Κώστα Σ. Δημητρίου ν. Γεωργίας Σ. Κκαμάρη, Αρ. Αίτησης: 4/2006, 1 Δεκεμβρίου 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLAR:2006:2 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Κούσιου-Χρυσανδρέα, Προσ. Δ. Αρ. Αίτησης: 4/2006 Μεταξύ: Κώστα Σ. Δημητρίου, από το Ξυλοφάγου Αιτητή ΚΑΙ Γεωργίας Σ. Κκαμάρη, Αγίας Μαρίνας 7, 5380 Δερύνεια Καθ΄ης η Αίτηση Μονομερής αίτηση ημερομηνίας 21.3.2006 Ημερομηνία: 1 Δεκεμβρίου 2006 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κ. Γ. Μιντής Για Καθ΄ης η αίτηση: κ. Γιαλελής για κ. M. Ξ. Ιωάννου και Συνεργάτες (για να ακούσει την απόφαση ο κ. Π. Παύλου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Αιτητής, με την εναρκτήρια αίτησή του ημερομηνίας 21.3.06, ζητά τις πιο κάτω θεραπείες: "Α. Απόφαση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ρυθμίζονται οι περιουσιακές σχέσεις του Αιτητή και της Καθ΄ης η Αίτηση ως τέως συζύγων και/ή με το οποίο να καθορίζεται η συνεισφορά εκάστου από αυτούς στην απόκτηση και/ή τη δημιουργία της κινητής και ακίνητης περιουσίας η οποία αποκτήθηκε με την προοπτική του γάμου τους και/ή με τη σύναψη του γάμου τους. Β. Απόφαση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να καθορίζεται και/ή αναγνωρίζεται ότι ο Αιτητής δικαιούται και/ή συνέβαλε στην απόκτηση και/ή δημιουργία και/ή αύξηση τής με την προοπτική το γάμο και/ή τής μετά το γάμο δημιουργηθείσας περιουσίας τους ως συζύγων κατά το ½ και/ή οποιοδήποτε άλλο μερίδιο κρίνει ορθό και δίκαιο το Δικαστήριο επί ενός εκάστου περιουσιακού στοιχείου. Γ. Απόφαση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου ότι ο Αιτητής συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας της Καθ΄ης η Αίτηση κατά το ½ και/ή κατά 50%. Δ. Απόφαση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η Καθ΄ης η Αίτηση όπως μεταβιβάσει στον Αιτητή το ½ της αύξησης της περιουσίας της, τόσο της κινητής όσο και της ακίνητης και/ή οποιοδήποτε άλλο μερίδιο κρίνει το Δικαστήριο ορθό, η οποία αύξηση επιτεύχθηκε ως αποτέλεσμα της συμβολής και/ή συνεισφοράς του Αιτητή λόγω της προοπτικής του γάμου τους και/ή κατά τη διάρκεια του γάμου τους. Ε. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο Αιτητής δικαιούται στην εγγραφή του ½ μεριδίου του όλου του οικοπέδου και της κατοικίας που ανεγέρθηκε στο Δήμο Δερύνειας στην οδό Αγ. Μαρίνας 7 και το οποίο φέρει αριθμό εγγραφής 9703, αριθμό τεμαχίου 6185, Τμήμα 5, Αριθμός Κτηματικού Σχεδίου : 2-286-380. ΣΤ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η Καθ΄ης η Αίτηση όπως μεταβιβάσει στον Αιτητή το ½ μερίδιο του όλου του ως άνω οικοπέδου και της περιγραφόμενης ως άνω κατοικίας και της κινητής περιουσίας και εξοπλισμού της ή διαζευκτικό διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον την Καθ΄ης η Αίτηση να καταβάλει στον Αιτητή ποσό £95000= που αποτελεί το ½ της δίκαιης αξίας της ως άνω περιγραφόμενης ακίνητης περιουσίας και/ή εξοπλισμού της. Ζ. Νόμιμο τόκο επί παντός επιδικασθησόμενου ποσού και/ή όσων αξιώσεων αποτιμηθούν σε χρήματα από τη γένεση της αξίωσης επί έκαστου ποσού μέχρις εξόφλησης. Η. Οποιοδήποτε διάταγμα και/ή θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη και πρέπουσα κάτω από τις περιστάσεις. Θ. ΄Εξοδα της Αίτησης. Ι. Φ.Π.Α. επί των εξόδων (Αρ. Μητρώου 00588483Ρ). Κ. ΄Εξοδα επίδοσης". Στις 27.3.06 ο Αιτητής πέτυχε, με βάση τη μονομερή αίτησή του ημερομηνίας 21.3.06, να εκδοθεί προσωρινό διάταγμα με το οποίο "απαγορεύεται στην Καθ΄ης η Αίτηση από του να πωλήσει, υποθηκεύσει, μεταβιβάσει, διαθέσει και/ή με οποιονδήποτε τρόπο αποξενώσει την ακίνητη περιουσία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα της με αρ. εγγραφής 9703, αρ. τεμαχίου 6185, τμήμα 5, αριθμό κτηματικού σχεδίου 2-286-380, στον Δήμο Δερύνειας". Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 4, 5, 6, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60), στους Θεσμούς 1-4 και 8-13 της Διαταγής 48 των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών, στον περί της Πρώτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμο (Ν.95/89), στο άρθρο 17
(1)του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου Ν.23/90, στο άρθρο 14 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου (Ν.239/91), στον περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Διαδικαστικό Κανονισμό του 1990 (Δ.Κ. 2/90), επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η Αίτηση αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή ημερ. 21.3.2006 και αυτά σε συντομία είναι τα εξής: Οι διάδικοι είναι πρώην σύζυγοι. Η διάσταση στις σχέσεις τους επήλθε στις 12.2.2002 και ο γάμος τους λύθηκε στις 31.3.
- Από το γάμο τους δεν απέκτησαν παιδιά. Στο οικόπεδο που αφορά τόσο η κυρίως αίτηση όσο και το προσωρινό διάταγμα και είναι ιδιοκτησία της Καθ΄ης η αίτηση, οι διάδικοι ανήγειραν μετά τον αρραβώνα τους και με την προοπτική του γάμου τους, τη συζυγική τους κατοικία, η οποία στοίχισε ΛΚ.70,
- Ο Αιτητής συνεισέφερε για το κτίσιμο της εν λόγω κατοικίας ΛΚ.60,000, ποσό το οποίο προέρχεται από δάνεια, είσπραξη ταμείου προνοίας, απολαβές από την εργασία του μεταξύ των ετών 1995 και 2001 και την αναλογία που θεωρεί ότι δικαιούται από "τα ξημερώματα" των αρραβώνων και του γάμου. Πέραν τούτων αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια της συμβίωσης των διαδίκων είχε την ευθύνη για τη διατροφή της οικογένειας και για το νοικοκυριό και τη γενικότερη συντήρηση του σπιτιού, αντίθετα με την Καθ΄ης η Αίτηση της οποίας η προσφορά ήταν μηδαμινή και η οποία ξόδευε τα χρήματα που κέρδιζε από τις κατά καιρούς εργασίες της σε προσωπικές διασκεδάσεις και ρούχα. Διατίνεται τέλος ότι υπάρχει άμεσος κίνδυνος αποξένωσης του επίδικου ακινήτου, με αποτέλεσμα να εμποδιστεί στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του. Η Καθ΄ης η αίτηση αντέδρασε καταχωρώντας ένσταση στις 26.5.06, η οποία βασίζεται πάνω στην ίδια νομική βάση όπως η αίτηση. Στην ένσταση της προβάλλει, προς άρση της ισχύος του διατάγματος, τους ακόλουθους λόγους: "
- Ο Αιτητής απέκρυψε από το Δικαστήριο και/ή εσκεμμένως δεν αποκάλυψε ουσιώδη γεγονότα.
- Ο Αιτητής δεν δεικνύει οποιαδήποτε βάση αίτησης σε βαθμό που να θεωρείται βάσιμη.
- Ο Αιτητής δεν δίδει λεπτομέρειες για τους λόγους που καθυστέρησε - από το 2004 που εκδόθηκε το διαζύγιο από το Οικογενειακό Δικαστήριο Αμμοχώστου μέχρι σήμερα - να ζητήσει θεραπεία.
- Ο Αιτητής δεν δίδει ικανοποιητικές λεπτομέρειες, αναφορικά με τους ισχυρισμούς του για την υποτιθέμενη πρόθεση της Καθ΄ης η Αίτηση να πωλήσει και/ή αποξενώσει την κυριότητα της επίδικης περιουσίας.
- Η παρούσα διαδικασία αποτελεί κατάχρηση των διαδικασιών του Δικαστηρίου.
- Δεν πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου." Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, η Καθ΄ης η αίτηση παρόλο που δέχεται ότι με τον Αιτητή είναι πρώην σύζυγοι και ότι, μετά τον αρραβώνα τους και με την προοπτική του γάμου τους, ανήγειραν στο επίδικο ακίνητο, που είναι ιδιοκτησία της, τη συζυγική τους κατοικία, αρνείται πως ο Αιτητής συνεισέφερε οποιοδήποτε ποσό για το σκοπό αυτό, υποστηρίζοντας πως όλες οι εργασίες για το κτίσιμο της κατοικίας έγιναν από τον πατέρα της. Αναφέρει πως σε συγκεκριμένο δάνειο στο οποίο αναφέρθηκε ο Αιτητής είναι και η ίδια συνοφειλέτης και σήμερα το εν λόγω δάνειο αποπληρώνει μόνο αυτή. Το στοιχείο του κατεπείγοντος, σύμφωνα με την Καθ΄ης η αίτηση αναιρείται εφόσον ο Αιτητής δεν δικαιολόγησε την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε μεταξύ του χρόνου έκδοσης του διαζυγίου στις 31.3.2004 και του χρόνου που απευθύνθηκε στο Δικαστήριο για τη συγκεκριμένη θεραπεία. Ακόμα είναι ισχυρισμός της ότι ο Αιτητής απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα. Τέλος είναι η θέση της ότι από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Αιτητή δεν στοιχειοθετείται οποιοσδήποτε κίνδυνος για αποξένωση του δεσμευθέντος ακινήτου. Κανένας από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκε και οι συνήγοροι αγόρευσαν επί των θέσεων τους. Αγορεύοντας προς υποστήριξη της αίτησης του και της συνέχισης της ισχύος του διατάγματος, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή εισηγήθηκε ότι ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που καθιέρωσε η νομολογία για την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος και ότι τα γεγονότα είναι τέτοια που και με το κριτήριο του ισοζυγίου της ευκολίας θα πρέπει να διαταχθεί η συνέχιση του εκδοθέντος διατάγματος. Ήταν η θέση του κ. Μιντή ότι κανένας λόγος ένστασης της Καθ΄ης η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Υπεραμύνθηκε της θέσης πως δεν υπήρξε απόκρυψη γεγονότων ούτε και οποιαδήποτε καθυστέρηση που να αναιρεί το στοιχείο του κατεπείγοντος. Τέλος εισηγήθηκε ότι υπάρχει σαφής και θετική μαρτυρία για την πρόθεση της Καθ΄ης η αίτηση να αποξενώσει το επίδικο ακίνητο. Αντίθετα ο κ. Γιαλελής, εκ μέρους της Καθ΄ης η αίτηση υποστήριξε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια που θέτει ο Νόμος ούτως ώστε το προσωρινό διάταγμα να οριστικοποιηθεί. Τόνισε ότι στην υποστηρίζουσα την αίτηση ένορκη δήλωση, δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε πληροφορία ή στοιχείο, που να καταδεικνύει το κατεπείγον στην έκδοση διατάγματος με μονομερή αίτηση. Επίσης δεν δικαιολογείται με οποιοδήποτε τρόπο η παρέλευση δύο χρόνων περίπου από την έκδοση διαζυγίου μέχρι το χρόνο που ζητήθηκε το προσωρινό διάταγμα, ούτε και δόθηκαν λεπτομέρειες ως προς τη συνεισφορά του Αιτητή. ΄Εχοντας συνοψίσει τόσο την ενώπιόν μου μαρτυρία όσο και τις αντίστοιχες θέσεις των δύο πλευρών, θα προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης. Πριν προχωρήσω όμως περαιτέρω, θεωρώ επιβεβλημένο να διευκρινίσω ότι η προσέγγισή μου στο συγκεκριμένο θέμα θα γίνει με αποκλειστικό οδηγό τη νομολογιακά καθιερωμένη αρχή σύμφωνα με την οποία στο στάδιο εξέτασης αίτησης για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος με βάση τις πρόνοιες των άρθρων 4 - 9 του Κεφ. 6 και του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 το Δικαστήριο δεν εξετάζει την ουσία της αίτησης ούτε και είναι επιθυμητό να προσπαθήσει να αποφασίσει με βάση τη μαρτυρία που έχει ενώπιόν του τα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία τελικά θα κριθεί η όλη απαίτηση του Αιτητή. Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι αντικείμενο της εξέτασης σε τέτοιες αιτήσεις είναι το κατά πόσον πληρούνται ή όχι οι απαραίτητες για την έκδοση του διατάγματος προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων είναι και η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση και ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιόν του μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσον είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα και οποιαδήποτε εξέταση της μαρτυρίας με σκοπό την εξαγωγή συμπερασμάτων τα οποία ενδεχομένως να προκαταλάβουν τα τελικά συμπεράσματα ή να τα παραβλάψουν πρέπει να αποφεύγεται, γιατί το μόνο αρμόδιο για εξαγωγή τέτοιων συμπερασμάτων σώμα είναι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου θα εκδικαστεί η υπόθεση. (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 σελ. 269 - 270, Demades Overseas Ltd v. Studio Ma. St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799 και Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 788). Οι πρόνοιες του άρθρου 4
(1)του Κεφ. 6 αναφέρονται και περιορίζονται στη δυνατότητα έκδοσης διατάγματος σε σχέση με περιουσία η οποία είναι αντικείμενο της αίτησης. (Βλ. π.χ. Cyprus Palestine Plantations v. Olivier & Co (Cyprus) Ltd. 16 C.L.R. 122, Portuguesa de Transportes Maritime of Lisbon v. Sponsalia Shipping Co. Ltd.
(1987)1 C.L.R. 11). ΄Εχοντας υπόψη τις θεραπείες τις οποίες διατυπώνει ο Αιτητής στην παρούσα αίτηση σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία - αντικείμενο του διατάγματος, είμαι πεπεισμένη ότι στην παρούσα διαδικασία μπορούν να εφαρμοσθούν οι πρόνοιες του άρθρου 4 του Κεφ.6. ΄Οτι δηλαδή τα περιουσιακά στοιχεία στα οποία στοχεύει το διάταγμα είναι αντικείμενο της αίτησης. Διάταγμα που εκδίδεται με βάση το άρθρο 4 δεν επεκτείνεται μέχρι την εκτέλεση της απόφασης, κάτι που προβλέπεται ειδικά στο άρθρο 5 του Κεφ. 6 (Cyprus Palestine Plantations v. Olivier & Co. (Cyprus) Ltd., 16 C.L.R. 122 και Sofocles Mamas Co v. Carl F.W. Borgward and the Chartered Bank
(1962)C.L.R. 209). Οπως έχει νομολογηθεί, σε περιπτώσεις όπου εφαρμόζεται το άρθρο 4
(1)του Κεφ. 6, το θέμα μπορεί να εξετασθεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60 (Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, Adidas v. Jonitexo
(1984)1 C.L.R. 263). Το άρθρο 4
(1)δίδει διακριτική ευχέρεια έκδοσης συντηρητικού διατάγματος, όμως όταν η αίτηση βασίζεται και στις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, το Δικαστήριο εφαρμόζοντας τις προϋποθέσεις του άρθρου 32, οι οποίες είναι ευρύτερης εφαρμογής, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, αυτόματα λαμβάνει υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 4
(1). Σύμφωνα με το άρθρο 16
(1)του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου του 1990 (Ν.23/90), τα Οικογενειακά Δικαστήρια ασκούν όλες τις εξουσίες που διαλαμβάνονται στο τέταρτο μέρος του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60), συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας έκδοσης προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 (Βουνού ν. Βουνού
(1995)1 Α.Α.Δ. 168 και Κατσουρίδη ν. Κατσουρίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 415.) Επίσης το άρθρο 14 Γ
(1)του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου του 1991 (Ν.232/91)όπως τροποποιήθηκε από το Ν.25
(1)1998, δίνει εξουσία στο Οικογενειακό Δικαστήριο να "εκδίδει ύστερα από αίτηση διάταγμα με το οποίο να παρεμποδίζεται ο Καθ΄ου η αίτηση να διαθέσει, να αποξενώσει ή να επιβαρύνει την περιουσία του ή μέρος της". Οι προϋποθέσεις, που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, είναι: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας και (γ) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. ενδεικτικά Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 A.A.Δ. 557, Acropol Shipping Co Ltd v. Rossis
(1976)1 A.A.Δ. σελ. 38, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, Νational Bank of Greece v. Motovia
(1987)1 Α.Α.Δ. 303, K.O.T. v. Θεωρή,
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. X"Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152, Cyprus Sulphur & Copper Co Ltd & άλλων ν. Παραλράμα Λτδ,
(1990)1 Α.Α.Δ. 1040, και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248.) Παράλληλα, όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Odysseos (πιο πάνω) το Δικαστήριο στο τελικό στάδιο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει και το κατά πόσον είναι δίκαιον και εύλογο να δώσει κάποιο διάταγμα (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη,
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152 και Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή,
(1989)1 Α.Α.Δ. 255). Σχετικά με την πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις. ΄Οσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή της ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, είναι αρκετό για τον Αιτητή να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αίτησης. (Βλ. Odysseos v. Pieris Estates & Others,
(1982)2 C.L.R. 557 και Πουργουρίδη κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, σελ. 207). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα ν. ΄Αννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8). Το τρίτο κριτήριο - προϋπόθεση - όπως φαίνεται και από την επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60 και όπως εξηγήθηκε στις πιο πάνω αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι το κατά πόσο "θα είναι δύσκολο ή αδύνατο ν΄ απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο" αν δε δοθεί το αιτούμενο διάταγμα και ο αιτητής επιτύχει τελικά στην αγωγή του. Μια περίπτωση που μπορεί να εμπίπτει σ΄ αυτή την προϋπόθεση είναι εκείνη κατά την οποία ο Αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί, γιατί θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δε θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δε θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. ΄Οπως αναφέρεται στην υπόθεση Phasarias C. (Automotive Centre) Ltd ν. Σκυροποϊία "Λεωνία" Λτδ,
(2001)1(Β) Α.Α.Δ., 785, 789-790: "Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. (Βλ. Lakatamitis (ανωτέρω) στη σελ. 525). ΄Εχουμε υπόψη την Κυριάκος Παναγιώτου ν. Σταυρινή Κολλάτου, Πολιτική ΄Εφεση 10274 ημερομηνίας 10.9.99. Εκεί έγινε αναφορά σε πρόθεση αποξένωσης αλλά αυτή ήταν η μαρτυρία που υπήρχε και δεν απασχόλησε τέτοιο θέμα. ΄Οπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοίζου Π. στην Ζεμενίδης (ανωτέρω) εκδίδεται το διάταγμα "ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μη μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων". Τα ίδια και στην Τσιολάκκη και άλλη (ανωτέρω). ΄Οπως αναφέρεται στην απόφαση του Πική Δ., όπως ήταν τότε, στη σελ. 785, εκείνο που απαιτείται είναι "η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος". Για το ίδιο πιο πάνω θέμα σχετικές είναι επίσης οι αποφάσεις, POLTAVA v. MEXANA,
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1301, Γιάννης Φετοκάκης ν. Λάμπρος Χριστοφή κ.α., Π.Ε. 12026, ημερ. 8.9.
- ΄Οπως διαφαίνεται από την υπόθεση Odysseos (ανωτέρω) στις σελίδες 567 και 568 το θέμα της επάρκειας των αποζημιώσεων έχει διττόν χαρακτήρα. Κατ΄ αρχήν αν ο αιτητής πετύχει στην εναρκτήρια αίτηση του, κατά πόσον η θεραπεία των αποζημιώσεων θα είναι επαρκής θεραπεία. Αν η απάντηση είναι καταφατική, τότε το διάταγμα δεν εκδίδεται ή δε γίνεται απόλυτο. Αν όμως με την απόφαση που θα εκδίδετο δεν ικανοποιείτο ο αιτητής με τη θεραπεία των αποζημιώσεων και μόνο, τότε το διάταγμα γίνεται απόλυτο αφού διαφορετικά θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Περαιτέρω, αν η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν είναι η ενδεδειγμένη λόγω της φύσης της υπόθεσης, τότε πιο εύκολα πληρούται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
- Στην Mitsingas Ltd v. THE TIMPERLAND,
(1997)1 ΑΑΔ 1791 λέχθηκε στη σελ. 1799 ότι "η έννοια της δικαιοσύνης δε συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου σε θεραπεία». Περαιτέρω, ο Γαβριηλίδης, Δ., στην Κυρισάββα κ.α. ν. Κύζη,
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245 αναφέρει τα εξής: "Ομως, η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231.)" Tέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι η ανάγκη προστασίας του Αιτητή σταθμίζεται πάντοτε με την αντίστοιχη ανάγκη να προστατευθεί η Καθ΄ης η αίτηση από ζημιές που θα ήταν δυνατό να υποστεί αν εμποδιστεί ν΄ ασκήσει τα δικά της δικαιώματα. Το Δικαστήριο πρέπει πάντοτε να σταθμίζει αυτές τις δύο ανάγκες και να καθορίζει ποια από τις δύο πλευρές θα υφίστατο τη μεγαλύτερη ταλαιπωρία (βλ. σχετ. American Cinamid v. Ethicon Ltd,
(1975)1 All E.R. 504, σελ. 509-510). Υπό το φως των πιο πάνω νομολογιακών αρχών θα εξετάσω κατά πόσο τηρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Στην παρούσα υπόθεση το βασικό υπόβαθρο των αξιώσεων του Αιτητή συνιστούν οι πρόνοιες του Ν.239/91 και συγκεκριμένα οι πρόνοιες των εδαφίων
(1)και
(2)του άρθρου 14 του εν λόγω Νόμου, τα οποία ορίζουν: "14
(1)Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσο συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
(2)Η συνεισφορά του ενός συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη συνεισφορά". Eπιπρόσθετα, στο άρθρο 2 του Ν.232/91, που υπέχει θέση ερμηνευτικού, έχουμε τους πιο κάτω ορισμούς: "περιουσία σημαίνει την κινητή και ακίνητη περιουσία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους", και "συνεισφορά σημαίνει την οποιασδήποτε μορφής συνεισφορά των συζύγων στην απόκτηση ή τη δημιουργία περιουσίας και περιλαμβάνει τη φροντίδα της οικογενειακής εστίας και των μελών της οικογένειας". ΄Οπως προκύπτει καθαρά από τις εν λόγω πρόνοιες, για να δημιουργηθεί αγώγιμο δικαίωμα αξίωσης συμμετοχής στην περιουσία πρέπει να συνυπάρχουν οι εξής τρεις θετικές προϋποθέσεις: (α) Ο γάμος να έχει λυθεί ή ακυρωθεί ή οι σύζυγοι να βρίσκονται σε διάσταση, (β) Η περιουσία να έχει αποκτηθεί ή αυξηθεί πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου, μετά και κατά τη διάρκεια του γάμου, και (γ) Ο σύζυγος, ο οποίος επικαλείται το δικαίωμα συμμετοχής, έχει με οποιοδήποτε τρόπο συμβάλει στην αύξηση της εν λόγω περιουσίας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αμφισβητείται ότι οι διάδικοι είναι πρώην σύζυγοι και ότι μετά τον αρραβώνα τους και με την προοπτική του γάμου τους ανήγειραν στο επίδικο ακίνητο, που είναι ιδιοκτησία της Καθ΄ης η αίτηση, τη συζυγική τους κατοικία. Είναι η θέση του Αιτητή ότι η επίδικη περιουσία αποκτήθηκε και με τη δική του συνδρομή και συνεισφορά. Το άρθρο 14 του Ν. 232/91 δίνει τη δυνατότητα στον ένα σύζυγο να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από δική του συμβολή. Εξάλλου το άρθρο 14
(2)του ίδιου πιο πάνω Νόμου προβλέπει ότι "η συνεισφορά του ενός συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη συνεισφορά". Με βάση τα ανωτέρω διαπιστώνω ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Αναφορικά με τη δεύτερη προϋπόθεση, κατά πόσο δηλαδή ο Αιτητής έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, αναφέρω κατ΄ αρχάς ότι ο Αιτητής αξιώνει απόδοση της δικής του συνεισφοράς στην αύξηση της περιουσίας της Καθ΄ης η αίτηση. Οι ισχυρισμοί της Καθ΄ης η αίτηση στην Ενορκη Δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της δεν μπορούν να θεωρηθούν ως επαρκείς εξηγήσεις για το αν ο Αιτητής δικαιούται ή όχι σε απόδοση της ισχυριζόμενης συνεισφοράς του. Παρόλο που το ακριβές ύψος της συνεισφοράς του Αιτητή είναι κάτι που θα απασχολήσει το Δικαστήριο στα πλαίσια της κυρίως αίτησης, εκείνο που πρέπει να υπομνησθεί είναι η θέση του Αιτητή περί συγκεκριμένης συνεισφοράς του στην αύξηση της περιουσίας της Καθ΄ης η Αίτηση καθώς και η θέση του πως είχε την ευθύνη για τη συντήρηση της οικογένειας, το νοικοκυριό και τη συντήρηση του σπιτιού. Σ΄ αυτό το σημείο θα ήθελα να εκφράσω τη διαφωνία μου ως προς τη θέση που διατυπώθηκε από την πλευρά της Καθ΄ης η Αίτηση ότι δε δόθηκαν λεπτομέρειες ως προς τη συνεισφορά του Αιτητή. Ο Αιτητής αφού αναφέρθηκε στο συνολικό κόστος κτισίματος της συζυγικής κατοικίας, εξειδίκευσε το ύψος της δικής του χρηματικής συνεισφοράς δίδοντας μάλιστα και λεπτομέρειες σχετικά με την προέλευση της συνεισφοράς του αυτής. Να προσθέσω δε ότι πέραν της συνεισφοράς του για το κτίσιμο της συζυγικής κατοικίας, ο Αιτητής αναφέρθηκε και στην ευθύνη που είχε για τη συντήρηση της οικογένειας, το νοικοκυριό και τη συντήρηση του σπιτιού. Με βάση όλα τα ανωτέρω διαπιστώνω ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην κυρίως αίτηση. Θα εξετάσω το τρίτο κριτήριο, δηλαδή τη δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Ο Αιτητής στις παραγράφους 13, 14 και 15 της ένορκης του δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση του αναφέρει: "
- Αληθώς πιστεύω ότι η καθ΄ης η Αίτηση ευθύς ως της επιδοθεί η ανωτέρω αίτησή μου εάν δεν εμποδισθεί δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου, για εκδικητικούς λόγους και για λόγους στέρησης των δικαιωμάτων μου και προς το σκοπό να μή δυνηθώ να διεκδικήσω τα δικαιώματά μου επί της κοινής μας περιουσίας, θα αποξενώσει την επ΄ ονόματί της εγγεγραμμένη περιουσία δηλ. το κτήμα με αρ. εγγραφής: 9703, αριθμό τεμαχίου 6185, Τμήμα 5, αριθμό κτηματικού σχεδίου 2-286-380 στο Δήμο Δερύνειας η οποία και αποτελεί και αντικείμενο της κυρίως αίτησης, με αποτέλεσμα τυχόν υπέρ μου εκδοθησόμενη απόφαση να παραμείνει ανικανοποίητη.
- Ειλικρινά πιστεύω και όπως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου, υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και θα είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, σε περίπτωση μή έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος.
- Περαιτέρω αναφέρω ότι είναι επείγον να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα για να διατηρηθεί το σημερινό STATUS QUO, αφού και λόγω της μεγάλης ζήτησης στα ακίνητα και της αύξησης των τιμών τους υπάρχει μεγάλη πιθανότητα πώλησης του ως άνω κτήματος." H Kαθ΄ης η αίτηση, στην ένορκη της δήλωση, αρνείται τους πιο πάνω ισχυρισμούς τους οποίους χαρακτηρίζει αναληθείς και δηλώνει ότι η ίδια δεν προτίθεται να αποξενώσει το επίδικο ακίνητο. Είναι νομολογημένο ότι παράγοντες άλλοι από το χρηματικό παράγοντα της αποζημίωσης μπορούν να επενεργήσουν θετικά υπέρ ενός Αιτητή, είτε κάτω από το πλαίσιο εξέτασης του τρίτου κριτηρίου, είτε κάτω από το πρίσμα της εξέτασης του ισοζυγίου της ευχέρειας. Ακόμα ότι δεν είναι απαραίτητη η παρουσίαση μαρτυρίας για την απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης της Καθ΄ης η αίτηση να προβεί σε μεταβίβαση της περιουσίας της (βλ. υποθέσεις Phasarias, Mitsingas, Κυρισάββα, Poltava και Φετοκάκης, πιο πάνω). Στην παρούσα υπόθεση και να υπάρχει η δυνατότητα αποζημίωσης δεν είναι το μόνο κριτήριο. Η πιθανή αποξένωση της περιουσίας θα εξοστράκιζε την εξουσία του Δικαστηρίου που προνοείται στο άρθρο 14 Ε του Ν. 232/91, όπως τροποποιήθηκε, σύμφωνα με την οποία δύναται "να εκδίδει διατάγματα για μεταβίβαση στον αιτητή περιουσίας του καθ΄ου η αίτηση που συνιστά αντικείμενο της διαδικασίας που ακολουθείται δυνάμει του παρόντος Νόμου". Το ισοζύγιο της ευχέρειας κρίνεται ότι θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ του Αιτητή. Περαιτέρω, ως προς τον ισχυρισμό της Καθ΄ης η Αίτηση ότι ο Αιτητής καθυστέρησε να ζητήσει θεραπεία από το δικαστήριο, κρίνω ότι είναι ανεδαφικός. Και τούτο γιατί όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χριστάκη Σάββα ν. Παναγιώτας Τηλεμάχου,
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2081, στη σελ. 2085: ".... ο υπολογισμός του χρόνου, ως παράγοντα για τη διαπίστωση της ύπαρξης καθυστέρησης σε βαθμό που να εξανεμίζεται το επείγον του διατάγματος, αρχίζει να προσμετρά ..... από την ημερομηνία καταχώρησης της εναρκτήριας αίτησης" και όχι όπως η Καθ΄ης η Αίτηση εισηγείται, στην προκειμένη περίπτωση, από την έκδοση του διαζυγίου το 2004. Τόσο η εναρκτήρια αίτηση, όσο και η υπό εξέταση αίτηση, όπως έχει ήδη αναφερθεί, καταχωρήθηκαν την ίδια ημερομηνία. Τέλος να αναφέρω ότι ο ισχυρισμός που περιλαμβάνεται στην ένσταση της Καθ΄ης η Αίτηση ότι, ο Αιτητής προέβηκε σε απόκρυψη γεγονότων παραμένει μετέωρος αφού δεν συνοδεύεται από καμιά συγκεκριμένη αναφορά στο περιεχόμενο της ένορκης της δήλωσης, αλλά ούτε και προωθήθηκε κατά την αγόρευση. Με βάση όλα τα πιο πάνω, καταλήγω ότι το προσωρινό διάταγμα ημερ. 27.3.06 θα πρέπει να καταστεί και καθίσταται απόλυτο, με έξοδα υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Καθ΄ης η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία έξοδα όμως θα καταβληθούν μετά το πέρας της εναρκτήριας αίτησης. (Υπ.) ..................................................... Δ. Κούσιου-Χρυσανδρέα, Πρ. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο