← Κύπρος

Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως ν. Γ. Δ., Αρ. Αίτησης 116/04, 27/4/2005

Obsah (6)§ 29§ 8§ 12§ 26§ 28§ 11

Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως ν. Γ. Δ., Αρ. Αίτησης 116/04, 27/4/2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος

Ελλάδα, δηλαδή τον τόπο της συνήθους διαμονής του ανηλίκου.» Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η Αίτηση εκτίθενται

επισυνημμένη ένορκη δήλωση της κας Ιωάννας Αναστασιάδου, Διοικητικού Λειτουργού της Υπηρεσίας Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, τοποθετημένης στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως. Η Καθ' ης η Αίτηση ενέστη

Αίτηση, καταχωρώντας ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται ή ένσταση εκτίθενται στις επισυνημμένες ένορκες δηλώσεις της Γ. Δ., Καθ΄ ης η Αίτηση, Χ. Δ., μητέρας της Καθ' ης η Αίτηση, Μ. (Μ.) Σ., Κ. Π., Ά. Σ. και Κ Β. Μετά από άδεια του Δικαστηρίου ο Β. Σ. καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση, το ίδιο και η Καθ' ης η Αίτηση. Ο Β. Σ., η Γ. Δ., η Χ. Δ., η Μ. Σ. και ο Κ. Π. αντεξετάστηκαν επί των ενόρκων δηλώσεών τους. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ΄ ης η Αίτηση δήλωσε στο Δικαστήριο ότι δεν επιμένει να ληφθούν υπόψη οι ένορκες δηλώσεις των ενόρκως δηλούντων από την Ελλάδα, δηλαδή της Ά. Σ. και Κ. Β., ως επίσης και του Ε. Σ., θείου του πατέρα που καταχωρίστηκε μεταγενέστερα από τις άλλες ένορκες δηλώσεις με σκοπό να ανατρέψει ισχυρισμό του πατέρα που παρατίθεται

§ 29της ένορκης δήλωσής του.

Οι αγορεύσεις των δυο πλευρών ήταν μακρές και παρατέθηκε στο Δικαστήριο σωρεία αυθεντιών και από τις δυο πλευρές. Θα επικεντρωθώ μόνο στο τι θεωρώ ουσιώδες και επίδικο. Ο Β. Σ., Έλλην υπήκοος και η Γ. Δ., Κύπρια υπήκοος, τέλεσαν μεταξύ τους γάμο

Κύπρο στις [ ]. Από το γάμο τους απέκτησαν τον Ν.-Ν. Σ. στις [ ], που γεννήθηκε

Κύπρο. Και οι δυο γονείς εργάζονταν

Ελλάδα, ήταν όμως σκέψη και επιθυμία τους να εγκατασταθούν κάποτε

Κύπρο, γι΄ αυτό και διερευνούσαν το ενδεχόμενο αυτό. Για χάρη συντομίας, στη συνέχεια ο Β. Σ. και η Γ. Δ. θα καλούνται ο «πατέρας» και η «μητέρα» αντίστοιχα, μαζί δε, οι «γονείς», ο ανήλικος Ν.-Ν., «το παιδί» και η Χ. Δ., η «γιαγιά». Οι δυο εκδοχές που έχω ενώπιόν μου είναι εκείνη του πατέρα ότι συναίνεσε όπως το παιδί μεταβεί

Κύπρο με τη γιαγιά του για δέκα περίπου μέρες και εκείνη της μητέρας ότι το παιδί μετά από συμφωνία των γονέων μετέβη

Κύπρο με τη γιαγιά του για να ζήσει εκεί μαζί μ΄ αυτή. Είναι γεγονός ότι το παιδί από την ημέρα που μετέβη

Κύπρο δεν επέστρεψε πίσω

Ελλάδα. Το ερώτημα είναι ποια από τις δυο εκδοχές είναι η αληθής. Αν είναι εκείνη του πατέρα, τότε υπάρχει απαγωγή (παράνομη κατακράτηση), αν δε είναι εκείνη της μητέρας τότε δεν υπάρχει απαγωγή.

τελευταία περίπτωση δεν υπάρχει απαγωγή, γιατί σύμφωνα μ΄ αυτή οι γονείς έδωσαν την συναίνεσή τους για εγκατάσταση του παιδιού

Κύπρο και από την ημέρα που αποφάσισαν αυτό και το παιδί έφυγε από την Ελλάδα το παιδί έχασε την συνήθη διαμονή του

Ελλάδα, με αποτέλεσμα να μην εγείρεται θέμα παράνομης μετακίνησης ή κατακράτησης του παιδιού από τη συνήθη διαμονή του. Έχω δει και τους δυο γονείς στο εδώλιο του μάρτυρα και αυτός που ήταν πιο πιστευτός ήταν χωρίς αμφιβολία η μητέρα. Η εντύπωση του Δικαστηρίου ότι η εκδοχή του πατέρα δεν ανταποκρινόταν

αλήθεια φαίνεται έκδηλα από τα γεγονότα της υπόθεσης αλλά και από την αντιφατικότητα της στάσης του ως προς τις περιστάσεις της ισχυριζόμενης απαγωγής και το τι έγινε μετά.

§ 8

(ζ)(ιε) της ένορκης δήλωσής της η κα Ιωάννα Αναστασιάδου αναφέρει: «Όπως πληροφορούμαι από την Κεντρική Αρχή της Ελλάδας: ............................................................................................................................................. (ζ) Στις 3/6/2004 η καθ΄ ης η αίτηση ενημέρωσε τον Β. Σ. ότι η μητέρα της η οποία ήρθε

Ελλάδα από την Κύπρο για να προσέχει το τέκνο τους για ένα μικρό χρονικό διάστημα, θα μετέβαινε

Κύπρο για μια εξέταση υγείας και η καθ΄ ης η αίτηση παρακάλεσε τον Β. Σ. να δώσουν το παιδί

μητέρα της με τη διαβεβαίωση τόσο της καθ΄ ης η αίτηση όσο και της μητέρας της ότι το παιδί θα επέστρεφε το πολύ σε δέκα μέρες. (η) Όταν ο Β. Σ. επέστρεψε από το αεροδρόμιο μετά την αναχώρηση της μητέρας της καθ΄ ης η αίτηση με το παιδί, ανακάλυψε ότι όλα τα προσωπικά αντικείμενα του παιδιού είχαν αφαιρεθεί καθώς και έγγραφα που το αφορούσαν όπως ληξιαρχικές πράξεις γέννησης, φωτογραφίες και ο ιατρικός φάκελος του. (θ) Ο Β. Σ. προσπάθησε να επικοινωνήσει με την μητέρα της καθ΄ ης η αίτηση

Κύπρο για να μαθαίνει νέα του παιδιού του αλλά τις περισσότερες φορές δεν λάμβανε τις πληροφορίες που ήθελε ούτε και υπήρξε προσπάθεια από την άλλη πλευρά να μεταφέρουν νέα του παιδιού προς τον πατέρα του. (ι) Στις 12/6/2004 η καθ΄ ης η αίτηση προκάλεσε φασαρία και τσακωμό με τον Β. Σ. και του επιτέθηκε σωματικά προκαλώντας του εκδορές και σημάδια

πλάτη. Η καθ΄ ης η αίτηση την ίδια μέρα κατέθεσε μήνυση εναντίον του Β. Σ. υποστηρίζοντας ότι αυτός την εγκλώβισε

οικία τους και ότι αυτή προσπάθησε να διαφύγει από ανοικτό παράθυρο. Από εκείνη την μέρα η καθ΄ ης η αίτηση έφυγε οικειοθελώς από την οικία τους και μέχρι τις 4/7/2004 δεν επικοινώνησε μαζί με το σύζυγο της. (ια) Στις 18/6/2004 επιδόθηκε εξώδικη διαμαρτυρία του Β. Σ. προς την καθ΄ ης η αίτηση ζητώντας της να τον ενημερώσει για τις προθέσεις της για την τύχη του παιδιού τους εντός 5 (πέντε) ημερών αλλά δεν απάντησε ποτέ. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3 η εξώδικη δήλωση - πρόσκληση - διαμαρτυρία του Β. Σ. καθώς και η έκθεση επίδοσης της εξώδικης δήλωσης - διαμαρτυρίας - πρόσκλησης διαμαρτυρίας. (ιβ) Στις 29/6/2004 ενώ ο Β. Σ. απουσίαζε

εργασία του, η καθ΄ ης η αίτηση αφαίρεσε από την οικία τους όλη την οικοσκευή και προσωπικά αντικείμενα του συζύγου της. (ιγ) Ο Β. Σ. προσπάθησε στις 29/6/2004 να επικοινωνήσει με τον πεθερό του για να διευθετήσουν επιστροφή του παιδιού αλλά αυτός του έκλεισε το τηλέφωνο. (ιδ) Μετά από ένα μήνα, ο Β. Σ. έλαβε τηλεφώνημα από την καθ΄ ης η αίτηση η οποία του ανέφερε ότι θα έμενε

Κύπρο με το παιδί, ότι θα το βάπτιζε

Κύπρο και θα ζητούσε οικονομική βοήθεια από το σύζυγο της. (ιε) Η καθ΄ ης η αίτηση απείλησε τον Β. Σ. ότι σε περίπτωση που θα γίνουν προσπάθειες εντοπισμού της

Κύπρο, θα μετέβαινε κρυφά με το παιδί

αδελφή της στη Νότια Αφρική.»

§ 12της ιδίας ένορκης δήλωσης αναφέρονται τα εξής: «12.

Γραπτή εξουσιοδότηση του Β. Σ. προς την Κεντρική Αρχή για να ενεργήσει για λογαριασμό του σύμφωνα με την πιο πάνω Σύμβαση της Χάγης ημερομηνίας 19/7/2004 φαίνεται

αίτηση του Β. Σ. για επιστροφή του ανήλικου παιδιού του, η οποία έχει επισυναφθεί ως Τεκμήριο 1.» Στο Τεκμήριο 1 της εν λόγω ένορκης δήλωσης, δηλαδή στο «Έντυπο Αιτήσεως προς Χρήση κατά την Εφαρμογή της Σύμβασης για την Απαγωγή Τέκνων (Χάγη 1980)», § 5.3. VΙ, σελ. 10, αναφέρονται τα εξής: «VI. Τόπος, ημερομηνία και περιστάσεις της παράνομης μετακίνησης ή μη επιστροφής: ΑΠΟ ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΣΤΟΝ [ ] ΑΤΤΙΚΗΣ ΤΗΝ 3/6/04 ΑΠΟ ΜΗΤΕΡΑ ΚΑΙ ΓΙΑΓΙΑ ΠΑΙΔΙΟΥ. ΒΛ. ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ ΣΤΟ ΕΠΙΣΥΝΑΠΤΟΜΕΝΟ ΣΥΝΤΟΜΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ.» Στο Τεκμήριο 4 της εν λόγω ένορκης δήλωσης, δηλαδή στο σύντομο ιστορικό που φέρει ως τίτλο «Περιστάσεις Παράνομης Μετακίνησης και Κατακράτησης Ν. - Ν. Σ. (από Ελλάδα σε Κύπρο)», αναφέρονται τα εξής: «Αποκορύφωμα όμως της επικίνδυνης - απειλητικής συμπεριφοράς της και μέρος του σχεδίου της να απαγάγει και να κατακρατήσει παράνομα το τέκνο μας

Κύπρο, (στερώντας του την επαφή και επικοινωνία με τον πατέρα του), αποτέλεσαν τα εξής περιστατικά: · Στις 03/06/2004 με ενημέρωσε ότι η μητέρα της ( η οποία είχε έρθει

Ελλάδα προ μηνός για να μας επισκεφθεί και διέμενε μαζί μας για να βοηθήσει με το μωρό), θα έπρεπε να επιστρέψει επειγόντως

Κύπρο για να κάνει «μία πολύ σημαντική και ειδική εξέταση σχετικά με τον θυρεοειδή της». Με παρακάλεσε λοιπόν να της δώσουμε για «καμιά δεκαριά ημέρας το παιδί μαζί της για να το δει ο παππούς του». Παρά τις αρχικές επιφυλάξεις μου, με διαβεβαίωσαν (μητέρα και κόρη) ότι «το παιδί θα επιστρέψει το πολύ σε δέκα ημέρες». · Μόλις επέστρεψα από το αεροδρόμιο, στο οποία μετέβην μαζί τους, ανακάλυψα ότι από το σπίτι είχαν αφαιρεθεί όλα τα προσωπικά αντικείμενα του μωρού. (ρούχα, παιχνίδια, βρεφικός εξοπλισμός). · Επίσης στις αμέσως επόμενες ημέρες ανακάλυψα ότι είχαν αφαιρεθεί από το προσωπικό μου filofax, όλα τα έγγραφα του μωρού μας (ληξιαρχικές πράξεις γέννησης, φωτογραφίες και ο ιατρικός του φάκελος). · Στις επόμενες ημέρες από το ταξίδι του μωρού

Κύπρο επικοινωνούσα καθημερινά μαζί τους για να μαθαίνω νέα του παιδιού μου, τις περισσότερες φορές όμως μου έλεγαν ότι«κοιμάται», ότι «τώρα τρώει» και γενικά διέκρινα μία περίεργη συμπεριφορά. Επίσης εκείνοι ποτέ δεν με κάλεσαν ούτε μία φορά για να μου μεταφέρουν νέα του μωρού. · Στις 12/06/2004 η Γ. Δ., προσπάθησε (βάσει σχεδίου) να δημιουργήσει μεγάλη φασαρία μεταξύ μας, εξυβρίζοντας και απειλώντας εμένα και την οικογένεια μου, με σκοπό να με κάνει να αγανακτήσω και να τσακωθούμε. Έφτασε μάλιστα σε σημείο όταν είδε ότι δεν αντιδρούσα, να μου επιτεθεί χωρίς να αντιληφθώ, προκαλώντας μου εκδορές και σημάδια

πλάτη μου. Την ίδια ημέρα κατέθεσε ψευδή μήνυση εναντίον μου με σκοπό να δημιουργήσει ψευδείς εντυπώσεις εις βάρος μου. Ισχυριζόταν μεταξύ άλλων στη μήνυση της, ότι καθώς την εγκλώβισα εντός της οικίας μας «κατάφερε να διαφύγει από ανοικτό παράθυρο του διαμερίσματος μας». Σημειώνεται εδώ ότι το διαμέρισμα στο οποίο διαμέναμε, βρίσκεται στον τέταρτο (4ο) όροφο και πλην της εξωτερική πόρτας, δεν υπάρχει κανένα παράθυρο το ποίο να οδηγεί σε έξοδο από το διαμέρισμα. Από εκείνη την ημέρα έφυγε οικειοθελώς από την οικία μας και μέχρι τις 04/7/2004 δεν επικοινώνησε μαζί μου. · Στις 18/06/2004 της επιδόθηκε εξώδικη διαμαρτυρία μου, ζητώντας της να με ενημερώσει για την τύχη του τέκνου μας και για τις προθέσεις της, εντός 5 (πέντε) ημερών. Ούτε σε αυτή την κίνηση καλής θέλησης απάντησε ποτέ. · Στις 29/06/2004 και ενώ απουσίαζα

εργασία μου, μετέβην κρυφά στο σπίτι μας και αφαίρεσε με τη βοήθεια μεταφορικής εταιρείας σχεδόν όλη την οικοσκευή και προσωπικά μου αντικείμενα. · Την ημέρα εορτής του πατέρα της (Π.), τον κάλεσα για να του ευχηθώ και για να του ζητήσω να διευθετήσει την επιστροφή του γιου μου στο σπίτι του

Ελλάδα, αλλά το αρνήθηκε και μου έκλεισε το τηλέφωνο. · Έκπληκτος και μετά από σιωπή περίπου ενός μηνός, έλαβα τηλεφώνημα από την Γ. Δ., η οποία με ενημέρωσε ότι: «παραιτήθηκα από τη δουλειά μου

Τράπεζα Κύπρου», «θα μείνω για πάντα

Κύπρο με το παιδί και δεν θα το ξαναδείς ποτέ», «θα βαπτίσω κρυφά το παιδί

Κύπρο», «το παιδί δεν θα το λένε Ν. - Ν. αλλά Π.», «θα με πληρώνεις μία ζωή και θα κάθομαι». · Επειδή με έχει απειλήσει ότι σε περίπτωση που την εντοπίσουν

Κύπρο θα μεταβεί κρυφά με το παιδί μας,

εξώγαμη αδελφή της

Νότια Αφρική, επιθυμώ ως πατέρας να απαγορευθεί η έξοδος του τέκνου μου σε οποιονδήποτε προορισμό πλην της Ελλάδας. Επιθυμώ επίσης, όπως απαγορευθεί η έξοδος του τέκνου μου από την Ελλάδα (θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως ενδιάμεσος σταθμός) σε οποιοδήποτε άλλο μέρος του κόσμου.» Το πρωτότυπο του Τεκμηρίου 4 υπογράφεται από τον ίδιο τον πατέρα. Αξίζει να παρατηρηθεί ότι ο πατέρας εκτός από την υπό κρίσιν Αίτηση καταχώρισε την ίδια ημέρα μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσε Διάταγμα με το οποίο απαγορευόταν

μητέρα να μετακινήσει το παιδί εκτός Κύπρου (stop-list). Η εν λόγω μονομερής Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κυρίας Ιωάννας Αναστασιάδου, η οποία είναι καθόλα πανομοιότυπη με την ένορκη δήλωσή της ιδίας, που συνοδεύει την κυρίως Αίτηση, με αναφορά στα ίδια τεκμήρια. Εδώ θα πρέπει να επισημανθούν τα εξής σημεία από την μαρτυρία του πατέρα: (α) Δέχεται ότι το παιδί έφυγε για την Κύπρο στις 3/6/04, (β) ισχυρίζεται ότι αυτός ενημερώθηκε την ιδία ημέρα από τη μητέρα του παιδιού περί τούτου, (γ) ισχυρίζεται ότι αυτός έδωσε τη συναίνεση του για να πάει το παιδί για καμιά δεκαριά μέρες

Κύπρο μαζί με τη γιαγιά του, και (δ) παραλείπει να αναφέρει ότι έβλεπε να συσκευάζονται οι αποσκευές από μέρες προηγουμένως και ότι βοήθησε στη φόρτωση δυο αυτοκινήτων με αποσκευές για μεταφορά τους στο αεροδρόμιο με προορισμό την Κύπρο μαζί με τη γιαγιά και το παιδί, δηλώνοντας έκπληκτος ότι όταν επέστρεψε από το αεροδρόμιο διαπίστωσε ότι έλειπαν όλα τα προσωπικά αντικείμενα του παιδιού. Στις §§ 26-31 της συμπληρωματικής του ένορκης δήλωσης ο πατέρας αναφέρει τα εξής: «26. Στις 27/05/2004, η Καθ΄ ης η Αίτηση χωρίς την δική μου συγκατάθεση απομάκρυνε το παιδί από την οικία του

Ελλάδα. Συγκεκριμένα με παρακάλεσε να στείλει για λίγες ημέρες το παιδί με την μητέρα της

Κύπρο, καθώς όπως μου δήλωσε έπρεπε να κάνει κάποιες ιατρικές εξετάσεις. Παρά τις αρχικές αντιρρήσεις και επιφυλάξεις μου, με διαβεβαίωσαν μητέρα και κόρη, ότι: «... το παιδί θα πάει

Κύπρο για καμιά δεκαριά ημέρες για να το δει και ο παππούς του», «... για να πάρει λίγο φρέσκο αέρα από τον [ ]» και ότι «... το παιδί θα επιστρέψει

Ελλάδα σε λίγες ημέρες». Όταν ρώτησα τη μητέρα της Καθ΄ ης η Αίτηση, ποιος θα προσέχει το μωρό όταν θα τρέχει για εξετάσεις, μου απάντησε ότι θα άφηνε το μωρό «στη μητέρα της στον [ ]». Η Καθ΄ ης η Αίτηση μάλιστα, καθώς είχε ζητήσει μετάθεση από το κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στη Βάρκιζα (νότια προάστια), στα κεντρικά ή σε κατάστημα στα Βόρεια προάστια, για να είναι πιο κοντά στο νέο μας σπίτι στο [ ] και καθώς η μετάθεση δεν είχε ακόμα διευθετηθεί, δήλωσε ότι θα ήταν καλύτερα το μωρό να πάει για λίγες ημέρες

Κύπρο «... μέχρι να κανονιστεί και η μετάθεση μου». 27. Καθώς αυτή ήταν η δεύτερη φορά που μου προτείνανε να πάει το μωρό χωρίς τους γονείς του

Κύπρο, ενώ είχε ήδη φτάσει την ηλικία των (7 ½) εφτάμισυ μηνών και είχαμε μετακομίσει σε νέα μόνιμη κατοικία, πρότεινα να βρούμε ένα παιδικό σταθμό στο [ ] τώρα που το μωρό ήταν μεγαλύτερο ή να βρούμε μία κυρία για να έρχεται να προσέχει το μωρό τις πρωινές ώρες που απουσιάζουμε

εργασία μας. Όταν στο παρελθόν είχα μεταβεί σε παιδικούς σταθμούς για να τους αξιολογήσω και να πάρω προσφορές (Τεκμήρια 20, 21), τις είχαμε αξιολογήσει με την Καθ΄ ης η Αίτηση, συμφωνώντας ότι το μωρό έπρεπε πρώτα να μεγαλώσει λίγο. Καθώς μόνο μία φορά από τότε που γεννήθηκε, είχαμε στείλει το μωρό μας

Κύπρο (για να διευθετήσουμε τη μετακόμιση στη νέα μας οικία) και το παιδί επέστρεψε κανονικά, και καθώς όπως μου είχε πει η Καθ΄ ης η Αίτηση εκκρεμούσε η μεταφορά της σε κοντικό υποκατάστημα ή στα κεντρικά της Τράπεζας Κύπρου, δεν υποψιάστηκα τις δόλιες προθέσεις της Καθ΄ ης η Αίτηση και συμφώνησα με την πρόταση της να πάει το μωρό

Κύπρο στους παππούδες του για λίγες ημέρες. Στις 22 Μαΐου 2004, η Καθ΄ ης η Αίτηση και η μητέρα της μου ανέφεραν ότι έχουν κανονίσει να τις επισκεφθεί

οικία μας στον [ ], κάποια κα Μαίρη παιδική φίλη και γειτόνισσα της μητέρας της από το Καϊμακλί, η οποία ήταν

Ελλάδα καθώς εδώ σπουδάζει η κόρη της. Η κα Μαίρη όντως μας επισκέφθηκε, η μητέρα της Καθ΄ ης η Αίτηση έφερε με δυσκολία από το υπνοδωμάτιο της, μία βαλίτσα

οποία δυσκολευόταν να κουβαλήσει. Τότε η μητέρα της Καθ΄ ης η Αίτηση μου αποκρίθηκε ότι περιέχει παλιά πράγματα της κόρης της, από αυτά που είχε φιλοξενήσει

αποθήκη της η μητέρα μου

Γλυφάδα, όταν η Καθ΄ ης η Αίτηση μετακόμισε

οικία μου

Γλυφάδα. Ανησυχούσε όπως είπε, ότι επειδή είχε μεταφέρει παλιά πράγματα της Καθ΄ ης η Αίτηση από την αποθήκη, πράγματα δικά της και πράγματα του μωρού, μήπως δεν της τα έβαζαν όλα στο αεροπλάνο. Πρότεινα να δώσουμε τη βαλίτσα

κα Μαίρη, καθώς την επομένη θα πετούσε για Κύπρο. 28. Την επόμενη ημέρα, Κυριακή 23/05/2004 το μεσημέρι, μας επισκέφθηκαν

οικία μας στον [ ] ο Λ. Δ. με την οικογένεια του. Στο παρελθόν η Καθ΄ ης η Αίτηση τον είχε παρακαλέσει να μεσολαβήσει για να πουλήσει οικόπεδα ιδιοκτησίας της

Κύπρο, για να συμβάλλει

αγορά ιδιόκτητης κατοικίας

Ελλάδα. Σε προηγούμενη επίσκεψη μας στο σπίτι του στη Ραφήνα, καθώς ήταν παρών και ο [ ] Ραφήνας κος Μ. η Καθ΄ ης η Αίτηση του έδωσε αντίγραφα σχετικών τοπογραφικών σχεδίων για να τα προωθήσει και εκείνος με φίλους του μεσίτες και άλλους ιδιώτες (Τεκμήριο 27). 29. Είναι χαρακτηριστικό ότι δύο μέρες (25/05/2004) πριν την αναχώρηση της μητέρας της και του γιου μας

Κύπρο, σε κοινή επίσκεψη μας

οικία του θείου μου Ε. Σ., της ανέφερα (παρουσία της Καθ΄ ης η Αίτηση, της μητέρας της και του θείου μου) την πρόθεση μου να μεταβώ το καλοκαίρι μαζί με το παιδί στο χωριό «[ ]» στη Μακεδονία, όπου συνήθως παραθερίζουν οι θείοι μου - για να δουν το παιδί. Ποτέ δεν είχα πρόθεση για μόνιμη εγκατάσταση μας

Κύπρο μαζί με την Καθ΄ ης η Αίτηση και το παιδί μας

Κύπρο γι΄ αυτό το λόγο έκανα αυτά τα σχέδια για το καλοκαίρι.

  1. Η Καθ΄ ης η Αίτηση και η μητέρα της είχαν ξεκινήσει να φτιάχνουν κάποιες βαλίτσες η Καθ΄ ης η Αίτηση και η μητέρα της μέσα στο υπνοδωμάτιο που φιλοξενούσαμε την μητέρα της. Κάποιο απόγευμα είδα ότι τοποθετούσαν πράγματα σε ανοιγμένες βαλίτσες χωρίς όμως να μπορέσω να διακρίνω το περιεχόμενο των βαλιτσών. Όταν ρώτησα την Καθ΄ ης η Αίτηση και τη μητέρα της εάν θέλουν κάποια βοήθεια με τα πράγματα, εκείνες που αποκρίθηκαν αρνητικά.
  2. Την επόμενη ημέρα 27 Μαΐου 2004 επέστρεψα στο σπίτι από την εργασία μου για να βοηθήσω στη μεταφορά του μωρού προς το Αεροδρόμιο. Μόλις ανέβηκα στο διαμέρισμα μας, έκπληκτος αντίκρισα στο υπνοδωμάτιο που διέμενε η μητέρα της Καθ΄ ης η Αίτηση, έναν ιδιαίτερα μεγάλο αριθμό από βαλίτσες και μαύρες σακούλες κλεισμένες με ταινία. Όταν ρώτησα την Καθ΄ ης η Αίτηση και τη μητέρα της το τι ήταν όλα αυτά τα πράγματα, μου απάντησαν ότι είχαν συσκευάσει και παλιά πράγματα της Καθ΄ ης η Αίτηση, τα οποία πλέον η Καθ΄ ης η Αίτηση δεν χρειαζόταν και τα οποία είχε φιλοξενήσει η μητέρα μου

αποθήκη της στη Γλυφάδα. Με παρακάλεσαν να συσκευάσω το φορητό δίχτυνο πάρκο προστασίας του μωρού, καθώς θα το χρειαζόταν κατά την σύντομη παραμονή του

Κύπρο. Τους είπα να βάλουν σε κάποια βαλίτσα και το παιχνίδι που είχα πάρει για το μωρό και η Καθ΄ ης η Αίτηση μου αποκρίθηκε ότι δεν χώραγε και ότι δεν πειράζει, καθώς το παιδί θα επέστρεφε σε λίγες ημέρες

Ελλάδα. Λόγω του μεγάλου όγκου των αποσκευών με τα πράγματα της Καθ΄ ης η Αίτηση αναγκαστήκαμε να χρησιμοποιήσουμε το αυτοκίνητο μου, αλλά και το αυτοκίνητο της Καθ΄ ης η Αίτηση. Όταν επέστρεψα στο σπίτι μας από το αεροδρόμιο, μπήκα στο υπνοδωμάτιο του μωρού, άνοιξα τις ντουλάπες και είδα ότι είχαν κρυφά αφαιρεθεί σχεδόν όλα τα πράγματα του μωρού, εκτός από το ογκώδες κρεβάτι ένα δεύτερο καρότσι που είχαμε για τις βόλτες του, μία κούνια και το ειδικό προστατευτικό καθισματάκι του αυτοκινήτου μου.» Από τα πιο πάνω φαίνεται ότι ο πατέρας διαφοροποιεί τη θέση του ως προς το πότε έφυγε το παιδί του για την Κύπρο. Η ημερομηνία 3/6/04 γίνεται 27/5/04, δηλαδή μια εβδομάδα πριν. Με τη μετατόπιση την ημερομηνίας αυτής μια εβδομάδα προηγουμένως ο πατέρας δέχεται την θέση της μητέρας που πάντοτε ήταν σταθερή ως προς το θέμα αναχώρησης του παιδιού από την Ελλάδα για την Κύπρο. Δέχεται επίσης πως βοήθησε στο φόρτωμα των δύο αυτοκινήτων. Σε αντίθεση με το τι αναφέρεται

υπό κρίσιν Αίτηση και με το τι αναφέρεται

§ 26

της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του πατέρα, στις §§ 27-31 της εν λόγω ένορκης δήλωσης φαίνεται πως ο πατέρας ήξερε πως το παιδί θα πήγαινε

Κύπρο όχι από την ίδια μέρα της μετάβασης του αλλά ορισμένες μέρες προηγουμένως. Αυτό δείχνει πόσο αντιφατικός είναι ο πατέρας πάνω σε ουσιώδη ζητήματα με αποτέλεσμα να θίγεται η αξιοπιστία του.

συμπληρωματική του ένορκη δήλωση ο πατέρας επισυνάπτει ως Τεκμήριο 36 και Τεκμήριο 37 αντίστοιχα, τα εξής έγγραφα: «Αίτηση διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων» και «Μήνυση στη μητέρα για αρπαγή ανήλικου». Στο Τεκμήριο 36 σελ. 2, αναφέρονται τα εξής: «Στις 3.6.2004 η καθ΄ ης έστειλε αυτοβούλως και αυτοδυνάμως το τέκνο μας με την μητέρα της

Κύπρο, χωρίς τη δική μου συναίνεση, και από τότε δεν γνωρίζω τι κάνει το τέκνο μου. Σημειώνεται εδώ ότι προκειμένου να προβεί

ενέργεια αυτή χρησιμοποίησε δόλια μέσα, όπως ότι πήρε όλα τα προσωπικά είδη του μωρού (είδη ρουχισμού, παιχνίδια, μπιμπερό) και τα δημόσια έγγραφα του παιδιού μας και τα έστειλε κρυφά με την μητέρα της

Κύπρο.» Στο Τεκμήριο 37 σελ. 2 και 3, αναφέρονται τα εξής: «Αποκορύφωμα της συμπεριφορά της αυτής ήταν το εξής γεγονός: Στις 3.6.2004 ημέρα Πέμπτη, απομάκρυνε αυτοβούλως και αυτοδυνάμως το τέκνο μας, ηλικίας μόλις 9 μηνών, από την οικία μας, που βρίσκεται στο [ ] Αττικής, οδός [ ] αρ. 12, χωρίς την συναίνεσή μου και το έστειλε με την μητέρα της

Κύπρο. Όταν αντιλήφθηκα το τι είχε συμβεί, προσπάθησα με κάθε τρόπο να μάθω που βρισκόταν το τέκνο μας και σε ποια κατάσταση ήταν. Η ως άνω μηνυομένη αρνήθηκε να μου παρέχει οποιεσδήποτε εξηγήσεις και συνέχισε να τηρεί μία άκρως επιθετική συμπεριφορά απέναντί μου.» Στο τέλος της συμπληρωματικής του ένορκης δήλωσης, ο πατέρας κάνει αναφορά στα Τεκμήρια 36 και 37. Επανέρχεται δηλαδή στη λανθασμένη ημερομηνία μεταφοράς του παιδιού

Κύπρου και αποκρύπτει ότι βοήθησε

μεταφορά του παιδιού στο αεροδρόμιο με προορισμό την Κύπρο, μαζί με τα προσωπικά του αντικείμενα. Στα εν λόγω Τεκμήρια αναφέρει ότι η αποστολή του παιδιού

Κύπρο έγινε χωρίς τη δική του συναίνεση, ενώ τα αντίθετα λέγει

υπό κρίσιν Αίτηση και

συμπληρωματική του ένορκη δήλωση, όπου ισχυρίζεται πως έδωσε τη συναίνεσή του για παραμονή του παιδιού

Κύπρο για καμιά δεκαριά μέρες. Στα τεκμήρια 36 και 37, χρησιμοποιεί τη λέξη «αυτοδυνάμως» αναφερόμενος

αποστολή του παιδιού

Κύπρο από την μητέρα του, ενώ και ο ίδιος

πραγματικότητα βοήθησε στη μεταφορά των προσωπικών αντικειμένων του παιδιού. Το ότι η 3/6/04 ήταν λανθασμένη ημερομηνία ως προς τη μετάβαση του παιδιού από την Ελλάδα

Κύπρο το παραδέχεται ο πατέρας κατά την αντεξέτασή του. Τέτοια λάθη όμως δε γίνονται όταν υπάρχει πραγματική απαγωγή, διότι κάθε μέρα μετρά και έχει τη σημασία της για τον γονέα του οποίου το τέκνο έχει απαχθεί. Όπως έχει επισημανθεί προηγουμένως η λανθασμένη αυτή ημερομηνία χρησιμοποιήθηκε και

ένορκη δήλωση με βάση την οποία εκδόθηκε το προσωρινό απαγορευτικό Διάταγμα (stop-list), παραπλανώντας και εκθέτοντας την Κεντρική Αρχή της Κύπρου πάνω σε ουσιώδες σημείο και συνεπώς και το Δικαστήριο με την έκδοση ενός πολύ δραστικού προσωρινού μέτρου. Το ότι γινόταν η συσκευασία των αποσκευών αρκετά πριν από τις 27/5/04, φαίνεται να το παραδέχεται ο πατέρας κατά την αντεξέτασή του, παραδοχή που ανατρέπει τον ισχυρισμό του ότι καταλήφθη εξ απροόπτου στις 27/5/04 ότι το παιδί θα πήγαινε

Κύπρο με τη γιαγιά: «Ε. Ο ισχυρισμός σου είναι ότι η σύζυγος σου μαζί με τη μητέρα της είχαν ξεκινήσει να φτιάχνουν κάποιες βαλίτσες στο υπνοδωμάτιο όπου κοιμόταν η μητέρα της; Α. Μάλιστα. Ε. Μιλούμε για το υπνοδωμάτιο που ήταν και το υπνοδωμάτιο του μωρού; Α. Σωστά. Ε. Είδες κάποια ημέρα να τοποθετούνται πράγματα; Α. Περνώντας να πάω στο μπάνιο. Ε. Και αυτό γινόταν στο δωμάτιο του παιδιού σου; Α. Ναι σωστά του παιδιού μου. Ε. Δεν έκαμες τον κόπο να δεις τι ακριβώς έκαμνε η γυναίκα σου με τη πεθερά σου; Α. Όταν τις ρώτησα «αν θέλετε οποιαδήποτε βοήθεια;» μου απάντησαν ότι είμαστε γυναίκες και είμαστε έμπειρες για αυτά τα πράγματα. Ε. Και η γυναίκα σου και η πεθερά σου είχαν διάφορες βαλίτσες ανοιγμένες βαλίτσες και έβαζαν μέσα πράγματα και δεν έκαμες τον κόπο να δεις τι ακριβώς έκαμναν; Α. Τους είχα ερωτήσει αν ήθελαν οποιαδήποτε βοήθεια και μου είπαν ότι είναι γυναικείες δουλειές. Ε. Η συσκευασία των πραγμάτων ξεκίνησε μέρες προηγουμένως; Α. Για πολύ χρονικό διάστημα. Ε. Τις ρώτησες λίγες ημέρες προηγουμένως αν ήθελαν να τις βοηθήσεις στη συσκευασία των πραγμάτων; Α. Πριν το συγκεκριμένο συμβάν, τις ρώτησα αν θέλουν βοήθεια και μου απάντησαν αρνητικά. Ε. Και θα τους βοηθούσες για τη συσκευασία των πραγμάτων; Α. Αν ήθελαν οποιαδήποτε βοήθεια για τα πράγματα, ναι.» Ποια είναι τώρα η εκδοχή της μητέρας. Η θέση της παρατίθεται ως προς τα ουσιώδη σημεία, στις §§ 18-38 της ένορκης δήλωσής της: «18. Στις 30 Μαρτίου 2004, αφού στο μεταξύ είχα σταματήσει να θηλάζω το παιδί, η μητέρα μου επέστρεψε

Κύπρο μαζί του. Η μητέρα μου σκόπευε να έρθει ξανά

Αθήνα με το παιδί για λίγες μέρες τον Ιούνιο για να είναι μαζί μας στα γενέθλια μου που είναι στις 8 Ιουνίου. Επειδή όμως ο πατέρας μου έπρεπε να έρθει

Αθήνα για κάποια υποχρέωση, και συγκεκριμένα για να παραστεί σε εκδηλώσεις του Δήμου Παιανίας που ήταν διδυμοποιημένος με την Κοινότητα [ ] όπου ο πατέρας μου είναι μέλος της χωριτικής αρχής, η μητέρα μου ήρθε μαζί του και το παιδί στις 29 Απριλίου 2003 ώστε να μείνει εδώ μέχρι τα γενέθλια μου και να επιστρέψει

Κύπρο και πάλι με το παιδί στις 12 Ιουνίου

  1. Στο μεταξύ είχαμε αλλάξει σπίτι αφού η ιδιοκτήτρια του προηγούμενου διαμερίσματος όπου διαμέναμε έστειλε εξώδικο στο σύζυγο μου για να εγκαταλείψουμε το διαμέρισμα. Όταν έλαβε το εξώδικο, ο σύζυγος μου παρακάλεσε την ιδιοκτήτρια να μας επιτρέψει να μείνουμε εκεί για ακόμα λίγους μήνες γιατί θα μετακομίζαμε μόνιμα για Κύπρο αλλά η ίδια αρνήθηκε λέγοντας ότι ο ίδιος με τη συμπεριφορά του είχε προκαλέσει πολλά προβλήματα στους άλλους ένοικους της πολυκατοικίας. Ως εκ τούτου, μετακομίσαμε σε άλλο διαμέρισμα στον τέταρτο όροφο της πολυκατοικίας της οδού [ ] 12, στον [ ] Αττικής με συμβόλαιο ενός χρόνου.
  2. Με την μετακόμιση μας, ο σύζυγος μου, μου ανάφερε ότι χρειαζόταν να μείνει και άλλο χρόνο

Αθήνα για να αποκτήσει ικανοποιητική εμπειρία

παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών για θέματα Ευρωπαϊκών Προγραμμάτων. Εγώ αφού είδα ότι με αυτά τα δεδομένα η μετάβαση μας

Κύπρο δεν θα ήταν άμεση, ζήτησα από τον σύζυγο μου να αναθεωρήσουμε την απόφαση μας να μεγαλώσει το παιδί

Κύπρο με τη μητέρα μου και να βρούμε άλλες λύσεις ώστε να μπορέσει το παιδί να μείνει κοντά μας. Μια λύση που του πρότεινα ήταν να φέρουμε μια γυναίκα στο σπίτι για να προσέχει το παιδί όσο εγώ θα ήμουν

εργασία μου. Μάλιστα, η θεία του συζύγου μου Ά. Σ. μας είχε προτείνει μια γνωστή της κυρίας που αναλάμβανε τη φροντίδα των παιδιών αλλά ο σύζυγος μου ήταν ανένδοτος και επέμενε ότι εμείς δεν μπορούσαμε να φροντίσουμε το παιδί, ότι δεν υπήρχε περίπτωση το παιδί να μεγαλώσει καλύτερα

Αθήνα απ' ότι

Κύπρο και ότι το παιδί θα έπρεπε να πάει οπωσδήποτε

Κύπρο όπου ο ίδιος αναγνώριζε ότι τύγχανε πολύ καλής φροντίδας από τη μητέρα μου. Επίσης μου ανάφερε ότι ο ίδιος δεν ήταν διατεθειμένος να συντηρήσει το παιδί οικονομικά

Αθήνα και μου έλεγε επίσης ότι η μόνη περίπτωση να μείνει το παιδί

Ελλάδα θα ήταν να πουλήσουν οι γονείς μου την περιουσία τους

Κύπρο και να μας στείλουν τα χρήματα ώστε εγώ να μπορέσω να σταματήσω να εργάζομαι και να μένω στο σπίτι με το παιδί και επίσης να χρησιμοποιήσουμε τα χρήματα αυτά για τα έξοδα του παιδιού. Τέτοιο ενδεχόμενο, όμως, δηλαδή να πουλήσουν οι γονείς μου την περιουσία τους

Κύπρο, δεν υπήρχε. Μου έλεγε επίσης ότι σημασία έχει που περνά καλύτερα το παιδί και όχι το ότι εγώ ήθελα το παιδί να είναι κοντά μου και αν επέμενα να μείνει το παιδί

Αθήνα θα το έδινε στη μάνα του να το μεγαλώσει. 21. Στο μεταξύ η συμπεριφορά του συζύγου μου έναντι της μητέρας μου άρχισε να γίνεται πολύ άσχημη επειδή δεν ήθελε ούτε αυτή ούτε το παιδί στο σπίτι και ήθελε να υποχρεώσει τη μητέρα μου να επιστρέψει με το παιδί

Κύπρο το συντομότερο. Αποκορύφωμα αυτής της συμπεριφοράς ήταν, κατά ή περί τις 18 Μαΐου 2004, να αρχίσει να της φωνάζει, να τη βρίζει και να την καταριέται χωρίς ουσιαστικό λόγο. 22. Η μητέρα μου δεν μπορούσε να ανεχτεί άλλο τη συμπεριφορά του συζύγου μου και μας ανακοίνωσε ότι αποφάσισε να αλλάξει το εισητήριο της και να επιστρέψει

Κύπρο. Επίσης μας είπε ότι μετά από όλα όσα έγιναν είχε αποφασίσει ότι δεν θα ξαναερχόταν

Αθήνα και ως εκ τούτου, θα έπρεπε να δεχτούμε ότι εφόσον θα έπαιρνε το παιδί μαζί της

Κύπρο, το παιδί εμείς θα το βλέπαμε μόνο όταν θα ερχόμαστε Κύπρο αφού η ίδια δεν θα μας το ξανάφερνε

Αθήνα. Ο σύζυγος μου όμως επέμενε ότι δεν υπήρχε τρόπος να φροντίσουμε το παιδί

Αθήνα και ότι θα έπρεπε οπωσδήποτε το παιδί να πάει Κύπρο όπως αρχικά είχε συμφωνηθεί. 23. Η μητέρα μου στη συνέχεια μας παρακάλεσε αν μπορούσαμε να κρατήσουμε το παιδί για λίγο γιατί έπρεπε να κάνει κάποιες σοβαρές εξετάσεις θυροειδούς και προτιμούσε να μην έρθει πάλι το παιδί

Κύπρο πριν βγουν τα αποτελέσματα των εξετάσεων γιατί φοβόταν ότι θα μπορούσε να χρειαστεί εγχείρηση, και εισηγήθηκε αν γινόταν να παίρνουμε το παιδί για λίγες μέρες σε παιδοκομικό σταθμό

Αθήνα μέχρις ότου να βγουν τα αποτελέσματα των εξετάσεων. Ο σύζυγος μου και πάλι αρνήθηκε λέγοντας ότι δεν υπήρχε λόγος να στείλουμε εμείς το παιδί στο σταθμό και αν όντως υπάρχει ανάγκη να πάει το παιδί σε σταθμό σε περίπτωση που η μητέρα μου θα έπρεπε να κάνει εγχείρηση, καλύτερα θα ήταν να πάει σε σταθμό

Κύπρο όπου υπήρχαν και άλλα πρόσωπα διαθέσιμα να φροντίσουν το παιδί όπως ο πατέρας μου, οι γονείς της μητέρας μου που είναι συνταξιούχοι και η αδελφή μου που δουλεύει μέχρι το μεσημέρι σε αντίθεση με εμάς που δουλεύαμε

Αθήνα μέχρι αργά το απόγευμα. 24. Με αυτά τα δεδομένα αποφασίστηκε να επιστρέψει η μητέρα μου με το παιδί

Κύπρο στις 27 Μαΐου 2004. Έτσι στις 22 Μαΐου 2004, μαζεύτηκαν ο θείος του συζύγου μου μαζί με τη γυναίκα του και μια θεία του συζύγου μου στο σπίτι μας για να αποχαιρετίσουν το παιδί το οποίο δεν θα ξαναέβλεπαν μέχρι τη βάφτιση του παιδιού που αυτή θα γινόταν

Κύπρο. Αυτοί ήταν και όλοι οι στενοί συγγενείς του συζύγου μου εκτός από τη μητέρα του, με την οποία είχε όμως πολύ κακές σχέσεις και η οποία ουδέποτε στη ζωή της δεν είδε το παιδί, και τον αδελφό του ο οποίος δεν μπορούσε να έρθει εκείνη την μέρα και είχε έρθει να αποχαιρετήσει το παιδί άλλη μέρα. Μαζί με τους συγγενείς του συζύγου μου ήρθε στο σπίτι μας και μια γειτόνισσα μου από τη Λευκωσία, η Μ. Σ. η οποία συμπτωματικά βρισκόταν τότε

Αθήνα μαζί με το γιο της για να επισκεφθούν την κόρη της που σπουδάζει εκεί και η οποία θα έφευγε την επόμενη ημέρα για να επιστρέψει

Κύπρο. 25. Με δεδομένη τη θέση της μητέρας μου ότι δεν θα έφερνε πλέον το παιδί

Αθήνα και ότι από τότε και στο εξής το παιδί θα το βλέπαμε μόνο

Κύπρο, είχαμε αποφασίσει να μεταφέρουμε

Κύπρο όλα τα πράγματα του παιδιού που είχαν παραμείνει

Αθήνα. Τα πράγματα αυτά ήταν πολλά, έτσι η Μ. Σ. προσφέρθηκε να πάρει μαζί της ορισμένα από τα πράγματα αυτά όταν θα επέστρεφε

Κύπρο, οπότε στις 22 Μαΐου 2004 δώσαμε

κυρία Σ. μια βαλίτσα με ρούχα του παιδιού για να τα μεταφέρει μαζί της

Κύπρο.

  1. Η μητέρα μου και το παιδί έφυγαν από την Αθήνα στις 27 Μαΐου
  2. Στο αεροδρόμιο μεταφέραμε την μητέρα μου με το παιδί εγώ με το σύζυγο μου. Μαζί της, η μητέρα μου πήρε όλα τα ρούχα του παιδιού εκτός από αυτά που δεν του έκαναν πλέον καθώς και τα άλλα αντικείμενα του παιδιού όπως παιδικές κουβέρτες, παιδικά σεντόνια, παιχνίδια, το παρκοκρέβατο του παιδιού το οποίο μάλιστα συσκεύασε ο ίδιος ο σύζυγος μου, το καροτσάκι που είχαμε

Αθήνα, το κάθισμα του αυτοκινήτου του παιδιού κοκ. Τα πράγματα που παίρναμε ήταν τόσα πολλά που δεν τα χωρούσε ένα αυτοκίνητο και για αυτό πήραμε δυο αυτοκίνητα το δικό μου και του συζύγου μου, τα πράγματα μάλιστα με δυσκολία χώρεσαν στα δυο αυτοκίνητα.

  1. Το εισητήριο του παιδιού το πήραμε από το αεροδρόμιο και το εισητήριο δεν ήταν μετ΄ επιστροφής αλλά μονής διαδρομής. Καταθέτω αντίγραφο του εισιτηρίου ως Τεκμήριο Ε΄.
  2. Μετά την επιστροφή του παιδιού

Κύπρο, η συμπεριφορά του συζύγου μου έγινε αισχρή. Μου φερόταν απίστευτα άσχημα, καθημερινά δημιουργούσε καυγάδες χωρίς λόγο κατά τη διάρκεια του οποίου μου επιτεθόταν, με άρπαζε από το λαιμό και με απειλούσε ότι θα με πνίξει, σε άλλες περιπτώσεις απειλούσε ότι θα με πετάξει από τη βεράντα του διαμερίσματος που βρισκόταν στον τέταρτο όροφο κάτω, με έβριζε αισχρά και μου έλεγε επανειλημμένα ότι του είχα γίνει φόρτωμα, ότι του ήμουν άχρηστη αφού δεν είχα αρκετό εισόδημα για να τον βοηθήσω οικονομικά και αφού οι γονείς μου δεν ήταν διατεθειμένοι να πουλήσουν περιουσία για να μας δώσουν χρήματα. Επίσης είχε βάλει φραγή κλήσεων εξωτερικού τόσο στο κινητό μου, που ήταν στο όνομα μου, όπως και στο τηλέφωνο του σπιτιού ώστε να μην μπορώ να τηλεφωνήσω Κύπρο για να μάθω νέα του παιδιού. Για να επικοινωνήσω με Κύπρο έπρεπε είτε να του ζητήσω να κάνει αυτός το τηλεφώνημα είτε να τηλεφωνήσω από θάλαμο με τηλεκάρτα. Όταν με έβλεπε να στεναχωριέμαι που δεν είχα επικοινωνία με το παιδί με ειρωνευόταν και με χλεύαζε. 29. Στις 3 Ιουνίου 2004, ο σύζυγος μου, μου ανάφερε επίμονα ότι δεν με ήθελε πλέον ότι του είχα γίνει φόρτωμα και ότι ήθελε να χωρίσουμε. Μου είπε μάλιστα χαρακτηριστικά «αφού θέλεις τόσο πολύ το παιδί σου, πήγαινε βρες το

Κύπρο και εμένα αφήστε με ήσυχο». Αυτή δεν ήταν η πρώτη φορά που ο σύζυγος μου, μου ανάφερε ότι ήθελε να χωρίσουμε αλλά αυτή την φορά ήταν φανερό ότι ήταν αποφασισμένος. Ως εκ τούτου, του ανάφερα ότι θα επέστρεφα

Κύπρο και ως εκ τούτου, και

παρουσία του συζύγου μου και μετά από πίεση του επικοινώνησα με εφημερίδα δημοσίευσης μικρών αγγελιών

Αθήνα και ζήτησα την καταχώριση δημοσίευσης για την πώληση του αυτοκινήτου μου και του οικιακού εξοπλισμού που είχα αποκτήσει πριν ακόμα τον γνωρίσω.

  1. Τις επόμενες μέρες, 4 και 5 Ιουνίου 2004 ο σύζυγος μου, μου επιτέθηκε πάλι και άρχισε να με σπρώχνει, να με φτύνει, να με βρίζει ή να με κτυπά.
  2. Στις 6 Ιουνίου 2004 ο σύζυγος μου πήγε σε κάποιους συγγενείς του στη [ ]. Εγώ ένιωθα ψυχολογικά πολύ άσχημα και φοβόμουν να πάω μαζί του και έτσι έμεινα σπίτι. Το βράδυ εκείνο ο σύζυγος μου έμεινε στη [ ] και την επομένη μου τηλεφώνησε για να μου πει ότι και πάλι το βράδυ δεν θα ερχόταν σπίτι.
  3. Το βράδυ τις 7ης και 8ης Ιουνίου έμεινα στο σπίτι του θείου του συζύγου μου γιατί φοβόμουν να μείνω σπίτι το βράδυ αλλά επέστρεψα στο σπίτι στις 9 Ιουνίου
  4. Στο μεταξύ στο σπίτι είχε γυρίσει και ο σύζυγος μου. Η συμπεριφορά του απέναντι μου συνέχισε να είναι αισχρή. Μου έλεγε ότι εγώ δεν ήμουν κατάλληλη να είμαι μάνα, μου έλεγε ότι καλύτερα ήταν να μεγαλώσει το παιδί με τη μάνα μου

Κύπρο παρά μαζί μου και συνέχισε να με κτυπά, να με πιάνει από το λαιμό ή να κτυπά το κεφάλι μου στον τοίχο και να μου φτύνει στο πρόσωπο. 33. Το πρωί της 12ης Ιουνίου 2004, χωρίς αιτία μου επιτέθηκε, άρχισε να με βρίζει χυδαία, να μου λέει ότι είναι ανίκανη να είμαι μητέρα και ότι εγώ δε θα μεγάλωνα ποτέ το παιδί μου και ότι το παιδί θα το μεγάλωναν

Κύπρο η γιαγιά και ο παππούς, να μην πιστεύω ότι υπήρχε περίπτωση να με αφήσει να πάω εγώ

Κύπρο να μεγαλώσω το παιδί μου και άρχισε να με τραβά από τα μαλλιά, με έσπρωχνε και με έφτυνε στο πρόσωπο, με κτυπούσε με τα χέρια του σε όλο το σώμα, με έριξε κάτω και με κλοτσούσε, και με απειλούσε ότι θα με πετάξει κάτω από τον τέταρτο όροφο. Στη συνέχεια με κλείδωσε σε υπνοδωμάτιο όπου βρισκόμουν γιατί προηγουμένως τον είχα ήδη προειδοποιήσει ότι αν με ξανακτυπούσε θα τον κατάγγελλα

αστυνομία και ήθελε να με εμποδίσει να κάνω κάτι τέτοιο. Ο ίδιος καθόταν έξω από το δωμάτιο και τραγουδούσε για να με προκαλέσει δείχνοντας μου ότι με διασκέδαζε. Σε κάποιο στάδιο κατάλαβα ότι είχε μπει στο μπάνιο οπότε κατόρθωσα να στριμώξω κάτω από το παντζούρι της μπαλκονόπορτας του υπνοδωματίου που είχε μπλοκαριστεί και δεν ανέβαινε, βγήκα στη βεράντα με το νυχτικό και στη συνέχεια πέρασα από τη βεράντα στο σαλόνι και έτρεξα προς την έξοδο του διαμερίσματος. Ο σύζυγος μου με αντιλήφθηκε και με κυνήγησε αλλά στις σκάλες φώναξα βοήθεια οπότε βγήκαν οι γείτονες και άρχισαν να φωνάζουν οπότε ο ίδιος σταμάτησε να με κυνηγά και μπήκε πίσω στο σπίτι. 34. Μετά το επεισόδιο αυτό, μετέβηκα στον αστυνομικό σταθμό [ ] όπου κατάγγειλα το επεισόδιο. Καταθέτω αντίγραφο της καταχώρησης στο βιβλίο του σταθμού ως Τεκμήριο ΣΤ΄. Οι αστυνομικοί έψαξαν να τον εντοπίσουν αλλά κατάλαβαν ότι είχε φύγει από το σπίτι και κρυβόταν για να αποφύγει το αυτόφορο. Ως εκ τούτου, πήγα σπίτι, διαπίστωσα ότι όντως ο σύζυγος μου έλειπε από το σπίτι, και πήρα ορισμένα από τα προσωπικά μου αντικείμενα και πήγα και έμεινα στους θείους του συζύγου μου. Στις 14 Ιουνίου 2004, με οδηγίες της αστυνομίας εξετάστηκα από ιατροδικαστή. Καταθέτω αντίγραφο της Ιατροδικαστικής Έκθεσης ως Τεκμήριο Ζ΄. Επίσης, στις 16 Ιουνίου 2004 δήλωσα στον σταθμό την αλλαγή της διεύθυνσης μου. Καταθέτω ως Τεκμήριο Η΄ αντίγραφο της δήλωσης αυτής. Την επομένη, δηλαδή στις 17 Ιουνίου 2004, αφού πλέον δεν είχα κανένα λόγο να βρίσκομαι

Αθήνα, πήρα το αεροπλάνο και ήρθα

Κύπρο, στο παιδί μου, όπου μένω έκτοτε. 35. Κατά ή περί τις 24 Ιουνίου 2004 επέστρεψα

Αθήνα για να διευθετήσω την παραίτηση μου και την ενδεχόμενη μετακίνηση μου από την Τράπεζα Κύπρου

Ελλάδα

Τράπεζα Κύπρου

Κύπρου καθώς για να παραλάβω τα προσωπικά μου αντικείμενα. Στις 29 Ιουνίου 2004 όντως μετέβηκα στο διαμέρισμα μας στον [ ] με το θείο του συζύγου μου, αφού προηγουμένως ενημέρωσα το αστυνομικό τμήμα της περιοχής, όπου παρέλαβα όλα τα προσωπικά μου αντικείμενα καθώς και αντικείμενα που μου ανήκαν πριν καν τη γνωριμία μου με τον σύζυγο μου. Όλα τα αντικείμενα που είχα αγοράσει κατά τη διάρκεια της συμβίωσης μου με τον σύζυγο μου του τα άφησα όπως και του άφησα το κλειδί του διαμερίσματος.

  1. Ο σύζυγος μου είναι άτομο βίαιο τόσο προς εμένα και το παιδί όσο και προς τρίτα άτομα. Για παράδειγμα κατά ή περί τις 14 Αυγούστου 1998 ο σύζυγος μου επιτέθηκε άγρια και χωρίς λόγο και χωρίς να έχει κάποια διαφορά μαζί της εναντίον κάποιας Α. Τ. η οποία ήταν ενοικιάστρια της μητέρας του επειδή είχε διαφορές μαζί της. Το γεγονός αυτό μου το παραδέχτηκε ο ίδιος, μάλιστα ήμουν παρούσα όταν τσακώθηκε με τη μητέρα του επειδή όπως της είχε πει η ίδια τον είχε υποκινήσει να επιτεθεί εναντίον της κυρίας εκείνης αλλά στη συνέχεια όταν υποβλήθηκε μήνυση εναντίον του, η μητέρα του αρνήθηκε να πληρώσει το δικηγόρο του.
  2. Κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης μας, ο σύζυγος μου ουδέποτε έδειξε οποιοδήποτε ενδιαφέρον για το παιδί ή συμμετείχε με οποιοδήποτε τρόπο στη φροντίδα ή την ανατροφή του. Αντίθετα, από τη γέννηση του παιδιού την αποκλειστική φροντίδα του παιδιού την είχα εγώ αρχικά και στη συνέχεια η μητέρα μου.
  3. Ο σύζυγος μου ούτε τη δυνατότητα και την παραμικρή διάθεση έχει να αναλάβει τη φροντίδα του παιδιού. Αντίθετα, ο καθ΄ ου η αίτηση πάντοτε συμπεριφερόταν με παντελή αδιαφορία για τις ανάγκες του ανήλικου. Ως εκ τούτου, η αίτηση του συζύγου μου για επιστροφή του παιδιού

Αθήνα είναι ξεκάθαρα εκδικητική. Ο σύζυγος μου για πρώτη φορά πρόβαλε τέτοια απαίτηση μετά που τον κατάγγειλα

αστυνομία για την επίθεση εναντίον μου και μετά που έφυγα από το σπίτι για να έρθω

Κύπρο με στόχο αφενός να με εκδικηθεί και αφετέρου για να εξασφαλίσει οικονομικά ανταλλάγματα. Ο ίδιος ούτε επιθυμία έχει να δει το παιδί ούτε και να έχει οποιαδήποτε συμμετοχή

ανατροφή του. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ενώ το παιδί έφυγε από την Αθήνα εδώ και 6 μήνες, δεν έκανε ούτε μια προσπάθεια να έρθει

Κύπρο έστω και για μια μέρα να δει το παιδί ενώ την εποχή που είμαστε μαζί ερχόμαστε Κύπρο τρεις ή τέσσερις φορές το χρόνο. Για τους πιο πάνω λόγους, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος ότι τυχόν μετακίνηση του παιδιού θα το εκθέσει σε τεράστια φυσική και ψυχική δοκιμασία, και σε αφόρητη κατάσταση.» Η μητέρα ήταν πολύ διαφωτιστική σε σχέση με τη συμπεριφορά του πατέρα κατά την αντεξέτασή της, όταν ρωτήθηκε τι έκανε μετά που επέστρεψε από το αεροδρόμιο: «Ε.

§ 28

της ένορκης δήλωσης σου, στις 27/5 μετά που έφυγες μαζί με τον Αιτητή στο αεροδρόμιο, όταν επιστρέψατε πίσω τι έκαμες; Α. Δεν επιστρέψαμε όπως είπε ο Β. μαζί. Ε. Επειδή πήγατε με διαφορετικά αυτοκίνητα; Α. Όχι. Ε. Γιατί; Α. Διότι όταν έφυγε το παιδί, μου έλεγε κοίτατο γιατί δεν ξέρεις πότε θα το ξαναδείς και τον παρακαλούσα να με πάει σπίτι μαζί του και μου είπε «κόψε το κεφάλι σου», και εγώ έπεσα στο πάτωμα του αεροδρομίου και έκλαιγα για μισή ώρα και όταν επέστρεψα στο σπίτι ενώ μου είπε ότι θα κοιμόταν, δεν κοιμόταν όπως είπε, ήταν ξύπνιος, ήταν στο δωμάτιο του παιδιού και με κορόιδευε ότι «δεν έχει μωρό, μάθε να ζεις έτσι ή πούλησε ένα χωράφι για να το έχεις». (κλαίει η μάρτυρας)» Στις §§ 23-28 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσής της η μητέρα αναφέρει τα ακόλουθα: «23. Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό του συζύγου μου ότι δεν γνώριζε ότι εγώ και η μητέρα μου είχαμε συσκευάσει όλα τα προσωπικά αντικείμενα του παιδιού ώστε να τα μεταφέρουμε

Κύπρο είναι αστείος. Ο σύζυγος μου έλεγχε το κάθε τι που γινόταν μέσα στο σπίτι, μέχρι και ποιο ποτήρι θα μπει σε κάθε ντουλάπι. Η διαδικασία να συσκευαστούν τα προσωπικά αντικείμενα του παιδιού στις βαλίτσες και σε σακούλες πήραν πολλές μέρες και παρακολούθησε όλη τη διαδικασία, μέχρι που ο ίδιος μας υπέδειξε ότι μια συγκεκριμένη γαλάζια βαλίτσα

οποία η μητέρα μου είχε βάλει διάφορα ρούχα του παιδιού ήταν δική του και ήθελε να την κρατήσει, έκανε ολόκληρο θέμα και

παρουσία του αδειάσαμε τη βαλίτσα με τα πράγματα του παιδιού και τα βάλαμε σε άλλη βαλίτσα. 24. Το παιχνίδι στο οποίο αναφέρεται ο σύζυγος μου

παράγραφο 31 της ένορκης δήλωσης του, ήταν ένα μικρό φτηνό πλαστικό παιχνίδι το οποίο του το αγόρασε επειδή το παιδί θα έφευγε για Κύπρο. Το παιχνίδι αυτό το φέραμε

Κύπρο μαζί με όλα τα άλλα παιχνίδια του παιδιού. 25. Ο σύζυγος μου ουδέποτε τηλεφώνησε στους γονείς μου

Κύπρο για να ζητήσει επιστροφή του παιδιού

Αθήνα, ως ο ισχυρισμός του

παράγραφο 31 της ένορκης δήλωσης.

Κύπρο εγώ έπαιρνα

παρουσία του συζύγου μου, αφού ο ίδιος είχε βάλει φραγή στο τηλέφωνο και είχε κρατήσει μυστικό τον κωδικό, για να μάθω νέα του παιδιού. Περαιτέρω, στις 8 Ιουνίου δεν συναντήθηκα καν με τον σύζυγο μου ούτε και είχα καμιά επαφή μαζί του αφού όπως αναφέρω

προηγούμενη ένορκη δήλωση μου, από τις 7 έως τις 9 Ιουνίου 2004 είχα φύγει από τη συζυγική στέγη και διέμενα στο σπίτι του θείου του συζύγου μου Ε. 26. Τις αγγελίες στη Χρυσή Ευκαιρία τις έβαλα στις 3 Ιουνίου 2004

παρουσία του συζύγου μου, με τον οποίο μάλιστα συζήτησα το λεκτικό των αγγελιών, εξ΄ ου και ο σύζυγος μου γνώριζε για τη δημοσίευση των αγγελιών αυτών στις Χρυσές Ευκαιρίες. 27. Ο σύζυγος μου όντως πήρε ορισμένες φορές τηλέφωνο ή έστειλε διάφορα μηνύματα είτε σε εμένα είτε σε συγγενικά φιλικά μου πρόσωπα, αλλά ο λόγος των τηλεφωνημάτων ήταν είτε για να με κατηγορήσει, είτε για να με εξυβρίσει είτε διότι ανησυχούσε για το ενδεχόμενο να βαφτιστεί το παιδί μας

Κύπρο με άλλο όνομα. Επίσης μετά την καταχώριση της παρούσας διαδικασίας σε διάφορες τηλεφωνικές επικοινωνίες του μου ζητούσε να συμφωνήσω να του καταβάλλω ένα σταθερό ποσό το μήνα ώστε να αποσύρει την παρούσα διαδικασία. 28. Από την πρώτη μέρα που ήρθα Κύπρο, έκανα επανειλημμένες προσπάθειες να επικοινωνήσω με τον σύζυγο μου αλλά όταν έβλεπε τον αριθμό μου στο κινητό του το έκλεινε. Τελικά υποχρεώθηκα να επικοινωνήσω επανειλημμένα με ένα συνεργάτη του, τον Χ. Ρ., και να του ζητήσω να πει του συζύγου μου να επικοινωνήσει μαζί μου οπότε και με πήρε για πρώτη φορά ο σύζυγος μου τηλέφωνο για να μου ζητήσει να σταματήσω να τον ενοχλώ στη δουλειά τηλεφωνώντας του εκεί

προσπάθεια μου να του μιλήσω. Μου ζήτησε επίσης να μην ξαναεπικοινωνήσω μαζί του, και ότι η όποια επικοινωνία μαζί του θα έπρεπε να γίνεται μέσον του δικηγόρου του, χωρίς όμως να μου αναφέρει ποιος ήταν ο δικηγόρος του.» Όλα τα πιο πάνω που αναφέρονται

ένορκη δήλωση και συμπληρωματική ένορκη δήλωση της μητέρας, τα θεωρώ ορθά και αληθή. Τα ίδια επανέλαβε και κατά την αντεξέτασή της ούσα πιστή με τη γραμμή της Υπεράσπισής της. Η αντεξέτασή της όχι μόνο δε κλόνισε τις ένορκες δηλώσεις της αλλά τις ενδυνάμωσε, εφόσον οι απαντήσεις που έδινε η μητέρα ήταν σαφείς και ειλικρινείς. Η εκδοχή της μητέρας ενισχύεται και από την ένορκή δήλωση της Χ. Δ.. Παρατίθενται κατωτέρω οι §§ 12-18 της ένορκης δήλωσής της, τις οποίες θεωρώ ως τις πιο ουσιώδεις: «

  1. Γύρω στις 18 Μαΐου 2004, ενώ βρισκόμουν στο σαλόνι του διαμερίσματος μαζί με τον γαμπρό μου, μου τηλεφώνησε ο άντρας μου στο κινητό μου, και άρχισα να του λέω κάτι σιγά ώστε να μην μπορεί να ακούει. Ο γαμπρός μου έγινε ξαφνικά έξαλλος, και μου είπε δεν μου επιτρέπει να μιλώ στο σπίτι του χαμηλόφωνα και να μην μπορεί να ξέρει τι λέω. Εγώ του είπα ότι ο άντρας μου που μου τηλεφωνά και είναι προσωπικό μου θέμα τι του λέω και εκείνος απάντησε έξαλλος ότι ήταν δικό του σπίτι και αυτός έκανε κουμάντο ποιος μιλά σε ποιον. Ο γαμπρός μου είχε γίνει ολοκόκκινος και φώναζε. Εγώ φοβήθηκα και βγήκα έξω στο μπαλκόνι για να τον αποφύγω και αυτός άρχισε να με βρίζει, μου έβαζε κατάρες, ευχόταν να πεθάνω, να μη ζήσω, μου έλεγε καλά να πάθω ότι μου συνέβαινε στη ζωή μου. Τελικά για να τον αποφύγω έφυγα από το διαμέρισμα και βγήκα στο δρόμο και απομακρύνθηκα από την πολυκατοικία μέχρι να ηρεμίσει.
  2. Μετά από αυτό το επεισόδιο, αποφάσισα ότι έπρεπε να φύγω αμέσως από την Αθήνα κάτι που τους ανακοίνωσα. Επίσης τους ανάφερα ότι δεν θα ξαναερχόμουν

Αθήνα μετά από όσα συνέβηκαν οπότε θα έπρεπε να αποφασίσουν ότι αν θα έπαιρνα το παιδί μαζί μου

Κύπρο όπως μου είχαν πει, τότε αν ήθελαν να το δουν θα έπρεπε να έρχονται οι ίδιοι

Κύπρο να το βλέπουν γιατί εγώ δεν θα τους το ξαναέφερνα

Αθήνα. Ο γαμπρός είπε ότι δεν υπήρχε τρόπος να φροντίσουν οι ίδιοι το παιδί

Αθήνα και ότι θα έπρεπε οπωσδήποτε το παιδί να πάει Κύπρο όπως αρχικά είχε συμφωνηθεί. Τότε τους ανάφερα ότι επειδή θα έπρεπε να κάνω κάποιες εξετάσεις

Κύπρο και υπήρχε περίπτωση να χρειαστεί να κάνω κάποια επέμβαση, αν ήταν δυνατόν να κρατήσουν οι ίδιοι το παιδί

Κύπρο για λίγες μέρες μέχρι να είμαι έτοιμη να το αναλάβω. Ο ίδιος μου είπε πως αν έχω εγώ πρόβλημα θα έχει και εκείνος, και ότι όπως θα έπρεπε να πάει το παιδί σε σταθμό

Αθήνα, θα μπορεί να πάει

Κύπρο σε περίπτωση που εγώ θα έπρεπε να κάνω επέμβαση και ότι

Κύπρο το παιδί θα ήταν καλύτερα αφού εκεί υπήρχαν και άλλα πρόσωπα διαθέσιμα να το φροντίσουν όπως ο σύζυγος μου, οι γονείς μου ή η άλλη μου κόρη.

  1. Στο μεταξύ η κόρη μου με έπεισε να μην φύγω από την Αθήνα αμέσως αλλά να μείνω για λίγες ακόμα μέρες ώστε να μπορέσει να προετοιμάσει καλύτερα το παιδί και για να μπορέσουν να δουν το παιδί και οι συγγενείς του γαμπρού μου πριν φύγει. ΄Έτσι άλλαξα το εισητήριο μου από τις 12 Ιουνίου 2004 που είχα κρατήσει για να επιστρέψω, για τις 27 Μαΐου 2004, καταβάλλοντας και κάποιο πρόστιμο για την αλλαγή της ημερομηνίας.
  2. Τις επόμενες μέρες ήρθαν στο σπίτι για να αποχαιρετίσουν το παιδί οι στενοί συγγενείς του γαμπρού μου πλην της μητέρας του η οποία δεν ήθελε να έχει σχέσεις μαζί του.
  3. Στις 27 Μαΐου 2004 με πήραν στο αεροδρόμιο με το παιδί η κόρη μου με τον γαμπρό μου. Μαζί μας μεταφέραμε και όλα τα πράγματα του παιδιού που υπήρχαν

Αθήνα, ακόμα και στο παρκοκρέβατο του το οποίο μάλιστα συσκεύασε ο ίδιος ο γαμπρός μου, καθώς και την άμαξα του παιδιού που είχαμε

Αθήνα και το παιδικό κάθισμα του αυτοκινήτου

Κύπρο, αφού το παιδί δεν θα ξαναερχόταν

Αθήνα. Ήταν τόσες πολλές οι αποσκευές με τα πράγματα του παιδιού που μεταφέραμε που χρειάστηκε να πάμε στο αεροδρόμιο με δυο αυτοκίνητα. Επειδή θα έπρεπε να πάρω πολλά πράγματα μαζί μου, φρόντισα πριν φύγω να πάρω τηλέφωνο μια γνωστή μου η οποία ονομάζεται Ι. Δ. η οποία εργάζεται στο Δήμο Παιανίας της οποίας ο σύζυγος που ονομάζεται Π. Δ. εργάζεται στις Κυπριακές Αερογραμμές για να μπορέσουμε να βάλουμε όλες τις αποσκευές στο αεροπλάνο χωρίς να μας δημιουργήσουν πρόβλημα αφού όπως τους είπα το παιδί θα μετακόμιζε

Κύπρο.

  1. Το εισητήριο του παιδιού το πήραμε από το αεροδρόμιο και το εισητήριο δεν ήταν μετ΄ επιστροφής αλλά μονής διαδρομής γεγονός που γνώριζε ο γαμπρός μου αφού ήταν δίπλα μου όταν το πήρα και μαζί ζητήσαμε να δοθεί στο παιδί μισό εισητήριο, δηλαδή μιας διαδρομής αντί για εισητήριο μετ΄ επιστροφής.
  2. Έκτοτε, το παιδί διαμένει στο σπίτι μας στη Λευκωσία όπου το φροντίζει η κόρη μου, μαζί μου. Από τις 27 Μαΐου 2004, ο γαμπρός μου ουδέποτε επιδίωξε ποτέ να έρθει να το δει.

πραγματικότητα, ο γαμπρός μου ουδέποτε ενδιαφέρθηκε για το παιδί και η αίτηση για επιστροφή του παιδιού

Αθήνα έχει ως μοναδικό στόχο να εκδικηθεί την κόρη μου.» Η εκδοχή της μητέρας ενισχύεται και από την ένορκη δήλωση της Μ. (Μ.) Σ. Κατωτέρω παρατίθενται οι §§ 1-4 της ένορκης δήλωσής της: «Ο [sic] πιο κάτω υπογεγραμμένος [sic] Μ. (Μ.) Σ. από [ ] 9Α, [ ], Λευκωσία, ορκίζομαι και λέω τα ακόλουθα:

  1. Γνωρίζω την καθ΄ ης η αίτηση αφού το σπίτι μου βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το πατρικό της σπίτι στον [ ]. Έχω επίσης πολύ καλές σχέσεις με την μητέρα της καθ΄ ης η αίτηση Χ. Δ.
  2. Τον Μάιο 2004 είχα επισκεφθεί την Αθήνα με τον γιο μου για λίγες μέρες για να επισκεφθούμε την κόρη μου η οποία σπουδάζει εκεί.
  3. Επειδή γνώριζα ότι εκείνη την περίοδο η κυρία Χ. βρισκόταν επίσης

Αθήνα όπου είχε πάει για να δουν οι διάδικοι το παιδί το οποίο φρόντιζε η ίδια

Κύπρο, ήρθα σε επαφή μαζί της. Η κυρία Χ. με προσκάλεσε το Σάββατο 22 Μαΐου 2004 να πάω με τα παιδιά μου στο σπίτι τους για φαγητό το μεσημέρι, διότι είχαν προσκαλέσει τους συγγενείς του συζύγου της για να δουν το μωρό πριν να φύγει για να επιστρέψει

Κύπρο. 4. Πράγματι πήγαμε στο σπίτι της καθ΄ ης η αίτηση και του συζύγου της το οποίο ήταν αναστατωμένο και φαινόταν ότι γινόταν μετακόμιση. Όταν ρώτησα τι συμβαίνει μου ανάφεραν ότι μάζευαν όλα τα πράγματα του παιδιού των διαδίκων για να τα μεταφέρουν

Κύπρο. Εγώ και τα παιδιά μου βοηθήσαμε την κυρία Χ. και την καθ΄ ης η αίτηση στο μάζεμα των πραγμάτων του παιδιού,

παρουσία του συζύγου της καθ΄ ης η αίτηση. Επειδή τα πράγματα που έπρεπε να πάρουν ήταν πάρα πολλά και επειδή είχαμε έρθει

Αθήνα μόνο για 3-4 μέρες και άρα είχαμε φέρει με το γιο μου μόνο μια αποσκευή, προσφέρθηκα να πάρω μαζί μου μια βαλίτσα με πράγματα του παιδιού. Πράγματι η καθ΄ ης η αίτηση και ο σύζυγος της μου έδωσαν μια βαλίτσα με ρούχα του παιδιού την οποία μετέφερα

Κύπρο.» Οι ένορκες δηλώσεις της Χ. Δ. και Μ. Σ. και η μαρτυρία που έδωσαν αντεξεταζόμενες, ανατρέπουν τον ισχυρισμό του πατέρα ότι έμαθε ότι το παιδί θα έφευγε για Κύπρο στις 27/5/04. Παρά το επεισόδιο που επισυνέβη μεταξύ του πατέρα και της πεθεράς του, ο πρώτος συνόδευσε την τελευταία για αλλαγή του εισιτηρίου της και του παιδιού και ήταν παρών, όταν το εισιτήριο εκδόθηκε ως μονής διαδρομής. Αντίθετα ο πατέρας δεν είχε καθόλου καλές σχέσεις με τη μητέρα του. Όπως η Καθ΄ ης η Αίτηση αναφέρει

§ 11

της ένορκης δήλωσής της, που συνοδεύει την ένσταση της, κάνοντας παραπομπή στο Τεκμήριο Α, o Β. Σ. πήρε εξώδικο με ημερ. 5/2/03 από τη μητέρα του, η οποία του απαγόρευε να έχει οποιαδήποτε επαφή μαζί της. Παρόλο ότι το θέμα αυτό δεν είναι επίδικο, ωστόσο ξενίζει οποιονδήποτε το ακούει ως προς το πού οι ανθρώπινες σχέσεις και μάλιστα γονέα προς τέκνο μπορεί κάποτε να καταλήξουν αλλά και εξηγεί γιατί οι γονείς

προκείμενη περίπτωση προσέτρεξαν εν τέλει στις υπηρεσίες της μόνης εναπομένουσας γιαγιάς να φροντίζει το παιδί τους, δηλαδή της πεθεράς του πατέρα, παρόλα τα προβλήματα που αυτή είχε με τον γαμπρό της. O πατέρας για να αμφισβητήσει την εκδοχή της μητέρας ήγειρε δύο σημεία: (α) το ότι ενοικίασε ένα διαμέρισμα 2 υπνοδωματίων

Αθήνα τον Μάρτιο του 2004 και (β) το γεγονός ότι προχώρησε

καταγγελία της απαγωγής. Ως προς το πρώτο σημείο, δηλαδή την ενοικίαση διαμερίσματος, η μητέρα ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούμε να δεχθούμε ότι ένας κοινός λογικός μέσος άνθρωπος, Κύπριος, είναι διαφορετικός από ένα μέσο Ελλαδίτη και ότι οι συνθήκες ζωής

Κύπρο είναι διαφορετικές από τις συνθήκες ζωής

Ελλάδα. Κατά τη μητέρα, ένα διαμέρισμα δυο υπνοδωματίων

Αθήνα με μηνιαίο ενοίκιο £350 δεν αποτελεί τίποτε παραπάνω από ένα μικρό διαμέρισμα για τις ανάγκες δυο ατόμων. Το προηγούμενο διαμέρισμα που έμεναν οι γονείς ήταν του ενός υπνοδωματίου, το οποίο κατά την μητέρα ήταν ακατάλληλο, γιατί είχε σοβαρά προβλήματα υγρασίας. Ο πατέρας επιδίωξε να παραμείνει σ' αυτό και μετά την λήξη του συμβολαίου, όμως δεν δεχόταν η ιδιοκτήτρια, γι΄ αυτό και ο πατέρας αναγκάστηκε να εξεύρει άλλο διαμέρισμα. Κατά συνέπεια η ενοικίαση του διαμερίσματος των £350 μηνιαίως ήταν υπό τις περιστάσεις το πιο μικρό διαμέρισμα που λογικά θα μπορούσε να ενοικιάσει ο πατέρας με ετήσιο εισόδημα περίπου 40.000 Ευρώ. Κατά την αγόρευσή της η μητέρα επισήμανε πως οι γονείς προγραμμάτιζαν αφενός να εγκατασταθούν

Κύπρο όταν θα έκρινε ο πατέρας ότι ήταν επαγγελματικά για τον ίδιο ο κατάλληλος χρόνος, όμως αποφάσισαν πως αυτή η μετακίνηση δε θα γινόταν τον Μάρτιο του 2004, διότι έκρινε ο πατέρας ότι δεν ήταν ο κατάλληλος χρόνος επαγγελματικά να αλλάξει κλάδο και ήθελε να παραμείνει περισσότερο χρόνο

Αθήνα για απόκτηση εμπειρίας. Η μητέρα επισήμανε επίσης πως με αυτό το δεδομένο και με δεδομένο ότι σύμφωνα με την εκδοχή της, η συμφωνία τους ήταν ότι θα αναλάμβανε τη φροντίδα του παιδιού η γιαγιά, το παιδί θα βρισκόταν

Κύπρο και θα ερχόταν

Αθήνα μόνο όταν θα το επέτρεπε το πρόγραμμα της γιαγιάς και θα ερχόταν η γιαγιά με το παιδί να τους βλέπει και θα ήταν φιλοξενούμενη στο ενοικιαζόμενο διαμέρισμα. Κατά συνέπεια το διαμέρισμα των δυο υπνοδωματίων ήταν το πιο μικρό που θα μπορούσε να ενοικιάσει ο πατέρας, νοουμένου ότι θα φιλοξενούσαν και τη γιαγιά, όταν θα τους έφερνε το παιδί. Σε σχέση με το δεύτερο σημείο, δηλαδή την προώθηση της καταγγελίας του πατέρα για απαγωγή, η θέση της μητέρας είναι ότι η καταγγελία αυτή έγινε γιατί ο πατέρας άλλαξε γνώμη μετά που μεσολάβησε η μόνιμη διάσταση, η μήνυση για επίθεση με αποτέλεσμα να κινδυνεύει ο πατέρας να συλληφθεί άμεσα και η επιβεβαίωση του οριστικού της διάστασης με τη μεταφορά όλων των αντικειμένων της μητέρας από το διαμέρισμα στις 29/6/2004. Όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα κατά τη μητέρα να αλλάξει γνώμη ο πατέρας και να απαιτήσει την επιστροφή του παιδιού

Ελλάδα και γι' αυτό επιχείρησε αυτές τις ενέργειες. Ασπάζομαι αυτή την εκδοχή της μητέρας ως ανταποκρινόμενη

πραγματικότητα. Δεν πιστεύω καθόλου τον πατέρα ότι η πεθερά του μαζί με τη σύζυγο του συνωμότησαν και τον ξεγέλασαν καταστρώνοντας ένα σχέδιο για να του αποστερήσουν το παιδί του. Ο πατέρας κάθε άλλο από αφελής ήταν. Η μητέρα τον περιγράφει ως «τσάρο» στο σπίτι που ότι ήθελε έκανε, ακόμη και πρόγραμμα καθημερινής εργασίας έβαζε

πεθερά του. Απεναντίας ο πατέρας, κρίνω ότι επινόησε το σχέδιο απαγωγής, όταν διαπίστωσε ότι η διάσταση με τη σύζυγό του ήταν οριστική. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της μητέρας

αγόρευσή του ισχυρίστηκε πως δεν έπρεπε να τίθεται θέμα εφαρμογής της Σύμβασης της Χάγης για τις Αστικές Πτυχές της Διεθνούς Απαγωγής Παιδιών,

προκείμενη περίπτωση, διότι υπό τις συνθήκες που έγινε η μετακίνηση

Κύπρο στις 27/5/04, από την ημέρα εκείνη έπαυσε το παιδί να έχει τη συνήθη διαμονή του

Ελλάδα και κατ΄ επέκταση δεν εγείρεται θέμα παράνομης μετακίνησης ή κατακράτησής του με βάση το άρθρο 3 της Σύμβασης. Μεταξύ άλλων αυθεντιών παραπομπή έγινε και

Re M (Abduction: Habitual Residence) [1996] 1 FLR 887. Παρατίθενται δύο σχετικά αποσπάσματα από τη σελ. 896 της απόφασης αυτής: "In the present case the child's parents, having joint parental responsibility, determined that the child should reside indefinitely in India. The child took up residence in India accordingly and in due time became habitually resident there. He is still physically present and resident in India. He has not yet returned to this country. How can be possibly be said to be resident in England, let alone habitually resident here? What has happened to change the child's place of residence? The answer given by the judge is that the mother has unilaterally decided that the child should return here and become habitually resident here. Since she does not have sole parental responsibility, even her unilateral act in removing the child from India to England without the father's consent would not effect a change in the child's place of habitual residence in India. A fortiori, therefore, her mere unilateral decision, without any physical change in the child's place of residence, cannot possibly alter the place of his habitual residence, any more than could the father's decision to the contrary effect. But even if the mother had sole parental responsibility, her decision that the child should return and become habitually resident here would not make the child resident here while he remained present in India; if, pursuant to ther decision, the child returned here, he would become resident here, and if he remained in England for long enough he would become habitually resident here - see Re M (Minors) (Residence Order: Juisdiciotn) [1993] 1 FLR 495." "But the correctness of the judge's reasoning can be tested by supposing the case of a single parent with sole parental responsibility resident in England who sends her child to live permanently with her parents or other relatives in, say, Australia. The child becomes habitually resident in Australia. Many years pass and the mother then changes her mind and decides that the child should return to live with her in this country. The relatives having physical care of the child object. Where is the dispute to be tried? The only possible answer is Australia." Ο ευπαίδευτος συνήγορος της μητέρας κατά την αγόρευση του τόνισε το γεγονός ότι εφόσον το παιδί ήλθε

Κύπρο μαζί με όλα τα υπάρχοντά του και συνοδεύτηκε στο αεροδρόμιο και από τους δύο γονείς, δεν υπάρχει αμφιβολία για την πρόθεση των γονέων του για εγκατάσταση του παιδιού μαζί με τη γιαγιά του

Κύπρο. Παραπομπή έγινε

Re F (A Minor) (Child Abduction) [1992] 1 FLR 548 και ιδιαίτερα στο εξής απόσπασμα από τη σελ . 555: "There was an accumulation of evidence which, put together, became compelling in the absent of any credible explanation from the father. The explanation of the father as to the nineteen packing cases - to make the extended stay more enjoyable - became inherently improbable upon looking at the list of the items sent by sea. Russell LJ, during the argument, queried the existence of the picture, for the inclusion of which the explanation from counsel was that, for sentimental reasons, it went with the family for this extended holiday. That is, perhaps, an extreme example, but the number of packing cases, in itself, is compelling evidence contrary to the suggestion of a holiday, even an extended one. The point about the tickets, in my judgment, is not sufficient to displace the evidence to the contrary." Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι δεν αποδείχθηκε απαγωγή του ανήλικου Ν.-Ν. από τη μητέρα του και από τη γιαγιά του. Η μετακίνηση του παιδιού

Κύπρο δεν ήταν παράνομη κατά το άρθρο 3 της Σύμβασης, γιατί δόθηκε η συναίνεση του πατέρα και τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 13(α) της Σύμβασης. Μάλιστα δεν θεωρώ ότι υπήρξε παράνομη κατακράτηση του παιδιού, γιατί δεν πιστεύω ότι το παιδί πήγε

Κύπρο για να μείνει μόνο για 10 μέρες με τη γιαγιά αλλά για να μείνει μαζί της, υπό τη φύλαξή της, μέχρι να αποφάσιζαν διαφορετικά και οι δύο γονείς. Για όλους τους ανωτέρω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Γ. Α. Σεργίδης, Πρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.