Ελένης Μωύσεβα ν. Γεώργιου Μωυσίδη, Αρ. Αίτησης: 9/07, 7.8.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODPAF:2007:6 ΣΤΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Δικαιοδοσία Διατροφής ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Χ"Αθανασίου-Σιαμτάνη, Δ. Αρ. Αίτησης: 9/07 Μεταξύ: Ελένης Μωύσεβα από την Κ. Πάφο Αιτήτριας - και - Γεώργιου Μωυσίδη από την Κ. Πάφο Καθ΄ ου η Αίτηση ------------------------------------ Ημερομηνία: 7.8.2007 Μονομερής Αίτηση για Προσωρινό Διάταγμα ημερ. 7.2.2007 Eμφανίσεις: Για την Αιτήτρια : κ. Χ. Φωτίου Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Ν. Παπακλεοβούλου (Για ν΄ ακούσουν απόφαση κ. Α. Κωνσταντινίδης και κα Χ. Παπακλεοβούλου) -------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 9 Φεβρουαρίου 2007 στη βάση των γεγονότων ως εκτέθηκαν στη μονομερή αίτηση της Αιτήτριας, το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος. Εξέδωσε διάταγμα με το οποίο ο Καθ΄ ου η Αίτηση διατασσόταν να καταβάλλει από την επίδοση του διατάγματος το ποσό των Λ.Κ. 170, ως συνεισφορά για τη διατροφή της ανήλικης θυγατέρας του Χριστίνας. Το αίτημα ήταν διττό. Ζητείτο ταυτόχρονα συνεισφορά στη διατροφή της ίδιας της συζύγου. Έκρινα όμως ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος στην περίπτωση της συζύγου. Ούτε και διέταξα όπως η αίτηση μετατραπεί σε αίτηση δια κλήσεως, ώστε να αποτελεί ζήτημα που να πρέπει να αποφασιστεί προσωρινά. Επομένως αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι μόνο το προσωρινό διάταγμα διατροφής που αφορά την ανήλικη και αν τούτο ορθά εξεδόθη. Τα γεγονότα στα οποία στηριζόταν η μονομερής αίτηση είχαν ως ακολούθως: Ότι οι διάδικοι τέλεσαν γάμο στη Γεωργία το 1987 και από το γάμο τους απέκτησαν δύο παιδιά. Τη Μαρίνα που γεννήθηκε το 1988 και έχει ήδη ενηλικιωθεί και τη Χριστίνα η οποία γεννήθηκε στις 3/7/1997 και είναι μαθήτρια. Ότι ο Καθ' ου είναι κάτοχος ελληνικού διαβατηρίου ενώ η Αιτήτρια δεν εργάζεται γιατί δεν έχει άδεια εργασίας. Ότι ο Καθ' ου η Αίτηση εγκατέλειψε το συζυγικό οίκο το Νοέμβριο του 2006 και από τότε δεν συνεισφέρει ούτε για τη διατροφή της Αιτήτριας αλλά ούτε και για τη διατροφή του ανήλικου παιδιού τους, με αποτέλεσμα να δημιουργείται σοβαρός κίνδυνος γι' αυτούς. Ότι ο σύζυγος της είναι ιδιοκτήτης ταξί. Από την εργασία του κερδίζει πέραν των Λ.Κ. 2.500 το μήνα. Και ότι έχει τη δυνατότητα να συνεισφέρει πέραν των Λ.Κ.500 μηνιαίως, τόσο για τη διατροφή της ιδίας όσο και για τη διατροφή του ανήλικου παιδιού τους. Αναφέρει ακόμα ότι από τον Ιανουάριο του 2007 η ίδια δεν εργάζεται γιατί δεν έχει άδεια εργασίας στην Κύπρο, με αποτέλεσμα να δημιουργείται σοβαρός κίνδυνος για την επιβίωσή τους και ότι αναγκάζεται να δανείζεται από συγγενικά πρόσωπα για να μπορεί να ανταπεξέλθει. Πιο κάτω καθορίζει τις μηνιαίες ανάγκες τόσο της ιδίας όσο και της θυγατέρας της σε Λ.Κ.500, τις οποίες και αναλύει λεπτομερώς. Υποστηρίζει τέλος, ότι η έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος είναι απόλυτα αναγκαία, καθώς βρίσκεται σε τραγική οικονομική κατάσταση. Η έκδοση του προσωρινού διατάγματος βρήκε αντίθετο τον Καθ' ου η Αίτηση, ο οποίος και ενέστη στην παραμονή του όταν το διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο. Στη γραπτή του ένσταση και συγκεκριμένα στους ισχυρισμούς της ένορκου δηλώσεως ( γιατί δεν εξειδικεύτηκαν λόγοι ένστασης), αρνείται ακόμα και το γεγονός της τέλεσης γάμου, αλλά και ότι οι αναφερόμενες ως θυγατέρες του είναι τέκνα του από νόμιμο ή έγκυρο γάμο. Προσθέτει στη συνέχειαακόμα, ότι και αν ακόμα αν ακόμα η Αιτήτρια παρουσιάσει οποιοδήποτε πιστοποιητικό γάμου, τούτο δεν θα είναι αυθεντικό, αλλά πλαστό και μη έγκυρο. Τέτοια έγγραφα, όπως ισχυρίζεται, μπορούσαν να τα εξασφαλίσουν οι επιτήδειοι μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης ακόμα και από τις υπεραγορές. Ακόμα λέγει, πως ο λόγος που δεν έχει η Αιτήτρια ελληνική υπηκοότητα, ούτε και άδεια εργασίας από τις Κυπριακές Αρχές, είναι γιατί δεν έπεισε για την ιδιότητά της ως συζύγου του. Προσθέτει πως ουδέποτε προέβηκε σε αναγνώριση των ρηθέντων παιδιών και ότι συνεπακόλουθα, δεν έχει οποιαδήποτε υποχρέωση για διατροφή τους. Παραδέχεται ωστόσο ότι περιοδικά είχε σχέσεις με την Αιτήτρια, η οποία όμως, όπως ισχυρίζεται, διατηρούσε σχέσεις και με άλλους άντρες. .Επίσης διατείνεται πως η ίδια του ανέφερε ότι πατέρας κάθε παιδιού της είναι άλλοι άντρες τους οποίους και κατονομάζει. Γι' αυτό και ζητά ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Κατά την ημέρα που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση ο δικηγόρος της Αιτήτριας πρόβαλε κώλυμα στην αντεξέτασή της από το δικηγόρο του Καθ' ου η Αίτηση. Αυτό με αφορμή ότι δεν υπήρχε ενώπιον του του Δικαστηρίου νομότυπη ένσταση και/ή γιατί η ένστασή του θα έπρεπε να θεωρηθεί ήταν ανύπαρκτη δικονομικά, καθώς δεν περιλαμβάνονταν στο σώμα της οι λόγοι ένστασης, όπως προνοείται στουςστος σχετικούς διαδικαστικούς κανονισμούς. Ως εκ τούτου, η Αιτήτρια δεν μπορούσε να θα γνωρίζει τους λόγους επί των οποίων θα αντεξεταζόταν. αντεξεταστεί . Με ενδιάμεση απόφασή μου τόνισα (με αναφορά στην νομολογία) τον επιτακτικό χαρακτήρα της Διαταγής 48
(4)
(1)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, ως προς την ανάγκη εξειδίκευσης των λόγων ένστασης, και την αναγκαιότητα συμμόρφωσης στους διαδικαστικούς κανονισμούς., με αναφορά στη νομολογία Έκρινα δε, πως η απουσία λόγων ένστασης, δεν μπορούσε να θεραπευτεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. Ότι Ο τι η Διαταγή 64 απλώς παρέχει στο διάδικο το διαδικαστικό μέσο το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει για να θεραπεύσει την παρατυπία. Στην προκειμένη όμως περίπτωση, αφού δεν λήφθηκε οποιοδήποτε διορθωτικό μέτρο προς άρση της παρατυπίας, αυτό είχε ως με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου νομότυπη ένσταση. Επίσης ότι η έκδοση από το δικηγόρο της Αιτήτριας διατάγματος αντεξέτασης του Καθ΄ ου η Αίτηση δεν μπορούσε από μόνη μόνο της να άρει την παρατυπία. Δεδομένης της ανυπαρξίας ένστασης, έκρινα περαιτέρω ότι δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη η μαρτυρία που τη συνοδεύει υπό μορφή ενόρκου δηλώσεως. Επέτρεψα ωστόσο στο δικηγόρο τουτοου Καθ' ου η Αίτηση να αντεξετάσει την Αιτήτρια χωρίς στη βάση των γεγονότων τα οποία η ίδια επικαλέστηκε για να επιτύχει την έκδοση του προσωρινού διατάγματος, χωρίς να δικαιούται ο ίδιος να προβάλει οποιαδήποτε γεγονότα, γιατί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπήρχαν τέτοια. Επίσης έκρινα ότι η ανυπαρξία ένστασης, δεν θα έπρεπε να αποστερήσει τον Καθ' ου από το δικαίωμά του να αγορεύσει για το αν καλώς εκδόθηκε το διάταγμα. Ακολούθησε αντεξέταση της Αιτήτριας. Κατά την αντεξέτασή της επέμεινε Αντεξεταζόμενη η αιτήτριαστη θέση της ότι ο Καθ΄ ου η Αίτηση την εγκατέλειψε το Νοέμβριο του 2006 και ότι όταν τις εγκατέλειψε βρίσκονταν στην Κύπρο. Παραδέχθηκε ότι η ίδια δεν έκαμε αίτηση για να εξασφαλίσει άδεια εργασίας, γι΄ αυτό και δεν δουλεύει. Ερωτηθείσα αν τα παιδιά είναι του Καθ΄ ου η Αίτηση, απάντησε «Και βέβαια είναι . Ζούμε μόνο για το όνομά μας». Συνέχισε, ότι ο ίδιος έχει πάρει τα παιδιά χωρίς την άδεια της και έχει κάμει και τεστ D.N.A. Ερωτηθείσα επίσης, πότε τέλεσε το γάμο της, ανέφερε ότι το 1987 έζησαν μαζί και τέλεσαν γάμο το
- Επίσης, κατά πόσο είχε οποιοδήποτε χαρτί για το γάμο, ανέφερε πως στη Γεωργία στην αρχή δεν κάνουν ακριβώς γάμο. Το 1987, χρόνο που αναφέρει στην ένορκή της δήλωση, δεν έκαμε ακριβώς γάμο αλλά την έκλεψαν, την πήραν στην αδελφή του, μετά στο σπίτι των γονιών του. Πρώτα έκαμανΕκαμαν αρραβώνα και μετά έκαμαμ γάμο το
- Ο κ. Φωτίου, δικηγόρος της Αιτήτριας, αγορεύοντας, κάλεσε το Δικαστήριο να οριστικοποιήσει το διάταγμα, καθώς συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοσή του. Υπέβαλε ότι δεν υπήρξε αμφισβήτηση των γεγονότων, αλλά ούτε και η αντεξέταση αντεξέτασης της Αιτήτριας ανέτρεψε οποιοδήποτε ισχυρισμό της. Ανέφερε ακόμα, ότι το ανήλικο τέκνο γεννήθηκε το 1997, μετά την τέλεση του γάμου της με τον Καθ' ου κατά το 1996 και ότι δεν τέθηκε κανένα ζήτημα αναφορικά με την πατρότητα. Τελειώνοντας, υπέδειξε πως η Αιτήτρια έδωσε την εξήγησή της για τη λανθασμένη αναφορά της τέλεσης γάμου το 1987 και για το τι ακριβώς έλαβε χώρα το
- Ο κ. Παπακλεοβούλου για τον Καθ΄ ου, στη δική του επιχειρηματολογία, υποστήριξε ότι η Αιτήτρια, η οποία και έφερε το βάρος απόδειξης, έπρεπε να αποδείξει ότι υπήρχε νόμιμος και έγκυρος γάμος στην αλλοδαπή. Παρέπεμψε στο ημεδαπό δίκαιο, όπου δικαίωμα διατροφής έχουν οι κατιόντες που γεννήθηκαν σε έγκυρο γάμο, είτε τέκνα που έτυχαν δικαστικής αναγνώρισης. Υπέβαλε ακόμα ότι δεν συνέτρεχε το επείγον για την έκδοση του διατάγματος. Αγόρευσε και για το δικαίωμα της ιδίας σε διατροφή, λέγοντας ότι εκτόςΠέραν του ότι δεν απέδειξε η Αιτήτρια την εγκυρότητα του γάμου, που αποτελούσε προϋπόθεση προυόθεσηγια τη γένεση του δικαιώματος διατροφής, όσον αφορά την αξίωση της ίδιας για διατροφή.. Ακόμα υπέβαλε ότι δεν συντρέχει το επείγον, καθώς ελλείπουν οποιαδήποτε στοιχεία που να καθορίζουν ότι η ίδια στερείται οποιασδήποτε περιουσίας. Επίσης, γιατί ότι δεν ισχυρίσθηκε ότι είναι ανίκανη για εργασία. Αναφορικά με με τη διατροφή που επιζητείται για το ανήλικο που, όπως εξήγησα, είναι και το αντικείμενο της παρούσας αίτησης, παρέπεμψε στην έννοια του τέκνου στη νομοθεσία μας, για να υποστηρίξει ότι δεν αποδείχθηκε ότι είναι τέκνο του Καθ' ου η Αίτηση για να ενυπάρχει και η υποχρέωση της διατροφής. Ακόμα, υποστήριξε ότι δεν τέθηκαν όλα τα στοιχεία που θα τεκμηρίωναν τέτοιο αίτημα, δεν αποκαλύφθηκε αν υπάρχουν οποιαδήποτε εισοδήματα του τέκνου, όχι υπό την έννοια της περιουσίας ως μαθηματικής μονάδας όπως είπε, η οποία και δεν αποκλείει την αξίωση του τέκνου, αλλά ως εισοδήματα, ενοίκια , ετήσιες προσόδοι κ.λ.π. Η Αιτήτρια, όπως ανέπτυξεείπε, δεν έθεσε υπό την κρίση του Δικαστηρίου όλα τα στοιχεία που συνέθεταν τη βάση του αιτήματός της. .Εκτός των παραπάνω, υπέβαλε ότι η εξήγηση που έδωσε που έδωσε για την παράγραφο 2 της αίτησής της, ότι η έννοια του πολιτικού γάμου στη Γεωργία ήταν ότι την έκλεψε και την πήρε και ότι αυτό συνθέτει και πολιτικό γάμο, δεν είναι ικανοποιητική. Και ότι αν υπήρχε πολιτικός γάμος, αυτό απέτυχε να το αποδείξει. Ακόμα,Αλλά ότι μόνη της το συνέδεσε με την παράγραφο 2 της ένορκής της δήλωσης. Επίσης,2 και ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά ότι επακολούθησε γάμος και ότι από το γάμο αποκτήθηκαν τα παιδιά. Τέλος, υπέβαλε ότι όλοι οι ισχυρισμοί της κατέπεσαν από τις δηλώσεις της στην αντεξέταση, γι΄ αυτό και ζήτησε από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση με έξοδα και να ακυρώσει το εκδοθέν διάταγμα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος στη βάση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ως έχει τροποποιηθεί, θα πρέπει να συνυπάρχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α. Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, β. ορατή πιθανότητα επιτυχίας του Ενάγοντος στην αγωγή, και γ. ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις έχουν αναλυθεί σε έκταση ... στη νομολογία [βλ. Οδυσσέως v. Pieris Estates
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Κυτάλα κ. ά. v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 253, Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 255, M. Ch. Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. v. Timberland
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co. Ltd. κ. ά.
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015 κ.α.] Η πρώτη προϋπόθεση δεν εξυπακούει τίποτα περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τις έγγραφες προτάσεις. Όσον αφορά τη δεύτερη, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Αυτή έχει ερμηνευθεί να σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η τρίτη προϋπόθεση, όπως αναλύεται στην υπόθεση Οδυσσέως (ανωτέρω), σχετίζεται με το θέμα επάρκειας της θεραπείας υπό το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του Αιτητή, τότε η έκδοση του παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Το θέμα δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Οδυσσέως (ανωτέρω) το Δικαστήριο, στο τελικό στάδιο, θα πρέπει να σταθμίσει κατά πόσο.. είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα [βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή v. Χ" Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152....]. Στις περιπτώσεις ακόμα μονομερών αιτήσεων πρέπει να καταδεικνύεται το επείγον του αιτήματος. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις, έχοντας πάντοτε κατά νου ότι το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν ενεργεί ως Δικαστήριο ουσίας και θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε διεξοδική αξιολόγηση της μαρτυρίας και εξαγωγή συμπερασμάτων επί των διαφιλονικούμενων θεμάτων [βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263...]. Σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο, το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει να διακριβώνεται μέσα από τις ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προκύπτει από τη Διαταγή 39. Καθήκον δε του Δικαστηρίου είναι να συνεκτιμήσει την ποιότητα της μαρτυρίας την οποία οι διάδικοι επέλεξαν να προσκομίσουν, με σκοπό να διαπιστώσει αν τηρούνται οι τρεις προϋποθέσεις για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Υπενθυμίζω κατ' αρχήν ότι το αίτημα της παρούσας υπόθεσης ήταν διττό. Πρώτον ζητείτο διατροφή για την ίδια την αιτήτρια και δεύτερον για την ανήλικη Χριστίνα. Το Δικαστήριο μονομερώς εξέδωσε προσωρινό διάταγμα μόνο για την ανήλικη. Θα λάβω ακόμα υπόψη μου, σε αυτό το στάδιο, ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει έγκυρη ένσταση, κατά συνέπεια, ούτε και γεγονότα τα οποία να την υποστηρίζουν. Όσα δε γεγονότα συνοδεύουν την ένσταση υπό μορφή ενόρκου δηλώσεως, θα αγνοηθούν για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Όμως, θα αξιολογήσω, χωρίς να εμπλακώ σε αυτό το στάδιο σε βάθος στους αμφισβητούμενους ισχυρισμούς, και τη μαρτυρία ως που προέκυψε από την αντεξέταση, καθώς και τη νομική επιχειρηματολογία που τέθηκε με την αγόρευση των δικηγόρων των δύο διαδίκων [βλ. Παπαπέτρου Bros Ltd v. Αντρούλλα Παπαπέτρου 2003
(1)Α.Α.Δ. 741]. Στην παραπάνω απόφαση , το γεγονός ότι δεν είχε υποβληθεί νομότυπα γραπτή ένσταση, κρίθηκε ότι δεν θα μπορούσε να αποστερήσειαποστερούσε τη δικηγόρο των εφεσίβλητων από του να αγορεύσει. Έχοντας αυτά ως δεδομένα, ότι ναι μεν δεν θα λάβω υπόψη την ένσταση και τα γεγονότα που τη συνοδεύουν, όμως οφείλω να εξετάσω τη δυνατότητα διατήρησης σε ισχύ του ενδιάμεσου διατάγματος, προχωρώ συνεπώς να κρίνω αν καλώς εκδόθηκε το διάταγμα. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (Ν. 216/90), ως έχει τροποποιηθεί, οι γονείς έχουν υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του. Και οι δύο γονείς εκ του Νόμου είναι φορείς αυτής της υποχρέωσης [βλ. Μενελάου v. Μενελάου
(1993)1 Α.Α.Δ. 381]. Η διατροφή, σύμφωνα με το Νόμο, περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση και ευημερία του δικαιούχου, και επιπλέον ανάλογα με την περίπτωση και τα έξοδα της εκπαίδευσής του. Η συγγένεια αποτελεί θεμελιωτικόθέμελιωτικό στοιχείο της διατροφικής αξίωσης. Το βάρος απόδειξης της συγγένειας φέρει εκείνος ο οποίος αιτείται τη διατροφή, ενώ ο Καθ' ου η Αίτηση μπορεί με ένστασή του να το ανατρέψει. Αν πρόκειται για παιδί γεννημένο εκτός γάμου, η αξίωση διατροφής προϋποθέτει αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου. Το ανήλικο τέκνο και αν ακόμη έχει περιουσία, έχει δικαίωμα διατροφής [βλ. .......... 33
(3)του Νόμου]. Στην προκειμένη περίπτωση, η Αιτήτρια ερωτήθηκε αν τα παιδιά είναι του Καθ΄ ου η Αίτηση. Απάντησε κατηγορηματικά «Και βέβαια είναι». Πρόσθεσε ότι ο Καθ΄ ου η Αίτηση διεξήγαγε και εξετάσεις D.N.A. Περαιτέρω, κατά την αντεξέταση, το μόνο που αμφισβητήθηκε ήταν η τέλεση γάμου το 1987, με αναφορά στο τι η ίδια ανέφερε στην ένορκή της δήλωση. Έδωσε την εξήγησή της για το τι έλαβε χώρα το 1987 και πρόσθεσε ότι τέλεσε γάμο στη συνέχεια το
- Επίσης, ότι ακολούθησε η γέννηση της Χριστίνας το
- Δεν αμφισβητήθηκε περαιτέρω αυτή η θέση της, ούτε και υπήρξε οποιαδήποτε υποβολή περί του αντιθέτου. Δεν είμαι διατεθειμένη, με τη μόνη λανθασμένη αναφορά στην ημερομηνία της τελετής γάμου, να ακύρωνα γι' αυτό το λόγο το διάταγμα. Οι ισχυρισμοί που αναφέρονται στην ένορκο δήλωση του Καθ΄ ου η Αίτηση, όπως ελέχθη σε προηγούμενο σημείο της απόφασης, δεν μπορεί να ληφθούν υπόψη και να εξεταστούν, αφού ελλείπουν οι λόγοι ένστασης. Όπως προανέφερα, απαραίτητη προϋπόθεση για την αξίωση διατροφής είναι η σχέση ανιόντα, κατιόντα. Με την αντεξέταση δε της Αιτήτριας, δεν ανατράπηκε ο ισχυρισμός ότι οι διάδικοι είναι παντρεμένοι και ότι από το γάμο τους απέκτησαν παιδιά. Άλλωστε, όπως νομολογιακά έχει καθιερωθεί, δεν είναι ορθό σε αυτό το στάδιο να προβαίνει το Δικαστήριο σε διαπιστώσεις αναφορικά με διαφιλονικούμενα ζητήματα, στην απουσία μάλιστα ισχυρισμών και γεγονότων και μάλιστα, με μοναδική ερώτηση προς την Αιτήτρια, κατά πόσο τα παιδιά είναι δικά του. Σημειώνω ακόμα, ότι πέραν του γεγονότος ότι η Αιτήτρια δεν έχει αποταθεί για δουλειά, δεν αμφισβητήθηκαν ούτε οι ανάγκες ως περιγράφονται στην υπό κρίση αίτηση, ούτε και τέθηκε ότι θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν σε μεταγενέστερο στάδιο με οποιοδήποτε άλλο τρόπο. δυνατότητα ικανοποίησης της. Συνεξετάζοντας λοιπόν τις δύο πρώτες προϋποθέσεις, με βάση τα όσα τέθηκαν ανωτέρω, αφού συνεκτίμησα αφενός την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας και τη μαρτυρία ως προέκυψε από την αντεξέτασή της, θεωρώ ότι ικανοποιούνται και τα δύο. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και η Αιτήτρια έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Αλλά και η τρίτη προϋπόθεση συντρέχει, η διατροφή αποσκοπεί στην ικανοποίηση των άμεσων βιοτικών αναγκών των ανηλίκων. Χωρίς διατροφή είναι αδύνατη η συνέχιση της ζωής. Οι άμεσες ανάγκες της διατροφής δεν μπορούν να αποκατασταθούν μεταγενέστερα με την επιδίκαση αποζημιώσεων. Το επείγον δε της αίτησης είναι αυταπόδεικτο. Ούτε και αμφισβητήθηκε η απορία τηςτου δικαιούχου αλλά ούτε και τέθηκε πέραν της νομικής επιχειρηματολογίας, ότι το ανήλικο έχει την ικανότητα αυτοδιατροφής με βάση το προϊόν της περιουσίας του. Καταλήγω επομένως, ότι καταδείχθηκε το στοιχείο του επείγοντος και ότι είναι δίκαιο και εύλογο να συνεχίσει να ισχύει το διάταγμα διατροφής στο ποσό το οποίο έκρινε εύλογο το Δικαστήριο, συνεκτιμώντας τις ανάγκες του παιδιού στο μέτρο που θεώρησε λογικό, σε συνάρτηση με την οικονομική δυνατότητα του Καθ΄ ου η Αίτηση αφενός, του οποίου τα εισοδήματα σημειώνω, ούτε δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση, αλλά και της εισοδηματικής ικανότητας της Αιτήτριας. Όπως καθιερώθηκε από τη νομολογία και άνεργη να είναι η Αιτήτρια, σημασία έχει η εισοδηματική ικανότητά της. Έχω πιο πάνω εξηγήσει για Δεν ισχύει όμως το αίτημαίδιο για την αξίωση της ίδιας της ιδίας για διατροφή. Δεν ικανοποίησε το Δικαστήριο για να το εκδώσει μονομερώς, γιατίΑιτήτριας αφού δεν έθεσε τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Το Δικαστήριο κατά την εξέταση της μονομερούς αίτησης έκρινε ότι δεν συνέτρέχαν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του , ούτε και διέταξε να μετατραπεί η αίτηση δια κλήσεως ώστε να αποτελεί και ζήτημα το οποίο θα πρέπει να αποφασιστεί προσωρινά. Εξάλλου, όπως στο άρθρο 6 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου του 1991 ( Ν. 232/91) αναφέρεται: "H διατροφή μπορεί να αποκλειστεί ή περιοριστεί αν αυτό επιβάλλεται από σπουδαίους λόγους, ιδίως αν ο γάμος είχε μικρή διάρκεια ή αν ο δικαιούχος βαρύνεται με σοβαρή υπαιτιότητα για τη λύση του γάμου ή τη διακοπή της συμβίωσης ή αν προκάλεσε εκούσια την απορία του." ....... Φαίνεται η παραπάνω πρόνοια να ισχύει τόσο για τη διατροφή που επιδικάζεται κατά τη διάρκεια της διάστασης, όσο και στη μεταγαμιαία διατροφή, των οποίων βέβαια οι προϋποθέσεις για τη γέννηση διατροφικής αξίωσης διαφέρουν. Θα ασχοληθώ με αυτές όταν θα εκδικάζεται η ουσία της υπόθεσης και όταν αντικείμενο διεκδίκησης θα είναι και η επιδίκαση διατροφής προς όφελος της Αιτήτριας. Αρκεί να πω όμως, ότι τουλάχιστον από την παραδοχή της ίδιας φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, η ίδια να προκάλεσε εκούσια την απορία της αφού, όπως είπε, δεν αποτάθηκε για άδεια εργασίας. Το προσωρινό διάταγμα το οποίο εκδόθηκε προς όφελος της ανήλικης οριστικοποιείται. Τα έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται προς όφελος της Αιτήτριας και θα καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Κ. Χ" Αθανασίου-Σιαμτάνη, Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΓΑΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο