Τ. Ι. ν. Μ. Ι., Αρ. Αίτησης 116/05, 26/9/2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLEF:2005:14 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗΣ ΧΡΗΣΗΣ Αρ. Αίτησης 116/05 ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ.Α. ΣΕΡΓΙΔΗ, Πρ. Μεταξύ: Τ. Ι., [ ] 4, Άγιος Δομέτιος Αιτήτριας και Μ. Ι., [ ] 4, Άγιος Δομέτιος Καθ΄ ου η Αίτηση ----------------------------------- Moνομερής Αίτηση Αιτήτριας, ημερομηνίας 1/9/2005 26 Σεπτεμβρίου 2005. Για την Αιτήτρια: κ. Λ. Βραχίμης. Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Δ. Καλλής. Aκούει απόφαση κ. Δ. Διομήδους. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το επίδικο θέμα στην υπό κρίσιν αίτηση είναι αν θα πρέπει να διατηρηθεί σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 2/9/05, με το οποίο η Αιτήτρια εξασφάλισε την αποκλειστική χρήση της συζυγικής οικίας. Η ακρόαση της αίτησης μετά που καταχωρήθηκε ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως από τον Καθ΄ ου η Αίτηση, περιορίστηκε στην αντεξέταση των δύο μερών και στις αγορεύσεις τους. Από την αντεξέταση της Αιτήτριας διαφάνηκε ότι αυτή δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί και να κατανοήσει τα όσα αναγράφονται στην ένορκη δήλωσή της που συνοδεύει την μονομερή της Αίτηση. Γι΄ αυτό εξάλλου η Αιτήτρια κατά την αντεξέτασή της θεώρησε απαραίτητο να έχει τις υπηρεσίες διερμηνέως, η οποία να μεταφράζει τις ερωτήσεις σ΄ αυτή από τα Ελληνικά στα Αγγλικά και τις απαντήσεις της από τα Αγγλικά στα Ελληνικά. Η εν λόγω ένορκη δήλωσή της συντάχθηκε στα ελληνικά χωρίς αυτή να αντιλαμβάνεται τα όσα αναφέρονται σ΄ αυτή, ενώ η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση θα έπρεπε να γινόταν σε γλώσσα καταληπτή από την Αιτήτρια και να συνοδευόταν με μετάφρασή της, καθώς και από ένορκη δήλωση του μεταφραστή που να βεβαιώνει τη μετάφραση και να ενσωματώνει ως τεκμήριο, τόσο την πρωτότυπη ένορκη δήλωση, όσο και την μετάφρασή της. Τα κενά και οι ελλείψεις σε μια ένορκη δήλωση δεν μπορούν να αφεθούν να συμπληρώνονται με μαρτυρία. Αυτό αποφασίστηκε στην Re Νazar v. Kυπριακή Δημοκρατία,
(2003)1 ΑΑΔ 772, όπου στις σελίδες 776-777, ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κ. Φρ. Νικολαίδης, προσφυώς παρατηρεί τα ακόλουθα: «Πριν καταλήξω θα ήθελα να επισημάνω ένα τελευταίο σημείο. Η ένορκη δήλωση του Αιτητή που συνοδεύει την αίτηση είναι διατυπωμένη στα ελληνικά, αν και ο ενόρκως δηλών είναι Πακιστανός, ο οποίος, όπως αντιλαμβάνομαι, μιλά μόνο τη διάλεκτο Urdu. Κάτω από τη βεβαίωση του Πρωτοκολλητή (jurat) ότι ο ενόρκως δηλών ορκίστηκε και υπέγραψε ενώπιον του, έχει προστεθεί η ακόλουθη χειρόγραφη σημείωση: 'Το περιεχόμενο της Ε/Δ μεταφράστηκε ενώπιον μου στον εν. δηλούντα στα urdu (Πακιστάν) από τον Wagas Zafar Bhatti'. Θεωρώ τη διαδικασία που ακολουθήθηκε ως μη ικανοποιητική. Η ένορκη δήλωση συνιστά μαρτυρία και συνεπώς θα πρέπει να είναι συνταγμένη σε γλώσσα κατανοητή στον ενόρκως δηλούντα. Η ένορκη δήλωση θα έπρεπε να γίνεται στη γλώσσα του και να συνοδεύεται με μετάφραση της, καθώς και από ένορκη δήλωση του μεταφραστή που να βεβαιώνει τη μετάφραση και να ενσωματώνει ως τεκμήριο, τόσο την πρωτότυπη ένορκη δήλωση, όσο και τη μετάφρασή της (Halsbury' s Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, παραγρ. 321). Ενόρκως δηλών που δεν γνωρίζει την ελληνική, μπορεί να υπογράψει ένορκη δήλωση στα ελληνικά, νοουμένου ότι τόσο η ίδια η ένορκη δήλωση, όσο και ο όρκος έχουν προηγουμένως μεταφραστεί σ΄ αυτόν από μεταφραστή, ο οποίος επίσης ορκίζεται ως προς τη μετάφραση (Halsbury' s Laws of England, ανωτέρω, παραγρ. 314). Η σημείωση του Πρωτοκολλήτη δεν μπορεί να έχει οποιανδήποτε αξία, αφού, απλώς, στην καλύτερη περίπτωση, βεβαιώνει ότι το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης μεταφράστηκε στον ενόρκως δηλούντα από κάποιο πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι γνωρίζει τη γλώσσα του. Όπως έχει επισημανθεί και στην υπόθεση Ανδρέας Θεμιστοκλέους & Υιοί Λτδ κ.ά. v. Arizona Trading Co Ltd (1997 1 A.Α.Δ. 1354, τα κενά ή οι ελλείψεις σε μια ένορκη δήλωση δεν μπορούν να αφεθούν να συμπληρώνονται με μαρτυρία. Σκοπός της βεβαίωσης του Πρωτοκολλητή (jurat), είναι η αποφυγή, με τρόπο αναντίλεκτο, οποιωνδήποτε αμφισβητήσεων. (Βλέπε όμως In re El-Boustani
(1991)1 A.A.Δ. 736, 742). Την πεποίθηση μου ότι δεν είναι ανεκτή ένορκη δήλωση σε γλώσσα μη καταληπτή στο δηλούντα, ενισχύει και η σκέψη ότι ο ενόρκως δηλών, στην περίπτωση που η ένορκη του δήλωση δεν είναι αληθής, μπορεί να αποφύγει τις συνέπειες της ψευδορκίας του, ισχυριζόμενος ότι το περιεχόμενο της δήλωσής του δεν αποδόθηκε σωστά. Με τον ίδιο τρόπο αποφεύγονται και οι συνέπειες της έλλειψης ακρίβειας της μετάφρασης από το μεταφραστή, όταν αυτός δεν βεβαιώνει ενόρκως την ακρίβεια της μετάφρασής του.» Η πιο πάνω αρχή διακηρύχθηκε από τον ίδιο Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Re Φωτίου,
(2003)1 ΑΑΔ 782, όπου στην σελίδα 788, αναφέρονται τα εξής: «Η δεύτερη αιτήτρια είναι Ολλανδή υπήκοος και δεν γνωρίζει ελληνικά. Παρά ταύτα, η ένορκη δήλωση της που συνοδεύει την αίτηση είναι διατυπωμένη στα ελληνικά, ενώ στο τέλος επιβεβαιώνεται από Πρωτοκολλητή ότι η ενόρκως δηλούσα ορκίστηκε και υπόγραψε ενώπιόν του στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Είμαι της άποψης ότι η συγκεκριμένη δήλωση δεν συνιστά ένορκη δήλωση εντός της εννοίας του νόμου. Η ένορκη δήλωση θα πρέπει να γίνεται στη γλώσσα που αντιλαμβάνεται ο ενόρκως δηλών και να συνοδεύεται από μετάφραση της στα ελληνικά από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει τη συγκεκριμένη γλώσσα και το οποίο με δική του ένορκη δήλωση επιβεβαιώνει την ακρίβεια της μετάφρασης. Ένορκες δηλώσεις που είναι συντεταγμένες στα ελληνικά από πρόσωπα που δεν γνωρίζουν τη γλώσσα, δεν συνιστούν, κατά τη γνώμη μου, μαρτυρία και δεν πρέπει να λαμβάνονται υπ΄ όψιν (Αναφορικά με τον Saab Abbas Nazar
(2003)1 Α.Α.Δ. 772)» ΄Εχοντας υπόψη του την πιο πάνω νομολογία, το παρόν Δικαστήριο το οποίο στηρίχθηκε στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας, η οποία ήταν συνταγμένη σε μια γλώσσα μη κατανοητή σ΄ αυτή, ουσιαστικά είναι σαν να ενήργησε χωρίς να έχει ενώπιον του μαρτυρικό υλικό. Με άλλα λόγια, είναι σαν να μην υπήρχε ένορκη δήλωση ενώπιόν του και κατά συνέπειαν σαν να μην υπήρχαν γεγονότα ενώπιόν του πάνω στα οποία η αίτηση να μπορεί να στηριχθεί. Αυτό αντιβαίνει προς την Δ.48, Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, δυνάμει της οποίας είναι επιτακτικό όπως κάθε αίτηση γίνεται γραπτώς και υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση εφόσον τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται δεν φαίνονται στα πρακτικά του Δικαστηρίου. (Βλ. σχετικά Re Geningconsult (Cyprus) Ltd, αρ. Αιτ. 30/2001, ημερ. 30 Μαρτίου 2001, μη δημοσιευθείσα). Ο Καθ' ου η Αίτηση στην ένστασή του κάνει αναφορά στη Δ.48.1 και στη Δ. 39 ΘΘ- 5 και 13, ισχυριζόμενος στον λόγο Β της ένστασης, ότι παρατέθηκαν από την Αιτήτρια ανύπαρκτα γεγονότα και στον λόγο Θ ότι η ένορκη δήλωσή της θα πρέπει να αγνοηθεί καθότι δεν έχει τεθεί με τον σωστό τρόπο. Στην ένστασή του, κάνει επίσης αναφορά στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, και στο άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, η εφαρμογή των οποίων προϋποθέτει βεβαίως την ύπαρξη γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου. Το επίδικο θέμα μπορεί και το ίδιο το Δικαστήριο να το εξετάσει αυτεπάγγελτα έστω και αν ακόμα δεν εγειρόταν στην ένσταση από την άλλη πλευρά εφόσον το θέμα αφορά και τη δικαιοδοσία του. Ως εκ τούτου, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Εκτός από το θέμα της μη ύπαρξης γεγονότων ενώπιον του δικαστηρίου και της μη ύπαρξης δικαιοδοσίας, η παράλειψη της Αιτήτριας να αναφερθεί στην ένορκη δήλωσή της πως η ελληνική γλώσσα δεν είναι γλώσσα καταληπτή σ' αυτή, είναι λόγος από μόνος του ουσιώδης για απόρριψη της Αίτησης. Και τούτο γιατί η παράλειψη αυτή αφορά τη βάση πάνω στην οποία στηρίζεται οποιοδήποτε άλλο γεγονός. Σε αντίθεση με την υπόθεση Nazar όπου υπήρχε βεβαίωση από τον Πρωτοκολλητή πως το περιεχόμενο της ένορκής δήλωσης μεταφράστηκε ενώπιόν του στον εν λόγω ενόρκως δηλούντα στη γλώσσα του από κάποιο διερμηνέα, τίποτε παρόμοιο δεν έγινε στην παρούσα υπόθεση. Απλά στην παρούσα υπόθεση κατά την επανεξέταση της Αιτήτριας αυτή δήλωσε πως η ένορκη δήλωσή της τής μεταφράστηκε λέξη προς λέξη και πρόταση προς πρόταση στο γραφείο των δικηγόρων της. Κατά συνέπειαν στην προκείμενη περίπτωση υπάρχει ένας επιπλέον λόγος γιατί η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Σε μια πρόσφατη υπόθεση Re Sagor v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπ. Αρ. 1041/2994, ημερομηνίας 8/2/2005, η έντιμη Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κυρία ΄Εφη Παπαδοπούλου, χωρίς να αναφερθεί στην πιο πάνω νομολογία, φαίνεται πως ακολούθησε διαφορετική γραμμή εφόσον παρά την αδυναμία του αιτητή να κατανοήσει τα όσα αναγράφονταν στην ένορκη δήλωσή του, προχώρησε και εξέτασε τους ισχυρισμούς που προβάλλονταν στην ένορκη δήλωσή του και στην ένορκη κατάθεσή του. Βεβαίως διαφέρει η υπόθεση εκείνη από την υπό κρίσιν αίτηση γιατί στην πρώτη ρητά αναφέρεται στην § 8 της ένορκης δήλωσης του αιτητή ότι το περιεχόμενό της, τού έχει μεταφραστεί. Αυτό δεν αρκούσε κατά το Δικαστήριο στην Sagor, και το όλο θέμα κρίθηκε ως παρατυπία. Τίποτε παρόμοιο με το τι αναφέρεται όμως στην § 8 της ένορκης δήλωσης της υπόθεσης εκείνης, δεν αναφέρεται στη παρούσα υπόθεση η οποία εξάλλου αφορά μονομερή αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος που όλα τα ουσιώδη γεγονότα θα πρέπει να τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου ως θέμα υψίστης πίστεως (uberrima fides) (Στυλιανού v. Στυλιανού,
(1992)1 ΑΑΔ 585, 587). Παρά την διαφοροποίηση της παρούσας υπόθεσης με την Sagor, μεταξύ της Sagor και της Nazar που ακολουθήθηκε και στη Φωτίου, θεωρώ, με όλο το σεβασμό, ως ορθότερες, τις δύο τελευταίες, των οποίων και τις αρχές ακολουθώ στην προκείμενη υπόθεση. Οι παρατηρήσεις που τίθενται από το Δικαστήριο στην τελευταία παράγραφο του αποσπάσματος από την Re Nazar, ενισχύουν και την δική μου πεποίθηση ότι δεν είναι ανεκτή ένορκη δήλωση σε γλώσσα μη καταληπτή στο δηλούντα. Πέραν των πιο πάνω λόγων, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί επειδή υπήρχαν ουσιώδεις παραλείψεις από την Αιτήτρια στην ένορκη δήλωση της. Επισημαίνω δύο από τις πιο βασικές παραλείψεις της. Η Αιτήτρια παρέλειψε να αναφέρει ότι μέρος του συζυγικού οίκου λειτουργούσε σαν γραφείο των επιχειρήσεων του Καθ΄ ου η Αίτηση στο οποίο εργαζόταν ο ίδιος, και δεύτερο ότι μέρος της συζυγικής κατοικίας θα μπορούσε εύκολα να χωριζόταν και να λειτουργούσε ως ξεχωριστό διαμέρισμα. Αν μου είχαν τεθεί αυτά τα γεγονότα ενώπιόν μου δεν θα εξέδιδα το προσωρινό Διάταγμα χωρίς τουλάχιστον να ακούσω τον Καθ΄ου η Αιτήση. Με βάση όλα τα πιο πάνω, η Αίτηση απορρίπτεται, και το προσωρινό Διάταγμα ακυρώνεται, με έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ του Καθ΄ ου η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Γ. Α. Σεργίδης, Πρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο