Ιάσωνα Σταυράκη ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.α., Αρ. Αίτησης: 75/2017, 22/5/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΠΑΦΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή Κ. Ζαμπυρίνης ) Θ. Γεωργίου ) Μελών Αρ. Αίτησης: 75/2017 Μεταξύ: Ιάσωνα Σταυράκη Αιτητής και 1. Γενικού Εισαγγελέα 2. Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού 3. Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 22 Μαΐου 2024 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κ. Π. Δημητριάδης για Costas P. Demetriades LLC Για Καθ' ων η Αίτηση: κα Ζ. Ερωτοκρίτου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Αιτητής γεννήθηκε στις 30/12/1982, έχει τη συνήθη διαμονή του εντός της Επαρχίας Πάφου και είναι κάτοχος του τίτλου σπουδών της Ισπανικής Φιλολογίας από το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Είναι εγγεγραμμένος στον πίνακα διοριστέων καθηγητών Ισπανικών του Υπουργείου Παιδείας με βάση αίτηση που υπέβαλε στις 08/10/2007. Εργοδοτείτο, στη βάση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας, από την Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού - Καθ' ων η Αίτηση 2, ως καθηγητής Ισπανικών σε σχολεία Μέσης Γενικής Εκπαίδευσης στην Επαρχία Πάφου και Λεμεσού. Από τον Σεπτέμβριο του 2008 η Καθ' ης η Αίτηση 3 προσέφερε στον Αιτητή διαδοχικούς διορισμούς και συμβάσεις απασχόλησης «πάνω σε έκτακτη βάση» στη θέση του καθηγητή Ισπανικών σε σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης. Οι προσφορές αυτές γίνονταν μέσω επιστολών (Τεκμήριο 1) στις οποίες καταγράφονταν οι όροι εργοδότησής του και ο Αιτητής κάθε φορά αποδεχόταν τον διορισμό και τους όρους εργοδότησης που του προσφέρονταν. Ο Αιτητής εργάστηκε στην πιο πάνω θέση για 16 διαδοχικές περιόδους διάρκειας περίπου έξι μηνών η κάθε μία με την τελευταία περίοδο να λήγει στις 28/08/2016. Η Καθ' ης η Αίτηση 3 με τη λήξη της τελευταίας εξάμηνης περιόδου διορισμού δεν πρόσφερε περαιτέρω διορισμό στον Αιτητή και ως εκ τούτου η απασχόληση του Αιτητή τερματίστηκε στις 28/08/2016. Στον πιο κάτω πίνακα καταγράφονται οι ημερομηνίες των επιστολών προσφοράς διορισμού ή ανανέωσης διορισμού που στάληκαν στον Αιτητή και οι περίοδοι για τις οποίες ο Αιτητής πρόσφερε τις υπηρεσίες του βάσει των εν λόγω επιστολών. Επιστολή Διορισμού ημερ. 05/09/2008 Περίοδος Απασχόλησης από 01/09/2008 μέχρι 27/02/2009 Επιστολή Ανανέωσης Διορισμού ημερ. 11/03/2009 Περίοδος Απασχόλησης από 02/03/2009 μέχρι 31/08/2009 Επιστολή Διορισμού ημερ. 05/08/2009 Περίοδος Απασχόλησης από 01/09/2009 μέχρι 26/02/2010 Επιστολή Ανανέωσης Διορισμού ημερ. 21/01/2010 Περίοδος Απασχόλησης από 01/03/2010 μέχρι 31/08/2010 Επιστολή Διορισμού ημερ. 26/08/2010 Περίοδος Απασχόλησης από 01/09/2010 μέχρι 25/02/2011 Επιστολή Ανανέωσης Διορισμού ημερ. 20/01/2011 Περίοδος Απασχόλησης από 28/02/2011 μέχρι 28/08/2011 Επιστολή Διορισμού ημερ. 06/09/2011 Περίοδος Απασχόλησης από 01/09/2011 μέχρι 25/02/2012 Επιστολή Ανανέωσης Διορισμού ημερ. 22/02/2012 Περίοδος Απασχόλησης από 27/02/2012 μέχρι 25/08/2012 Επιστολή Διορισμού ημερ. 04/09/2012 Περίοδος Απασχόλησης από 03/09/2012 μέχρι 01/03/2013 Επιστολή Ανανέωσης Διορισμού ημερ. 19/02/2013 Περίοδος Απασχόλησης από 03/03/2013 μέχρι 31/08/2013 Επιστολή Διορισμού ημερ. 02/09/2013 Περίοδος Απασχόλησης από 02/09/2013 μέχρι 28/02/2014 Επιστολή Ανανέωσης Διορισμού ημερ. 27/02/2014 Περίοδος Απασχόλησης από 03/03/2014 μέχρι 31/08/2014 Επιστολή Διορισμού ημερ. 20/08/2014 Περίοδος Απασχόλησης από 01/09/2014 μέχρι 27/02/2015 Επιστολή Ανανέωσης Διορισμού ημερ. 20/02/2015 Περίοδος Απασχόλησης από 02/03/2015 μέχρι 29/08/2015 Επιστολή Διορισμού ημερ. 20/08/2015 Περίοδος Απασχόλησης από 01/09/2015 μέχρι 27/02/2016 Επιστολή Ανανέωσης Διορισμού ημερ. 02/02/2016 Περίοδος Απασχόλησης από 29/02/2016 μέχρι 28/08/2016 Στο έντυπο με τίτλο «Βασικοί Όροι Υπηρεσίας Έκτακτου Εκπαιδευτικού» το οποίο συνόδευε τις επιστολές διορισμού του Αιτητή (Τεκμήριο 1Α) στον όρο 5 αναγραφόταν ότι η απασχόληση είναι προσωρινή και μπορεί να τερματιστεί οποτεδήποτε είτε από τον εργοδότη είτε από τον εργοδοτούμενο αφού προηγουμένως δοθεί η προειδοποίηση που προβλέπεται από τον Περί του Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμο και ότι η έκτακτη απασχόληση δεν παρέχει στον εκπαιδευτικό οποιοδήποτε δικαίωμα για μόνιμο διορισμό σύμφωνα με τις διατάξεις των Περί Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμων. Ο ετήσιος μισθός του Αιτητή το 2016 ανερχόταν στο ποσό των €20.577,00. Στον αναθεωρημένο πίνακα διοριστέων καθηγητών Ισπανικών (Τεκμήριο 4) τον Φεβρουάριο του 2016 ο Αιτητής είχε τον αύξοντα αριθμό 10. Στις 26/08/2016 ο Αιτητής, μέσω των δικηγόρων του, απέστειλε επιστολή στην Καθ' ης η Αίτηση 3 (Τεκμήριο 2) με την οποία ζητούσε όπως μην τερματιστεί η απασχόλησή του στις 28/08/2016 και η εργοδότησή του στα σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης ως καθηγητής Ισπανικών μετατραπεί σε αορίστου χρόνου. Η Καθ' ης η Αίτηση 3 με επιστολή της ημερομηνίας 06/09/2023 (Τεκμήριο 3) προσέφερε στον Αιτητή διορισμό με σύμβαση για να ασκήσει τα καθήκοντα του καθηγητή Ισπανικών σε σχολεία Μέση Εκπαίδευσης για την περίοδο από 01/09/2023 μέχρι 31/08/2024 τον οποίο διορισμό ο Αιτητής αποδέχτηκε. Ο Αιτητής με την παρούσα αίτηση αξιώνει (α) δηλωτική και/ή αναγνωριστική απόφαση ότι η απασχόλησή του κατέστη αορίστου χρόνου από την ημερομηνία που συμπλήρωσε περίοδο απασχόλησης 30 μηνών στους Καθ' ων η Αίτηση ή οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία ήθελε κρίνει το Δικαστήριο, (β) δηλωτική και/ή αναγνωριστική απόφαση ότι η απασχόλησή του τερματίστηκε παράνομα, (γ) διάταγμα επαναπρόσληψής του στην ίδια θέση και με τα ίδια καθήκοντα που είχε πριν τον παράνομο τερματισμό της απασχόλησής του το 2016, (δ) αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησής του, (ε) γενικές αποζημιώσεις για δυσμενή μεταχείρισή του, (στ) οποιαδήποτε άλλη ή περαιτέρω θεραπεία το Δικαστήριο θεωρεί ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις, (ζ) νόμιμους τόκους και (η) έξοδα πλέον Φ.Π.Α. και έξοδα επίδοσης. Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτουμένου και κατά συνέπεια απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης και από την υποχρέωση οποιασδήποτε παροχής θεραπείας αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμου του 1967, Ν.24/67, ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα («ο Ν.24/67»), είναι οι πιο κάτω: «(α) όταν ο εργοδοτούμενος παραλείπη να εκτελέση την εργασίαν του κατ' ευλόγως ικανοποιητικόν τρόπον: Νοείται ότι προσωρινή ανικανότης προς εργασίαν οφειλομένη εις ασθένειαν, βλάβην, τοκετόν ή νόσον δεν θεωρείται ως εμπίπτουσα εντός της παραγράφου ταύτης. (β) όταν ο εργοδοτούμενος κατέστη πλεονάζων υπό την έννοιαν του Μέρους IV. (γ) όταν ο τερματισμός οφείληται εις ανωτέραν βίαν, πολεμικήν ενέργειαν, πολιτικήν εξέγερσιν, θεομηνίαν ή καταστροφήν των εγκαταστάσεων διά πυρκαϊάς μη οφειλομένης εις εσκεμμένην ενέργειαν ή αμέλειαν του εργοδότου· (δ) όταν η απασχόλησις τερματίζηται κατά την λήξιν συμβάσεως τακτής περιόδου, ή λόγω της υπό του εργοδοτουμένου συμπληρώσεως της κανονικής ηλικίας αφυπηρετήσεως βάσει εθίμου, νόμου, συλλογικής συμφωνίας, συμβάσεως, κανόνων της εργασίας ή άλλως: Νοείται ότι, τηρουμένων των διατάξεων του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου του 2003, όταν το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών θεωρή ότι οιαδήποτε σύμβασις τακτής περιόδου ή οιαδήποτε σειρά συμβάσεων τακτών περιόδων δέον να θεωρηθώσιν είτε κεχωρισμένως είτε εν συνδυασμώ ως σύμβασις ακαθορίστου περιόδου, τότε η τοιαύτη σύμβασις ή η τοιαύτη σειρά συμβάσεων θεωρείται ως μη αποτελούσα σύμβασιν τακτής περιόδου διά τους σκοπούς της παρούσης παραγράφου· (ε) όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως: Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκή το δικαίωμα του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον· (στ) άνευ επηρεασμού της γενικότητος της αμέσως προηγουμένης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (
- i)διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή· (
- ii)διάπραξις σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του· (iii)διάπραξις ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηρός συγκαταθέσεως του εργοδότου του· (iν) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του· (ν) σοβαρά ή επαναλαμβανόμενη παράβασις ή παραγνώρισις κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» Σύμφωνα με το άρθρο 6
(1)του Ν.24/67, «..... ο υπό του εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρο 5 εκτιθεμένων λόγων» δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση του εργοδοτουμένου. Δηλαδή, ο εργοδότης φέρει το βάρος απόδειξης του δικαιολογημένου της απόφασής του για απόλυση εντός των πλαισίων του Ν.24/67. Ο Περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμος του 2003, Ν.98(Ι)/2003 ως έχει τροποποιηθεί («ο Ν.98(Ι)/2003») εκδόθηκε με σκοπό την εναρμόνιση της κυπριακής νομοθεσίας με τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 1999/70/ΕΚ («η Οδηγία») η οποία Οδηγία αποσκοπεί στην υλοποίηση της συμφωνίας πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη στις 18/03/2009 από τους Ευρωπαίους κοινωνικούς εταίρους («η Συμφωνία Πλαισίου»). Ως εκ τούτου το Δικαστήριο κατά την ερμηνεία των διατάξεων του πιο πάνω αναφερόμενου νόμου θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις ρυθμίσεις της Οδηγίας ώστε η ερμηνεία που θα δίνεται να είναι σύμφωνη με το πνεύμα και τον σκοπό των ρυθμίσεων αυτών με στόχο την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει η Οδηγία. Μεταξύ δε περισσότερων ερμηνειών πρέπει να ακολουθείται εκείνη που βρίσκεται πλησιέστερα στο σκοπό της Οδηγίας[1]. Σκοπός της Συμφωνίας Πλαισίου είναι (α) η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της μη διάκρισης και (β) η καθιέρωση ενός πλαισίου για να διασφαλιστεί η αποτροπή της κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (βλέπε ρήτρα 1 της Συμφωνίας Πλαισίου). Ο Ν.98(Ι)/2003 προνοεί για την αποτροπή της κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και για τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων όσον αφορά τη σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου. Το άρθρο 5 του Ν.98(Ι)/2003 προβλέπει ότι όσον αφορά τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης, ο εργοδοτούμενος με εργασία ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται δυσμενώς σε σχέση με τον αντίστοιχο εργοδοτούμενο με εργασία αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Ν.98(Ι)/2003 (όπως ήταν το λεκτικό του κατά τον ουσιώδη χρόνο): «7.
(1)Όπου: (α) Εργοδότης απασχολεί εργοδοτούμενο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, είτε κατόπιν ανανέωσης της σύμβασης είτε άλλως· (β) ο εργοδοτούμενος αυτός είχε προηγουμένως απασχοληθεί για συνολική περίοδο τριάντα μηνών ή περισσότερο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η σύμβαση θα θεωρείται για όλους τους σκοπούς ως σύμβαση αορίστου διάρκειας, και οποιαδήποτε πρόνοια στη σύμβαση αυτή η οποία περιορίζει τη διάρκεια της δεν θα ισχύει, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η εργοδότηση του εργοδοτουμένου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους.
(2)Αντικειμενικοί λόγοι υφίστανται ιδιαίτερα όταν: (α) Οι ανάγκες της επιχείρησης ως προς την εκτέλεση μιας εργασίας είναι προσωρινές. (β) Ο εργοδοτούμενος αναπληρώνει κάποιον άλλο εργοδοτούμενο. (γ) Η ιδιαιτερότητα της υπό εκτέλεση εργασίας, δικαιολογεί την ορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασης. (δ) Ο εργοδοτούμενος με εργασία ορισμένου χρόνου εργοδοτείται υπό δοκιμασία. (ε) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου γίνεται κατ΄ εφαρμογή δικαστικής απόφασης. (στ) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου αφορά τις συμβάσεις για την απασχόληση στο Στρατό της Δημοκρατίας των Εθελοντών Πενταετούς Υποχρέωσης (ΕΠΥ) και Εθελοντών Υπαξιωματικών.
(3)...............................» Ο όρος «αντικειμενικοί λόγοι» ως κριτήριο διαφορετικής μεταχείρισης εργοδοτουμένων αορίστου και ορισμένου χρόνου όπως αναφέρεται στο άρθρο 5 του Ν.98(Ι)/2003 είναι ταυτόσημος με τον ίδιο όρο που χρησιμοποιείται ως κριτήριο που δικαιολογεί την ανανέωση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου βάσει του άρθρου 7 του Ν.98(Ι)/2003 και ως εκ τούτου ερμηνεύεται με τον ίδιο τρόπο[2]. Για την αποτροπή της καταχρηστικής χρήσης των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου η ρήτρα 5
(1)της Συμφωνίας Πλαισίου επιβάλλει στα κράτη μέλη να λάβουν ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα (
- i)να καθορίσουν αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων εργασίας, (
- ii)να καθορίσουν τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, (iii) να καθορίσουν τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων εργασίας. Η ρήτρα 5
(2)της Συμφωνίας Πλαισίου προνοεί ότι τα κράτη μέλη καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (α) θεωρούνται διαδοχικές και (β) χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Στην υπόθεση C-212/04 Αδενέλερ ημερ.04/06/2006 το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης («το Δ.Ε.Ε.») ανέφερε ότι οι πιο πάνω διατάξεις της Συμφωνίας Πλαισίου παρέχουν στα κράτη μέλη περιθώρια εκτίμησης σε σχέση με την επίτευξη του σκοπού υπό την προϋπόθεση ότι τα κράτη μέλη εγγυώνται το αποτέλεσμα που επιβάλλει το κοινοτικό δίκαιο. Αποφασίζοντας ότι δεν επιτρέπεται η χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου η οποία δικαιολογείται μόνον από το γεγονός ότι προβλέπεται σε γενική νομοθετική ή κανονιστική διάταξη κράτους μέλους σημείωσε ότι η έννοια των «αντικειμενικών λόγων» κατά την εν λόγω ρήτρα της Συμφωνίας Πλαισίου απαιτεί να δικαιολογείται η χρήση αυτού του ειδικού τύπου σχέσεων εργασίας, όπως προβλέπεται στην εθνική ρύθμιση, από την ύπαρξη συγκεκριμένων στοιχείων που άπτονται, μεταξύ άλλων, της σχετικής δραστηριότητας και των συνθηκών άσκησής της[3]. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην απόφαση του Δ.Ε.Ε. στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-378/07 έως C-380/07 Αγγελιδάκη ημερ.23/04/2009 στην οποία το Δ.Ε.Ε. διευκρίνισε ότι η έννοια των αντικειμενικών λόγων νοείται ότι: «αφορά σαφείς και συγκεκριμένες περιστάσεις που χαρακτηρίζουν μια καθορισμένη δραστηριότητα και οι οποίες, κατά συνέπεια, μπορούν να δικαιολογήσουν, στο ειδικό αυτό πλαίσιο, τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Οι περιστάσεις αυτές μπορούν να οφείλονται, μεταξύ άλλων στην ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων για την εκτέλεση των οποίων έχουν συναφθεί οι συμβάσεις αυτές και στα εγγενή χαρακτηριστικά των καθηκόντων αυτών ή ενδεχομένως, στην επιδίωξη ενός θεμιτού σκοπού κοινωνικής πολιτικής εκ μέρους κράτους μέλους.» και σημείωσε ότι μια εθνική διάταξη που επιτρέπει γενικά και αφηρημένα μέσω κανόνα προβλεπόμενου σε νόμο ή κανονιστική πράξη τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου δεν είναι συμβατή με τις απαιτήσεις, την πρακτική αποτελεσματικότητα και τον σκοπό της Συμφωνίας Πλαισίου καθότι επειδή είναι αμιγώς τυπικής φύσεως και δεν δικαιολογεί ειδικώς τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την ύπαρξη αντικειμενικών παραγόντων που οφείλονται στις ιδιομορφίες της οικείας δραστηριότητας και στις συνθήκες άσκησής της, ενέχει πραγματικό κίνδυνο καταχρηστικής χρησιμοποίησης αυτών των συμβάσεων. Τόνισε ότι οι αρχές του κράτους μέλους οφείλουν να διασφαλίζουν, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, την τήρηση της ρήτρας 5
(1)της Συμφωνίας Πλαισίου εξακριβώνοντας σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ότι η εθνική ρύθμιση που επιτρέπει την ανανέωση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που προορίζονται να καλύπτουν προσωρινές ανάγκες δεν χρησιμοποιείται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών. Εξετάζοντας κατά πόσον εθνική ρύθμιση η οποία αναγνωρίζει ως «διαδοχικές» μόνο τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου μεταξύ των οποίων μεσολαβούν διαστήματα μικρότερα των τριών
(3)μηνών είναι σε αντίθεση με τις πρόνοιες της Συμφωνίας Πλαισίου, έκρινε ότι μια τέτοια ρύθμιση δεν είναι, καθ' εαυτή, τόσο αυστηρή και περιοριστική και δεν αντιβαίνει κατ' αρχήν στη ρήτρα 5
(1)καθότι το χρονικό αυτό διάστημα μπορεί κατά κανόνα να θεωρηθεί ως επαρκές για τη διακοπή κάθε υφιστάμενης σχέσης εργασίας, με αποτέλεσμα να μην θεωρείται διαδοχική οποιαδήποτε σύμβαση εργασίας υπογραφεί ενδεχομένως αργότερα, αλλά σημείωσε ότι τα εθνικά δικαστήρια που έχουν αρμοδιότητα για την εφαρμογή των μέτρων μεταφοράς της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και της Συμφωνίας Πλαισίου και επομένως καλούνται να αποφαίνονται επί του χαρακτηρισμού των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, οφείλουν να εξετάζουν σε κάθε περίπτωση όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τον αριθμό των διαδοχικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί με το ίδιο πρόσωπο ή για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας, προκειμένου να αποκλειστεί το ενδεχόμενο οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου να χρησιμοποιούνται καταχρηστικά από τους εργοδότες. Στην απόφαση του Δ.Ε.Ε. στην υπόθεση C-586/10 B. K?c?K, ημερ.26/01/2012 τονίστηκε ότι οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους οφείλουν να μεριμνούν ώστε η εφαρμογή των αντικειμενικών λόγων, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της οικείας δραστηριότητας και των όρων άσκησής της, να είναι σύμφωνη προς τις επιταγές της Οδηγίας και της Συμφωνίας Πλαισίου και να διασφαλίσουν, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, την τήρηση των προνοιών των ρητρών της Συμφωνίας Πλαισίου «επαληθεύοντας συγκεκριμένα ότι η ανανέωση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου αποσκοπεί στην κάλυψη προσωρινών αναγκών» και όχι για να καλύψει μόνιμες, πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη[4]. Περαιτέρω σημείωσε ότι: «Κατά την εφαρμογή της οικείας διατάξεως του εθνικού δικαίου, οι ως άνω αρχές πρέπει κατά συνέπεια να είναι σε θέση να συναγάγουν αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια προκειμένου να ελεχθεί αν η ανανέωση των συμβάσεων αυτών ανταποκρίνεται πράγματι σε γνήσια ανάγκη, είναι κατάλληλη προς επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και αναγκαία προς τούτου.» Το Δ.Ε.Ε., αφού σημείωσε ότι παρόλο που η εκτίμηση του αντικειμενικού λόγου αφορά την ανανέωση της τελευταίας από τις συναφθείσες συμβάσεις εργασίας, η ύπαρξη, ο αριθμός και η διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας αυτού του είδους που έχουν συναφθεί με τον ίδιο εργοδότη στο παρελθόν ασκούν επιρροή στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εξετάσεως και ότι εναπόκειται στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους να εξετάσουν στην κάθε περίπτωση όλες τις προκείμενες περιστάσεις, λαμβάνοντας υπόψη (α) μεταξύ άλλων τον αριθμό των εν λόγω διαδοχικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί με το ίδιο πρόσωπο ή για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας προκειμένου να αποκλείσουν το ενδεχόμενο οι συμβάσεις ή οι σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, να χρησιμοποιούνται καταχρηστικά από τους εργοδότες, και (β) όλες τις περιστάσεις που αφορούσαν την ανανέωση των επίδικων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας εφόσον από τις εν λόγω περιστάσεις μπορεί να προκύψουν ενδείξεις κατάχρησης, αποφάνθηκε ότι κατά την εκτίμηση του ζητήματος αν η ανανέωση των συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο, οι αρχές των κρατών μελών, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, οφείλουν να λάβουν υπόψη όλες τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως, περιλαμβανομένου του αριθμού και της συνολικής διάρκειας των συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που έχουν συναφθεί στο παρελθόν με τον ίδιο εργοδότη[5] άσχετα από το αν οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου αποτελούν χαρακτηριστικό στοιχείο της απασχολήσεως σε ορισμένους τομείς ή για ορισμένες δραστηριότητες. Δηλαδή η συνδρομή ενός αντικειμενικού λόγου ελέγχεται με τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης στο πλαίσιο της οποίας θα ληφθούν υπόψη ο αριθμός και η διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί στο παρελθόν και το δικαστήριο του κράτους μέλους οφείλει να ελέγχει αν ο προβλεπόμενος στην εθνική νομοθεσία αντικειμενικός λόγος συντρέχει πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση. Σημειώνουμε ότι (α) η Συμφωνία Πλαίσιο εφαρμόζεται και σε εργοδοτούμενους που απασχολούνται είτε με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου διάρκειας μέχρι 6 μηνών είτε μόνο περιστασιακά ή με σύμβαση μερικής απασχόλησης[6] και (β) το Δ.Ε.Ε. τόνισε στις αποφάσεις του[7] ότι οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου δεν μπορούν να ανανεώνονται «προς τον σκοπό της πάγιας και διαρκούς άσκησης των καθηκόντων που εμπίπτουν στη συνήθη δραστηριότητα του» κλάδου, ότι δεν συντρέχει «αντικειμενικός λόγος» όταν «οι παροχές που αξιώνονται από τον εργαζόμενο δεν αντιστοιχούν σε προσωρινή μόνο ανάγκη» και όταν οι διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου φαίνεται να μην ανταποκρίνονται σε προσωρινές ανάγκες του εργοδότη αλλά να εμπίπτουν στις ανάγκες της εκ μέρους του εργοδότη συνήθους διαχείρισης και ότι λόγοι δημοσιονομικής φύσεως και ανάληψης επιχειρηματικού κινδύνου δεν αποτελούν «αντικειμενικούς λόγους». Σημειώνουμε ότι η αβεβαιότητα για τις μελλοντικές ανάγκες της επιχείρησης σε προσωπικό λόγω της αβεβαιότητας του όγκου εργασίας της επιχείρησης δεν συνιστά αντικειμενικό λόγο για τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και ότι η κάλυψη προσωρινών αναγκών της επιχείρησης σε εργατικό δυναμικό για να συνιστά αντικειμενικό λόγο πρέπει κατά τη σύναψη της σύμβασης ορισμένου χρόνου να υπάρχουν επαρκή και συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία να στηρίζουν ασφαλή πρόγνωση ότι μετά την πάροδο του χρόνου της σύμβασης θα εκλείψει η ανάγκη για απασχόληση του εργοδοτουμένου (βλ. Δ. Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, Σάκουλας, Αθήνα - Θεσσαλονίκη, 2015, σελ.421). Δυνάμει του άρθρου 7 του Ν.98(Ι)/2003 εργοδοτούμενος που απασχολήθηκε σε εργοδότη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είτε για πρώτη φορά είτε κατόπιν ανανέωσης της αρχικής σύμβασης για συνολική περίοδο τριάντα
(30)μηνών ή περισσότερο ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η σύμβαση εργασίας του θα θεωρείται για όλους τους σκοπούς ως σύμβαση αορίστου διαρκείας και οποιαδήποτε πρόνοια στη σύμβαση αυτή η οποία περιορίζει τη διάρκειά της δεν θα ισχύει, εκτός αν ο εργοδότης αποδείξει ότι η εργοδότηση του εργοδοτουμένου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Δηλαδή εισάγεται με το πιο πάνω άρθρο νόμιμο μαχητό τεκμήριο ότι η σύμβαση από ορισμένου χρόνου μετατρέπεται αυτοδικαίως σε αορίστου χρόνου και το οποίο μπορεί να ανατραπεί από τον εργοδότη αν αποδείξει ότι υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι μη μετατροπής. Το εδάφιο
(2)του άρθρου αυτού παραθέτει ενδεικτικά τέτοιους λόγους. Στην παρούσα περίπτωση ενόψει του ότι ο Αιτητής απασχολήθηκε στην ίδια θέση με σειρά διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου για συνολική περίοδο πραγματικής απασχόλησης μεγαλύτερης των 30 μηνών, η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση έχει το βάρος να αποδείξει ότι η μη πρόσληψη του Αιτητή τον Σεπτέμβριο του 2016, είτε δεν συνιστούσε τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή στη βάση του ότι ο Αιτητής το 2016 δεν ήταν εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου σύμφωνα με τον Ν.98(Ι)/2003 είτε συνιστούσε νόμιμο τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή σύμφωνα με τον Ν.24/67, ώστε να μην παρέχονται στον Αιτητή τα δικαιώματα που προβλέπει ο Ν.24/67. Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν από τους δικηγόρους ως παραδεκτά γεγονότα ότι η σύμβαση απασχόλησης του Αιτητή ως καθηγητή Ισπανικών σε σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης είχε μετατραπεί σε σύμβαση απασχόλησης αορίστου χρόνου και ότι συνεπεία του εν λόγω γεγονότος ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή τον Αύγουστο του 2016 ήταν παράνομος. Στη βάση των πιο πάνω δηλώσεων το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να εξετάσει και να αποφανθεί επί των δικογραφημένων ισχυρισμών που εγείρουν οι Καθ' ων η Αίτηση στην έγγραφο εμφάνισή τους και πιο συγκεκριμένα το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να εξετάσει κατά πόσον
(1)(α) ο Αιτητής, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εργαζόταν με σύμβαση ορισμένου χρόνου και (β) οι ετήσιες διακυμάνσεις του αριθμού των μαθητών συνιστούν αντικειμενικό λόγο που δικαιολογεί τις διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου με τις οποίες απασχολείτο ο Αιτητής και
(2)η μη ανανέωση της τελευταίας σύμβασης του Αιτητή τον Σεπτέμβριο του 2016 συνιστά παράνομο τερματισμό της απασχόλησής του ή όχι. Από τις πιο πάνω δηλώσεις προκύπτει ότι (α) στην περίπτωση του Αιτητή δεν υπήρχαν αντικειμενικοί λόγοι που δικαιολογούσαν την απασχόλησή του με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου και (β) ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή τον Αύγουστο του 2016 δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 5 του Ν.24/67. Παρέμειναν ως επίδικα θέματα οι θεραπείες που δικαιούται ο Αιτητής λόγω των πιο πάνω. Για τα εν λόγω θέματα ο Αιτητής δεν κατέθεσε ενώπιόν μας, ούτε προσκόμισε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία πέραν των παραδεκτών γεγονότων και εγγράφων. Η μοναδική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας ήταν αυτή του κ. Αχιλλέα Αχιλλέως, Εκπαιδευτικού Μέσης Εκπαίδευσης, Βοηθού Διευθυντή, με απόσπαση στο γραφείο προγραμματισμού Μέσης Εκπαίδευσης των Καθ' ων η Αίτηση 2, η οποία προσκομίστηκε από την πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση. Προτού προχωρήσουμε με την παράθεση και την αξιολόγηση της μαρτυρίας του κ. Αχιλλέως θεωρούμε σκόπιμο όπως παραθέσουμε τις θέσεις μας και την κατάληξή μας για την αξίωση του Αιτητή για δηλωτική και/ή αναγνωριστική απόφαση ότι η απασχόλησή του κατέστη αορίστου χρόνου από την ημερομηνία που συμπλήρωσε περίοδο απασχόλησης 30 μηνών στους Καθ' ων η Αίτηση. Σημειώνουμε ότι ενώ έγινε παραδεκτό ότι η σύμβαση εργασίας του Αιτητή μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου δεν έγινε οποιαδήποτε δήλωση σχετικά με το πότε έλαβε χώρα αυτή η μετατροπή. Το άρθρο 12(10Α) του Περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου του 1967, Ν.8/67, όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, («ο Ν.8/67») προνοεί τα πιο κάτω: «12(10Α). Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών υποβάλλεται εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολήν αιτήσεως δικαίωμα ή εντός εννέα μηνών από την απάντηση του Ταμείου για το πλεονάζων προσωπικό.» Σημειώνουμε ότι το εδάφιο (10Α) προστέθηκε στο άρθρο 12 του Ν.8/67 με τον τροποποιητικό Νόμο Ν.169
(1)/
- Με το εν λόγω εδάφιο ο νομοθέτης έθεσε αποσβεστική προθεσμία ως προς το δικαίωμα υποβολής αίτησης στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών[8]. Σύμφωνα με το άρθρο 12(10Α), οποιαδήποτε αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών πρέπει να υποβάλλεται εντός 12 μηνών από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα ή εντός 9 μηνών από την απάντηση του Ταμείου, όταν η υπόθεση αφορά πλεονασμό. Μετά την παρέλευση της προβλεπόμενης προθεσμίας, η θεραπεία μέσω του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών για το σχετικό αγώγιμο δικαίωμα δεν είναι διαθέσιμη όμως το ίδιο αγώγιμο δικαίωμα παραμένει αναλλοίωτο και ο αιτητής / η αιτήτρια μπορεί να το διεκδικήσει με άλλο τρόπο. Το ζήτημα της παραγραφής και της εμπρόθεσμης ή εκπρόθεσμης καταχώρησης της αίτησης εργατικής διαφοράς συναρτάται με τον χρόνο κατά τον οποίο ανέκυψε το προς υποβολή δικαίωμα του αιτητή για καταχώρηση αίτησης εργατικής διαφοράς στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών αφού το χρονικό σημείο έναρξης της δωδεκάμηνης προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 12(10Α) του Ν.8/67 είναι αυτό της ημερομηνίας γένεσης του «προς υποβολή αιτήσεως δικαιώματος» του αιτητή. Στην παρούσα περίπτωση, βάσει των προνοιών του άρθρου 7 του Ν.98(Ι)/2003, ο Αιτητής, τον Μάρτιο του 2011, είχε καλύψει τη συνολική περίοδο των 30 μηνών με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου για να θεωρείται για όλους τους σκοπούς ότι έχει συνάψει σύμβαση αορίστου χρόνου (εκτός αν οι Καθ' ων η Αίτηση απεδείκνυαν αντικειμενικούς λόγους που δικαιολογούσαν την απασχόληση του Αιτητή με σύμβαση ορισμένου χρόνου). Ενώ το 2011 με την κάλυψη της εν λόγω τριαντάμηνης απασχόλησης είχε ανακύψει το δικαίωμα του Αιτητή να προσφύγει ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών και να ζητήσει την αναγνώριση της μετατροπής της σύμβασης εργασίας του από ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, ο Αιτητής δεν το έπραξε. Ο Αιτητής καταχώρησε την παρούσα αίτηση στις 08/03/2017, αφού εν τω μεταξύ στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από το 2011 μέχρι τον Αύγουστο του 2016 αποδέχτηκε τις διαδοχικές προσφορές των Καθ' ων η Αίτηση για διορισμό του στη θέση του έκτακτου καθηγητή με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Ο Αιτητής από τη στιγμή που συνέχισε να απασχολείται στην υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση είχε δικαίωμα καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησής του να προσφύγει ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών και να αξιώσει την αναγνώριση της μετατροπής της σύμβασης εργασίας του από ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου αλλά δεν το έπραξε παρά μόνο μετά τον τερματισμό της απασχόλησής του τον Αύγουστο του
- Υπό το φως των προνοιών του άρθρου 12(10Α) του Ν.8/67 η οποιαδήποτε αναγνώριση μετατροπής σύμβασης ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου δεν μπορεί να ξεπερνά τους δώδεκα μήνες πριν την καταχώρηση της σχετικής αίτησης στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Συνακόλουθα η αναγνώριση της μετατροπής της σύμβασης του Αιτητή σε σύμβαση αορίστου χρόνου περιορίζεται στους δώδεκα μήνες πριν την ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας αίτησης στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών και ως εκ τούτου κρίνουμε ότι η αναγνώριση της μετατροπής της σύμβασης του Αιτητή σε σύμβαση αορίστου χρόνου ισχύει από τις 08/03/
- Ο κ. Αχιλλέως κατέθεσε ότι λόγω της θέσης του στους Καθ' ων η Αίτηση 2 εμπλέκεται στην καταγραφή των αναγκών των Καθ' ων η Αίτηση 2 σε διδακτικό προσωπικό η οποία καταγραφή κοινοποιείται στην Καθ' ης η Αίτηση 3 η οποία προβαίνει στις ανάλογες ενέργειες για την κάλυψη των εν λόγω αναγκών. Σημείωσε ότι το 2016 οι εκπαιδευτικές ανάγκες καλύπτονταν από τους μόνιμους καθηγητές και τους καθηγητές που διορίζονταν με σύμβαση σε έκτακτη βάση. Ότι η εργοδότηση στη δημόσια εκπαίδευση γίνεται με γνώμονα τις εκπαιδευτικές ανάγκες, οι οποίες δεν είναι σταθερές κάθε χρόνο και διαφέρουν από χρόνο σε χρόνο λόγω των επιλογών των μαθημάτων από τους μαθητές, των αριθμών των τμημάτων και των μαθητών, των απουσιών καθηγητών για περιορισμένο χρονικό διάστημα όπως π.χ. με εκπαιδευτική άδεια ή άδεια απουσίας χωρίς απολαβές. Τόνισε ότι οι ανάγκες για εκπαιδευτικό προσωπικό μεταβάλλονται κάθε σχολικό έτος καθότι αυτές εξαρτώνται από τις επιλογές των μαθημάτων από τους μαθητές και τον αριθμό των τμημάτων, τα οποία είναι στοιχεία που μεταβάλλονται κάθε σχολικό έτος. Ότι οι ανάγκες σε διδακτικές περιόδους υπολογίζονται από τους Καθ' ων η Αίτηση 2 με βάση τις επιλογές των μαθημάτων σε μαθήματα και τον αριθμό των μαθητών που φοιτούν κάθε χρόνο. Ότι για κάποια σχολικά έτη προκύπτουν προσωρινές ανάγκες σε διδακτικές περιόδους που δεν επαναλαμβάνονται τα επόμενα έτη. Ανέφερε ότι με βάση τη νομοθεσία η εργοδότηση εκπαιδευτικού προσωπικού γίνεται με βάση τη σειρά προτεραιότητας που καθορίζεται στον πίνακα διοριστέων, οι οποίοι πίνακες αναθεωρούνται κάθε χρόνο και η σειρά προτεραιότητας υπόκειται σε αλλαγές με βάση κριτήρια που θέτει η νομοθεσία. Ότι δεδομένου ότι οι εν λόγω πίνακες αναθεωρούνται κάθε χρόνο και η σειρά προτεραιότητας των υποψηφίων που περιλαμβάνονται σε αυτόν υπόκεινται σε αλλαγές, με βάση τα πρόσθετα ακαδημαϊκά προσόντα και εκπαιδευτική προϋπηρεσία που αποκτούνται από τους υποψηφίους, η απαίτηση των περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμων για διορισμό με βάση τη σειρά προτεραιότητας στον πίνακα διοριστέων καθιστά άνευ ετέρου ληξιπρόθεσμες τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Ότι ο διορισμός ενός καθηγητή, είτε σε μόνιμη βάση είτε σε έκτακτη βάση, γίνεται με βάση τη σειρά κατάταξης στον πίνακα διοριστέων και δεν υπάρχει δυνατότητα διαπραγμάτευσης και/ή επιλογής ούτε ελευθερία διαβούλευσης για την κατάρτιση σύμβασης απασχόλησης καθηγητή. Ισχυρίστηκε ότι ελλείψει εκπαιδευτικών αναγκών δεν προσφέρθηκε τον Αύγουστο του 2016 στον Αιτητή εκ νέου διορισμός σε έκτακτη βάση. Ότι με βάση τους υπολογισμούς των Καθ' ων η Αίτηση 2 για τις εκπαιδευτικές ανάγκες για το σχολικό έτος 2016-2017, όπως αυτές κοινοποιήθηκαν στην Καθ' ης η Αίτηση 3, «οι έκτακτοι διορισμοί έφθασαν μέχρι τον αριθμό 9 του πίνακα των διοριστέων». Λέγει ότι σήμερα υπηρετούν 10 μόνιμοι καθηγητές και 11 καθηγητές με σύμβαση. Ότι ο τελευταίος διορισμός μόνιμου καθηγητή Ισπανικών έγινε τον Σεπτέμβριο του
- Σημείωσε ότι ο μη διορισμός του Αιτητή κατά τη σχολική χρονιά 2023-2024 με σύμβαση αορίστου χρόνου οφείλεται στο γεγονός ότι υπήρξε διακοπή στην απασχόλησή του ως καθηγητής στα σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης από την 01/09/2016 μέχρι τις 31/08/2023 αφού κατά την εν λόγω περίοδο δεν εργάστηκε στη βάση οποιασδήποτε σύμβασης με τους Καθ' ων η Αίτηση. Κατά την αντεξέτασή του σημείωσε ότι από το 2011-2012 ανέλαβε τη θέση του υπεύθυνου γραφείου προγραμματισμού Μέσης Εκπαίδευσης όσον αφορά τη συλλογή των εκπαιδευτικών αναγκών των σχολικών μονάδων (οι οποίες ανάγκες
(1)καθορίζονταν από τον αριθμό των τμημάτων και των μαθητών σε κάθε ειδικότητα και
(2)αποστέλλονταν από το κάθε σχολείο στον Επαρχιακό Επιθεωρητή Μέσης Εκπαίδευσης ο οποίος αφού διενεργούσε τον απαραίτητο έλεγχο τις απέστελλε στο γραφείο προγραμματισμού Μέσης Εκπαίδευσης). Είπε ότι το εν λόγω γραφείο κατάρτιζε τους πίνακες με τις εκπαιδευτικές ανάγκες για όλες τις ειδικότητες (δηλαδή τον αριθμό καθηγητών που απαιτούνται για την κάθε ειδικότητα) και τους απέστελλε στην Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας - Καθ' ης η Αίτηση
- Ότι η Καθ' ης η Αίτηση 3 είναι το αρμόδιο όργανο για τους διορισμούς των καθηγητών στις σχολικές μονάδες. Διευκρίνισε ότι αυτός όταν διεκπεραιώνει την εργασία του δεν γνωρίζει πότε διορίστηκε ο κάθε καθηγητής και πόσα χρόνια υπηρεσίας έχει ο κάθε καθηγητής. Είπε ότι δεν είχε μαζί του στοιχεία σχετικά με τον αριθμό των καθηγητών Ισπανικών που εργάζονταν στα σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης το
- Είπε ότι πρώτα διορίζονται από την Καθ' ης η Αίτηση 3 οι μόνιμοι εκπαιδευτικοί τους οποίους η απασχόλησή τους διέπεται από το δημόσιο δίκαιο, στη συνέχεια οι εκπαιδευτικοί αορίστου χρόνου και μετά αν υπάρχουν περαιτέρω εκπαιδευτικές ανάγκες διορίζονται με σύμβαση οι έκτακτοι εκπαιδευτικοί. Ότι το 2016 δεν υπήρχαν καθηγητές οι οποίοι εργάζονταν με σύμβαση αορίστου χρόνου ενώ τώρα υπάρχουν καθότι το 2016 οι Καθ' ων η Αίτηση δεν αναγνώριζαν τις διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου ως συμβάσεις αορίστου χρόνου ούτε υπήρχαν συμβάσεις εκπαιδευτικών αορίστου χρόνου. Δεν ήταν σε θέση να αναφέρει στο Δικαστήριο ποια είναι τώρα η αντιμετώπιση των καθηγητών αορίστου χρόνου στην περίπτωση που οι εκπαιδευτικές ανάγκες είναι λιγότερες από τον αριθμό του συνόλου των μόνιμων καθηγητών και των καθηγητών αορίστου χρόνου, αλλά είπε ότι δεν θυμάται να υπήρξε περίπτωση που απολύθηκε καθηγητής αορίστου χρόνου λόγω μειωμένων αναγκών. Επανέλαβε ότι το 2016 πέραν των μόνιμων καθηγητών υπήρχε ανάγκη για καθηγητές Ισπανικών μέχρι τον αριθμό
- Δεν μπορούσε όμως να δώσει περισσότερα στοιχεία σχετικά με τον εν λόγω ισχυρισμό του. Ανέφερε ότι στη Μέση Εκπαίδευση απασχολούνται πέραν των 6.000 εκπαιδευτικών. Διευκρίνισε ότι το 2016 ο λόγος της μη ανανέωσης της σύμβασης εργασίας του Αιτητή δεν είχε να κάνει με την απόδοση ή τη συμπεριφορά του. Σε υποβολή ότι ο τρόπος χειρισμού του Αιτητή ήταν δυσμενέστερος από τον τρόπο χειρισμού που τύγχαναν οι μόνιμοι καθηγητές απάντησε ότι δεν συμφωνεί σημειώνοντας ότι άλλο οι μόνιμοι εκπαιδευτικοί και άλλο οι συμβασιούχοι εκπαιδευτικοί. Από τη μαρτυρία του κ. Αχιλλέως προέκυψαν ως αναντίλεκτα γεγονότα τ' ακόλουθα: (α) στα σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης απασχολούνται πέραν των 6.000 καθηγητών και (β) ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή το 2016 δεν συνδεόταν με λόγους που αφορούσαν την εργασιακή απόδοση και/ή συμπεριφορά του Αιτητή. Αξιολογώντας περαιτέρω τη μαρτυρία του κ. Αχιλλέως σημειώνουμε ότι οι θέσεις του για τον τρόπο και τη διαδικασία που ακολουθείτο το 2016 για τον διορισμό καθηγητών στα σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης και για τον λόγο που η σύμβαση εργασίας του Αιτητή δεν ανανεώθηκε τον Σεπτέμβριο του 2016 ήταν σταθερές, λογικές και πειστικές. Δεν θεωρούμε ότι το γεγονός ότι δεν έθεσε ενώπιόν μας τον αριθμό των εκπαιδευτικών ωρών για το μάθημα των Ισπανικών για το έτος 2016-2017 ώστε να συσχετιστεί αυτός με την αναφορά του ότι τον Σεπτέμβριο του 2016 υπήρχαν ανάγκες για διορισμό, πέραν των μόνιμων καθηγητών, για καθηγητές με σύμβαση ορισμένου χρόνου μέχρι τον αριθμό 9 στον κατάλογο των διοριστέων καθηγητών, συνιστά ουσιαστική αδυναμία της μαρτυρίας του η οποία να κλονίζει την αξιοπιστία της. Σημειώνουμε ότι οι υποβολές που τέθηκαν στον κ. Αχιλλέως κατά την αντεξετασή του από τον δικηγόρο του Αιτητή ήταν γενικές και αόριστες και δεν στηρίζονταν σε κάποιο σαφές και συγκεκριμένο υπόβαθρο γεγονότων, με αποτέλεσμα να μείνουν μετέωρες. Στη βάση των πιο πάνω η μαρτυρία του κ. Αχιλλέως γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη και προβαίνουμε στα ανάλογα ευρήματα γεγονότων. Σε αυτό το σημείο σημειώνουμε ότι επίδικο θέμα της παρούσας υπόθεσης είναι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή τον Αύγουστο του 2016 και οι θεραπείες που δικαιούται λόγω του εν λόγω γεγονότος. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας νομικά ζητήματα που αφορούν τη σύμβαση ορισμένου χρόνου που συνήψαν οι Καθ' ων η Αίτηση με τον Αιτητή τον Σεπτέμβριο του 2023 και το γεγονός της σύμβασης ορισμένου χρόνου που συνήψαν τα διάδικα μέρη τον Σεπτέμβριο του 2023 θα ληφθεί υπόψη μόνο εντός των πλαισίων της εξέτασης από το Δικαστήριο του θέματος των θεραπειών που δικαιούται ο Αιτητής για τον τερματισμό της απασχόλησής του το 2016 σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.24/67 και τις σχετικές νομικές αρχές. Το άρθρο 3
(1)του Ν.24/67 προβλέπει για τις θεραπείες που δικαιούται ένας εργοδοτούμενος που απολύεται παράνομα. Πιο συγκεκριμένα, το εν λόγω άρθρο προνοεί τ΄ ακόλουθα: « Όταν, κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος άρθρου, ο εργοδότης τερματίζη δι' οιονδήποτε λόγον άλλον ή των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων, την απασχόλησιν εργοδοτουμένου ο οποίος έχει απασχοληθή συνεχώς υπ' αυτού επί είκοσι εξ τουλάχιστον εβδομάδας, ο εργοδοτούμενος κέκτηται δικαίωμα εις αποζημίωσιν υπολογιζομένην συμφώνως προς τον Πρώτον Πίνακα: ....................................Νοείται περαιτέρω ότι, προκειμένου περί εργοδοτών οι οποίοι απασχολούν πέραν των δεκαεννέα εργοδοτουμένων, σε περίπτωση κατά την οποία κριθεί ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτουμένου ήταν έκδηλα παράνομος ή παράνομος και κακόπιστος, τότε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δύναται, αν κατά τη γνώμη του οι περιστάσεις το δικαιολογούν και ο εργοδοτούμενος το έχει ζητήσει ως θεραπεία, να διατάξει την επαναπρόσληψη του εργοδοτουμένου και ταυτόχρονα την καταβολή αποζημίωσης για τη ζημιά την οποία πράγματι ο εργοδοτούμενος υπέστη ως συνέπεια της απόλυσης του, νοουμένου ότι το ποσό αυτό δε θα υπερβαίνει τα ημερομίσθια δώδεκα μηνών.» Με βάση την επιφύλαξη του άρθρου 3
(1)του Ν.24/67
(1)αν ο εργοδοτούμενος έχει ζητήσει ως θεραπεία την επαναπρόσληψή του και
(2)ο εργοδότης απασχολεί πέραν των 19 εργοδοτούμενων, τότε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών
(3)στην περίπτωση που κρίνει ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτούμενου «ήταν έκδηλα παράνομος ή παράνομος και κακόπιστος», έχει τη διακριτική ευχέρεια να εκδώσει διάταγμα επαναπρόσληψης του εργοδοτούμενου
(4)«αν κατά τη γνώμη του οι περιστάσεις το δικαιολογούν». Στην προκειμένη περίπτωση
(1)ο Αιτητής ζητά, μεταξύ άλλων θεραπειών, την επαναπρόσληψή του και
(2)οι Καθ' ων η Αίτηση απασχολούν πέραν των 19 εργοδοτούμενων. Από το λεκτικό της επιφύλαξης του άρθρου 3
(1)του Ν.24/67 προκύπτει ότι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει διακριτική ευχέρεια να διατάξει επαναπρόσληψη ενός εργοδοτουμένου την οποία προτού εξασκήσει θα πρέπει
(1)προηγουμένως να προβεί σε εύρημα ότι ο τερματισμός της απασχόλησης δεν ήταν απλά αντίθετος με τον Ν.24/67 ή παράνομος αλλά «έκδηλα παράνομος» ή «παράνομος και κακόπιστος» και
(2)να διαμορφώσει την άποψη ότι «οι περιστάσεις δικαιολογούν την έκδοση διατάγματος» επαναπρόσληψης του εργοδοτουμένου[9]. Στο σύγγραμμα Π. Γ. Πολυβίου, Η Σύμβαση Εργασίας στο Κυπριακό Δίκαιο, 2016, Εκδόσεις Χρυσαφίνης και Πολυβίου, Τόμος Β' στη σελίδα 694, αφού σημειώνεται ότι η επαναπρόσληψη διατάσσεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις και νοουμένου ότι δεν υπήρξε κλονισμός της εμπιστοσύνης μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτουμένου ανεξάρτητα από το ποιος ευθυνόταν για τον τερματισμό της απασχόλησης, αναφέρονται τα πιο κάτω: «Το βασικό στοιχείο που θα πρέπει να έχουν κατά νουν τα Δικαστήρια είναι ότι η επαναπρόσληψη είναι θεραπεία στο αστικό δίκαιο, που δεν έχει σαν σκοπό ούτε την τιμωρία του εργοδότη ούτε την ηθική ικανοποίηση του εργοδοτουμένου. Βασικός σκοπός των θεραπειών στο χώρο αυτό, όπως και αλλού στο αστικό δίκαιο, είναι η αποζημίωση του εργοδοτουμένου του οποίου τα δικαιώματα παραβιάστηκαν. Συνήθως, η χρηματική αποζημίωση συνιστά ικανοποιητική νομική αποκατάσταση, αλλά κάποτε σε σπάνιες περιπτώσεις, επιδίκαση χρηματικών αποζημιώσεων δεν είναι αρκετή και τότε το Δικαστήριο έχει το δικαίωμα να διατάξει επαναπρόσληψη.» Στην Αγγλία, σύμφωνα με τις ρητές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και τη σχετική επί του θέματος νομολογία, τα Industrial Tribunals, εξετάζοντας κατά πόσον θα διατάξουν την επαναπρόσληψη ενός εργοδοτούμενου ο οποίος απολύθηκε αδικαιολόγητα και παράνομα, οφείλουν να λάβουν υπόψη τους
(1)κατά πόσον είναι πρακτικά εφικτό για τον εργοδότη («whether it is practicable for the employer»)[10] να επανεργοδοτήσει τον εργοδοτούμενο και
(2)κατά πόσον ο εργοδοτούμενος με τη συμπεριφορά του προκάλεσε την απόλυσή του[11] («whether the employee caused or contributed to some extent to his or her dismissal»). Στο σύγγραμμα Harvey on Industrial and Employment Law, στο μέρος Division DI Dismissal,12. Remedies for Unfair Dismissal αναφέρεται (α) ότι το ζήτημα κατά πόσον είναι πρακτικά εφικτό να εκδοθεί διάταγμα επαναπρόσληψης εξετάζεται λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα που ισχύουν κατά τον χρόνο που εξετάζεται το ζήτημα της έκδοσης ή όχι της διαταγής επαναπρόσληψης (και όχι τα γεγονότα που ίσχυαν κατά τον χρόνο της απόλυσης)[12], (β) ότι το ζήτημα της πρακτικότητας στην ουσία είναι ερώτημα γεγονότων (question of fact)[13] και (γ) ότι υπάρχει ένα ευρύ πλαίσιο παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση του ζητήματος της πρακτικότητας και ανάμεσα σε αυτούς τους παράγοντες είναι
(1)το γεγονός ότι δεν θα υπάρχει αρκετή εργασία για τον εργοδοτούμενο και
(2)το γεγονός ότι η επαναπρόσληψη θα οδηγούσε σε σοβαρό εργατικό πλεόνασμα ή σε πλεονασμούς[14]. Στο σύγγραμμα A.Emir, Selwyn's, Law of Employment, 20th edition, Oxford University Press, στις σελίδες 441-444, αφού τονίζεται ότι τα Industrial Tribunals έχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια κατά πόσον θα εκδώσουν ή όχι το αιτούμενο από τον εργοδοτούμενο διάταγμα επαναπρόσληψης, σημειώνεται ότι το ζήτημα της πρακτικότητας εξετάζεται κάτω από ένα υποκειμενικό και ρεαλιστικό πρίσμα ("the practicality of ordering reinstatement or re- engagement must be looked at in a subjective and pragmatic sense") λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σε διάφορες αγγλικές αποφάσεις τονίστηκε ότι στις περιπτώσεις (α) όπου δεν υπάρχει εμπιστοσύνη μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτούμενου[15] και (β) όπου το κλίμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης και πίστης έχει κλονισθεί[16] τότε δεν θεωρείται πρακτικά εφικτό να εκδοθεί διάταγμα επαναπρόσληψης. Περαιτέρω η προσωπική σχέση μεταξύ του εργοδοτούμενου και των συναδέλφων του θεωρείται ως παράγοντας που πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την απόφανση κατά πόσον δικαιολογείται η έγκριση του αιτήματος για επαναπρόσληψη[17]. Στο σύγγραμμα St. Anderman, The Law of Unfair Dismissal, Butterworths 3rd Edition στις σελ.336-338 αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: "Impracticability is a question of fact in each case; the tribunal must exercise a discretion in evaluating the likely consequences of its order. If the industrial relations situation points overwhelming to the conclusion that the consequence of any attempt to re-engage the employee will be serious industrial strife, then an order may not be practicable....The likelihood of friction between supervisors or other employees and a reinstated or re-engaged employee or a breakdown in trust and confidence between employer and employee can be taken into account even where there is no prospect of collective action. Moreover, the size and scale of the organization may be a relevant factor. Reinstatement or re-engagement may be less practicable in smaller firms .". Σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ηλία Πατσαλίδη ν. Κυπριακών Αερογραμμών, Πολ. Έφεση αρ.406/2008, ημερ.21/2/2012 (α) η συμπεριφορά και η στάση του εργοδοτούμενου η οποία οδήγησε τον εργοδότη στην απόφαση απόλυσής του και (β) το κατά πόσον η αναγκαία για την ομαλή λειτουργία της σύμβασης εργασίας εμπιστοσύνη έχει κλονιστεί λόγω της συμπεριφοράς του εργοδοτούμενου, αποτελούν παράγοντες του οποίους λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο κατά την εξέταση του ζητήματος κατά πόσον, κατά τη γνώμη του, οι περιστάσεις δικαιολογούν επαναπρόσληψη του εργοδοτούμενου ή όχι. Σημειώνουμε ότι στην εν λόγω υπόθεση δεν εκδόθηκε διάταγμα επαναπρόσληψης καθότι (α) κρίθηκε ότι υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης η απόλυση του εργοδοτούμενου, παρά το ότι ήταν παράνομη, δεν ήταν και έκδηλα παράνομη και (β) ο εργοδοτούμενος είχε επιδείξει απαράδεκτη και αντιεργατική συμπεριφορά. Σε αυτό σημείο σημειώνουμε ότι η εισήγηση που προέβαλε η συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση στην τελική της αγόρευση ότι ο Αιτητής με την ανεπιφύλαχτη αποδοχή του έκτακτου διορισμού του με σύμβαση ορισμένου χρόνου τον Σεπτέμβριο του 2023 εγκατέλειψε το δικαίωμά του («waiver of rights») για επαναπρόσληψη δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο καθότι δεν υπάρχει τέτοιος ισχυρισμός στο τροποποιημένο δικόγραφο των Καθ' ων η Αίτηση. Eίναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι τα δικόγραφα αποτελούν το θεμέλιο της δίκης και το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Ο Κ.3
(1)του περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικού Κανονισμού του 1999, όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα (στο εξής «ο Κανονισμός»), επιβάλλει στον αιτητή να καθορίζει στην αίτηση, τους λόγους στους οποίους θεμελιώνεται το αίτημά του και να προσδιορίζει την αιτούμενη θεραπεία ή θεραπείες. Σύμφωνα με τον Κ.5
(1)του Κανονισμού ο Καθ' ου η αίτηση στην έγγραφη εμφάνισή του θα πρέπει να προσδιορίσει λεπτομερώς τους λόγους για τους οποίους αμφισβητεί το αίτημα και την παροχή της θεραπείας ή των θεραπειών που εξαιτείται ο αιτητής. Οι πρόνοιες αυτές επιβάλλουν τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων στα δικόγραφα και ο σκοπός τους είναι ο αποκλεισμός πιθανότητας αιφνιδιασμού των διαδίκων. Στην Αθανασίου v. Reana Manufacturing & Trading Co. Ltd
(2001)1 A.A.Δ. 1635, το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι ο εξεταστικός χαρακτήρας που διέπει τη δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών και παρέχει ευρύτερη ευχέρεια στο Δικαστήριο για διερεύνηση των γεγονότων που άπτονται της διαφοράς δεν μεταβάλλει τον δικονομικό κανόνα ως προς τα επίδικα θέματα και τις παραμέτρους της δίκης. Στις υποθέσεις Χρ. Λαούτα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 60/2010, ημερ.14/10/2014, Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Γ. Χρίστου, Πολιτική Έφεση 148/12 ημερ.07/07/2017, ECLI:CY:AD:2017:A250 και Boygues Batiment International v. Ν. Σταυρινίδη, Πολιτική Έφεση 98/2011 ημερ.07/07/2017, ECLI:CY:AD:2017:A253 το Ανώτατο Δικαστήριο επιβεβαίωσε τις πιο πάνω αρχές και σημείωσε ότι δεν μπορεί η διερεύνηση των γεγονότων από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών να γίνεται χωρίς καθόλου προδιαγεγραμμένα πλαίσια. Στην παρούσα περίπτωση παρά το ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν απέδειξαν ότι υπήρχαν αντικειμενικοί λόγοι που δικαιολογούσαν τη μη μετατροπή της σύμβασης του Αιτητή από ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου και κατά συνέπεια δεν απέδειξαν το νόμιμο της απόλυσης του Αιτητή, από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μας δεν διαπιστώνουμε να καταδεικνύεται ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή ήταν κακόπιστος ή έκδηλα παράνομος. Δεν διαφάνηκε ότι οι Καθ' ων η Αίτηση ενήργησαν αυθαίρετα και/ή εκδικητικά προς το πρόσωπο του Αιτητή. Από το ενώπιόν μας μαρτυρικό υλικό προκύπτει ότι οι Καθ' ων η Αίτηση στην περίπτωση του Αιτητή ακολουθούσαν μια διαδικασία η οποία
(1)προβλεπόταν σε νομοθετικές και κανονιστικές πρόνοιες και
(2)εφαρμοζόταν γενικά σε όλους τους διορισμούς εκπαιδευτικών στα σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης κατά τον ουσιώδη χρόνο, η οποία όμως στην περίπτωση του Αιτητή δεν αποδείχτηκε να δικαιολογείται με βάση τις προϋποθέσεις που θέτει ο Ν.98(Ι)/2003 και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή με βάση τον Ν.24/67. Στη βάση των πιο πάνω κρίνουμε ότι στην παρούσα περίπτωση δεν τηρείται η τρίτη προϋπόθεση που θέτει ο Ν.24/67 για έκδοση διατάγματος επαναπρόσληψης. Πέραν τούτου, στην παρούσα περίπτωση, παρά το ότι δεν τίθεται ζήτημα κλονισμού της αναγκαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των διαδίκων για τη συνέχιση της εργασιακής σχέσης (λόγω του
(1)ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή τον Αύγουστο του 2016 δεν οφειλόταν σε λόγους που αφορούσαν το πρόσωπο του Αιτητή και
(2)ότι ο Αιτητής από τον Σεπτέμβριο του 2023 εργάζεται στα σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης ως καθηγητής Ισπανικών με σύμβαση ορισμένου χρόνου), είμαστε της γνώμης ότι δεν αποδείχτηκε ότι οι περιστάσεις της υπόθεσης δικαιολογούν την έκδοση διατάγματος επαναπρόσληψης του Αιτητή καθότι δεν τέθηκαν ενώπιόν μας οποιαδήποτε απτά και συγκεκριμένα στοιχεία αναφορικά με τη σημερινή κατάσταση και τις τωρινές ανάγκες των Καθ' ων η Αίτηση σε προσωπικό όσον αφορά τους καθηγητές της Ισπανικής Γλώσσας ώστε να είμαστε σε θέση να εξετάσουμε κατά πόσον είναι εφικτή και υλοποιήσιμη με επιτυχία η επανεργοδότηση του Αιτητή υπό το καθεστώς αορίστου χρόνου ή όχι. Σημειώνουμε ότι ο Αιτητής δεν προσκόμισε οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία και ότι η γενική αναφορά του κ. Αχιλλέως ότι ο μη διορισμός του Αιτητή κατά τη σχολική χρονιά 2023-2024 με σύμβαση αορίστου χρόνου οφείλεται στο γεγονός ότι υπήρξε διακοπή στην απασχόλησή του ως καθηγητής στα σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης από την 01/09/2016 μέχρι τις 31/08/2023 αφού κατά την εν λόγω περίοδο δεν εργάστηκε στη βάση οποιασδήποτε σύμβασης με τους Καθ' ων η Αίτηση υπό το φως (α) της θέσης που προέβαλε κατά την αντεξέτασή του ότι πρώτα διορίζονται, από την Καθ' ης η Αίτηση 3, οι μόνιμοι εκπαιδευτικοί τους οποίους η απασχόλησή τους διέπεται από το δημόσιο δίκαιο, στη συνέχεια οι εκπαιδευτικοί αορίστου χρόνου και μετά αν υπάρχουν περαιτέρω εκπαιδευτικές ανάγκες διορίζονται με σύμβαση ορισμένου χρόνου έκτακτοι εκπαιδευτικοί και (β) του γεγονότος ότι δεν τέθηκε ενώπιόν μας σαφής και συγκεκριμένη μαρτυρία ως προς το ποιες ανάγκες κλήθηκε να καλύψει ο Αιτητής τον Σεπτέμβριο του 2023 και ποιο είναι σήμερα το ευρύτερο πραγματικό πλαίσιο των εκπαιδευτικών αναγκών σε Καθηγητές Ισπανικής Γλώσσας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επαρκής και ικανοποιητική βάση στην οποία μπορούμε να στηριχθούμε για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων σχετικά με τις τωρινές ανάγκες των Καθ' ων η Αίτηση. Τα πιο πάνω σε συνάρτηση με το μεγάλο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την απόλυση του Αιτητή τον Αύγουστο του 2016 μέχρι τον νέο διορισμό του τον Σεπτέμβριο του 2023, μας οδηγούν στο να εξασκήσουμε τη διακριτική μας ευχέρεια ενάντια στην έκδοση διατάγματος επαναπρόσληψης του Αιτητή. Επιπρόσθετα, είμαστε της γνώμης, ότι στην παρούσα περίπτωση η επιδίκαση αποζημιώσεων στον Αιτητή για την παραβίαση των δικαιωμάτων του ως εργοδοτούμενος συνιστά εύλογη, νόμιμη και δίκαιη αποκατάσταση των εν λόγω δικαιωμάτων που παραβιάστηκαν από τους Καθ' ων η Αίτηση. Συνακόλουθα, η αξίωση του Αιτητή για επαναπρόσληψη απορρίπτεται και προχωρούμε στο να καθορίσουμε το ποσό των αποζημιώσεων που δικαιούται ο Αιτητής σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)του Ν.24/67. Σημειώνουμε ότι σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Ν.24/67, το Δικαστήριο έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό της αποζημίωσης που θα επιδικαστεί λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τ' ακόλουθα: (α) τα ημερομίσθια και όλες τις άλλες απολαβές του εργοδοτούμενου, (β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτούμενου, (γ) την απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτούμενου, (δ) τις πραγματικές συνθήκες του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτούμενου, (ε) την ηλικία του εργοδοτούμενου. Η αποζημίωση δεν μπορεί ούτε να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών (παράγραφος 3 του Πρώτου Πίνακα του Ν.24/67 όπως τροποποιήθηκε) και ούτε να είναι μικρότερη του ποσού που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος αν είχε κηρυχθεί ως πλεονάζων (παράγραφος 2 του Πρώτου Πίνακα του Ν.24/67, όπως τροποποιήθηκε). Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ποσό που θα επιδικάσει ως αποζημίωση κρίνεται με βάση τα ενώπιόν του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμιά περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα. Στην υπόθεση Louis Tourist Agency Λτδ v. Αντιγόνης Ηλία
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 98 σημειώνονται τ΄ ακόλουθα: «Το κριτήριο της αποζημίωσης βάσει του άρθρου 4 του Ν.24/67 δεν συναρτάται με το συμβατικό που καθορίζεται από το ΚΕΦ.149, και γενικά τις αρχές του δικαίου των συμβάσεων, δηλαδή ζημιά η οποία έπεται κατά λογική πρόβλεψη της διάρρηξης της συμφωνίας. Το θέμα των αποζημιώσεων επαφίεται στην απόλυτη κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, με μόνο περιορισμό εκείνο που τίθεται από το άρθρο 3 του Πίνακα, η αποζημίωση να μην υπερβαίνει τα ημερομίσθια των δύο ετών (Ν.92/79). Η υλική ζημιά την οποία υφίσταται από τον τερματισμό ο εργοδοτούμενος είναι αναμφίβολα παράγοντας σχετικός, αλλά όχι ο μόνος ο οποίος λαμβάνεται υπόψη. Η διαγωγή των μερών είναι άλλος σχετικός παράγοντας, όπως συνάγεται από την παράγραφο 4(δ) του Πίνακα. Η απαρίθμηση των παραγόντων, που είναι σχετικοί με την αποζημίωση, θα ήταν αντινομική προς τον απόλυτο χαρακτήρα της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.» (Βλέπε επίσης Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ ν. Παπαχριστοδούλου
(2006)1 Α.Α.Δ. 625, Touchstone Technologies Ltd v. Μαυρομμάτη
(2014)1Β Α.Α.Δ. 1829) Στην Πολ. Έφεση 131/2012 Θ. Θεμιστοκλέους ν. Elysee Irrigation Ltd, ημερομ.22/09/2017 αναφέρθηκαν τα εξής: «Η αποζημίωση του εργοδοτουμένου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, το οποίο πρέπει κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας να λάβει υπόψη τους παράγοντες που απαριθμούνται στο εν λόγω άρθρο, μεταξύ των οποίων και η απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας, στην τερματισθείσα εργασία. ............................... Ο εφεσείων υποστηρίζει ότι η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με το κριτήριο (γ) του άρθρου 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, ότι δεν ήταν σε θέση να εξακριβώσει τις συνέπειες που είχε η απόλυση του στη σταδιοδρομία του δεν συνάδει και δεν δικαιολογείται από τα γεγονότα που το Δικαστήριο έκανε αποδεκτά. Η βάση της εισήγησης ερείδεται στο εύρημα ότι ο εφεσείων ενεγράφη άνεργος και λάμβανε ανεργιακό επίδομα, το οποίο, κατά τον εφεσείοντα, «ερμηνεύεται ότι αναζητούσε εργασία», ενώ είναι αποδεκτό πως δεν μπορούσε να εκτελέσει χειρονακτική εργασία. Όλα αυτά, υποστηρίζει, καταδεικνύουν ότι προέβη σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για μείωση της ζημιάς του. Η θέση του εφεσείοντα δεν ευσταθεί. Η λήψη ανεργιακού επιδόματος από μόνη της, ουδόλως τεκμηριώνει αναζήτηση εργασίας, ώστε να μπορεί να γίνεται λόγος για ευρήματα του Δικαστηρίου που δεν συνάδουν με τη μαρτυρία. Η αναζήτηση εργασίας πρέπει να αποδειχθεί. Στην προκειμένη περίπτωση η μαρτυρία του εφεσείοντα κατέδειξε το αντίθετο, ότι δηλαδή δεν προσπάθησε να εξεύρει άλλη κατάλληλη γι' αυτόν εργασία. Πρόκειται δε για εύρημα επί πραγματικού γεγονότος το οποίο δεν ελέγχεται από το Εφετείο. Ο εφεσείων ο οποίος έφερε το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του, απέτυχε να το αποσείσει για τους λόγους που με λεπτομέρεια καταγράφονται στην πρωτόδικη απόφαση.» Στην υπόθεση Δ.Σ. ν. Argosy Trading Company Ltd, Πολ. Έφεση 310/12, ημερ.13/02/2019 λήφθηκε υπόψη κατά τον καθορισμό των αποζημιώσεων το γεγονός ότι οι εργοδότες με τον λόγο που προέβαλαν για την απόλυση της εργοδοτουμένης στιγμάτιζαν την εργοδοτούμενη με αποτέλεσμα να επηρεάζονται αρνητικά οι προοπτικές της για μελλοντική εργοδότησή της. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη: (α)
(1)ότι ο Αιτητής απολύθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση κατά παράβαση του Ν.24/67 αφού δεν αποδείχτηκε ενώπιόν μας ότι υπήρχε νόμιμος λόγος και
(2)ότι η χρησιμοποίηση σύμβασης ορισμένου χρόνου τον Φεβρουάριο του 2016 για την περίπτωση του Αιτητή δεν δικαιολογείτο με βάση τον Ν.98(Ι)/2003 και την Οδηγία, (β) ότι οι Καθ' ων η Αίτηση απολύοντας τον Αιτητή δεν ενήργησαν κακόπιστα, (γ) ότι οι Καθ' ων η Αίτηση με τον λόγο που προέβαλαν για την απόλυση του Αιτητή δεν στιγμάτισαν με οποιοδήποτε τρόπο τον Αιτητή ώστε η απόλυσή του να έχει αρνητικές συνέπειες στις πιθανότητες για μελλοντική εργοδότησή του αφού ο λόγος που προβλήθηκε δεν αναφερόταν σε δική του υπαιτιότητα, (δ) την ηλικία του (ήταν 34 χρόνων κατά την απόλυσή του ηλικία που δεν εμποδίζει την εξεύρεση άλλης εργασίας), (ε) την περίοδο υπηρεσίας του Αιτητή στους Καθ' ων η Αίτηση (8 χρόνια), (στ) το ύψος των εβδομαδιαίων απολαβών που ελάμβανε πριν την απόλυσή του ήτοι €395,71 (€20.577 ? 52) και (η) την απουσία μαρτυρίας
(1)σχετικά με την υλική ζημιά που υπέστηκε ο Αιτητής λόγω της απόλυσής του και με τις αρνητικές συνέπειες που είχε η απόλυση στην προσωπική και επαγγελματική ζωή του Αιτητή και
(2)τις προσπάθειες που έκανε ο Αιτητής να βρει άλλη εργασία, κρίνουμε ότι είναι εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως του επιδικάσουμε ελαφρώς αυξημένες αποζημιώσεις[18] που αντιστοιχούν με τις απολαβές 23 εβδομάδων, ήτοι €9.101,33 (23 Χ €395,71). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 9(ζ) του Ν.24/67 ο Αιτητής δικαιούται πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί με απολαβές 8 εβδομάδων, ήτοι ποσό €3.165,68 (8 Χ €395,71). Σε ότι αφορά την αξίωση του Αιτητή για δυσμενή μεταχείριση του από τους Καθ' ων η Αίτηση κατά αρχάς παρατηρούμε ότι στους γενικούς λόγους της αίτησης εργατικής διαφοράς δεν υπάρχουν οποιοιδήποτε ειδικοί δικογραφημένοι ισχυρισμοί που να στηρίζουν την εν λόγω αξίωσή του. Όπως σημειώσαμε πιο πάνω ο Κ.3
(1)του Κανονισμού επιβάλλει στον αιτητή να καθορίζει στην αίτηση, τους λόγους στους οποίους θεμελιώνεται το αίτημά του και ότι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών εξετάζει μόνο τα ζητήματα τα οποία προδιαγράφονται ως επίδικα από τα δικόγραφα των διαδίκων. Στην Αριστοδήμου ν. Χαραλάμπους
(1990)1 Α.Α.Δ. 319 τονίστηκε ότι η διατύπωση και μόνο της θεραπείας δεν επιτρέπει την εξέταση του θέματος το οποίο εγείρει και ότι ο προσδιορισμός στο κύριο σώμα της απαίτησης των γεγονότων που δικαιολογούν μια ή περισσότερες θεραπείες αποτελεί προϋπόθεση για την εξέτασή τους. Περαιτέρω ο Αιτητής δεν έθεσε ενώπιόν μας οποιαδήποτε μαρτυρία προς υποστήριξη της εν λόγω αξίωσής του και ως εκ τούτου η εν λόγω αξίωση του Αιτητή παρέμεινε μετέωρη. Τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μας μέσω των παραδεκτών γεγονότων και της αντεξέτασης του κ. Αχιλλέως δεν είναι επαρκή και ικανά να αποδείξουν ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αίτηση εργατικής διαφοράς ο Αιτητής υπέστη οποιαδήποτε δυσμενή διάκριση όσον αφορά τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησής του σε σχέση με αντίστοιχους εργοδοτουμένους αορίστου χρόνου. Πέραν των πιο πάνω σημειώνουμε ότι η ρήτρα 5 της Συμφωνίας Πλαισίου δεν προβλέπει συγκεκριμένες κυρώσεις για την καταχρηστική προσφυγή στη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου παρά το ότι αναφέρει τη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ως μια μορφή κύρωσης που μπορεί να επιβληθεί και παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να επιλέξουν τα μέσα τα οποία θα είναι πρόσφορα και αποτελεσματικά για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού της Συμφωνίας Πλαισίου νοουμένου ότι αυτά δεν θα διακυβεύουν τον σκοπό ή την πρακτική αποτελεσματικότητα της Συμφωνίας Πλαισίου και θα είναι τέτοιας μορφής και φύσης που να οδηγούν στην εξάλειψη των συνεπειών της παράβασης των προνοιών της Συμφωνίας Πλαισίου και της Οδηγίας και την αποτροπή της καταχρηστικής χρήσης των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Το Δ.Ε.Ε. στην υπόθεση C-550/19 Obras y Servicios and Acciona Agua ημερ.24/06/2021, τόνισε ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να προβλέπουν για κυρώσεις οι οποίες να είναι σύμφωνες προς την αρχή της αναλογικότητας και αρκούντως αποτελεσματικές και αποτρεπτικές ώστε να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίστηκαν κατ' εφαρμογή της Συμφωνίας Πλαισίου. Ο Ν.98(Ι)/2003 προβλέπει ως αποκλειστική κύρωση για την περίπτωση που διαπιστώνεται καταχρηστική χρήση συμβάσεων ορισμένου χρόνου τη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου και όχι κάποια άλλη κύρωση όπως π.χ. καταβολή αποζημίωσης. Δεν τέθηκε οτιδήποτε ενώπιόν μας που να δεικνύει ότι η εν λόγω κύρωση δεν είναι αποτελεσματική, ανάλογη και αποτρεπτική. Ενόψει του ότι ο Ν.98(Ι)/2003 δεν προβλέπει (α) την καταβολή αποζημιώσεων ως μέτρο κύρωσης για τη διαδοχική χρήση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και (β) την καταβολή γενικών αποζημιώσεων για δυσμενή μεταχείριση με βάση τις διατάξεις του, δεν μπορούν στην παρούσα περίπτωση να επιδικαστούν στον Αιτητή οποιεσδήποτε γενικές αποζημιώσεις για δυσμενή μεταχείριση. Συνακόλουθα με τα πιο πάνω η εν λόγω αξίωση του Αιτητή απορρίπτεται. Κατάληξη Επομένως: A. Εκδίδεται απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται ότι ο Αιτητής κατέστη εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου από τις 08/03/
- B. Εκδίδεται απόφαση υπερ του Αιτητή και εις βάρος των Καθ' ων η Αίτηση για το συνολικό ποσό των €12.267,01 με νόμιμο τόκο. Γ. Επιδικάζονται υπερ του Αιτητή και εις βάρος των Καθ' ων η Αίτηση δικηγορικά έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλήτη. Δ. Οι αξιώσεις του Αιτητή για επαναπρόσληψη και γενικές αποζημιώσεις για δυσμενή μεταχείριση απορρίπτονται. (Υπ.) ............... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.) ............. (Υπ.) ............... Κ. Ζαμπυρίνης, Μέλος Θ. Γεωργίου, Μέλος ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλέπε Αποφάσεις Δ.Ε.Ε. Case C-14/83 Von Colson v. Land Nordrheim [1984] ECR 1891 και Case C-106/89 Marleasing SA [1992] ECR 1-
- [2] Βλέπε Στ. Π. Γιαννακούρου, Κυπριακό Εργατικό Δίκαιο, 2016, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ.
- [3] «Υπό τις συνθήκες αυτές, η έννοια των «αντικειμενικών λόγων», κατά τη ρήτρα 5, σημείο 1, στοιχείο α΄, της συμφωνίας-πλαισίου, πρέπει να νοηθεί ως αφορώσα σαφείς και συγκεκριμένες περιστάσεις που χαρακτηρίζουν μια καθορισμένη δραστηριότητα και οι οποίες, κατά συνέπεια, μπορούν να δικαιολογήσουν στο ειδικό αυτό πλαίσιο τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Οι περιστάσεις αυτές μπορούν να προκύπτουν, μεταξύ άλλων, από την ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων για την εκτέλεση των οποίων έχουν συναφθεί οι συμβάσεις αυτές και από τα συμφυή χαρακτηριστικά των καθηκόντων αυτών ή, ενδεχομένως, από την επιδίωξη ενός θεμιτού σκοπού κοινωνικής πολιτικής εκ μέρους κράτους μέλους. Αντιθέτως, μια εθνική διάταξη που θα περιοριζόταν στο να επιτρέπει, γενικά και αφηρημένα μέσω κανόνα προβλεπομένου σε νόμο ή κανονιστική πράξη, τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου δεν θα ήταν σύμφωνη προς τις απαιτήσεις που προσδιορίστηκαν στις δύο προηγούμενες σκέψεις. Συγκεκριμένα, μια τέτοια διάταξη, τυπικής αμιγώς φύσεως και μη δικαιολογούσα ειδικώς τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την ύπαρξη αντικειμενικών παραγόντων οφειλομένων στις ιδιομορφίες της οικείας δραστηριότητας και στις συνθήκες της ασκήσεώς της, ενέχει πραγματικό κίνδυνο καταχρηστικής χρήσεως αυτού του είδους των συμβάσεων και δεν είναι συνεπώς συμβατή προς τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας-πλαισίου. Έτσι, αν γινόταν δεκτό ότι μια εθνική διάταξη μπορεί, αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διευκρίνιση, να δικαιολογεί διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, τούτο θα σήμαινε ότι αγνοείται ο σκοπός της συμφωνίας-πλαισίου, που συνίσταται στην προστασία των εργαζομένων από την αστάθεια της απασχολήσεως, και ότι καθίσταται άνευ ουσίας η αρχή ότι οι συμβάσεις αορίστου χρόνου συνιστούν τη γενική μορφή των σχέσεων εργασίας. Ειδικότερα, η χρησιμοποίηση των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με μοναδικό έρεισμα μια γενική νομοθετική ή κανονιστική διάταξη, άσχετα προς το συγκεκριμένο περιεχόμενο της οικείας δραστηριότητας, δεν καθιστά δυνατή τη συναγωγή αντικειμενικών και διαφανών κριτηρίων προκειμένου να ελεγχθεί αν η ανανέωση των συμβάσεων αυτών ανταποκρίνεται πράγματι σε μια γνήσια ανάγκη, είναι κατάλληλη προς επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού και είναι αναγκαία προς τούτο». [4] Στην απόφαση του στις υποθέσεις C-103/18 και C-429/18 Sanchez Ruiz ημερ.19/03/2020 το Δ.Ε.Ε. τόνισε ότι η έννοια των «αντικειμενικών λόγων» αφορά ακριβείς και συγκεκριμένες περιστάσεις οι οποίες χαρακτηρίζουν συγκεκριμένη δραστηριότητα και οι οποίες μπορεί να οφείλονται στην ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων για την εκτέλεση των οποίων έχουν συναφθεί οι συμβάσεις αυτές και στα εγγενή χαρακτηριστικά των καθηκόντων αυτών. Περαιτέρω επανέλαβε ότι η ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου για την κάλυψη αναγκών οι οποίες δεν είναι στην πραγματικότητα προσωρινές αλλά πάγιες και διαρκείς δεν δικαιολογείται καθότι μια τέτοια χρήση των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου θα ήταν αντίθετη προς την παραδοχή επί της οποίας βασίζεται η Συμφωνία Πλαίσιο ότι οι συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου αποτελούν τη γενική μορφή των σχέσεων εργασίας έστω και αν οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου αποτελούν χαρακτηριστικό στοιχείο της απασχολήσεως σε ορισμένους τομείς ή για ορισμένα επαγγέλματα και δραστηριότητες. [5] Βλέπε επίσης τις αποφάσεις του Δ.Ε.Ε. στις υποθέσεις C-614/15 Popescu v. Directia Sanitar Veterinara ημερ.21/09/2016, C-362/13, C-363/13, C- 407/13 Fiaming a.o v. Reto Ferroviaria Italiana SpA ημερ.03/07/2014 και C-22/13, C-61/13 -C63/13, C-418/13 Mascolo a.o v. Ministero dell' Instruzione ημερ.26/11/2014, C-331/17 Sciotto ημερ.25/10/2018, C-550/19 Obras y Servicios and Acciona Agua ημερ.24/06/2021, C-282-19, YT a.a. v. MIUR, ημερ.13/01/
- [6] Απόφαση Δ.Ε.Ε. C-486/08 Zentralbetriebsrat der Landeskrankenhauser Tirols ημερ.22/04/
- [7] Βλέπε C-282-19, YT a.a. v. MIUR, ημερ.13/01/
- [8] Βλ. Πολιτκή Έφεση Αρ.159/2018 ΑΛ.ΜΑΝΑΜΣΙΔΗΣ ν. ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΣΜΟΥ, ημερ.10/11/2023, Πολιτική Έφεση Αρ.191/13, Ανδρέου ν. Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Τμήμα Πλεονάζοντος Προσωπικού, ημερ.29/03/
- [9] Στο σύγγραμμα Π. Γ. Πολυβίου, Η Σύμβαση Εργασίας στο Κυπριακό Δίκαιο, 2016, Εκδόσεις Χρυσαφίνης και Πολυβίου, Τόμος Β' στη σελίδα 690 όπου αναλύεται η επιφύλαξη του άρθρου 3
(1)του Ν.24/67 αναγράφονται τα εξής: «Θέτοντας τη νομική διάσταση του θέματος κάπως διαφορετικά, εάν ο τερματισμός της απασχόλησης κριθεί ότι ήταν «έκδηλα παράνομος» ή «παράνομος και κακόπιστος» και εάν ο εργοδοτούμενος επιθυμεί την επαναπρόσληψη, τότε το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να διατάξει την επαναπρόσληψη «εάν κατά τη γνώμη του οι περιστάσεις τη δικαιολογούν». [10] Βλέπε Halsbury' s Laws of England, 4th Edition, Reissue, Volume 16(B), paragraph.684; IDS Employment Law Handbook - Unfair Dismissal, Thomson Reuters, 2010, σελ.
- [11] Βλέπε Halsbury' s Laws of England, 4th Edition, Reissue, Volume 16(B), paragraph.684; IDS Employment Law Handbook - Unfair Dismissal, Thomson Reuters, 2010, σελ.
- [12] Παράγραφοι [2393.01] - [2393.02]. [13] Παράγραφος [2394]. [14] Παράγραφος [2396]. [15] Nothmam v London Borough of Barnet (No.2) [1980] IRLR
- [16] Wood Group Heavy Industrial Turbines Ltd v. Crossan [1998] IRLR
- [17] Βλέπε IDS Employment Law Handbook - Unfair Dismissal, Thomson Reuters, 2010, σελ.
- Το Court of Appeal στην απόφαση του στην υπόθεση Coleman v. Magnet Joinery Ltd [1974] IRLR 343 απορρίπτοντας τη θέση του εργοδοτούμενου ότι το κατά πόσον είναι πρακτικά εφικτό για τον εργοδότη να τον επανεργοδοτήσει, εξαρτάται μόνο από αν η θέση εργασίας είναι διαθέσιμη, σημείωσε τα εξής:" 'Practicable' means not merely 'possible' but 'capable of being carried into effect with success'. The tribunal ought to consider the consequences of re-engagement in the industrial relations scene in which it will take place. If it is obvious as in the present case that re-engagement would only promote further industrial relations strife, it will not be practicable to make recommendation." [18] Το ελάχιστο ποσό που δικαιούτο ο Αιτητής σύμφωνα με τον Ν.24/67, να λάβει ως αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση με βάση τα ημερομίσθια του και την περίοδο απασχόλησής του, ανέρχεται στο ποσό των €7.122,78 (18 Χ €395,71). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο