανε τις περίπλοκες και τις μεγάλες συντηρήσεις και επιδιορθώσεις των μηχανών παραγωγής και ότι αυτά που έκανε ο Αιτητής μπορούσε να τα κάνει και αυτός και οποιοσδήποτε άλλος υπάλληλος των Καθ' ων η Αίτηση 1 εκπαιδευόταν σχετικά. Ότι για μεγάλες επιδιορθώσεις και συντηρήσεις οι Καθ' ων η Αίτηση 1 έφερναν εξειδικευμένους τεχνικούς. Υποστήριξε ότι το 2013 η εταιρεία Παγωτά Παπαφιλίππου & Πατισερί Παναγιώτης Λτδ αγόραζε λιγότερα προϊόντα από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και τους ενημέρωσε ότι θα σταματούσε τη συνεργασία με τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και ότι το 2014 σταμάτησε εντελώς να αγοράζει προϊόντα από τους Καθ' ων η Αίτηση
  1. Ότι το 2015 η εταιρεία Παγωτά Παπαφιλίππου & Πατισερί Παναγιώτης Λτδ άρχισε να αγοράζει ξανά προϊόντα από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 μετά από παρέμβαση του κύριου μετόχου της ο οποίος έδωσε εντολή στο Τμήμα Αγορών, το οποίο ήταν αρνητικό να συνεργαστεί με τους Καθ' ων η Αίτηση 1, να αγοράζει προϊόντα από τους Καθ' ων η Αίτηση
  2. Ήταν η θέση του ότι αυτός διεύθυνε τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και ότι οι άλλοι διευθυντές και μέτοχοί τους του είχαν τυφλή εμπιστοσύνη και απλώς τους ενημέρωνε τυπικά για τις αποφάσεις που λάμβανε σχετικά με την επιχείρηση των Καθ' ων η Αίτηση
  3. Ότι ο Αιτητής απλώς υπέγραφε τυπικά μη συμπληρωμένες επιταγές των Καθ' ων η Αίτηση 1 και τις παρέδινε. Ότι όταν χρειαζόταν να γίνει η οποιαδήποτε πληρωμή αυτός συμπλήρωνε, υπέγραφε και παρέδιδε τις επιταγές στα πρόσωπα που θα καταβαλλόταν πληρωμή από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 χωρίς καμία ανάμειξη του Αιτητή. Η δικηγόρος του Αιτητή δεν αντεξέτασε τον κ. Φλωρέντζου. Ο Αιτητής κατέθεσε ότι η εργασία του στους Καθ' ων η Αίτηση 1 ήταν χειρωνακτική εντός του εργοστασίου στο οποίο παράγονταν τα χωνάκια. Ότι όσο του επέτρεπαν οι γνώσεις του προέβαινε σε συντηρήσεις και επιδιορθώσεις των μηχανών παραγωγής. Ότι για μεγάλες επιδιορθώσεις και συντηρήσεις οι Καθ' ων η Αίτηση 1 έφερναν εξειδικευμένους τεχνικούς. Ήταν η θέση του ότι αυτός δεν εκτελούσε καθήκοντα διανομέα ούτε είχε «το χάρισμα» να βλέπει πελάτες. Υποστήριξε ότι ως μέτοχος και διευθυντής των Καθ' ων η Αίτηση 1 δεν λάμβανε αποφάσεις για την επιχείρηση των Καθ' ων η Αίτηση 1 και ότι όλα τα λογιστικά και εμπορικά ζητήματα των Καθ' ων η Αίτηση 1 τα χειριζόταν ο κ. Φλωρέντζου ο οποίος απλώς τον ενημέρωνε. Σημείωσε ότι δεν υποθήκευσε οποιαδήποτε προσωπική περιουσία του και δεν υπέγραψε οποιαδήποτε εγγύηση προς εξασφάλιση των οικονομικών υποχρεώσεων των Καθ' ων η Αίτηση 1 προς τις τράπεζες. Υποστήριξε ότι αυτός υπέγραφε μόνο μη συμπληρωμένες επιταγές. Οι δικηγόροι του Ταμείου και των Καθ' ων η Αίτηση 1 δεν αντεξέτασαν τον Αιτητή. Ανάλυση Μαρτυρίας - Εφαρμογή Νομικής Πτυχής - Κατάληξη Α. Παρακολουθήσαμε με προσοχή τους μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιόν μας και αξιολογώντας το ενώπιόν μας μαρτυρικό υλικό παρατηρούμε ότι τα όσα ανέφεραν οι μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιόν μας δεν έχουν αμφισβητηθεί ουσιαστικά κατά την αντεξέτασή τους ή αντικρουστεί με θετική μαρτυρία από την πλευρά του Ταμείου. Η μαρτυρία τους ήταν σταθερή χωρίς αντιφάσεις και σε συμφωνία με τα έγγραφα που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια ενώπιόν μας. Η αξιοπιστία τους δεν κλονίστηκε ούτε εντοπίσαμε οποιεσδήποτε εγγενείς αδυναμίες στη μαρτυρία τους. Δεχόμαστε λοιπόν τη μαρτυρία τους ως αξιόπιστη και βρίσκουμε ότι τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης είναι όπως αυτά τέθηκαν ενώπιόν μας με το σύνολο της ενώπιόν μας προφορικής και γραπτής μαρτυρίας. Β. Η ένσταση του Ταμείου για πληρωμή του Αιτητή από το Ταμείο λόγω πλεονασμού εδράζεται στη θέση ότι η απόλυση του Αιτητή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οφείλεται σε λόγους πλεονασμού λόγω του ότι από τα στοιχεία που προσκόμισαν οι Καθ' ων η Αίτηση 1 ενώπιον του Δικαστηρίου δεν αποδεικνύεται ουσιαστική μείωση του κύκλου εργασιών κατά τον ουσιώδη χρόνο εντός των πλαισίων που καθορίζει ο Νόμος και η νομολογία καθότι (α) ενώ το 2014 υπήρξε μείωση του κύκλου εργασιών των Καθ' ων η Αίτηση 1 σε σχέση με το 2013, το 2015 ο κύκλος εργασιών των Καθ' ων η Αίτηση 1 παρουσίασε σημαντική αύξησε σε σχέση με το 2014 και επανήλθε στα επίπεδα του 2013 και (β) αρχές του 2014 οι Καθ' ων η Αίτηση 1 προσέλαβαν ένα υπάλληλο. Από τα ενώπιόν μας γεγονότα που αφορούν τον κύκλο εργασιών των Καθ' ων η Αίτηση 1 κατά τα έτη 2012 μέχρι 2015 προκύπτει ότι: (α) ο κύκλος εργασιών τους το 2013 ήταν μειωμένος, σε σχέση με τον κύκλο εργασιών που είχαν το 2012, κατά 3.76%, (β) ο κύκλος εργασιών τους το 2014 είχε μείωση, σε σχέση με τον κύκλο εργασιών που είχαν το 2013, 12.30%, (γ) το 2014 ο κύκλος εργασιών τους ήταν μικρότερος από τον κύκλο εργασιών που είχαν το 2010 (κατά 8%) και το 2011 (κατά 5.63%), και (δ) ο κύκλος εργασιών τους το 2015 ήταν κατά 13,42% αυξημένος σε σχέση με τον κύκλο εργασιών το
  4. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν ξεκάθαρα ότι υπήρξε ουσιαστική μείωση στον κύκλο εργασιών των Καθ' ων η Αίτηση 1 το 2014 σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Θέτοντας τα πιο πάνω στα πλαίσια των νομολογιακών αρχών βρίσκουμε ότι η μείωση που είχαν οι Καθ' ων η Αίτηση 1 το 2014 ήταν αρκετά μεγάλη και σημαντική και θα μπορούσε να δικαιολογήσει, κατά τη γνώμη μας, την, από μέρους των Καθ' ων η Αίτηση 1, λήψη μέτρων μείωσης του προσωπικού τους λόγω πλεονασμού τον Σεπτέμβριο του
  5. Περαιτέρω από τα ενώπιόν μας γεγονότα προκύπτει ότι τον Σεπτέμβριο του 2014 δεν μπορούσε να προβλεφθεί ότι το 2015 ο κύκλος εργασιών των Καθ' ων η Αίτηση 1 θα επανερχόταν στα επίπεδα του 2013 καθότι (α) μέχρι τότε δεν είχε επιτευχθεί συμφωνία συνεργασίας με την εταιρεία Παγωτά Παπαφιλίππου & Πατισερί Παναγιώτης Λτδ, η οποία ήταν πολύ σημαντικός πελάτης των Καθ' ων η Αίτηση 1 και (β) η μείωση στον κύκλο εργασιών των Καθ' ων η Αίτηση 1 το 2013 και το 2014 οφειλόταν στη μείωση (αρχικά) και στην απώλεια (ακολούθως) των παραγγελιών από την εν λόγω εταιρεία. Στη βάση των πιο πάνω κρίνουμε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο λήψης της απόφασης τερματισμού των υπηρεσιών του Αιτητή, οι Καθ' ων η Αίτηση 1 δεν ήταν σε θέση να προβλέψουν την αύξηση του κύκλου εργασιών τους το 2015 και ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 1 βάσιμα και δικαιολογημένα κατέληξαν τον Σεπτέμβριο του 2014 ότι οι υπηρεσίες του Αιτητή κατέστησαν πλεονάζουσες λόγω μείωσης του κύκλου εργασιών τους. Συνακόλουθα κρίνουμε ότι η μείωση του κύκλου εργασιών των Καθ' ων η Αίτηση 1 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εποχιακή και/ή προσωρινή και/ή παροδική εντός του συνήθους κύκλου εργασιών τους (βλ. Valentine Estates Ltd v.
  6. XX Βασιλείου,
  7. Ταμείου Πλεονασμού, Πολ. Έφεση 238/2012 ημερ. 19/03/2019, ECLI:CY:AD:2019:A
  8. Προκύπτει από το ενώπιόν μας υλικό ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 1 την 01/05/2014 προσέλαβαν ένα υπάλληλο ο οποίος εκτελούσε διαφορετικά εργασιακά καθήκοντα από αυτά του Αιτητή σε αντικατάσταση άλλου υπαλλήλου που παραιτήθηκε οικειοθελώς και ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να εκτελέσει τα καθήκοντα που εκτελούσε ο υπάλληλος που αποχώρησε από την εργασία του. Με βάση τα πιο πάνω κρίνουμε ότι η πρόσληψη στην οποία προέβηκαν οι Καθ' ων η Αίτηση 1 01/05/2014 δεν μπορεί να αποτελέσει υπόβαθρο αναίρεσης του πιο πάνω συμπεράσματός μας για μείωση του κύκλου εργασιών των Καθ' ων η Αίτηση 1 εντός των πλαισίων του άρθρου 18(γ)(vii) του Νόμου κατά τον ουσιώδη χρόνο λήψης της απόφασης απόλυσης του Αιτητή[8]. Βρίσκουμε λοιπόν ότι (α) η μείωση στον κύκλο εργασιών που είχαν οι Καθ' ων η Αίτηση 1 το 2014 σε σύγκριση με τα προηγούμενα έτη ήταν ουσιαστική και υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης δικαιολογεί την, από μέρους των Καθ' ων η Αίτηση 1, λήψη μέτρων μείωσης του προσωπικού τους τον Σεπτέμβριο του 2014 και (β) η πρόσληψη στην οποία προέβησαν οι Καθ' ων η Αίτηση 1 την 01/05/2014 δεν αντιβαίνει του λόγου πλεονασμού (της μείωσης του κύκλου εργασιών) που επικαλούνται οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και ούτε αναιρούν το συμπέρασμά μας ότι η απόλυση του Αιτητή έγινε κάτω από συνθήκες μείωσης του κύκλου εργασιών των Καθ' ων η Αίτηση
  9. Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνουμε ότι η απόλυση του Αιτητή έγινε κάτω από πραγματικές συνθήκες πλεονασμού σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18(γ)(vii) του Νόμου και κατά συνέπεια ο Αιτητής δικαιούται πληρωμή από το Ταμείο. Γ. Σύμφωνα με τις νομικές αρχές που παραθέσαμε πιο πάνω τα γεγονότα ότι ο εργοδοτούμενος είχε μετοχές στον εργοδότη του ή συμμετείχε στη διοίκηση της επιχείρησης του εργοδότη του ή είχε κάποιο βαθμό ελέγχου στον εργοδότη του και/ή συμμετοχής στα οικονομικά/επιχειρηματικά ρίσκα του εργοδότη, από μόνα τους δεν θέτουν τον εργοδοτούμενο εκτός του πλαισίου μια σχέσης εργασίας και το ζήτημα, κατά πόσον ένα πρόσωπο εργαζόταν με σύμβαση εργασίας και/ή κάτω από περιστάσεις από τις οποίες μπορεί να συναχθεί σχέση εργοδότη - εργοδοτουμένου ή όχι, είναι πραγματικό και το Δικαστήριο αποφαίνεται επί του εν λόγω ζητήματος αναλόγως της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιόν του. Στην παρούσα περίπτωση ο Αιτητής λάμβανε μισθό από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 οι οποίοι του κατέβαλλαν εισφορές μισθωτού στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και κατείχε συγκεκριμένη θέση εργασίας στην επιχείρηση των Καθ' ων η Αίτηση
  10. Εκτελούσε εργασιακά καθήκοντα στο εργοστάσιο παραγωγής των Καθ' ων η Αίτηση 1 τα οποία δεν είχαν σχέση με τη διοίκηση των Καθ' ων η Αίτηση
  11. Δεν τέθηκε οποιοδήποτε στοιχείο ενώπιόν μας που να αμφισβητεί την ύπαρξη αυθεντικής σχέσης εργασίας μεταξύ του Αιτητή και των Καθ' ων η Αίτηση
  12. Περαιτέρω ο Αιτητής δεν εγγυήθηκε οποιεσδήποτε οικονομικές υποχρεώσεις των Καθ' ων η Αίτηση 1 ούτε ανέλαβε τον επιχειρηματικό κίνδυνο των Καθ' ων η Αίτηση 1 με τη δέσμευση οποιασδήποτε προσωπικής περιουσίας του. Δεν φαίνεται να προέβη σε οποιαδήποτε πράξη στην οποία κατά συνήθεια θα προέβαινε ένας ιδιοκτήτης μιας επιχείρησης. Η συμμετοχή του στο Διοικητικό Συμβούλιο των Καθ' ων η Αίτηση 1 ήταν τυπική και ο ίδιος δεν φαίνεται να άσκησε οποιαδήποτε διευθυντικά δικαιώματα. Δεν διαφάνηκε ότι το ποσοστό των μετόχων που κατείχε στο κεφάλαιο των Καθ' ων η Αίτηση 1 έπαιζε καθοριστικό ρόλο στη λήψη αποφάσεων ή ότι η ψήφος του ήταν αναγκαία ή καθοριστική για τη διαμόρφωση των αποφάσεων των Καθ' ων η Αίτηση 1 χωρίς τη συμμετοχή και των υπόλοιπων μετόχων. Το γεγονός ότι ο Αιτητής υπέγραφε (α) επιταγές και (β) για τραπεζικές συναλλαγές των Καθ' ων η Αίτηση 1 για την περίοδο από 21/11/2005 μέχρι 27/08/2013 (δηλαδή για όχι όλη την περίοδο απασχόλησης του Αιτητή στους Καθ' ων η Αίτηση 1) μαζί με ένα άλλο Διευθυντή των Καθ' ων η Αίτηση 1 από μόνο του, δεν αποτελεί στοιχείο που δεικνύει ότι ο Αιτητής δεν είχε σχέση εξάρτησης με τους Καθ' ων η Αίτηση 1 αφού ένα τέτοιο δικαίωμα μπορεί να δοθεί σε ένα εργοδοτούμενο χωρίς αυτός να είναι διευθυντής ή μέτοχος του εργοδότη. Υπό το φως των πιο πάνω βρίσκουμε ότι ο Αιτητής κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του στους Καθ' ων η Αίτηση 1 απασχολείτο στην υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση 1 κάτω από συνθήκες που υποδηλώνουν την ύπαρξη σχέσης εργοδότη - εργοδοτουμένου ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο Αιτητής ήταν μέτοχος, διευθυντής και γραμματέας των Καθ' ων η Αίτηση 1 για κάποια περίοδο αφού δεν διαφάνηκε ότι οι εν λόγω ιδιότητες του μετόχου, διευθυντή και γραμματέα των Καθ' ων η Αίτηση 1 που κατείχε αναιρούσαν με οποιοδήποτε τρόπο τη σχέση εξάρτησής του που είχε με τους Καθ' ων η Αίτηση
  13. Συνακόλουθα με τα πιο πάνω ο Αιτητής δικαιούται πληρωμής λόγω πλεονασμού από το Ταμείο σύμφωνα με την Παράγραφο 1 του Τετάρτου Πίνακα του Νόμου. Αποζημιώσεις Σύμφωνα με τον Τέταρτο Πίνακα του Νόμου και σε συνάρτηση με την περίοδο απασχόλησής του (20 συναπτά έτη) η πληρωμή που δικαιούται ο Αιτητής αντιστοιχεί με τις απολαβές 55.5 εβδομάδων ήτοι ποσό €24.334,53 (55.5 Χ €438,46). Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον του Ταμείου για το ποσό των €24.334,53 με νόμιμο τόκο. Επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εις βάρος του Ταμείου, δικηγορικά έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, πλέον Φ.Π.Α. Η αίτηση εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 για αποζημιώσεις λόγω παράνομου τερματισμού απορρίπτεται χωρίς έξοδα. (Υπ.) ............... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.) ............. (Υπ.) ............... Χ. Ιωάννου, Μέλος Δ. Χαριλάου, Μέλος ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλέπε επίσης Ορθοδοξία Ζερταλλή ν Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού
(2003)1Α Α.Α.Δ. 178 [2] Οι γενικές αρχές της νομολογίας αναφορικά με τον πλεονασμό συνοψίζονται στο σύγγραμμα Π. Γ. Πολυβίου, Η Σύμβαση Εργασίας στο Κυπριακό Δίκαιο, Εκδόσεις Χρυσαφίνης και Πολυβίου, 2016, Τόμος Α΄ στις σελίδες 330-
  1. [3] Βλ. Ι. Κουκιάδης, Εργατικό Δίκαιο (Ατομικές εργασιακές σχέσεις και το δίκαιο της ευελιξίας της εργασίας), Γ΄ Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2005, σελ.
  2. [4] Στην υπόθεση AVRAAM K. PROUSI v. REDUNDANT EMPLOYEES FUND
(1988)1 C.L.R. 363 στη σελίδα 368 ελέχθη ότι: "The question as to whether the relationship of employer and employee exists is always a question of fact and the facts of each particular case have to be taken into consideration. The only criterion for making a person an employee of another is not the payment of a salary for services rendered by him but also it has to be established that the employer can exercise control over the work of the other". Στην Tsapaco Catering Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργού Εργασίας
(1998)3 ΑΑΔ 796 στη σελίδα 800 τονίστηκε ότι: «Μπορεί να λεχθεί ότι η σχέση εργοδότη-εργοδοτούμενου προϋποθέτει μεταξύ άλλων το δικαίωμα εκλογής του εργοδοτουμένου από τον εργοδότη, την απασχόληση για συγκεκριμένες ώρες σε συγκεκριμένο χώρο, την ύπαρξη κάποιου ελέγχου, τη διασφάλιση της συνέχισης της εργοδότησης και την καταβολή απολαβών. (Ιδε Chitty on Contracts (Specific Contracts) 27th Edition, p.698.) O καθορισμός της ανταμοιβής για τις υπηρεσίες που προσφέρονται είναι ένα στοιχείο που μπορεί να υποστηρίξει την ύπαρξη της σχέσης εργοδότη και εργοδοτουμένου, χωρίς όμως από μόνο του να θεμελιώνει τη σχέση. Η σχέση μπορεί να αποδειχθεί κατά κύριο λόγο:(α) από την υποχρέωση του εργοδοτουμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του και (β) από το δικαίωμα του εργοδότη να ελέγχει την εργασία του εργοδοτουμένου.». Βλέπε επίσης τις αποφάσεις στις υποθέσεις Άγγελου Αγγελίδη ν. 1. Κυπρής Χ΄΄Μάρκου & Υιός Λτδ 2. Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού Λτδ
(2000)1 (Α) ΑΑΔ 465, Π. Προική v. Φιλικής Ασφαλιστικής Εταιρείας
(2002)1 (Β) Α.Α.Δ. 736. [5] Στο σύγγραμμα Colin Bourn, Redundancy Law and Practice
(1983)στη σελίδα 77 αναφέρονται τ΄ακόλουθα: " The approach which is now adopted by the courts is to question whether the employee is in reality performing his duties " as person in business in his own account" ......rather than working for a superior. A multiplicity of factors could influence that decision , such as the degree to which the person is free from detailed control by another, as to his hours or working methods, whether he has invested any capital in the business or whether he bears any of the economic risks of profit and loss." [6] Οι αιτητές στην εν λόγω υπόθεση υπέβαλαν αίτηση για πληρωμή λόγω πλεονασμού στη βάση του sec. 182 of Employments Rights Act 1996 για τον λόγο ότι οι εταιρείες στις οποίες απασχολούνταν είχαν χρεωκοπήσει. Η πιο πάνω νομοθετική διάταξη προβλέπει ότι στην περίπτωση που ο εργοδότης ενός εργοδοτουμένου πτωχεύσει και η εργοδότηση του εργοδοτουμένου τερματιστεί τότε ο εργοδοτουμένος δικαιούται να ζητήσει από το ταμείο κοινωνικών ασφαλίσεων να του καταβάλει ανάμεσα σε άλλα και πληρωμή αποζημίωσης πλεονασμού για τον τερματισμό της απασχόλησής του. Το ταμείο κοινωνικών ασφαλίσεων καταβάλλει την εν λόγω πληρωμή μόνο στις περιπτώσεις «εργοδοτουμένων» οι οποίοι καλύπτονται από το sec.230 of Employments Rights Act 1996 το οποίο αναφέρει τα πιο κάτω: "
(1)In this Act "employee" means an individual who has entered into or works under (or, where the employment has ceased, worked under) a contract of employment.
(2)In this Act "contract of employment" means a contract of service or apprenticeship, whether express or implied, and (if it is express) whether oral or writing...
(3)...................." [7] Παραθέτουμε πιο κάτω τις παραγράφους 1 και 6 της καθοδήγησης/οδηγίας που δόθηκε στις αποφάσεις Clark v Clark Construction Initiatives Ltd (πιο πάνω) και Neufeld v Secretary of State for Business: "1.Where there is contract ostensibly in place, the onus is on the party seeking to deny its effect to satisfy the court that it is not what appears to be. This is particularly so where the individual has paid tax and national insurance as an employee; he has on the face of it earned the right to take advantage of the benefits which employees may derive from such payments. {We doubt if Elias J was intending to refer to a legal burden. In cases where the putative employee is asserting the existence of an employment contract, it will be for him to prove it; and, as we have indicated, the mere production of what purports to be a written service agreement may by itself be insufficient to prove the case sought to be made. If the putative employee's assertion is challenged the court or the tribunal will need to be satisfied that the document is a true reflection of the claimed employment relationship, for which purpose it will be relevant to know what the parties have done under it. The putative employee may, therefore, have to do rather more than simply produce the contract itself, else a board minute or memorandum purporting to record his employment.} 6. In that context, the assertion that there is a genuine contract will be undermined if the terms have not been identified or reduced into writing ... This will be powerful evidence that the contract was not really intended to regulate the relationship in any way. {We consider that Elias J's sixth factor may perhaps have put a little too high the potentially negative effect of the terms of the contract not having been reduced into writing. This will obviously be an important consideration but if the parties' conduct under the claimed contract points convincingly to the conclusion that there was a true contract of employment, we would not wish tribunals to seize too readily on the absence of a written agreement as justifying the rejection of the claim.}" [8] Βλέπε Α/φοι Γαλαταριώτη Λτδ ν. 1. Παρασκευής Γρηγορά, 2. Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού
(2001)1 Α.Α.Δ 1985: «Η πρόσληψη υπαλλήλου για να εκτελεί με τα ίδια μέσα τα καθήκοντα της εφεσίβλητης, καταδείχνει με βεβαιότητα ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της εφεσίβλητης δεν οφειλόταν ούτε και σε περιορισμόν του όγκου της εργασίας των εφεσειόντων». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.