ISTVAN NAGY κ.α. ν. SEA CHEFS RIVER CRUISES LTD κ.α., Συνενωμένες αιτήσεις με αρ. 256/21 και 258/21, 27/6/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή Χ. Ιωάννου ) Π. Ιωαννίδης ) Μελών Συνενωμένες αιτήσεις με αρ. 256/21 και 258/21 Αρ. Αίτησης: 256/21 Μεταξύ: ISTVAN NAGY Aιτητή και
- SEA CHEFS CRUISES LTD
- ΤΑΜΕΙΟ ΔΙΑ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΝ Καθ' ων η Αίτηση ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 13/09/2023 Αρ. Αίτησης: 256/21 Μεταξύ: ISTVAN NAGY Aιτητή και
- SEA CHEFS RIVER CRUISES LTD
- ΤΑΜΕΙΟ ΔΙΑ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΝ Καθ' ων η Αίτηση --------------------------------------------------------------------- Αρ. Αίτησης: 258/21 Μεταξύ: ΓΙΩΤΗ ΙΩΣΗΦΑΚΗ Aιτητή και
- SEA CHEFS RIVER CRUISES LTD
- ΤΑΜΕΙΟ ΔΙΑ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΝ Καθ' ων η Αίτηση ΤΑΧΕΙΑΣ ΕΚΔΙΚΑΣΗΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 15/02/2024 Ημερομηνία: 27 Ιουνίου 2024 Εμφανίσεις: Για Αιτητή στην αίτηση με αρ. 256/21: κα Χρ. Χ"Κωστή Για Αιτητή στην αίτηση με αρ. 258/21: κα Α. Στεφάνου Για Καθ' ων η Αίτηση 1: κα Μ. Διονυσίου Για το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού: κ. Γ. Αθανασιάδης με τον κ. Μιχ. Στυλιανού Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 («η Εργοδότρια Εταιρεία») είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη με έδρα τη Λεμεσό και ασχολούνται με τις υπηρεσίες εξεύρεσης, παροχής, στελέχωσης και διοίκησης προσωπικού - πληρωμάτων σε κρουαζιερόπλοια ποταμών που εκτελούν κρουαζιέρες σε διάφορες χώρες της υφηλίου. Ο Αιτητής στην αίτηση με αρ. 256/21 προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας στις 04/09/2017 στη θέση του Senior Crewing Officer. Ο Αιτητής στην αίτηση με αρ. 258/21 προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας στις 09/11/2012 στη θέση του Crewing Officer. Και οι δύο Αιτητές ασχολούντο με την εξεύρεση πληρώματος στα ποταμόπλοια και τη διαχείριση της εργασίας των εν λόγω πληρωμάτων. Τον Δεκέμβριο του 2019 εντοπίστηκε στην πόλη Wuhan της Κίνας επιδημία περιστατικών πνευμονίας, που είχε χαρακτηριστεί εκείνη την περίοδο ως ιογενούς φύσης και άγνωστης αιτίας. Στις 9 Ιανουαρίου 2020 οι κινεζικές υγειονομικές αρχές και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ανακοίνωσαν επίσημα ότι εντοπίστηκε νέος κορωνοϊός ο οποίος ονομάστηκε Covid-
- Ο αριθμός των επιβεβαιωμένων κρουσμάτων ατόμων που μολύνθηκαν από τον Covid-19 αυξήθηκε ραγδαία στην Κίνα και σε ολόκληρο τον κόσμο και από τις 30 Ιανουαρίου 2020 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας δήλωσε ότι η ασθένεια αποτελούσε κατάσταση έκτακτης ανάγκης για τη δημόσια υγεία διεθνώς. Στις 11 Μαρτίου 2020 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας κήρυξε τον Covid-19 ως πανδημία. Στις 12 Μαρτίου 2020 το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων προειδοποίησε την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις χώρες του ΕΟΧ για τους κινδύνους που συνδέονται με την εξάπλωση του ιού Covid-19 και επιβεβαίωσε την ανάγκη λήψης μέτρων δημόσιας υγείας για τον μετριασμό των επιπτώσεων της πανδημίας. Ειδικότερα, συνέστησε μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης, συμπεριλαμβανομένης της άμεσης απομόνωσης των συμπτωματικών ατόμων και της αναστολής των μαζικών συγκεντρώσεων. Την άνοιξη του 2020 πολλές χώρες κήρυξαν κατάσταση έκτακτης ανάγκης για τη δημόσια υγεία και εισήγαγαν ειδικά μέτρα προστασίας των κατοίκων τους συμπεριλαμβανομένων και των lockdown. Λόγω της εξάπλωσης της πανδημίας του κορωνοϊού Covid-19 ξεκίνησε στην Κύπρο από τις 11/03/2020 η έκδοση Κανονιστικών Διοικητικών Πράξεων/Διαταγμάτων στη βάση του Περί Λοιμοκαθάρσεως Νόμου με τα οποία λαμβάνονταν μέτρα προς περιορισμό της εξάπλωσης του Covid-19 τα οποία περιελάμβαναν μεταξύ άλλων, την απαγόρευση ταξιδιών, μετακινήσεων, συναθροίσεων και εκδηλώσεων και την απαγόρευση λειτουργίας συγκεκριμένων επιχειρήσεων. Του πρώτου Διατάγματος ακολούθησαν πολλά άλλα τα οποία τροποποιούσαν τα εκάστοτε μέτρα μέχρι την κατάργησή τους την 31η Αυγούστου
- Αντίστοιχα Διατάγματα με αυτά που εκδόθηκαν στην Κύπρο εκδόθηκαν παγκόσμια με αποτέλεσμα ποταμόπλοια, περιλαμβανομένων και αυτών με τα οποία η Εργοδότρια Εταιρεία συνεργαζόταν, να διακόψουν τις κρουαζιέρες τους. Οι πελάτες της Εργοδότριας Εταιρείας μέχρι τα μέσα Μαρτίου 2020 ακύρωσαν τις συμφωνίες που είχαν με την Εργοδότρια Εταιρεία αφού ανέστειλαν τις προγραμματισμένες κρουαζιέρες τους. Οι βασικοί και μεγαλύτεροι πελάτες της Εργοδότριας Εταιρείας ήταν οι εταιρείες AmaWaterways, Phoenix, Rivertech Nautical Management, Rijfers Nautical Management, Indochina Waterways JSC, Indochina Sails Limited, Mekong Waterways Ltd και Sunshine Cruising Limited οι οποίοι είχαν στην ιδιοκτησία τους και/ή διαχείρισή τους περίπου 40 πλοία και οι οποίοι με επιστολές τους κατά την περίοδο 02/03/2020 - 15/03/2020 ενημέρωσαν την Εργοδότρια Εταιρεία ότι ακυρώνουν τις προγραμματισμένες κρουαζιέρες τους για το
- Αρχές του 2020 η Εργοδότρια Εταιρεία απασχολούσε στα γραφεία της στην Κύπρο 10 υπαλλήλους. Τέσσερις
(4)από αυτούς παραιτήθηκαν κατά την περίοδο 13/01/2020 - 26/03/2020. Περαιτέρω ένας
(1)υπάλληλος (ο οποίος δεν είχε συμπληρώσει μέχρι τότε τη δοκιμαστική περίοδο της εργασίας του) απολύθηκε στις 31/03/2020 λόγω της κατάστασης που δημιουργήθηκε με την πανδημία. Στις 02/04/2020 η Εργοδότρια Εταιρεία παρέδωσε στους Αιτητές επιστολές τερματισμού της απασχόλησής τους για λόγους πλεονασμού. Και στις δύο επιστολές αναγράφονταν τα πιο κάτω σχετικά με τους λόγους που οδήγησαν την Εργοδότρια Εταιρεία στο να τερματίσει την απασχόλησή τους: "As you are very well aware our company is facing a crisis without precedent. Due to the Covid 19 pandemic governments around the world have imposed travel restrictions and bans which has unavoidably affected and placed an intolerable strain on our industry. The cruise season has been indefinitely postponed and there will be very limited cruise ships operating, if any. As a result, our company is facing major financial hardship and a severe decrease in the company's volume of work and provision of services. ............. We regret that we have to proceed with these measures; however, present circumstances beyond our control, leave us with no other option. ........... Thank you for your hard work and loyalty to sea chefs and for your cooperation and understanding in these unprecedented circumstances". Κατά τη χρονική περίοδο της παράδοσης από την Εργοδότρια Εταιρεία στους Αιτητές των επιστολών τερματισμού της απασχόλησής τους, η Εργοδότρια Εταιρεία είχε στην υπηρεσία της πέντε
(5)εργαζομένους περιλαμβανομένων και των Αιτητών. Η Εργοδότρια Εταιρεία κατέβαλε στον κάθε Αιτητή πληρωμή αντί της νενομισμένης προειδοποίησης που δικαιούτο ανάλογα με την περίοδο απασχόλησής του στην Εργοδότρια Εταιρεία. Οι Αιτητές μετά την απόλυσή τους υπέβαλαν αίτηση στο Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού («το Ταμείο») για πληρωμή λόγω απόλυσης που οφείλεται σε λόγους πλεονασμού. Η Εργοδότρια Εταιρεία συμπλήρωσε τα ερωτηματολόγια που της στάληκαν από το Ταμείο σχετικά με την απόλυση των Αιτητών και ανέγραψε σε αυτά ότι ο λόγος απόλυσής τους ήταν ο περιορισμός του όγκου εργασίας της επιχείρησής της και ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν και σε πόσο χρονικό διάστημα θα αυξανόταν ο όγκος εργασιών της. Το Ταμείο απέρριψε τις αιτήσεις των Αιτητών προβάλλοντας ως λόγο το γεγονός ότι σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν του η απόλυση των Αιτητών δεν οφείλεται σε πλεονασμό όπως καθορίζεται στο άρθρο 18 του Περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμου του 1967, Ν.24/67, ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα («ο Νόμος»). Για σκοπούς του Νόμου,
(1)σε ότι αφορά τον Αιτητή στην αίτηση με αρ. 256/21 (α) η τελευταία μέρα απασχόλησής του στην Εργοδότρια Εταιρεία είναι η 29/04/2020 και (β) οι τελευταίες ακάθαρτες εβδομαδιαίες απολαβές του ανέρχονταν στο ποσό των €750,00 και για σκοπούς πληρωμής από το Ταμείο οι εβδομαδιαίες απολαβές του ανέρχονταν στο ποσό των €703,60 και
(2)σε ότι αφορά τον Αιτητή στην αίτηση με αρ. 258/21 (α) η τελευταία μέρα απασχόλησής του στην Εργοδότρια Εταιρεία είναι η 27/05/2020 και (β) οι τελευταίες ακάθαρτες εβδομαδιαίες απολαβές του ανέρχονταν στο ποσό των €825,00 και για σκοπούς πληρωμής από το Ταμείο οι εβδομαδιαίες απολαβές του ανέρχονταν στο ποσό των €703,60. Στις 5 Μαΐου 2023 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ήρε τον συναγερμό με τον οποίο ταξινόμησε τον Covid-19 σε έκτακτη ανάγκη δημόσιας υγείας και υποβάθμισε τον Covid-19 σε επίπεδο διεθνούς ανησυχίας. Τα πιο πάνω συνιστούν κοινό έδαφος για όλες τις πλευρές. Με τις υπό εξέταση αιτήσεις οι Αιτητές αξιώνουν από την Εργοδότρια Εταιρεία αποζημιώσεις για παράνομο και αδικαιολόγητο τερματισμό της απασχόλησής τους σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)του Νόμου και διαζευκτικά σε περίπτωση που η Εργοδότρια Εταιρεία αποδείξει ότι η απόλυσή τους οφείλεται σε πραγματικές συνθήκες πλεονασμού, πληρωμή από το Ταμείο με βάση το άρθρο 16
(1)του Νόμου σε συνδυασμό με τον Τέταρτο Πίνακα του Νόμου. Η Εργοδότρια Εταιρεία αμφισβητώντας την εναντίον της αξίωση ισχυρίζεται ότι ο τερματισμός της απασχόλησης των Αιτητών ήταν καθόλα νόμιμος καθότι οφείλετο σε λόγους πλεονασμού καθότι μέχρι τον Μάρτιο του 2020 σχεδόν όλοι οι πελάτες της ακύρωσαν τις συμφωνίες που είχαν μαζί της λόγω της αναστολής και/ή διακοπής των κρουαζιέρων, με αποτέλεσμα ο κύκλος εργασιών της να μειωθεί κατά 80% σε σύγκριση με τις προηγούμενες χρονιές. Ότι η προοπτική επανέναρξης των κρουαζιέρων εντός του 2020 ήταν ανύπαρκτη. Το Ταμείο στους γενικούς λόγους της έγγραφης εμφάνισής του ισχυρίζεται ότι τα αιτήματα των Αιτητών για πληρωμή λόγω πλεονασμού απορρίφθηκαν γιατί από τα στοιχεία που υπάρχουν ο τερματισμός της απασχόλησής τους δεν οφείλετο σε λόγους πλεονασμού καθότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν παρουσίαζε μείωση του κύκλου εργασιών της κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αναφέρει ότι η Εργοδότρια Εταιρεία προέβαλε ως λόγο απόλυσης των Αιτητών τη μείωση του κύκλου και/ή του όγκου εργασιών της λόγω της πανδημίας του Covid-19. Είναι η θέση του Ταμείου ότι η περιοδική και/ή εποχιακή μείωση του όγκου και/ή του κύκλου εργασιών δεν αποτελεί λόγο πλεονασμού. Το άρθρο 5 του Νόμου προβλέπει τους λόγους που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και οι οποίοι δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Με το εδάφιο (β) του εν λόγω άρθρου καλύπτεται ο λόγος απόλυσης λόγω πλεονασμού. Το άρθρο 6
(1)του Νόμου καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου σύμφωνα με το οποίο «... ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων» δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Επομένως στην παρούσα περίπτωση η Εργοδότρια Εταιρεία έχει το βάρος να αποδείξει ότι τερμάτισε την απασχόληση των Αιτητών για λόγους πλεονασμού βάσει των προβλεπομένων στο άρθρο 5(β) σε συνδυασμό με το άρθρο 18 του Νόμου, όπου καθορίζονται περιοριστικά οι λόγοι πλεονασμού. Προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού εκ μέρους της Εργοδότριας Εταιρείας κατατέθηκε ένορκη δήλωση της κας Μαρίας Δημοσθένους, Υπεύθυνης Προστασίας και Διευθύντριας Ολοκληρωμένων Συστημάτων Διαχείρισης της Εργοδότριας Εταιρείας η οποία, μεταξύ άλλων, ασχολείται και με θέματα που αφορούν την απασχόληση προσωπικού στα γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας στην Κύπρο. Η κα Δημοσθένους, στην ένορκη δήλωσή της αναφέρει ότι γνωρίζει τα γεγονότα που αφορούν τις υπό εξέταση αιτήσεις καθότι ήταν εμπλεκόμενη τόσο στη διαδικασία της απόλυσης των Αιτητών λόγω πλεονασμού όσο και στη διαδικασία ενημέρωσης του Υπουργείου Εργασίας για την απόλυση των Αιτητών και παροχής στο Ταμείο στοιχείων που αφορούσαν την απόλυση των Αιτητών. Λέγει ότι αρχές του 2020 η Εργοδότρια Εταιρεία εργοδοτούσε συνολικά περίπου 3.000 μέλη πληρώματος σε 47 πλοία καθώς και 10 υπαλλήλους στα γραφεία της στην Κύπρο. Υποστηρίζει ότι τα καθήκοντα των υπαλλήλων οι οποίοι εργοδοτούνταν στα γραφεία της στην Κύπρο ήταν άμεσα συνδεδεμένα με την εργοδότηση των μελών πληρώματος στα πλοία. Λέγει ότι ενόψει του ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δραστηριοποιείται σε διάφορες χώρες του εξωτερικού, ο περιορισμός του όγκου εργασιών της διαφάνηκε από την έναρξη της πανδημίας του Covid-19 και πριν την έλευση του εν λόγω ιού στην Κύπρο και τη λήψη των σχετικών μέτρων προς αντιμετώπιση της πανδημίας από την κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αναφέρει ότι τον Φεβρουάριο του 2020 και λόγω της ραγδαίας εξάπλωσης του ιού, η «σεζόν» των κρουαζιέρων του 2020 αναβλήθηκε επ' αόριστον και η Εργοδότρια Εταιρεία βρέθηκε σε μια, άνευ προηγουμένου κατάσταση, όπου (α) όλα τα κρουαζιερόπλοια στα οποία παρείχε υπηρεσίες και πλήρωμα, διέκοψαν τις κρουαζιέρες τους και αποβίβασαν σε διαθέσιμα λιμάνια πρώτα τους επιβάτες τους και μετά τα μέλη του πληρώματός τους, (β) τα μέλη πληρώματος που εργοδοτούσε η Εργοδότρια Εταιρεία έπρεπε να επαναπατριστούν με ασφάλεια με δεδομένο πλέον τους ταξιδιωτικούς περιορισμούς στις αερομεταφορές, τις απαγορεύσεις, τα πρωτόκολλα και τις οδηγίες που είχαν εκδοθεί σε σχέση με τα ταξίδια, κάτι που επέφερε επιπλέον κόστος στην Εργοδότρια Εταιρεία, (γ) σχεδόν όλοι οι πελάτες της Εργοδότριας Εταιρείας ακύρωσαν ή ανέστειλαν τις συμβάσεις που είχαν με αυτήν αφού πλέον δεν διενεργούνταν ούτε προγραμματίζονταν κρουαζιέρες και (δ) στα γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας στην Κύπρο επήλθε πλήρως αναστολή των εργασιών με εξαίρεση τις απαραίτητες διοικητικές λειτουργίες, αφού ενόψει της μη διεξαγωγής κρουαζιέρων οι πλείστοι υπάλληλοι στην Κύπρο δεν είχαν καθήκοντα να εκτελέσουν. Σημειώνει ότι το 2020 η Εργοδότρια Εταιρεία είχε μια πρωτοφανή μείωση του όγκου και του κύκλου εργασιών της αφού τα εισοδήματα της Εργοδότριας Εταιρείας προέρχονταν από τις αμοιβές τις οποίες λάμβανε για την παροχή υπηρεσιών εξεύρεσης και διαχείρισης προσωπικού πληρώματος σε κρουαζιερόπλοια ποταμών. Ότι η μείωση του κύκλου εργασιών της επέφερε την απότομη και ολική απώλεια εσόδων και την έλλειψη ρευστότητας. Τονίζει ότι η μαζική αναστολή διεξαγωγής κρουαζιέρων από τους πελάτες της Εργοδότριας Εταιρείας είχε ως άμεσο αποτέλεσμα την απότομη μείωση των εσόδων και την τεράστια μείωση του κύκλου και του όγκου εργασιών της Εργοδότριας Εταιρείας. Καταθέτει ως Τεκμήριο 1 δέσμη εγγράφων που αποτελείται από τις σελίδες από τις οικονομικές καταστάσεις της Εργοδότριας Εταιρείας για τα έτη 2017 μέχρι 2021 που δεικνύουν τα εισοδήματα και τα κέρδη/(ζημιές) της Εργοδότριας Εταιρείας για τα εν λόγω έτη. Παραθέτουμε στον πιο κάτω πίνακα τα εν λόγω στοιχεία: Έτος Εισοδήματα Κέρδη/(ζημιές) 2017 €41.631.411 €2.835.294 2018 €44.866.154 €2.307.328 2019 €53.268.086 €2.555.638 2020 €11.004.130 (€348.179) 2021 €26.246.597 (€149.051) Είναι η θέση της κας Δημοσθένους ότι η προοπτική επανεκκίνησης των κρουαζιέρων εντός του 2020 ήταν ανύπαρκτη δεδομένης της ραγδαίας εξάπλωσης του ιού και ότι κατά την εν λόγω περίοδο οι πελάτες της Εργοδότριας Εταιρείας άρχισαν να αντιμετωπίζουν σοβαρές οικονομικές δυσκολίες λόγω της κατάστασης που επικρατούσε. Λέει ότι υπήρχαν προβλέψεις για σημαντική συρρίκνωση του τομέα των κρουαζιέρων λόγω των αμφιβολιών που υπήρχαν σχετικά με το κατά πόσον μεγάλες διεθνείς εταιρείες διοργάνωσης κρουαζιέρων θα μπορούσαν να επανακάμψουν μετά το πλήγμα που υπέστηκαν το 2020. Υποστηρίζει ότι ήταν ξεκάθαρο ότι η αναστολή των εργασιών του τομέα των κρουαζιέρων δεν θα ήταν βραχυπρόθεσμη και ότι οι συνθήκες έδειχναν ότι η κρίση αυτή θα διαρκούσε για ένα χρονικό διάστημα κάποιων ετών. Προς υποστήριξη των θέσεών της επισυνάπτει στην ένορκη δήλωσή της ως Τεκμήριο 2 διάφορα άρθρα - μελέτες σχετικά με τις συνέπειες της πανδημίας στον κλάδο των κρουαζιέρων. Λέει ότι η Εργοδότρια Εταιρεία τον Μάρτιο του 2020 ήρθε αντιμέτωπη με την αβεβαιότητα και τον κίνδυνο χρεωκοπίας. Ότι λόγω των γεγονότων εκείνης της περιόδου έπρεπε να ληφθούν αμέσως δραστικά μέτρα ώστε να διασωθεί η Εργοδότρια Εταιρεία και να αντέξει τη συγκεκριμένη οικονομικά καταστροφική γι' αυτήν εξέλιξη των πραγμάτων. Ότι σημαντικό ήταν να διασφαλιστεί η επιβίωση της Εργοδότριας Εταιρείας. Σημειώνει ότι η διοίκηση της Εργοδότριας Εταιρείας, μετά από αξιολόγηση των δεδομένων, αποφάσισε ότι βασική παράμετρος προς επίτευξη του σκοπού διάσωσης και επιβίωσης της Εργοδότριας Εταιρείας ήταν η μείωση του κόστους μισθοδοσίας. Ότι η διοίκηση της Εργοδότριας Εταιρείας εξέτασε επίσης τις προϋποθέσεις των σχεδίων στήριξης του Υπουργείου Εργασίας για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων από την πανδημία ώστε να ενταχθεί σε αυτά, όμως λόγω της βασικής προϋπόθεσης για μη απόλυση εργαζομένων με την οποία η Εργοδότρια Εταιρεία δεν ήταν σε θέση να δεσμευθεί με αυτήν αφού η κατάσταση έδειχνε να είναι μακροπρόθεσμη στον τομέα των κρουαζιέρων, δεν προχώρησε με αίτηση για ένταξή της στα σχέδια στήριξης και ούτε ζήτησε οποιαδήποτε άλλη οικονομική στήριξη από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ότι μια εκ των αποφάσεων που λήφθηκαν από τη διοίκηση της Εργοδότριας Εταιρείας ήταν ο τερματισμός της απασχόλησης αριθμού υπαλλήλων ως πλεονάζων λόγω της μείωσης του κύκλου εργασιών και ως εκ τούτου η απασχόληση των Αιτητών τερματίστηκε. Σημειώνει ότι τον Μάιο του 2021 πολύ περιορισμένος αριθμός πλοίων ξεκίνησε να προσφέρει κρουαζιέρες με πάρα πολλές δυσκολίες καθότι υπήρχαν εμπόδια στη διοργάνωση κρουαζιέρων αφού πολλές χώρες παρέμειναν «κλειστές», υπήρχαν πολύ περιορισμένες πτήσεις, διάφορα και διαφορετικά πρωτόκολλα προστασίας από τον Covid-19, διαφορετικοί χρόνοι καραντίνας σε κάθε χώρα καθώς και κλειστές πρεσβείες και υπολειτουργία κυβερνητικών υπηρεσιών. Περαιτέρω, το θέμα των εμβολιασμών αλλά και τα συνεχή θετικά περιστατικά κορωνοϊού που προέκυπταν, καθιστούσαν την επανεκκίνηση των εργασιών των κρουαζιέρων δύσκολη, επίπονη και δαπανηρή. Η Εργοδότρια Εταιρεία μέχρι σήμερα δεν έχει επανέλθει πλήρως στην κατάσταση που ήταν πριν την πανδημία αφού τα πλοία λειτουργούν με χαμηλότερη πλέον πληρότητα. Οι Αιτητές και το Ταμείο δεν κατέθεσαν οποιεσδήποτε ένορκες δηλώσεις και ούτε ζήτησαν να αντεξετάσουν την κα Δημοσθένους. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18 του Νόμου, εργοδοτούμενος είναι πλεονάζων και κατά συνέπεια δικαιούται πληρωμή από το ομώνυμο Ταμείο όταν η απασχόληση του τερματίστηκε: «(α) Διότι ο εργοδότης έπαυσεν ή προτίθεται να παύση να διεξάγη την επιχείρησιν εν τη οποία ο εργοδοτούμενος απησχολείτο, ή (β) διότι ο εργοδότης έπαυσεν ή προτίθεται να παύση να διεξάγη επιχείρησιν εις τον τόπον όπου ο εργοδοτούμενος απησχολείτο: ....................................... (γ) Ένεκα οιουδήποτε των ακολούθων άλλων λόγων σχετιζομένων προς την λειτουργίας της επιχειρήσεως: (i) Εκσυγχρονισμού, μηχανοποιήσεως ή οιαδήποτε άλλης αλλαγής εις τα μεθόδους παραγωγής ή οργανώσεως η οποία ελαττώνει τον αριθμό των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων. (ii) Αλλαγών εις τα προϊόντα ή εις τα μεθόδους παραγωγής ή εις τα αναγκαιούσας ειδικότητας των εργοδοτουμένων. (iii) Καταργήσεις τμημάτων. (iv) Δυσκολιών εις την τοποθέτησιν προϊόντων εις την αγοράν ή πιστωτικών δυσκολιών. (v) Ελλείψεως παραγγελιών ή πρώτων υλών. (vi) Σπάνεως μέσων παραγωγής, και (vii) Περιορισμού του όγκου της εργασίας ή της επιχειρήσεως». Το Δικαστήριο καλείται, αφού αξιολογήσει το υλικό που τέθηκε ενώπιόν του, να αποφασίσει κατά πόσον η Εργοδότρια Εταιρεία κατάφερε να αποδείξει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο συνέτρεχαν λόγοι πλεονασμού που δικαιολογούσαν την απόλυση των Αιτητών. Η Εργοδότρια Εταιρεία προβάλλει ως λόγο πλεονασμού των Αιτητών τη μείωση του κύκλου εργασιών της. Κατά συνέπεια το ερώτημα που τίθεται είναι αν με βάση το σύνολο του υλικού (παραδεκτά γεγονότα και μαρτυρία της κας Δημοσθένους) που τέθηκε ενώπιόν μας δικαιολογείται η απόλυση των Αιτητών σύμφωνα με τις πρόνοιες του εδαφίου (vii) της παραγράφου (γ) του άρθρου 18 του Νόμου. Σύμφωνα με την επικρατούσα νομολογία για να διαπιστωθεί κατά πόσον υπήρξε πραγματική μείωση του όγκου εργασιών μιας επιχείρησης θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ο συνήθης κύκλος εργασιών της επιχείρησης αυτής κατά τα τελευταία χρόνια προ της απολύσεως. Το Δικαστήριο κρίνοντας αντικειμενικά θα πρέπει να διαπιστώσει κατά πόσον υπήρξε ουσιαστική μείωση του συνήθους κύκλου εργασιών της επιχείρησης, κατά τον ουσιώδη χρόνο τερματισμού της απασχόλησης του εργοδοτούμενου, στον βαθμό που θα μπορούσε να θεωρηθεί δικαιολογημένη η απόφαση για απόλυση λόγω πλεονασμού. Σχετικά με τον περιορισμό του όγκου εργασίας μιας επιχείρησης σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Α. Ιάσωνος Λτδ ν. Χρίστου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 703, 706: «Εποχιακή ή περιοδική μείωση του όγκου της εργασίας η οποία αφήνει ανεπηρέαστο τον όγκο της εργασίας, επιμετρούμενο μέσα στο συνήθη κύκλο της εμπορικής δραστηριότητας του εργοδότη, δε συνιστά λόγο για τον τερματισμό της απασχόλησης λόγω πλεονασμού. Ο όγκος των εργασιών επιχείρησης έχει όχι μόνο εποχιακές αλλά και καθημερινές αυξομειώσεις και διακυμάνσεις. Αν γινόταν δεκτή η θέση των εφεσειόντων, θα διανοιγόταν η οδός για την καταστρατήγηση του οικοδομήματος του νόμου που συναρτά τον πλεονασμό με τα αντικειμενικά δεδομένα της επιχείρηση. Ο όγκος εργασίας προσδιορίζεται με βάση σταθερό παρονομαστή που αντανακλά τον όγκο της εργασίας του εργοδότη στο πλαίσιο του συνήθους κύκλου της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και αυτή η σημασία που ενέχει ο όρος 'όγκος εργασίας' στο πλαίσιο του άρθρου 18(γ) (vii) του Ν.24/67 (όπως έχει τροποποιηθεί).» Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στο σύγγραμμα Π. Γ. Πολυβίου, ΤΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, Θεωρία και Πράξη, 2018, όπου στις σελίδες 336-337 αναγράφονται τα πιο κάτω: «Σίγουρα, όπως δείχνουν οι πολλές υποθέσεις από τα Δικαστήρια και ιδιαίτερα από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, η έννοια του «περιορισμού του όγκου εργασίας ή της επιχείρησης» είναι ιδιαίτερα δύσκολη, τόσο λογιστικά όσο και νομικά. Ο Νόμος δεν καθορίζει συγκεκριμένο ποσοστό μείωσης ή περιορισμού του όγκου ή κύκλου εργασίας για να είναι δυνατή η ενεργοποίηση των νομοθετικών προνοιών για πλεονασμό, ούτε και είναι εύκολο να αξιολογείται η πραγματική κατάσταση της επιχείρησης εκεί που υπάρχουν σοβαρές και έντονες διακυμάνσεις είτε λόγω εξωγενών λόγων είτε άλλως πως. Η εποχικότητα από μόνη της δεν συνιστά ασφαλές πραγματικό ή νομικό έρεισμα για εξαγωγή συμπερασμάτων για περιορισμό του όγκου εργασίας. Εάν όμως η εποχικότητα αυτή δεν περιορίζεται σε διακυμάνσεις αλλά έχει καταστεί μόνιμο ή έστω σύνηθες και μη προσωρινό στοιχείο της επιχείρησης, για οποιουσδήποτε λόγους, τότε η μείωση δεν αποτελεί πλέον εποχική διακύμανση αλλά αντικειμενικό δεδομένο. .......................... Εφόσον η εποχιακή μείωση δεν αρκεί, και εφόσον απαιτούνται εάν όχι μόνιμα και μη αναστρέψιμα τουλάχιστον οικονομικά δεδομένα μακράς διάρκειας, το Δικαστήριο έχει να αντιμετωπίσει δύσκολες περιπτώσεις όταν θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν όχι μόνο οικονομικές και λογιστικές αναλύσεις αλλά και κοινή λογική. ................. Η γενική προσέγγιση των Δικαστηρίων είναι ότι, παρόλο που η έννοια «της μείωσης του όγκου εργασίας» δεν μπορεί να καθοριστεί ή να διασαφηνιστεί εξαντλητικά, θα πρέπει το θέμα να αντιμετωπιστεί κατά τρόπο ορθολογιστικό, στο πλαίσιο του συνόλου της επιχειρηματικής δραστηριότητας και «ως συνάρτηση πολλών παραμέτρων». Εάν οι εργασίες της εταιρείας έχουν μειωθεί εμφανώς και μόνιμα ή τουλάχιστον όχι προσωρινά, και αν αυτή η μείωση εργασιών αντικατοπτρίζεται σε σαφή μείωση εσόδων και αξίας, τότε υπάρχει η βάση για δικαστική κρίση ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις πλεονασμού σαν αποτέλεσμα της «μείωσης του όγκου εργασιών» της εργοδότριας εταιρείας.» Στο σύγγραμμα Στ. Γιαννακούρου, Κυπριακό Εργατικό Δίκαιο, 2η έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, 2022 στη σελίδα 341 σημειώνονται τα εξής: «Η μείωση του όγκου εργασίας μιας επιχείρησης πρέπει να διαρκεί μεγάλο χρονικό διάστημα και να μην είναι παροδική και συγκυριακή........ Για να κριθεί η απόλυση λόγω πλεονασμού νόμιμη, ο εργοδότης θα πρέπει να καταδείξει ότι οι λόγοι δημιουργίας πλεονασμού δεν θα εξαλειφθούν σε σύντομο χρονικό διάστημα αλλά θα παρατείνονται τουλάχιστον στο απρόβλεπτο σχετικώς μέλλον, δηλαδή ότι δεν είναι προβλέψιμη η διάρκεια τους.» Περαιτέρω στη σελίδα 342 αναφέρονται τ' ακόλουθα σε σχέση με τις απολύσεις για λόγους πλεονασμού κατά τη διάρκεια της πανδημίας: «Κατά τη διάρκεια της πανδημίας Covid-19, οι επιχειρήσεις που συμμετέχουν λόγω αναστολής δραστηριότητας σε σχέδια στήριξης και επιδότησης ανεργίας του Υ.Ε.Κ.Α. δεν μπορούν να απολύσουν για λόγους πλεονασμού για όσο διάστημα διαρκεί η συμμετοχή τους στα σχέδια, αλλά και μετά από αυτήν για περίοδο ίση του συνολικού χρόνου συμμετοχής πλέον του ενός μήνα. Για τις υπόλοιπες τίθεται το ερώτημα αν η μείωση του κύκλου εργασιών λόγω Covid-19 καθιστά νόμιμο τον τερματισμό της απασχόλησης λόγω πλεονασμού και ειδικότερα αν μπορούν να επικαλεστούν περιορισμό του όγκου εργασίας της επιχείρησης. Παρότι αρχικά είχε διαφανεί ότι η μείωση του όγκου θα ήταν πρόσκαιρη και περιοδική, η διάρκεια της υγειονομικής κρίσης, που είχε συμπληρώσει δύο έτη, ενισχύει τη θέση ότι, σε κάποιες περιπτώσεις, μια πιο μόνιμη και ουσιαστική μείωση του συνήθους κύκλου εργασιών δεν μπορεί να αποκλειστεί εκ των προτέρων. Αποτελεί ζήτημα που θα κριθεί με βάση τα γεγονότα κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, ενώ σημαντική θα είναι η σύγκριση με την οικονομική κατάσταση της επιχείρησης πριν την έναρξη της πανδημίας, δηλαδή πριν από τον Μάρτιο του 2020.» Σημειώνουμε ότι στην υπόθεση Σωτήρη Α. Χρυσάνθου ν. 1. PETROS PITSILLIS (GLASS MARKET) LIMITED, 2. Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού
(2001)1 Α.Α.Δ. 383 λέχθηκαν τα ακολούθα σε σχέση με τα στοιχεία που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση λόγω πλεονασμού: «Αυτό μας οδηγεί στον τέταρτο λόγο έφεσης που αφορά την κατάληξη του δικαστηρίου ότι κανένα πειστικό στοιχείο δεν προσκομίσθηκε σε τεκμηρίωση του ισχυρισμού για πλεονασμό. Είναι προφανές από το παρατεθέν απόσπασμα ότι το τι είχε υπ΄όψη του το δικαστήριο ήταν μαρτυρία υπό μορφή ισολογισμών και άλλων λογιστικών στοιχείων που αφορούσαν τον κύκλο εργασιών της εταιρείας. Ήταν γι΄αυτό το λόγο που το δικαστήριο θεώρησε ως άνευ σημασίας όχι μόνο τα αναφερόμενα στις επιστολές αλλά και την ίδια τη μαρτυρία του Εφεσείοντα 1 ότι το εργοστάσιο ήταν κλειστό την ημέρα που εδόθησαν οι επιστολές καθώς και ένα μήνα πριν από την ακρόαση. Αυτό θεωρούμε ότι συνιστούσε λανθασμένη προσέγγιση στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Οι ισολογισμοί και άλλα λογιστικά στοιχεία που αφορούν τον κύκλο εργασιών του εργοδότη μπορεί να είναι σημαντικά στοιχεία προς απόδειξη τέτοιας μείωση του κύκλου εργασιών του ώστε να δικαιολογούν συμπέρασμα πλεονασμού, δεν είναι όμως τα μόνα και αποκλειστικά στοιχεία που να μπορούν να συνιστούν τέτοια μαρτυρία, ούτε περιορίζεται νομολογιακά το είδος της μαρτυρίας που ενδεχόμενα να τεκμηρίωνε πλεονασμό. Η αναφορά του δικαστηρίου στην υπόθεση Α. Ιάσωνος Λτδ ν. Χρίστου
(1994)1 ΑΑΔ 703 σε στήριξη της άποψης του ότι δεν παρουσιάσθησαν στοιχεία υπό μορφή ισολογισμών και άλλων τέτοιων που να καταδείκνυαν "πραγματικές συνθήκες πλεονασμού" ως εκ της μείωσης του συνήθους κύκλου εργασιών της εταιρείας, παραγνωρίζει τα πιο πάνω. Η εν λόγω υπόθεση δεν αφορούσε το είδος της μαρτυρίας που μπορεί να τεκμηριώσει πλεονασμό αλλά τη συνάρτηση της εποχιακής και περιοδικής μείωσης του κύκλου εργασιών προς το συνήθη κύκλο εργασιών του εργοδότη. Στην προκειμένη περίπτωση υπήρχε μαρτυρία, που ήταν και μέρος των ευρημάτων του δικαστηρίου, ότι το εργοστάσιο της εταιρείας ήταν κλειστό τόσο την ημέρα που εδόθησαν οι επιστολές τερματισμού όσο και ένα μήνα πριν από την ακρόαση. Χωρίς βέβαια να λέγουμε ότι αυτό θα ήταν αρκετό να αποδείξει τον ισχυριζόμενο πλεονασμό, θεωρούμε ότι, σε συνάρτηση και με την αναφορά που εγίνετο στις επιστολές ως προς το λόγο του τερματισμού, η μαρτυρία αυτή ήταν μαρτυρία που θα έπρεπε να σταθμισθεί από το δικαστήριο και όχι να αποκλεισθεί a priori ως μη σχετική. Η καθολική αναστολή των εργασιών του εργοδότη που απεκάλυπτε το κλείσιμο του εργοστασίου συνιστούσε στοιχείο μαρτυρίας που ήταν σχετικό προς το επίδικο θέμα.»[1] Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην απόφαση Α/φοί Γαλαταριώτη Λτδ ν. Παρασκευής Γρηγορά κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1985 όπου η εργοδότρια εταιρεία επικαλέστηκε τη συνεχιζόμενη κρίση στον τομέα του γενικού εμπορίου ως την αιτία απόλυσης της Αιτήτριας και λέχθηκε στη σελίδα 1990 ότι: «...η απόλυση της εφεσίβλητης δεν οφειλόταν ούτε είχε οποιαδήποτε σχέση με τη μείωση του κύκλου εργασιών του καταστήματος, αιτία που δεν συνάδει με την πρόσληψη νέου υπαλλήλου». Στη συνέχεια στη σελίδα 1992 λέχθηκαν τ' ακόλουθα: « Το κρίσιμο ερώτημα ήταν λοιπόν, κατά πόσο υπήρξε περιορισμός του όγκου εργασίας των εφεσειόντων. Το Δικαστήριο αξιολογώντας το μαρτυρικό υλικό κατέληξε στο συμπέρασμα πως δεν υπήρχαν ενώπιον του τέτοια στοιχεία, οικονομικά ή λογιστικά, που θα μπορούσαν όντως να τεκμηριώσουν τον ισχυρισμό για περιορισμό του όγκου εργασιών της επιχείρησης των εφεσειόντων ή του τμήματος στο οποίο εργαζόταν η εφεσίβλητη. Και εφόσον δεν υπήρξε μαρτυρία που βάσιμα θα μπορούσε να τεκμηριώσει την ύπαρξη συγκεκριμένων οικονομικών περιστάσεων δεν παρίστατο ανάγκη εξέτασης κατά πόσο η απόλυση του Αιτητή οφειλόταν αποκλειστικά ή κυρίως στις οικονομικές περιστάσεις των εφεσειόντων.» Τονίζουμε ότι με βάση τη νομολογία το κατά πόσον υπάρχουν πραγματικές συνθήκες πλεονασμού κρίνεται με αντικειμενικά κριτήρια αφού αναφέρεται στις πραγματικές ανάγκες της επιχείρησης και δεν εναπόκειται στην υποκειμενική κρίση του εργοδότη ή του εργοδοτουμένου (βλέπε United Hotels (Lordos) Ltd ν. Ανδρούλας Σταύρου κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 515). Στην υπόθεση Murray and Another v. Foyle Meats Ltd [1999] ICR 827 η Βουλή των Λόρδων στην απόφασή τους σημείωσαν ότι στις περιπτώσεις που το επίδικο ζήτημα αφορά απολύσεις λόγω κατ' ισχυρισμό πλεονασμού το Δικαστήριο πρέπει να απαντήσει σε δύο ερωτήματα γεγονότων: "The first is whether one or other of various states of economic affairs exists. In this case, the relevant one is whether the requirements of the business for employees to carry out work of a particular kind have diminished. The second question is whether the dismissal is attributable, wholly or mainly, to that state of affairs. This is a question of causation." Περαιτέρω σύμφωνα με την αγγλική νομολογία η οποία διαμορφώθηκε εφαρμόζοντας τη νομοθετημένη αρχή της «λογικής και συνετής αντίδρασης του εργοδότη υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης» ("reasonableness"), ένας λογικός εργοδότης που αντιμετωπίζει μια κατάσταση πλεονασμού, θα πρέπει πριν πάρει την απόφαση να απολύσει ένα εργοδοτούμενο ως πλεονάζον να εξετάσει κατά πόσον είναι απαραίτητο να προχωρήσει με την απόλυση ή κατά πόσον υπάρχει άλλος λογικός και συνετός τρόπος να χειριστεί την κατάσταση στην οποία βρέθηκε όπως π.χ. περιορισμός προσλήψεων, κατάργηση υπερωριακής εργασίας, μείωση ωρών εργασίας, αναζήτησης εναλλακτικής απασχόλησης για τον εργοδοτούμενο που προτίθεται να απολύσει ως πλεονάζον προσωπικό[2]. Στην υπόθεση Vokes Ltd v. Bear
(1974)ICR 1 λέχθηκε ότι ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να εξευρεθεί άλλη κατάλληλη απασχόληση για τον πλεονάζοντα εργοδοτούμενο και να μη διακοπεί η απασχόλησή του. Ο εργοδότης οφείλει να λάβει μόνο τα όποια λογικά μέτρα είναι διαθέσιμα στην περίπτωση και όχι να λάβει το κάθε δυνατό μέτρο. Στην αγγλική υπόθεση Thomas & Betts Manufacturing Co. Ltd v. Harding [1980] 1 IRLR 255, σημειώθηκε ότι αν ένας εργοδότης αναφέρει ότι αποφάσισε να μην προσφέρει στον πλεονάζοντα εναλλακτική απασχόληση χωρίς να εξηγήσει τους λόγους, τότε δεν μπορεί να αποσείσει το βάρος να αποδείξει ότι ενήργησε ως ο μέσος λογικός συνετός εργοδότης υπό τις περιστάσεις. Στο σύγγραμμα C. Grunfield, The Law of Redundancy, 3rd Edition, Sweet & Maxwell, στη σελ. 320 σημειώνονται τ΄ ακόλουθα: «Within "the range of conduct which a reasonable employer might have adopted" lies examining the possibility of alternative employment within the same firm or with an («associated employer») for an employee otherwise earmarked for redundancy. In the case of small firms the scope for redeployment is limited.. But when the possibility exists, not to give it serious thought is unreasonable behaviour likely to make the dismissal unfair». Ως απόρροια του συστήματος του ουσιαστικού ελέγχου των απολύσεων που διασφαλίζεται μέσα από τον Νόμο και τον σκοπό του Νόμου[3] ο οποίος «είναι νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου και αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας που αποτελεί σημαντική σύγχρονη κατάκτηση»[4] βρίσκουμε ότι και στο δικό μας σύστημα ένας εργοδότης προτού πάρει την απόφαση να κηρύξει ένα εργοδοτούμενο ως πλεονάζον θα πρέπει να εξετάσει τη δυνατότητα εναλλακτικών λύσεων. Το Employment Appeal Tribunal στην υπόθεση Lovingangels Care Home Ltd v. Mhindurwa [2023] IRLR 630 εξετάζοντας κατά πόσον ο τερματισμός της απασχόλησης της εργοδοτούμενης για λόγους πλεονασμού (η οποία εργοδοτούμενη ήταν κατ' οίκον φροντίστρια) τον Ιούλιο του 2020 κατά τη διάρκεια της πανδημίας του Covid-19, όταν ήταν σε ισχύ τα σχέδια του κράτους για διατήρηση της απασχόλησης των εργοδοτουμένων, ήταν νόμιμη, σημείωσε ότι οι γενικοί κανόνες που αφορούν την ανάγκη για επίδειξη από τον εργοδότη εύλογων, υπό τις περιστάσεις της κάθε περίπτωσης, προσπαθειών για εξεύρεση εναλλακτικών λύσεων εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις των απολύσεων λόγω πλεονασμού κατά τη διάρκεια της πανδημίας του Covid-19. Στην εν λόγω υπόθεση το Employment Appeal Tribunal έκρινε ότι ορθά το Tribunal αποφάσισε ότι η απόλυση της εργοδοτουμένης ήταν παράνομη ενόψει του ότι οι εργοδότες (οι οποίοι ασχολούντο με την παροχή υπηρεσιών κατ' οίκον φροντιστών και νοσηλευτών) δεν εξέτασαν το ενδεχόμενο να θέσουν την εργοδοτούμενη σε αναστολή εργασιών λαμβάνοντας στήριξη από σχετικά σχέδια του κράτους τα οποία εκδόθηκαν με σκοπό τη διατήρηση των θέσεων εργασίας κατά την πανδημία (τα οποία προέβλεπαν για αναστολή της εργασίας των εργοδοτούμενων που δεν είχαν εργασία να εκτελέσουν λόγω της πανδημίας και πληρωμή των εν λόγω εργοδοτουμένων από το κράτος χωρίς επιβάρυνση των εργοδοτών) τονίζοντας ότι στην εν λόγω περίπτωση ο μέσος λογικός εργοδότης θα εξέταζε το εν λόγω ενδεχόμενο. Το Employment Appeal Tribunal σημείωσε όμως (α) ότι το γεγονός της ύπαρξης των εν λόγω σχεδίων δεν σημαίνει αυτόματα ότι ο κάθε εργοδότης έχει υποχρέωση να ενταχθεί στα εν λόγω σχέδια, (β) ότι η κάθε περίπτωση εξαρτάται από τα δικά της περιστατικά, (γ) ότι ο εργοδότης απλώς πρέπει να εξετάσει τη δυνατότητα συμμετοχής του στα σχέδια στήριξης που του παρέχονται από το κράτος (ή σε περίπτωση που δεν την εξέτασε να εξηγήσει για ποιο λόγο δεν την εξέτασε ώστε να μπορεί εξεταστεί κατά πόσο η εν λόγω ενέργειά του εμπίπτει εντός των ορίων των λογικών ενεργειών του μέσου λογικού εργοδότη υπό τις περιστάσεις) και (δ) ότι σε περίπτωση που αποφασίσει να μην συμμετάσχει στα εν λόγω σχέδια στήριξης και να απολύσει τον εργοδοτούμενο, να δικαιολογήσει τον λόγο της εν λόγω απόφασής του ώστε να μπορεί να εξεταστεί η λογικότητα της εν λόγω απόφασής του υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης. Στην υπόθεση Collard v. STS Storage Systems Ltd, Case number 3307470/2020 ημερ.30/06/2021 το Tribunal έκρινε ότι η απόλυση της εργοδοτουμένης (η οποία εργαζόταν ως πωλητής συστημάτων αποθήκευσης) για λόγους πλεονασμού, η οποία απόλυση έλαβε χώρα τον Ιούλιο του 2020 ενόσω ήταν σε ισχύ τα σχέδια του κράτους για διατήρηση των θέσεων εργασίας κατά τη διάρκεια της πανδημίας ήταν παράνομη καθότι η εργοδότρια εταιρεία (η οποία ασχολείτο με τον σχεδιασμό και την πώληση συστημάτων αποθήκευσης) δεν εξέτασε τη δυνατότητα που είχε να συνεχίσει την αναστολή της εργασίας της εργοδοτουμένης βάσει των σχεδίων του κράτους. Σημείωσε όμως ότι η ύπαρξη των εν λόγω σχεδίων του κράτους δεν καθιστούν αυτόματα κάθε απόλυση για λόγους πλεονασμού παράνομη και ότι ένας εργοδότης μπορεί να θεωρηθεί ότι ενήργησε λογικά αποφασίζοντας να απολύσει ένα εργοδοτούμενό του για λόγους πλεονασμού, παρά την ύπαρξη των εν λόγω σχεδίων. Στην υπόθεση Handley v. Tatenhill Aviation Limited, Case number 2603087/2020 ημερ.02/06/2021 η εργοδότρια εταιρεία (η οποία διαχειριζόταν ένα ιδιωτικό μικρό αεροδρόμιο και παρείχε υπηρεσίες (α) εκπαίδευσης για ερασιτέχνες πιλότους, (β) ενοικίασης μικρών αεροπλάνων και (γ) συντήρησης μικρών αεροπλάνων) τον Μάιο του 2020 απέλυσε τον αιτητή ο οποίος ήταν εκπαιδευτής πιλότων για λόγους πλεονασμού. Η εργοδότρια εταιρεία κατά την περίοδο Μαρτίου - Απριλίου 2020 είχε αναστείλει την εργασία του αιτητή συμμετέχοντας στα σχέδια στήριξης του κράτους. Η εργοδότρια εταιρεία επικαλέστηκε ως λόγο απόλυσης τη μείωση του όγκου εργασιών της αναφέροντας ότι όλες οι εκπαιδεύσεις των πιλότων σταμάτησαν να διενεργούνται λόγω των περιορισμών που τέθηκαν, ότι δεν είχε οποιαδήποτε εισοδήματα από τις εργασίες εκπαίδευσης των πιλότων και ότι προέβλεπε ότι η εν λόγω κατάσταση θα συνεχιζόταν στο προσεχές μέλλον αφού ακόμα και όταν θα επανάρχιζαν οι εκπαιδεύσεις θα υπήρχε μειωμένη ζήτηση λόγω του ότι αυτές γίνονταν σε ένα μικρό χώρο όπου ο εκπαιδευτής και ο εκπαιδευόμενος είναι σε πολύ κοντινή απόσταση με το ρίσκο μετάδοσης του ιού να είναι μεγάλο. Το Tribunal έκρινε ότι κατά την εν λόγω περίοδο υφίσταντο λόγοι πλεονασμού εφόσον ο κύκλος εργασιών της εργοδότριας εταιρείας ήταν μειωμένος και οι ανάγκες της για υπαλλήλους στον τομέα της εκπαίδευσης ήταν μειωμένες. Περαιτέρω έκρινε ότι η απόφαση της εργοδότριας εταιρείας να απολύσει τον αιτητή για λόγους πλεονασμού, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, ήταν δικαιολογημένη σημειώνοντας ότι
(1)η ύπαρξη των σχεδίων στήριξης δεν καθιστά αυτόματα τις απολύσεις για λόγους πλεονασμού παράνομες,
(2)εφόσον ο εργοδότης αποδείξει ότι, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, η απόφασή του να κηρύξει ένα εργοδοτούμενο ως πλεονάζον προσωπικό αντί να αναστείλει την εργασία του, χρησιμοποιώντας τα σχέδια στήριξης, ήταν εντός των ορίων των λογικών ενεργειών ενός μέσου λογικού εργοδότη λαμβάνοντας υπόψη την άνευ προηγουμένου αβεβαιότητα που υπήρχε κατά την εν λόγω περίοδο, τότε η απόλυση για λόγους πλεονασμού είναι νόμιμη και
(3)δεν επιτρέπεται στο Tribunal (α) να κρίνει τις ενέργειες του εργοδότη με κριτήριο το τι θα έπραττε αυτό αν ήταν στη θέση του εργοδότη και (β) να αντικαταστήσει την απόφαση του εργοδότη με τη δική του γνώμη σχετικά με το τι θα έκανε αυτό αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Η μαρτυρία της κας Δημοσθένους δεν αμφισβητήθηκε και δεν αντικρούστηκε από τους Αιτητές και το Ταμείο, με αποτέλεσμα να παραμείνει αναντίλεκτη. Αξιολογώντας το περιεχόμενο της εν λόγω μαρτυρίας παρατηρούμε ότι αυτό ήταν πειστικό και λογικοφανές. Δεν εντοπίσαμε σε αυτό οποιαδήποτε εγγενή αδυναμία. Οι ισχυρισμοί της κας Δημοσθένους σε ότι αφορά την τεράστια μείωση του κύκλου εργασιών της Εργοδότριας Εταιρείας για το 2020 και τις δυσκολίες που αντιμετώπισε και αντιμετωπίζει τόσο η Εργοδότρια Εταιρεία όσο και ο κλάδος των κρουαζιέρων λόγω της πανδημίας του Covid-19, εκτός του ότι ήταν σταθεροί, λογικοί και πειστικοί, υποστηρίζονται και από τα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια στην ένορκη δήλωσή της. Ως εκ τούτου η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη και προβαίνουμε στα ανάλογα ευρήματα γεγονότων. Από τις οικονομικές καταστάσεις της Εργοδότριας Εταιρείας προκύπτει ότι:
(1)o κύκλος εργασιών της Εργοδότριας Εταιρείας για το έτος 2020 ήταν (α) μειωμένος κατά 74% σε σχέση με τον κύκλο εργασιών της για το 2017, (β) μειωμένος κατά 75% σε σχέση με τον κύκλο εργασιών της για το έτος 2018 και (γ) μειωμένος κατά 79% σε σχέση με τον κύκλο εργασιών της για το έτος 2019, και
(2)ο κύκλος εργασιών της Εργοδότριας Εταιρείας για το έτος 2021 ήταν (α) μειωμένος κατά 37% σε σχέση με τον κύκλο εργασιών της για το έτος 2017, (β) μειωμένος κατά 49% σε σχέση με τον κύκλο εργασιών της για το έτος 2019 και (γ) αυξημένος κατά 138% σε σύγκριση με τον κύκλο εργασιών της για το έτος
- Από τα πιο πάνω διαφαίνεται ότι κατά το 2020 και το 2021 ο κύκλος εργασιών της Εργοδότριας Εταιρείας είχε υποστεί τεράστια μείωση σε σύγκριση με τον κύκλο εργασιών που είχε τα έτη 2017, 2018 και
- Παρά το ότι το 2021 ο κύκλος εργασιών της είχε θεαματικά αυξηθεί σε σχέση με τον κύκλο εργασιών της που είχε το 2020 η εν λόγω αύξηση στην ουσία δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αύξηση εφόσον ο κύκλος εργασίας παρέμεινε σημαντικά μειωμένος σε σχέση με τον κύκλο εργασιών της που είχε τα έτη 2017, 2018 και
- Η μείωση που είχε η Εργοδότρια Εταιρεία το 2020 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως προσωρινή και/ή εποχιακή διακύμανση εφόσον είχε διάρκεια δύο χρόνων και συνακόλουθα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εποχιακή ή περιοδική η οποία άφησε ανεπηρέαστο τον κύκλο εργασιών επιμετρούμενη μέσα στον συνήθη κύκλο εργασιών της. Η απόφαση απόλυσης των Αιτητών λήφθηκε αρχές Απριλίου του 2020 και εφόσον η κρίση του Δικαστηρίου επί του επίδικου θέματος θα πρέπει να βασιστεί στα στοιχεία που είχε ενώπιόν του και στα οποία στηρίχτηκε ο εργοδότης κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης απόλυσης του εργοδοτούμενου, τα αποτελέσματα της Εργοδότριας Εταιρείας όπως αυτά φαίνονται στις εξελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της Εργοδότριας Εταιρείας για τα έτη 2020 και 2021, τα οποία διαπιστώθηκαν τέλος του 2020 για το 2020 και τέλος του 2021 για το 2021, δεν μπορούν από μόνα τους να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο χωρίς άλλα επιπλέον στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δικαιολογημένα κατέληξε τον Απρίλιο του 2020 στο συμπέρασμα ότι το 2020 θα υπήρχε σημαντική και διαρκής μείωση στον κύκλο εργασιών της. Δηλαδή θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον τον Απρίλιο του 2020 η Εργοδότρια Εταιρεία ήταν σε θέση να προβλέψει ότι η μείωση του κύκλου εργασιών της θα ήταν συνεχής και μόνιμη. Από τα ενώπιόν μας στοιχεία προκύπτει ότι τον Φεβρουάριο του 2020 άρχισαν να δημιουργούνται προβλήματα με τη διεξαγωγή των κρουαζιέρων που διοργάνωναν οι πελάτες της Εργοδότριας Εταιρείας και ότι τον Μάρτιο του 2020 οι σημαντικότεροι πελάτες της (οι οποίοι διαχειρίζονταν 40 από τα 47 πλοία σε διάφορες περιοχές της υφηλίου) τους οποίους εξυπηρετούσε η Εργοδότρια Εταιρεία με εξεύρεση, παροχή και διαχείριση πληρωμάτων, ακύρωσαν και/ή ανέστειλαν επ' αόριστον τις προγραμματισμένες κρουαζιέρες τους για το 2020, γεγονός το οποίο σε συνδυασμό με τα διατάγματα που είχαν εκδοθεί ανά το παγκόσμιο σε σχέση με τις απαγορεύσεις που αφορούσαν τη μετακίνηση πληθυσμών, κατά την κρίση μας, δεικνύει ότι η Εργοδότρια Εταιρεία τον Απρίλιο του 2020 ήταν σε θέση να προβλέψει την ουσιαστική μείωση του κύκλου εργασιών της αφού εφόσον δεν θα διενεργούνταν κρουαζιέρες για το 2020 δεν θα υπήρχαν ανάγκες για πληρώματα στα κρουαζιερόπλοια, με αποτέλεσμα η Εργοδότρια Εταιρεία να μην έχει όγκο εργασιών και ότι οι μόνες εργασίες που είχε να διεκπεραιώσει η Εργοδότρια Εταιρεία τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 2020 ήταν ο επαναπατρισμός των πληρωμάτων που εργοδοτούσε. Περαιτέρω τα γεγονότα (α) της κήρυξης της κατάστασης ως πανδημίας τον Μάρτιο του 2020 και (β) της εισαγωγής των μέτρων που λήφθηκαν με σκοπό τον περιορισμό της εξάπλωσης του ιού, τα οποία περιελάμβαναν, μεταξύ άλλων, απαγόρευση των ταξιδιών και των συναθροίσεων και καραντίνα για τα κρούσματα καθιστούσαν ως προβλεπτό γεγονός για την Εργοδότρια Εταιρεία ότι δεν θα ήταν εύκολη πλέον η διοργάνωση κρουαζιέρων για το 2020 και το 2021 και ότι ο τομέας των κρουαζιέρων δεν θα ανέκαμπτε σύντομα στα επίπεδα που ήταν πριν την κήρυξη της πανδημίας (γεγονός που επιβεβαιώθηκε και από τον κύκλο εργασιών του 2021 ο οποίος ήταν μειωμένος κατά 49% σε σχέση με τον κύκλο εργασιών που είχε το 2019). Υπό το φως (α) όλων των περιορισμών που τέθηκαν και των μέτρων που υιοθετήθηκαν σχεδόν από όλες τις χώρες της υφηλίου με σκοπό τον περιορισμό της εξάπλωσης του ιού, (β) του κλεισίματος των συνόρων διαφόρων χωρών και (γ) την αναστολή της λειτουργίας των πρεσβειών και άλλων κρατικών υπηρεσιών σε διάφορες χώρες της υφηλίου και λαμβάνοντας υπόψη ότι η διοργάνωση κρουαζιέρων περιλαμβάνει ταξίδια, μετακινήσεις επιβατών και προσωπικού σε διάφορες χώρες, εργοδότηση προσωπικού από διάφορες χώρες και συνάθροιση πολλών ατόμων από διαφορετικά περιβάλλοντα στον περιορισμένο χώρο ενός πλοίου, κρίνουμε ότι υπό τις περιστάσεις ένας λογικός εργοδότης στη θέση της Εργοδότριας Εταιρείας εύλογα θα κατέληγε ότι η μείωση του κύκλου εργασιών του για το 2020 και το 2021 δεν θα ήταν προσωρινή. Στη βάση των πιο πάνω κρίνουμε ότι τα στοιχεία και τα δεδομένα που είχε η Εργοδότρια Εταιρεία στην κατοχή της, κατά τον ουσιώδη χρόνο λήψης της απόφασης απόλυσης των Αιτητών, ήταν αρκετά για να δικαιολογήσουν αντικειμενικά πρόβλεψη μη προσωρινής μείωσης του κύκλου εργασιών της και συνακόλουθα συνθήκες πλεονασμού. Σε αυτό το σημείο σημειώνουμε ότι ούτε ο Νόμος ούτε η νομολογία προβλέπουν για εξέταση του αριθμού των εργαζομένων που απολύονταν ως πλεονάζοντες λόγω μείωσης του κύκλου εργασιών σε συνάρτηση με το ύψος της μείωσης της κύκλου εργασιών και το συνολικό αριθμό που απασχολεί ο εργοδότης και ως εκ τούτου το γεγονός ότι ενώ αρχές του 2020 η Εργοδότρια Εταιρεία είχε 10 εργοδοτούμενους, τον Απρίλιο του 2020 είχε μόνο πέντε
(5)υπαλλήλους (εφόσον δεν έγινε οποιαδήποτε πρόσληψη είτε πριν είτε μετά την απόλυση των Αιτητών) δεν έχει την οποιαδήποτε σημασία κατά την εξέταση και απόφανση από το Δικαστήριο του επίδικου ζητήματος της παρούσας υπόθεσης. Ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος του Ταμείου με την αγόρευσή του εισηγήθηκε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία στην παρούσα περίπτωση δεν ενήργησε ως λογικός εργοδότης αφού δεν έλαβε όλα εκείνα τα μέτρα που μπορούσε να λάβει ώστε να μην χρειαστεί να φτάσει στο έσχατο μέτρο της απόλυσης των Αιτητών. Υποστήριξε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν έλαβε μέρος στα σχέδια οικονομικής στήριξης εργοδοτών και εργοδοτουμένων που εξάγγειλε η κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας, με σκοπό την αποφυγή των απολύσεων κατά τη διάρκεια της πανδημίας, ούτε προχώρησε σε οποιαδήποτε συζήτηση με τους Αιτητές για πιθανή μείωση του μισθού τους ή μείωση του ωραρίου εργασίας τους όπως έπραξαν άλλοι εργοδότες. Η πιο πάνω θέση του Ταμείου δεν περιέχεται στους γενικούς λόγους της έγγραφης εμφάνισής του και προβλήθηκε πρώτη φορά με την αγόρευση του δικηγόρου του Ταμείου. Eίναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι τα δικόγραφα αποτελούν το θεμέλιο της δίκης και το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Ο Κ.3
(1)του περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικού Κανονισμού του 1999, όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα (στο εξής «ο Κανονισμός»), επιβάλλει στον αιτητή να καθορίζει στην αίτηση, τους λόγους στους οποίους θεμελιώνεται το αίτημά του και να προσδιορίζει την αιτούμενη θεραπεία ή θεραπείες. Σύμφωνα με τον Κ.5
(1)του Κανονισμού ο Καθ' ου η αίτηση στην έγγραφη εμφάνισή του θα πρέπει να προσδιορίσει λεπτομερώς τους λόγους για τους οποίους αμφισβητεί το αίτημα και την παροχή της θεραπείας ή των θεραπειών που εξαιτείται ο αιτητής. Οι πρόνοιες αυτές επιβάλλουν τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων στα δικόγραφα και ο σκοπός τους είναι ο αποκλεισμός πιθανότητας αιφνιδιασμού των διαδίκων. Στην Αθανασίου v. Reana Manufacturing & Trading Co. Ltd
(2001)1 A.A.Δ. 1635, το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι ο εξεταστικός χαρακτήρας που διέπει τη δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών και παρέχει ευρύτερη ευχέρεια στο Δικαστήριο για διερεύνηση των γεγονότων που άπτονται της διαφοράς δεν μεταβάλλει τον δικονομικό κανόνα ως προς τα επίδικα θέματα και τις παραμέτρους της δίκης[5]. Στις υποθέσεις Χρ. Λαούτα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 60/2010, ημερ.14/10/2014, Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Γ. Χρίστου, Πολιτική Έφεση 148/12 ημερ.07/07/2017, ECLI:CY:AD:2017:A250 και Boygues Batiment International v. Ν. Σταυρινίδη, Πολιτική Έφεση 98/2011 ημερ.07/07/2017, ECLI:CY:AD:2017:A253 το Ανώτατο Δικαστήριο επιβεβαίωσε τις πιο πάνω αρχές και σημείωσε ότι δεν μπορεί η διερεύνηση των γεγονότων από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών να γίνεται χωρίς καθόλου προδιαγεγραμμένα πλαίσια. Στην υπόθεση Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Γ. Χρίστου (πιο πάνω) το Ανώτατο Δικαστήριο αναφερόμενο στην εξέταση από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών του ζητήματος κατά πόσον η εργοδότρια εταιρεία στην περίπτωση της απόλυσης της αιτήτριας για λόγους πλεονασμού ενήργησε ως συνετός εργοδότης και κατέβαλε εύλογη προσπάθεια ώστε να συνεχίσει την απασχόληση της αιτήτριας χωρίς αυτό να είναι δικογραφημένο από το Ταμείο σημείωσε τα πιο κάτω: «Περαιτέρω, το Ταμείο έθεσε στο τελικό στάδιο ζήτημα ότι οι εφεσείοντες δεν ενήργησαν ως λογικός και συνετός εργοδότης. Το Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα αυτό επί τη βάσει σειράς ισχυρισμών περί του ότι, ενώ «θα χρειαζόταν νέο προσωπικό με καθήκοντα παρεμφερή με αυτά της Αιτήτριας αντί να κρατήσει την Αιτήτρια την απέλυσε και προσέλαβε άλλο προσωπικό λίγους μήνες μετά την απόλυση της Αιτήτριας με καθήκοντα παρεμφερή με αυτά της Αιτήτρια και πιο συγκεκριμένα ένα σελιδωτή.» Όλα αυτά, όμως, δεν είχαν προδιαγραφεί ως επίδικα θέματα. Ανεξάρτητα από το κατά πόσο θα μπορούσε να θεωρηθεί θεμιτή η εξέταση του ευλόγου της συμπεριφοράς του εργοδότη επί γενικής έστω δικογραφικής αναφοράς, κάτι που δεν εξετάζουμε, εκείνο που έχει εν προκειμένω σημασία είναι ότι η διαδικασία και η απόφαση επεκτάθηκαν επί γεγονότων και ισχυρισμών που για πρώτη φορά τέθηκαν στην ακρόαση, στα πλαίσια της αντεξέτασης του μάρτυρα. Μπορεί ο εξεταστικός χαρακτήρας που διέπει τη δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών να παρέχει ευρύτερη ευχέρεια στο Δικαστήριο για διερεύνηση των γεγονότων που άπτονται της επίδικης διαφοράς, όμως τούτο δεν μπορεί να γίνει χωρίς καθόλου προδιαγεγραμμένα πλαίσια. Όπως ελέχθη στην Αθανασίου ν. Reana Manufacturing and Trading Ltd κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 1635, το εξεταστικό σύστημα «δεν μεταβάλλει το δικονομικό κανόνα ως προς τα επίδικα θέματα και τις παραμέτρους της δίκης».» Υπό το φως των πιο πάνω νομολογιακών αρχών κρίνουμε ότι η εν λόγω θέση του Ταμείου δεν μπορεί να εξεταστεί καθότι δεν τέθηκε ως επίδικο θέμα μέσω του δικογράφου του Ταμείου. Για σκοπούς πληρότητας, παραθέτουμε πιο κάτω την απόφανσή μας σε σχέση με την εν λόγω θέση του Ταμείου στην περίπτωση που η πιο πάνω κατάληξή μας κριθεί λανθασμένη και θεωρηθεί ότι ως Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών είχαμε υποχρέωση να εξετάσουμε, εντός του πλαισίου εξέτασης κατά πόσον η Εργοδότρια Εταιρεία απέσεισε το βάρος απόδειξης που την βάρυνε να αποδείξει ότι η απόλυση των Αιτητών ήταν νόμιμη, το ζήτημα κατά πόσον η Εργοδότρια Εταιρεία ενήργησε ως ένας λογικός εργοδότης αποφασίζοντας την απόλυση των Αιτητών για λόγους πλεονασμού και τη μη συμμετοχή της στα σχέδια στήριξης της κυβέρνησης. Στην προκειμένη περίπτωση, είμαστε της άποψης ότι η Εργοδότρια Εταιρεία ενήργησε υπό τις περιστάσεις εντός των πλαισίων που θα ενεργούσε ένας μέσος λογικός εργοδότης καθότι η Εργοδότρια Εταιρεία εξέτασε τη δυνατότητα να ενταχθεί στα εν λόγω σχέδια στήριξης και αποφάσισε τον πλεονασμό των Αιτητών και τη μη ένταξή της στα εν λόγω σχέδια, αφού θεώρησε ότι η μείωση του κύκλου εργασιών της δεν θα ήταν βραχυπρόθεσμη, λαμβάνοντας υπόψη της τη φύση των εργασιών της, τα καθήκοντα που εκτελούσαν οι Αιτητές, τη σχεδόν καθολική ακύρωση των συμβολαίων που είχε με τους πελάτες της για το 2020, τη μηδαμινή προοπτική για σύντομη επανέναρξη των εργασιών της και τις δυσκολίες που υπήρχαν και θα υπήρχαν στο άμεσο μέλλον για την επανεκκίνηση του τομέα των κρουαζιέρων. Σημειώνουμε ότι τα σχέδια στήριξης που εξάγγειλε η κυβέρνηση κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν τροποποίησαν με οποιοδήποτε τρόπο τις νομοθετικές πρόνοιες του άρθρου 18 του Νόμου ώστε η επιλογή ενός εργοδότη να μην συμμετάσχει στα σχέδια στήριξης και να απολύσει προσωπικό ως πλεονάζον να θεωρείται ότι παραβιάζει τις πρόνοιες του Νόμου και συνακόλουθα οι όποιες απολύσεις για λόγους πλεονασμού κατά τη διάρκεια της πανδημίας να θεωρούνται παράνομες. Σε ότι αφορά το ζήτημα μείωσης των ωρών εργασίας και του μισθού των Αιτητών παρατηρούμε ότι αυτό δεν τέθηκε ενώπιόν μας μέσω του μαρτυρικού υλικού και ούτε τέθηκε στη μάρτυρα της Εργοδότριας Εταιρείας ώστε να δοθεί η ευκαιρία στην Εργοδότρια Εταιρεία να θέσει ενώπιόν μας την εκδοχή της για το εν λόγω ζήτημα και ως εκ τούτου κρίνουμε ότι δεν μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο. Πέραν τούτου, είμαστε της γνώμης ότι ενόψει του ότι αποτέλεσε εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι Αιτητές δεν είχαν πλέον οποιαδήποτε καθήκοντα να εκτελούν, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν ενήργησε υπό τις περιστάσεις ως ένας μέσος λογικός εργοδότης με το να μην προτείνει στους Αιτητές μείωση των ωρών εργασίας τους και ανάλογη μείωση του μισθού τους. Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνουμε ότι η απόλυση των Αιτητών έγινε κάτω από πραγματικές συνθήκες πλεονασμού, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18(γ)(vii) του Νόμου και κατά συνέπεια οι Αιτητές δικαιούνται πληρωμή από το Ταμείο σύμφωνα με το άρθρο 16 του Νόμου. Το άρθρο 16
(1)του Νόμου προβλέπει ότι όταν η απασχόληση εργοδοτουμένου που απασχολήθηκε στον ίδιο εργοδότη για συνεχή περίοδο τουλάχιστον 104 εβδομάδων τερματίζεται λόγω πλεονασμού, ο εργοδοτούμενος δικαιούται πληρωμή από το Ταμείο που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Τέταρτο Πίνακα του Νόμου. Με βάση τις πρόνοιες του Τέταρτου Πίνακα του Νόμου, σε συνάρτηση με την περίοδο απασχόλησης και τις τελευταίες εβδομαδιαίες απολαβές των Αιτητών για σκοπούς πληρωμής από το Ταμείο: (α) Αιτητής στην αίτηση με αριθμό 256/21, ο οποίος απασχολήθηκε στην Εργοδότρια Εταιρεία για σκοπούς του Νόμου τρία
(3)συναπτά έτη, η πληρωμή που δικαιούται αντιστοιχεί με τις απολαβές έξι
(6)εβδομάδων, ήτοι ποσό €4.221,60 (6Χ€703,60) και (β) Αιτητής στην αίτηση με αριθμό 258/21, ο οποίος απασχολήθηκε στην Εργοδότρια Εταιρεία για σκοπούς του Νόμου οκτώ
(8)συναπτά έτη, η πληρωμή που δικαιούται αντιστοιχεί με τις απολαβές 18 εβδομάδων, ήτοι ποσό €12.664,80 (18Χ€703,60). Κατάληξη Για σκοπούς έκδοσης απόφασης, οι υποθέσεις αποσυνδέονται και εκδίδονται αποφάσεις ως ακολούθως: (Α) Απόφαση υπέρ του Αιτητή στην Αίτηση με αρ. 256/21 και εναντίον του Ταμείου για το ποσό των €4.221,60 με νόμιμο τόκο πλέον δικηγορικά έξοδα €1.000,00 συν Φ.Π.Α.. Η Αίτηση εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 απορρίπτεται χωρίς καμία διαταγή για έξοδα. (Β) Απόφαση υπέρ του Αιτητή στην Αίτηση με αρ. 258/21 και εναντίον του Ταμείου για το ποσό των €12.664,80 με νόμιμο τόκο πλέον δικηγορικά έξοδα €1.300,00 συν Φ.Π.Α.. Η Αίτηση εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 απορρίπτεται χωρίς καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ................ Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.) ............. (Υπ.) ............. Χ. Ιωάννου, Μέλος Π. Ιωαννίδης, Μέλος ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλέπε επίσης Ορθοδοξία Ζερταλλή ν. Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού
(2003)1Α Α.Α.Δ.
- [2] A.Emir, Selwyn's LAW OF EMPLOYMENT, 20th Edition, Oxford University Press, σελίδα
- [3] Στο σύγγραμμα Π. Γ. Πολυβίου, ΤΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, Θεωρία και Πράξη, 2018, στη σελίδα 327 αναγράφονται τα εξής: «(i) Το δικαίωμα τερματισμού απασχόλησης λόγω πλεονασμού ενυπάρχει στη σχέση εργοδότη - εργοδοτουμένου και δεν μπορεί να περιοριστεί. Αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη να τερματίσει τις υπηρεσίες του εργοδοτουμένου του για τους λόγους που αναφέρονται στο Νόμο, νοουμένου πάντα ότι ο εργοδότης συμπεριφέρεται καλόπιστα». [4] Kanika Developments Ltd v. Λουκά Λουκά
(2004)1 Α.Α.Δ. 603. [5] Στην εν λόγω υπόθεση ενώ οι Καθ' ων η αίτηση (εργοδότες) με το δικόγραφό τους παραδέχτηκαν την περίοδο απασχόλησης που ανέφερε η αιτήτρια (εργοδοτούμενη) στο δικόγραφο της το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε από μόνο του κατά πόσον η απασχόληση της αιτήτριας διακόπηκε σε κάποιο στάδιο λόγω εργασίας της στο εξωτερικό. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι ενόψει της παραδοχής των Καθ' ων η αίτηση το ζήτημα της περιόδου της απασχόλησης της αιτήτριας δεν ήταν επίδικο αφού δεν εγέρθηκε ως επίδικο μέσω της δικογραφίας των διαδίκων και ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε το εν λόγω ζήτημα και ανέτρεψε την απόφασή του επί του εν λόγω ζητήματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο όφειλε να περιοριστεί στα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τη δικογραφία και να μην επεκταθεί σε άλλα μη προκύπτοντα από τη δικογραφία θέματα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο