ΓΙΑΝΝΑΚΗ Α. ΠΑΠΑΣΑΒΒΑ ν. ΑΡΙΣΤΗΣ ΜΙΛΤΙΑΔΟΥΣ, Αρ. Αίτησης: 43/2006, 28.2.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODPAF:2007:1 ΣΤΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Δικαιοδοσία Περιουσιακών Διαφορών ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Χ" Αθανασίου, Δ. Αρ. Αίτησης: 43/2006 Μεταξύ: ΓΙΑΝΝΑΚΗ Α. ΠΑΠΑΣΑΒΒΑ, από την Πάφο Αιτητή - και - ΑΡΙΣΤΗΣ ΜΙΛΤΙΑΔΟΥΣ, από την Κ. Πάφο Καθ΄ ης η Αίτηση ---------------------------------- Προσωρινό Διάταγμα, ημερομηνίας 11.9.2006 Ημερομηνία: 28.2.2007 Εμφανίσεις: Για Αιτητή : κ. Α. Αλεξάνδρου (κα. Σοφιανού για ν΄ ακούσει απόφαση) Για Καθ΄ ης η Αίτηση: κα. Α. Κορακίδου Διάδικοι παρόντες ----------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ To διάβημα του Αιτητή να εξασφαλίσει μονομερώς προσωρινό διάταγμα με το οποίο ν΄ απαγορεύεται η Καθ΄ ης η Αίτηση να μεταβιβάσει, δωρίσει ή αποξενώσει το ακίνητο με αρ. εγγραφής 3601, τεμ. 233, Φ/Σχ. 21/10.6.ΙV που ευρίσκεται στην Κάτω Πάφο και εντός αυτού στεγάζεται το μουσικοχορευτικό κέντρο "Θεσσαλονικιά", το οποίο μετονομάστηκε σε "Φεγγάρια" και η συνέχιση ή η ακύρωση του προσωρινού διατάγματος αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας η οποία οδηγήθηκε σε ακρόαση. Στις 11.9.2006 το Οικογενειακό Δικαστήριο εξέδωσε προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα στη βάση μονομερούς αίτησης. Το προσωρινό διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο στις 26.9.06, ημερομηνία κατά την οποία η Καθ΄ ης η Αίτηση εμφανίστηκε και ζήτησε χρόνο να υποβάλει γραπτώς σχετική ένσταση. Στην ένστασή της επισυνάπτεται σωρεία τεκμηρίων, τα περισσότερα αποδείξεις για πληρωμές που έκαμε η ίδια για λογαριασμό του Αιτητή. Επίσης δικόγραφα των εκκρεμουσών ή περατωθέντων μεταξύ τους διαδικασιών. Τα κοινά αποδεκτά γεγονότα και στις δυο ένορκες δηλώσεις των διαδίκων είναι: Ότι οι διάδικοι ήταν αντρόγυνο. Τέλεσαν γάμο στις 6.3.1983. Από το γάμο τους απόκτησαν δυο θυγατέρες. Από το 1992 μέχρι το τέλος του 1999 ο Αιτητής εγκατέλειψε την Κύπρο και πήγε στο εξωτερικό. Οι διάδικοι διαφωνούν ως προς το λόγο εγκατάλειψης. Ο Αιτητής στη δική του ένορκη δήλωση προβάλλει ότι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Κύπρο λόγω σοβαρών οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε και γιατί κινδύνευε άμεσα με φυλάκιση και ότι γι΄ αυτό συμφώνησε με την Αιτήτρια λόγω των χρεών που είχε δημιουργήσει, η δε Καθ΄ ης η Αίτηση ισχυρίζεται πως ο Αιτητής την εγκατέλειψε τον Ιούνιο του 1992 και μετέβη στη Βουλγαρία με Βουλγάρα, με την οποία διατηρούσε δεσμό. Από τον Ιούνιο του 1992 επέστρεψε το 1999, μετά από 7 χρόνια. Για όλα δε αυτά τα χρόνια αδιαφόρησε παντελώς για την οικογένεια και τα παιδιά του. Από δε την επιστροφή του το μόνο που έκανε ήταν να διατηρεί διάφορες σχέσεις με κοπέλες της νύχτας από τις οποίες απέκτησε άλλα 3 παιδιά. Το 1994 λύθηκε ο γάμος τους από το Εκκλησιαστικό Δικαστήριο και το 1999 από το Οικογενειακό Δικαστήριο Πάφου. Όμως το διαζύγιο ακυρώθηκε με συμφωνία και των δυο διαδίκων όταν ο Αιτητής επέστρεψε στην Κύπρο. Η Καθ΄ ης η Αίτηση καταχώρησε νέα αίτηση διαζυγίου, την αίτηση αρ. 29/02. Αυτή η αίτηση μετά την καταχώρηση υπεράσπισης αποσύρθηκε στις 22.1.04 με επιφύλαξη. Τις 24.2.2000 ο Αιτητής καταχώρησε την αίτηση περιουσιακών διαφορών 7/00 αξιώνοντας τις ίδιες θεραπείες με την παρούσα αίτηση. Η αίτηση απερρίφθη τις 29.1.04 καθότι ο Αιτητής ζήτησε αναβολή, το αίτημά του απορρίφθηκε, εκλήθη να παρουσιάσει τη μαρτυρία του, την οποία δε μπόρεσε να έχει, ως εκ τούτου απορρίφθηκε η αίτηση λόγω μη προώθησής της. Η Καθ΄ ης η Αίτηση προχώρησε σε καταχώρηση νέας αίτησης διαζυγίου, της υπ΄ αρ. 162/04 και ο γάμος των διαδίκων λύθηκε για δεύτερη φορά με απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου, ημερομηνίας 8.5.2006. Εναντίον της απόφασης εκκρεμεί έφεση από τον Αιτητή. Υπάρχει έντονη διαφωνία ως προς το αν υπήρξε επανάληψη της συμβίωσης μετά που ο Αιτητής επέστρεψε στην Κύπρο και μετά την εκ συμφώνου ακύρωση του πρώτου διαζυγίου. Ο μεν Αιτητής ισχυρίζεται ότι από τα μέσα του 2000 μέχρι και τις αρχές του 2004 υπήρξε συμβίωση των διαδίκων η οποία διακόπηκε κατά τους ισχυρισμούς του εξαιτίας σχέσης που διατηρούσε η Καθ΄ ης η Αίτηση. Από τα διάφορα έγγραφα τα οποία επισυνάπτει η Καθ΄ ης η Αίτηση φαίνεται να αρνείται ότι υπήρξε μετά την επιστροφή του οποιαδήποτε περίοδος επανασυμβίωσης. Προχωρώ τώρα να παραθέσω ορισμένους βασικούς ισχυρισμούς του Αιτητή τους οποίους εκθέτει στην ένορκη δήλωσή του και από τους οποίους αντλεί το δικαίωμα διεκδίκησης του επίδικου περιουσιακού στοιχείου. Η αξίωσή του βασίζεται στην κατ΄ ισχυρισμό μέγιστη συνεισφορά του στην ανέγερση, εξοπλισμό, επίπλωση, διακόσμηση του μουσικοχορευτικού κέντρου "Θεσσαλονικιά", το οποίο στη συνέχεια μετονομάστηκε σε "Φεγγάρια", που είναι εγγεγραμμένο στο όνομα της Καθ΄ ης η Αίτηση. Το επίδικο κέντρο, όπως λέει, το οποίο ανεγέρθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου επί ακινήτου που ανήκε στην Καθ΄ ης, άρχισε κατά το έτος 1990 με δική του πρωτοβουλία και ολοκληρώθηκε αρχές του 1992. Παραθέτει στη συνέχεια τα ποσά που δαπανήθηκαν για τις πιο πάνω εργασίες. Καθορίζει τη συνεισφορά του στο ποσό των £77.500. Επιπρόσθετα λέγει πως και μετά την επιστροφή του από το εξωτερικό προχώρησε σε ανακαίνιση και/ή βελτίωση και/ή σημαντικές διορθώσεις του εν λόγω κέντρου και κατέβαλε ο ίδιος το ποσό των Κ£80.000, χωρίς καμιά συνεισφορά της Καθ΄ ης. Αναφέρει πως κατά την πιο πάνω περίοδο ανέλαβε τη λειτουργία και/ή τη διαχείριση του πιο πάνω κέντρου σε συνεννόηση με την Καθ΄ ης η Αίτηση, την οποία ασκεί μέχρι σήμερα και συνεισέφερε κατά καιρούς από τα έσοδα και στην Καθ΄ ης η Αίτηση. Ακόμα βασίζει την αξίωσή του στα έσοδα τα οποία έχει το μουσικοχορευτικό κέντρο για την περίοδο που έλειπε στο εξωτερικό και τα οποία καρπώθηκε η Καθ΄ ης η Αίτηση. Επίσης ισχυρίζεται πως το ακίνητο κατά την επιστροφή του από την Ελλάδα βρισκόταν στην ίδια κατάσταση που το δημιούργησε και το άφησε στην Καθ΄ ης η Αίτηση το 1992, η οποία ουσιαστικά δεν έκαμε καμιά αλλαγή μέχρι την επιστροφή του. Η αίτηση συνάντησε τη σφοδρότατη ένσταση της Καθ΄ ης η Αίτηση η οποία προέβαλε 11 λόγους ένστασης. Παρατίθενται πιο κάτω αυτούσιοι: "1. O αιτητής παρέλειψε να αποκαλύψει στο Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα τα οποία θα επηρέαζαν την απόφαση του Δικαστηρίου και επομένως δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. 2. Ο αιτητής ουδόλως συνεισέφερε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο στην αύξηση της περιουσίας της καθ΄ ης μετά την τέλεση του γάμου τους απεναντίας η όλη συμπεριφορά του αποτέλεσμα είχε να μειώσει την περιουσία της καθ΄ ης η αίτηση η οποία από το χρόνο εγκατάλειψης της από τον αιτητή μέχρι το 2000 πλήρωσε ουκ ολίγα χρέη του αιτητή. 3. Ο αιτητής δεν έχει καλή υπόθεση ούτε και υπάρχει δυνατότητα επιτυχίας αυτής. 4. Η καθ΄ ης η αίτηση δεν σκοπεύει να αποξενώσει ή επιβαρύνει καθ΄ οιονδήποτε τρόπo το ακίνητο υπ΄ αρ. εγγραφής 3601 στην Κ. Πάφο το οποίο είναι ήδη βεβαρημένο με υποθήκη για εξόφληση των χρεών που συνάφθηκαν για αξιοποίηση του μέρους των οποίων οφείλεται ακόμη μέχρι σήμερα. 5. Η καθ΄ης η αίτηση εργάζεται, είναι φερέγγυα, έχει περιουσία και σε καμιά περίπτωση ο αιτητής κινδυνεύει να μην ικανοποιήσει την απαίτησή του αν τελικά επιτύχει σ΄ αυτή. 6. Η συμπεριφορά του αιτητή προς την οικογένειά του από το χρόνο τέλεσης του γάμου του μέχρι σήμερα δεν του επιτρέπει να έχει κανένα δικαίωμα και να διεκδικεί οτιδήποτε πάνω στην περιουσία της καθ΄ ης η αίτηση. 7. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του ν. 14/60. 8. Ουδέν επείγον ζήτημα υπήρχε για την έκδοση του διατάγματος. 9. Ο αιτητής εμποδίζεται λόγω δεδικασμένου να εγείρει την παρούσα αίτηση και να αξιοί τις αιτούμενες θεραπείες. 10. Ο αιτητής απέκρυψε από το Δικαστήριο όλες τις δικαστικές διαδικασίες που προηγήθηκαν και τις εκκρεμείς δικαστικές διαδικασίες μεταξύ των διαδίκων. 11. Ο αιτητής από το 2001 που κατέχει το επίδικο μέχρι σήμερα έχει καθαρές εισπράξεις £182.500 χωρίς να έχει δώσει κανένα πόσο στην καθ΄ ης." Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση της Καθ΄ ης στην οποία προβάλλει τους δικούς της ισχυρισμούς. Έχω παραθέσει πιο πάνω τα κοινά αποδεκτά γεγονότα. Εκθέτω πιο κάτω τους κυριότερους ισχυρισμούς. Στην ένορκή της δήλωση ισχυρίζεται πως η συζυγική της ζωή με τον Αιτητή ουδέποτε υπήρξε αρμονική ένεκα του ασταθούς και επιπόλαιου χαρακτήρα του. Κατά τα χρόνια που τη εγκατέλειψε δεν συνεισέφερε οτιδήποτε για τη διατροφή των ανήλικων τέκνων τους, ούτε και μετά την επιστροφή του. Η ίδια είχε την αποκλειστική φροντίδα των παιδιών. Ο ίδιος ουδέποτε ενδιαφέρθηκε, όταν δε έλειπε στο εξωτερικό για 7 χρόνια, τηλεφώνησε 3 φορές στις θυγατέρες του. Αναφορικά με την επίδικη επιχείρηση ισχυρίζεται ότι αυτή κτίστηκε σε οικόπεδο που ήταν δωρεά από τη γιαγιά της και με δάνεια στα οποία ήταν η ίδια πρωτοφειλέτρια, είτε εγγυήτρια εξασφαλίστηκαν με υποθήκευση του ειρημένου ακινήτου και τα οποία αποπληρώνονταν από μέρος των ενοικίων που εισέπραττε από την ενοικίασή του. Ακολούθως η Καθ΄ ης περιγράφει το ιστορικό των διαφόρων ενοικιάσεων. Αναφέρει ακόμα ότι από τα ενοίκια του κέντρου που έχει εισπράξει από τον καιρό που την εγκατέλειψε ο Αιτητής τα διαθέτει για τις ανάγκες συντήρησης και για μερική εξόφληση των χρεών τους. Στη συνέχεια παραθέτει αναλυτικά τα ποσά τα οποία πλήρωσε επισυνάπτοντας και τις σχετικές αποδείξεις και αφορούσαν χρέη κυρίως του πρώην συζύγου της για ενοικιαγορές αυτοκινήτου, επίπλων, συναλλαγματικών που είχε εκδώσει ο πρώην σύζυγός της, ασφάλειες πυρός που σύναψε για το εν λόγω κέντρο, ορισμένες εργασίες που έγιναν στο επίδικο υποστατικό. Επίσης έξοδα για χαλιά, ταμπλώ του κτιρίου, υδραυλικά, οφειλές του Αιτητή σε δικηγόρους. Ακόμα αποδείξεις για δάνεια που έκαμε για επιδιόρθωση του ακινήτου. Δεν επεκτείνομαι σε αυτό το στάδιο περισσότερο γιατί πιστεύω πως όλα τα παραπάνω θα πρέπει να απασχολήσουν το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Η Καθ΄ ης η Αίτηση ακόμα κάνει αναφορά στην πανομοιότυπη αίτηση την οποία καταχώρησε ο Αιτητής και απερρίφθη. Ακόμα αναφέρει ότι μεταξύ τους εκκρεμεί αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου με βάση την παράνομη επέμβαση του Αιτητή επί του ακινήτου. Φαίνεται ότι πριν από αυτή η ίδια είχε καταχωρήσει εναντίον του αγωγή με την ίδια βάση, αξιώνοντας δηλαδή την ανάκτηση του ακινήτου (η οποία απορρίφθηκε λόγω μη παρουσίας του δικηγόρου της). Σε αυτές, όπως λέγει και στα διάφορα δικόγραφα που καταχώρησε ο Αιτητής, κάθε φορά προβάλλονται διαφορετικοί ισχυρισμοί. Ακόμα λέγει πως ο Αιτητής από το Δεκέμβριο του 2001 κατέχει και εκμεταλλεύεται το επίδικο μουσικοχορευτικό κέντρο παραχωρώντας τη διαχείρισή του σε τρίτα πρόσωπα και εισπράττει £100 ημερησίως και ότι μέχρι σήμερα έχει εισπράξει £182.500 χωρίς να της δώσει κανένα ποσό. Τέλος, καλεί το Δικαστήριο ν΄ ακυρώσει το προσωρινό διάταγμα. Αναφέρει ότι ενώ είχε κάθε ευκαιρία να πουλήσει το κέντρο, δεν το έκανε, ούτε και επιθυμεί την πώλησή του, αφού το προορίζει για τις θυγατέρες της. Επιπλέον, πληροφορεί το Δικαστήριο ότι το ακίνητο είναι υποθηκευμένο. Έχει άλλη περιουσία, είναι φερέγγυα και δεν υπάρχει κανένας λόγος επείγοντος για τη δέσμευσή του. Αλλά και γιατί ο Αιτητής δεν έχει καλή υπόθεση και καμιά πιθανότητα επιτυχίας έχει στην περιουσία της γιατί, όπως ισχυρίζεται, ουδέν συνεισέφερε στην αύξησή της. Επίσης, λόγω της απαράδεκτης διαγωγής του απέναντι στην οικογένειά του και λόγω της εκμετάλλευσης του μουσικοχορευτικού κέντρου από τον ίδιο από το 2001 μέχρι σήμερα. Στην ένσταση επισυνάπτεται όγκος τεκμηρίων προς υποστήριξη κάθε ισχυρισμού της. Οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε αγορεύσεις και νομική επιχειρηματολογία. Ο κ. Αλεξάνδρου απάντησε στον καθένα από τους λόγους ένστασης και κάλεσε το Δικαστήριο να οριστικοποιήσει το προσωρινό διάταγμα. Αναφορικά με το δεδικασμένο υπέβαλε πως αυτό δε μπορεί να προβάλλεται αφού ο γάμος συνέχισε μετά την απόρριψη της προηγούμενης αίτησης. Όσον αφορά την ισχυριζόμενη απόκρυψη εισηγήθηκε πως ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί αφού ο Αιτητής απεκάλυψε όλα τα ουσιώδη γεγονότα. Η κα. Κορακίδου υποστήριξε πως το διάταγμα δε θα πρέπει να συνεχίσει να ισχύει, αλλά θα πρέπει ν΄ ακυρωθεί, καθώς δε συντρέχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Ανέφερε πως η περίπτωση αφορά ένα ακίνητο το οποίο δωρήθηκε από τη γιαγιά της Καθ΄ ης και ότι εντός του ακινήτου ανοικοδομήθηκε κέντρο με δάνεια που συνήψαν οι διάδικοι, μέρος των οποίων αποπληρώθηκαν και άλλο από εισοδήματα από την εργασία της Καθ΄ ης η Αίτηση και από χρήματα που δόθηκαν από τον πατέρα της από την πώληση βάρκας. Υπέβαλε πως οι αναφορές του Αιτητή για πώληση του ακινήτου είναι αόριστες χωρίς να αποκαλύπτονται οι πληροφορίες και από πού τις πήρε. Απέρριψε κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς για επανασυμβίωση των διαδίκων, λέγοντας ότι πρόκειται για ασύστολα ψεύδη και υπέδειξε πως στην πραγματικότητα ο Αιτητής πέτυχε να έχει την κατοχή του κέντρου με διάφορους εκβιασμούς και υποσχέσεις, όπως μαρτυρεί η Καθ΄ ης. Ο Αιτητής ήθελε να ενοικιάσει το κέντρο και να πληρώνει ενοίκιο. Αυτή ήταν και η συμφωνία που έκαμαν (συμφωνία την οποία παρέλειψε όμως να έρθει να προσυπογράψει) και με διάφορα τεχνάσματα από το 2001 κατέχει το κέντρο, εισπράττει όλα τα εισοδήματα, αποκλείοντας την Καθ΄ ης από οποιοδήποτε εισόδημα. Παρέπεμψε το Δικαστήριο ακόμα στα διάφορα συνημμένα (στις μεταξύ των διαδίκων αγωγές) και ισχυρισμούς του Αιτητή που κατά τη θέση της ανατρέπουν τους σημερινούς ισχυρισμούς του, ότι με την επάνοδό του στην Κύπρο έζησαν σαν σύζυγοι. Υπέβαλε ακόμα ότι ο Αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Ακόμα τόνισε πως ο Αιτητής κωλύεται λόγω δεδικασμένου να προχωρεί την παρούσα αίτηση, αφού πανομοιότυπη αίτηση απορρίφθηκε κατά το στάδιο της ακρόασης λόγω του ότι το Δικαστήριο τον κάλεσε να προσκομίσει τη μαρτυρία του και ουδεμία μαρτυρία έφερε. Εναντίον της παραπάνω απόφασης για απόρριψη δεν καταχωρήθηκε καμιά έφεση. Τέλος, υπέδειξε πως με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία κατερρίφθη το τεκμήριο της συνεισφοράς και δεν απεδείχθη η συνδρομή των τριών προϋποθέσεων. Νομική πτυχή Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ως αυτό έχει τροποποιηθεί, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων. Στην πλούσια νομολογία που υπάρχει επί του θέματος αναλύθηκαν οι τρεις προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν για να ασκήσει το Δικαστήριο τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Οι τρεις προϋποθέσεις είναι οι ακόλουθες:
- i)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
- ii)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία. iii) Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης έχει κριθεί πως είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η δεύτερη προϋπόθεση, απαιτεί από τον Αιτητή να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας έχει ερμηνευθεί να σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η τρίτη προϋπόθεση σχετίζεται με την επάρκεια των αποζημιώσεων. Αν η επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ του Αιτητή στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε δεν είναι απαραίτητη η έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Οι παραπάνω προϋποθέσεις έχουν αναλυθεί σε έκταση στη νομολογία. Βλ. Οδυσσέως v. Pieris Estates
(1982)1 A.A.Δ. 557, Κυτάλα κ. ά. v. Χρυσάνθου κ. ά.
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 253, Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 255, M. & Ch. Mitsingas Tr. Ltd κ. ά. v. Timberland Co.
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, Pariko Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd κ. ά.
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015. Ακόμα το Δικαστήριο αν τελικά αποδεχθεί την ύπαρξη των τριών προϋποθέσεων, τότε θα πρέπει να κρίνει με γνώμονα το τι είναι δίκαιο και πρόσφορο, κατά πόσο είναι εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Είναι δε καθιερωμένη αρχή ότι ο Αιτητής ο οποίος επιδιώκει μονομερώς ένα προσωρινό διάταγμα πρέπει να προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Πρέπει δηλαδή να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Η σημασία της αναλύθηκε σε σειρά αποφάσεων. Το επιστέγασμα της απουσίας αποκάλυψης είναι η κατάργηση του διατάγματος. Το Δικαστήριο αν θεωρήσει ότι η μη αποκάλυψη ήταν ουσιώδης μπορεί να ακυρώσει το προσωρινό διάταγμα που το ίδιο εξέδωσε αρνούμενο ν΄ ακούσει περαιτέρω τον Αιτητή. Για να ακυρώσει όμως το διάταγμα θα πρέπει τα γεγονότα τα οποία δεν αποκαλύφθηκαν να ήταν ουσιώδη. Επίσης θα πρέπει να αποφασίσει αν αυτά ευρίσκοντο εντός του πεδίου γνώσης του Αιτητή. [Βλ. Στυλιανού v. Στυλιανού
(1992)1 (Α) Α.Α.Δ. 583, Γρηγορίου κ. ά. v. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co. Ltd
(1996)1 (A) A.A.Δ. 597, M. & Ch. Mitsingas Tr. Ltd. κ. ά. v. Τimberland Co.
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 598, Σεβαστού v. Σεβαστού,
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1980]. Το Δικαστήριο ακόμα σε αυτό το στάδιο πρέπει να έχει υπόψη του, ότι πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε διεξοδική εξέταση και διερεύνηση των επίδικων θεμάτων, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. [Βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263]. Στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Βeogradska Banka
(1999), 1Α 227 στη σελ. 236 λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Δικαστή Αρτεμίδη (όπως ήταν τότε): "Θα επαναλάβουμε, έστω με τον κίνδυνο να γίνουμε φορτικοί, πως οι διαπιστώσεις στις οποίες προβαίνουμε γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος αντικείμενο της πρωτόδικης απόφασης και έφεσης. Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για ν΄ αποφασιστούν όταν θα εξεταστεί η ουσία της." Έχοντας υπόψη μου τις παραπάνω αρχές και νομοθετικές πρόνοιες, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο το εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να οριστικοποιηθεί ή παραμεριστεί. Προτού όμως εξετάσω κατά πόσο συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις, θεωρώ ορθό να ασχοληθώ με την ένσταση του δεδικασμένου. Στην υπό κρίση υπόθεση το πρακτικό του Δικαστηρίου στην υπόθεση 7/2000, ημερομηνίας 29.1.2004, Τεκμήριο 5 στην ένσταση, μαρτυρεί ότι η υπόθεση απορρίφθηκε λόγω μη προώθησής της. Δεν υπήρξε κρίση επί της ουσίας της υπόθεσης, δηλαδή επί του δικαιώματος του Αιτητή να αξιώνει οτιδήποτε επί της αύξησης της περιουσίας της Καθ΄ ης. Δεν ακούστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία και δεν αποφάσισε το Δικαστήριο επί των εγειρομένων θεμάτων. Όμως είναι αποδεκτό πως δεν ασκήθηκε οποιαδήποτε αίτηση για επαναφορά της απορριφθείσας αίτησης. Είναι όμως νομολογημένο ότι τα σοβαρά νομικά ζητήματα πρέπει να επιλύονται κατά τη δίκη. Επίλυσή των στο στάδιο της διαδικασίας για χορήγηση προσωρινού διατάγματος θ΄ αποτελούσε σοβαρή επέμβαση στην πορεία της δίκης και στα επίδικα θέματα τα οποία θα πρέπει να αφεθούν να εξεταστούν κατά την εκδίκαση της κύριας υπόθεσης. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω και της αποδοχής της ύπαρξης δεδικασμένου από την απόρριψη της προηγούμενης αίτησης, σε αυτό το στάδιο υπάρχει έντονος ισχυρισμός για επανάληψη της συμβίωσης των διαδίκων και μετά την εκ συμφώνου ακύρωση του διαζυγίου κατά το 2004. Επίσης είναι πλέον γεγονός η έκδοση ενός νέου διαζυγίου στις 8.5.06. Ο Περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων, άρθρο 14 Νόμος του 1991 (Ν. 232/91)ως έχει τροποποιηθεί προνοεί ότι: "Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος εφόσον συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή." Στο άρθρο 15 προβλέπεται η περίοδος παραγραφής. Η προβλεπόμενη από το άρθρο 14 αξίωση (15 (α)) παραγράφετο δυο χρόνια (τρία με την τελευταία τροποποίηση 169
(1)/2006) μετά τη λύση του γάμου. Η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε εντός της παραπάνω προθεσμίας. Υπάρχει σφοδρότατη άρνηση ότι επαναλήφθηκε η συμβίωση. Δεν είναι όμως αυτό το στάδιο που το Δικαστήριο θα αποφασίσει επί των αντικρουόμενων ισχυρισμών και γεγονότων. (Βλ. Jonitexo ανωτέρω). Η κα. Κορακίδου, όπως έχω αναφέρει πιο πάνω, με παρέπεμψε στις διάφορες αναφορές του Αιτητή στις άλλες υποθέσεις, οι οποίες ανατρέπουν κατά τη θέση της, τους ίδιους τους ισχυρισμούς του ότι μετά την επάνοδό του στην Κύπρο οι διάδικοι επανασυνδέθηκαν. Χρειάζεται, με αφορμή τα παραπάνω, να παραθέσω τους ισχυρισμούς του στην υπεράσπιση που προέβαλε στην αγωγή 1114/02, (Αγωγή εναντίον του για παράνομη επέμβαση), Τεκμήριο 7, στην παράγραφο 4 (β), στην οποία με παρέπεμψε η ευπαίδευτη συνήγορος. "
- O εναγόμενος αρνείται το περιεχόμενο των παραγράφων 3, 4, 5, 6 και 7 της έκθεσης απαίτησης στο σύνολό τους και κάθε ισχυρισμού ξεχωριστά και ισχυρίζεται τα ακόλουθα: (α) ........................... (β) Η ανάληψη της κατοχής του ακινήτου από τον εναγόμενο έγινε κατόπιν συμφωνίας με την ενάγουσα για να εκμεταλλεύεται ο εναγόμενος το ακίνητο για όσο καιρό επιθυμεί, καθότι πρόκειται για περιουσία που δημιουργήθηκε από κοινού και ο εναγόμενος θα κατέβαλλε στην ενάγουσα ένα ποσό της τάξεως των £Κ1.000 ετησίως ως αντάλλαγμα και/ή ως ενοίκιο για την κατοχή και εκμετάλλευση του ακινήτου από αυτόν. Ο εναγόμενος μέχρι σήμερα κατέβαλε στην ενάγουσα ποσό που ξεπερνά τις £Κ2.000 ανταποκρινόμενος στη συμφωνία." Όμως στην παράγραφο 4 (α) της ίδιας υπεράσπισης ο Αιτητής, εναγόμενος σ΄ εκείνη την υπόθεση, έλεγε τα ακόλουθα: "(α) O εναγόμενος ανέλαβε νόμιμα την κατοχή του ακινήτου και αφού καταχώρισε την υπ΄ αρ. 7/2000 αίτηση στο Οικογενειακό Δικαστήριο Πάφου για επίλυση των περιουσιακών διαφορών μεταξύ τους η ενάγουσα παραχώρησε το ακίνητο στον εναγόμενο με δική της πρωτοβουλία για να το εκμεταλλεύεται αυτός για όσα χρόνια επιθυμεί σε ένδειξη αναγνώρισης ότι η περιουσία αυτή δημιουργήθηκε από κοινού και σε αντάλλαγμα καθότι η ενάγουσα για αρκετά χρόνια προηγουμένως εκμεταλλευόταν το επίδικο ακίνητο αυτή." Παρατηρώ πως ο Αιτητής ουδέποτε απεμπόλησε τα δικαιώματά του για διεκδίκηση της συνεισφοράς στην αύξηση της επίδικης περιουσίας. Παρά την παραδοχή κάποιας συμφωνίας μεταξύ τους εντούτοις επέμεινε στον ισχυρισμό του ότι η περιουσία αποκτήθηκε από κοινού. Άλλωστε η παραδοχή για την ύπαρξη κάποιας συμφωνίας δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να εξάξει συμπεράσματα και να προβεί σε ευρήματα για μη επανάληψη της συμβίωσης γιατί δεν αναφέρθηκε κάτι τέτοιο στη δικογραφία. Ούτε και η μη αναφορά στο Τεκμήριο 13 (υπεράσπισή του στην αγωγή 1449/04) για την επανάληψη της συμβίωσης θα μου επέτρεπε κάτι τέτοιο. Στο ίδιο το Τεκμήριο 13 ο Αιτητής επιμένει και πάλι ότι το αναφερόμενο υποστατικό το έκτισε ο ίδιος χωρίς καμιά ουσιαστική συνεισφορά της Καθ΄ ης. Διακρίνω βέβαια κάποιες αντιφάσεις από την προηγούμενη υπεράσπισή του, την άρνηση στη 2η ύπαρξης συμφωνίας. Δεν είναι όμως επί του προκειμένου η αξιολόγηση της αξιοπιστίας του. Εξάλλου δεν παραγνωρίζω ότι η αναφορά για επανασυμβίωση έγινε μετά την εκ συμφώνου ακύρωση του διαζυγίου μετά την καταχώρηση του παραπάνω δικογράφου. Στο Τεκμήριο 10 της ένστασης που αποτελεί την υπεράσπιση στη δεύτερη αίτηση για διαζύγιο που καταχωρήθηκε και αποσύρθηκε, ο Καθ΄ ου η Αίτηση στην παράγραφο 8, ανέφερε επίσης τα ακόλουθα: "Ο Καθ΄ ου η Αίτηση επέστρεψε στην Κύπρο το έτος 1999 και όχι αναληθώς όπως αναφέρει η Αιτήτρια το έτος
- Και μετά την επιστροφή του στην Κύπρο ο Καθ΄ ου η Αίτηση έζησε για κάποιο χρονικό διάστημα μαζί με την Αιτήτρια, όμως επειδή μπήκε άλλος άνδρας στη ζωή της Αιτήτριας υπήρχαν σοβαρά προβλήματα στη σχέση τους." H παραπάνω θέση συμπίπτει με τα όσα ανάφερε για την εξασφάλιση του προσωρινού διατάγματος στην παρούσα υπόθεση. Στην απόφαση Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Βeogradska Banka ανωτέρω), κρίθηκε πως η συζήτηση για το προσωρινό διάταγμα οδηγήθηκε σε σοβαρή εκτροπή λόγω του τρόπου που παρουσιάστηκε η υπόθεση και του χειρισμού της από τον Πρωτόδικο Δικαστή, ο οποίος υπερβαίνοντας την εξουσία που του παρείχετο για έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση τις πρόνοιες των περί Δικαστηρίων Νόμων, αντί να εξετάσει κατά πόσο θα προέβαινε στην ακύρωση ή οριστικοποίηση του διατάγματος, προχώρησε σε σημείο που κρίθηκε ότι με τη στάση του διέγνωσε την ουσία της υπόθεσης. Θεωρώ ότι η αποδοχή της ένστασης του δεδικασμένου σε αυτό το στάδιο, ενώ υπάρχουν αμφισβητούμενοι ισχυρισμοί για επανάληψη της συμβίωσης, θα τερμάτιζε την υπόθεση χωρίς να έχει το Δικαστήριο την ευκαιρία να δει τους διάδικους και να αξιολογήσει την αξιοπιστία τους σε σχέση με το αληθές του ισχυρισμού περί επανασυμβίωσης. Το επόμενο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο υπήρξε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων τα οποία αν ήταν γνωστά στο Δικαστήριο την ώρα που το εξέδιδε η κρίση του θα ασκείτο διαφορετικά. Υπήρξε στην υπό κρίση υπόθεση όντως απόκρυψη και παραπλάνηση του Δικαστηρίου ώστε το Δικαστήριο να τιμωρήσει τον Αιτητή με την ακύρωση του διατάγματος που πέτυχε μονομερώς; Ο 10ος λόγος ένστασης ασχολείται ειδικά με το θέμα της απόκρυψης. Επικεντρώνεται στη θέση ότι ο Αιτητής απέκρυψε όλες τις διαδικασίες που προηγήθηκαν και τις εκκρεμείς δικαστικές διαδικασίες μεταξύ των διαδίκων. Όπως αναδεικνύεται από τη μαρτυρία, όπως αυτή περιέχεται στην ένορκη δήλωση, ο Αιτητής απεκάλυψε στο Δικαστήριο όλες τις προηγούμενες διαδικασίες, πρώτο διαζύγιο, ακύρωση του, νέο διαζύγιο, καθώς και την απόρριψη της προηγούμενης αίτησης για περιουσιακές διαφορές από το Δικαστήριο κατά τον Ιανουάριο του 2004 λόγω μη προώθησής της. Όντως δεν απεκάλυψε τις διάφορες αγωγές μεταξύ ιδιοκτήτριας Καθ΄ ης η Αίτηση αλλά και του ίδιου και ενοικιαστών, αλλά ούτε και την προηγούμενη απορριφθείσα αγωγή για παράνομη επέμβαση που άσκησε η Αιτήτρια εναντίον του. Ούτε την εκκρεμούσα πανομοιότυπη αγωγή της Αιτήτριας η οποία βρίσκεται ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Δε βλέπω όμως πως θα διαφοροποιείτο η κρίση μου αν οι παραπάνω αγωγές μεταξύ των διαδίκων ήταν σε γνώση του Δικαστηρίου, αφού και οι εκκρεμούσες διαδικασίες παραμένουν σε επίπεδο ισχυρισμών οι οποίες δεν έχουν ακόμη αποφασιστεί. Διαφορετική φυσικά θα ήταν η θέση μου αν από το Επαρχιακό Δικαστήριο εκρίνετο τελεσίδικα ότι ο Αιτητής θεωρείται επεμβασίας επί του ακινήτου της Καθ΄ ης (trespasser) και δεν αποκαλύπτετο, γεγονός που θα τον εμπόδιζε να διεκδικεί ως σύζυγος προβάλλοντας την κατ΄ ισχυρισμό του συνεισφορά. Έχοντας αποφασίσει ότι τα γεγονότα τα οποία δεν αποκαλύφθηκαν δε θα μπορούσαν ν΄ ασκήσουν επιρροή στην κρίση μου, θα εξετάσω στη συνέχεια κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Στον Περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμο του 1991 (Ν. 232/91), όπως τροποποιήθηκε, ο όρος «συνεισφορά» σημαίνει: "την οποιαδήποτε μορφής συνεισφορά των συζύγων στην απόκτηση ή τη δημιουργία περιουσίας και περιλαμβάνει τη φροντίδα της οικογενειακής στέγης και των μελών της οικογένειας." Είναι παραδεκτό ότι οι διάδικοι ήταν σύζυγοι. Ότι πήραν οριστικά διαζύγιο στις 8.5.
- Είναι επίσης παραδεκτό ότι το επίδικο ακίνητο είναι περιουσία της Καθ΄ ης, και ότι εντός του ακινήτου ανεγέρθηκε επιχείρηση του μουσικοχορευτικού κέντρου "Θεσσαλονικιά" το οποίο μετονομάστηκε σε "Φεγγάρια", κατά τη διάρκεια του γάμου, από δάνεια που συνήψαν οι διάδικοι. Άλλωστε η κοινή δανειοδότηση ήταν αποδεκτή και από τη συνήγορο της Καθ΄ ης κατά το στάδιο της αγόρευσής της. Αυτό αποδεικνύουν και τα επισυνημμένα τεκμήρια. Εκείνο το οποίο έντονα αμφισβητεί η Καθ΄ ης είναι ότι ουδέποτε πλήρωσε οποιοδήποτε ποσό ή συνεισέφερε στην αύξηση της περιουσίας της ο Αιτητής. Αντίθετα, όπως λέει, η όλη συμπεριφορά του είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση της περιουσίας. Επίσης ότι η συμπεριφορά του προς την οικογένειά του τον εμποδίζει να διεκδικεί οτιδήποτε επί της περιουσίας της. Αλλά και ότι από την εγκατάλειψη η ίδια πλήρωσε ουκ ολίγα χρέη του. Όπως προκύπτει και από τις σχετικές αποδείξεις, τα τεκμήρια που επισυνάφθηκαν, όντως αποδεικνύουν πληρωμές που έκαμε η Καθ΄ ης για λογαριασμό του Αιτητή. Επίσης επιμαρτυρούν σειρά αγωγών στις οποίες ήταν πρωτοφειλέτρια ή εγγυήτρια μαζί με τον Αιτητή για αγορές και εργασίες στο ειρημένο κέντρο. Το Δικαστήριο όμως δε μπορεί στο στάδιο αυτό να ενδιατρίψει στα στοιχεία των αποδείξεων αποφασίζοντας πρόωρα για την έκταση της και/ή το μηδενικό της συνεισφοράς του Αιτητή στο συγκεκριμένο κέντρο. Ούτε να κρίνει ότι τα επισυναφθέντα στοιχεία αποτελούν όλα τα έξοδα που αφορούσαν την ανέγερση, εξοπλισμό, διάκοσμο του κέντρου και τα οποία καταβλήθηκαν εξολοκλήρου από την Καθ΄ ης. Άλλωστε σε πλείστα των τεκμηρίων εμφαίνεται πληρωμή από την Καθ΄ ης για δόσεις δανείων προς ορισμένες τράπεζες ως εγγυήτριας του Αιτητή χωρίς να γνωρίζει το Δικαστήριο αν τα δάνεια και/ή ενοικιαγορές αφορούσαν όλες το αναφερόμενο κέντρο. Επομένως με βάση τα πιο πάνω, αλλά έχοντας υπόψη το άρθρο 14 του Ν. 232/91 που δίνει τη δυνατότητα στον ένα σύζυγο να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή, καταλήγω ότι και σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση υπάρχει και ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Προχωρώ στην εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης. Αν δεν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Προβλήθηκε από την Καθ΄ ης η Αίτηση ότι δεν υπάρχει πρόθεση αποξένωσης, το οποίο είναι ήδη υποθηκευμένο για εξόφληση των χρεών που συνήφθηκαν για αξιοποίηση του, μέρος των οποίων οφείλεται ακόμα μέχρι σήμερα και ότι εν πάση περιπτώσει, είναι φερέγγυα, έχει περιουσία και σε καμιά περίπτωση ο Αιτητής δεν κινδυνεύει να μην ικανοποιήσει την απαίτησή του αν τελικά επιτύχει σ΄ αυτήν. Αλλά και ότι ο Αιτητής προβάλλει τον ισχυρισμό για αποξένωση της περιουσίας αορίστως χωρίς να αποκαλύπτει τις πληροφορίες. Το άρθρο 4 του Κεφ. 6 προσδίδει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα σε σχέση με το ίδιο το αντικείμενο της αγωγής, ενώ οι πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν. 14/60 καλύπτουν ένα ευρύτερο φάσμα από αυτό του άρθρου
- Στο Οικογενειακό Δίκαιο όμως και στη σχετική για τις περιουσιακές διαφορές νομοθεσία υπάρχει συγκεκριμένη πρόνοια που αναφέρεται στη δέσμευση του ίδιου του αντικειμένου της αίτησης. Το άρθρο 14 (Γ)
(1)του σχετικού Νόμου δίνει εξουσία στο Δικαστήριο να "εκδίδει ύστερα από αίτηση διάταγμα με το οποίο να παρεμποδίζεται ο Καθ΄ ου η Αίτηση να διαθέτει, να αποξενώσει ή να επιβαρύνει την περιουσία ή μέρος της". Ακόμη το άρθρο 14 Ε προβλέπει ότι "το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εκδίδει διατάγματα για μεταβίβαση στον αιτητή περιουσίας του Καθ΄ ου η Αίτηση που συνιστά αντικείμενο της διαδικασίας δυνάμει του παρόντος νόμου". Ο Αιτητής με την εναρκτήρια αίτηση επιδιώκει μεταξύ των θεραπειών που αξιώνει και δικαίωμα εγγραφής επί του ακινήτου στο μερίδιο που αναλογεί στη συνεισφορά του. Η ενδεχόμενη αποξένωση του ακινήτου, θα εξουδετερώσει και την παραμικρή πιθανότητα για μεταβίβαση οποιουδήποτε μεριδίου στον Αιτητή. Δεν τίθεται θέμα οικονομικής φερεγγυότητας της Καθ΄ ης, εφόσον κύριο αίτημα του Αιτητή είναι και η μεταβίβαση μεριδίου επί του ακινήτου. Το Εφετείο στην απόφαση Kίτσιου v. Χριστοδούλου
(2004)1 A.A.Δ. 228 παραμέρισε πρωτόδικη απόφαση η οποία ακύρωσε προσωρινό διάταγμα γιατί θεώρησε ότι ο εφεσείων απέτυχε να θεμελιώσει την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, δηλαδή την ανάγκη να φαίνεται ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αυτό επειδή, όπως έκρινε, οι ισχυρισμοί του εφεσείοντα σε σχέση με τον κίνδυνο αποξένωσης ή επιβάρυνσης της περιουσίας ήταν αόριστοι, εφόσον δεν συνοδεύονταν από την παροχή στοιχείων και δεν αποκάλυπταν την πηγή των πληροφοριών. Είπε επί του προκειμένου: "Το έχουμε ήδη σημειώσει εξ αρχής πως ζήτημα σε σχέση με τον κίνδυνο μεταβίβασης ή επιβάρυνσης της ακίνητης ιδιοκτησίας δεν είχε εγερθεί καν από την εφεσίβλητη. Εν πάση περιπτώσει είναι προφανές πως διέλαθε της προσοχής του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως εν προκειμένω η αίτηση για το παρεμπίπτον διάταγμα δεν αποσκοπούσε ακριβώς στην εξασφάλιση ενδεχόμενης απόφασης με τη διαφύλαξη των δυνατοτήτων εκποίησης ακίνητης περιουσίας γενικώς, αλλά στη διασφάλιση του ίδιου του αντικειμένου της αγωγής, ενόψει του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Το γεγονός ότι υπήρχε και διαζευκτική αξίωση για αποζημιώσεις δεν μπορεί να απομακρύνει από την ουσία του πράγματος. Ο ενάγων επιδίωκε να διατηρηθεί το αντικείμενο με βάση αγωγής η οποία διατηρουμένης της δυνατότητας για μελλοντική συζήτησή της, για τις ανάγκες του θέματος, φαινόταν καλή και, κάτω από τις περιστάσεις το παρεμπίπτον διάταγμα θα έπρεπε να είχε διατηρηθεί. Σημειώνουμε συναφώς το γεγονός ότι η έκδοση τέτοιου διατάγματος δεν θα επηρέαζε δυσμενώς την εφεσίβλητη με οποιοδήποτε τρόπο αφού, ακόμα και ενώπιόν μας, ο ευπαίδευτος συνήγορός της μας δήλωσε πως στην πραγματικότητα δεν είχε πρόθεση να αποξενώσει ή να επιβαρύνει τα ακίνητα." Σημειώνω πως και στην προκειμένη περίπτωση η Καθ΄ ης η Αίτηση διαβεβαιώνει το Δικαστήριο με την ένορκη δήλωση της ότι δεν επιθυμεί την πώληση τούτου, το οποίο προορίζει για τις θυγατέρες της. Βλέπε επίσης Π. Ε. 12026, Γιάννης Φετοκάκης v. Λάμπρου Χριστοφή κ. ά., ημερομηνίας 8.9.
- Λέχθηκαν αναφορικά με το παραπάνω ζήτημα, τα ακόλουθα: "Σημειώνουμε ότι σε περιπτώσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων ο αιτητής δεν έχει το βάρος να αποδείξει τη πραγματική πρόθεση του καθ΄ ου η αίτηση να προβεί σε μεταβίβαση της περιουσίας του. Όπως έχει λεχθεί από το Δικαστή Πική στην υπόθεση Τσιολάκη και άλλη v. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782, εκείνο το οποίο απαιτείται είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος." Όσον αφορά το κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις να διατηρηθεί σε ισχύ το εκδοθέν διάταγμα, θεωρώ ότι αυτό είναι αναγκαίο για να διατηρηθεί η υφιστάμενη κατάσταση των πραγμάτων ώστε το ακίνητο να διαφυλαχθεί μέχρι την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης. Τέλος θα ήθελα να αναφέρω πως με προβλημάτισαν ιδιαίτερα οι ισχυρισμοί της Καθ΄ ης για συμφωνία μεταξύ τους για ενοικίαση ή διαχείριση του κέντρου αλλά και της σε κάποιο στάδιο αποδοχής σε άλλα δικόγραφα της ύπαρξης τέτοιας, αλλά της ταυτόχρονης διεκδίκησής του Αιτητή δυνάμει αξίωσης συνεισφοράς, όμως δεν είναι του παρόντος να προδικάσω την ουσία της υπόθεσης. Εξάλλου όλα τα παραπάνω παρέμειναν σε επίπεδο ισχυρισμών επί δικογράφων, οι οποίοι δεν προωθήθηκαν ακόμα σε ακρόαση. Άλλωστε η αποδοχή της εκδοχής της Καθ΄ ης θα σήμαινε όχι μόνο κατάργηση της παρούσας διαδικασίας κρίνοντας σε αυτό το πρώιμο στάδιο την ουσία της υπόθεσης αλλά και παρέμβαση στις διαδικασίες που εκκρεμούν ενώπιον άλλου Δικαστηρίου. Όπως έχω επανειλημμένα αναφέρει είναι θεμελιωμένο ότι στο στάδιο της εκδίκασης αίτησης για παρεμπίπτοντα διατάγματα δεν είναι ορθό και επιθυμητό το Δικαστήριο να προβαίνει σε ευρήματα αξιοπιστίας και ευρήματα ως προς τα ουσιώδη γεγονότα, γι΄ αυτό και δεν προβαίνω σε αυτό το στάδιο σε εξαγωγή ευρημάτων επί των αμφισβητούμενων γεγονότων. Ακόμα στάθηκα στο γεγονός μη αποκάλυψης των εισοδημάτων που έχει ο Αιτητής από το εν λόγω κέντρο. Όμως δεν θεώρησα και πάλι την αποκάλυψη του σημείου τούτου στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας ουσιαστικό γεγονός εφόσον ο Αιτητής δεν απέκρυψε ότι ο ίδιος λειτουργεί την επιχείρηση μέχρι σήμερα. Η έκταση της ωφέλειας που αποκομίζει είναι θέμα που θα απασχολήσει το Δικαστήριο σε μεταγενέστερο στάδιο, όταν όλα τα αναγκαία προς επίλυση της διαφοράς στοιχεία θα είναι ενώπιόν του. Για τους πιο πάνω λόγους το διάταγμα που εκδόθηκε στις καθίσταται απόλυτο. Ασκώντας τη διακριτική μου εξουσία κρίνω πως τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα πρέπει να είναι στο αποτέλεσμα της κυρίως αίτησης, χωρίς να είναι εναντίον του Αιτητή. (Υπ.) ................. Κ. Χ" Αθανασίου-Σιαμτάνη, Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής ./ΓΑΚ/ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο