ΧΡΗΣΤΟΥ Γ. ΧΡΥΣΙΚΟΥ ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΩΣΤΑ κ.α., Αρ. Αίτησης: 118/24, 6/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή. Μ. Πότσου ) Σ. Αυγουστή ) Μελών. Αρ. Αίτησης: 118/24 Μεταξύ: ΧΡΗΣΤΟΥ Γ. ΧΡΥΣΙΚΟΥ Αιτητή και
- ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΩΣΤΑ Καθ' ου η Αίτηση Προδικαστική εκδίκαση νομικού σημείου. Ημερομηνία: 6 Νοεμβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Αιτητής: Παρών (Αυτοπροσώπως). Για τον Καθ' ου η Αίτηση: Ο κ.Στ. Χριστοδούλου με την κα Αρ. Μούζουρου. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Αιτητής στις 22/05/2024 καταχώρησε την Αίτηση Εργατικής Διαφοράς με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό («η Αίτηση»), με την οποία αξιώνει από τον Καθ' ου η Αίτηση τις ακόλουθες θεραπείες: «Α. Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η αποδέσμευση η προφορική η οποία τελέστηκε εκ μέρους του διευθυντή του ξενοδοχείου Grand Resort /καθ' ου η αίτηση 1 κατά την 21.05.2024 εναντίον μου ενώ ήμουν ορισμένος μόνιμα φύλακας ασφαλείας στο άνω ξενοδοχείο, είναι πράξη άκυρη, παράνομη και στερείται οποιασδήποτε έννομης αιτιολογίας. Β. Δήλωση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου ότι η παράλειψη του Καθ' ου η αίτηση 1 να μου χορηγήσει γραπτή και αιτιολογημένη αποδέσμευσή μου από το υποστατικό του κατά την 21.05.2024 είναι πράξη παράνομη, και αντίκειται στον νόμο και/ή ότι παραλείφθηκε να διαταχθεί να γίνει. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου ότι η προφορική αποδέσμευσή μου από τον καθ' ου η αίτηση 1 κατά την 21.05.2024 είναι πράξη δυσμενούς μεταχείρισης η οποία προκλήθηκε χωρίς δίχως να υπάρχει απολύτως καμία έρευνα και/ή προειδοποίηση εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση 1, και ότι συνιστά «παραμέληση υπηρεσιακού καθήκοντος» εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση 1, και/ ή άγνοια του νόμου. Δ. Την επιβολή χρηματικού προστίμου δύο χιλιάδων ευρών (€2.000) εναντίον του καθ' ου η αίτηση 1 ο οποίος παρέλειψε να μου χορηγήσει σκόπιμα, κακόβουλα, και κυρίως προπαρασκευασμένα, την προβλεπόμενη γραπτή προειδοποίηση μίας εβδομάδας πριν με αποδεσμεύσει από την φύλαξη μου στο υποστατικό του κατά την 21.05.
- Ε. Την επιβολή χρηματικού προστίμου πέντε χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ (€5.500) εναντίον του καθ' ου η αίτηση 1, ο οποίος κατά παράβαση άρθρου 27 του Ν. 25(Ι)/2023 και εφόσον παραβίασε τις σαφείς πρόνοιες των άρθρων 15
(1)και 24
(2)(α) του οικείου νόμου, με υπέβαλε σε δυσμενή μεταχείριση λόγω ελλιπούς τακτικής περί αποδέσμευσης προφορικής την οποία και ενάσκησε εναντίον μου. Στ. Δικαστικά έξοδα, έξοδα επίδοσης, πλέον νόμιμος τόκος από την ημ/νία καταχώρησης.» Ο Αιτητής σημειώνει (α) ότι έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση 1, ότι η Αίτηση ορθά στρέφεται εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση 1 και ότι η Αίτηση υποβάλλεται δυνάμει του άρθρου 12
(10)Α του Ν.8/1967 εμπρόθεσμα εντός 12 μηνών από την ημερομηνία που ο Καθ' ου η Αίτηση 1 τον αποδέσμευσε παράνομα από το υποστατικό, (β) ότι η προφορική αποδέσμευσή του παραβιάζει την αρχή της καλής πίστης, (γ) ότι η εργατική διαφορά που προέκυψε από την «αδικοπρακτική τακτική» του Καθ' ου η Αίτηση 1 υπάγεται στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών δυνάμει του άρθρου 26 του Ν.25(Ι)/2023 και (δ) ότι η προφορική αποδέσμευσή του λήφθηκε αδικαιολόγητα με παντελή έλλειψη γραπτών δεδομένων εκ μέρους του Καθ' ου η Αίτηση
- Ως γεγονότα στα οποία βασίζεται η Αίτηση αναφέρει ότι (α) στις 05/11/2024 υπέγραψε συμβόλαιο εργασίας με την εταιρεία KKP Alfa Security Services Ltd, (β) εκτελούσε υπηρεσίες φύλαξης στο ξενοδοχείο Grand Resort το οποίο υπάγεται μαζί με άλλα ξενοδοχεία στην αλυσίδα Leonardo Hotels από τις 18/10/2023, (γ) στις 21/05/2024 ο Καθ' ου η Αίτηση 1 του έδωσε προφορική εντολή να αποχωρήσει από τον χώρο του ξενοδοχείου αφήνοντας τον χωρίς εργασία καθότι στη θέση του ξενοδοχείου «ήταν μόνιμη δύναμη» και (δ) στις 21/05/2024 κατάγγειλε γραπτώς στον γενικό διευθυντή της KKP Alfa Security Services Ltd τον Καθ' ου η Αίτηση 1 για παραβίαση των όρων απασχόλησής του. Ο Καθ' ου η Αίτηση καταχώρησε στις 13/06/2024 έγγραφο εμφάνισης με τους γενικούς λόγους του οποίου απορρίπτει τις εναντίον του αξιώσεις. Περαιτέρω εγείρει τις ακόλουθες προδικαστικές ενστάσεις: «
- Ο Καθ' ου η Αίτηση εγείρει Πρώτη Προδικαστική Ένσταση, και ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται να προωθήσει την παρούσα Αίτηση Εργατικής Διαφοράς («η Αίτηση») εναντίον του, με δεδομένο ότι ουδεμία σχέση εργοδότη -εργοδοτούμενου και/ή εργασιακή σχέση υπάρχει και/ή υπήρξε πότε μεταξύ των διαδίκων, ενώ περαιτέρω κατά παραδοχή του ιδίου του Αιτητή στην παράγραφο 5 της σελίδας της Αίτησης, ο Αιτητής διατηρούσε και/ή διατηρεί συμβόλαιο εργασίας με τρίτο πρόσωπο, ήτοι την εταιρεία KKP Alfa security Services Ltd.
- Ο Καθ' ου η Αίτηση εγείρει Δεύτερη Προδικαστική Ένσταση, και ισχυρίζεται ότι η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί με δεδομένο ότι δεν τηρεί και/ή δεν πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, ως αυτές καθορίζονται από τη σχετική νομοθεσία και/ή τους σχετικούς διαδικαστικούς κανονισμούς και/ή δεν συμμορφώνεται με τα όσα προβλέπονται στους σχετικούς Τύπους και/ή Έντυπα.
- Ο Καθ' ου η Αίτηση εγείρει Τρίτη Προδικαστική Ένσταση, και ισχυρίζεται ότι οι επιζητούμενες από τον Αιτητή θεραπείες και/ή τα αιτήματα του Αιτητή ως καταγράφονται και/ή καθορίζονται στην Αίτηση, εκφεύγουν της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών.» Στις 17/06/2024 ο Αιτητής καταχώρησε ενδιάμεση αίτηση («η Πρώτη Ενδιάμεση Αίτηση») με την οποία ζητά την απόρριψη του έγγραφου εμφάνισης του Καθ' ου η Αίτηση «ως έντυπο ανυπόστατο και ενοχλητικό». Στις 26/06/2024 ο Αιτητής καταχώρησε ενδιάμεση αίτηση («η Δεύτερη Ενδιάμεση Αίτηση») με την οποία ζητά την απόρριψη της ένστασης την οποία καταχώρησε ο Καθ' ου η Αίτηση στην Πρώτη Ενδιάμεση Αίτηση. Στις 08/07/2024 ημερομηνία κατά την οποία η Αίτηση, η Πρώτη Ενδιάμεση Αίτηση και η Δεύτερη Ενδιάμεση Αίτηση ήταν ορισμένες για οδηγίες για πρώτη φορά το Δικαστήριο ενόψει (α) της αναφοράς του Αιτητή στους γενικούς λόγους της Αίτησης ότι έχει συμβόλαιο εργασίας με την KKP Alfa Security Services Ltd και (β) του Τεκμηρίου 10 που επισυνάπτεται στην Πρώτη Ενδιάμεση Αίτηση το οποίο είναι ένα έντυπο με το οποίο ο Αιτητής ζητά από την KKP Alfa Security Services Ltd την πληρωμή του μισθού του για τον Μάιο του 2024 για τις υπηρεσίες φύλαξης που προσέφερε στο ξενοδοχείο Grand Resort, ζήτησε από τον Αιτητή και τον δικηγόρο του Καθ' ου η Αίτηση να αναφέρουν ποιος ήταν ο εργοδότης του Αιτητή στις 21/05/2024 και ποια η σχέση του Αιτητή με τον Καθ' ου η Αίτηση. Και οι δύο πλευρές ανέφεραν ότι μεταξύ των διαδίκων δεν υπήρχε σχέση εργασίας, ότι ο Αιτητής δεν ήταν εργοδοτουμένος του Καθ' ου η Αίτηση και ότι ο Αιτητής ήταν εργοδοτούμενος της KKP Alfa Security Services Ltd η οποία παρείχε υπηρεσίες φύλαξης στο ξενοδοχείο Grand Resort. Ενόψει των πιο πάνω δηλώσεων, το Δικαστήριο έθεσε ζήτημα κατά πόσον το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών («το Δ.Ε.Δ.») έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την Αίτηση. Το Δικαστήριο ανέφερε τους προβληματισμούς του στον Αιτητή και τον δικηγόρο του Καθ' ου η Αίτηση και στη συνέχεια ενόψει της κοινής θέσης των διαδίκων ότι μεταξύ τους δεν υπήρχε σχέση εργοδότη - εργοδοτουμένου αποφάσισε όπως εκδικάσει προδικαστικά το θέμα της καθ' υλην αρμοδιότητας του Δ.Ε.Δ. σε ότι αφορά την Αίτηση και όρισε το εν λόγω ζήτημα για προδικαστική εκδίκαση στις 19/09/
- Στις 19/09/2024 ο Αιτητής και ο δικηγόρος του Καθ' ου η Αίτηση κατέθεσαν ενώπιόν μας γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεών τους και αγόρευσαν και προφορικά. Σύμφωνα με τη νομολογία, «. θέματα που άπτονται της αρμοδιότητας του δικαστηρίου πρέπει να επιλύονται το ενωρίτερο δυνατό (επειδή) είναι αντινομικό το δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητας του» (βλ. Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & άλλοι v. Γεν. Εισαγγελέα
(1991)1 Α.Α.Δ. 225). Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι θέμα δημοσίας τάξης και μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμα και κατ' έφεση (βλ. Παναγιώτου v. Χ'' Κυριάκου
(1991)1 Α.Α.Δ. 362, Γεωργίου v. Γεωργίου
(2001)1
(1)Α.Α.Δ. 1592). Λόγω της φύσης και της σοβαρότητας του, το ζήτημα μπορεί να εγερθεί και να εξεταστεί αυτεπάγγελτα από το ίδιο το Δικαστήριο σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας, αφού ελλείψει δικαιοδοσίας κάθε απόφαση είναι εξ υπαρχής άκυρη (βλ. Μιχαηλίδης v. Γρηγορίου κ.α.
(1988)1 Α.Α.Δ. 88, ΘΟΚ ν. Ορέστης Σοφοκλέους, Πολιτική Έφεση Αρ. 513/12, απόφαση ημερ.18/01/2016). Στην υπόθεση Ελευθέριος Κούρου ν. Αντωνίας Ξενή Κόνου, Πολιτική Έφεση Αρ. 305/09, απόφαση ημερομ.10/10/2014 τονίστηκαν τα πιο κάτω: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν ορθό στη σκέψη του ότι το ζήτημα της δικαιοδοσίας αποτελεί καταλυτικής σημασίας θέμα εφόσον οποιαδήποτε άλλη διαδικασία ή επιδίωξη θεραπείας, όπως η τροποποίηση των δικογράφων, ήταν δυνατή μόνο υπό την προϋπόθεση ότι είχε γενική δικαιοδοσία να εξετάσει τα ενώπιον του θέματα στη βάση της υπάρχουσας δικογραφίας. Όπως αποφασίστηκε στη Thermofast Limited
(2005)1 Α.Α.Δ. 567, το ζήτημα της δικαιοδοσίας είναι ζήτημα δημόσιας τάξης, εγείρεται και αυτεπαγγέλτως, αποτελεί δε υποχρέωση του Δικαστηρίου να ακυρώσει διάταγμα που εκδόθηκε χωρίς δικαιοδοσία. Το ζήτημα δεν επαφίεται ούτε στη συναίνεση των διαδίκων, ούτε στη συμπεριφορά ή στην τυχόν καθυστέρηση που επιδεικνύεται. Όπως αποφασίστηκε στη Michaelidou n. Gregoriou
(1968)1 C.L.R. 88, οι διάδικοι δεν μπορούν να συναινέσουν να προσδώσουν δικαιοδοσία σε Δικαστήριο εκεί όπου δεν υπάρχει. Μάλιστα ενδείκνυται το ζήτημα της έλλειψης κατά τόπο ή καθ΄ ύλην δικαιοδοσίας να εγείρεται και να εξετάζεται το συντομότερο δυνατόν ώστε να μην προχωρά η διαδικασία χωρίς αρμοδιότητα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέλαβε δικαιοδοσία να εξετάσει τη δικαιοδοσία του, ένας απόλυτα θεμιτός τρόπος ενέργειας. Η εξέταση της δικαιοδοσίας υπό το φως του ευρύτερου πλαισίου της διαφοράς των διαδίκων ιδωμένης ως εμπίπτουσας στο οικογενειακό δίκαιο, πρόβαλλε επιτακτική. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Words and Phrases Legally Defined, 2η Έκδ., Τόμος 3, σελ.113: «Where a court takes it upon itself to exercise a jurisdiction which it does not possess, its decision amounts to nothing. Jurisdiction must be acquired before judgment is given.»» Η έννοια της δικαιοδοσίας και πότε ένα Δικαστήριο ενεργεί εντός της δικαιοδοσίας του, αποτέλεσε αντικείμενο ευρύτερης νομολογιακής ανάλυσης. Ενδεικτική είναι η αναφορά που γίνεται στην υπόθεση R.C.K. Sports Ltd (αρ.4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 618, την οποία το Δικαστήριο υιοθέτησε και στην υπόθεση Κορέλλης v. Γενικού Εισαγγελέα
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1718: «Στην R.C.K. Sports Ltd (Αρ. 4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 618, 623, έχει επιχειρηθεί ερμηνεία του όρου "δικαιοδοσία": "Η λέξη 'δικαιοδοσία' έχει πολλές αποχρώσεις ερμηνείας. Μερικοί τείνουν να πουν ότι, οποτεδήποτε δικαστήριο αποφασίσει εσφαλμένα, υπερβαίνει τη δικαιοδοσία του. Η δήλωση αυτή είναι πολύ ευρεία και αποτελεί υπερβολή. Το δικαστήριο ασκεί την εξουσία του σύμφωνα με το καθορισμένο δικονομικό δίκαιο. Δικαιοδοσία ή αρμοδιότητα σημαίνει την εξουσία την οποία έχει ένα δικαστήριο να αποφασίζει θέματα τα οποία παρουσιάζονται ενώπιον του ή να επιλαμβάνεται θεμάτων τα οποία παρουσιάζονται, σύμφωνα με Δικονομικούς Κανόνες ενώπιον του, για απόφαση. Τα όρια της δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας καθορίζονται από το Νόμο ο οποίος καθιδρύει το Δικαστήριο. Η δικαιοδοσία πρέπει να υπάρχει πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης." (Βλ. και Thompson v. Shiel [1840] 3 Ir. Eq. R. 135, Δημητρίου
(1990)1 Α.Α.Δ. 256, 261).» (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας) Το Δ.Ε.Δ. καθιδρύθηκε δυνάμει του άρθρου 12 του Περί Ετήσιων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν.8/67) όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα. Στο άρθρο 12 του πιο πάνω Νόμου προσδιορίζεται το εύρος της καθ' ύλην αρμοδιότητας του Δ.Ε.Δ.. Παραθέτουμε πιο κάτω αυτούσιο το εν λόγω άρθρο: «12.-
(1)Καθιδρύεται Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών, (εν τω παρόντι νόμω καλούμενον «Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών») εις την αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν του οποίου υπάγεται η διάγνωσις και απόφασις επί των ακολούθως διαφορών: (α) απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων, περιλαμβανομένου και παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος· (β) απασών των εργατικών διαφορών, συμπεριλαμβανομένου και παντός συμπληρωματικού ή παρεμπίπτοντος θέματος παραπεμπομένου αυτώ δυνάμει ρητής διατάξεως οιουδήποτε ετέρου νόμου ή Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων· (γ) πάσης εργατικής διαφοράς παραπεμπομένης αυτώ υπό του Υπουργού, είτε κοινή συναινέσει αμφοτέρων των μερών, είτε δυνάμει οιασδήποτε εν ισχύϊ συλλογικής συμβάσεων ή διευθετήσεως αφορώσης την επίλυσιν εργατικών διαφορών διά διαιτησίας· (δ) οιασδήποτε ετέρας διαφοράς, συμπεριλαμβανομένης και οιασδήποτε απαιτήσεως διά παροχήν ή αποφάσεως αρμοδίου λειτουργού, δυνάμει των διατάξεων του εκάστοτε περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων ισχύοντος Νόμου, ήτις ήθελε παραπεμφθή αυτώ, ως ήθελεν εκάστοτε καθορισθή διά νόμου ή διά κανονισμών εκδοθέντων κατ΄ εφαρμογήν του εδαφίου τούτου. (ε) αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας και περιλαμβάνουν απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο, ατομική ή συλλογική σύμβαση. (στ) οποιωνδήποτε διαφορών αστικής φύσεως αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμου.» Σημειώνουμε ότι ο όρος «εργατική διαφορά» που αναφέρεται στις υποπαραγράφους (α), (β) και (γ) της παραγράφου
(1)του άρθρου 12 του Ν.8/67 καθορίζεται στις ερμηνευτικές διατάξεις του Ν.8/67 ως εξής: «εργατική διαφορά» σημαίνει οιανδήποτε διαφοράν μεταξύ εργοδοτών και εργοδοτουμένων ή μεταξύ εργοδοτουμένων και εργοδοτουμένων, εν σχέσει προς την απασχόλησιν ή την μη απασχόλησιν ή τας συνθήκας απασχολήσεως ή τους όρους απασχολήσεως οιωνδήποτε προσώπων είτε εργοδοτουμένων υπό του εργοδότου μετά του οποίου εγείρεται η διαφορά είτε μη·» Τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση δηλαδή τα γεγονότα που προσδιορίζονται στο κλητήριο ένταλμα και την έκθεση απαίτησης (βλ. Θεοχάρους ν. Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ. 240, Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd and others
(1989)1 B A.A.Δ. 729, Sartas Importers Distributors Ltd v. Mαρούλλη
(2003)1 Α.Α.Δ. 1446, Interamerican Insurance Co. Limited ν. Άντρης Μακρίδου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1529). Στην υπό εξέταση περίπτωση, οι πρόνοιες των υποπαραγράφων (α)[1], (γ)[2], (δ), (ε)[3] και (στ) του άρθρου 12
(1)του Ν.8/67 δεν εφαρμόζονται. Επομένως θα προχωρήσουμε να εξετάσουμε το ζήτημα της δικαιοδοσίας με αναφορά στην υποπαράγραφο (β) του εν λόγω άρθρου. Σύμφωνα με το άρθρο 12
(1)(β) του Ν.8/67, το Δ.Ε.Δ έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει εργατική διαφορά που παραπέμπεται σε αυτό δυνάμει ρητής διατάξεως νόμου. Από τους γενικούς λόγους της Αίτησης διαπιστώνουμε ότι ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι ο Καθ' ου η Αίτηση τον έδιωξε από τον χώρο εργασίας του και τον άφησε χωρίς εργασία. Ο Περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμος του 1967 (Ν.24/67) είναι ο νόμος που αφορά τον τερματισμό της απασχόλησης του εργοδοτουμένου. Ο Ν.24/67 θεσπίστηκε με σκοπό «την προστασία του εργοδοτούμενου από το μονομερή τερματισμό της απασχόλησης του[4]» από τον εργοδότη και οι πρόνοιές του ρυθμίζουν τα δικαιώματα του εργοδοτούμενου σε περίπτωση τερματισμού της εργοδότησής του με πρωτοβουλία (μονομερή απόφαση) του εργοδότη. Με το άρθρο 30 του Ν.24/67, προβλέπεται ότι το Δ.Ε.Δ. έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφασίσει επί όλων των εργατικών διαφορών που αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του Ν.24/67 ή των σχετικών κανονισμών. Με βάση τις πρόνοιες του Ν.24/67 (βλ. π.χ. άρθρο 2, άρθρο 3, άρθρο 5) το Δ.Ε.Δ έχει δικαιοδοσία να εξετάσει κατά πόσο η απόφαση του εργοδότη να τερματίσει την απασχόληση του εργοδοτουμένου είναι νόμιμη και δικαιολογημένη εντός των πλαισίων που ορίζει ο Ν.24/67 ή όχι και στην περίπτωση που η απόφαση του εργοδότη κριθεί από το Δ.Ε.Δ. ως παράνομη και αδικαιολόγητη να επιδικάσει αποζημιώσεις υπέρ του εργοδοτουμένου και εις βάρος του εργοδότη ή αν οι περιστάσεις της υπόθεσης το δικαιολογούν να διατάξει επαναπρόσληψη του εργοδοτουμένου και την καταβολή αποζημίωσης στον εργοδοτούμενο από τον εργοδότη. Και στις δύο περιπτώσεις ο τρόπος υπολογισμού των αποζημιώσεων από το Δ.Ε.Δ. καθορίζεται ρητά από τον Ν.24/67. Συνακόλουθα με τα πιο πάνω το Δ.Ε.Δ. μπορεί να επιδικάσει αποζημιώσεις όπως αυτές προνοούνται στον Ν.24/67 και δεν μπορεί να επιδικάσει αποζημιώσεις στη βάση άλλων αρχών δικαίου και/ή άλλων νομοθετημάτων. Σημειώνουμε ότι στις ερμηνευτικές διατάξεις του Ν.24/67 η έννοια του όρου «εργατική διαφορά» είναι ταυτόσημη με αυτή που περιέχεται στις ερμηνευτικές διατάξεις του Ν.8/67. Κατά συνέπεια μια διαφορά για να μπορεί να θεωρηθεί ως εργατική διαφορά εντός των πλαισίων του ορισμού του Ν.24/67 πρέπει να έχει προκύψει μεταξύ «εργοδοτών και εργοδοτουμένων». Στις ερμηνευτικές διατάξεις του Ν.24/67 αναφορικά με τις έννοιες των όρων «εργοδότης» και «εργοδοτούμενος» σημειώνονται τ' ακόλουθα: «"εργοδοτούμενος" σημαίνει πρόσωπον εργαζόμενον δι' έτερον πρόσωπον είτε δυνάμει συμβάσεως εργασίας ή μαθητείας είτε υπό τοιαύτας περιστάσεις εκ των οποίων δύναται να συναχθή η ύπαρξις σχέσεως εργοδότου και εργοδοτουμένου, ο δε όρος "εργοδότης" θα ερμηνεύηται αναλόγως και θα περιλαμβάνη την Κυβέρνησιν της Δημοκρατίας.» Σύμφωνα με τα πιο πάνω, το Δ.Ε.Δ., βάσει των προνοιών του άρθρου 12
(1)(β) του Ν.8/67 και του Ν.24/67, έχει δικαιοδοσία/αρμοδιότητα να εκδικάσει οποιαδήποτε διαφορά προέκυψε μεταξύ του Αιτητή και του εργοδότη του κατά τον ουσιώδη χρόνο (ο οποίος ήταν η KKP Alfa Security Services Ltd) σε σχέση με τον τερματισμό της απασχόλησής του (αν υπήρξε) από τον εργοδότη του (KKP Alfa Security Services Ltd) στις 21/05/
- Στην παρούσα περίπτωση, οι αξιώσεις του Αιτητή δεν συναρτώνται προς τον τερματισμό της απασχόλησής του από την εταιρεία που τον εργοδοτούσε (KKP Alfa Security Services Ltd). Ο Αιτητής αξιώνει θεραπείες εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση ο οποίος δεν ήταν ο εργοδότης του αφού δεν εργοδότησε τον Αιτητή υπό την προσωπική ιδιότητά του. Ο Καθ' ου η Αίτηση ήταν απλώς ένα υπεύθυνο άτομο στον χώρο που ο Αιτητής πρόσφερε τις υπηρεσίες του. Ως εκ τούτου ο Καθ' ου η Αίτηση δεν καλύπτεται από τον όρο «εργοδότης» όπως αυτός τίθεται στα πλαίσια του Ν.24/
- Συνακόλουθα στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει εργατική διαφορά μεταξύ του Αιτητή και του Καθ' ου η Αίτηση η οποία είναι προαπαιτούμενη τόσο για την ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος του Αιτητή εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση όσο και για την άσκηση δικαιοδοσίας από το Δ.Ε.Δ για τις αξιώσεις του Αιτητή εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση αναφορικά με τον τερματισμό των υπηρεσιών του Αιτητή στο ξενοδοχείο Grand Resort με βάση τον Ν.24/
- Καταλήγουμε ότι με βάση τον Ν.24/67 ο Αιτητής δεν έχει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση και ότι το Δ.Ε.Δ. στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει τις αξιώσεις του Αιτητή εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση. Ο Αιτητής στην Αίτηση επικαλείται και τις πρόνοιες του Περί Διαφανών και Προβλέψιμων Όρων Εργασίας Νόμου του 2023 (Ν.25(Ι)/2023). Ο Ν.25(Ι)/2023 θεσπίστηκε για σκοπούς εναρμόνισης της κυπριακής έννομης τάξης με την Οδηγία (ΕΕ) 2019/1152 της Ευρωπαϊκής Ένωσης ημερ. 20/06/2019 για διαφανείς και προβλέψιμους όρους εργασίας. Σκοπός του Ν.25(Ι)/2023 είναι η βελτίωση των όρων εργασίας με την προώθηση περισσότερο διαφανούς και προβλέψιμης απασχόλησης και προβλέπει
(1)για υποχρεώσεις του εργοδότη να ενημερώσει με συγκεκριμένους τρόπους τους εργοδοτουμένους του για συγκεκριμένους όρους της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας, εντός συγκεκριμένων χρονοδιαγραμμάτων, οι οποίοι όροι δεν μπορεί να είναι δυσμενέστεροι για τον εργοδοτούμενο από ότι προνοεί η ισχύουσα νομοθεσία για το οικείο θέμα,
(2)για συγκεκριμένα θέματα που αφορούν συγκεκριμένους όρους εργασίας και την εφαρμογή τους στις συμβάσεις εργασίας και στις σχέσεις εργασίας και
(3)για την προστασία του εργοδοτουμένου από δυσμενή μεταχείριση[5] και απόλυση[6] στην περίπτωση που καταγγείλει τον εργοδότη του για μη συμμόρφωσή του με τις πρόνοιες του Ν.25(Ι)/
- Περαιτέρω ο Ν.25(Ι)/2023 προβλέπει ότι παραβάσεις των διατάξεών του, από τον εργοδότη, συνιστούν ποινικά αδικήματα και σε περίπτωση καταδίκης του εργοδότη αυτός υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €5.
- Το άρθρο 26 του Ν.25(Ι)/2023 προβλέπει ότι διαφορές αστικής φύσεως που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων του υπάγονται στην αρμοδιότητα του Δ.E.Δ.. Στις ερμηνευτικές διατάξεις του Ν.25(Ι)/2023 σημειώνεται ότι: «εργοδοτούμενος» σημαίνει πρόσωπο που απασχολείται για άλλο πρόσωπο είτε δυνάμει συμβάσεως ή σχέσεως εργασίας ή μαθητείας είτε κάτω από τέτοιες περιστάσεις από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτουμένου, λαμβάνοντας υπόψη τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ)· Νοείται ότι, ο όρος «εργοδότης» περιλαμβάνει την Κυπριακή Δημοκρατία και ερμηνεύεται αναλόγως, τηρουμένων των διατάξεων του περί της Εργασίας μέσω Επιχείρησης Προσωρινής Απασχόλησης Νόμου και πέραν του εργοδότη περιλαμβάνει και νομικά και φυσικά πρόσωπα που ενεργούν εκ μέρους του εργοδότη· Χωρίς να αποφασίζουμε κατά πόσον η περίπτωση του Αιτητή εμπίπτει στις πρόνοιες του Περί Εργασίας μέσω Επιχείρησης Προσωρινής Απασχόλησης Νόμου του 2012 (Ν.174(Ι)/2012), οι οποίες προσδίδουν αρμοδιότητα στο Δ.Ε.Δ. να εξετάσει τυχόν παραβιάσεις του Ν.25(Ι)/2023 από νομικά και φυσικά πρόσωπα που ενεργούν εκ μέρους του εργοδότη, στην παρούσα περίπτωση ενόψει του ότι ο Αιτητής με την Αίτησή του δεν παραπονείται για παραβάσεις του Ν.25(Ι)/2023 από τον εργοδότη του ή τον Καθ' ου η Αίτηση, οι πρόνοιες του Ν.25(Ι)/2023 δεν προσδίδουν αρμοδιότητα στο Δ.Ε.Δ. να εξετάσει τα ζητήματα που εγείρει ο Αιτητής στην Αίτηση (εκδίωξη από τον χώρο εργασίας του και/ή τερματισμό της απασχόλησής του). Συνακόλουθα το Δ.Ε.Δ. δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την Αίτηση και κατά συνέπεια δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την Πρώτη Ενδιάμεση Αίτηση και την Δεύτερη Ενδιάμεση Αίτηση. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μας θα πρέπει να εξετάσουμε κατά πόσον η Αίτηση θα πρέπει να παραπεμφθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Σύμφωνα με το άρθρο 64Α
(2)του Περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960 (Ν.14/60): «Κάθε δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας εφόσον διαπιστώσει ότι δεν είναι καθ΄ ύλην αρμόδιο να εκδικάσει αγωγή ή αίτηση ή υπόθεση που καταχωρίστηκε ενώπιόν του, διακόπτει την ενώπιόν του διαδικασία και παραπέμπει την αγωγή ή την αίτηση ή την υπόθεση στο καθ΄ ύλην αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο ή άλλο δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας προς εκδίκαση.» Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Επί τοις αφορώσι την Αίτησην του Ηλία Ηλία δι΄ άδειαν του Δικαστηρίου δι' έκδοσιν διατάγματος Prohibition/Certiorari
(1995)1 Α.Α.Δ. 938 απέρριψε τη θέση ότι κανένα Δικαστήριο (ούτε το Οικογενειακό ούτε το Επαρχιακό) είχε δικαιοδοσία να επιληφθεί αιτήματος για διατροφή εξώγαμου τέκνου και ότι το κενό μπορούσε να πληρωθεί μόνο με δικαιοδοτικό νόμο που θα παρείχε αρμοδιότητα σε κάποιο Δικαστήριο να επιληφθεί αίτησης για την έκδοση διατάγματος διατροφής για τη συντήρηση εξώγαμου τέκνου και έκρινε ότι αρμόδιο για την επίλυση κάθε διαφοράς που ανάγεται στην εκπλήρωση αστικών υποχρεώσεων είναι το κατά τόπο αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο εκτός αν η επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς υπάγεται βάσει των διατάξεων του δικαιοδοτικού νόμου σε άλλο πολιτικό Δικαστήριο και ότι αυτό «... προκύπτει από τον προσδιορισμό των αρμοδιοτήτων του επαρχιακού δικαστηρίου, που απαντούνται στο Άρθρο 21 του Ν. 14/60, σε συνάρτηση με τον ορισμό του όρου "αγωγή" στο άρθρο 2 του ιδίου νόμου, όπως επισημαίνεται στην απόφαση η οποία εφεσιβάλλεται». Στην Γιάλλουρος ν. Νικολάου
(2001)1 Α.Α.Δ. 558 το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε ότι αποτελεί βασική αρχή του δικαίου ότι όπου υπάρχει αδικοπραξία (wrong) πρέπει να υπάρχει και θεραπεία (remedy) και οποιαδήποτε παρέκκλιση από την αρχή αυτή συνιστά ανωμαλία. Ο δικαστής Αρτεμίδης βασιζόμενος στις πρόνοιες του άρθρου 30 του Συντάγματος το οποίο προστατεύει το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο σημείωσε τα πιο κάτω: «Έχω την πεποίθηση πως οι λίγες, μα σοφά διαλεγμένες λέξεις του άρθρου, περικλείουν τα δικαιώματα των ατόμων σ' ολόκληρο το φάσμα της απονομής της δικαιοσύνης, με αναφορά στους δύο μεγάλους τομείς της την αστική και ποινική. Μας ενδιαφέρει εδώ η αστική. Τα αστικά δικαιώματα και υποχρεώσεις καλύπτονται από τον υπόλοιπο χώρο της δικαιοσύνης τον οποίο δεν κρατά η ποινική δικαιοδοσία. Για τα αστικά δικαιώματα και υποχρεώσεις δε γίνεται στο Σύνταγμα οποιαδήποτε πρόνοια που να αφορά στον προσδιορισμό τους. Σε αντίθεση με την ποινική δικαιοδοσία όπου ρητά προβλέπεται, στο άρθρο 12, πως κανείς δεν κηρύσσεται ένοχος οποιουδήποτε αδικήματος αν τούτο δε συνιστά αδίκημα σύμφωνα με νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο της τέλεσης της κολασίμου πράξεως ή παραλείψεως. Και μάλιστα η ποινή που επιβάλλεται δεν μπορεί να είναι βαρύτερη απ' αυτή που ρητά προβλέπεται στο νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο της τέλεσης της κολασίμου πράξεως. Η διαφορά αυτή δεν είναι, νομίζω, τυχαία. Δημιουργείται από την εγγενή φύση των δύο δικαιοδοσιών και τις ανάλογες προστασίες που προβλέπονται κατά τη λειτουργία τους. Τα αστικά δικαιώματα και υποχρεώσεις είναι αυθύπαρκτα στις πιο πάνω διατάξεις του Συντάγματος. Το αστικό δικαίωμα και υποχρέωση δημιουργείται και ενδεχομένως από το αποτέλεσμα μιας πράξης. Όταν γίνεται βλάβη ο παθών δικαιούχος έχει δικαίωμα στην απόδοση θεραπείας. Ειδικά γι' αυτή τη πτυχή εξέφρασα πρόσφατα την άποψη, χωρίς βέβαια πολλή συζήτηση, στην υπόθεση Παπαϊωάννου κ.ά. v. Παπαϊωάννου κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Α.656 πως στο άρθρο 30 του Συντάγματος εμπεριέχεται το αξίωμα ubi jus ibi remedium. Πρέπει να αναφέρω πως στο ίδιο νόημα και σκέψη είναι και η απόφαση του δικαστή Κούρρη στην έφεση Elli Constantouri Kapsou ν. Middle East Airlines Airliban
(1998)1 Α.Α.Δ. 152. Τα γεγονότα στην υπόθεση είναι ενδιαφέροντα. Η εφεσείουσα - ενάγουσα κίνησε αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο εναντίον των εργοδοτών της αξιώνοντας αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση. Δεν είχε όμως συμπληρώσει 26 εβδομάδες εργοδοσίας. Το Επαρχιακό Δικαστήριο έκρινε πως αποκλειστική δικαιοδοσία στο θέμα είχε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, ενόψει των διατάξεων του Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου, Ν.24/67, και ως εκ τούτου απέρριψε την αγωγή. Ήταν παραδεκτό πως η εφεσείουσα δεν μπορούσε να διεκδικήσει αποζημιώσεις στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών βάσει του πιο πάνω Νόμου, γιατί δεν είχε συμπληρώσει 26 εβδομάδες εργασίας. Στην έφεση ο δικηγόρος της εφεσείουσας εισηγήθηκε πως η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου παραβίαζε το άρθρο 30 του Συντάγματος, γιατί στερούσε από αυτή του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο, για να διεκδικήσει δικαίωμα που, κατά την άποψη της, εδικαιούτο. Η πλειοψηφία του εφετείου (Τριανταφυλλίδης, Π., και Λώρης, Δ.) έκρινε πως η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου ήταν ορθή, χωρίς να επιληφθεί της εισήγησης του δικηγόρου αναφορικά με τη λειτουργία του άρθρου 30 του Συντάγματος. Διαφορετική ήταν η άποψη του δικαστή Κούρρη ο οποίος συμφώνησε με την εισήγηση του δικηγόρου της εφεσείουσας. Δεν συζήτησε σε βάθος το ζήτημα, η σκέψη όμως της απόφασης του ενισχύει και τη δική μου. Η απόφαση του τελειώνει με την εξής φράση, σε μετάφραση: «η εισήγηση πως ένας εργοδοτούμενος δεν μπορεί να έχει πρόσβαση στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου είναι αβάσιμη, γιατί σε μια τέτοια περίπτωση ένας πολίτης της Δημοκρατίας θα εμποδιστεί από του να έχει πρόσβαση στα Δικαστήρια, κάτι που είναι αντίθετο με τις ρητές διατάξεις του άρθρου 30 του Συντάγματος.» Στην Interamerican Insurance Co.Ltd., v. Άντρης Μακρίδου
(2000)1.Α.ΑΔ. 1529 έγινε εισήγηση πως η απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Καψού είναι εσφαλμένη ενώ αυτή του δικαστή Κούρρη η ορθή. Κλήθηκε δε το Δικαστήριο να την υιοθετήσει. Όμως το εφετείο δεν ασχολήθηκε με την πιθανή ανατροπή της υπόθεσης Καψού γιατί έκρινε πως τα γεγονότα της ενώπιον του έφεσης ήσαν διαφορετικά απ' αυτά στην υπόθεση Καψού, και ως εκ τούτου δε συζήτησε την εισήγηση. Επιπλέον, νομίζω, πως το άρθρο 30 του Συντάγματος προεκτείνει το λατινικό αξίωμα επιβάλλοντας στα Δικαστήρια να αναγνωρίζουν και εξασφαλίζουν κατά την άσκηση της αστικής τους δικαιοδοσίας κάθε αστικό δικαίωμα και υποχρέωση...» Στο σύγγραμμα του Α. Λοϊζου, Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στη σελίδα 185 αναφέρονται τα πιο κάτω σε σχέση με το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο: « .... Η αρχή κάτω από την οποία μια αστική διαφορά πρέπει να μπορεί να τεθεί ενώπιον δικαστή είναι ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα που αναγνωρίζονται παγκόσμια». Παρά το ότι (α) δεν είναι εντελώς ξεκάθαρο από τις αναφορές του του Αιτητή στην Αίτηση στο πού βασίζει το αγώγιμο δικαίωμά του εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση, (β) στην Αίτηση γίνεται αναφορά στον Ν.24/67 και στον Ν.25(Ι)/2023, οι οποίοι προβλέπουν ότι για τις διαφορές αστικής φύσεως που προκύπτουν από την εφαρμογή τους, αποκλειστική δικαιοδοσία έχει το Δ.Ε.Δ. και (γ) στην Αίτηση ζητούνται θεραπείες που αποδίδουν Δικαστήρια Ποινικής Δικαιοδοσίας, λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που υιοθετήθηκαν και ακολουθήθηκαν στις αποφάσεις Επι τοις αφορώσι την Αίτησην του Ηλία Ηλία δι΄ άδειαν του Δικαστηρίου δι' έκδοσιν διατάγματος Prohibition/Certiorari (πιο πάνω) και Γιάλλουρος ν. Νικολάου (πιο πάνω) στις οποίες κρίθηκε (α) ότι η καθ' ύλην αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου επεκτείνεται σε κάθε διαφορά αστικής φύσεως που εμπίπτει στα όρια της τοπικής αρμοδιότητάς του εκτός αν η επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς υπάγεται βάσει των διατάξεων του δικαιοδοτικού νόμου σε άλλο πολιτικό Δικαστήριο και (β) ότι το Συνταγματικό δικαίωμα του πολίτη να προσφεύγει στο Δικαστήριο για κάθε αγώγιμο δικαίωμα που έχει, δεν πρέπει να παραβιάζεται, κρίνουμε, υπό το φως του ισχυρισμού του Αιτητή στην Αίτηση για αδικοπραξία του Καθ' ου η Αίτηση που τον άφησε χωρίς εργασία, ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού έχει αρμοδιότητα να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. Κατάληξη Συνεπώς, η παρούσα διαδικασία διακόπτεται και η υπόθεση παραπέμπεται προς εκδίκαση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Τα έξοδα της διαδικασίας που αφορά το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Δ.Ε.Δ. επιδικάζονται υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση και εις βάρος του Αιτητή όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) .............. Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή (Υπ.) ............ (Υπ.) ............ Μ. Πότσου, Μέλος Σ. Αυγουστή, Μέλος ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Η παρούσα διαφορά δεν αναφύεται συνεπεία του Ν.8/67. [2] Η παρούσα διαφορά δεν παραπέμφθηκε στο Δ.Ε.Δ. από τον Υπουργό Εργασίας. [3] Η παρούσα διαφορά δεν αφορά αξίωση του Αιτητή εναντίον του εργοδότη του για πληρωμή ωφελημάτων που δικαιούται με βάση τη σύμβαση εργασίας του. Στην απόφαση Toni & Guy Limassol Ltd κ.ά. ν. Κυριάκου Θεοδώρου
(2008)1 Α.Α.Δ. 496 το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε την έννοια της αυτοτελούς αξίωσης που αναφέρεται στην παράγραφο (ε) του άρθρου 12
(1)και σημείωσε ότι «ο όρος αυτοτελής αξίωση που εγείρεται από τη σύμβαση εργασίας, εξυπακούει αξίωση που αφορά στην εργασιακή σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου και βασίζεται στη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας». [4] Στυλιανίδης ν. British American Insurance Co. Ltd
(1990)1 A.A.Δ.
- [5] «
- Κανένας εργοδότης δεν υποβάλλει εργοδοτούμενο ή εκπρόσωπό του σε δυσμενή μεταχείριση ή σε δυσμενείς συνέπειες λόγω υποβολής καταγγελίας κατά του εργοδότη του ή λόγω άλλων διαδικασιών που έχουν κινηθεί με σκοπό να επιβληθεί η συμμόρφωση του εργοδότη για διασφάλιση των προβλεπόμενων στον παρόντα Νόμο δικαιωμάτων του εργοδοτουμένου.» [6] «24.-
(1)Απαγορεύεται από εργοδότη η απόλυση ή οποιοδήποτε άλλο ισοδύναμό της και κάθε προκαταρκτική ενέργεια που οδηγεί σε απόλυση εργοδοτουμένου, επειδή άσκησε τα δικαιώματα που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο.
(2)Ο εργοδοτούμενος που θεωρεί ότι θίγονται τα δικαιώματά του που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)δύναται- (α) να ζητεί από τον εργοδότη να του γνωστοποιήσει γραπτώς τους λόγους της απόλυσης ή του ισοδυνάμού της, δεόντως τεκμηριωμένους· και (β) να υποβάλει παράπονο προς Επιθεωρητή και να λαμβάνει πρακτικό όπως προβλέπεται από το άρθρο 8: Νοείται ότι, εφόσον τεκμηριώνονται πραγματικά περιστατικά της απόλυσης ή των ισοδύναμων μέτρων, ο εργοδότης έχει υποχρέωση να αποδείξει ότι η απόλυση ή τα ισοδύναμα μέτρα βασίστηκαν σε λόγους άλλους από αυτούς που προβλέπονται στο εδάφιο
(1).» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο