← Κύπρος

KASHIF MAHMOOD ν. SKYRIANIDES HOTELS LIMITED, Αρ. Αίτησης: 165/17, 16/7/2024

KASHIF MAHMOOD ν. SKYRIANIDES HOTELS LIMITED, Αρ. Αίτησης: 165/17, 16/7/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή Μ. Πότσου ) Δ. Χαριλάου ) Μελών Αρ. Αίτησης: 165/17 Μεταξύ: KASHIF MAHMOOD Αιτητή και SKYRIANIDES HOTELS LIMITED Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση ημερ. 04/06/2024 για τροποποίηση των Γενικών Λόγων της Αίτησης Ημερομηνία: 16 Ιουλίου 2024 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κα Ε. Νικολάου για Ζένιος Νικολάου Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ων η Αίτηση: κα Μ. Πανταζή-Σταυρινού για Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Αιτητής καταχώρησε στις 31/05/2017 την αίτηση εργατικής διαφοράς με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό («η Αίτηση») με την οποία εξαιτείται τις πιο κάτω θεραπείες εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση:

  1. Αποζημίωση για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης και/ή εξαναγκασμό σε παραίτηση.
  2. Πληρωμή αντί προειδοποιήσεως.
  3. Αυξημένες αποζημιώσεις.
  4. Ποσό 4547 ευρώ δεδουλευμένα ημερομίσθια.
  5. Ποσό 1550 ευρώ 13ον μισθού
  6. Ποσό 465 ευρώ 14ον μισθό
  7. Ποσό 581 ευρώ αναλογία 13ου μισθού
  8. Ποσό 2466 για άδειες και off.
  9. Οιανδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο.
  10. Νόμιμο τόκο.
  11. Έξοδα + Φ.Π.Α. O Αιτητής στην παράγραφο 2 των γενικών λόγων της Αίτησης αναφέρει ότι απασχολείτο από τους Καθ' ων η Αίτηση σε ξενοδοχείο που διαχειρίζονται οι Καθ' ων η Αίτηση από το
  12. Περαιτέρω στους γενικούς λόγους της Αίτησης ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι εξαναγκάστηκε σε παραίτηση λόγω της διαγωγής των Καθ' ων η Αίτηση. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρει ότι οι Καθ' ων η Αίτηση από τις αρχές του 2017 μέχρι και τις 13/05/2017 που υπέβαλε την παραίτησή του παρέλειπαν να του καταβάλουν τους δεδουλευμένους μισθούς του παρά τις συνεχείς διαμαρτυρίες του. Οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν στις 27/06/2017 έγγραφο εμφάνισης. Με τους γενικούς λόγους του έγγραφου εμφάνισής τους απορρίπτουν τις εναντίον τους αξιώσεις. Είναι η θέση τους ότι ο Αιτητής με τη συμπεριφορά του επιβεβαίωσε τη σύμβαση εργασίας του και/ή ότι ο Αιτητής κωλύεται λόγω της συμπεριφοράς του από το να ισχυρίζεται ότι εξαναγκάστηκε σε παραίτηση αφού δήλωσε, αναγνωρίζοντας τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι Καθ' ων η Αίτηση, ότι δεν έχει οποιαδήποτε απαίτηση από τους Καθ' ων η Αίτηση και ότι θα αναμένει τη θερινή περίοδο και την εκ νέου δραστηριοποίηση των Καθ' ων η Αίτηση για την καταβολή των οφειλομένων. Σε σχέση με την παράγραφο 2 των γενικών λόγων της Αίτησης αναφέρουν, στην παράγραφο 3 των γενικών λόγων του έγγραφου εμφάνισης, ότι παραδέχονται μόνο ότι ο Αιτητής εργοδοτείτο στην υπηρεσία τους. Στις 06/09/2017 οι δικηγόροι του Αιτητή καταχώρησαν τον τύπο αρ.25 (παράρτημα): κλήση για οδηγίες. Η εν λόγω κλήση ορίστηκε στις 06/11/
  13. Στις 11/09/2017 οι δικηγόροι των Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν το παράρτημα για οδηγίες τύπος
  14. Η υπόθεση ορίστηκε επτά

(7)φορές για οδηγίες για διάφορους λόγους που αφορούσαν τους δικηγόρους και τους διαδίκους πάντα με τη σύμφωνη γνώμη των δύο πλευρών και την έβδομη φορά, η οποία ήταν στις 13/12/2018, εκδόθηκε από το Δικαστήριο διάταγμα για εκατέρωθεν ένορκη αποκάλυψη εγγράφων. Η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησε ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων στις 18/01/2019 στην οποία γινόταν δήλωση ότι η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση δεν είχε στην κατοχή της οποιαδήποτε έγγραφα σχετικά με την υπόθεση. Η πλευρά του Αιτητή καταχώρησε ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων στις 13/03/2019 στην οποία γινόταν δήλωση ότι η πλευρά του Αιτητή δεν είχε οποιαδήποτε έγγραφα σχετικά με την υπόθεση στην κατοχή της. Στις 04/04/2019 το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες όπως καταχωρηθεί κοινός κατάλογος παραδεκτών γεγονότων και εγγράφων μέχρι τις 18/07/2019. Τέτοιος κατάλογος δεν καταχωρήθηκε και οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν στις 04/07/2019 ονομαστικό κατάλογο μαρτύρων και σύνοψη μαρτυρίας στον οποίο αναγραφόταν ότι θα προσκομίσουν δύο μάρτυρες και ότι ο ένας θα δώσει μαρτυρία σε σχέση με τη σύμβαση εργασίας του Αιτητή, καθώς και για τη φύση της απασχόλησής του στο ξενοδοχείο τους τα τελευταία 14 χρόνια. Η υπόθεση ορίστηκε ακόμα δύο
(2)φορές για οδηγίες ώστε να καταχωρηθεί κοινός κατάλογος παραδεκτών γεγονότων και εγγράφων. Στη συνέχεια μεσολάβησε το κλείσιμο των Δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού και η υπόθεση ορίστηκε από το Δικαστήριο ακόμα τρεις
(3)φορές για οδηγίες. Από τις 29/10/2020 μέχρι τις 16/06/2022 η υπόθεση ορίστηκε εννέα
(9)φορές για οδηγίες μετά από κοινά αιτήματα των δικηγόρων των διαδίκων με το δικαιολογητικό ότι οι Καθ' ων η Αίτηση κατέβαλλαν περιοδικές πληρωμές στον Αιτητή για εξόφληση των οφειλόμενων δεδουλευμένων του. Στις 16/06/2022, αφού οι δικηγόροι των διαδίκων δήλωσαν ότι (α) έχουν πληρωθεί όλα τα οφειλόμενα δεδουλευμένα και (β) παρέμεινε ως μόνο επίδικο ζήτημα το ζήτημα κατά πόσον ο Αιτητής δικαιολογείτο να θεωρήσει ότι εξαναγκάστηκε σε παραίτηση κατά τον ουσιώδη χρόνο της παραίτησής του, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες:
(1)να καταχωρηθεί κοινός κατάλογος παραδεκτών γεγονότων και εγγράφων και
(2)ο Αιτητής να καταχωρήσει ονομαστικό κατάλογο μαρτύρων και σύνοψη μαρτυρίας και όρισε την υπόθεση για οδηγίες στις 29/09/
  1. Στις 31/08/2022 η πλευρά του Αιτητή καταχώρησε κατάλογο μαρτύρων και σύνοψη μαρτυρίας στον οποίο αναγραφόταν ότι θα καταθέσει ο Αιτητής ο οποίος θα αναφέρει ότι εργαζόταν στους Καθ' ων η Αίτηση από το 2014 μέχρι τις 13/05/2017 που εξαναγκάστηκε σε παραίτηση. Στις 07/09/2022 κατατέθηκε κοινός κατάλογος παραδεκτών γεγονότων και εγγράφων στον οποίο αναγραφόταν μόνο ότι «ο Αιτητής προσλήφθηκε ως headwaiter στην υπηρεσία του Καθ' ου η Αίτηση». Η υπόθεση ορίστηκε ακόμα δύο φορές για οδηγίες για να ξεκαθαρίσει το ζήτημα της απόσυρσης των αυτοτελών αξιώσεων του Αιτητή για οφειλόμενα δεδουλευμένα και το ζήτημα των σχετικών εξόδων και στη συνέχεια η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 28/09/
  2. Στις 28/09/2023 η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε μετά από κοινό αίτημα των δικηγόρων των διαδίκων καθότι καταβάλλονταν προσπάθειες εξώδικης διευθέτησης της υπόθεσης και η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 16/11/
  3. Στις 16/11/2023 ζητήθηκε περαιτέρω χρόνος για να ολοκληρωθούν οι προσπάθειες για εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης και η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 18/12/
  4. Στις 18/12/2023 για πρώτη φορά η δικηγόρος του Αιτητή ανέφερε στο Δικαστήριο ότι προέκυψε ζήτημα με την περίοδο απασχόλησης του Αιτητή «καθότι πρόσφατα» ο Αιτητής την εφοδίασε με στοιχεία στα οποία φαίνεται ότι η περίοδος απασχόλησής του είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή που δηλώνουν και οι δύο πλευρές στα δικόγραφά τους αλλά ζήτησε όπως η υπόθεση παραμείνει για οδηγίες γιατί σκοπός και των δύο πλευρών είναι η εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης. Η δικηγόρος των Καθ' ων η Αίτηση δεν έφερε ένσταση στο να παραμείνει η υπόθεση για οδηγίες, επιβεβαίωσε ότι σκοπός είναι η εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης και ανέφερε ότι θέλει να δει το θέμα της περιόδου απασχόλησης του Αιτητή με τους πελάτες της. Η υπόθεση ορίστηκε ξανά για οδηγίες ακόμα δύο
(2)φορές μετά από αίτημα και των δύο πλευρών οι οποίες από κοινού ανέφεραν στο Δικαστήριο ότι γίνονταν συνεχώς προσπάθειες για εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης. Στις 08/04/2024 ημερομηνία κατά την οποία ήταν ορισμένη η υπόθεση για οδηγίες οι δικηγόροι ενημέρωσαν το Δικαστήριο ότι δεν έχουν καταλήξει σε εξώδικη διευθέτηση και η δικηγόρος του Αιτητή ζήτησε να παραμείνει η υπόθεση για οδηγίες για να καταχωρήσει αίτηση τροποποίησης. Το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για οδηγίες στις 29/04/
  1. Ο Αιτητής καταχώρησε αίτηση τροποποίησης των γενικών λόγων της Αίτησης με την οποία ζητούσε να τροποποιηθεί η παράγραφος 2 των γενικών λόγων της Αίτησης με τη διαγραφή των λέξεων «το 2014» και την αντικατάσταση τους με τις λέξεις «την 01/12/2004». Η υπόθεση και η αίτηση τροποποίησης ορίστηκαν για οδηγίες στις 27/05/2024 και οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν ένσταση στις 08/05/
  2. Στις 27/05/2024 η δικηγόρος του Αιτητή ζήτησε άδεια να αποσύρει την αίτηση τροποποίησης και δήλωσε ότι θα καταχωρούσε νέα αίτηση. Το Δικαστήριο παρείχε την αιτούμενη άδεια και η αίτηση απορρίφθηκε. Στις 04/06/2024 καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση με την οποία αιτείται τα πιο κάτω: «
  3. Αιτούμενη θεραπεία Διάταγμα του Δικαστηρίου που επιτρέπει την τροποποίηση των ακολούθων: Στους γενικούς λόγους (2η & 3η σελίδα) (α) Στην παράγραφο υπ' αρ. 2, οι τελευταίες δύο λέξεις "το 2014" να αντικατασταθούν με "την 01/12/2004". (β) Οιονδήποτε άλλο διάταγμα το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθό υπό τις περιστάσεις». Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται στους Δικονομικούς Κανονισμούς του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών του 1999, κανονισμοί 3, 6(δ), 8(i), 11, 12, 13, «στο αρ. 10Α του Περί Ετησίων Αδειών μετ' απολαβών Νόμο του 1967 Ν.8/1967», στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.1 Θ.2, Δ.19 Θ.2-4, 14, Δ.21 Θ.1, Δ.25 Θ.1-6, Δ.30 Θ.1-3, 10, Δ.39, Δ.48, Θ.1-9, Δ.64, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στη Νομολογία και στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Η υπό εξέταση αίτηση στηρίζεται στα γεγονότα που εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του κ. Ζένιου Νικολάου ημερομηνίας 04/06/
  4. Ο κ. Νικολάου στην ένορκη δήλωσή του λέει ότι είναι δικηγόρος του Αιτητή, γνωρίζει τα γεγονότα και μπορεί να προβεί στην ένορκη δήλωση. Λέει ότι κατά ή περί τις 28/09/2023, ημερομηνία κατά την οποία η Αίτηση ορίστηκε για πρώτη φορά για ακρόαση, κατά την προετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση, διαπιστώθηκε ότι σε σχέση με την υπηρεσία του Αιτητή «εκ παραδρομής και/ή λόγω τυπογραφικού λάθους αναγράφηκε η ημερομηνία 2014 ως χρονολογία πρόσληψης του Αιτητή αντί 2004 που είναι η ορθή.» Αναφέρει ότι λόγω του γεγονότος ότι γίνονταν προσπάθειες για εξώδικη διευθέτηση της Αίτησης δεν προχώρησαν αμέσως με καταχώρηση αίτησης τροποποίησης «ώστε να μην επιβαρυνθεί με επιπλέον έξοδα». Ισχυρίζεται ότι μέχρι την καταχώρηση της υπό εξέτασή αίτησης γίνονταν διαβουλεύσεις με την άλλη πλευρά οι οποίες «κάλλιον» πίστευαν ότι θα καρποφορούσαν «εφόσον εκκρεμούσαν ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών και άλλες πανομοιότυπες και/ή σχεδόν ίδιες αιτήσεις με τα ίδια επίδικα θέματα και είχαν όλες αποσυρθεί ως εξωδίκως διευθετηθείσες, που δυστυχώς όμως απέτυχαν και/ή ναυάγησαν και κατέστησαν την καταχώρηση της παρούσας επιβεβλημένη». Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 αναλυτικές καταστάσεις ασφαλιστέων αποδοχών του Αιτητή από το 2004 οι οποίες εκδόθηκαν από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Λέγει ότι για τους πιο πάνω λόγους κατέστη αναγκαία η τροποποίηση της Αίτησης έτσι ώστε στο σώμα της να περιληφθούν τα πραγματικά γεγονότα. Ότι είναι ορθό και δίκαιο και για σκοπούς απονομής πλήρους Δικαιοσύνης το Δικαστήριο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ώστε να μπορέσει ο Αιτητής «να προωθήσει ορθά τις αξιώσεις του». Οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στις 11/06/2024 η οποία βασίζεται στους Κανονισμούς 12, 13 και 17 του Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικού Κανονισμού του 1999, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.1, Θ.2, Δ.19, Θ.2, 4 και 14, Δ.21 Θ.1, Δ.25 Θ.1, 2, 3, 4, 5 και 6, Δ.30 Θ.1, 2, 3 και 10
(5), Δ.39, Δ.48 Θ.θ.1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 και Δ.64, στον Περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμο του 1967 Ν.8/1967 Άρθρο 10Α, 12 στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας Άρθρο 30, στη διακριτική ευχέρεια και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη Νομολογία. Ως λόγοι ένστασης προβάλλονται οι πιο κάτω: «α) Η Αίτηση δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση και/ή η αιτούμενη θεραπεία δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση και/ή δεν παρέχεται η δικαιοδοτική βάση για την αιτούμενη θεραπεία. β) Η Αίτηση έχει καταχωρηθεί με υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση και/ή η πάροδος τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος στην καταχώρηση της αίτησης πρέπει να οδηγήσουν στην απόρριψή της. γ) Η Αίτηση είναι καταχρηστική και/ή ανεπίτρεπτη και/ή παραβιάζει τα δικαιώματα της Καθ' ης η Αίτηση και/ή θέτει την Καθ' ης η Αίτηση σε μειονεκτική θέση. δ) Η αιτούμενη τροποποίηση παραβιάζει το Άρθρο 30 του Συντάγματος και/ή πλήττεται το δημόσιο συμφέρον για σύντομη εκδίκαση των υποθέσεων, αφού η παρούσα αίτηση προκαλεί καθυστέρηση της διαδικασίας και/ή παραβιάζει την θεμελιώδη αρχή της δίκαιης δίκης και/ή για σύντομη εκδίκαση των υποθέσεων. ε) Η αιτούμενη τροποποίηση είναι ουσιώδης αφού επαναπροσδιορίζει την ημερομηνία πρόσληψης του Αιτητή και εισαγάγει νέα δεδομένα στη υπόθεση και/ή επιπρόσθετα γεγονότα και/ή δεν παρέχεται σε αυτό το στάδιο μετά την παρέλευση τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος η δυνατότητα παροχής της αιτούμενης θεραπείας και/ή ζητείται κατά παράβαση των χρόνων παραγραφής και των χρονικών περιορισμών και/ή της περιόδου των δώδεκα μηνών εντός της οποίας μπορεί να ασκήσει το δικαίωμά του για αποζημίωση». Τα γεγονότα επί των οποίων η ένσταση βασίζεται φαίνονται στην ένορκη δήλωση της κας Ελένης Γιασουμή, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση, ημερομηνίας 10/06/2024. Η κα Γιασουμή λέγει ότι η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση (επτά
(7)χρόνια μετά την καταχώρηση της Αίτησης) και ο Αιτητής δεν δίνει επαρκή αιτιολογία για την εν λόγω καθυστέρηση. Ότι η πολύ μεγάλη καθυστέρηση πλήττει τα συμφέροντα των Καθ' ων η Αίτηση και τους θέτει σε δυσμενή θέση παραβιάζοντας της αρχές της δίκαιης δίκης και/ή της σύντομης εκδίκασης των υποθέσεων. Ότι ο Αιτητής με την αίτηση επιθυμεί να επαναπροσδιορίσει την ημερομηνία πρόσληψής του και κατά συνέπεια του δικαιώματός του για αποζημίωση ενώ το εν λόγω δικαίωμά του έχει παραγραφεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 12(10Α) του Περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμο του
  1. Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών («Δ.Ε.Δ.») ρυθμίζεται από τις πρόνοιες των Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικών Κανονισμών 1999-2023 («οι Κανονισμοί»). Ο Κ.11 των Κανονισμών παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική εξουσία «να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα αναγκαίο για τους σκοπούς της υπόθεσης ή την ολοκλήρωση της». Ο Κ.12 των Κανονισμών προβλέπει ότι: «Ενδιάμεση αίτηση υποβάλλεται εγγράφως, είναι σύμφωνη και περιέχει τις λεπτομέρειες που προβλέπονται στον Τύπο 6.» Σύμφωνα με τον Τύπο 6 η ενδιάμεση αίτηση πρέπει να περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία: «
  2. Αιτούμενη θεραπεία.
  3. Γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση[1].
  4. Νομική βάση της αίτησης[2].» Περαιτέρω σημειώνουμε ότι σύμφωνα με τον Κ.17 των Κανονισμών: «Για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον παρόντα κανονισμό για την ακολουθητέα διαδικασία και λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό θα εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών, οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού». Επειδή αναφορικά με το υπό εξέταση θέμα (το ζήτημα της τροποποίησης των δικογράφων) δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στους Κανονισμούς, οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα διαδικασία. Η τροποποίηση δικογράφων ρυθμίζεται από τη Δ.
  5. Από 01/01/2016 τυγχάνουν εφαρμογής στις υποθέσεις που καταχωρήθηκαν μετά την 01/01/2015 οι διατάξεις της νέας Δ.
  6. Η νέα Δ.25 για την περίπτωση που ενδιαφέρει στην υπό κρίση αίτηση αναφέρει τα πιο κάτω: 1.
(1)Ο ενάγων δύναται χωρίς να λάβει προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου να τροποποιήσει το κλητήριο ένταλμα του οποτεδήποτε μετά την καταχώρηση του και πριν την επίδοση του. Προς τούτο καταχωρείται τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα με ανάλογη ένδειξη.
(2)Μετά την ανταλλαγή των δικογράφων και πριν την έκδοση από τον ενάγοντα της Κλήσης για Οδηγίες σύμφωνα με τη Διαταγή 30, επιτρέπεται άπαξ η τροποποίηση τους χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση καταχωρούνται τα τροποποιημένα δικόγραφα με ανάλογη ένδειξη. Νοείται ότι όπου ο ενάγων καταχωρεί τροποποιημένο κλητήριο ή έκθεση απαίτησης, ο εναγόμενος καταχωρεί σε 15 ημέρες την τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης• όπου ο εναγόμενος τροποποιεί το δικόγραφο του, ο ενάγων καταχωρεί σε 15 ημέρες την τροποποιημένη απάντηση του, όπου χρειάζεται. Νοείται ότι όπου η έκδοση της κλήσης οδηγιών καταχωρείται από διάδικο ταυτόχρονα με τη συμπλήρωση της δικογραφίας, τότε η άπαξ τροποποίηση χωρίς άδεια του Δικαστηρίου δύναται να γίνει εντός περαιτέρω περιόδου 15 ημερών.
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.
  1. .........
  2. ..............
  3. .............
  4. Tο Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωμα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται με σκοπό τον καθορισμό του πραγματικού ζητήματος ή επίδικου θέματος, το οποίο εγείρεται από ή κατά τη διαδικασία.
  5. Γραφικά λάθη σε δικόγραφα, αποφάσεις ή διατάγματα, ή λάθη που προκύπτουν σ' αυτά από οποιοδήποτε τυχαίο σφάλμα ή παράλειψη, μπορούν σε οποιοδήποτε χρόνο να διορθωθούν ανάλογα με τη φύση και έκταση του λάθους από το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης, γραπτής ή προφορικής, χωρίς δικαίωμα έφεσης.
  6. Οι διατάξεις της Δ.25 εφαρμόζονται κατ' αναλογία και στις διαδικασίες που λαμβάνονται στα Δικαστήρια Ειδικής Δικαιοδοσίας ανεξαρτήτως του τρόπου έναρξης της διαδικασίας σ' αυτά και οι έννοιες του κλητηρίου και της αγωγής στις Δ.25, θα διαβάζονται ανάλογα. Προτού όμως υπεισέλθουμε στην εξέταση της ουσίας της αίτησης τροποποίησης θα εξετάσουμε τον λόγο ένστασης
(2)(α) που αφορά τη νομική βάση της αίτησης. Στην προκείμενη περίπτωση παρατηρούμε ότι στη νομική βάση της αίτησης γίνεται επίκληση τόσο των Κανονισμών όσο και των διατάξεων των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Περαιτέρω παρατηρούμε ότι (α) στην αίτηση περιλαμβάνονται όλα τα στοιχεία που προβλέπονται στο Τύπο 6 γεγονός που παρείχε τη δυνατότητα στους Καθ' ων η Αίτηση να λάβουν γνώση όλων των στοιχείων που απαιτεί ο Τύπος 6 και (β) μεταξύ των διατάξεων των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στις οποίες εδράζεται η αίτηση (παράλληλα και ταυτόχρονα με διατάξεις των Κανονισμών) περιέχεται και αυτή (η Δ.25) που εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση και παρέχει στο Δ.Ε.Δ. με βάση τον Κ.17 των Κανονισμών τη δυνατότητα να εξετάσει το αίτημα για τροποποίηση. Σημειώνουμε ότι η επίκληση της εν λόγω διάταξης των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας είναι απαραίτητη για να εξεταστεί η αίτηση ενόψει του ότι στους Κανονισμούς δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση για ζητήματα τροποποίησης δικογράφων (δηλαδή που να στηρίζει το συγκεκριμένο αίτημα). Το γεγονός ότι στη νομική βάση της υπό εξέταση αίτησης δεν περιέχεται ο Κ.17 των Κανονισμών που σημειώνει ότι για θέματα που δεν γίνεται πρόβλεψη στους Κανονισμούς εφαρμόζονται οι πρόνοιες των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και η Δ.25 Θ.7 που προβλέπει ότι η νέα Δ.25 εφαρμόζεται και στις διαδικασίες ενώπιον των Δικαστηρίων Ειδικής Δικαιοδοσίας δεν επηρεάζει, κατά την άποψή μας, με οποιοδήποτε τρόπο την παρούσα διαδικασία. Λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Κ.12
(3)του Κανονισμού προβλέπει ότι ενδιάμεση αίτηση στο Δ.Ε.Δ. μπορεί να υποβληθεί και προφορικά και καθοδηγούμενοι από τις αρχές που διατυπώθηκαν στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην απόφαση Ζήνων Χριστοδούλου & Zendia Machinery Ltd
(2008)1 AAΔ 367[3], δεν θεωρούμε ότι η παράλειψη των Καθ' ων η Αίτηση να αναφέρουν στη νομική βάση της αίτησης τον Κ.17 των Κανονισμών και τη Δ.25 Θ.7 είναι μοιραία για την υπό εξέταση αίτηση ούτε αποτρέπει το Δικαστήριο από του να εξετάσει την υπό εξέταση αίτηση τροποποίησης. Τα πιο πάνω απαντούν στον λόγο ένστασης
(2)(α). Υπάρχει σωρεία νομολογίας (βλ. Αθηνόδωρος Βασιλειάδης κ.α. ν. Πετρολίνα Λτδ
(1994)1 ΑΑΔ 16, Αstor Manufacturing & Exporting Co κ.α. ν. A. G. Leventis & Company (Nigeria) Ltd κ.α.
(1983)1 ΑΑΔ 726, Kayat Trading Ltd v. Genzyme Corporation
(2013)1 ΑΑΔ 543), Cl.Preece v. Nάσω Θεοφίλου Ρωσσίδου
(2011)1 ΑΑΔ 2138, Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 CLR 1, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934, Federal Bank of Lebanon v. Ν. Σιακόλα
(1998)1 (Ε) ΑΑΔ 44, Αρτέμη Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη
(2012)1 ΑΑΔ 817), Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 (Α) ΑΑΔ 11, Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 33, Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Αζά
(1992)1 (Ε) ΑΑΔ 704, Τσαγκάρη ν. Γαβριηλίδου
(2002)1 (Α) ΑΑΔ 156, Πολιτική Έφεση Αρ.51/2012 Ανδριανή Αρακελιάν, Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Harutune L. Arakelian, ν. 1. Ταμείου Προνοίας του Προσωπικού της Marfin Λαικής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α ημερομηνίας 11/2/2016, C & A Pelekanos Associates Ltd ν. Α. Πελεκάνου
(2001)1 AAΔ 2075, Πολιτικές Εφέσεις 137/2013 και 138/2013 IKOS CIF LTD v. Martin Coward κ.α ημερ. 20/3/2014) η οποία ερμήνευσε τη Δ.25 ως είχε πριν την αντικατάσταση της αρχικά το 2014 και στη συνέχεια με τις μετέπειτα τροποποιήσεις και έθεσε τα κριτήρια που εφαρμόζονται για τροποποίηση δικογράφου. Πριν το 2014 ο γενικός κανόνας ήταν να επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου στην κατάλληλη υπόθεση, ακόμα και όταν ήταν αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκαλείτο αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Η τροποποίηση έπρεπε και πρέπει να είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς. Για να αποφασίσει το Δικαστήριο εάν είναι η υπόθεση κατάλληλη, δηλαδή εάν εξυπηρετούνται τα συμφέροντα της δικαιοσύνης έπρεπε να ληφθούν υπόψη και να ζυγιστούν οι επιπτώσεις στα δικαιώματα και συμφέροντα της άλλης πλευράς, η ανάγκη διεξαγωγής της δίκης σε εύλογο χρόνο σύμφωνα με την επιταγή του Άρθρου 30 του Συντάγματος, η ύπαρξη ή μη κακής πίστης από πλευράς του αιτούντος, η ανάγκη κάλυψης πραγματικής και σημαντικής ανάγκης του αιτούντος. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτούντα διαφοροποιείτο ανάλογα με το στάδιο στο οποίο υποβαλλόταν η αίτηση για τροποποίηση. Εάν είχε αρχίσει η ακροαματική διαδικασία, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείτο με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα της άλλη πλευράς. Όλοι οι παράγοντες ήταν σχετικοί αλλά κανένας δεν είναι αποφασιστικής σημασίας από μόνος του. Η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος ήταν σχετικός παράγοντας αλλά δεν ήταν εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Λαμβάνονταν υπόψη κάθε φορά οι ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης. Είμαστε της γνώμης ότι οι πιο πάνω αρχές της νομολογίας εξακολουθούν να ισχύουν για σκοπούς άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εντός όμως των παραμέτρων της νέας Δ.25. Με βάση τις πρόνοιες της Δ.25 Θ.1 στην περίπτωση που έχει εκδοθεί κλήση για οδηγίες, όπως είναι η παρούσα, η τροποποίηση δεν επιτρέπεται εκτός εάν υφίσταται μια εκ των δύο περιπτώσεων που ρητά αναφέρονται στον Θεσμό ήτοι (α) εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας και (β) να έχουν προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας. Δηλαδή το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει τη διακριτική ευχέρειά του να επιτρέψει τροποποίηση δικογράφου εάν διαπιστώσει ότι υπάρχει εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας ή, σε περίπτωση που υπάρχει ισχυρισμός για νέα δεδομένα, μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για καταχώρηση του δικογράφου, εάν όντως υπάρχουν τέτοια νέα δεδομένα. Κατ' αρχάς να σημειώσουμε ότι ο Αιτητής στηρίζει τις αξιώσεις του εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση για παράνομο τερματισμό της μεταξύ τους εργασιακής σχέσης στις πρόνοιες του Περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμου του 1967, Ν.24/1967 ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα («ο Νόμος»).Το άρθρο 7 του Νόμου προβλέπει ότι: «
(1)Όταν εργοδοτούμενος νομίμως τερματίζη την απασχόλησιν του παρ΄ εργοδότη λόγω της διαγωγής του εργοδότου, τότε ο τερματισμός ούτος θεωρείται ως τερματισμός υπό του εργοδότου υπό την έννοια του άρθρου 3.
(2)Καθ΄ οιονδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαδικασίαν δυνάμει του παρόντος άρθρου τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ότι ο εργοδοτούμενος δεν ετερμάτισε την απασχόλησιν του νομίμως». Το άρθρο 3
(1)του Νόμου προβλέπει ότι: «3.
(1)Όταν, κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος άρθρου, ο εργοδότης τερματίζη δι' οιονδήποτε λόγον άλλον ή των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων, την απασχόλησιν εργοδοτουμένου ο οποίος έχει απασχοληθή συνεχώς υπ' αυτού επί είκοσι εξ τουλάχιστον εβδομάδας, ο εργοδοτούμενος κέκτηται δικαίωμα εις αποζημίωσιν υπολογιζόμενης συμφώνως προς τον Πρώτον Πίνακα:» Η παράγραφος 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, προβλέπει ότι το Δικαστήριο έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό αποζημίωσης που θα επιδικαστεί. Το Δικαστήριο, κατά τον υπολογισμό του ποσού της αποζημίωσης οφείλει να λάβει υπόψη την ηλικία, τα ημερομίσθια, τη διάρκεια της υπηρεσίας, την απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας και τις πραγματικές συνθήκες του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου. Σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών και δεν μπορεί να είναι μικρότερη του ποσού που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος αν είχε κηρυχθεί ως πλεονάζων. Το ποσό που δικαιούται ένας εργοδοτούμενος όταν η απασχόλησή του τερματίζεται λόγω πλεονασμού υπολογίζεται σύμφωνα με τον Τέταρτο Πίνακα του Νόμου οι πρόνοιες του οποίου προβλέπουν για ένα ποσό το οποίο είναι ανάλογο με την περίοδο απασχόλησης του εργοδοτουμένου. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η περίοδος απασχόλησης ενός εργοδοτουμένου συνιστά βασικό παράγοντα για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης που δικαιούται ένας εργοδοτούμενος στην περίπτωση που η απόλυσή του κριθεί από το Δικαστήριο ως παράνομη. Εξετάζοντας με προσοχή τα όσα ζητούνται στην αίτηση τροποποίησης, τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση και τα όσα προκύπτουν από τα καταχωρηθέντα δικόγραφα, διαπιστώνουμε ότι ο Αιτητής με την αιτούμενη τροποποίηση επιθυμεί να τροποποιήσει την αναφορά του σε σχέση με την ημερομηνία πρόσληψής του διαγράφοντας την υφιστάμενη αναφορά του και αντικαθιστώντας την με νέα αναφορά. Στην ουσία θέλει να τροποποιήσει τις δικογραφημένες θέσεις του σε σχέση με την περίοδο απασχόλησής του στους Καθ' ων η Αίτηση. Είμαστε της άποψης ότι το πρώτο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί πριν εξεταστεί κατά πόσον οι προϋποθέσεις της νέας Δ.25 εφαρμόζονται είναι κατά πόσον η αιτούμενη τροποποίηση είναι απαραίτητη και αναγκαία για τη σωστή παρουσίαση της υπόθεσης του Αιτητή[4]. Κρίνουμε ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία καθότι είναι απαραίτητη ώστε να μπορεί ο Αιτητής να προσκομίσει μαρτυρία σχετικά με τον ισχυρισμό του ότι προσλήφθηκε στους Καθ' ων η Αίτηση την 01/12/2004 αντί το 2014 ο οποίος ισχυρισμός του αφορά ένα από τους βασικούς παράγοντες που θα λάβει υπόψη του το Δικαστήριο κατά τον καθορισμό της αποζημίωσης που δικαιούται ο Αιτητής στην περίπτωση που κρίνει ότι εξαναγκάστηκε σε παραίτηση λόγω της διαγωγής των Καθ' ων η Αίτηση. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί σε αυτό το σημείο σε ότι αφορά την αιτούμενη τροποποίηση είναι κατά πόσον στην παρούσα περίπτωση ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.25 Θ.1
(3). Από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση φαίνεται ότι επικαλείται ότι εκ παραδρομής και/ή λόγω τυπογραφικού λάθους αναγράφηκε «η ημερομηνία 2014 ως χρονολογία πρόσληψης της αντί 2004 που είναι η ορθή». Συνεπώς ο Αιτητής δεν επικαλείται ότι η αιτούμενη τροποποίηση αφορά ισχυρισμούς για την περίοδο απασχόλησης του για νέα δεδομένα που προέκυψαν μετά την καταχώρηση της Αίτησης. Περαιτέρω δεν μπορεί να θεωρηθεί από το ενώπιόν μας υλικό ότι τα στοιχεία για την περίοδο απασχόλησης του Αιτητή στους Καθ' ων η Αίτηση δεν ήταν εξ αρχής στη γνώση του Αιτητή. Ως εκ τούτου η αιτούμενη τροποποίηση δεν εμπίπτει στη δεύτερη περίπτωση της Δ.25 Θ.1
(3). Σε σχέση με την πρώτη περίπτωση της Δ.25 Θ.1
(3)αναφέρουμε τα πιο κάτω: Στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Γ. Μπαμπινιώτη, Δ' Έκδοση, αναφέρεται ότι «παραδρομή» σημαίνει «η έλλειψη προσοχής, η απροσεξία...» και «σύνταξη» σημαίνει «την παραγωγή γραπτών κειμένων..». Επίσης στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Ίδρυμα Μ. Τριανταφυλλίδη, αναφέρεται ότι «παραδρομή» σημαίνει «απροσεξία, αβλεψία..» και «σύνταξη» είναι «η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συντάσσω...., η διατύπωση επίσημου κυρίως κειμένου και ειδικότερα η συγγραφή ενός συλλογικού έργου ή η επεξεργασία και η σύνθεση δεδομένων στοιχείων.». Η έννοια της καλής πίστης χρησιμοποιείται ευρέως στη νομική γλώσσα σε διάφορες περιπτώσεις και δεν έχει συγκεκριμενοποιηθεί ειδικά αφού έχει παραμείνει κάπως αόριστη και γενική ώστε να ερμηνεύεται στα πλαίσια της κάθε περίπτωσης που εφαρμόζεται. Στο νομικό λεξικό Black' s Law Dictionary, 5th edition, σημειώνονται τα πιο κάτω: "Good faith. Good faith is an intangible and abstract quality with no technical meaning or statutory definition, and it encompasses, among other things an honest belief, the absence of malice and the absence of design to defraud or to seek unconscionable advantage.." Στο σύγγραμμα Words and Phrases Legally Defined, 2nd edition, στο λήμμα Good Faith παραπέμπει στην ακόλουθη αναφορά του Kekewich J. στην υπόθεση Mogridge v. Clapp [1892] 3 Ch.382: "What does 'good faith' mean? What is meant by those two English words which are the exact equivalent in every sense of the expression, which is perhaps more commonly used, though not more correctly or properly, bona fides? I think that the best way of defining the expression, so far as it is necessary or safe to define it, is by saying that it is the absence of bad faith - of mala fides." Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. N. Σιακόλα
(1998)1 (Ε) Α.Α.Δ. 44 στη σελ.52 υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο το απόσπασμα της απόφασης του Δικαστή Bowen στην αγγλική υπόθεση Cropper v. Smith [1884] 26 Ch. D. 700 το οποίο, κατά την κρίση μας, συνιστά μια ένδειξη αναφορικά με το τι μπορεί να σημαίνει η έννοια του καλόπιστου λάθους στο περιεχόμενο των δικογράφων: «. I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace . .». Στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελ.130, αναφέρονται τ' ακόλουθα: «good faith means that the amendment is sought for the purpose of raising 'the real question in controversy between the parties" and is not dishonest or intended to overreach the opposite party, or made for any other ulterior motive and relies on facts which are substantially true and germane to the matters in controversy between the parties. If, therefore, the court is not satisfied as to the truth and substantiality of the proposed amendment, it will be refused». Σημειώνουμε ότι το γεγονός ότι η Δ.25 Θ.6 η οποία πραγματεύεται το ζήτημα της διόρθωσης ενός γραφικού ή τυπικού λάθους παρέμεινε χωρίς τροποποίηση δεικνύει ότι Δ.25 Θ.1
(3)καλύπτει περιπτώσεις που το λάθος στο δικόγραφο είναι κάτι περισσότερο από ένα τυπογραφικό ή γραφικό λάθος στο δικόγραφο. Βάσει όλων των πιο πάνω είμαστε της γνώμης ότι στην περίπτωση που ένας διάδικος εκ λάθους ή ακόμα και λόγω αμέλειας που δεν αγγίζει τα όρια της κακοπιστίας, παραλείψει να αναφερθεί σωστά σε ένα γεγονός στο δικόγραφό του και σε μεταγενέστερο στάδιο ζητεί να εισάγει το ορθό γεγονός στο δικόγραφό του κατά τρόπο που η βάση της αγωγής/υπεράσπισής του δεν αλλοιώνεται ουσιαστικά και χωρίς οποιαδήποτε κακοπιστία εκ μέρους του, τότε η εν λόγω παράλειψή του δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως «εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας». Σε αυτό το σημείο σημειώνουμε ότι οι δυο πλευρές στις αγορεύσεις τους αναφέρθηκαν μόνο σε αρχές που αφορούσαν τη Δ.25 πριν την τροποποίησή της το 2014 και μετέπειτα, χωρίς να αναφερθούν στις πρόνοιες της νέας Δ.25 και χωρίς να προβάλουν με οποιαδήποτε τρόπο τις θέσεις τους σχετικά με το πώς αυτές εφαρμόζονται στην υπό εξέταση περίπτωση. Περαιτέρω οι Καθ' ων η Αίτηση δεν εγείρουν ως λόγο ένστασης ότι στην παρούσα περίπτωση δεν αποδείχτηκε ότι υπάρχει εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της αρχικής δικογραφίας και κατά συνέπεια η αιτούμενη τροποποίηση δεν εμπίπτει στην πρώτη περίπτωση της πρόνοιας Δ.25 Θ.1
(3). Οι λόγοι ένστασης τους υπό τα στοιχεία (β), (γ), (δ) και (ε) της παραγράφου 2 της ένστασής τους αφορούν στοιχεία που λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο για σκοπούς εξάσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά την απόφανσή του κατά πόσο θα εγκρίνει ή όχι μια αίτηση τροποποίησης. Στην παρούσα περίπτωση παρόλο που
(1)δεν φαίνεται η αναφορά στο δικόγραφο του Αιτητή σε 2014 αντί 2004 να συνιστά τυπογραφικό λάθος καθότι (
  1. i)στη σύνοψη μαρτυρίας του Αιτητή αναγράφεται πάλι ότι ο Αιτητής θα καταθέσει ότι εργαζόταν στο ξενοδοχείο των Καθ' ων η Αίτηση από το 2014 μέχρι το 2017 και (
  2. ii)στις 18/12/2023 η δικηγόρος του Αιτητή δήλωσε στο Δικαστήριο ότι ο Αιτητής πρόσφατα την εφοδίασε με στοιχεία που δεικνύουν ότι η περίοδος απασχόλησής του στους Καθ' ων η Αίτηση είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτήν που αναφέρεται στο δικόγραφό του και
(2)στην ένορκη δήλωση του κ. Νικολάου δεν δίνονται συγκεκριμένα στοιχεία και που να δεικνύουν το πραγματικό υπόβαθρο του ισχυρισμού που προβάλει για την εκ παραδρομής λανθασμένη αναγραφή της ημερομηνίας πρόσληψης του Αιτητή στους γενικούς λόγους της Αίτησης, υπό το φως
(1)του Τεκμηρίου 1 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του κ. Νικολάου το οποίο δεικνύει ότι ο Αιτητής από τον Δεκέμβριο του 2004 εργαζόταν στους Καθ' ων η Αίτηση και
(2)της αναφοράς στη σύνοψη μαρτυρίας του ενός μάρτυρα των Καθ' ων η Αίτηση ότι ο Αιτητής εργαζόταν για 14 χρόνια στους Καθ' ων η Αίτηση (στοιχεία που δεικνύουν ότι η αιτούμενη τροποποίηση αφορά ουσιαστικά αληθείς και σχετικούς ισχυρισμούς με τα επίδικα θέματα), κρίνουμε ότι ενόψει της μη ύπαρξης λόγου ένστασης που να αμφισβητεί την ύπαρξη στην παρούσα περίπτωση καλόπιστου σφάλματος κατά τη σύνταξη των γενικών λόγων της Αίτησης δεν μπορεί, στην παρούσα περίπτωση, να θεωρηθεί ότι δεν υπάρχει εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας. Συνακόλουθα βρίσκουμε ότι η αιτούμενη τροποποίηση εμπίπτει στις εξαιρέσεις της Δ.25 Θ.1
(3). Σημειώνουμε ότι ο Αιτητής με την αιτούμενη τροποποίηση δεν επιθυμεί να μεταβάλει τη βάση της Αίτησής του που αφορά την αξίωσή του για εξαναγκασμό του σε παραίτηση. Ο Αιτητής αξιώνει αποζημιώσεις και πληρωμή αντί προειδοποίησης δυνάμει του Νόμου λόγω του κατ' ισχυρισμόν του εξαναγκασμού του σε παραίτηση. Με την αιτούμενη τροποποίηση γίνεται προσπάθεια διόρθωσης των ισχυρισμών του σχετικά με την ημερομηνία πρόσληψής του στους Καθ' ων η Αίτηση ώστε να μπορεί να λάβει υπόψη του το Δικαστήριο την πραγματική, σύμφωνα με αυτόν, περίοδο απασχόλησής του στους Καθ' ων η Αίτηση για σκοπούς καθορισμού των αποζημιώσεων και της πληρωμής αντί προειδοποίησης σε περίπτωση που επιτύχει η αξίωσή του που αφορά τον εξαναγκασμό του σε παραίτηση. Σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης παραμένει ως βάση της Αίτησης ο ισχυρισμός του για εξαναγκασμό του σε παραίτηση χωρίς να αλλοιωθεί. Το επόμενο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί από το Δικαστήριο στα πλαίσια της απόφανσής του κατά πόσον θα εγκρίνει ή όχι την αιτούμενη τροποποίηση είναι κατά πόσον σε περίπτωση που εγκριθεί η αίτηση τροποποίησης, τα δικαιώματα που απέκτησαν οι Καθ' ων η Αίτηση κατά τον χρόνο της αιτούμενης τροποποίησης θα επηρεαστούν με δυσμενή τρόπο και θα προκληθεί βλάβη/ζημιά στους Καθ' ων η Αίτηση η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων. Παρατηρούμε ότι με την αιτούμενη τροποποίηση την οποία το Δικαστήριο θεώρησε ότι μπορεί να επιτραπεί ως αναγκαία και σχετική με τα επίδικα θέματα της Αίτησης, ο ισχυρισμός που θέλει ο Αιτητής να τροποποιήσει στο δικόγραφό του συνδέεται με την υφιστάμενη αξίωσή του. Η αιτούμενη τροποποίηση δεν συνιστά νέο γεγονός που στηρίζει νέα και επιπρόσθετα αγώγιμα δικαιώματα του Αιτητή. Σε περίπτωση που εγκριθεί η αίτηση τροποποίησης δεν θα παραβιαστεί με οποιοδήποτε τρόπο η αποκλειστική προθεσμία που προβλέπει το άρθρο 12(10Α) του Περί Ετησίων Μετ' Απολαβών Νόμου του 1967, Ν.8/67 για έγερση απαίτησης στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών εντός 12 μηνών από την ημερομηνία που ανέκυψε το αγώγιμο δικαίωμα αφού ο Αιτητής δεν επιζητεί την προσθήκη ενός νέου γεγονότος που στηρίζει νέα βάση αγωγής και/ή νέα αγώγιμα δικαιώματα διαφορετικά και επιπρόσθετα από αυτά της Αίτησης. Το αγώγιμο δικαίωμα του Αιτητή που στηρίζει την αξίωσή του αφορά τον τερματισμό της εργασιακής σχέσης του με τους Καθ' ων η Αίτηση. Το ζήτημα της περιόδου απασχόλησής του είναι επιμέρους ζήτημα το οποίο δεν αλλοιώνει την αίτια και την βάση της Αίτησης και αφορά τον καθορισμό των ποσών που δικαιούται ο Αιτητής σε περίπτωση επιτυχίας της αξίωσής του. Το μόνο που διαφοροποιείται με την αιτούμενη τροποποίηση είναι σε περίπτωση επιτυχίας της Αίτησης η έκταση των αποζημιώσεων που θα επιδικαστούν στον Αιτητή. Περαιτέρω είμαστε της γνώμης ότι αν εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση, οι Καθ' ων η Αίτηση δεν θα τεθούν σε δυσμενέστερη θέση από πλευράς
(1)θεμελίωσης και απόδειξης των ισχυρισμών τους που αφορούν την αξίωση του Αιτητή για εξαναγκασμό σε παραίτηση και
(2)αμφισβήτησης των θέσεων του Αιτητή σε σχέση με την αξίωση του για εξαναγκασμό σε παραίτηση και το επιμέρους ζήτημα της περιόδου απασχόλησης του Αιτητή από ότι θα ήταν αν το τροποποιημένο δικόγραφο του Αιτητή τους επιδιδόταν εξ αρχής. Σημειώνουμε ότι οι Καθ' ων η Αίτηση
(1)δεν προέβησαν σε ρητή παραδοχή της ημερομηνίας πρόσληψης του Αιτητή (α) στους γενικούς λόγους του έγγραφου εμφάνισής τους και (β) στον κοινό κατάλογο παραδεκτών γεγονότων και εγγράφων που καταχώρησαν σε συνεργασία με τη δικηγόρο του Αιτητή και
(2)στη σύνοψη μαρτυρίας των μαρτύρων τους δήλωσαν ότι ο Αιτητής εργαζόταν σε αυτούς 14 χρόνια. Δεν τέθηκε ενώπιόν μας οποιοδήποτε στοιχείο που να δεικνύει ποια διαφορετική στάση θα τηρούσαν οι Καθ' ων η Αίτηση αν προβαλλόταν εξ αρχής η αιτούμενη τροποποίηση στους γενικούς λόγους της Αίτησης (βλέπε Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. ν. Α & G Leventis & Company (Νigeria) Ltd (πιο πάνω)) ή ότι οι Καθ' ων η Αίτηση λόγω της αναφοράς του Αιτητή σε πρόσληψή του το 2014 αντί το 2004 απέκτησαν κάποια δικαιώματα (vested rights) τα οποία θα επηρεαστούν αν εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση. Το γεγονός ότι οι Καθ' ων η Αίτηση, αν εγκριθεί η αίτηση τροποποίησης, σε περίπτωση επιτυχίας της Αίτησης θα κληθούν να καταβάλουν μεγαλύτερα ποσά στον Αιτητή ως αποζημιώσεις για τον εξαναγκασμό του σε παραίτηση και πληρωμή αντί προειδοποίησης σε σύγκριση με τα ποσά που θα κληθούν να καταβάλουν στην περίπτωση που δεν εγκριθεί η αίτηση δεν εμπίπτει στο είδος ζημιάς που λαμβάνεται υπόψη κατά την εξέταση μιας αίτησης τροποποίησης[5]. Καταλήγουμε ότι αν εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση οι Καθ' ων η Αίτηση δεν θα υποστούν ζημιά η οποία δεν είναι δυνατό να αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων υπέρ τους. Αναφορικά με τον χρόνο στον οποίο υποβλήθηκε το αίτημα παρατηρούμε ότι η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε επτά
(7)χρόνια μετά την καταχώρηση της Αίτησης και του έγγραφου εμφάνισης των Καθ' ων η Αίτηση και την καταχώρηση της Κλήσης για Οδηγίες, πέντε
(5)χρόνια μετά τον κατάλογο μαρτύρων που καταχώρησαν οι Καθ' ων η Αίτηση στον οποίο ανέγραψαν ότι ο Αιτητής εργαζόταν 14 χρόνια σε αυτούς, 2.5 χρόνια μετά την καταχώρηση του κοινού καταλόγου παραδεκτών γεγονότων και εγγράφων στον οποίο δεν δηλώθηκε η περίοδος απασχόλησης του Αιτητή, 1.5 χρόνο μετά που ορίστηκε η υπόθεση πρώτη φορά για ακρόαση και έξι
(6)μήνες μετά που η δικηγόρος του Αιτητή δήλωσε ότι ο Αιτητής την εφοδίασε με στοιχεία που δείχνουν ότι η περίοδος απασχόλησης του Αιτητή στους Καθ' ων η Αίτηση ήταν μεγαλύτερη από αυτή που ανέφερε στο δικόγραφό του ο Αιτητής. Σύμφωνα με τον κ. Νικολάου το λάθος στο δικόγραφο του Αιτητή εντοπίστηκε κατά την προετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση τον Σεπτέμβριο του 2023 και ο λόγος που η αίτηση καταχωρήθηκε τον Ιούνιο του 2024 ήταν καθότι στο μεσοδιάστημα γίνονταν συνεχώς προσπάθειες για εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης. Έχοντας αυτά κατά νου είμαστε της γνώμης ότι η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε με μια καθυστέρηση (από τον Νοέμβριο του 2023 μέχρι τον Ιούνιο του 2024) και ότι αν οι δικηγόροι του Αιτητή ήταν πιο προσεκτικοί και επιμελείς θα εντόπιζαν το λάθος τους πολύ νωρίτερα από το φθινόπωρο του 2023 (είτε τον Ιούλιο του 2019 είτε τον Σεπτέμβριο του 2022). Όμως υπό το φως του γεγονότος ότι η ακρόαση της Αίτησης δεν άρχισε ακόμη (κυρίως λόγω των επαναλαμβανομένων κοινών αιτημάτων των δικηγόρων των διαδίκων τόσο για να εξοφληθούν τα δεδουλευμένα προς τον Αιτητή όσο και για καταβληθούν προσπάθειες για εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης), κρίνουμε ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν καταχωρήθηκε με τέτοια καθυστέρηση που να δικαιολογεί την απόρριψη της αίτησης στη βάση της καθυστέρησης. Ούτε θεωρούμε το γεγονός ότι οι δικηγόροι του Αιτητή απέτυχαν να εντοπίσουν το λάθος στο δικόγραφο του Αιτητή πολύ νωρίτερα ότι είναι τέτοιας μορφής και φύσης που να είναι μοιραίο για την αίτηση τροποποίησης. Σημειώνουμε ότι δεν διαπιστώσαμε ότι ο Αιτητής είχε οποιαδήποτε πρόθεση για καθυστέρηση της διαδικασίας με την καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης. Δεν τέθηκαν ενώπιόν μας οποιαδήποτε στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι ο Αιτητής με την υποβολή της αίτησης ενήργησε κακόπιστα ή με σκοπό να εξαπατήσει την πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση[6]. Συνακόλουθα δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε κακοπιστία από πλευράς του Αιτητή. Οποιαδήποτε καθυστέρηση στη διαδικασία η οποία μπορεί να προκληθεί σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης τροποποίησης, αυτή μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων καθότι δεν μπορεί να θεωρηθεί τόσο μεγάλη που να εκφεύγει της επιταγής του Άρθρου 30 του Συντάγματος για σύντομη εκδίκαση των υποθέσεων. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, κρίνουμε ότι η αιτούμενη τροποποίηση θα πρέπει να επιτραπεί. Κατάληξη Ως εκ τούτου η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης των Γενικών Λόγων της Αίτησης ως η υποπαράγραφος (α) της παραγράφου 1 της αίτησης τροποποίησης ημερ. 04/06/2024. Τροποποιημένοι Γενικοί Λόγοι Αίτησης να καταχωρηθούν εντός 21 ημερών από σήμερα. Τροποποιημένο Έγγραφο Εμφάνισης να καταχωρηθεί εντός 21 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της Τροποποιημένης Αίτησης. Τόσο τα έξοδα της αίτησης τροποποίησης όσο και αυτά που θα απωλεσθούν λόγω της τροποποίησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι σε βάρος του Αιτητή και προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση και θα είναι αμέσως πληρωτέα. Η υπόθεση ορίζεται για οδηγίες στις 16/09/2024 η ώρα 09.00 π.μ. (Υπ.) ............... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.) ............. (Υπ.) ............... Μ. Πότσου, Μέλος Δ. Χαριλάου, Μέλος ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Τα γεγονότα θα πρέπει να εκτίθενται συνοπτικώς . [2] Τα άρθρα του Νόμου ή και του Κανονισμού στα οποία βασίζεται η αίτηση θα πρέπει να προσδιορίζονται. [3] «Τα δικαιώματα των διαδίκων κρίνονται επί της ουσίας τους όταν αυτά διατυπώνονται με σαφήνεια. .... Οι κανόνες Πολιτικής Δικονομίας υιοθετούνται για να διευκολύνεται η δικαστική διαδικασία, η οποία ρυθμίζεται από αυτούς ώστε να προχωρεί απρόσκοπτα. Δεν ερμηνεύονται, ή η νομολογία μας εφαρμόζεται, με τέτοιο τρόπο που να καταστρατηγούνται τα δικαιώματα των διαδίκων, οι οποίοι δικαιούνται σε πρόσβαση στο Δικαστήριο. Η αρχή πως στην αίτηση πρέπει να διατυπώνεται με σαφήνεια η θεραπεία και η νομική της βάση ισχύει. Σκοπός της είναι να γνωρίζει το Δικαστήριο, αλλά και η άλλη πλευρά, το περιεχόμενο της αίτησης για να μπορεί να τοποθετηθεί.» [4] Στο Annual Practice 1958 σελ.621 αναφέρεται ότι: "As a general rule either party is allowed to make any such amendment as is reasonably necessary for the due presentation of his case, on payment of the costs of and occasioned by the amendment, provided that there has been no undue delay on this part, and provided also the amendment will not injure or affect any vested rights of his opponent." [5] Ο Lord Keith στην απόφαση κατά πλειοψηφία (3 προς 2) της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην Ketteman v. Hansel Properties Ltd [1988] 1 ALL E.R. 38, στην απόφαση του διευκρινίζει την έννοια «ζημιάς» στις αιτήσεις τροποποίησης. Συγκεκριμένα σημειώνει: «The sort of injury which is here in contemplation is something which places the other party in a worse position from the point of view of presentation of his case than he would have been if his opponent had plead the subject matter of the proposed amendment at the proper time. If he would suffer no prejudice from that point of view, then an award of cost is sufficient to prevent him from suffering injury and the amendment should be allowed. It is not a relevant type of prejudice that allowance of the amendment will or may deprive him of a success which he would achieve if the amendment were not to be allowed.». [6] Στην Κ. Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας
(2012)1 Α.Α.Δ. 745 λέχθηκαν τ' ακόλουθα: «Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση ύπαρξης κακοπιστίας, η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχουμε εντοπίσει σαφή στοιχεία που να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς των Εφεσειόντων, περί ύπαρξης κακοπιστίας. Το μόνο στοιχείο που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικού δικαστηρίου, είναι ότι ο Εφεσίβλητος γνώριζε από πολλού ότι η Έκθεση Υπεράσπισης έχρηζε τροποποίησης και δεν έπραξε οτιδήποτε. Όμως ο Εφεσίβλητος εξήγησε ότι για ένα μέρος του χρόνου, ανέμενε συμπληρωματικά γεγονότα από το μηχανικό του έργου, ο οποίος ήταν άρρωστος. Όμως, ακόμη και να η καθυστέρηση οφειλόταν σε λάθος ή σε αμέλεια, με κανένα τρόπο δεν μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία. Δεν έχουν τεθεί ενώπιον μας στοιχεία που να δείχνουν ή από τα οποία εμείς να συμπεράνουμε ότι σκόπιμα καθυστέρησε η καταχώρηση της αίτησης με απώτερο στόχο την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.