← Κύπρος

Κυριάκου Σκορδή ν. Αγγέλας Χαμπή, Αρ. Αίτησης: 38/2006, 19 Ιανουαρίου 2007

Κυριάκου Σκορδή ν. Αγγέλας Χαμπή, Αρ. Αίτησης: 38/2006, 19 Ιανουαρίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLAR:2007:1 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Κούσιου-Χρυσανδρέα, Προσ. Δ. Αρ. Αίτησης: 38/2006 Μεταξύ: Κυριάκου Σκορδή, από Κυβερνητικό Συνοικισμό 9, Λιοπέτρι Αιτητή ΚΑΙ Αγγέλας Χαμπή, από Ραφαήλ Σάντη 143, Λάρνακα Καθ΄ης η Αίτηση Μονομερής αίτηση ημερομηνίας 19.7.2006 Ημερομηνία: 19 Ιανουαρίου 2007 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Λ. Βραχίμης για κ.κ. Ελένη Βραχίμη & Σία (για να ακούσει απόφαση ο κ. Ταμπούρλας) Για την Καθ΄ης η αίτηση: κ. Χ. Κυριακίδης (για να ακούσει απόφαση η κα Ε. Αριστείδου μαζί με κα Μ. Ραφαήλ) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Αιτητής, με την εναρκτήρια αίτησή του ημερομηνίας 19.7.06, ζητά τις πιο κάτω θεραπείες: "Α. Απόδοση στον αιτητή του μέρους εκείνου της αύξησης της περιουσίας της καθ΄ης η αίτηση, η οποία αποκτήθηκε μετά τον γάμο των διαδίκων, ή πριν το γάμο τους με προοπτική το γάμο αυτό, η οποία προέρχεται από τη συμβολή του αιτητή. Περαιτέρω ή διαζευκτικά ο αιτητής αιτείται την πιο κάτω θεραπεία: Β. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο αιτητής δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης κατά το ½ μερίδιο της περιουσίας που απέκτησε η καθ΄ης η αίτηση κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων ή πριν το γάμο των διαδίκων κατά την περίοδο που συμβιούσαν οι διάδικοι με προοπτική το γάμο τους. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η καθ΄ης η αίτηση όπως μεταβιβάσει επ΄ ονόματι του αιτητή το ½ μερίδιο στην περιουσία που περιγράφεται στην παράγραφο Β ανωτέρω. Δ. Διαζευκτικά προς τις παραγράφους Β και Γ ανωτέρω, απόφαση για το ποσό των ΛΚ£250.000,00 ή για άλλο ποσό που θα βρεθεί ότι αποτελεί τη συνεισφορά του αιτητή στην αύξηση της περιουσίας της καθ΄ης η αίτηση. Ε. Περαιτέρω ή άλλη θεραπεία. ΣΤ. Νόμιμο τόκο και έξοδα." Στην παράγραφο 5 των γεγονότων της εναρκτήριας αίτησης, που είναι ταυτόσημη με την παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή που συνοδεύει την επίδικη αίτηση του, αναφέρονται τα εξής: "

  1. Κατά τη διάρκεια της συμβίωσης των διαδίκων, η καθ΄ης η αίτηση απόκτησε περιουσιακά στοιχεία η αξία των οποίων κατά το χρόνο της διάστασης υπερέβαινε τις ΛΚ£500.000,00 με αποτέλεσμα η περιουσία της να αυξηθεί ανάλογα. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ α. Η καθ΄ης η αίτηση απόκτησε ένα διαμέρισμα στην Αγία Νάπα η αξία του οποίου κατά τη διάσταση και κατά το χρόνο καταχώρισης της παρούσας αίτησης υπερβαίνει τις ΛΚ£40.000,
  2. β. Η καθ΄ης η αίτηση απέκτησε με συμβόλαιο αγοράς ένα διαμέρισμα στην Ορόκλινη. Η αξία του διαμερίσματος αυτού κατά το χρόνο της διάστασης και κατά το χρόνο καταχώρισης της παρούσας αίτησης υπερβαίνει τις ΛΚ£50.000,
  3. γ. Κατά τη διάρκεια της συμβίωσης των διαδίκων, οι διάδικοι άρχισαν να ανεγείρουν τη συζυγική τους οικία σε τεμάχιο που είναι και ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο εγγεγραμμένο στο όνομα της καθ΄ης η αίτηση επί της οδού Ραφαήλ Σάντη 143, στη Λάρνακα. Η αξία της οικίας αυτής χωρίς τη γη κατά το χρόνο της διάστασης και κατά το χρόνο καταχώρισης της παρούσας αίτησης υπερβαίνει το ποσό των ΛΚ£300.000,
  4. δ. Κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, η καθ΄ης η αίτηση δημιούργησε μια εταιρεία, τη Halo Properties Ltd η οποία διατηρεί περιουσιακά στοιχεία και η οποία ανήκει αποκλειστικά στην καθ΄ης η αίτηση." Με βάση μονομερή αίτηση ημερομηνίας 19.7.06, που καταχωρήθηκε από τον Αιτητή, εκδόθηκε, αυθημερόν, από αδελφό Δικαστή, εναντίον της Καθ΄ης η αίτηση προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα, με το οποίο εμποδίζεται να πωλήσει, υποθηκεύσει, μεταβιβάσει, διαθέσει ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει το ½ μερίδιο της στα πιο πάνω περιουσιακά στοιχεία. Η αίτηση βασίζεται στο Αρθρο 111 του Συντάγματος, στα Αρθρα 3, 11, 12

(1)(α), 14(β), 15, 16, 17
(2)
(3)και 18 του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 23/90), στα άρθρα 2 και 14 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου (Ν.239/91), στους κανονισμούς 2, 3, 4, 5, 11 και 12 του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Διαδικαστικού Κανονισμού του 1990 (Δ.Κ.2/90), στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στους Θεσμούς 1, 2, 3 και 8 της Διαταγής 48 των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών, επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή ημερομηνίας 19.7.2006 και αυτά σε συντομία είναι τα εξής: Με την Καθ΄ης η αίτηση έδωσαν αμοιβαία υπόσχεση γάμου κατά ή περί τον Ιανουάριο του 2003 και από τότε ζούσαν μαζί. Παντρεύτηκαν στις 24 Αυγούστου του 2003 και από το γάμο τους δεν απέκτησαν παιδιά. Η Καθ΄ης η αίτηση έχει τρία παιδιά από προηγούμενο γάμο. Βρίσκονται σε διάσταση από τις 15.11.
  1. Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η περιουσία που περιγράφεται στις παραγράφους 5 της κυρίως αίτησης του και της πιο πάνω ένορκης δήλωσης του ημερομηνίας 19.7.2006, που αποτελεί και την περιουσία της οποίας ζητείται η δέσμευση, αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια της συμβίωσης των διαδίκων και με τη δική του άμεση και έμμεση συνεισφορά. Ο Αιτητής αναφέρει πως είναι επαγγελματίας ηθοποιός. Κατά τη διάρκεια της συμβίωσης του με την Καθ΄ης η αίτηση εργαζόταν ως ηθοποιός, πλήν ενός διαστήματος 3 μηνών. Οι απολαβές του από την εργασία του ως ηθοποιός ήταν ΛΚ.1,000 με ΛΚ.1,200 το μήνα. Χρησιμοποιούσε τα λεφτά που κέρδιζε από την εργασία του για την κάλυψη των οικογενειακών εξόδων, περιλαμβανομένων και των εξόδων των παιδιών της Καθ΄ης η αίτηση. Περαιτέρω, καθ΄ όλη την περίοδο της συμβίωσης με την Καθ΄ης η αίτηση είχε αναλάβει τη φροντίδα της ίδιας και των παιδιών της και την εκτέλεση μέρους των οικιακών εργασιών. Η Καθ΄ης η αίτηση εργαζόταν, καθ΄ όλη την περίοδο της έγγαμης τους συμβίωσης, ως κτηματομεσίτρια με μισθό χαμηλότερο από το δικό του. Αναφέρεται επίσης ο Αιτητής στην απόκτηση κατά τη διάρκεια της συμβίωσης τους μιας κατοικίας στην Αραδίππου η οποία είχε εγγραφεί στο όνομα και των δύο. Διατείνεται ότι "κατά τη διάρκεια της διάστασης" πούλησε το μερίδιο του στην Καθ΄ης η αίτηση για το ποσό των ΛΚ.18,
  2. Υποστηρίζει τέλος ότι υπάρχει άμεσος κίνδυνος αποξένωσης των επίδικων περιουσιακών στοιχείων με αποτέλεσμα να εμποδιστεί στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του. Η Καθ΄ης η Αίτηση αντέδρασε καταχωρώντας ένσταση στις 30.8.2006, η οποία βασίζεται ουσιαστικά πάνω στην ίδια νομική βάση όπως η αίτηση. Στην ένσταση της προβάλλει, προς άρση της ισχύος του διατάγματος, τους ακόλουθους λόγους: "(α) Δεν υπάρχει μαρτυρία που να αποκαλύπτει συζητήσιμο ζήτημα ή/και ορατή πιθανότητα επιτυχίας στις θεραπείες που εξαιτείται ο Αιτητής στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Αίτηση. (β) Ο Αιτητής απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη ή/και ουσιαστικά γεγονότα και στοιχεία με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο ή/και παραπλάνησε το Δικαστήριο εξασφαλίζοντας το προσωρινό Διάταγμα ημερομηνίας 19.7.
  3. (γ) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου ή/και της νομολογίας για έκδοση ενδιάμεσου ή/και προσωρινού διατάγματος ή/και παραβιάσθηκε η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτεί ο νόμος και η νομολογία. (δ) Οι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν δύνανται να στηρίξουν την αίτηση." Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση, όπως αυτά προκύπτουν από την ένορκη δήλωση της Καθ΄ης η αίτηση που τη συνοδεύει ως και από τα έγγραφα που επισυνάπτονται σ΄ αυτήν, μπορούν να αποδοθούν με τα εξής: H Καθ΄ης η αίτηση παραδέχεται ότι, με τον Αιτητή παντρεύτηκαν στις 24 Αυγούστου 2003, από το γάμο τους δεν απέκτησαν παιδιά, ενώ η ίδια έχει τρία παιδιά από προηγούμενο γάμο. Υποστηρίζει ότι με τον Αιτητή συναντήθηκαν για πρώτη φορά κατά ή περί το Νοέμβριο του
  4. Αρχισαν να βγαίνουν μαζί από τον Ιανουάριο του 2003 και από το Μάιο του ίδιου χρόνου συμβίωναν στο σπίτι της μητέρας της. Σε σχέση με το θέμα της διάστασης η Καθ΄ης η αίτηση, στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης της, αναφέρει: "6.(α) Σε διάσταση τελούμε με τον αιτητή από τον Φεβρουάριο του 2004 και όχι από τον Νοέμβριο του 2004 όπως ο αιτητής ψευδώς ισχυρίζεται. (β) Συγκεκριμένα ο αιτητής εγκατέλειψε την κατοικία της μητέρας μου στην οποία διαμέναμε ή και τον εξεδίωξα λόγω της συμπεριφοράς του. Ο αιτητής μετακόμισε σε διαμέρισμα στην Αγία Νάπα όπου διέμενε μέχρι τον Ιούνιο του
  5. (γ) Λόγω προσωπικών και ψυχολογικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε ο αιτητής και μετά από απόπειρα αυτοκτονίας στην οποία προέβη και για την οποία έτυχε περίθαλψης στο Νοσοκομείο Παραλιμνίου για δύο μέρες, με προτροπή των θεραπόντων ιατρών του συμφώνησα και αποδέκτηκα να τον περιθάλψω για καθαρά ανθρωπιστικούς λόγους στην κατοικία της μητέρας μου στη Λάρνακα. (δ) Κατά την διάρκεια της διαμονής του, συνέχισε να παρουσιάζει ιατρικά, ψυχολογικά και άλλα προβλήματα με αποτέλεσμα να αναγκασθώ να αποταθώ στο Δικαστήριο στα πλαίσια μονομερούς αίτησης με αριθμό 96/04 και να εξασφαλίσω στις 24 Νοεμβρίου 2004 ενδιάμεσο διάταγμα το οποίο διέταττε τον αιτητή να εγκαταλείψει την κατοικία της μητέρας μου εντός 72 ωρών από της επίδοσης σε αυτόν του διατάγματος, διάταγμα το οποίο και εξασφάλισα (αντίγραφο του διατάγματος επισυνάπτω ως Τεκμήριο Α). (ε) Προτού επιδόσω το πιο πάνω διάταγμα, ο αιτητής εξαφανίσθη και μετέβη στην Αγγλία. Ο αιτητής ήτο χρήστης ναρκωτικών και επιστρέφοντας από το εξωτερικό συνέχισε να μου δημιουργεί προβλήματα και για δική μου προστασία καταχώρησα νέα αίτηση την υπ΄ αρ. 37/05 με την οποία ζήτησα εκ νέου την προστασία του Δικαστηρίου και εξασφάλισα νέο διάταγμα (αντίγραφο του διατάγματος μαζί με την κυρίως αίτηση και την ενδιάμεση αίτηση με την ένορκο δήλωση που την συνοδεύει και που επιβεβαιώνει όλους τους πιο πάνω ισχυρισμούς μου επισυνάπτω ως τεκμήριο Β)." Αναφορικά με το διαμέρισμα στην Αγία Νάπα αναφέρει ότι το αγόρασε με προφορική συμφωνία τον Ιανουάριο του 2003, στη συνέχεια αποτάθηκε σε εμπορική τράπεζα και εξασφάλισε δάνειο για την αγορά του και επ΄ ονόματι της ενεγράφει στις 2.4.
  6. Υποστηρίζει ότι ο Αιτητής γνώριζε τις λεπτομέρειες αυτές αλλά παρέλειψε να τις αναφέρει στο Δικαστήριο. Ισχυρίζεται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν ήταν ιδιοκτήτρια ούτε και δικαιούμενη στην εγγραφή διαμερίσματος στην Ορόκλινη. Παραδέχεται ότι από το Σεπτέμβριο του 2002 είναι ιδιοκτήτρια κατά ½ μερίδιο χωραφιού στην oδό Ραφαήλ Σάντη αρ. 143Α στη Λάρνακα. Με αρχιτεκτονικά σχέδια, που άρχισαν να ετοιμάζονται από το 2002, μέσα σε αυτό το ακίνητο άρχισε την ανέγερση της κατοικίας της, όπως την αποκαλεί, η οποία το Φεβρουάριο του 2004, μήνα κατά τον οποίο η ίδια τοποθετεί τη διάσταση, βρισκόταν στα αρχικά στάδια και η αξία της δεν ανερχόταν στις ΛΚ.300,000.00 όπως υποστηρίζει ο Αιτητής. Συμπληρώνει πως τα έξοδα ανέγερσης της κατοικίας μέχρι τη διάσταση προέρχονταν από δανεισμό και ότι ο Αιτητής ουδέποτε κατοίκησε σ΄ αυτήν. Ειδικότερα, για το θέμα του δανεισμού, η Καθ΄ης η αίτηση επισυνάπτει στην ένσταση της κατάσταση λογαριασμού στεγαστικού δανείου στον οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Στέγης με πρωτοφειλέτες τόσο την ίδια όσο και τον Αιτητή. Όλα τα πιο πάνω αποτελούν κατά την Καθ΄ης η αίτηση γεγονότα που παραπλανητικά και κακόπιστα ο Αιτητής παρέλειψε να αναφέρει στο Δικαστήριο. Παραδέχεται ότι η εταιρεία Halo Properties Ltd της ανήκει και αναφέρει ότι συστάθηκε στις 4.5.
  7. Υποστηρίζει ότι η εταιρεία αυτή δεν διέθετε ή διαθέτει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο, όπως ψευδώς και παραπλανητικά υποστηρίζει ο Αιτητής. Ακόμα διατείνεται ότι ψευδώς, κακόπιστα και παραπλανητικά ο Αιτητής παρέλειψε να αναφέρει στο Δικαστήριο την ημερομηνία σύστασης της εν λόγω εταιρείας. Αμφισβητεί τα περί συνεισφοράς του Αιτητή στην αύξηση της περιουσίας της. Χαρακτηρίζει τη συνεισφορά αυτή ως "ανύπαρκτη και μηδαμινή". Αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια της συμβίωσης τους ο Αιτητής ήταν άνεργος για περίοδο μεγαλύτερη των τριών μηνών. Για τις απολαβές του αναφέρει ότι ανέρχονταν στις ΛΚ.400 μηνιαίως και μόνο για περίοδο 3 μηνών ανήλθαν στο ύψος που ο ίδιος αναφέρει στη δική του ένορκη δήλωση. Ουδέποτε είχε ουσιαστική οικιακή ενασχόληση και ουδέποτε συνεισέφερε καθ΄ οιονδήποτε ουσιαστικό τρόπο στη φροντίδα της ίδιας και των παιδιών της. Παραδέχεται ότι κατά τη διάρκεια της συμβίωσης τους η ίδια εργαζόταν ως υπάλληλος σε εταιρεία ανάπτυξης γης. Για την κατοικία στην Αραδίππου πέραν της παραδοχής της ότι αποκτήθηκε και ενεγράφει επ΄ ονόματι και των δύο κατά τη διάρκεια της συμβίωσης τους, αναφέρει στην παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης της και τα εξής: "
  8. .......................................................................... α) Η εν λόγω κατοικία είχε αγοραστεί κατά ή περί το έτος 2003 για το ποσό των ΛΚ.37.500.-. Το τίμημα αγοράς είχε εξασφαλισθεί από δάνειο που είχαμε συνάψει με την Ελληνική Τράπεζα αφού προηγουμένως είχα καταβάλει σαν προκαταβολή ποσό ΛΚ.3.000.- προσωπικά και από δικά μου χρήματα. Το προϊόν του δανείου χρησιμοποιήθει για την εξόφληση του τιμήματος αγοράς που αναφέρω πιο πάνω τις δε μηνιαίες δόσεις, τις κατέβαλα προσωπικά η ίδια από δικά μου εισοδήματα. β) Μετά τη διάσταση ο αιτητής εγκαταστάθηκε στην πιο πάνω κατοικία στην Αραδίππου με την άδεια μου με την προυπόθεση ότι θα κατέβαλε την μηνιαία δόση του δανείου γεγονός που παρέλειψε να πράξει εκτός από δύο μηνιαίες δόσεις. γ) Ως εκ των πιο πάνω γεγονότων και καθότι η τράπεζα που είχα συνάψει το δάνειο θα ελάμβανε ανεπιθύμητα μέτρα επειδή μετά τη διάσταση δεν πληρωνόταν η δόση, από υπαιτιότητα του αιτητή, ήρθα σε επικοινωνία με την τράπεζα ζητώντας την παγοποίηση του δανείου μέχρι να επιλυθούν τα περιουσιακά ζητήματα με τον αιτητή. Σε αρνητική απάντηση της τράπεζας επί του ως άνω αιτήματος μου, και μη θέλοντας να απωλέσω την συγκεκριμένη κατοικία αναγκάστηκα να προβώ σε συμφωνία με τον αιτητή με την οποία συμφωνήσαμε να του καταβάλω ΛΚ.18.000,00 για να εξαγοράσω το μερίδιο του στην κατοικία. Ο αιτητής εισέπραξε το ποσό των ΛΚ.18,000.- προς πλήρη ικανοποίηση κάθε απαίτησης του εναντίον μου σε σχέση με όλα τα περιουσιακά θέματα και εμποδίζεται να ισχυρίζεται διαφορετικά." Τέλος, επαναλαμβάνοντας, στην ουσία, τους λόγους πάνω στους οποίους στηρίζεται η ένσταση της και αρνούμενη ότι υπάρχει κίνδυνος αποξένωσης της δεσμευθείσας περιουσίας, ζητά την ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Αντεξεταζόμενος ο Αιτητής υποστήριξε ότι γνώρισε την Καθ΄ης η αίτηση στο Λονδίνο, όταν και οι δύο τους ήταν περίπου 19 χρονών. Την είδε σε γάμους και όταν ήρθε στην Κύπρο την είδε σε ένα γάμο και μία συνεστίαση χωριού. Αρνήθηκε υποβολή ότι την είδε για πρώτη φορά σε μια συνεστίαση των κατοίκων του χωριού Γεράνι το Νοέμβριο του
  9. Επέμενε στη θέση του ότι με την Καθ΄ης η αίτηση έδωσαν αμοιβαία υπόσχεση γάμου τον Ιανουάριο του 2003, διευκρινίζοντας πως μ΄ αυτό δεν εννοεί ότι ευλόγησε τους αρραβώνες παπάς, αλλά ότι της αγόρασε βέρα και άρχισαν να συζούν. Αναφορικά με την κατοικία στην οδό Ραφαήλ Σάντη ανέφερε ότι άρχισε να κτίζεται πριν από το γάμο τους, όταν πήραν δάνειο ύψους ΛΚ.70,
  10. Παραδέχθηκε την ύπαρξη αρχιτεκτονικών σχεδίων που ετοιμάστηκαν από την Καθ΄ης η αίτηση όταν οι δύο τους δεν ήταν ζευγάρι, πρόσθεσε όμως πως μαζί με την Καθ΄ης η αίτηση προχώρησαν σε μετατροπές των σχεδίων αυτών. Σύμφωνα με τους όρους του δανείου η αποπληρωμή του άρχισε να γίνεται λίγο πριν τον Αύγουστο του
  11. Παραδέχθηκε πως ο ίδιος δεν πλήρωσε απευθείας οποιοδήποτε ποσό για το σκοπό αυτό ούτε και έδωσε εντολή σε τράπεζα για τη διενέργεια τέτοιας πληρωμής, είπε όμως χαρακτηριστικά πως "εγώ όταν πλήρωνα έβγαλλα τα χρήματα μου έβαλλα cash στο συρτάρι, που πήγαν αυτά τα χρήματα, όταν είμαι παντρεμένος με μια γυναίκα δεν ζητώ αποδείξεις". Δεν έχει εκτίμηση για την αξία του σπιτιού, υποστήριξε όμως πως η αξία του ανέρχεται στις ΛΚ.300,000 λαμβάνοντας υπόψη πως ένα διαμέρισμα με δύο υπνοδωμάτια πωλείται ΛΚ.120,
  12. Δεν κατοίκησε στο σπίτι αυτό γιατί το Νοέμβριο του 2004 δεν είχε ακόμα κτιστεί, ήταν σχεδόν τελειωμένο. Για την εταιρεία Halo Properties Ltd ο Αιτητής υποστήριξε πως συστάθηκε όταν συζούσαν με την Καθ΄ης η αίτηση χωρίς να θυμάται ακριβώς πότε. Δέχθηκε όμως υποβολή πως η εταιρεία ενεγράφει στις 10.5.
  13. Περαιτέρω ανέφερε ότι συστάθηκε για αγορά ακίνητης περιουσίας, για φορολογικούς σκοπούς. Δεν διεξήγαγε οποτεδήποτε οποιαδήποτε έρευνα για την εταιρεία αυτή, διατηρούσε όμως την πεποίθηση ότι η εταιρεία διεξήγαγε εργασίες. Αναφορικά με το διαμέρισμα στην Αγία Νάπα, ο Αιτητής ερωτούμενος από το δικηγόρο της Καθ΄ης η αίτηση, κατά πόσο τον Αύγουστο του 2003 που παντρεύτηκαν με την κα Χαμπή αυτή είχε επ΄ ονόματι της το εν λόγω διαμέρισμα, απάντησε επί λέξει τα εξής: "Δεν θυμούμαι ακριβώς αλλά θυμούμαι ότι ήρθε σπίτι και μου είπε θέλω να αγοράσω ένα διαμέρισμα στην Αγία Νάπα και της είπα ότι δεν ήταν καλή ιδέα και την επομένη μου είπε ότι αγόρασεν το και πήγα και υπόγραψα σαν εγγυητής". Στη συνέχεια της αντεξέτασης του διευκρίνησε ότι η κα Χαμπή ήταν αυτή που έκανε δάνειο για την αγορά του διαμερίσματος και ο ίδιος υπέγραψε σαν εγγυητής. Σε υποβολή ότι το διαμέρισμα γράφτηκε επ΄ ονόματι της κας Χαμπή στις 2.4.03, τέσσερις μήνες πριν τον Αύγουστο, ο Αιτητής απάντησε: "Και τρεις μήνες μετά που συζούσαμε". Αναφορά από τον Αιτητή έγινε και στην είσπραξη ενοικίων από την ενοικίαση του εν λόγω διαμερίσματος. Για το διαμέρισμα στην Ορόκλινη, ο Αιτητής, όταν ρωτήθηκε από το δικηγόρο της Καθ΄ης η αίτηση για τη διεύθυνση στην οποία βρίσκεται, έδωσε την εξής απάντηση: "Δεν τον έχω γραμμένο μπροστά μου την έχει ο δικηγόρος, νομίζω το νούμερο 14, έχω μέσα ψυγείο, πλυντήριο". H αντεξέταση του Αιτητή συνεχίστηκε ως εξής: "Ε. Αυτό το διαμέρισμα που λέτε ότι εξασφαλίσετε διάταγμα να μην το πουλήσει η κα Χαμπή μένατε μέσα; Α. Ηταν ενοικιαστές μέσα. Ε. Που βρίσκεται το διαμέρισμα; Α. Στην Ορόκλινη. Ε. Διεύθυνση, complex νούμερο; Α. Εγώ δεν έζησα απλά τα έπιπλα μου μέσα δεν μπορώ να σου την πω. Ε. Μετά πήγες και έψαξες να διαπιστώσεις την διεύθυνση; Α. Ναι. Ε. Ποια διεύθυνση; Α. Δεν την ξέρω δεν την θυμούμαι γιατί με ρωτάτε έτσι;" Τέλος, σχετικά με το ίδιο θέμα, αρνήθηκε υποβολή ότι η Καθ΄ης η αίτηση ούτε είχε ούτε έχει διαμέρισμα στην Ορόκλινη. Απάντησε καταφατικά σε ερώτηση που του υποβλήθηκε αναφορικά με το ότι εργαζόταν σαν ηθοποιός καθ΄όλη τη διάρκεια της συμβίωσης του με την Καθ΄ης η αίτηση, πλην ενός διαστήματος 3 μηνών, με απολαβές £1000-£1200 το μήνα. Πρόσθεσε δε πως όταν δεν δούλευε βοηθούσε στο σπίτι, μετέφερε τα παιδιά της Καθ΄ης η αίτηση στα ιδιαίτερα μαθήματα τους και παρακολουθούσε το κτίσιμο της κατοικίας στην οδό Ραφαήλ Σάντη. Αναφορά έκανε και στην ετοιμασία από τον ίδιο ιστοσελίδας, που διαφορετικά θα στοίχιζε ΛΚ.10,000, χωρίς όμως να δώσει οποιεσδήποτε περαιτέρω λεπτομέρειες. Αρνήθηκε υποβολές για χρήση ναρκωτικών σ΄ οποιαδήποτε περίοδο της ζωής του καθώς και υποβολή ότι έτυχε περίθαλψης σε νοσοκομείο για απεξάρτηση από τα ναρκωτικά. Αρνητικός ήταν ο Αιτητής και σε υποβολή για κατανάλωση από τον ίδιο μεγάλης ποσότητας οινοπνευματωδών ποτών. Ωστόσο παραδέχθηκε ότι ενώ βρισκόταν στο διαμέρισμα στην Αγία Νάπα κατανάλωσε 1 ½ μπουκάλι brandy. Απέδωσε την ενέργεια του αυτή σε ψυχολογικό πόλεμο που υπέστη από την Καθ΄ης η αίτηση αναφορικά με την επιστροφή του στη συζυγική τους κατοικία. Αρνήθηκε υποβολή ότι τον Ιανουάριο του 2004 τον είχε εκδιώξει η Καθ΄ης η αίτηση από το σπίτι και έμενε στην Αγία Νάπα μέχρι τον Απρίλιο του ίδιου χρόνου. Σε υποβολή ότι τον Ιούνιο του 2004 η Καθ΄ης η αίτηση με τη βοήθεια της αστυνομίας τον περισυνέλεξε και τον μετέφερε στο νοσοκομείο Παραλιμνίου όπου έμεινε για 3 ημέρες λόγω υπερβολικής χρήσης ναρκωτικών και αλκοόλ, απάντησε ότι είχε καταναλώσει 1 ½ μπουκάλι brandy και στο νοσοκομείο έμεινε μόνο για μια νύκτα και έφυγε. Επίσης σε υποβολή ότι από τον Ιούνιο μέχρι το Νοέμβριο του 2004 η Καθ΄ης η αίτηση τον μετέφερε για καθαρά ανθρωπιστικούς λόγους στο σπίτι της μητέρας της στη Λάρνακα για να τον περιθάλψει, ο Αιτητής απάντησε ότι η Καθ΄ης η αίτηση τον κάλεσε να πάει στο σπίτι επειδή τον αγαπούσε ή τουλάχιστον γιατί έτσι του έλεγε. Για την απόκτηση του σπιτιού στην Αραδίππου ο Αιτητής αναφέρθηκε σε προκαταβολή εκ ποσού ΛΚ.3,000 που δόθηκε από την Καθ΄ης η αίτηση και σε δάνειο που συνήψαν μαζί με την Καθ΄ης η αίτηση ύψους περίπου ΛΚ.40,
  14. Υποστήριξε ότι και ο ίδιος προσωπικά κατέβαλε κάποιο ποσό χρημάτων έναντι του εν λόγω δανείου χωρίς όμως να συγκεκριμενοποιήσει το ύψος του ποσού αυτού. Αρνήθηκε υποβολή ότι η Καθ΄ης η αίτηση κατέβαλε σ΄ αυτόν το ποσό των ΛΚ.18,000 προς πλήρη διευθέτηση των μεταξύ τους περιουσιακών διαφορών. Τέλος, επανέλαβε την πεποίθηση του για αποξένωση της επίδικης περιουσίας από την Καθ΄ης η αίτηση. Αντεξεταζόμενη η Καθ΄ης η αίτηση από το συνήγορο του Αιτητή επέμεινε στη θέση της πως η διάσταση στις σχέσεις των διαδίκων επήλθε το Φεβρουάριο του
  15. Ανάφερε ότι από τον Ιανουάριο του 2003 μέχρι και το Νοέμβριο του 2004 εργαζόταν ως κτηματομεσίτρια. Για το 2003 οι απολαβές της από την εργασία της αυτή ήταν ΛΚ.600-800 το μήνα και το 2004 ΛΚ.800-1000 το μήνα. Είπε πως πέραν των πιο πάνω απολαβών δεν είχε άλλα εισοδήματα. Για το κτίσιμο του σπιτιού στην οδό Ραφαήλ Σάντη ανέφερε ότι χρησιμοποιήθηκε αρχικά το ποσό των ΛΚ.70,000 που προέρχετο από δάνειο που συνήψαν μαζί οι διάδικοι και στη συνέχεια τη βοήθησε η μητέρα της και τ΄ αδέλφια της. Το κτίσιμο του άρχισε τον Ιούνιο του 2003 και τέλειωσε περί τα τέλη Ιουλίου με αρχές Αυγούστου του
  16. Κατοίκησε σ΄ αυτό το Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου μετά που ηλεκτροδοτήθηκε, υδροδοτήθηκε και τοποθετήθηκε τηλέφωνο. Το Φεβρουάριο του 2004 το σπίτι βρισκόταν στο στάδιο του σκελετού και το Νοέμβριο του ίδιου χρόνου στο στάδιο των τούβλων. Μετά το χωρισμό της με τον Αιτητή, δηλαδή το Φεβρουάριο του 2004, μήνα κατά τον οποίο η Αιτήτρια τοποθετεί τη διάσταση, μόνο αυτή κατέβαλλε τις δόσεις του κοινού δανείου. Οταν, κατά τη δική της εκδοχή, ο Αιτητής έκανε απόπειρα αυτοκτονίας και με παρότρυνση του ψυχολόγου που τον παρακολουθούσε τον μετέφερε πίσω στο σπίτι της, έκαναν μαζί ένα ταξίδι στην Αμερική για να εξασφαλίσει πράσινη κάρτα ο Αιτητής. Χρονικά τοποθέτησε το ταξίδι αυτό τον Απρίλιο ή Μάιο του
  17. Παραδέχθηκε επίσης ότι έκανε και ένα ταξίδι με τη μητέρα της στη Συρία στο οποίο την ακολούθησε ο Αιτητής. Λόγω όμως των πολλών επαγγελματικών ταξιδιών που κάνει δεν μπορούσε όπως είπε να θυμηθεί πότε έγινε αυτό το ταξίδι. Υποστήριξε ότι ουδέποτε αγόρασε για τον εαυτό της οποιοδήποτε ακίνητο στην Ορόκλινη, είχε όμως μεσολαβήσει, ως εργαζόμενη σε εταιρεία ανάπτυξης γης, για αγορά ακινήτων που βρίσκονται στην Ορόκλινη από την κόρη της, τον αδελφό της και μια ξαδέλφη της. Για την αποπληρωμή του τιμήματος αγοράς του διαμερίσματος στην Αγία Νάπα υποστήριξε ότι κατέβαλε προκαταβολή εκ ποσού ΛΚ.3,000-4,000 και για τα υπόλοιπα ότι συνήψε δάνειο. Δεν υπέγραψε συμβόλαιο αγοράς με τον ιδιοκτήτη και το διαμέρισμα μεταβιβάστηκε επ΄ ονόματι της με την αποπληρωμή του. Το τίμημα αγοράς που αναγράφεται στο τίτλο εγγραφής του διαμερίσματος είναι γύρω στις ΛΚ.23,000 με ΛΚ.24,
  18. Το διαμέρισμα αυτό ήταν ενοικιασμένο σε Κινέζους και από την είσπραξη των ενοικίων πληρωνόταν η δόση του δανείου. Ο Αιτητής έμεινε σ΄ αυτό το διαμέρισμα όταν χώρισαν, το Φεβρουάριο του 2004, για 3 με 4 μήνες και τότε πλήρωσε δύο δόσεις του δανείου. Παραδέχθηκε ότι η εταιρεία της Halo Properties Ltd είχε εγγραφεί στο ΦΠΑ, αρνήθηκε όμως υποβολή ότι αυτό έγινε επειδή η εταιρεία αυτή διεξήγαγε εργασίες. Αρνήθηκε επίσης υποβολή ότι η εταιρεία αυτή έχει περιουσιακά στοιχεία. Για το σπίτι στην Αραδίππου παραδέχθηκε ότι αγοράστηκε κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων με προκαταβολή ΛΚ.5,000 που έδωσε η ίδια και με κοινό δάνειο που συνήψαν οι διάδικοι. Επέμενε στη θέση της ότι κατέβαλε στον Αιτητή ΛΚ.18,000 μέσα στα πλαίσια συμφωνίας για τη διευθέτηση των μεταξύ τους περιουσιακών διαφορών. Ζήτησε είπε από τον Αιτητή να υπογράψει και σχετική δήλωση για τα πιο πάνω όμως αυτός αρνήθηκε. Αρνήθηκε υποβολή πως το πιο πάνω ποσό των ΛΚ.18,000 αφορούσε την εξαγορά από την ίδια του μεριδίου του Αιτητή στο σπίτι αυτό. Η δόση του δανείου για το σπίτι στην Αραδίππου σήμερα είναι ΛΚ.330 το μήνα ενώ το 2004 ήταν ΛΚ.220 το μήνα. Η δόση του δανείου για το διαμέρισμα στην Αγία Νάπα είναι ΛΚ.130 το μήνα και η δόση του δανείου για το σπίτι στην οδό Ραφαήλ Σάντη είναι ΛΚ.480 το μήνα. Ο πρώην σύζυγος της καταβάλλει διατροφή για τα παιδιά τους ΛΚ.200 το μήνα. Αρνήθηκε υποβολή ότι, κατά τη διάρκεια του γάμου, τα εισοδήματα του Αιτητή χρησιμοποιούνταν για τις ανάγκες της οικογένειας και ειδικότερα της ίδιας και των παιδιών της. Ισχυρίστηκε ότι το δικό της εισόδημα αρκούσε στην κάλυψη των οικογενειακών εξόδων, εφόσον έμεναν, χωρίς να πληρώνουν ενοίκιο, στο σπίτι της μητέρας της η οποία τους μαγείρευε και τους φρόντιζε. Επέμενε ότι με τον Αιτητή συναντήθηκαν για πρώτη φορά το Νοέμβριο του 2002 και αρνήθηκε υποβολή πως συζούσαν από τον Ιανουάριο του
  19. Επέμενε στη θέση της για χρήση ναρκωτικών, κατάχρηση αλκοόλ και απόπειρα αυτοκτονίας από τον Αιτητή. Οταν υποβλήθηκε στην Καθ΄ης η αίτηση η ερώτηση "ο ισχυρισμός σου είναι ότι εσύ δεν έχεις καμιά πρόθεση να αποξενώσεις την περιουσία σου;", απάντησε με τα εξής: "Είναι δικά μου κάμνω τα ότι θέλω, δεν κατάλαβα, άμαν θέλω να πουλήσω, δεν κατάλαβα". Η επόμενη ερώτηση για το ίδιο θέμα ήταν: "Δηλαδή εσύ θέλεις να έχεις το δικαίωμα να κάμνεις πράξεις με την περιουσία;" απάντησε "Εχω δικαίωμα ότι είναι δικό μου να κάμνω ότι θέλω βάσει του Νόμου τίποτε άλλο όπως ο καθένας μας". Τέλος ανάφερε ότι δεν διαθέτει άλλη περιουσία εκτός από αυτή που αναφέρθηκε στην παρούσα διαδικασία. Στις αγορεύσεις τους οι συνήγοροι των διαδίκων υποστήριξαν τις θέσεις των πελατών τους, όπως αυτές πηγάζουν μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση, αντίστοιχα, καθώς επίσης και από τη μαρτυρία τους. Ο κ. Κυριακίδης, παραπέμποντας στη σχετική πάνω στο θέμα νομολογία και στην ενώπιον του δικαστηρίου μαρτυρία, υποστήριξε ότι δεν πληρούνται οι προυποθέσεις που τίθενται από το Νόμο ούτως ώστε το προσωρινό διάταγμα να οριστικοποιηθεί. Ακόμα ότι δεν έχει καταδειχθεί το κατεπείγον στην έκδοση του με μονομερή αίτηση, λαμβανομένου υπόψη και του ότι ο Αιτητής κατά την αντεξέταση του παραδέχθηκε πως δεν υπέπεσε στην αντίληψη του προσπάθεια της Καθ΄ης η αίτηση να αποξενώσει τη δεσμευθείσα περιουσία της από το Νοέμβριο του 2004, μέχρι τον Ιούνιο του 2006, που καταχώρησε την επίδικη αίτηση. Επιπρόσθετα εισηγήθηκε πως το διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί, γιατί ο Αιτητής παράλειψε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο ουσιαστικά γεγονότα που μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Συγκεκριμενοποιώντας την πιο πάνω εισήγηση του ο κ. Κυριακίδης ανέφερε αγορεύοντας τα εξής: "Ο αιτητής, στην ένορκο δήλωση του αναφέρει στην παράγραφο 5: ΄κατά τη διάρκεια της συμβίωσης των διαδίκων η καθ΄ης η αίτηση απέκτησε περιουσιακά στοιχεία η αξία των οποίων κατά το χρόνο της διάστασης υπερέβαινε τις ΛΚ.500.000 με αποτέλεσμα η περιουσία της να αυξηθεί ανάλογα΄. Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 5(γ) αναφέρει ότι η αξία της οικίας επί της οδού Ραφαήλ Σάντη 143 κατά το χρόνο της διάστασης εξαιρουμένης της γης, υπερέβαινε το ποσό των ΛΚ.300.000,
  20. Εντούτοις ο αιτητής ξέχασε να αναφέρει στην ένορκο δήλωση του ότι η συγκεκριμένη οικία ήταν κατά το χρόνο της διάστασης μη ολοκληρωμένη και ότι ουδέποτε κατοίκησε σε αυτήν όπως ο ίδιος παραδέχτηκε στην αντεξέταση. Επίσης παραδέχτηκε ότι ουδέποτε έκαμε εκτίμηση για την αξία του σπιτιού. Το ποσό το οποίο ορκίστηκε θετικά ότι αποτελεί την αξία του σπιτιού κατά το χρόνο της διάστασης το υπολόγισε, μας είπε, επειδή ένα διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων κάνει ΛΚ.100.
  21. Ακόμα παραδέχτηκε, ότι για την ανέγερση της οικίας επί της οδού Ραφαήλ Σάντη είχε συναφθεί δάνειο για ΛΚ.70.
  22. Και αυτό το γεγονός αν και ήταν εν γνώσει του αιτητή, πουθενά δεν αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του. Μεταξύ άλλων παραδέχτηκε ο αιτητής ότι ο ίδιος δεν πλήρωσε ποτέ τίποτε στο δάνειο αυτό. Επίσης παραδέχτηκε ότι τα σχέδια για την ανέγερση του σπιτιού τα είχε αρχίσει η καθ΄ης η αίτηση πριν την γνωριμία της με τον αιτητή. Αναφορικά δε με το οικόπεδο επί του οποίου βρίσκεται η εν λόγω οικία λέει ο αιτητής, στην ένορκο του δήλωση ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο αυτό ήταν εγγεγραμμένο επ΄ ονόματι της καθ΄ης η αίτηση. Στην αντεξέταση πάλι, λέει ότι μπορεί και να μην ήταν δικό της. ΄Οπως έχει διαπιστωθεί ο αιτητής δεν είπε ότι το διαμέρισμα στην Αγία Νάπα το οποίο στην ένορκη του δήλωση ισχυρίζεται ότι η καθ΄ης η αίτηση απέκτησε κατά τη διάρκεια της συμβίωσης, αγοράστηκε από την καθ΄ης η αίτηση 4 μήνες πριν το γάμο. Με δάνειο της καθ΄ης η αίτηση. Ενώ δηλαδή, μιλάει ο αιτητής στην ένορκο του δήλωση για αξία που υπερβαίνει τις 40.000 και πάλι απέχει από του να αναφέρει ότι το εν λόγω διαμέρισμα αγοράστηκε με δάνειο που σύναψε η καθ΄ης η αίτηση, γεγονός το οποίο φάνηκε να γνωρίζει πολύ καλά στην αντεξέταση. Ο αιτητής ορκίζεται ότι η καθ΄ης η αίτηση απέκτησε κατά τη διάρκεια του γάμου τους διαμέρισμα στην Ορόκλινη με συμβόλαιο αγοράς και το οποίο διαμέρισμα κατά το χρόνο της διάστασης έχει αξία υπερβαίνουσα τις ΛΚ.50.
  23. Εντούτοις και αυτοί του ισχυρισμοί φάνηκε στην αντεξέταση ότι είναι αβάσιμοι και ανυποστήρικτοι αλλά ακόμη χειρότερα, παρέσυραν το δικαστήριο στην δέσμευση ανύπαρκτου περιουσιακού στοιχείου. ΄Οπως διαπιστώσαμε, ο αιτητής ούτε για την εταιρεία έκαμε έρευνα. Καίτοι υποστηρίζει ότι έχει θετική γνώση στην ένορκη του δήλωση ότι η εταιρεία δημιουργήθηκε από την καθ΄ης η αίτηση κατά τη διάρκεια του γάμου καθώς και ότι η εταιρεία αυτή διατηρεί περιουσιακά στοιχεία. Ακόμη αναφέρω ότι ενώ ο αιτητής ισχυρίζεται στην ένορκη του δήλωση ότι είχαν με την καθ΄ης η αίτηση δώσει αμοιβαία υπόσχεση γάμου τον Ιανουάριο του 2003 στην αντεξέταση δήλωσε ότι ουδέποτε είχε αρραβωνιαστεί με την καθ΄ης η αίτηση. Επίσης στην αντεξέταση είπε ότι ΄Μάιο-Ιούνιο του 2004 έφυγα από το σπίτι για 3 βδομάδες΄. Παρ΄ όλα αυτά στην ένορκη του δήλωση ισχυρίζεται ότι η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διάρκεσε από τον Ιανουάριο του 2003 μέχρι τον Νοέμβριο του 2004". Τέλος εισηγήθηκε ότι η δεσμευθείσα περιουσία υπερκαλύπτει την απαίτηση κατά τρόπο άδικο και δυσανάλογο. Στήριξε την εισήγηση αυτή σε υπολογισμούς που, υπό τις καλύτερες συνθήκες, όπως τις θέτει ο Αιτητής, φέρουν τη συνεισφορά του στην αύξηση της περιουσίας της Καθ΄ης η αίτηση να ανέρχεται στο ποσό των ΛΚ.16,800 (μέγιστος μηνιαίος μισθός του Αιτητή εκ ΛΚ.1,200 χ 14 μήνες συμβίωσης). Αντίθετη ήταν η θέση του κ. Βραχίμη, ο οποίος, αγορεύοντας προς υποστήριξη της αίτησης του και της συνέχισης της ισχύος του διατάγματος, εισηγήθηκε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για να οριστικοποιηθεί το διάταγμα και κανένας λόγος ένστασης της Καθ΄ης η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Υπεραμύνθηκε της θέσης πως δεν υπήρξε απόκρυψη γεγονότων ούτε και οποιαδήποτε καθυστέρηση που να αναιρεί το στοιχείο του κατεπείγοντος. Τόνισε περαιτέρω πως, εφόσον η περιουσία, αντικείμενο του διατάγματος, συνιστά και αντικείμενο της αίτησης, η έκδοση του δικαιολογείται όχι μόνο με βάση το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, αλλά και με βάση τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ.
  24. Το θέμα της απόκρυψης γεγονότων σε μονομερείς αιτήσεις αποτέλεσε αντικείμενο σωρείας αποφάσεων. Στην υπόθεση Στυλιανού ν. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 583, ο Δικαστής κ. Στυλιανίδης συνοψίζει στη σελ. 587 τις αρχές που αφορούν το θέμα ως ακολούθως: "Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο, ή μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά :"Δεν σας ακούω πλέον" και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση. (Βλ. Attorney-General & Another (No.2 v. Savvides,
(1979)1 C.L.R. 393, σελ. 406-412, Zachariades Ltd v. Economides,
(1989)1 C.L.R. 437, σελ. 443, 446, βλ. επίσης αναφ. με αίτηση της Α. ΕLIA & Co Ltd, αρ. 19/99, 26.3.99, Pescara Inv. Ltd. v. GANZA, Αγ. Ναυτ. 107/98, 28.8.98)." Στην υπόθεση Brink´s Mat Ltd v. Elcombe (C.A.),
(1988)1 W.L.R. 1350, η οποία υιοθετείται στην υπόθεση Στυλιανού, (ανωτέρω) ο Δικαστής Ralph Gibson καταδεικνύει τη σοβαρότητα που προσδίδεται από τα Δικαστήρια στην πλήρη αποκάλυψη και προκαθορίζει την ευρύτητα της υποχρέωσης που αναλαμβάνει ένας αιτητής και λέει στις σελίδες 1356-1357: "In considering whether there has been relevant non-disclosure and what consequence the court should attach to any failure to comply with the duty to make full and frank disclosure, the principles relevant to the issues in these appeals appear to me to include the following:
(1)The duty of the applicant is to make ΄a full and fair disclosure of all the material facts΄: ...........
(2)The material facts are those which it is material for the judge to know in dealing with the application as made: materiality is to be decided by the court and not by the assessment of the applicant or his legal advisers: ...........
(3)The applicant must make proper inquiries before making the application: See Bank Mellat v. Nikpour,
(1985)F.S.R. 87. The duty of disclosure therefore applies not only to material facts known to the applicant but also to any additional facts which he would have known if he had made such inquiries.
(4)The extent of the inquiries which will be held to be proper, and therefore necessary, must depend on all the circumstances of the case including (
  1. a)the nature of the case which the applicant is making when he makes the application; and (
  2. b)the order for which application is made and the probable effect of the order on the defendant: ........
(5)If material non-disclosure is established the court will be ΄astute to ensure that a plaintiff who obtains (an ex parte injunction) without full disclosure . is deprived of any advantage he may have derived by that breach of duty;
(6)Whether the fact not disclosed is of sufficient materiality to justify or require immediate discharge of the order without examination of the merits depends on the importance of the face to the issues which were to be decided by the judge on the application. The answer to the question whether the non-disclosure was innocent, in the sense that the fact was not known to the applicant or that its relevance was not perceived, is an important consideration but not decisive by reason of the duty on the applicant to make all proper inquiries and to give careful consideration to the case being presented.
(7)Finally, it is not for every omission that the injunction will be automatically discharged. A locus poenitentiae may sometimes be afforded: per Lord Denning M.R. in Bank Mellat v. Nikpour,
(1985)F.S.R. 87, 90." Η ίδια προσέγγιση γίνεται και από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου (όπως ήταν τότε) Γ. Πική στην υπόθεση Borghol Co v. The Ship "Akak Progress",
(1985)1 C.L.R. 672, όπου στη σελίδα 675 αναφέρει τα ακόλουθα: "Ex parte proceedings are extraordinary in that orders may be made affecting the rights of a party without him first being heard in the matter. To that extent they constitute a departure from the fundamental principle of natural justice that no one should be condemned or have his rights varied without first being afforded an opportunity to be heard. The need for full disclosure on the part of the ex parte applicant is an essential safeguard for the prevention of abuse of the right to apply designed to mitigate possible ill-effects from non-adherence to the afore-mentioned basic rule of natural justice". Tα γεγονότα τα οποία η Καθ΄ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι παρέλειψε ο Αιτητής να αποκαλύψει, παρατίθενται στην παράγραφο 7 της ένορκης της δήλωσης και αναπτύσσονται σε σχέση και με τη δοθείσα μαρτυρία στην αγόρευση του δικηγόρου της με τα όσα αυτούσια παρατίθενται στις σελ. 16-18 της παρούσας απόφασης. Συγκεκριμένα εισηγείται η Καθ΄ης η αίτηση πως ο Αιτητής δεν ανέφερε στην ένορκη του δήλωση ότι η κατοικία στην οδό Ραφαήλ Σάντη όταν χώρισαν δεν είχε τελειώσει, ότι ουδέποτε κατοίκησε σ΄ αυτήν και ότι η ανέγερση της έγινε με αρχιτεκτονικά σχέδια που ετοιμάστηκαν από αυτήν πριν να γνωρίσει τον Αιτητή. Επίσης ότι για την ανέγερση της είχε συναφθεί δάνειο ΛΚ.70,000, για το οποίο ο Αιτητής παραδέκτηκε, κατά την αντεξέταση του, ότι δεν κατέβαλε άμεσα οποιοδήποτε ποσό. Ακόμα ορκίστηκε θετικά ότι η αξία της κατοικίας αυτής είναι πέραν των ΛΚ.300.000 χωρίς να έχει εξασφαλίσει σχετική εκτίμηση. ΄Οπως ανάφερε στην αντεξέταση του υπολόγισε το ποσό αυτό βασιζόμενος στο ότι, ένα διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων πωλείται ΛΚ.100.
  1. Για την πιο πάνω κατοικία ο Αιτητής στην ένορκη του δήλωση αναφέρει μόνο ότι άρχισε να κτίζεται κατά τη διάρκεια της συμβίωσης και ότι η αξία της, χωρίς τη γη, κατά το χρόνο της διάστασης και κατά το χρόνο καταχώρησης της αίτησης του υπερβαίνει το ποσό των ΛΚ.300.
  2. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε πως στο σπίτι αυτό δεν είχε κατοικήσει αφού μέχρι το Νοέμβριο του 2004, χρόνο που ο ίδιος τοποθετεί τη διάσταση, δεν είχε ακόμα κτιστεί, ήταν σχεδόν τελειωμένο. Παραδέκτηκε την ύπαρξη του δανείου των ΛΚ.70.000 και ότι σ΄ αυτό δεν είχε άμεση συνεισφορά, αντέταξε δε τα περί έμμεσης συμβολής του στην αύξηση της περιουσίας της Καθ΄ης η αίτηση. Επίσης παραδέκτηκε την ύπαρξη αρχιτεκτονικών σχεδίων για τα οποία συμπλήρωσε ότι τροποποιήθηκαν όταν με την Καθ΄ης η αίτηση ήταν πλέον ζευγάρι. Τέλος παραδέκτηκε ότι δεν είχε εξασφαλίσει εκτίμηση για το σπίτι αυτό. Υπολόγισε την αξία του λαμβάνοντας υπόψη ότι ένα διαμέρισμα με δύο υπνοδωμάτια πωλείται ΛΚ.120.
  3. Το ότι η συγκεκριμένη κατοικία δεν είχε τελειώσει όταν επήλθε η διάσταση και ότι ο Αιτητής δεν κατοίκησε σ΄ αυτήν, θα είχε ενδεχομένως σημασία σε ενδιάμεση αίτηση του Αιτητή για αποκλειστική χρήση της κατοικίας αυτής. ΄Ομως, κρίνω ότι δεν αποκτά τέτοια σημασία στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης ώστε το δικαστήριο να οδηγηθεί στην κρίση ότι υπήρξε εκ μέρους του Αιτητή απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων. Αυτό το τελευταίο, περί μη απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων, μπορεί να λεχθεί και για το θέμα των αρχιτεκτονικών σχεδίων. Εξέτασα το θέμα της μη αποκάλυψης από τον Αιτητή της ύπαρξης δανείου για την ανέγερση της πιο πάνω κατοικίας με πολλή προσοχή και έχω καταλήξει ότι η παράλειψη αυτή δεν είναι μοιραία. Το δάνειο αυτό, όπως διαφάνηκε από την ένορκη δήλωση της Καθ΄ης η αίτηση, το Τεκμήριο Ε σ΄ αυτήν και τη μαρτυρία που δόθηκε κατά την αντεξέταση, ανερχόταν στις ΛΚ.70.000 και πρωτοφειλέτες σ΄ αυτό ήταν τόσο ο Αιτητής όσο και η Καθ΄ης η αίτηση. Ενώ το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία στην επίλυση της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων όταν αυτή θα κριθεί κατά την εξέταση της κυρίως αίτησης, δεν μπορώ να θεωρήσω ότι έχει την ίδια σημασία και για την εξέταση της παρούσας αίτησης. Η ύπαρξη του εν λόγω δανείου κρίνω πως δεν θα επιδρούσε στην άσκηση της ευχέρειας του δικαστηρίου για τη χορήγηση ή μη του διατάγματος. Τέλος δεν μπορεί να θεωρηθεί απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος το ότι ο Αιτητής από μόνος του και χωρίς τη βοήθεια εμπειρογνώμονα για το θέμα, υπολόγισε ότι η αξία της συγκεκριμένης κατοικίας υπερβαίνει το ποσό των ΛΚ.300.000, κάτι που δεν αναίρεσε κατά την αντεξέταση του, εξηγώντας μάλιστα πως ο υπολογισμός του αυτός βασίστηκε στο ότι ένα διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων πωλείται ΛΚ.120.
  4. Στο πιο κάτω απόσπασμα από την αγόρευση του, ο δικηγόρος της Καθ΄ης η αίτηση αναφέρει: "Αναφορικά δε με το οικόπεδο επί του οποίου βρίσκεται η εν λόγω οικία λέει ο Αιτητής στην ένορκο του δήλωση ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο αυτό ήταν εγγεγραμμένο επ΄ ονόματι της Καθ΄ης η αίτηση. Στην αντεξέταση πάλι, λέει ότι μπορεί και να μην ήταν δικό της". Διαφωνώ ότι το πιο πάνω θέμα, όπως τίθεται, μπορεί να αντικριστεί, ως η εισήγηση της Καθ΄ης η αίτηση, σαν θέμα απόκρυψης γεγονότων. Με δεδομένη μάλιστα και τη θέση της Καθ΄ης η αίτηση πως το πιο πάνω οικόπεδο της ανήκει, θεωρώ ότι ανεπίτρεπτα το δικαστήριο καλείται να αποφανθεί για την αξιοπιστία του Αιτητή ως προς το συγκεκριμένο θέμα. Είναι σαφώς νομολογημένο ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό της διαδικασίας δεν πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός εκεί που τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο καθότι διαφορετικά θα επηρεάζετο δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για το διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο έκρινε από αυτό το στάδιο ως αναξιόπιστο. (Βλ. μεταξύ άλλων Jonitexo Ltd v. Adidas
(1874)1 CLR 263, σελ. 267-8, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248, σελ. 269-270, Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 799 και Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd,
(1996)1 AAΔ 788). Για το διαμέρισμα στην Αγία Νάπα η αναφορά στην ένορκη δήλωση του Αιτητή αφορά το ότι αποκτήθηκε από την Καθ΄ης η αίτηση κατά το χρόνο της συμβίωσης τους. ΄Οταν του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση του πως το διαμέρισμα γράφτηκε επ΄ ονόματι της κας Χαμπή στις 2.4.03, τέσσερις μήνες πριν το γάμο τους, που αποτελεί και την εισήγηση της Καθ΄ης η αίτηση για απόκρυψη, ο Αιτητής απάντησε: "Και τρεις μήνες μετά που συζούσαμε". Αυτή και μόνο η απάντηση αποδεικνύει την πραγματική διάσταση του θέματος, η οποία δεν αφορά παράλειψη του Αιτητή να παρουσιάσει στο Δικαστήριο το χρόνο κτήσης του εν λόγω διαμερίσματος, αλλά διαφορετική εκδοχή Αιτητή και Καθ΄ης η αίτηση ως προς το χρόνο έναρξης της συμβίωσης τους με προοπτική το γάμο τους, κάτι που βεβαίως θα κριθεί στο στάδιο της ακρόασης της κυρίως αίτησης. Για το θέμα της παράλειψης του Αιτητή να αναφέρει την ύπαρξη δανείου για το συγκεκριμένο διαμέρισμα, βασιζόμενη στα όσα σχετικά αναφέρθηκαν για το ίδιο θέμα αναφορικά με την κατοικία στην οδό Ραφαήλ Σάντη, καταλήγω πως δεν συνιστά απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος. Για το διαμέρισμα στην Ορόκλινη γίνεται αναφορά στην αγόρευση του δικηγόρου της Καθ΄ης η αίτηση με τα εξής: "Ο αιτητής ορκίζεται ότι η Καθ΄ης η αίτηση απέκτησε κατά τη διάρκεια του γάμου τους διαμέρισμα στην Ορόκλινη με συμβόλαιο αγοράς και το οποίο διαμέρισμα κατά το χρόνο της διάστασης έχει αξία υπερβαίνουσα τις ΛΚ.50.
  1. Εντούτοις και αυτοί του οι ισχυρισμοί φάνηκε στην αντεξέταση ότι είναι αβάσιμοι και ανυποστήρικτοι αλλά ακόμα χειρότερα, παρέσυραν το δικαστήριο στη δέσμευση ανύπαρκτου περιουσιακού στοιχείου". Δεν μπορώ να θεωρήσω ότι με τον τρόπο που τίθεται το θέμα για το διαμέρισμα στην Ορόκλινη, αφορά απόκρυψη οποιουδήποτε γεγονότος. Αντίθετα, θεωρώ ότι το όλο θέμα αφορά το κατά πόσο το εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να εξακολουθήσει να ισχύει αναφορικά με το εν λόγω διαμέρισμα, κάτι που θα πραγματευθώ στη συνέχεια της παρούσας απόφασης. Για την εταιρεία Halo Properties Ltd στην αγόρευση του δικηγόρου της Καθ΄ης η αίτηση γίνεται η πιο κάτω αναφορά: "Οπως διαπιστώσαμε, ο αιτητής ούτε για την εταιρεία έκαμε έρευνα. Καίτοι υποστηρίζει ότι έχει θετική γνώση στην ένορκη του δήλωση ότι η εταιρεία, δημιουργήθηκε από την Καθ΄ης η αίτηση κατά τη διάρκεια του γάμου καθώς και ότι η εταιρεία αυτή διατηρεί περιουσιακά στοιχεία". Η πιο πάνω εταιρεία, όπως ανάφερε στην ένορκη της δήλωση η Καθ΄ης η αίτηση και όπως ο Αιτητής παραδέκτηκε κατά την αντεξέταση του, συστάθηκε στις 4.5.
  2. Ο γάμος των διαδίκων είναι παραδεκτό ότι έγινε στις 24.8.
  3. Σύμφωνα με τον Αιτητή διάσταση στις σχέσεις τους επήλθε το Νοέμβριο του 2004, κατά την Καθ΄ης η αίτηση το Φεβρουάριο του
  4. ΄Εχοντας υπόψη όλα αυτά κρίνω πως οι πιο πάνω εισηγήσεις για απόκρυψη δεν μπορούν να ισχύσουν. Θεωρώ πως και εδώ πρόκειται για διαφορετική εκδοχή Αιτητή και Καθ΄ης η αίτηση, αυτή τη φορά, ως προς το χρόνο που επήλθε η διάσταση στις σχέσεις τους, κάτι που βεβαίως θα κριθεί κατά την ακρόαση της κυρίως αίτησης. Τα ίδια ισχύουν και για το θέμα του κατά πόσον η εταιρεία διατηρεί ή όχι περιουσιακά στοιχεία. Μέσα στα πλαίσια της εισήγησης για απόκρυψη γεγονότων η Καθ΄ης η αίτηση εισηγείται πως ο Αιτητής, ενώ στην ένορκη του δήλωση αναφέρει ότι τον Ιανουάριο του 2003 έδωσαν αμοιβαία υπόσχεση γάμου, στην αντεξέταση του δήλωσε πως ουδέποτε είχαν αρραβωνιαστεί. Για το θέμα αυτό η αντεξέταση κινήθηκε ως εξής: "Ε. Λέτε ότι εδώσατε αμοιβαία υπόσχεση γάμου τον Ιανουάριο του 2003 στην ένορκη δήλωση. Αυτό το δημοσιεύσατε στην εφημερίδα; Α. Οχι. Ε. Φωνάξατε παπά και ευλόγησε τους αρραβώνες; Α. Οχι. Ε. Πως εσύ καταλαβαίνεις την αμοιβαία υπόσχεση γάμου; Α. Της αγόρασα βέρα και συζούσαμε από τον Ιανουάριο μαζί στο σπίτι της μητέρας της". Με βάση τα πιο πάνω κρίνω πως η δήλωση που καταλογίζεται από την Καθ΄ης η αίτηση στον Αιτητή δεν ευσταθεί. Τέλος η Καθ΄ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι παρά την αναφορά του Αιτητή, στην ένορκη του δήλωση πως η συμβίωση διήρκεσε από τον Ιανουάριο του 2003 μέχρι το Νοέμβριο του 2004, στην αντεξέταση του ανέφερε πως μεταξύ Μαίου και Ιουνίου του 2004 έφυγε από το σπίτι για τρεις βδομάδες. Η σχετική αναφορά του Αιτητή ως προς το συγκεκριμένο θέμα βρίσκω να είναι η εξής: "Ε. Ούτε εκάμνετε χρήση οινοπνευματωδών ποτών σε μεγάλη ποσότητα; Α. Οχι εγώ δεν έπινα που γνώρισα την κυρία, δεν έπινα διότι με το παραμικρό έβγαλλε με έξω, έλεγε πιάσε τα ρούχα φύγε, πήγα 2-3 βδομάδες στην Αγία Νάπα και ........." ΄Εχοντας υπόψη, όχι μόνο το πιο πάνω απόσπασμα αλλά το σύνολο της μαρτυρίας που δόθηκε, κρίνω πως η εισήγηση της Καθ΄ης η αίτηση δεν είναι βάσιμη, εφόσον και πάλι δεν πρόκειται για εισήγηση που αφορά απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων αλλά τη διαφορετική θεώρηση Αιτητή και Καθ΄ης η αίτηση ως προς το θέμα της διάρκειας της συμβίωσης, η οποία πρέπει βέβαια να παραμείνει για να εξεταστεί στο στάδιο της ακρόασης της κυρίως αίτησης. Σ΄ αυτό το στάδιο και κλείνοντας την ενότητα "απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων" πρέπει να λεχθεί ότι η μαρτυρία που δόθηκε κατά την αντεξέταση ήταν διιστάμενη και οι πρωταγωνιστές της υπόθεσης έδωσαν σε θεμελιώδη ζητήματα εντελώς αντίθετες εκδοχές. Αυτό και μόνο δείχνει πως η αποκρυστάλλωση των αληθινών γεγονότων πρέπει να γίνει μέσα από την πλήρη αντιπαραβολή της μαρτυρίας και την αξιολόγηση της, στο στάδιο της εκδίκασης της ουσίας. Αυτά υπό την αίρεση, βέβαια της ανάκλησης ουσιωδών ισχυρισμών από τον Αιτητή κατά την αντεξέταση του, κάτι όμως που δεν έχει συμβεί εδώ. Οι πρόνοιες του άρθρου 4
(1)του Κεφ. 6 αναφέρονται και περιορίζονται στη δυνατότητα έκδοσης διατάγματος σε σχέση με περιουσία η οποία είναι αντικείμενο της αίτησης. (Βλ. π.χ. Cyprus Palestine Plantations v. Olivier & Co (Cyprus) Ltd. 16 C.L.R. 122, Portuguesa de Transportes Maritime of Lisbon v. Sponsalia Shipping Co. Ltd.
(1987)1 C.L.R. 11). ΄Εχοντας υπόψη τις θεραπείες τις οποίες διατυπώνει ο Αιτητής στην παρούσα αίτηση σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία - αντικείμενο του διατάγματος, είμαι πεπεισμένη ότι στην παρούσα διαδικασία μπορούν να εφαρμοσθούν οι πρόνοιες του άρθρου 4 του Κεφ.6. ΄Οτι δηλαδή τα περιουσιακά στοιχεία στα οποία στοχεύει το διάταγμα είναι αντικείμενο της αίτησης. Διάταγμα που εκδίδεται με βάση το άρθρο 4 δεν επεκτείνεται μέχρι την εκτέλεση της απόφασης, κάτι που προβλέπεται ειδικά στο άρθρο 5 του Κεφ. 6 (Cyprus Palestine Plantations v. Olivier & Co. (Cyprus) Ltd., 16 C.L.R. 122 και Sofocles Mamas Co v. Carl F.W. Borgward and the Chartered Bank
(1962)C.L.R. 209). Οπως έχει νομολογηθεί, σε περιπτώσεις όπου εφαρμόζεται το άρθρο 4
(1)του Κεφ. 6, το θέμα μπορεί να εξετασθεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60 (Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, Adidas v. Jonitexo
(1984)1 C.L.R. 263). Το άρθρο 4
(1)δίδει διακριτική ευχέρεια έκδοσης συντηρητικού διατάγματος, όμως όταν η αίτηση βασίζεται και στις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, το Δικαστήριο εφαρμόζοντας τις προϋποθέσεις του άρθρου 32, οι οποίες είναι ευρύτερης εφαρμογής, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, αυτόματα λαμβάνει υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 4
(1). Σύμφωνα με το άρθρο 16
(1)του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου του 1990 (Ν.23/90), τα Οικογενειακά Δικαστήρια ασκούν όλες τις εξουσίες που διαλαμβάνονται στο τέταρτο μέρος του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60), συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας έκδοσης προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 (Βουνού ν. Βουνού
(1995)1 Α.Α.Δ. 168 και Κατσουρίδη ν. Κατσουρίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 415.) Επίσης το άρθρο 14 Γ
(1)του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου του 1991 (Ν.232/91)όπως τροποποιήθηκε από το Ν.25
(1)1998, δίνει εξουσία στο Οικογενειακό Δικαστήριο να "εκδίδει ύστερα από αίτηση διάταγμα με το οποίο να παρεμποδίζεται ο Καθ΄ου η αίτηση να διαθέσει, να αποξενώσει ή να επιβαρύνει την περιουσία του ή μέρος της". Οι προϋποθέσεις, που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, είναι: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας και (γ) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. ενδεικτικά Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 A.A.Δ. 557, Acropol Shipping Co Ltd v. Rossis
(1976)1 A.A.Δ. σελ. 38, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, Νational Bank of Greece v. Motovia
(1987)1 Α.Α.Δ. 303, K.O.T. v. Θεωρή,
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. X"Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152, Cyprus Sulphur & Copper Co Ltd & άλλων ν. Παραλράμα Λτδ,
(1990)1 Α.Α.Δ. 1040, και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248.) Παράλληλα, όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Odysseos (πιο πάνω) το Δικαστήριο στο τελικό στάδιο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει και το κατά πόσον είναι δίκαιον και εύλογο να δώσει κάποιο διάταγμα (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη,
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152 και Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή,
(1989)1 Α.Α.Δ. 255). Σχετικά με την πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις. ΄Οσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή της ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, είναι αρκετό για τον Αιτητή να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αίτησης. (Βλ. Odysseos v. Pieris Estates & Others,
(1982)2 C.L.R. 557 και Πουργουρίδη κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, σελ. 207). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα ν. ΄Αννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8). Το τρίτο κριτήριο - προϋπόθεση - όπως φαίνεται και από την επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60 και όπως εξηγήθηκε στις πιο πάνω αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι το κατά πόσο "θα είναι δύσκολο ή αδύνατο ν΄ απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο" αν δε δοθεί το αιτούμενο διάταγμα και ο αιτητής επιτύχει τελικά στην αγωγή του. Μια περίπτωση που μπορεί να εμπίπτει σ΄ αυτή την προϋπόθεση είναι εκείνη κατά την οποία ο Αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί, γιατί θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δε θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δε θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. ΄Οπως αναφέρεται στην υπόθεση Phasarias C. (Automotive Centre) Ltd ν. Σκυροποϊία "Λεωνία" Λτδ,
(2001)1(Β) Α.Α.Δ., 785, 789-790: "Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. (Βλ. Lakatamitis (ανωτέρω) στη σελ. 525). ΄Εχουμε υπόψη την Κυριάκος Παναγιώτου ν. Σταυρινή Κολλάτου, Πολιτική ΄Εφεση 10274 ημερομηνίας 10.9.99. Εκεί έγινε αναφορά σε πρόθεση αποξένωσης αλλά αυτή ήταν η μαρτυρία που υπήρχε και δεν απασχόλησε τέτοιο θέμα. ΄Οπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοίζου Π. στην Ζεμενίδης (ανωτέρω) εκδίδεται το διάταγμα "ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μη μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων". Τα ίδια και στην Τσιολάκκη και άλλη (ανωτέρω). ΄Οπως αναφέρεται στην απόφαση του Πική Δ., όπως ήταν τότε, στη σελ. 785, εκείνο που απαιτείται είναι "η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος". Για το ίδιο πιο πάνω θέμα σχετικές είναι επίσης οι αποφάσεις, POLTAVA v. MEXANA,
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1301, Γιάννης Φετοκάκης ν. Λάμπρος Χριστοφή κ.α., Π.Ε. 12026, ημερ. 8.9.
  1. ΄Οπως διαφαίνεται από την υπόθεση Odysseos (ανωτέρω) στις σελίδες 567 και 568 το θέμα της επάρκειας των αποζημιώσεων έχει διττόν χαρακτήρα. Κατ΄ αρχήν αν ο αιτητής πετύχει στην εναρκτήρια αίτηση του, κατά πόσον η θεραπεία των αποζημιώσεων θα είναι επαρκής θεραπεία. Αν η απάντηση είναι καταφατική, τότε το διάταγμα δεν εκδίδεται ή δε γίνεται απόλυτο. Αν όμως με την απόφαση που θα εκδίδετο δεν ικανοποιείτο ο αιτητής με τη θεραπεία των αποζημιώσεων και μόνο, τότε το διάταγμα γίνεται απόλυτο αφού διαφορετικά θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Περαιτέρω, αν η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν είναι η ενδεδειγμένη λόγω της φύσης της υπόθεσης, τότε πιο εύκολα πληρούται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
  2. Στην Mitsingas Ltd v. THE TIMPERLAND,
(1997)1 ΑΑΔ 1791 λέχθηκε στη σελ. 1799 ότι "η έννοια της δικαιοσύνης δε συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου σε θεραπεία». Περαιτέρω, ο Γαβριηλίδης, Δ., στην Κυρισάββα κ.α. ν. Κύζη,
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245 αναφέρει τα εξής: "Ομως, η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231.)" Tέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι η ανάγκη προστασίας του Αιτητή σταθμίζεται πάντοτε με την αντίστοιχη ανάγκη να προστατευθεί η Καθ΄ης η αίτηση από ζημιές που θα ήταν δυνατό να υποστεί αν εμποδιστεί ν΄ ασκήσει τα δικά της δικαιώματα. Το Δικαστήριο πρέπει πάντοτε να σταθμίζει αυτές τις δύο ανάγκες και να καθορίζει ποια από τις δύο πλευρές θα υφίστατο τη μεγαλύτερη ταλαιπωρία (βλ. σχετ. American Cinamid v. Ethicon Ltd,
(1975)1 All E.R. 504, σελ. 509-510). Με οδηγό τις πιο πάνω νομικές αρχές στρέφομαι τώρα στις θέσεις και τα επιχειρήματα των δύο πλευρών. Επειδή όμως πιστεύω ότι θα ήταν πρακτικότερο η πρώτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, αυτή δηλαδή του κατά πόσον υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την ακρόαση της αίτησης, να συνεκτιμηθεί με τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, αυτή δηλαδή της ύπαρξης ορατής πιθανότητας ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία στην αίτηση θα εξετάσω μαζί τις δύο αυτές προϋποθέσεις. Στην παρούσα υπόθεση το βασικό υπόβαθρο των αξιώσεων του Αιτητή συνιστούν οι πρόνοιες του Ν.232/91 και συγκεκριμένα οι πρόνοιες των εδαφίων
(1)και
(2)του άρθρου 14 του εν λόγω Νόμου, τα οποία ορίζουν: "14
(1)Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσο συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
(2)Η συνεισφορά του ενός συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη συνεισφορά". Eπιπρόσθετα, στο άρθρο 2 του Ν.232/91, που υπέχει θέση ερμηνευτικού, έχουμε τους πιο κάτω ορισμούς: "περιουσία σημαίνει την κινητή και ακίνητη περιουσία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους", και "συνεισφορά σημαίνει την οποιασδήποτε μορφής συνεισφορά των συζύγων στην απόκτηση ή τη δημιουργία περιουσίας και περιλαμβάνει τη φροντίδα της οικογενειακής εστίας και των μελών της οικογένειας". ΄Οπως προκύπτει καθαρά από τις εν λόγω πρόνοιες, για να δημιουργηθεί αγώγιμο δικαίωμα αξίωσης συμμετοχής στην περιουσία πρέπει να συνυπάρχουν οι εξής τρεις θετικές προϋποθέσεις: (α) Ο γάμος να έχει λυθεί ή ακυρωθεί ή οι σύζυγοι να βρίσκονται σε διάσταση, (β) Η περιουσία να έχει αποκτηθεί ή αυξηθεί πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου, μετά και κατά τη διάρκεια του γάμου, και (γ) Ο σύζυγος, ο οποίος επικαλείται το δικαίωμα συμμετοχής, έχει με οποιοδήποτε τρόπο συμβάλει στην αύξηση της εν λόγω περιουσίας. Αναφορικά με την (α) πιο πάνω προϋπόθεση, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αμφισβητείται ότι οι διάδικοι είναι εν διαστάσει σύζυγοι. Αναφορικά με τη (β) πιο πάνω προϋπόθεση ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η επίδικη περιουσία αποκτήθηκε κατά τη συμβίωση του με την Καθ΄ης η αίτηση πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου τους, μετά και κατά τη διάρκεια του γάμου τους. Εκ μέρους της Καθ΄ης η αίτηση υπάρχει αμφισβήτηση ως προς το κατά πόσο η επίδικη περιουσία είναι χρονικά οριοθετημένη με την προ και μετά το γάμο συμβίωση των διαδίκων. Όλα αυτά βασίζονται στις διαφορετικές εκδοχές των διαδίκων ως προς το χρόνο έναρξης της συμβίωσης τους με προοπτική το γάμο τους, όσο και ως προς το χρόνο κατά τον οποίο επήλθε η διάσταση στις σχέσεις τους. Σύμφωνα με την εκδοχή του Αιτητή η συμβίωση τους με προοπτική το γάμο τους άρχισε τον Ιανουάριο του 2003 και η διάσταση στις σχέσεις τους επήλθε το Νοέμβριο του 2004, ενώ σύμφωνα με την εκδοχή της Καθ΄ης η αίτηση τα πιο πάνω συντελέστηκαν το Μάιο του 2003 και το Φεβρουάριο του 2004, αντίστοιχα. Εν πάση όμως περιπτώσει και ανεξάρτητα από τις διαφορετικές εκδοχές των διαδίκων στο θέμα, προκύπτει από την ενώπιον μου μαρτυρία ότι τουλάχιστον το σπίτι στην οδό Ραφαήλ Σάντη άρχισε να ανεγείρεται κατά το χρόνο της συμβίωσης των διαδίκων με την προοπτική του γάμου τους. Αναφορικά με την (γ) πιο πάνω προϋπόθεση ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η επίδικη περιουσία αποκτήθηκε και με τη δική του συνδρομή και συνεισφορά. Ο ισχυρισμός του ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν ως ηθοποιός δεν αμφισβητείται από την Καθ΄ης η αίτηση. Εκείνο που αμφισβητείται είναι για πόσο χρόνο εργάστηκε, το ύψος των απολαβών του από την εργασία αυτή και ο ισχυρισμός του πως φρόντιζε την Καθ΄ης η αίτηση και τα παιδιά της από προηγούμενο της γάμο, καθώς και το ότι εκτελούσε μέρος των οικιακών εργασιών. Το άρθρο 14 του Ν. 232/91 δίνει τη δυνατότητα στον ένα σύζυγο να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από δική του συμβολή. Εξάλλου το άρθρο 14
(2)του ίδιου πιο πάνω Νόμου προβλέπει ότι "η συνεισφορά του ενός συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη συνεισφορά". Λαμβανομένων υπόψη όλων των πιο πάνω και με βάση το αποδεικτικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, διαπιστώνω ότι τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 έχουν ικανοποιηθεί. Αναφορικά με τις πιο πάνω διαφωνίες των διαδίκων, είμαι της γνώμης ότι αφορούν γεγονότα πάνω στα οποία θα περιστραφεί τελικά το αποτέλεσμα της κυρίως αίτησης και τα οποία άπτονται των δικαιωμάτων των μερών και κατ΄ επέκταση, το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα αναζητηθεί η επίλυση τους βρίσκεται έξω από τα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Στρέφομαι τώρα να εξετάσω το κατά πόσο συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, δηλαδή δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Ο Αιτητής στις παραγράφους 10, 11 και 12 της ένορκής του δήλωσης που συνοδεύει την αίτησή του αναφέρει: "
  1. Εξ΄ όσον κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω υπάρχει κίνδυνος ότι η καθ΄ης η αίτηση θα πουλήσει, υποθηκεύσει, μεταβιβάσει, διαθέσει ή άλλως πως αποξενώσει την πιο πάνω αναφερόμενη περιουσία είτε με σκοπό να αποτρέψει την απόδοση σ΄ εμένα της περιουσίας αυτής είτε για άλλους λόγους με αποτέλεσμα να είναι δύσκολο ή αδύνατο να εκτελεστεί ενδεχόμενη απόφαση προς όφελος μου για μεταβίβαση μέρος της επίδικης κατοικίας επ΄ ονόματι μου. Περαιτέρω, σε περίπτωση επιβάρυνσης ή αποξένωσης της περιουσίας αυτής θα είναι σε κάθε περίπτωση δύσκολο ή αδύνατο να εκτελέσω οποιαδήποτε απόφαση στην πιο πάνω υπόθεση εναντίον της καθ΄ης η αίτηση.
  2. Εξ΄όσον κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω υπάρχει σοβαρό θέμα προς εκδίκαση στην παρούσα υπόθεση, έχω πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας και σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
  3. Περαιτέρω είναι επείγον να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα μονομερώς γιατί σε περίπτωση επίδοσης του υπάρχει κίνδυνος η καθ΄ης η αίτηση να προχωρήσει σε αποξένωση της ειρημμένης περιουσίας ή οιουδήποτε τμήματος της για να προλάβει το ενδεχόμενο έκδοσης του διατάγματος." Η Καθ΄ης η αίτηση στην ένορκη της δήλωση αρνείται τους πιο πάνω ισχυρισμούς και δηλώνει ότι η ίδια δεν προτίθεται να αποξενώσει τα επίδικα περιουσιακά στοιχεία. Ο Αιτητής, κατά την αντεξέταση του, επανέλαβε την πεποίθησή του για αποξένωση της επίδικης περιουσίας από την Καθ΄ης η αίτηση. Η Καθ΄ης η αίτηση, κατά την αντεξέτασή της, υπό τη θεώρηση ότι τα επίδικα περιουσιακά στοιχεία είναι δικά της, είπε ότι μπορεί να τα κάνει ό,τι θέλει, ακόμα και να τα πουλήσει. Αν στα πιο πάνω προσθέσουμε και το γεγονός, που παραδέχθηκε η Καθ΄ης η αίτηση κατά την αντεξέτασή της, ότι στερείται οποιασδήποτε άλλης περιουσίας, εκτός από την αναφέρομενη στα δικόγραφα, κρίνω ότι και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 έχει ικανοποιηθεί. Στην κατάληξή μου αυτή συνηγορεί και το γεγονός πως με βάση το Ν. 232/91, άρθρα 14 και 14Ε, το δικαίωμα αξίωσης σε συμμετοχή σε περιουσία δεν περιορίζεται σε αξίωση χρηματικής φύσης, αλλά περιλαμβάνει και αξίωση συμμετοχής σε περιουσία, πράγμα που σημαίνει ότι μπορεί να εκδίδεται και διάταγμα για μεταβίβαση σε αιτητή περιουσίας Καθ΄ου η αίτηση που συνιστά αντικείμενο της διαδικασίας. Τυχόν αποξένωση της περιουσίας θα εξοστράκιζε την εξουσία αυτή του Δικαστηρίου. Η πιο πάνω κατάληξη μου ενισχύεται και από τη νομολογία, σύμφωνα με την οποία παράγοντες άλλοι από το χρηματικό παράγοντα της αποζημίωσης μπορούν να επενεργήσουν θετικά υπέρ ενός Αιτητή, είτε κάτω από το πλαίσιο εξέτασης του τρίτου κριτηρίου, είτε κάτω από το πρίσμα της εξέτασης του ισοζυγίου της ευχέρειας (βλ. υποθέσεις Phasarias, Mitsingas, Κυρισάββα, Poltava και Φετοκάκης, πιο πάνω) το οποίο και κρίνεται ότι στην παρούσα περίπτωση θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ του Αιτητή. Περαιτέρω, ως προς τον ισχυρισμό της Καθ΄ης η Αίτηση ότι ο Αιτητής καθυστέρησε να ζητήσει θεραπεία από το δικαστήριο, κρίνω ότι είναι ανεδαφικός. Και τούτο γιατί όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χριστάκη Σάββα ν. Παναγιώτας Τηλεμάχου,
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2081, στη σελ. 2085: ".... ο υπολογισμός του χρόνου, ως παράγοντα για τη διαπίστωση της ύπαρξης καθυστέρησης σε βαθμό που να εξανεμίζεται το επείγον του διατάγματος, αρχίζει να προσμετρά λαμβανομένων υπόψη και άλλων τυχόν παραγόντων, από την ημερομηνία καταχώρησης της εναρκτήριας αίτησης και όχι από το χρόνο που επήλθε η διάσταση". To γεγονός ότι η Καθ΄ης η αίτηση, μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης, δεν έχει αποξενώσει την περιουσία της, δεν μπορεί να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου ως προς το συγκεκριμένο θέμα. Τέλος αναφέρω ότι τόσο η εναρκτήρια αίτηση, όσο και η υπό εξέταση αίτηση, όπως έχει ήδη αναφερθεί, καταχωρήθηκαν την ίδια ημερομηνία. Η Καθ΄ης η αίτηση εισηγήθηκε επίσης ότι η δεσμευθείσα περιουσία υπερκαλύπτει την απαίτηση κατά τρόπο άδικο και δυσανάλογο. Η εισήγησή της αυτή στηρίχθηκε στο συλλογισμό ότι, αν γίνει αποδεκτό ότι ο μηνιαίος μισθός του Αιτητή είναι ΛΚ.1.200 και εργαζόταν καθ΄όλη τη συμβίωση του με την Καθ΄ης η αίτηση, ήτοι 14 μήνες, τότε η συνεισφορά του στην αύξηση της περιουσίας της ανέρχεται μόνο στις ΛΚ.16,800. Σ΄ ότι αφορά την πιο πάνω εισήγηση της Καθ΄ης η αίτηση παρατηρώ ότι, σύμφωνα με την εκδοχή του Αιτητή, αυτός συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας της Καθ΄ης η αίτηση άμεσα και έμμεσα. Επίσης, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία που δόθηκε, για την απόκτηση της περιουσίας έχουν συναφθεί και δάνεια, με τον Αιτητή να είναι πρωτοφειλέτης και εγγυητής. Εν πάση περιπτώσει δε και τα εισοδήματα της Καθ΄ης η αίτηση, σύμφωνα με τη δική της εκδοχή, δεν ήταν περισσότερα από τα πιο πάνω αναφερόμενα από την ίδια, εισοδήματα του Αιτητή. Καταλήγοντας αναφέρω πως το θέμα της ακριβούς συμβολής του Αιτητή στην αύξηση της περιουσίας της Καθ΄ης η αίτηση είναι θέμα το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας της εναρκτήριας αίτησης και δεν μπορεί να εξεταστεί μέσα στα περιορισμένα πλαίσια που παρέχονται κατά την εκδίκαση της παρούσας αίτησης (βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248 και Φετοκάκης, πιο πάνω). Για το διαμέρισμα στην Ορόκλινη η θέση της Καθ΄ης η αίτηση τόσο στην ένορκη της δήλωση όσο και κατά την αντεξέταση της, ήταν ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν ήταν ιδιοκτήτρια ούτε και δικαιούμενη στην εγγραφή διαμερίσματος στην Ορόκλινη. Ο Αιτητής στην ένορκη του δήλωση αναφέρει μόνο ότι η Καθ΄ης η αίτηση απέκτησε με συμβόλαιο αγοράς αυτό το διαμέρισμα του οποίου η αξία κατά το χρόνο της διάστασης υπερβαίνει τις ΛΚ.50.000. Κατά την αντεξέταση του, το σχετικό απόσπασμα της οποίας έχει μεταφερθεί αυτούσιο στην παρούσα απόφαση και συγκεκριμένα στη σελ. 11, ο Αιτητής δεν μπόρεσε να δώσει καμιά λεπτομέρεια για το διαμέρισμα αυτό ούτε και να προσδιορίσει το που ακριβώς βρίσκεται. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις θεωρώ ότι ο Αιτητής απέτυχε να αποσείσει το βάρος που είχε στους ώμους του να αποδείξει ότι η Καθ΄ης η αίτηση είναι ιδιοκτήτης ή δικαιούμενη σε εγγραφή του διαμερίσματος στην Ορόκλινη. Με βάση όλα τα ανωτέρω, καταλήγω ότι το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 19.7.2006 θα πρέπει να καταστεί και καθίσταται απόλυτο, εκτός από το μέρος του που αφορά το διαμέρισμα στην Ορόκλινη που θα πρέπει να ακυρωθεί και ακυρώνεται. Λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της υπόθεσης και της πιο πάνω κατάληξης μου επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Καθ΄ης η αίτηση τα ¾ των εξόδων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο και τα οποία έξοδα όμως θα καταβληθούν μετά το πέρας της εναρκτήριας αίτησης. (Υπ.) ..................................................... Δ. Κούσιου-Χρυσανδρέα, Πρ. Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.