← Κύπρος

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΕΛΕΥΣΙΝΙΩΤΗΣ ν. LA BOITE SIXTY SEVEN LIMITED, Αρ. Αίτησης: 954/2016, 8/2/2024

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΕΛΕΥΣΙΝΙΩΤΗΣ ν. LA BOITE SIXTY SEVEN LIMITED, Αρ. Αίτησης: 954/2016, 8/2/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΠΑΦΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή Σ. Δελίτσικου ) Α. Αντωνίου ) Μελών Αρ. Αίτησης: 954/2016 ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΕΛΕΥΣΙΝΙΩΤΗΣ Aιτητής και LA BOITE SIXTY SEVEN LIMITED Καθ' ης η Αίτηση Ημερομηνία: 8 Φεβρουαρίου 2024 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή: κ. Χρίστος Δημητρίου Για Καθ' ης η Αίτηση: κ. Ρόδος Ροδοσθένους Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Καθ' ης η Αίτηση είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα την Πάφο («η Εργοδότρια Εταιρεία») και διατηρεί καφεστιατόριο με την επωνυμία "La Boite 67" το οποίο βρίσκεται στο λιμανάκι της Κάτω Πάφου. Ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας την 01/04/2005 στη θέση του μπάρμαν και απασχολήθηκε σε αυτήν μέχρι και τις 21/07/2016 ημερομηνία κατά την οποία η εργασιακή σχέση μεταξύ αυτού και της Εργοδότριας Εταιρείας τερματίστηκε κάτω από αμφισβητούμενες συνθήκες και περιστάσεις. Ο τελευταίος μηνιαίος μισθός του Αιτητή ανερχόταν στο ποσό των €1.275,

  1. Περαιτέρω ο Αιτητής λάμβανε 13ο μισθό. Στις 27/07/2016 οι τότε δικηγόροι του Αιτητή παρέδωσαν με ιδιώτη επιδότη στην Εργοδότρια Εταιρεία επιστολή (Τεκμήριο 3) η οποία απευθυνόταν στη Διευθύντρια της Εργοδότριας Εταιρείας, κα Αθηνά Χαραλαμπίδου και στην οποία επιστολή αναγράφονταν τα πιο κάτω: «..... ΜΕ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΔΟΣΗ Πάφος, 27 Ιουλίου 2016 Θέμα: Πελάτης μας κος. Δημήτριος Ελευσινιώτης. Παράνομη απόλυση του πελάτη μας από την εταιρεία σας. Κυρία, Ενεργούμε εκ' μέρους του πιο πάνω αναφερόμενου πελάτη μας και είμαστε δεόντως εξουσιοδοτημένοι να αναφερθούμε στο πιο πάνω θέμα και να σας πληροφορήσουμε τα ακόλουθα: Ο πελάτης μας διαμαρτύρεται για το γεγονός ότι ενώ εργαζόταν για λογαριασμό σας για χρονική περίοδο πέραν των 11 ετών, ως μπάρμαν, εσείς με δικαιολογία για δήθεν ανάρμοστη συμπεριφορά από πλευράς του πελάτη μας, στις 21/07/16 τερματίσατε την εργοδότηση του, χωρίς να του καταβάλετε τα οφειλόμενα που δικαιούτο σύμφωνα με τον Νόμο, εφόσον δεν του καταβλήθηκε ποτέ αποζημίωση έναντι προειδοποίησης για περίοδο δυο μηνών, ήτοι το ποσό των 2280 ευρώ. Επίσης ο πελάτης μας όπως αναφέρει δεν έλαβε ποτέ το ποσό των 650 ευρώ ως αναλογία του 13ου μισθού για το χρονικό διάστημα που εργαζόταν για την εταιρεία σας εντός του έτους
  2. Ακόμη δεν έλαβε την αναλογία του μισθού του για τις μέρες που εργάστηκε εντός του μηνός Ιουλίου 2016, ήτοι του ποσού των €
  3. Δια της παρούσης επιστολής και/ή ειδοποίησης ο πελάτης μας σας αναφέρει ότι αξιώνει από εσάς την καταβολή του ποσού που του αναλογεί εκ' του Νόμου, ένεκα του παράνομου και/ή αντικανονικού τερματισμού της εργοδότησης του από εσάς, πλέον το ποσό που του αναλογεί ως αποζημιώσεις έναντι προειδοποιήσεως, πλέον αναλογία 13ου μισθού επίσης για το έτος 2016, πλέον αναλογία του μισθού του για τις μέρες που εργάστηκε εντός του μηνός Ιουλίου
  4. Συγκεκριμένα ο πελάτης μας αναφέρει ότι εντελώς ξαφνικά και χωρίς προειδοποίηση τον απολύσατε άνευ λόγου και αιτίας. Οι προαναφερόμενες πράξεις σας είναι σε αντίθεση με την ισχύουσα Νομοθεσία και ο πελάτης μας επιφυλάσσει τα νομικά του δικαιώματα σε περίπτωση μη καταβολής από μέρους σας των αποζημιώσεων που αξιώνει. Ως εκ' τούτου εάν σε διάστημα 7 ημερών, αρχομένων από την παραλαβή της παρούσης επιστολής και/ή ειδοποίησης, παραλείψετε να προβείτε στην καταβολή του ποσού των €2,280 ως αποζημιώσεις έναντι προειδοποίησης, περαιτέρω την αναλογία του 13ου μισθού για το έτος 2016, πλέον αποζημιώσεις ένεκα του παράνομου τερματισμού της απασχόλησης του από εσάς, πλέον αναλογία του μισθού του για τις μέρες που εργάστηκε εντός του μηνός Ιουλίου 2016, πλέον τόκους, πλέον το ποσό των €300,00 ως δικηγορικά έξοδα και έξοδα σύνταξης και αποστολής της παρούσης επιστολής και/ή ειδοποίησης, πλέον Φ.Π.Α, και έξοδα επίδοσης, τότε ο πελάτης μας θα λάβει εναντίον σας όλα τα δέοντα δικαστικά μέτρα για παράνομη απόλυση, και/ή βάση των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, και/ή σύμφωνα με τις αρχές της Επιείκιας, και/ή άλλως πώς, χωρίς καμία άλλη προειδοποίηση. Ευελπιστούμε ότι θα ανταποκριθείτε θετικά στην έκκληση αυτή του πελάτη μας για αποζημιώσεις προς αποφυγή δικαστικών μέτρων τα οποία ενδεχομένως θα σας επιβαρύνουν με επιπρόσθετα δικηγορικά έξοδα. Ο πελάτης μας επιφυλάσσει όλα τα νομικά του δικαιώματα.» Οι τότε δικηγόροι της Εργοδότριας Εταιρείας απέστειλαν στον Αιτητή επιστολή (Τεκμήριο 4) με το ακόλουθο περιεχόμενο: « ΣΥΣΤΗΜΕΝΗ 26/07/16 Προς: κ. Δημήτρη Ελευσινιώτη [ ], Πάφος Αγαπητέ κύριε, Ενεργώ με οδηγίες των πελατών μου, La Boite Sixty Seven Limited. Παρ' όλες τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις που σας έχουν δοθεί από μέρους της διεύθυνσης των πελατών μου, εξακολουθείτε να επιδεικνύετε την ίδια διαγωγή και να μην ασκείτε τα καθήκοντα σας ικανοποιητικά. Αντίθετα η σοβαρή επαναλαμβανόμενη παράβαση και παραγνώριση από μέρους σας των κανόνων εργασίας προκαλεί προβλήματα στην επιχείρηση όπου εργάζεστε αλλά γενικότερα στην ομαλή λειτουργία της εταιρείας των πελατών μου. Επιστέγασμα της πιο πάνω συμπεριφοράς ήταν η διάπραξη από μέρους σας σοβαρού παραπτώματος. Συγκεκριμένα, στις 21/07/16 εγκαταλείψατε τον χώρο εργασίας σας, σε εργάσιμες ώρες, χωρίς καλό λόγο, και δεν επιστρέψατε μέχρι σήμερα. Η πιο πάνω συμπεριφορά και διάπραξη παραπτωμάτων από μέρους σας δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από μέρους της διεύθυνσης των πελατών μου και συνεπώς τίθεστε σε διαθεσιμότητα από σήμερα μέχρι την 01/08/
  5. Σας επισύρω την προσοχή ότι τέτοιες συμπεριφορές θέτουν σε σοβαρό προβληματισμό τη διεύθυνση των πελατών μου για συνέχιση της σχέσης εργοδότησης μεταξύ σας. Γι' αυτό καλείστε όπως στις 01/08/16 και ώρα 10:00 παρουσιαστείτε στην καφετέρια της εταιρείας στην Κ. Πάφο για να εξηγήσετε τους λόγους για τους οποίους προβήκατε στις πράξεις και τα παραπτώματα που σας αποδίδονται. Με εκτίμηση, ......... Κοινοποίηση: Επαρχιακό Γραφείο Εργασίας Πάφου (Φαξ: 26 821670)» Οι τότε δικηγόροι του Αιτητή απέστειλαν στους τότε δικηγόρους της Εργοδότριας Εταιρείας στις 27/07/2016 η ώρα 18:08 το ακόλουθο φωτοτηλεμήνυμα (Τεκμήριο 5) : «Αγαπητέ Συνάδελφε, Αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, και σε απάντηση της επιστολής σας που λάβαμε μέσω τηλεομοιότυπου στις 27/07/16, σας ενημερώνω για τα ακόλουθα: Τα γεγονότα τα οποία αναφέρετε στην επιστολή σας δεν γίνονται αποδεκτά από τον πελάτη μας. Ο χρόνος κατά τον οποίο αποστείλατε την σχετική επιστολή, μετά την επίδοση προειδοποιητικής επιστολής στους πελάτες σας η οποία έλαβε χώρα αυθημερόν, είναι το λιγότερο που μπορώ να πω ύποπτος. Ο πελάτης μας ως αντιλαμβάνεστε μετά την συμπεριφορά των πελατών σας, η οποία συνεχίζεται και μετά τον τερματισμό της εργοδότησης του με την χρησιμοποίηση εκ των υστέρων, θεωριών περί δήθεν διαθεσιμότητας του, δεν επιθυμεί να συνεχιστεί η εργοδότηση του από τους πελάτες σας. Ο πελάτης μας ενημέρωσε το Επαρχιακό Γραφείο Εργασίας Πάφου αυθημερόν, ήτοι στις 21/07/16 για τον παράνομο τερματισμό της εργοδότησης του από τους πελάτες σας. Εάν οι πελάτες σας επιθυμούν να βρεθεί λύση στο όλο θέμα, ο πελάτης μας είναι πρόθυμος να συζητήσει, βάση των όσων αναφέρονται στην επιστολή του ημερομηνίας 27/07/
  6. Σε ευχαριστώ εκ' των προτέρων για την συνεργασία. Συναδελφικά, ..........» Η Εργοδότρια Εταιρεία κατέβαλε στον Αιτητή όλα τα δεδουλευμένα ωφελήματά του μέχρι τις 21/07/2016 και ο Αιτητής υπέγραψε σχετική βεβαίωση στις 26/08/
  7. Ο Αιτητής στους γενικούς λόγους της αίτησής του ισχυρίζεται ότι η Εργοδότρια Εταιρεία στις 21/07/2016 προφορικώς τερμάτισε την απασχόλησή του, απροειδοποίητα, χωρίς λόγο και αιτία. Στη βάση των πιο πάνω αξιώνει αποζημίωση λόγω παράνομου τερματισμού της απασχόλησής του, πληρωμή αντί προειδοποίησης, νόμιμους τόκους, δικηγορικά έξοδα πλέον Φ.Π.Α.. Η Εργοδότρια Εταιρεία, με τους γενικούς λόγους της έγγραφου εμφάνισής της, απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις ισχυριζόμενη ότι ουδέποτε τερμάτισε η ίδια την απασχόληση του Αιτητή και/ή ότι ήταν ο Αιτητής που τερμάτισε την εργοδότησή του σε αυτήν αφού στις 21/07/2016 ο Αιτητής εγκατάλειψε τον χώρο εργασίας του σε εργάσιμες ώρες χωρίς καλό λόγο και/ή χωρίς προηγουμένως να την ενημερώσει και/ή να εξασφαλίσει την έγκρισή της και δεν επανήλθε στην εργασία του. Ότι ο Αιτητής αρνήθηκε να επιστρέψει στην εργασία του παρά τις προειδοποιήσεις και/ή την επιστολή της προς αυτόν. Ως εκ τούτου αιτείται απόρριψη της αίτησης με έξοδα υπέρ της και εις βάρος του Αιτητή. Βάρος Απόδειξης Στις περιπτώσεις που ο εργοδοτούμενος απολύεται από τον εργοδότη, το άρθρο 6

(1)του Περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμου του 1967, Ν.24/67 (ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα) («ο Νόμος») καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτουμένου σύμφωνα με το οποίο ο τερματισμός της απασχόλησής του τεκμαίρεται μέχρι αποδείξεως του εναντίου ως μη γενόμενος για τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 5 του Νόμου. Δηλαδή, ο εργοδότης φέρει το βάρος απόδειξης του δικαιολογημένου της απόφασής του για απόλυση εντός των πλαισίων του Νόμου. Στις περιπτώσεις που ο εργοδοτούμενος αποχωρεί από την εργασία του λόγω διαγωγής του εργοδότη, τότε σύμφωνα με τις παραγράφους
(1)και
(2)του άρθρου 7 του Νόμου[1], ο εργοδοτούμενος είναι αυτός που φέρει το βάρος απόδειξης ότι τερμάτισε νόμιμα την απασχόλησή του. Στις περιπτώσεις που ο εργοδότης αμφισβητεί τον τερματισμό της απασχόλησης εκ μέρους του, τότε ο εργοδοτούμενος έχει το βάρος να αποδείξει ότι υπήρξε τερματισμός της απασχόλησής του[2]. Στην παρούσα αίτηση εργατικής διαφοράς ενόψει των ισχυρισμών της Εργοδότριας Εταιρείας ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε από μόνος του την εργασία του, ο Αιτητής έχει το βάρος να αποδείξει ότι η Εργοδότρια Εταιρεία τερμάτισε μονομερώς την απασχόλησή του. Λόγω της προβαλλόμενης από την Εργοδότρια Εταιρεία θέσης, ο Αιτητής είναι αυτός που κλήθηκε πρώτος να παρουσιάσει την υπόθεσή του και να αποδείξει ότι η διακοπή της εργοδότησής του ήταν το αποτέλεσμα του μονομερούς τερματισμού της απασχόλησής του από την Εργοδότρια Εταιρεία. Προς απόδειξη της υπόθεσης του Αιτητή κατέθεσε ενόρκως ενώπιόν μας ο ίδιος και η κα Κλαίρη Παναγιώτου, Λειτουργός Εργασιακών Σχέσεων στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων στην Πάφο. Για την Εργοδότρια Εταιρεία έδωσε μαρτυρία ο Διευθυντής της κ. Μιχάλης Χαραλαμπίδης. Μαρτυρία Ο Αιτητής καταθέτοντας ανέφερε ότι στις 21/07/2016 η Εργοδότρια Εταιρεία τερμάτισε την απασχόλησή του απροειδοποίητα άνευ λόγου και αιτίας καθότι ως του ανέφερε η Διευθύντρια της Εργοδότριας Εταιρείας, κα Αθηνά Χαραλαμπίδου, η επιχείρησή της δεν πηγαίνει καλά και ότι αυτός ευθύνεται για την καταστροφή της επιχείρησής της. Ανέφερε ότι προέβηκε σε καταγγελία στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασίας Πάφου για τον τερματισμό της απασχόλησής του από την Εργοδότρια Εταιρεία και ακολούθως απευθύνθηκε σε δικηγόρο ο οποίος απέστειλε στην Εργοδότρια Εταιρεία το Τεκμήριο
  1. Ήταν η θέση του ότι η Εργοδότρια Εταιρεία στις 27/07/2016 απέστειλε μέσω των δικηγόρων της στους δικηγόρους του το Τεκμήριο 4 στο οποίο αναγράφονταν γεγονότα τα οποία δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Ότι οι δικηγόροι του απάντησαν στο Τεκμήριο 4 με το Τεκμήριο
  2. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι στις 21/07/2016 μόλις αφίχθηκε στην εργασία του η ώρα 05.00 μ.μ. κλήθηκε σε συνάντηση από τους Διευθυντές της Εργοδότριας Εταιρείας, κα Αθηνά Χαραλαμπίδου και κ. Μιχάλη Χαραλαμπίδη. Ότι στην εν λόγω συνάντηση παρόντες ήταν αυτός, οι δύο Διευθυντές της Εργοδότριας Εταιρείας και δύο εργοδοτούμενες στην Εργοδότρια Εταιρεία, η κα Βέρα Πόποβα και η κα Τατιάνα. Σε ερώτηση κατά πόσον στις 20/07/2016 συνέβηκε κάποιο περιστατικό μεταξύ αυτού και της κας Πόποβα απάντησε ότι στις 20/07/2016 είχε κάνει ένα παράπονο στην κα Πόποβα σε σχέση με τον τρόπο που εργαζόταν, όχι επίπληξη, αλλά η κα Πόποβα απέρριψε το παράπονό του. Ισχυρίστηκε ότι δεν γνωρίζει τι είπε η κα Πόποβα στους Διευθυντές της Εργοδότριας Εταιρείας μετά το περιστατικό σε σχέση με το εν λόγω περιστατικό αλλά σημείωσε ότι φαντάζεται ότι κάτι θα τους είπε σχετικά με το περιστατικό που έλαβε χώρα στις 20/07/
  3. Είπε ότι η συνάντηση στις 21/07/2016 έγινε για να ξεκαθαριστεί η διαφωνία που είχε αυτός με την κα Πόποβα. Υποστήριξε ότι κατά την εν λόγω συνάντηση μιλούσε μόνο η κα Αθηνά Χαραλαμπίδου η οποία τον κατηγορούσε για όλες τις αντιξοότητες που αντιμετώπιζε η επιχείρησή της λέγοντας του ότι είναι ένας άχρηστος ο οποίος της κατέστρεψε την επιχείρησή της. Ότι όταν αυτός την ρώτησε για ποιο λόγο το λέει αυτό τη στιγμή που τον απασχολεί για 11 χρόνια, αυτή του απάντησε ότι δεν τον θέλει εκεί και να σηκωθεί να φύγει. Απέρριψε υποβολή ότι ο σκοπός της συνάντησης στις 21/07/2016 ήταν η επίλυση της παρεξήγησης που είχε με την κα Πόποβα. Περαιτέρω αρνήθηκε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία ετοίμασε νέο πρόγραμμα εργασίας ώστε να μην συμπίπτει το ωράριο εργασίας του με το ωράριο εργασίας της κας Πόποβα και είπε ότι κάτι τέτοιο δεν τέθηκε υπόψη του. Διαφώνησε με υποβολή ότι όταν του πρότειναν νέο πρόγραμμα εργασίας αυτός εγκατέλειψε την εργασία του και επανέλαβε ότι αυτός έφυγε από την εργασία του μετά που του είπαν ότι δεν τον θέλουν εκεί. Είπε ότι πήγε στο Γραφείο Εργασίας την επόμενη μέρα μετά τις 21/07/2016 καθότι όταν τον απέλυσαν στις 21/07/2016 ήταν η ώρα 05.00 μ.μ. και τότε ήταν κλειστό το Γραφείο Εργασίας. Ισχυρίστηκε ότι μέχρι το 2013 ήταν «όλα εντάξει» στην εργασία του. Ότι από το 2013 και μετά δεχόταν πίεση να αποδεχθεί την κατάργηση του 13ου μισθού και ότι πιστεύει ότι αυτός είναι ένας από τους λόγους που τον απέλυσαν αφού ο κ. Μιχάλης Χαραλαμπίδης του ανέφερε ότι αν δεν αποδεχτεί την κατάργηση του 13ου μισθού του τότε θα αναγκαστεί να τον απολύσει. Σε ερώτηση γιατί δεν απάντησε στο Τεκμήριο 4, προέβαλε τη θέση ότι όταν το παρέλαβε είχε ήδη μιλήσει με δικηγόρο και ότι μετά που τον αποκάλεσαν άχρηστο δεν είχε καμία όρεξη να συνεχίσει να εργάζεται σε αυτή την επιχείρηση. Ανέφερε ότι βρήκε νέα εργασία στις 29/07/2016 στα Κούκλια στην οποία λάμβανε τον ίδιο μισθό με αυτόν που έπαιρνε στην Εργοδότρια Εταιρεία. Επέμενε ότι δεν εγκατέλειψε από μόνος του την εργασία του στις 21/07/
  4. Δεύτερη μάρτυρας για τον Αιτητή ήταν η κα Κλαίρη Παναγιώτου. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 το έντυπο υποβολής παραπόνου το οποίο υπέβαλε ο Αιτητής στις 22/07/2016 στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων στο οποίο ο Αιτητής ανέγραψε ότι στις 21/07/2016 η Εργοδότρια Εταιρεία τον απέλυσε χωρίς προειδοποίηση και χωρίς ουσιαστικό λόγο. Ανέφερε ότι αυτή έλαβε το παράπονο του Αιτητή στις 22/07/
  5. Αντεξεταζόμενη είπε (α) ότι ο Αιτητής τον Αύγουστο του 2016 την ενημέρωσε ότι αποτάθηκε σε δικηγόρους για το θέμα του ισχυρισμού του για παράνομο τερματισμό της απασχόλησής του, (β) ότι το συγκεκριμένο παράπονο που υπέβαλε ο Αιτητής στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων δεν εξετάστηκε από το εν λόγω Τμήμα και (γ) ότι το εν λόγω παράπονο που υπέβαλε ο Αιτητής δεν κοινοποιήθηκε στην Εργοδότρια Εταιρεία. Ο κ. Μιχάλης Χαραλαμπίδης κατέθεσε ότι στις 20/07/2016 ο Αιτητής εξύβρισε εντός της καφετέριας τη συνάδελφο του, κα Πόποβα, η οποία αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την εργασία της. Ότι ζητήθηκε από την κα Πόποβα να προσέλθει στην καφετέρια στις 21/07/2016 η ώρα 05.00 μ.μ. όπου θα ήταν παρών και ο Αιτητής για να εξηγήσουν και οι δύο τους στους Διευθυντές της Εργοδότριας Εταιρείας τι έγινε την προηγούμενη μέρα. Ότι κατά την εν λόγω συνάντηση παρόντες ήταν η κα Angela Politova, ο κ. Άλικ Καρυπίδης, η κα Πόποβα, ο Αιτητής, αυτός και η κα Αθηνά Χαραλαμπίδου. Ισχυρίστηκε ότι η κα Πόποβα τους είπε ότι δεν μπορεί να εργάζεται με τον Αιτητή λόγω του συμβάντος που έλαβε χώρα στις 20/07/2016 και ότι θα παραιτείτο. Ότι επειδή η Εργοδότρια Εταιρεία δεν μπορούσε να χάσει κάποιον από τους δύο στη μέση της καλοκαιρινής περιόδου, αυτός και η κα Αθηνά Χαραλαμπίδου εισηγήθηκαν να γίνει νέο πρόγραμμα ώστε να μην συμπίπτουν τα ωράρια εργασίας της κας Πόποβα με τον Αιτητή και η κα Πόποβα συμφώνησε. Ότι λίγο αργότερα ετοιμάστηκε, με τη βοήθεια του κ. Καρυπίδη, νέο πρόγραμμα εργασίας. Ότι ο κ. Καρυπίδης στάληκε να δείξει το πρόγραμμα στον Αιτητή. Ότι τότε ο Αιτητής είπε στον κ. Καρυπίδη ότι δεν τον ενδιαφέρει το πρόγραμμα και εγκατέλειψε την εργασία του εν ώρα εργασίας. Υποστήριξε ότι ουδείς απέλυσε τον Αιτητή και ουδείς του είπε οτιδήποτε που να μπορεί να θεωρηθεί ως απόλυση. Ότι ο Αιτητής δεν προσήλθε στην εργασία του την επόμενη μέρα και δεν απάντησε στις τηλεφωνικές κλήσεις των Διευθυντών της Εργοδότριας Εταιρείας. Ήταν η θέση του ότι απέστειλε τις σημειώσεις του στον τότε δικηγόρο της Εργοδότριας Εταιρείας ο οποίος ετοίμασε πρακτικό (Τεκμήριο 7) στο οποίο αναγράφονταν όσα έλαβαν χώρα στη συνάντηση στην καφετέρια στις 21/07/
  6. Ότι στο εν λόγω πρακτικό έθεσαν τις υπογραφές τους όσοι ήταν παρόντες στη συνάντηση στις 21/07/2016 επιβεβαιώνοντας το περιεχόμενό του. Υποστήριξε ότι στις 25/07/2016 η Εργοδότρια Εταιρεία απέστειλε μέσω του δικηγόρου της επιστολή στον Αιτητή, με κοινοποίηση στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασίας Πάφου, με την οποία τον καλούσαν να παρουσιαστεί στην εργασία του την 01/08/2016 και να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε την εργασία του εν ώρα εργασίας και δεν επέστρεψε ποτέ ξανά. Ότι εκ παραδρομής οι δικηγόροι της Εργοδότριας Εταιρείας ανέγραψαν στην εν λόγω επιστολή ως διεύθυνση του Αιτητή την Πάνω Ακορδάλεια αντί την Πάνω Αρχιμανδρίτα και ως εκ τούτου η επιστολή επιστράφηκε πίσω και αποστάληκε ξανά στις 26/07/
  7. Κατέθεσε (α) ως Τεκμήριο 8 επιστολή με πανομοιότυπο περιεχόμενο με αυτό του Τεκμηρίου 4 με μόνη διαφορά την αναγραφή στο Τεκμήριο 8 της Πάνω Ακορδάλειας ως διεύθυνσης του Αιτητή και όχι της Πάνω Αρχιμανδρίτας όπως αναγράφεται στο Τεκμήριο 4 και (β) ως Τεκμήριο 9 πανομοιότυπη επιστολή με το Τεκμήριο 4 η οποία συνοδεύεται από ένα αντίγραφο σημείωσης του Τμήματος Ταχυδρομικών Υπηρεσιών. Υποστήριξε ότι το Τεκμήριο 3 αποτελεί προϊόν εκ των υστέρων σκέψεων του Αιτητή και ότι το περιεχόμενό του δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής στις 21/07/2016 παραδέχθηκε ότι εξύβρισε την κα Πόποβα στις 20/07/2016 αφού κατά τη συνάντηση που έγινε στις 21/07/2016 μετά που η κα Πόποβα ανέφερε το παράπονό της, ο Αιτητής της είπε ότι «και λίγα σου είπα». Ισχυρίστηκε ότι κατά την εν λόγω συνάντηση, η οποία αρχικά έγινε στον χώρο της καφετέριας, ο Αιτητής και η κα Πόποβα άρχισαν να λογομαχούν και ότι επειδή τους άκουγαν οι πελάτες τους ζητήθηκε να ανεβούν στο πατάρι για να συνεχίσουν τη συζήτηση χωρίς να τους ακούνε οι πελάτες. Είπε ότι όταν ανέβηκαν στο πατάρι, η κα Πόποβα είπε ότι ήθελε να παραιτηθεί και τότε αυτός και η κα Αθηνά Χαραλαμπίδου της πρότειναν να αλλάξει το πρόγραμμα εργασίας του ώστε να μην δουλεύει τις ίδιες ώρες με τον Αιτητή. Ότι αυτή αποδέχθηκε την εν λόγω πρόταση. Ότι αυτοί είπαν στον Αιτητή να κατεβεί κάτω και να αναλάβει το μπαρ. Ότι αυτός στη συνέχεια με τη βοήθεια του κ. Καρυπίδη άλλαξε το πρόγραμμα εργασίας ώστε να μην εργάζονται μαζί ο Αιτητής με την κα Πόποβα. Ότι όταν ετοιμάστηκε το νέο πρόγραμμα εργασίας ο κ. Καρυπίδης πήγε να το δείξει στον Αιτητή και ο Αιτητής του είπε «δεν με ενδιαφέρει ούτε το πρόγραμμα ούτε εσείς» και σηκώθηκε και έφυγε από την καφετέρια. Σημείωσε ότι όταν κατά τη συζήτηση πάνω στο πατάρι ανάφεραν την αλλαγή του προγράμματος, ο Αιτητής δεν είπε τίποτα και περαιτέρω, ότι ο Αιτητής δεν τους απάντησε για ποιο λόγο εξύβρισε την κα Πόποβα. Επέμενε ότι δεν έδιωξαν τον Αιτητή καθότι δεν είχαν την πολυτέλεια τον Ιούλιο να διώξουν ένα από τους δύο μπάρμεν τους. Νομική Πτυχή Μια εργασιακή σχέση μπορεί να τερματιστεί από τα μέρη της (α) με την απόλυση του εργοδοτουμένου από τον εργοδότη, (β) με την παραίτηση του εργοδοτουμένου από την εργασία του και (γ) μετά από συμφωνία μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτουμένου. Ο μονομερής τερματισμός της εργασιακής σχέσης, είτε από τον εργοδότη είτε από τον εργοδοτούμενο, ασκείται με μονομερή δήλωση βούλησης η οποία μπορεί να εκδηλωθεί με οποιοδήποτε τρόπο γραπτά, προφορικά ή σιωπηρά αρκεί να προκύπτει από αυτή σαφώς και χωρίς αμφιβολία η βούληση του εργοδότη ή του εργοδοτουμένου να τερματίσει την εργασιακή σχέση. Στις περιπτώσεις που ο τερματισμός της εργασιακής σχέσης δεν οφείλεται σε μονομερή καταγγελία της σχέσης από τον εργοδότη ή τον εργοδοτούμενο αλλά είναι το αποτέλεσμα συμφωνίας μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτουμένου τότε δεν υπάρχει απόλυση/τερματισμός της εργασιακής σχέσης που να καλύπτεται από τις πρόνοιες του Νόμου. Ούτε μπορεί ο τερματισμός να θεωρηθεί ότι οφείλεται σε υποβολή οικειοθελούς παραίτησης από τον εργοδοτούμενο[3]. Θεωρείται ότι υπήρξε συναινετική λύση της εργασιακής σχέσης. Σύμφωνα με τις αρχές του εργατικού δικαίου και της νομολογίας, η υποβολή παραίτησης από τον εργοδοτούμενο συνιστά οικειοθελή αποχώρηση στις περιπτώσεις που υποβάλλεται με την ελεύθερη βούληση του εργοδοτουμένου χωρίς την εξάσκηση οποιασδήποτε πίεσης ή απειλής από την εργοδοτική πλευρά[4]. Στις περιπτώσεις που ο εργοδοτούμενος παραιτείται οικειοθελώς από την εργασία του, ο εργοδοτούμενος δεν καλύπτεται από τις προστατευτικές διατάξεις του Νόμου και δεν δικαιούται αποζημιώσεις. Όταν αμφισβητείται από τους διαδίκους ο τρόπος τερματισμού της εργασιακής σχέσης, το ζήτημα κατά πόσον ένας εργοδοτούμενος έχει παραιτηθεί οικειοθελώς από την εργασία του ή έχει απολυθεί από τον εργοδότη του, είναι θέμα γεγονότων πάνω στα οποία το Δικαστήριο πρέπει να στηριχθεί για να αποφασίσει αφού σταθμίσει όλες τις περιβάλλουσες περιστάσεις. Όπως τέθηκε από τον Sir John Donaldson στην υπόθεση Martin v. Glynwed Distribution Ltd [1983] ICR 511: "Whatever the respective actions of the employer and the employee at the time when the contract of employment is terminated, at the end of the day the questions always remains the same, 'Who really ended the contract of employment?" Στις περιπτώσεις όπου αμφισβητείται ο τρόπος και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η εργασιακή σχέση και οι διάδικοι αποδίδουν στην αντίδικη πλευρά την ευθύνη για τον τερματισμό της εργασιακής σχέσης, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσον, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, οι φράσεις που λέχθηκαν και/ή η συμπεριφορά που εκδηλώθηκε τη δεδομένη στιγμή επιδέχονται ερμηνείας τέτοιας που να καταδεικνύεται πώς έγινε ο τερματισμός της εργασιακής σχέσης και ποιο από τα μέρη ευθύνεται για τον τερματισμό της εργασιακής σχέσης[5]. Δηλαδή κατά πόσον, τα γεγονότα της υπόθεσης καταδεικνύουν ότι ο εργοδοτούμενος αποχώρησε οικειοθελώς και/ή εγκατέλειψε την εργασία του από μόνος του (είτε ξεκάθαρα είτε εξυπακουόμενα[6]) ή ότι ο εργοδότης ήταν αυτός που απέλυσε τον εργοδοτούμενο. Σημειώνουμε ότι έχει σημασία πάντα κάτω από ποιες περιστάσεις λέχθηκαν κάποιες λέξεις ή φράσεις από τα εμπλεκόμενα μέρη και ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του τις περιβάλλουσες περιστάσεις τόσο πριν όσο και μετά την κατ' ισχυρισμό δήλωση παραίτησης ή απόλυσης κατά την απόφανσή του κατά πόσον η επίδικη δήλωση συνιστά απόλυση ή παραίτηση[7]. Όταν δεν υπάρχουν γραπτά τεκμήρια τα οποία να δηλώνουν ρητά, αδιαμφισβήτητα και με σαφή τρόπο τον μονομερή τερματισμό της εργασιακής σχέσης από τη μια πλευρά ή την άλλη κατά τον ουσιώδη χρόνο και/ή η γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε ήταν ασαφής και διφορούμενη[8]
(1)η πρόθεση του προσώπου που χρησιμοποίησε αυτή τη γλώσσα και το πώς εξέλαβε κάποιος εργοδότης ή κάποιος εργοδοτούμενος τις διφορούμενες εκφράσεις υπό τις περιστάσεις είναι θέματα υποκειμενικά και δεν θεωρούνται ως σχετικοί παράγοντες και
(2)το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό και το ερώτημα είναι πώς ένας μέσος λογικός εργοδότης ή ένας λογικός εργοδοτούμενος υπό τις περιστάσεις θα μπορούσε να αντιληφθεί τί σημαίνουν οι λέξεις και οι εκφράσεις αυτές. Στις περιπτώσεις που η γλώσσα και οι φράσεις που χρησιμοποιήθηκαν είναι σαφείς και ξεκάθαρες ως προς το τι σημαίνουν τότε το Δικαστήριο δέχεται ότι οι εν λόγω φράσεις είχαν τη συνήθη γραμματική έννοια τους και καταλήγει στο ανάλογο εύρημα. Όμως σε κάποιες περιπτώσεις όταν υπάρχει κάτι στις περιβάλλουσες συνθήκες που δεικνύει ότι ήταν παράλογο για τον εργοδότη ή τον εργοδοτούμενο να αποδεχτεί τις φράσεις ως ειπώθηκαν τότε ο εργοδότης ή ο εργοδοτούμενος θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι όντως ο εργοδότης ή ο εργοδοτούμενος εννοούσε αυτά που έχει πει[9]. Στο σύγγραμμα Harvey on Industrial Relations and Employment Law, Lexis Nexis, December 2018, στην παράγραφο [248] συνοψίζονται οι σχετικές αρχές στο πιο κάτω απόσπασμα: "To sum up, the preponderance of authority in relation to ambiguous statements is in favour of the objective view, ie that the issue is how a reasonable listener would have construed the words used in all the circumstances of the case. In relation, however, to unambiguous statements, we seem to have a combined test - one starts from the subjective position that the speaker has to take the consequences of clear words being taken at face value, even if a reasonable listener might not have done so, but this is subject to an exception (or 'cautious reminder') if there are 'special circumstances' in which the words were uttered, in which case a more objective approach may be taken to see what was reasonably meant."[10] Στο σημείο αυτό σημειώνουμε ότι μια παραίτηση ή μια απόλυση από τη στιγμή που γίνουν, δεν μπορούν μονομερώς να ανακληθούν καθότι μετά τον τερματισμό της απασχόλησης τερματίζεται και η σχέση εργοδότη και εργοδοτουμένου η οποία δεν μπορεί να αναβιώσει εκτός με τη συγκατάθεση και τη συμφωνία και των δύο μερών (Α. Ιάσωνος Λτδ ν. Χρίστου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 703, Tanner v. Kean Ltd [1978] IRLR 110). Γι' αυτό τον λόγο τα γεγονότα που συνέβησαν μετά τις αμφισβητούμενες πράξεις θα πρέπει να εξεταστούν από το Δικαστήριο για να αποφανθεί κατά πόσον αποτελούν γεγονότα που επεξηγούν τις αμφισβητούμενες πράξεις ή κατά πόσον αντικατοπτρίζουν διαφοροποίηση και αλλαγή των προηγούμενων ενεργειών των εμπλεκομένων μερών. Ανάλυση Μαρτυρίας Αξιολογώντας τη μαρτυρία του Αιτητή σημειώνουμε ότι ο Αιτητής κατά την κυρίως εξέτασή του περιορίστηκε απλώς στο να αναφέρει ότι στις 21/07/2016 η Εργοδότρια Εταιρεία «τερμάτισε την εργοδότηση μου απροειδοποίητα άνευ λόγου και αιτίας, καθότι ως του ανέφερε η διευθύντρια της ..., είναι ότι η επιχείρηση δεν πηγαίνει καλά, και ότι εγώ ευθύνομαι για την καταστροφή της επιχείρησής της» χωρίς να μας αναφέρει με σαφήνεια και λεπτομέρεια τις συνθήκες κάτω από τις οποίες σύμφωνα με τον ισχυρισμό του η Εργοδότρια Εταιρεία τερμάτισε την απασχόλησή του. Παρατηρούμε ότι στην επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 27/07/2016 (Τεκμήριο 3) αναγράφεται κάτι διαφορετικό αφού σε αυτή αναγράφεται ότι η κα Χαραλαμπίδου τερμάτισε την εργοδότηση του Αιτητή «με δικαιολογία για δήθεν ανάρμοστη συμπεριφορά από πλευράς του». Κατά την αντεξέτασή του είπε ότι στις 21/07/2016 η κα Χαραλαμπίδου έκανε ένα μονόλογο με τον οποίο τον κατηγορούσε για όλες τις αντιξοότητες που αντιμετώπιζε η επιχείρησή της. Δεν μας ανέφερε ποιες ήταν αυτές οι αντιξοότητες για τις οποίες τον κατηγορούσε η κα Χαραλαμπίδου ότι ευθύνεται ούτε ποια ήταν συγκεκριμένα η ανάρμοστη συμπεριφορά που του αποδόθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία σύμφωνα με την αναφορά στην επιστολή του δικηγόρου του, γεγονός που μας προβληματίζει. Στη συνέχεια ανέφερε ότι η κα Χαραλαμπίδου του είπε ότι είναι ένας άχρηστος και ότι κατέστρεψε την επιχείρησή της και όταν την ρώτησε γιατί το λέει αυτό τη στιγμή που εργάζεται 11 χρόνια στην επιχείρησή της, αυτή του είπε ότι δεν τον θέλει εκεί και να σηκωθεί να φύγει. Μας φαίνεται παράξενο το γεγονός ότι χρειάστηκε να φτάσει στη μέση της αντεξέτασής του για να αναφέρει ότι η κα Χαραλαμπίδου στις 21/07/2016 του είπε να σηκωθεί να φύγει και ότι δεν τον θέλει εκεί και ότι όταν ρωτήθηκε πώς έγινε η κατ' ισχυρισμό απόλυσή του από την κα Χαραλαμπίδου απάντησε μόνο λέγοντας «προφορικά». Δεν μας ανέφερε πώς αντέδρασε αυτός στην πιο πάνω διαγωγή της κας Χαραλαμπίδου. Μας ξενίζει ιδιαίτερα το γεγονός ότι ενώ παραδέχτηκε ότι η συνάντηση στις 21/07/2016 έγινε λόγω του περιστατικού που έγινε στις 20/07/2016 μεταξύ αυτού και της κας Πόποβα, δεν αναφέρθηκε στο τι λέχθηκε σχετικά με το εν λόγω περιστατικό κατά την εν λόγω συνάντηση. Δεν μας φαίνεται φυσικό και λογικό το γεγονός ότι ο Αιτητής δεν μας ανέφερε με σαφήνεια και λεπτομέρεια το πώς εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα στις 21/07/2016 και περιοριζόταν στο να θέτει ενώπιόν μας με γενικότητα αναφορές που στήριζαν την εκδοχή του. Περαιτέρω παρατηρούμε ότι ο Αιτητής όταν ρωτήθηκε κατά πόσον η κα Πόποβα τον κατάγγειλε στην Εργοδότρια Εταιρεία για τη συμπεριφορά που επέδειξε προς το πρόσωπό του την προηγούμενη μέρα, απάντησε ότι δεν γνωρίζει τι έκανε η κα Πόποβα μετά το περιστατικό που έγινε στις 20/07/2016 αλλά φαντάζεται ότι κάτι είπε στην Εργοδότρια Εταιρεία, γεγονός που δεν συνάδει με την καταφατική απάντηση που έδωσε όταν ρωτήθηκε αν η συνάντηση στις 21/07/2016 έγινε για να ξεκαθαριστεί η διαφωνία που προέκυψε μεταξύ αυτού και της κας Πόποβα. Επίσης δεν μπορούμε να αντιληφθούμε πώς γίνεται το 2014 η κα Χαραλαμπίδου κλαίγοντας του ζήτησε να αποσύρει την παραίτησή του που είχε υποβάλει λέγοντας του ότι δεν υπάρχει δυνατότητα να βρουν κάποιο άλλο ικανό πρόσωπο να τον αντικαταστήσει και το 2016 να του μιλήσει με τον τρόπο που είπε ο Αιτητής ότι του μίλησε στις 21/07/2016 τη στιγμή που όπως ισχυρίστηκε ο Αιτητής ήταν υπόδειγμα υπαλλήλου. Όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει τα πιο πάνω, είπε ότι μετά το 2014 η κα Χαραλαμπίδου αποσύρθηκε από την διοίκηση της επιχείρησης και ότι ανέλαβε ο γιος της ο κ. Μιχάλης Χαραλαμπίδης ο οποίος του είπε πολλές φορές ότι αν δεν αποδεχτεί την κατάργηση του 13ου μισθού θα τον διώξει. Σε ερώτηση πότε έγιναν αυτές οι συζητήσεις με τον κ. Χαραλαμπίδη απάντησε ότι δεν θυμόταν. Δεν μας εξήγησε όμως για ποιο λόγο αφού η κα Αθηνά Χαραλαμπίδου αποσύρθηκε από την επιχείρηση από το 2014, δύο χρόνια μετά στις 21/07/2016 τον κατηγόρησε ότι της κατέστρεψε την επιχείρησή της και τον έδιωξε. Κρίνουμε ότι οι πιο πάνω αδυναμίες στη μαρτυρία του Αιτητή αποτελούν στοιχεία τα οποία θέτουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς το αξιόπιστο του Αιτητή και δεικνύουν, κατά την κρίση μας, ότι ο Αιτητής δεν έθεσε ενώπιόν μας τα γεγονότα στην πραγματική τους διάσταση. Όπως προκύπτει από τις νομικές αρχές που παραθέσαμε πιο πάνω, το Δικαστήριο για να είναι σε θέση να αποφανθεί κατά πόσον οι ισχυρισμοί ενός εργοδοτούμενου ότι απολύθηκε από τον εργοδότη του, όταν αυτοί αμφισβητούνται από τον εργοδότη ευσταθούν ή όχι και δεν υπάρχουν σαφή και ξεκάθαρα στοιχεία που να δεικνύουν τον τερματισμό της εργασιακής σχέσης από τον εργοδότη, θα πρέπει να έχει ενώπιόν του με σαφήνεια και επάρκεια όλες τις συνθήκες που περιβάλλουν το επίδικο γεγονός του τερματισμού της εργασιακής σχέσης. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης κρίνουμε ότι δεν μπορούμε να θεωρήσουμε την μαρτυρία του Αιτητή ως αξιόπιστη και ασφαλή βάση στην οποία μπορούμε να βασιστούμε για εξαγωγή ευρημάτων αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης και συνακόλουθα απορρίπτεται. Η κα Παναγιώτου απαντούσε με ευθύτητα και αμεσότητα σε όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν και έδωσε όλες τις επεξηγήσεις που της ζητήθηκαν κατά την αντεξέτασή της. Η θέση της σχετικά με το παράπονο του Αιτητή στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων επιβεβαιώνεται από το τεκμήριο που κατέθεσε. Κρίνεται πως πρόκειται για μάρτυρα η οποία δεν είχε προσωπικό συμφέρον από την υπόθεση και ότι μοναδικό σκοπό είχε να δώσει στο Δικαστήριο τα στοιχεία που βρίσκονταν σε γνώση της τόσο άμεσα και προσωπικά όσο και εξ' αιτίας της θέσης και των καθηκόντων της. Συνακόλουθα κρίνεται ως αξιόπιστη, η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή στο σύνολό της και προβαίνουμε στα ανάλογα ευρήματα γεγονότων. Σημειώνουμε ότι το γεγονός ότι ο Αιτητής στις 22/07/2016 μετέβηκε στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων στην Πάφο και υπέβαλε παράπονο στο οποίο αναγραφόταν ότι η Εργοδότρια Εταιρεία τερμάτισε την απασχόλησή του, δεν μπορεί από μόνο του (υπό το φως της απόρριψης της υπόλοιπης μαρτυρίας που προσκόμισε ο Αιτητής), να αποτελέσει υπόβαθρο στο οποίο να βασιστούμε και να εξάγουμε το εύρημα ότι η Εργοδότρια Εταιρεία όντως τερμάτισε την απασχόλησή του Αιτητή στις 21/07/2016, ως ισχυρίζεται ο Αιτητής, καθότι
(1)στο εν λόγω παράπονο δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες των συνθηκών κάτω από τις οποίες έγινε η κατ' ισχυρισμό του Αιτητή απόλυσή του,
(2)το εν λόγω παράπονο δεν κοινοποιήθηκε στην Εργοδότρια Εταιρεία κατά τον ουσιώδη χρόνο ώστε να προβάλει τις θέσεις της κατά τον ουσιώδη χρόνο, και
(3)το εν λόγω παράπονο δεν εξετάστηκε επί της ουσίας του από το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων. Αξιολογώντας τη μαρτυρία που προσκόμισε η Εργοδότρια Εταιρεία παρατηρούμε κατ' αρχάς ότι η κα Αθηνά Χαραλαμπίδου στην οποία αποδίδεται η πράξη απόλυσης του Αιτητή δεν προσήλθε στο Δικαστήριο να καταθέσει χωρίς να μας δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία, γεγονός που μας ξενίζει. Περαιτέρω δεν προσήλθε στο Δικαστήριο ως μάρτυρας οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο πέραν του κ. Μιχάλη Χαραλαμπίδη από τα πρόσωπα που φαίνονται να υπογράφουν το Τεκμήριο 7 (το πρακτικό που αφορά τη συνάντηση στην καφετέρια στις 21/07/2016) για να επιβεβαιώσει ότι όντως υπέγραψε το εν λόγω έγγραφο και ότι το περιεχόμενό του ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και/ή αντανακλά την όλη εικόνα των περιστατικών που έλαβαν χώρα στις 21/07/2016, χωρίς να προβληθεί οποιοσδήποτε λόγος για την μη κλήση των προσώπων που φέρονται να υπόγραψαν το Τεκμήριο 7 στο Δικαστήριο. Σημειώνουμε ακόμη (α) ότι δεν τέθηκαν ενώπιόν μας με σαφήνεια και λεπτομέρεια οι συνθήκες κάτω από τις οποίες υπογράφηκε το εν λόγω έγγραφο από τα πρόσωπα που φέρεται να υπογράφουν το εν λόγω έγγραφο και (β) ότι στο εν λόγω έγγραφο δεν φαίνεται να είναι καταγραμμένα με λεπτομέρεια όλα τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στις 21/07/2016 αφού
(1)σε αυτό δεν καταγράφονται οι λεπτομέρειες των συζητήσεων που έλαβαν χώρα μεταξύ των εμπλεκομένων μερών στις 21/07/2016 και
(2)γεγονότα που ισχυρίστηκε ο κ. Χαραλαμπίδης κατά την αντεξέτασή του ότι έλαβαν χώρα κατά την εν λόγω συνάντηση όπως π.χ. κατά την εν λόγω συζήτηση (α) ο Αιτητής σε απάντηση της θέσης της κας Πόποβα ότι την εξύβρισε της είπε ότι «και λίγα σου είπα» και (β) αυτός και η κα Αθηνά Χαραλαμπίδου ρώτησαν τον Αιτητή γιατί εξύβρισε την κα Πόποβα και αυτός δεν τους απάντησε, δεν είναι καταγραμμένα στο εν λόγω έγγραφο. Είμαστε της γνώμης ότι λόγω των πιο πάνω δεν είναι ασφαλές να αποδεχτούμε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7 ως έγγραφο που υποστηρίζει/επιβεβαιώνει την εκδοχή που τέθηκε ενώπιόν μας με την μαρτυρία του κ. Χαραλαμπίδη (ή να προσδώσουμε σε αυτό την οποιαδήποτε βαρύτητα) ή να στηριχτούμε σε αυτό για την εξαγωγή ευρημάτων που στηρίζουν την εκδοχή που προβάλλει η Εργοδότρια Εταιρεία. Παρατηρούμε ότι ο κ. Χαραλαμπίδης κατά τη μαρτυρία του δεν μας ανέφερε σε τι συνίστατο η κατ' ισχυρισμό του εξύβριση της κας Πόποβα από τον Αιτητή στις 20/07/2016 και ότι στο Τεκμήριο 7 δεν αναφέρεται πώς και με ποιες λέξεις/φράσεις εξύβρισε ο Αιτητής την κα Πόποβα. Πέραν τούτου στις επιστολές των δικηγόρων της Εργοδότριας Εταιρείας προς τον Αιτητή ημερομηνίας 25/07/2016 και 26/07/2016 (Τεκμήρια 4, 8 και 9) δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε εξύβριση συναδέλφου και/ή ανάρμοστη συμπεριφορά του Αιτητή αλλά γενικά και αόριστα γίνεται αναφορά σε μη ικανοποιητική εκτέλεση των εργασιακών καθηκόντων του και παραγνώριση των κανόνων εργασίας του. Οι θέσεις που προέβαλε ο κ. Χαραλαμπίδης σχετικά (α) με την εξύβριση της κας Πόποβα από τον Αιτητή στις 20/07/2016, (β) με το πώς εξελίχθηκε η συζήτηση κατά τη συνάντηση στην καφετέρια στις 21/07/2016 η ώρα 05.00 μ.μ. και με το ποια πρόσωπα βρίσκονταν παρόντα κατά την εν λόγω συνάντηση/συζήτηση, (γ) με το πώς αποφασίστηκε η αλλαγή του προγράμματος εργασίας του Αιτητή και της κας Πόποβα και με ποιο τρόπο το νέο πρόγραμμα εργασίας κοινοποιήθηκε στον Αιτητή και (δ) με το ότι εκπρόσωποι της Εργοδότριας Εταιρείας τηλεφωνούσαν στον Αιτητή μετά που έφυγε από την εργασία του στις 21/07/2016 και αυτός δεν απαντούσε στις εν λόγω κλήσεις τους, δεν τέθηκαν στον Αιτητή κατά την αντεξέτασή του με αποτέλεσμα να μην δοθεί ευκαιρία στον Αιτητή να προβάλει τη δική του εκδοχή. Δεν δόθηκε οποιαδήποτε δικαιολογία για την παράλειψη της υποβολής των εν λόγω ουσιαστικών, για την εκδοχή της Εργοδότριας Εταιρείας, ισχυρισμών στον Αιτητή. Στον Αιτητή υποβλήθηκαν μόνο ορισμένες γενικές υποβολές σχετικά με τη συνάντηση στις 21/07/2016 για μερικά ζητήματα που αφορούσαν τη συνάντηση στις 21/07/2016. Καθοδηγούμενοι από τις αποφάσεις στις υποθέσεις Fredericou Schools Co Ltd v. Acuac Inc
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ 1527, Adidas v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 CLR 383, βρίσκουμε ότι το εν λόγω γεγονός εξασθενεί ουσιαστικά τη βαρύτητα των εν λόγω ισχυρισμών του κ. Χαραλαμπίδη. Αρνητική εντύπωση για την αξιοπιστία του κ. Χαραλαμπίδη μας δημιούργησε το γεγονός ότι ανέφερε για πρώτη φορά κατά την αντεξέτασή του ότι όταν ρώτησαν τον Αιτητή για ποιο λόγο εξύβρισε την κα Πόποβα και του ανέφεραν την πρόθεσή τους για αλλαγή του προγράμματος εργασίας αυτού και της κας Πόποβα αυτός δεν τους είπε τίποτα. Ενώ ισχυρίστηκε ότι το Τεκμήριο 8 στάληκε στον Αιτητή και στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασίας στις 25/07/2016 δεν κατέθεσε ενώπιόν μας οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο που να επιβεβαιώνει την εν λόγω θέση του (όπως π.χ. την απόδειξη αποστολής του φαξ στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασίας και το έντυπο των Ταχυδρομικών Υπηρεσιών που συμπληρώθηκε στις 25/07/2016 για την αποστολή της εν λόγω επιστολής). Σε ότι αφορά το Τεκμήριο 9 παρατηρούμε ότι αυτό δεν συνοδεύεται από σχετική απόδειξη αποστολής φαξ στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασίας στις 26/07/2016 και ότι το αντίγραφο του εντύπου των Ταχυδρομικών Υπηρεσιών που το συνοδεύει δεν φέρει οποιαδήποτε ημερομηνία. Περαιτέρω από το Τεκμήριο 4 προκύπτει ότι η επιστολή της Εργοδότριας Εταιρείας ημερομηνίας 26/07/2016 στάληκε στους δικηγόρους του Αιτητή στις 27/07/2016 η ώρα 16:47. Με το Τεκμήριο 5 οι δικηγόροι του Αιτητή απάντησαν στους δικηγόρους της Εργοδότριας Εταιρείας σημειώνοντας ότι η εν λόγω επιστολή τους αποστάληκε μετά την επίδοση της επιστολής τους (Τεκμήριο 3) στην Εργοδότρια Εταιρεία. Δεν τέθηκε ενώπιόν μας οποιαδήποτε απάντηση των δικηγόρων της Εργοδότριας Εταιρείας στην οποία να αναγράφεται ότι η Εργοδότρια Εταιρεία είχε ήδη αποστείλει επιστολή ταχυδρομικώς στον Αιτητή με κοινοποίηση (με φαξ) στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασίας από τις 25/07/2016. Ο κ. Χαραλαμπίδης δεν αναφέρθηκε κατά τη μαρτυρία του στις θέσεις που υπέβαλε ο δικηγόρος της Εργοδότριας Εταιρείας στον Αιτητή
(1)ότι ο Αιτητής συχνά έκανε παράπονα για την απόσταση της κατοικίας του από την καφετέρια της Εργοδότριας Εταιρείας,
(2)ότι το 2014 η Εργοδότρια Εταιρεία του απάντησε γραπτώς ότι σέβεται την απόφασή του να παραιτηθεί από την εργασία του και ότι αυτός μετά άλλαξε γνώμη και αποφάσισε να παραμείνει στην εργασία του και
(3)ότι το 2016 έφυγε από την εργασία του στην Εργοδότρια Εταιρεία γιατί είχε βρει άλλη εργασία, με αποτέλεσμα οι σχετικές υποβολές του δικηγόρου της Εργοδότριας Εταιρείας στον Αιτητή να παραμείνουν μετέωρες και αναπόδεικτες. Ούτε αντέκρουσε κατά τη μαρτυρία του τις θέσεις του Αιτητή ότι από το 2013 και μετά δεχόταν πιέσεις από αυτόν για να αποδεχτεί την κατάργηση της καταβολής του 13ου μισθού και ότι αυτός του είπε ότι αν δεν δεχτεί την κατάργηση του 13ου μισθού θα τον διώξει, γεγονός που μας φαίνεται παράξενο. Θεωρούμε ότι οι πιο πάνω αδυναμίες στη μαρτυρία του κ. Χαραλαμπίδη κλονίζουν την αξιοπιστία της εν λόγω μαρτυρίας. Συνακόλουθα κρίνουμε ότι η μαρτυρία του κ. Χαραλαμπίδη δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή ευρημάτων σχετικά με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Ως εκ τούτου η μαρτυρία του κ. Χαραλαμπίδη δεν γίνεται αποδεκτή. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι η κατάληξή μας ότι ο Αιτητής ο οποίος είχε το βάρος απόδειξης της υπόθεσής του, απέτυχε να αποδείξει, λόγω μη προσκόμισης αξιόπιστης και αποτελεσματικής μαρτυρίας, ότι η απασχόλησή του στην Εργοδότρια Εταιρεία τερματίστηκε μονομερώς από την Εργοδότρια Εταιρεία. Το γεγονός ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία από την Εργοδότρια Εταιρεία δεν έγινε αποδεχτή δεν προσθέτει στην αδυναμία της μαρτυρίας που προσκομίστηκε προς υποστήριξη της υπόθεσης του Αιτητή (Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας ν. Νέστωρα Χ'' Νέστωρος
(1990)1 C.L.R. 41, Paphos Stone C. Estates Ltd v. Μάκη Νεοπτολέμου, Πολ. Έφεση Αρ.361/2009 ημερ.03/07/2014). Καταλήγουμε ομόφωνα ότι ο Αιτητής απέτυχε να αποδείξει ότι στις 21/07/2016 η απασχόλησή του τερματίστηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία. Συνακόλουθα οι απαιτήσεις του Αιτητή για αποζημιώσεις λόγω παράνομης απόλυσής του και πληρωμής αντί προειδοποίησης απορρίπτονται. Κατάληξη Η αίτηση απορρίπτεται. Ενόψει του η μαρτυρία και των δύο πλευρών κρίθηκε ως αναξιόπιστη, δεν επιδικάζουμε έξοδα υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς[11]. (Υπ.) .............. Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής. (Υπ.) .............. (Υπ.) ........................................... Σ. Δελίτσικου, Μέλος Α. Αντωνίου, Μέλος ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] «7.
(1)Όταν ο εργοδοτούμενος νομίμως τερματίζη την απασχόλησιν του παρ΄ εργοδότη λόγω της διαγωγής του εργοδότη, τότε ο τερματισμός ούτως θεωρείται ως τερματισμός υπό του εργοδότου υπό την έννοια του άρθρου 3.
(2)Καθ΄ οιανδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαδικασίαν δυνάμει του παρόντος άρθρου τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ότι ο εργοδοτούμενος δεν ετερμάτισε την απασχόλησιν του νομίμως.» [2] Γιώργος Αριστείδου ν. R. K. Super Beton Ltd [1999] 1 Α.Α.Δ. 114, Επί τοις αφορώσι την αίτηση των Λούης Τούριστ Έϊτσενσυ Λτδ για έκδοση διατάγματος Certiorari [1990] 1 A.A.Δ. 315. [3] Στο σύγγραμμα D. Lockton, "Employment Law," 5th Edition, Palgrave Machillan Law Master στην σελ.242, αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: "If the parties mutually agree that the contract should come to an end, then neither party has ended the agreement and as such there will be no dismissal (employer termination) or resignation (employee termination)" Στο σύγγραμμα Ν. Μ. Selwyn, Selwyn's Laws of Employment, 14th edition, Oxford University Press, στην σελ.400, αναφέρονται τ' ακόλουθα: «Α consensual termination arises where the employment is terminated by mutual agreement and the reason for that agreement is generally irrelevant. Since there is no dismissal, no statutory rights ensue..The distinction between resignation and a termination by mutual agreement is that the former is a unilateral act by the employee, whereas the latter requires the consent of both parties, because otherwise there may be a breach of contract of one party». [4] Στις περιπτώσεις όπου η παραίτηση του εργοδοτούμενου είναι συνέπεια της επίδειξης συμπεριφοράς από τον εργοδότη που κλονίζει το απαραίτητο για τη συνέχιση της εργασιακής σχέσης κλίμα αμοιβαίας πίστης και εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου ή της ουσιώδους παράβασης των όρων εργασίας του εργοδοτούμενου από τον εργοδότη, τότε δεν θεωρείται ως οικειοθελής αποχώρηση αλλά ως εξαναγκασμός σε παραίτηση και συνιστά παράνομο τερματισμό της απασχόλησης από την πλευρά του εργοδότη. Βλέπε Elbee Co v. Efstathiou
(1989)1 CLR 448, Louis Tourist Agency v. Αντιγόνης Ηλία
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 98, Western Excavating (ECC) Ltd v. Sharp [1978] 2 ALL E.R. 713. [5] Στο σύγγραμμα Harvey on Industrial Relations and Employment Law, Lexis Nexis, December 2018, paragraph [225] αναφέρονται τα πιο κάτω: ".. the situation not infrequently arises where the employer uses language which he did not intend to constitute a dismissal but which the employee interpreted as a dismissal. Similarly, the reverse can occur, i.e the employee being treated by the employer as having resigned even though he had not meant to do so. Sometimes the employer merely intends to rebuke the employee, or he may use words of abuse in a moment of irritation, and yet the employee might construe them as words of dismissal. If the employee acts on the words used and leaves, this will be a dismissal if the words did indeed constitute a termination by the employer, but a resignation by the employee if they did not.." [6] Στο σύγγραμμα Ν. Μ. Selwyn, Selwyn's Laws of Employment, 14th edition, Oxford University Press, στην σελ.405, αναφέρονται τ' ακόλουθα: ".there may be circumstances of implied resignation or resignation by conduct. Thus, if an employee disappears, and does not respond to the employer's communications, or if it is discovered that is working for another employer, it may not be difficult to infer that he has resigned his employment. The point was made by Sir John Donaldson in Harrison v George Wimpey & Co Ltd 'Where an employee so conducts himself as to lead a reasonable employer to believe that the employee has terminated the contract, the contract is then terminated.' [7] Στο σύγγραμμα St. D. Anderman, The Law of Unfair Dismissal, 3rd Edition, Butterworths στις σελίδες 58-61 σημειώνονται τα πιο κάτω: "..there are cases in which the employer's actions in terminating the contract have been completely unambiguous...Similarly there are many cases where the employee has quite unambiguously resigned. Yet the circumstances of some cases raise a basic question as to who really terminated the contract.. in looking at the language used by an employee or an employer, employment tribunals have a wide discretion on the issue of what weight to give the circumstances in which the words are uttered.. Where however a statement is ambiguous, because it has been made in the heat of the moment or where the statement is clear but the context makes it ambiguous, the effect of the statement is a question of fact and the tribunal will be entitled to conclude that there is no real resignation. The test of how the other party understood the language must be objective, i.e. what the 'reasonable' employer or employee might have understood the words to mean." [8] Στο σύγγραμμα Harvey on Industrial Relations and Employment Law, Lexis Nexis, December 2018 paragraphs [229-230] αναφέρονται τα πιο κάτω: " Where the language used is ambiguous, what are the principles to apply in determining how the words should be interpreted?................ It is submitted that the following propositions can be drawn from these cases:
(1)The intention of the speaker is not the relevant test. ..As Arnold J commented in the case BG Gale Ltd v Gilbert [1978] ICR 1149: "It is of course well - known that the undisclosed intention of a person using language whether orally or in writing as to its intended meaning is not properly to be taken into account in concluding what tis true meaning is. That has to be decided from the language used and from the circumstances in which it was used." .... If the words used by the speaker are on their face ambiguous, then the test is how the words would have been understood by a reasonable listener. Provided the listener honestly and reasonably construed them as a dismissal or resignation, he or she should be permitted to rely upon that construction even if that was the intention of the speaker...it is submitted that the genuine understanding of the listener is not the test here, for why should his possibly unreasonable construction of the words bind the speaker? In other words, the test is objective rather than subjective and the question of whether or not there has been a dismissal or resignation must be considered in the light of all the surrounding circumstances....In [ J & J Stern v Simpson [1983] IRLR 52] the EAT preferred to state the test as being 'to construe the words in all the circumstances of the case in order to decide whether or not there has been a dismissal' rather than as being to apply an objective test to ambiguous words. But with respect, there would appear to be no distinction between these formulations: by focusing on the surrounding circumstances rather than seeking to discover the actual intention of the speaker or the honest understanding of the listener, an objective test is inevitably involved. This can be seen as confirmed in the East Kent Hospitals University NHS Foundation Trust v Levy, Appeal No. UKEAT/0232/17/LA where the EAT held that, although the claimant had given 'notice' to the employer had actually understood this to refer (as she had intended) to ending her work at department A before a mooted transfer to department B; In these rather unusual circumstances her wording was ambiguous and the tribunal had properly applied the objective test and held that this was what the employer has honestly and reasonably understood. Its belief was relevant evidence. But ultimately the test was objective." [9] Barclay v. City of Glasgow District Council [1983] IRLR 313, Sovereign House Security Services Ltd v. Savage [1989] IRLR 115, Kwit- Fit (GB) Ltd v. Lineham [1992] IRLR
  1. Στην υπόθεση Willoughby v. CF Capital [2012] ICR 1038 λέχθηκαν τα εξής:"The "rule" is that a notice of resignation or dismissal (whether oral or in writing) has effect according to the ordinary interpretation of its terms. Moreover, once such a notice is given it cannot be withdrawn except by consent. The "special circumstances" exception as explained and illustrated in the authorities is I consider, not strictly a true exception to the rule. It is rather in the nature of a cautionary reminder to the recipient of the notice that before accepting or otherwise acting upon it, the circumstances in which it is given may require him first to satisfy himself that the giver of the notice did in fact really intend what he had apparently said by it." [10] Στο σύγγραμμα Ν. Μ. Selwyn, Selwyn's Laws of Employment, 14th edition, Oxford University Press, στην σελ.405, αναφέρονται τ' ακόλουθα: "If an employee resigns, then (unless it is a constructive dismissal) he has not been dismissed. If the words used by the employee are clear and unambiguous (e.g. 'I am leaving, I want my cards') then there are no grounds for the employment tribunal to find that the words have a significance other than their plain meaning (BG Gale Ltd v Gilbert [1978] ICR1149). If the words are ambiguous, then the test is, what would a reasonable employer have understood by those words in that context (Tanner v Kean Ltd [1978] IRLR 110)." [11] Βλέπε Πολιτική Αίτηση αρ. 84/23 (i-justice), Αναφορικά με την τελική απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών στην υπόθεση υπ' αρ. 407/2015 και Αναφορικά με την αίτηση της εταιρείας Mavropoulos Construction Developments Ltd για άδεια καταχώρισης έφεσης για το θέμα των εξόδων, (Εφετείο) ημερομηνίας 21/12/
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.