← Κύπρος

Μαρία Γεωργίου Κυριάκου ν. Γεώργιου Ανδρέου Μιχαήλ, Αρ. Αίτησης: 27/06, 28/3/07

Μαρία Γεωργίου Κυριάκου ν. Γεώργιου Ανδρέου Μιχαήλ, Αρ. Αίτησης: 27/06, 28/3/07 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODPAF:2007:2 ΣΤΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Δικαιοδοσία Περιουσιακών Διαφορών ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Χ" Αθανασίου-Σιαμτάνη, Δ. Αρ. Αίτησης: 27/06 Μεταξύ: Μαρία Γεωργίου Κυριάκου, από το Στρουμπί Αιτήτριας - και - Γεώργιου Ανδρέου Μιχαήλ, από τη Στενή Καθ΄ ου η Αίτηση -------------------------------------- Ημερομηνία: 28/3/07 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια : Ε. Πουλλά Για Καθ΄ ου η Αίτηση: Δ. Παυλίδης με Χρ. Χριστοδούλου ------------------------------------------ Αίτηση ημερομηνίας 27/11/2006 για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Α Π Ο Φ Α Σ Η Το Οικογενειακό Δικαστήριο Πάφου στις 18/5/2006 στη βάση των γεγονότων ως εκτέθηκαν σε μονομερή αίτηση ικανοποιήθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος. Ως αποτέλεσμα αυτού ήταν η έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο εμποδίζεται ο Καθ' ου η αίτηση να πωλήσει ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει το 1/2 μερίδιο επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 3205 του Φ/Σχ. 26/50 τεμάχιο 196, που βρίσκεται στην τοποθεσία Ξισταρόκαμπος του χωριού Προδρόμι στο δρόμο Πόλεως Χρυσοχούς και είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι του. Το προσωρινό διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέον στις 29/5/

  1. Επιδόθηκε όμως κατά τον Ιούλιο του 2007 στις 6/7/
  2. Ο Καθ' ου η αίτηση εμφανίστηκε στη διαδικασία και ζήτησε χρόνο όπως υποβάλει ένσταση στην έκδοση και περαιτέρω παραμονή του σε ισχύ. Στη μακροσκελή ένσταση του την οποία καταχώρησε στις 12/9/2006 προέβαλε τους δικούς του ισχυρισμούς αντικρούοντας στο μεγαλύτερο μέρος τους τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας. Κάλεσε δε το Δικαστήριο να ακυρώσει το εκδοθέν διάταγμα καθώς η μαρτυρία της Αιτήτριας βασίστηκε σε αναληθή γεγονότα, απέκρυψε ουσιώδη στοιχεία με σκοπό να επιτύχει έκδοση του διατάγματος, παραπλανώντας το Δικαστήριο αλλά και γιατί η αίτηση καταχωρήθηκε αποκλειστικά για λόγους εκδικητικούς. Την 1/11/2006, και όταν το προσωρινό διάταγμα ήταν ορισμένο για ακρόαση, η συνήγορος της Αιτήτριας υπέβαλε προφορικό αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Το Δικαστήριο όμως έκρινε πως τέτοια αίτηση θα ήταν ορθό να υποβληθεί γραπτώς. Στις 27/11/2007 με μονομερή αίτηση η Αιτήτρια ζήτησε άδεια του Δικαστηρίου για να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για επίδοση της αίτησης, ώστε να δοθεί η ευκαιρία στην άλλη πλευρά να ακουστεί. Ακολούθησαν οδηγίες για καταχώρηση ένστασης η οποία και καταχωρήθηκε στις 17/1/
  3. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι και η προαναφερθείσα αίτηση η οποία οδηγήθηκε σε ακρόαση. Θα ασχοληθώ πρώτα με τους λόγους στους οποίους η Αιτήτρια στηρίζει το αίτημα της. Αυτοί εμφαίνονται στην παράγραφο 2 της ένορκης της δήλωσης. Παρατίθενται αυτούσιοι. «Ο Καθ' ου η αίτηση έχει προβεί σε ένορκη δήλωση ημερομηνίας 12/9/06 αρνούμενος όλα όσα αναφέρω στην ένορκη μου δήλωση για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων όπως η αίτηση ημερομηνίας 16/5/2006 με την οποία αναφέρει διάφορα πράγματα με τα οποία διαστρεβλώνει τα πραγματικά γεγονότα τα οποία και αναφέρω στην ένορκη μου δήλωση ημερομηνίας 16/5/2006 ότι ο ίδιος ανακαίνισε την κατοικία που μου έδωσε η μητέρα μου και ήταν η συζυγική μας κατοικία, ότι η μητέρα μου δεν μας βοηθούσε οικονομικά, ότι ο ίδιος ανέλαβε την συντήρηση της οικογένειας, ότι οι απολαβές μου ανέρχοντο μόνο στο ποσό των Λ.Κ. 200 - Λ.Κ. 500, ότι ο ίδιος φύτεψε τις μηλιές μου, το ίδιο και για την εκρίζωση του αμπελιού, ότι ο ίδιος πλήρωσε για την αλλαγή επίπλων και των ηλεκτρικών συσκευών και ότι το δάνειο που έκαμε το έκανε γι' αυτό το λόγο και επίσης ακόμα Λ.Κ.5000 για την εγχείρηση που έκαμα για το σπόνδυλο μου, ότι σκορπούσα τα χρήματα μας και μόνο όταν αγόρασα αυτοκίνητο πλήρωνα, την αγορά αυτοκινήτων από μέρους του και όσον αφορά τις επίδικες κατοικίες ότι άρχισαν 6 μήνες πριν τη διάσταση και ότι εγγυητές του ήταν η μητέρα του και τα αδέλφια του, τα εισοδήματα των κατοικιών, το δάνειο της ΣΠΕ Στρουμπιού, το θέμα της διατροφής και πολλά άλλα θέματα που εγείρει με την ένορκη του δήλωση και είναι παντελώς αναλήθειες και τα οποία χρήζουν απαντητικής ένορκης δήλωσης» Πιστεύει ότι υπάρχει πολύ καλός λόγος για να της επιτραπεί να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση και σχετικά τεκμήρια που επιβεβαιώνουν τα όσα αναφέρει στην ένορκη της δήλωση και ότι σε αντίθετη περίπτωση η αίτηση της κινδυνεύει να απορριφθεί γιατί δεν θα είναι σε θέση να προσφέρει προφορική μαρτυρία, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους της. Ο Καθ' ου η αίτηση ενέστη στην καταχώρηση συμπληρωματικής δήλωσης. Με τη γραπτή του ένσταση που καταχώρησε στις 17/1/2007 πρόβαλε τους ακόλουθους λόγους ένστασης. Α. Δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.48

(4)για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Β. Το Δικαστήριο άσκησε τη διακριτική του εξουσία κατά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 18/5/2006 με βάση συγκεκριμένη ένορκη δήλωση της Αιτήτριας και δεν είναι επιτρεπτή η εκ των υστέρων συμπλήρωση της. Γ. Οι λόγοι που επικαλείται η Αιτήτρια είναι γενικοί αόριστοι και δεν εξειδικεύονται συγκεκριμένα γεγονότα για τα οποία επιζητείται η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Δ. Η αίτηση καταχωρήθηκε με καθυστέρηση η οποία και δεν εξηγείται και τυχόν αποδοχή της θα επιφέρει ζημιά στην υπόθεση και στο προσωρινό διάταγμα της. Ε. Η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και αστήρικτη. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην ένορκο δήλωση του Καθ' ου η αίτηση. Ειδικότερα ο Καθ' ου προβάλλει πως η Αιτήτρια σ' εκείνο που αποσκοπεί είναι η τροποποίηση ή αλλοίωση των γεγονότων η συμπλήρωση των κενών. Ακόμα εισηγείται πως δεν εξειδικεύονται τα τεκμήρια που επιθυμεί να καταθέσει, αυτά δε θα μπορούσε να τα παρουσιάσει κατά τη διαδικασία της ακρόασης της κυρίως αίτησης. Περαιτέρω υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο εξέδωσε το προσωρινό διάταγμα με συγκεκριμένη ένορκο δήλωση και με βάση αυτά τα γεγονότα θα πρέπει να κριθεί αν καλώς εκδόθηκε. Αλλά και ότι τα γεγονότα που περιέχονται στις ενόρκες δηλώσεις μπορούν να αντιμετωπιστούν με αντεξέταση. Περαιτέρω προβάλλει πως η Αιτήτρια δεν μπορεί να ζητά άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως αφού η αίτηση σύμφωνα με την οποία εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα έχει εκδικαστεί με την έκδοση προσωρινού διατάγματος και εκείνο που παραμένει για ακρόαση είναι το προσωρινό όχι η αίτηση. Είναι επίσης η θέση του ότι η Αιτήτρια προσπαθεί με έμμεσο τρόπο να απαντήσει στους ισχυρισμούς που μπορούσε να προβλέψει από την αρχή όταν ζητούσε το προσωρινό διάταγμα. Τέλος υποστηρίζει πως η αίτηση υποβλήθηκε με πολλή καθυστέρηση αφού η ένσταση καταχωρήθηκε από τις 12/9/06 ενώ η αίτηση καταχωρήθηκε στις 17/11/06, χωρίς να επεξηγούνται οι λόγοι καθυστέρησης. Οι δικηγόροι των διαδίκων κατά την ακρόαση της αίτησης, προχώρησαν με αγορεύσεις επί του θέματος και νομική επιχειρηματολογία. Η κα Πουλλά στη δική της επιχειρηματολογία υποστήριξε ότι υπάρχει πολύ καλός λόγος για να της δοθεί άδεια για να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση για να απαντήσει στους ισχυρισμούς του Καθ' ου, καθώς όπως προκύπτει από την ένορκο του δήλωση υπάρχει γενική άρνηση των ισχυρισμών της Αιτήτριας και διαστρέβλωση των γεγονότων. Αν δεν της επιτραπεί να απαντήσει, εκφράζει το φόβο ότι η αίτηση της θα απορριφθεί καθώς αφού έχουν αμφισβητηθεί οι ισχυρισμοί της και το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους της δεν θα μπορεί πλέον να φέρει πρόσθετη μαρτυρία. Όπως υπέδειξε, για να μπορεί να αποφασίσει το Δικαστήριο, θα πρέπει να έχει ενώπιον του όλα τα γεγονότα. Αν δε το Δικαστήριο ακυρώσει το προσωρινό που εξέδωσε, εφόσον αποδεχθεί τους ισχυρισμούς που προβάλλει ο Καθ' ου οι οποίοι δεν θα έχουν αντικρουστεί, τότε υπάρχει μεγάλος κίνδυνος το επίδικο ακίνητο να αποξενωθεί. Όπως επεξήγησε, το Δικαστήριο εξέδωσε το προσωρινό διάταγμα στηριζόμενο στα γεγονότα ως αναφέρονται στην παράγραφο Α της αίτησης της. Εκεί φαίνεται καθαρά ότι οι δυο κατοικίες ανεγέρθηκαν εντός του ½ μεριδίου του ακινήτου που ανήκει στον Καθ' ου όχι στο άλλο ½ μερίδιο που ανήκει στον αδελφό του όπως ο ίδιος ισχυρίζεται στην ένορκη δήλωση του. Επίσης ότι εκείνο που αναφέρει ο ίδιος στην ένσταση του ότι όταν τέλειωσαν οι δύο κατοικίες γράφτηκαν στο όνομα του και στο όνομα του αδελφού του δεν ευσταθεί. Υποστηρίζει ότι είναι πολύ καλός λόγος για το Δικαστήριο να δώσει άδεια για να αναφέρει πλήρως τα γεγονότα και να αποδείξει ότι καμιά κατοικία δεν εγράφτηκε στο όνομα του αδελφού του. Όμως επεκτάθηκε και σε σχολιασμό αρκετού μέρους της ενόρκου δηλώσεως του Καθ' ου η αίτηση και στους ισχυρισμούς που προέβαλε για ακύρωση του προσωρινού διατάγματος, για να υποστηρίξει ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και ισχύει κάτι διαφορετικό, το οποίο στη συνέχεια ανέπτυξε η ίδια η συνήγορος. Ανάφερε επίσης ότι η Αιτήτρια είναι ενυπόθηκος οφειλέτης στην ΣΠΕ Στρουμπιού, ότι ήδη έχει πάρει ειδοποίηση για πώληση της περιουσίας και ότι τα χρήματα του ενυπόθηκου δανείου έχουν χρησιμοποιηθεί για την ανέγερση των επίδικων κατοικιών. Συνεχίζοντας η κα Πουλλά υποστήριξε ότι δεν μπορούσαν να προβλεφθούν οι ισχυρισμοί του Καθ' ου. Δεν μπορούσε δηλαδή να προβλέψει ότι ο Καθ' ου θα έλεγε πράγματα ανυπόστατα. Οφείλω, σε αυτό το σημείο, να παρατηρήσω, πως τα όσα η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας εισήγαγε στην αγόρευση της ως απαντήσεις και καλό λόγο για να δωθεί άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωση δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ως μαρτυρία, καθώς πουθενά δεν φαίνονται τέτοιοι ισχυρισμοί να εμπεριέχονται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης της. Η ένορκη δήλωση περιορίζεται ουσιαστικά στο εξής αίτημα. Ζητείται άδεια για να απαντηθούν ορισμένοι ισχυρισμοί και πολλά άλλα θέματα που εγείρει με την ένορκο δήλωση του ο Καθ' ου και είναι κατά τη θέση της Αιτήτριας παντελώς αναληθή. Θεωρώ όμως πως η άδεια η οποία επιζητείται είναι ουσιαστικά για απόρριψη των προβαλλόμενων ισχυρισμών. Επομένως τα όσα επιχειρήθηκαν να εισαχθούν ως μαρτυρία με την αγόρευση και δεν περιέχονται στην ένορκη δήλωση έστω και αν αυτά θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι συνιστούν καλό λόγο, θα αγνοηθούν. Ως προς την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, η κα Πουλλά και πάλι χωρίς κάτι τέτοιο να περιέχεται στην αίτηση της συμφώνησε ότι υπήρξε κάποια καθυστέρηση, όμως πρόβαλε ως δικαιολογία ότι υπήρχε φόρτος εργασίας στο γραφείο. Όταν αντιλήφθηκαν ότι υπήρχαν τέτοιοι ισχυρισμοί, στην ένορκη δήλωση του Καθ' ου, αμέσως προχώρησαν με την παρούσα αίτηση. Ο κ. Παυλίδης στη δική του επιχειρηματολογία, κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση, αφού πουθενά δεν αναφέρθηκαν στο αιτητικό της οι λόγοι που ζητά να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκο δήλωση, δεν αποκαλύφθηκε καλός λόγος για παραχώρηση τέτοιας άδειας αλλά και γιατί υπήρξε καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης. Σύμφωνα με τη Διάταξη 48 Δ.4
(2)των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών ως αυτός έχει τροποποιηθεί το
  1. «Το Δικαστήριο, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.» Επίσης διευκρινίζεται στον ίδιο κανονισμό ότι η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης ως προνοείται στη Διάταξη
  2. Ας σημειωθεί ότι πριν την παραπάνω τροποποίηση ως ίσχυε ο κανονισμός και όπως ερμηνεύθηκε με την τότε νομολογία (βλ. Louis Vuiton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.α. 1992 1 Α.Α.Δ. 1453, Krashias Shoes Factory Limited v. Adidas 1989 1 Α.Α.Δ. (Ε) 750), ο Αιτητής ο οποίος έφερε το βάρος απόδειξης των γεγονότων, που προέβαλλε εφόσον αυτά αμφισβητούντο, θα έπρεπε να προσάξει προφορική μαρτυρία αποδεκτή βάσει του δικαίου της απόδειξης. Ακόμα δεν περιορίζονταν οι μάρτυρες οι οποίοι θα μπορούσαν να κληθούν για να αποδείξουν τα γεγονότα στους ενόρκως δηλούντες. Αυτό δεν συμβαίνει τώρα. Δεν προσφέρεται οποιαδήποτε πρόσθετη μαρτυρία. Δίδεται όμως η δυνατότητα αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων. Μπορούν ακόμα να καταχωρηθούν περισσότερες της μιας ένορκες δηλώσεις. Επομένως έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, προχωρώ να εξετάσω αν θα επιτρέψω την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, λαμβάνοντας υπόψη τη μαρτυρία που τέθηκε προς υποστήριξη της αίτησης όσο και τους λόγους ένστασης καθώς και τα γεγονότα ως τέθηκαν στην ένορκο δήλωση του Καθ' ου. Επίσης τη νομική επιχειρηματολογία των δύο συνηγόρων, αγνοώντας καθετί που επιχειρήθηκε να εισαχθεί από τους δικηγόρους ως μαρτυρία. Το βασικό ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί για να μπορεί το Δικαστήριο να εξασκήσει τη διακριτική του εξουσία υπέρ της χορήγησης της άδειας είναι το τι είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι αποτελεί «καλό λόγο» .. Αυτό θα πρέπει να πηγάζει από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης εκείνου που αιτείται την άδεια. Το τι συνιστά καλό λόγο δεν μπορεί να προσδιοριστεί εκ των προτέρων. Συναρτάται πάντοτε από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Στο Δικαστήριο επαφίεται η κρίση για την ύπαρξη τέτοιου σε κάθε περίπτωση. Η αιτήτρια στην ένορκη της δήλωση ημερομηνίας 27/11/2007 όπως έχω ήδη αναφέρει, αιτείται άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ουσιαστικά για να απαντήσει γενικά σε όλους τους ισχυρισμούς οι οποίοι αντικρούουν τους δικούς της. Σημειώνω τη φράση από την παράγραφο 2 της ενόρκου δηλώσεως της.. «και πολλά άλλα θέματα που εγείρει με την ένορκη του δήλωση και είναι παντελώς αναλήθειες και τα οποία χρήζουν απαντητικής ένορκης δήλωσης». Επίσης γιατί «υπάρχει πολύ καλός λόγος για να μου επιτραπεί να καταχωρήσω συμπληρωματική ένορκη δήλωση και σχετικά τεκμήρια που επιβεβαιώνουν όσα αναφέρω στην ένορκη δήλωση μου» (παράγραφος 5). Δηλαδή σ' εκείνο που ουσιαστικά αποσκοπεί είναι η ενίσχυση της δικής της μαρτυρίας, δηλαδή η επιβεβαίωση των δικών της ισχυρισμών με την παρουσίαση και τεκμηρίων. Όμως αυτά τα τεκμήρια που ζητά να θέσει τώρα σε γνώση του Δικαστηρίου, δεν θα μπορούσαν να είχαν επισυναφθεί όταν εζητείτο η έκδοση του προσωρινού διατάγματος; Εξάλλου το Δικαστήριο εξέδωσε το προσωρινό διάταγμα στη βάση των γεγονότων τα οποία είχαν τεθεί αρχικά ενώπιον του. Δεν επιτρέπεται η εκ των υστέρων συμπλήρωση, ή η αλλοίωση της εικόνας που αρχικά δόθηκε στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, εκείνο που αντιλαμβάνομαι να επιδιώκει η Αιτήτρια είναι να απαντήσει γενικά σε όλους τους ισχυρισμούς που αντικρούουν τους δικούς της. Αποτελεί δε όπως εισηγείται πολύ καλό λόγο να της επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, γιατί σε αντίθετη περίπτωση αν δεν αντικρουστούν οι ισχυρισμοί του Καθ' ου και επισυναφθούν τεκμήρια που να επιβεβαιώνουν τους δικούς της ισχυρισμούς θ' απορριφθεί η αίτηση καθώς δεν θα μπορέσει να φέρει μαρτυρία. Αποτελεί όμως η απάντηση σε όλους τους ισχυρισμούς καλό λόγο; Αυτό είναι το πνεύμα και ο σκοπός του κανονισμού; Η άποψη μου είναι πως όχι. Άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα πρέπει να δίνεται για «καλό λόγο», όχι για οποιοδήποτε λόγο. Η γενικότητα και αοριστία με την οποία τίθεται το αίτημα της Αιτήτριας για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, χωρίς ακόμα το Δικαστήριο να γνωρίζει το περιεχόμενο και την έκταση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, δεν μου επιτρέπει να δεκτώ ότι αποκαλύπτεται καλός λόγος για παραχώρηση τέτοιας άδειας. Τυχόν κοινοποίηση του αιτήματος για απάντηση γενικά σε όλους τους ισχυρισμούς θα οδηγούσε σε μια ατέρμονη διαδικασία απαντήσεων και ανταπαντήσεων, με δυσμενείς προεκτάσεις, την παρέλκυση της διαδικασίας και εξουδετέρωση της σημασίας του μέτρου ως επείγοντος και προσωρινού. Άλλωστε δεν ισχύουν κατά την άποψη μου στην προκειμένη περίπτωση, τα όσα ισχύουν όταν πρόκειται για δικόγραφα, τα οποία ας σημειωθεί έχουν κάποτε ένα τέλος. Ο κανονισμός 48
(4), σκοπό έχει να διευκολύνει τη διαδικασία όχι να την καθυστερήσει. Όπως αναφέρει και ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου Λάρνακας τότε, κ. Ναθαναήλ σε ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 11/2/2000 στην αγωγή με αριθμό 4846/97 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας Federal Bank of the Middle East Ltd v. Hadkinson and others: «Σίγουρα η έννοια της απαντητικής και συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης διαφέρουν και παρόλο που η λέξη «supplementary» δεν απαντάται ούτε ερμηνεύεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας ή στον Περί Ερμηνείας Νόμο Κεφ. 1, η λέξη δεν είναι τεχνικός όρος και θα πρέπει να της αποδοθεί η κοινή ερμηνεία της λέξης που, σύμφωνα με το Επίτομο Νέο Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας του Σπύρου Τσιούνη, σημαίνει «όποιος έχει σχέση με συμπλήρωμα ή χρησιμεύει για συμπλήρωμα» η δε λέξη «συμπλήρωμα» ερμηνεύεται ως «ότι προστίθεται σε κάτι για να συμπληρωθεί». Η έννοια από την άλλη των λέξεων «απαντητική» και «απάντηση» σημαίνει ότι προβάλλονται αντεπιχειρήματα σε μια θέση που καταγράφηκε προηγούμενα από την άλλη πλευρά». Έχω επίσης την άποψη ότι οι ισχυρισμοί ως τέθηκαν, δεν ήσαν ισχυρισμοί οι οποίοι δεν θα μπορούσαν να προβλεφθούν και οι οποίοι χρήζουν απάντησης, ώστε να επιτρεπόταν για καλό λόγο η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Οπωσδήποτε σε μια αίτηση περιουσιακών διαφορών αναμενόταν ότι οι ισχυρισμοί για συνεισφορά δεν θα γίνονταν εύκολα αποδεκτοί. Άλλα ούτε και η θέση της Αιτήτριας ότι αν δεν δοθεί η άδεια, θα ακυρωθεί το διάταγμα, καθώς δεν μπορεί να φέρει πρόσθετη μαρτυρία θα αποτελούσε καλό λόγο. Διατηρεί πάντοτε το δικαίωμα αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα το οποίο ρητά έχει προβλεφθεί με την τροποποίηση. Η τύχη του προσωρινού διατάγματος θα κριθεί αφού συνεκτιμηθούν οι δύο ένορκες δηλώσεις των συζύγων «τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων». Υπενθυμίζω ακόμα, πως κατά το στάδιο εξέτασης θεραπείας προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στην διαπίστωση κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και ότι το Δικαστήριο πρέπει σ' αυτό το στάδιο να αποφεύγει τη διεξοδική διερεύνηση και εξέταση των επίδικων θεμάτων χωρίς να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση των επίδικων θεμάτων. Αυτό θα γίνει κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Πλείστοι από τους ισχυρισμούς ως έχουν εκτεθεί στην παράγραφο Α της ενόρκου δηλώσεως της Αιτήτριας τους οποίους και ζητά να απαντήσει, αφορούν την ουσία του θέματος, με κίνδυνο το Δικαστήριο να εμπλακεί πρόωρα σε υπολογισμούς για την έκταση ή το μηδενικό οποιασδήποτε συνεισφοράς. Αναφορικά με το χρόνο που διέρρευσε μέχρι την καταχώρηση και υποβολή του αιτήματος αν και υπήρξε μακρύς, δεν δόθηκε ικανοποιητική δικαιολογία. Όμως δεν παραγνωρίζω πως και η άλλη πλευρά ήταν υπαίτια κάποιας καθυστέρησης μέχρι να τοποθετηθεί επί της ύπαρξης ή όχι ενστάσεως επί της συγκεκριμένης αίτησης. Περαιτέρω καθυστέρηση θα αντιστρατευόταν στον προορισμό της φύσης των προσωρινών διαταγμάτων. Για όλους τους λόγους που παράθεσα ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία για χορήγηση στην αιτήτρια της αιτούμενης θεραπείας καθότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί «καλός λόγος». Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω η αίτηση ημερομηνίας 27/11/2006 απορρίπτεται. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης θα είναι στην πορεία της κυρίως αίτησης και εν πάσει περιπτώσει όχι εναντίον του Καθ' ου. (Υπ.) ................. Κ. Χ" Αθανασίου-Σιαμτάνη, Δ. Πιστόν αντίγραφον, Πρωτοκολλητής ./Ν.Κ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.