Ν. Ν. ν. Ν. Ν., Αρ. Αίτησης: 143/99, 17/6/2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLEF:2005:9 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ Αρ. Αίτησης: 143/99 ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Α. Σεργίδη, Πρ. Μεταξύ: Ν. Ν., εκ Λευκωσίας, Αιτήτριας και Ν. Ν., εκ Λευκωσίας, Καθ΄ ου η Αίτηση ----------------------------------- Αίτηση ημερ. 28/4/05 του Καθ΄ ου η Αίτηση, Αιτητή στην εν λόγω Αίτηση ----------------------------------- 17 Ιουνίου 2005 Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση, Αιτητή: Ο ίδιος προσωπικά. Για την Αιτήτρια, Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Ανθή Χριστοφίδου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Καθ΄ ου η Αίτηση, Αιτητής στην προκείμενη αίτηση, εν τοις εφεξής ο Αιτητής, εξαιτείται τα ακόλουθα: «(α) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διατάτον την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 11/03/05 μέχρις εκδικάσεως της εφέσεως η οποία κατεχωρήθη την 11/04/2005. (β) Τα έξοδα της παρούσας αίτησης.» Η Αίτηση στηρίζεται στις ακόλουθες διατάξεις: «στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.35 Θ.18 και Δ.48 Θ.8
(1)(ee) και στις Συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.» Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αίτηση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Αιτητή, η οποία έχει ως ακολούθως: «Ο κάτωθι υπογεγραμμένος Ν. Ν. εκ Λευκωσίας, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
- Είμαι ο Καθ΄ ου η Αίτηση στην με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλον Αίτηση.
- Στις 11/03/2005 εξεδόθη απόφαση εναντίον μου όπως καταβάλω το ποσόν των Λ.Κ.41.000,- πλέον νόμιμο τόκο από 06/08/99, πλέον έξοδα και Φ.Π.Α. όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και όπως η ακίνητη και κινητή περιουσία που είναι εγγεγραμμένη επ΄ ονόματι μας θα παραμείνει επ΄ ονόματι μας ως έχει.
- Κατά την εξέλιξη της διαδικασίας η Αιτήτρια πέτυχε την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία μου απαγορεύεται η αποξένωση του ½ μεριδίου του διαμερίσματος επί της οδού [ ] 30 και του κτήματος μου με αρ. εγγραφής [ ], τεμ.[ ] Φ.Σχ.ΧΧΧΙΧ/22 στην [ ] εντός του οποίου ανήγειρα 2 αποθήκες εκτάσεως 8,362 δεκαρίων και η αξία του οποίου κατά την εκτίμηση του κ. Τ. εκτιμητή και μάρτυρα της Αιτήτριας ανέρχεται στο ποσόν των Λ.Κ.85.000,- μαζί δε με την αξία του ½ μεριδίου του ρηθέντος διαμερίσματος είναι πέραν των Λ.Κ.100.000,-
- Στις 11/04/2005 καταχώρησα έφεση κατά της πιο πάνω απόφασης και εξ΄ όσων δύναμαι να γνωρίζω και από νομική συμβουλή που έλαβα έχω καλή υπόθεση και μεγάλη πιθανότητα επιτυχίας.
- Στις 13/04/2005, 2 ημέρες μετά την καταχώρηση της έφεσης, η Αιτήτρια κατεχώρησε αίτηση δυνάμει της οποίας εξαιτείτο από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει την Τράπεζα Κύπρου Λτδ όπως, από οποιοδήποτε ποσόν που είναι πληρωτέο προς εμέ, ποσόν εκ Λ.Κ.41.000,- με τόκο προς 8% από 06/08/99 πλέον έξοδα και ΦΠΑ όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας πληρωθούν στην Αιτήτρια. Είναι ισχυρισμός μου ότι, η εν λόγω Αίτηση καταχωρήθηκε για εκδικητικούς και εκβιαστικούς λόγους και μόνο, μου επεδόθη δε στις 20/04/05 και ώρα 4:15 μ.μ. περίπου, δηλαδή 2 αντί 4 ημέρες πριν την ημερομηνία που ήταν ορισμένη και είναι ορισμένη για ακρόαση στις 10/05/
- Στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ διατηρώ 3 λογαριασμούς τόσον για τις προσωπικές μου όσο και και τις επαγγελματικές μου ανάγκες. Ο ένας λογαριασμός είναι τρεχούμενος και παρουσιάζει χρεωστικόν υπόλοιπον εκ Λ.Κ.161.52, ο έτερος είναι λογαριασμός με ειδοποίηση 90 ημερών και παρουσιάζει πιστωτικόν υπόλοιπον εκ Λ.Κ.47.841,- περίπου και ο άλλος είναι λογαριασμός εξωτερικού και παρουσιάζει πιστωτικόν υπόλοιπον εκ Λ.Κ.17.303 περίπου.
- Πιστεύω ότι, η αξία των κτημάτων μου που αναφέρονται στην παράγραφο 3 ανωτέρω παρέχουν επαρκή εγγύηση και εξασφάλιση της Αιτήτριας προς ικανοποίηση της απόφασης αν το αποτέλεσμα της έφεσης θα είναι υπέρ της και ότι δεν θα υποστή οποιαδήποτε ζημιάν και ουδένα κίνδυνο θα διατρέξει αν το αποτέλεσμα της έφεσης θα είναι εναντίον μου.
- Περαιτέρω πιστεύω ότι, σε περίπτωση μη αναστολής εκτέλεσης της απόφασης, οι συνέπειες τόσον προσωπικές όσο και επαγγελματικές θα είναι πλήρως καταστροφικές καθ΄ ότι έχω ανειλημμένες υποχρεώσεις μεταξύ των οποίων και Λ.Κ.6.000,- προς τον ΦΠΑ και αν δεν ανταποκριθώ θα αντιμετωπίσω τον κίνδυνο να καταχωρηθούν εναντίον μου ποινικές υποθέσεις με ορατόν τον κίνδυνον να μου επιβληθούν ποινές φυλάκισης.
- Πιστεύω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως εκδοθή το αιτούμενο διάταγμα, διότι σε περίπτωση μη έκδοσης του δεν θα μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη έστω και αν κερδίσω την έφεση.
- Για όλους τους πιο πάνω λόγους αιτούμαι την έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης.» Το παρόν Δικαστήριο έκρινε ότι η μονομερής αίτηση του Αιτητή θα έπρεπε να επιδοθεί στην Νότα Ντάγκλας, γι΄ αυτό και έδωσε οδηγίες για επίδοση της Αίτησης σ΄ αυτή. Η Αιτήτρια, Καθ΄ ης η Αίτηση στην υπό κρίσιν αίτηση, εν τοις εφεξής η Καθ΄ ης η Αίτηση, ενέστη καταχωρώντας ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως, ημερ.16/5/
- Η ένσταση στηρίζεται στις ακόλουθες διατάξεις: «[σ] τον Περί της Πρώτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμο 95/89 άρθρα 1 μέχρι 5, στο άρθρο 111 του Συντάγματος όπως έχει τροποποιηθεί, επί του Νόμου 232/91 που ρυθμίζει τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων άρθρα 2,13,14,15,16 και 17 όπως τροποποιήθηκε με τους νόμους 49(Ι)/95, 34(Ι)/96, 25(Ι)/98 άρθρα 14(Α),
(1),
(2),
(3), (Β)
(1)
(2), (Γ) και (Δ), στους Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Διαδικαστικούς Κανονισμούς (2/90) 1 μέχρι 12, στον Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμο 23/90 άρθρα 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 15, 16 και 18, ως έχουν τροποποιηθεί, στον Ν. 26
(1)/98 άρθρα 2, 11
(1),
(2), (ε),
(3), επί των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Διαταγή 48 θεσμοί 2-4, στον Κανονισμό 3/99, επί της πρακτικής, των γενικών και συμφυών Εξουσιών του Δικαστηρίου.» Όσον αφορά τα γεγονότα, η ένσταση στηρίζεται στην ένορκη δήλωση της Καθ΄ ης η Αίτηση, η οποία έχει ως εξής: «Εγώ η υπογεγραμμένη Ν. Ν. εκ Λευκωσίας, ορκίζομαι και λέγω τα εξής:
- Είμαι η αιτήτρια στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση και καθ΄ ης η αίτηση στην αίτηση του καθ΄ ου η Αίτηση ημ. 28/4/2005 με την οποία εξαιτείται διατάγματος του Σεβαστού Δικαστηρίου για αναστολή εκτελέσεως της εκδοθείσας απόφασης ημ. 11/3/2005, μέχρις εκδικάσεως της εφέσεως του ημ. 11/4/
- Ανέγνωσα την ένορκη δήλωση του κου Ν. Ν. ημερ. 28/4/2005, η οποία συνοδεύει την παρούσα αίτηση και αναφέρω ότι παραδέχομαι τους ισχυρισμούς των παραγράφων 1, 2 και 3 της ως άνω ενόρκου δηλώσεως του αιτητού, ως αληθείς.
- Επιπλέον αναφέρω τα εξής: Ο αιτητής αρνείται ετσιθελικά και αυθαίρετα να συμμορφωθεί με το περιεχόμενο της εκδοθείσης απόφασης ημ. 11/3/2005 και δεν υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη ότι ο κος Ντάγκλας θα πράξει τούτο.
- Αρνούμαι κατηγορηματικά το περιεχόμενο της παραγράφου 4 της ενόρκου δηλώσεως, το οποίο ουδόλως ανταποκρίνεται προς την αλήθεια. Δεν με απασχολεί η καταχώρηση της αιτήσεως ημ. 13/4/
- Είναι εμφανέστατο ότι από το περιεχόμενο της παραγράφου 6 ο αιτητής - καθ΄ ου η Αίτηση έχει τα απαιτούμενα ποσά κατατεθειμένα στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ για να μου καταβάλει τα οφειλόμενα ποσά.
- Εξ΄ όσων με συμβουλεύει η δικηγόρος μου η καταχώρηση εφέσεως δεν έχει και/ή δεν εξυπακούει αναστολή της εκδοθείσης απόφασης ημ. 11/3/2005, όθεν και εξαιτούμαι παρά του Σεβαστού Δικαστηρίου την απόρριψιν της παρούσας αιτήσεως ημ. 28/4/
- Είναι με έκπληξη που διαβάζω το περιεχόμενο της παραγράφου 8 της ενόρκου δηλώσεως καθότι κατά την ακροαματική διαδικασία της κυρίως αιτήσεως, ο καθ΄ ου η αίτηση δεν ανέφερε ότι χρωστά οποιαδήποτε ποσά. Εν πάση περιπτώσει το ποσό των ΛΚ6.000,00 που αναφέρει ότι οφείλει ως Φ.Π.Α. φαίνεται να είναι πολύ καθυστερημένο και/ή των τελευταίων ετών. Καλείται δε σε αυστηρήν απόδειξη των ισχυρισμών του.
- Είναι ο ισχυρισμός μου ότι ο αιτητής -στην παρούσα αίτηση- καθ΄ ου η αίτηση δεν έχει πρόθεση να συμμορφωθεί με το περιεχόμενο της απόφασης ημ. 11/3/2005 και τυχόν έγκριση της παρούσας αιτήσεως του θα έχει καταστροφικές συνέπειες για μένα με κίνδυνο να μην μου καταβληθούν ποτέ τα οφειλόμενα ποσά.
- Πάντα τα ανωτέρω εξ΄ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω είναι αληθή και ορθά.» Ο Αιτητής καταχώρησε δύο συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις, η μια ημερομηνίας 16/5/05 και η άλλη ημερομηνίας 23/5/05, χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν μπορώ να τις λάβω υπόψη μου. Ουδείς των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε από την άλλη πλευρά και η ακρόαση περιορίστηκε μόνο στις αγορεύσεις των δύο πλευρών. Oι αρχές που διέπουν το επίδικο θέμα έχουν αποκρυσταλλωθεί με σαφήνεια από την Κυπριακή νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αναφορά θα γίνει μόνο σε ορισμένες αποφάσεις από την πλούσια νομολογία που υπάρχει επί του θέματος. Η αναφορά που θα ακολουθήσει γίνεται ακολουθώντας την χρονολογική σειρά της έκδοσης των αποφάσεων. Το 1989, στην Παναγιώτα Νεοφύτου ν. Χρυσάνθης Δημητρίου, ημερομηνίας 3 Οκτωβρίου, 1988, Πολ. Εφ 7836 (μη δημοσιευθείσα), το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρει τα εξής: «Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αναστολή πρωτόδικης απόφασης εξαρτάται από το αποτέλεσμα της εξισορρόπησης δύο εξίσου σημαντικών παραγόντων για την απονομή της δικαιοσύνης. Την διασφάλιση, αφενός, του τελεσίδικου χαρακτήρα της πρωτόδικης απόφασης και της απόδοσης στον διάδικο που έχει επιτύχει τoν καρπóν της επιτυχίας του και την εξασφάλιση, αφετέρου, της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι αρχές αυτές καθώς και η νομολογία επεξηγούνται στην υπόθεση Ε.Y.R.I.K. and others v. Kotsonis. Ο συγκερασμός των δύο αρχών επιτυγχάνεται συνήθως με την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους στον ενάγοντα (εξ αποφάσεως δανειστή), όταν το αντικείμενο της απόφασης αποτιμάται σε χρήμα και την παράλληλη παροχή εγγύησης από τον εξ αποφάσεως δανειστή ότι θα επιστρέψει το αντικείμενο της απόφασης ή μέρος του ανάλογα.» Στην Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων,
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147, σελ 1150-1151, ο Έντιμος Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Γ. Μ. Πικής (όπως ήταν τότε), προσφυώς παρατηρεί τα ακόλουθα: «Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης. Η αναστολή μπορεί να εγκριθεί στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στο δικαστήριο από τη Δ.35 Θ.18. Η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης, αφενός, και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης, αφετέρου, συνιστούν τους κατεξοχήν παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει τη στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής, όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση δεν υφίστανται οι προϋποθέσεις για την προεξόφληση του αποτελέσματος της. Στο πλαίσιο της διαδικασίας για εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων των διαδίκων επισημαίνουμε τα εξής γεγονότα.» Τρία χρόνια αργότερα, στην ABP Hold Ltd κ.ά. v. Κιταλίδης κ.ά. (Αρ.1)
(1994), ΑΑΔ 287, 293-294, το Ανώτατο Δικαστήριο επί του ιδίου θέματος, αναφέρει τα εξής: «Η αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται με βάση δύο αρχές:-
- Ο διάδικος ο οποίος επιτυγχάνει δεν πρέπει να στερείται, χωρίς ουσιαστικό λόγο, του καρπού της επιτυχίας του.
- Το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο ασκείται δικαιωματικά, δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητάς του. [Βλ., μεταξύ άλλων, Gruno v. Ship 'Algazera'
(1980)1 C.L.R. 595· Essex Overseas v. Legent Shipping
(1981)1 C.L.R. 263· Phoenix v. Al Khalaf Exhibition
(1981)1 C.L.R. 673· Mavrochanna and Another v. Michael
(1984)1 C.L.R. 760· Charalambous v. Nicolaides & Neophytou
(1985)1 C.L.R. 737· Μέγας Χ"Ευαγγέλου v. Dorami Marine Limited και Άλλων,
(1991)1 Α.Α.Δ. 172, Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147].» Το 1997, οι ίδιες αρχές διακηρύσσονται στην Βογαζιανού v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας,
(1997)1 Α.Α.Δ. 591, 594-595, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρει τα εξής: «Δεν είναι πρόθεσή μας να σχολιάσουμε τους λόγους έφεσης για να συναγάγουμε συμπεράσματα που άπτονται του επίδικου θέματος. Δε χρειάζεται. Όπως επαναβεβαιώθηκε πρόσφατα στην απόφαση Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147, η πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης δεν είναι δεσπόζων και αποφασιστικός παράγων στην επίλυση ενός τέτοιου ζητήματος. Το ορθό κριτήριο για την παροχή δικαστικής αναστολής έγκειται στην εξισορρόπηση δύο παραγόντων. Πρώτον, της φυσιολογικής προσδοκίας του ενάγοντα να δρέψει άμεσα τους καρπούς της νίκης του στο δικαστικό αγώνα που διεξήγαγε. Και, δεύτερον, την ανάγκη η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης να μη χάσει τη σημασία της μένοντας χωρίς κανένα αντίκρυσμα: βλέπε I. Aristidou v. N. Aristidou
(1985)1 C.L.R. 649, Christofi and Others v. Iacovidou
(1985)1 C.L.R. 713, Charalambous v. Nicolaides & Neophytou
(1985)1 C.L.R. 737, Νεοφύτου ν. Δημητρίου
(1989)1 Α.Α.Δ. 592 και Π.Ε. 9033, ABP Holdings Ltd. και άλλος ν. Κιταλίδη και Άλλων, ημερ. 20/4/94. Οι οικονομικές δυσχέρειες του εξ αποφάσεως οφειλέτη να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από την απόφαση δεν μπορούν να προβληθούν ως λόγοι για τη χορήγηση αναστολής. Ιδιαίτερα στην προκείμενη περίπτωση που ο αιτητής διαθέτει και ακίνητη περιουσία. Αν γινόταν δεκτή αυτή η πρόταση ως θέμα αρχής τότε οι επιπτώσεις, ιδιαίτερα σε μακρούς δικαστικούς αγώνες, θα ήταν επικίνδυνα αρνητικές στην αποτελεσματική απονομή τη δικαιοσύνης. Από την άλλη πρέπει να λεχθεί ότι δεν τίθεται θέμα επιστροφής του ποσού της απόφασης, αν χάσει η Δημοκρατία.» Το επόμενο χρόνο, στην Παπακόκκινου ν. Glykys & Araouzos Ins. Ltd κ.α.
(1998), ΑΑΔ 513, 518, το Ανώτατο Δικαστήριο επαναλαμβάνει τις ίδιες αρχές: «Υπάρχει πληθώρα νομολογίας που έθεσε κριτήρια όταν αντιμετωπίζονται αιτήματα για αναστολή εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Σε μια τελευταία του απόφαση Βογαζιανός ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 591, το Εφετείο, συνοψίζοντας το φάσμα της νομολογίας, αναφέρει: 'Το ορθό κριτήριο για την παροχή δικαστικής αναστολής έγκειται στην εξισορρόπηση δύο παραγόντων. Πρώτον, της φυσιολογικής προσδοκίας του ενάγοντα να δρέψει άμεσα τους καρπούς της νίκης του στο δικαστικό αγώνα που διεξήγαγε. Και, δεύτερον, την ανάγκη η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης να μη χάσει τη σημασία της μένοντας χωρίς κανένα αντίκρυσμα.' Είναι σωστό πως δεν παρέχονται λεπτομέρειες του ισχυρισμού ότι η έφεση έχει καλές πιθανότητες να ευδοκιμήσει. Εντούτοις, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147, ο παράγων αυτός έχει, κατά κανόνα, οριακή σημασία.» Το ίδιο χρόνο στην υπόθεση Merck & Co Inc. κ.α. v. Midochemic Ltd
(1998), AAΔ.2184, 2187-2188, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρει πως η εγγενής εξουσία του Δικαστηρίου να διατάσσει αναστολή της διαδικασίας εξασκείται με φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις όταν συντρέχουν λόγοι οι οποίοι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία καθιστούν αναγκαία την αναστολή. Το σχετικό απόσπασμα που, παρόλο ότι αφορά αναστολή διαδικασίας, ωστόσο θα πρέπει να εφαρμόζεται και στην περιπτώσεις óπου το επίδικο θέμα είναι αναστολή της απόφασης, όπως η προκείμενη, είναι το εξής: «Η εγγενής εξουσία του Δικαστηρίου να διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας ή της εκδίκασης εκκρεμούσας αγωγής εξασκείται με φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδ., τόμος 47, σελ.323. Η κρατούσα πρακτική είναι ότι οι αγωγές δεν πρέπει να αναστέλλονται εκτός αν συντρέχουν λόγοι οι οποίοι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία καθιστούν αναγκαία την αναστολή. Βλ. The Municipality of Limassol v. Archbishop of Cyprus Chrysostomos and Another
(1981)1 C.L.R. 445 στη σελίδα 452. Στην Παπακόκκινου κ.α. ν. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 692 αναφέρεται: 'Κατ΄ αρχήν, σύμφωνα με το άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, αναστολή χωρεί σε σχέση μόνο με την εκτέλεση απόφασης όχι με τη συνέχιση της εξέλιξης της μη συμπληρωθείσας διαδικασίας. Το ίδιο, καθώς νομολογήθηκε, είναι το αποτέλεσμα και δυνάμει του κ.18 της Δ.35: βλ. Fotiou and another v. Petrolina Ltd
(1984)1 C.L.R. 708. In re E.S. (an infant)
(1986)1 C.L.R. 119 και Aftomata Eleourgia Lythrodonta Ltd v. Holy Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524. Η αναφορά στον εν λόγω κανονισμό σε '.. stay of . proceedings under the decision appealed from ..' δεν αποβλέπει στην αναστολή της ευρύτερης διαδικασίας από την οποία προέκυψε ενδιάμεση απόφαση αλλά μόνο της διαδικασίας που εκπορεύεται αυτοτελώς από απόφαση της οποίας σκοπείται η ικανοποίηση: παραδείγματα προσφέρονται από τον Πική, Δ. (όπως ήταν τότε) στην In re E.S. (an infant) (ανωτέρω).' Βλ. επίσης Αντζολέττα Χ"Ιωσήφ ν. Άννας Πετρίχου
(1998)1 Α.Α.Δ. 364.» Ας στραφούμε τώρα στα γεγονότα της προκείμενης υπόθεσης. Ο Αιτητής ισχυρίζεται στις §§ 3 και 7 της ένορκης δήλωσής του πως θα πρέπει να ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11/3/2005 γιατί ήδη ακίνητή του περιουσία, αξίας πέραν των £100.000, είναι δεσμευμένη με Διάταγμα του Δικαστηρίου στα πλαίσια της διαδικασίας με βάση την οποία εκδόθηκε η απόφαση ημερομηνίας 11/3/2005, με συνέπεια να μη διατρέχει κίνδυνο η Καθ΄ ης η Αίτηση αν το αποτέλεσμα της έφεσης θα είναι εναντίον του. Το επιχείρημα αυτό του Αιτητή καταρρίπτεται από τα εξής: Πρώτον, με την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11/3/2005, οποιοδήποτε προσωρινό Διάταγμα εκδόθηκε από το Δικαστήριο με το οποίο απαγορευόταν η αποξένωση και/ή επιβάρυνση περιουσίας του Αιτητή ακυρώνεται, έστω αν δεν έγιναν οι δέουσες ενέργειες στο Κτηματολόγιο για αποδέσμευση της περιουσίας. Δεύτερον, δεν έχω μαρτυρία ενώπιόν μου πως η ακίνητη περιουσία του Αιτητή, που κατά τη διάρκεια της δίκης βρισκόταν στο όνομά του, σήμερα εξακολουθεί να βρίσκεται στο όνομά του. Και τρίτον, δεν έχω μαρτυρία εμπειρογνώμονα για τη σημερινή αξία οποιασδήποτε ακίνητης περιουσίας του Αιτητή. Αντίθετα ο Αιτητής στην § 6 αναφέρει πως έχει αποταμιεύσεις στην Τράπεζα Κύπρου, συνολικού ύψους £65.144 πλέον τόκοι. Ο Αιτητής στην § 5 της ένορκης δήλωσής του ισχυρίζεται πως έγινε για εκδικητικούς και εκβιαστικούς λόγους η από την Καθ΄ ης η Αίτηση καταχώριση αίτησης δυνάμει της οποίας εξαιτείτο από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει την Τράπεζα Κύπρου όπως από τις καταθέσεις που έχει σ' αυτή πληρωθούν στην Καθ΄ ης η Αίτηση τα ποσά που διέταξε το Δικαστήριο στην απόφασή του ημερομηνίας 11/3/
- Ο πιο πάνω ισχυρισμός του Αιτητή είναι αόριστος, γενικός, αναιτιολόγητος, αβάσιμος και ανεδαφικός. Στην § 4 της ένορκής του δήλωσης, ο Αιτητής αναφέρει πως στις 11/4/2005 καταχώρισε έφεση εναντίον της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11/3/05, και εξ΄ όσων δύναται να γνωρίζει και από νομική συμβουλή που έλαβε, έχει καλή υπόθεση και μεγάλη πιθανότητα επιτυχίας. Έχει ήδη γίνει αναφορά στη νομολογία όσον αφορά το θέμα αυτό και ειδικότερα στο ότι οι προοπτικές της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες των περιπτώσεων, και μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα. Όμως ο Αιτητής παρέλειψε να επισυνάψει ως τεκμήριο αντίγραφο της Ειδοποίηση ΄Εφεσης για να μπορέσει το παρόν Δικαστήριο να κρίνει αν έχει καλή υπόθεση και μεγάλη πιθανότητα επιτυχίας. Ούτε καν αναφέρθηκε στους λόγους έφεσης. Αντίθετα δε ας σημειωθεί πως ο Αιτητής κατά την πρωτόδικη διαδικασία κρίθηκε από το Δικαστήριο ως αναξιόπιστος και το Εφετείο σπάνια παρεμβαίνει σε ευρήματα αξιοπιστίας μαρτύρων που γίνονται από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Στην § 8 της ένορκης δήλωσής του, ο Αιτητής ισχυρίζεται πως σε περίπτωση μη αναστολής εκτέλεσης της απόφασης, οι συνέπειες τόσο οι προσωπικές όσο και οι επαγγελματικές θα είναι πλήρως καταστρεπτικές για τον ίδιο καθ' ότι έχει ανειλημμένες υποχρεώσεις. Εκτός από το ότι ο ισχυρισμός αυτός του Αιτητή είναι αόριστος, γενικός και εντελώς ατεκμηρίωτος δεν μπορεί να ευδοκιμήσει ενόψει και του τι αναφέρθηκε στη Βογαζιανού, στην οποία έγινε αναφορά ανωτέρω, και ειδικότερα στο εξής: «Οι οικονομικές δυσχέρειες του εξ αποφάσεως οφειλέτη να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από την απόφαση δεν μπορούν να προβληθούν ως λόγοι για τη χορήγηση αναστολής.» Έχοντας λάβει υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, άσκησα την διακριτική μου εξουσία με βάση τις δύο αρχές και/ή παράγοντες που προβλέπει η νομολογία. Από την μια με προβλημάτισε πως η Καθ΄ ης η Αίτηση η οποία πέτυχε στην απόφαση ημερομηνίας 11/3/05, δεν θα πρέπει να στερηθεί χωρίς ουσιαστικό λόγο, του καρπού της επιτυχίας της. Από την άλλη με προβλημάτισε πως το ένδικο μέσο της έφεσης που καταχώρισε ο Αιτητής εναντίον της πιο πάνω απόφασης δεν πρέπει να χάσει την αποτελεσματικότητά του. Η εξισορρόπηση των πιο πάνω παραγόντων στην προκείμενη περίπτωση, μαζί με όλα όσα λέχθηκαν ανωτέρω, κλείνουν τη δικαστική πλάστιγγα εναντίον του να εγκριθεί η αιτούμενη θεραπεία και να δοθεί η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 11/3/
- Επειδή έκρινα τον Αιτητή αναξιόπιστο στη διαδικασία που οδήγησε στην απόφαση ημερομηνίας 11/3/05, δεν μπορώ να αποκλείσω το ενδεχόμενο πως ο κίνδυνος του πρώτου παράγοντα ανωτέρω δεν θα πραγματοποιηθεί, δηλαδή να στερηθεί η Καθ΄ ης η Αίτηση, χωρίς ουσιαστικό λόγο, τον καρπό της επιτυχίας της και μάλιστα μετά από τόσο μακρά δικαστική διαδικασία. Σε σχέση με τον παράγοντα αυτό υπογραμμίζω τις λέξεις «χωρίς ουσιαστικό λόγο», γιατί ο Αιτητής δεν με έπεισε πως έχει καλή υπόθεση στο Εφετείο. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει τρόπος για διασφάλιση του Αιτητή ως προς τον κίνδυνο του δεύτερου παράγοντα, δηλαδή για να διασφαλιστεί ο Αιτητής ως προς την αποτελεσματικότητα της έφεσής του. Θα πρέπει να σημειωθεί πως την ίδια ημέρα που έγινε η ακρόαση της προκείμενης αίτησης, όμως λίγο αργότερα χρονικά, έγινε και η ακρόαση της αίτησης της Καθ' ης η Αίτηση ημερομηνίας 13/4/
- Η απόφαση αυτή θα απαγγελθεί αμέσως μετά τη συμπλήρωση της απαγγελίας της προκείμενης απόφασης και είναι σχετική με την ικανοποίηση του δεύτερου αυτού παράγοντα. Εν κατακλείδι, στην προκείμενη περίπτωση δεν έχουν καταδειχθεί λόγοι οι οποίοι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία να καθιστούν αναγκαία την αναστολή. Για όλους τους ανωτέρω λόγους, η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ της Καθ΄ ης η Αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Γ. Α. Σεργίδης, Πρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο