Gary Osborne ν. Elizabeth Mary Osborne, Αρ. Αίτησης: 17/07, 7.12.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODPAF:2007:8 ΣΤΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Δικαιοδοσία Περιουσιακών Διαφορών ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Χ" Αθανασίου- Σιαμτάνη, Δ. Αρ. Αίτησης: 17/07 Μεταξύ: Gary Osborne, από την Αγγλία και τώρα στην Πάφο Αιτητή - και - Elizabeth Mary Osborne, από τη Σκωτία και τώρα στην Πάφο Καθ΄ ης η Αίτηση ---------------------------------- Προσωρινό Διάταγμα, ημερομηνίας 3.5.2007 Ημερομηνία: 7.12.2007 Εμφανίσεις: Για Αιτητή : κα. Ελίνα Κωνσταντινίδου Για Καθ΄ ης η Αίτηση : κ. Π. Φιλίππου Διάδικοι απόντες ----------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η παγοποίηση του τραπεζικού λογαριασμού με αρ. 130-08-029400 της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, στον οποίο η Καθ΄ ης η Αίτηση είναι συνδικαιούχος με τον Αιτητή, μέχρι την τελική εκδίκαση και αποπεράτωση της κύριας αίτησης. Τα γεγονότα ως παρουσιάστηκαν στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του Αιτητή για έκδοση προσωρινού, παρεμπίπτοντος διατάγματος είχαν ως ακολούθως: Ότι οι διάδικοι παντρεύτηκαν στο Οντάριο του Καναδά το
- Από το γάμο τους δεν απέκτησαν παιδιά και ότι από το τέλος του 2002 βρίσκονται σε διάσταση. Κατά τη διάρκεια του γάμου τους έμεναν σε ιδιόκτητο διαμέρισμα το οποίο αγόρασαν από την εταιρεία G. & V. Hadjidemosthenous Ltd για το ποσό των Κ£35.000 με χρήματα τα οποία έφεραν από την Αγγλία από την εκεί πώληση του σπιτιού τους. Ότι αποφάσισαν από κοινού να το πωλήσουν κατά τον πρώτο καιρό της διάστασης, όπως και έγινε τελικά. Πουλήθηκε για Κ£54.080,
- Ότι ήταν κοινή συμφωνία ότι από το προϊόν της πώλησης θα λάμβανε έκαστος ½ μερίδιο γι΄ αυτό και έδωσαν οδηγίες στη δικηγόρο τους να το πράξει. Ότι εκδόθηκε επιταγή για το ποσό πληρωμής στο όνομα και των δύο. Η Καθ΄ ης η Αίτηση παρέλαβε την επιταγή από το δικηγόρο και την κατέθεσε σε κοινό τους λογαριασμό. Χωρίς δε την έγκριση του Αιτητή και κατά διαστήματα εν αγνοία του απέσυρε όλο το ποσό. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι επειδή η Καθ΄ ης η Αίτηση έχει πρόσβαση σε όλους τους λογαριασμούς του έχει αποσύρει τεράστια ποσά με αποτέλεσμα κάποιοι να παρουσιάζουν μηδενικό υπόλοιπο. Επίσης ότι 2 ημέρες πριν την καταχώρηση της αίτησης στην προσπάθειά του να κάμει έρευνα σε όλους τους λογαριασμούς τους και να δει τι μπορεί να περισώσει, ανακάλυψε τον υπ΄ αριθμό 130-08-029400 της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας, ο οποίος παρουσίαζε υπόλοιπο Κ£13.378,00, λογαριασμό του οποίου ζήτησε και την παγοποίηση. Πιστεύει ότι η έκδοση προσωρινού διατάγματος είναι αναγκαία και επείγουσα γιατί τυχόν αποξένωση του λογαριασμού αυτού θα καταστήσει εξαιρετικά δυσχερή και/ή αδύνατη την ικανοποίηση πιθανής δικαστικής απόφασης υπέρ του. Και ότι έχει καλή υπόθεση και μεγάλη πιθανότητα να πετύχει στην απαίτησή του. Την έκδοση του προσωρινού διατάγματος αμφισβήτησε έντονα η Καθ΄ ης η Αίτηση. Στη γραπτή ένστασή της προέβαλε τους ακόλουθους λόγους οι οποίοι σύμφωνα με την ίδια θα πρέπει να οδηγήσουν το Δικαστήριο στην ακύρωση του διατάγματος που εξέδωσε στη βάση των γεγονότων τα οποία εκτέθηκαν μονομερώς: "(α) Ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοσή του. (β) Ότι η αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένα και/ή ανεπαρκή και/ή ψευδή και/ή παραπλανητικά γεγονότα. (γ) Ότι ο Αιτητής δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. (δ) Ότι ο Αιτητής δεν αποκαλύπτει ουσιαστικά γεγονότα τα οποία αφορούν την υπόθεση. (ε) Ότι ο Αιτητής παραπλανεί το Δικαστήριο." Στη μακροσκελή ένορκη δήλωσή της που υποστηρίζει την ένστασή της αμφισβητεί καταρχήν την ημερομηνία της διάστασης και ισχυρίζεται ότι αυτή επεσυνέβη τα Χριστούγεννα του
- Όπως η ίδια υποστηρίζει ο Αιτητής βρισκόταν στη Λευκωσία από το Μάρτιο του 2006 και η τελευταία φορά που ήρθε στο σπίτι τους ήταν στις 24/11/
- Θεώρησε δε ότι βρίσκονται σε διάσταση, επειδή δεν πήγε τα Χριστούγεννα στο σπίτι τους. Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι ο Αιτητής ήταν ξανά παντρεμένος και είχε μια κόρη στη Νότιο Αφρική. Ότι ήταν υποχρεωμένος να καταβάλλει διατροφή για την κόρη του Κ£180 μηνιαίως. Ότι ι η διατροφή πληρωνόταν από κοινό τους λογαριασμό. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής τον περισσότερο καιρό ήταν άνεργος και την περίοδο κατά την οποία εργαζόταν κέρδιζε £150 στερλίνες εβδομαδιαίως. Ακόμα ότι ο ίδιος ποτέ δεν είχε οποιαδήποτε περιουσία. Στη συνέχεια εξιστορεί πως απέκτησαν το διαμέρισμα. Όπως αναφέρει στις 13/11/02 αγόρασαν από κοινού το διαμέρισμα από την εταιρεία Κυρίλλου και Υιός Λτδ, ο οποίος ήταν ο αρχικός αγοραστής, αντί του ποσού των £38.
- Αρχικά υπήρξε προκαταρκτική συμφωνία με τους πιο πάνω ως αγοραστές και την εταιρεία "Κυρίλλου" σαν πωλητή, η οποία στη συνέχεια ακυρώθηκε και έγινε νέα συμφωνία με την εταιρεία "Hadjidemosthenous" σαν πωλητή και της ιδίας και του συζύγου της ως αγοραστών για την αγορά του αντί του ποσού των Κ£35.
- Ότι η διαφορά των Κ£3.000 αποτελούσε το κέρδος της εταιρείας Φειδίας Κυρίλλου και Υιός Λτδ. Επίσης αναφέρει ότι για την αγορά του διαμερίσματος πλήρωσαν τα δικηγορικά έξοδα. Όπως ισχυρίζεται περαιτέρω, ο σύζυγός της ενώ γνώριζε ότι το επίδικο διαμέρισμα καθώς και άλλα έξοδα εξοφλήθηκαν με λεφτά που η ίδια απέκτησε συνάπτοντας δάνειο από την εταιρεία Halifax P.L.C., εσκεμμένα το απέκρυψε, ισχυριζόμενος ότι το διαμέρισμα εξοφλήθηκε με χρήματα που έφεραν από την Αγγλία, από την πώληση του σπιτιού τους. Δεν είχαν, όπως ισχυρίζεται, σπίτι από κοινού. Το διαμέρισμα εξοφλήθηκε με τα λεφτά του δανείου. Ακολούθως, αναφέρει ότι το συμβόλαιο έγινε και στους δύο επειδή ο ίδιος της είχε υποσχεθεί ότι θα συνεισέφερε στην εξόφληση του, κάτι το οποίο δεν έγινε. Στη συνέχεια αναφέρεται στην πώληση του επίδικου διαμερίσματος, στο ποσό που εισπράχθηκε, καθώς και εκείνο που δόθηκε για τα δικηγορικά έξοδα και πληρώθηκε για ακυρωτικά δικαιώματα και για τη μεταβίβαση στο νέο αγοραστή. Επαναλαμβάνει ότι το τίμημα για την αγορά του διαμερίσματος εξοφλήθηκε εξ ολοκλήρου από την ίδια, με δάνειο που συνήψε κατά τις 7/10/02 και αντίστοιχα, επιβάρυνση της περιουσίας της, ενός σπιτιού στη Σκωτία, το οποίο κληρονόμησε από τον πρώην σύζυγό της που απεβίωσε κατά το
- Το δάνειο, όπως αναφέρει, ήταν διάρκειας 15 ετών και ύψους £45.000 στερλινών. Η δε αποπληρωμή του γινόταν με μηνιαίες δόσεις £495 από το Νοέμβριο του 2002 μέχρι το Μάιο του
- Από δικά της κεφάλαια πλήρωσε περίπου £15.345 και το δάνειο εξοφλήθηκε με λεφτά που εξασφάλισε από την πώληση του σπιτιού της στη Σκωτία. 'Ότι η εξόφληση έγινε με αποκοπή από τους δικηγόρους της του ποσού των £45.713,91 στερλινών από τα έσοδα πώλησης του σπιτιού στη Σκωτία. Αναφέρει ακόμη για το ποσό που πλήρωσε για δικηγορικά έξοδα. Ακόμα ισχυρίζεται πως το εν λόγω διαμέρισμα της κόστισε τελικά £62.
- Ο Αιτητής δεν πλήρωσε κανένα ποσό, γι΄ αυτό και δεν δικαιούται συμμετοχή στο διαμέρισμα ή οποιαδήποτε περιουσία της. Ούτε και δικαιούται μερίδιο από την πώλησή του, αφού από αυτή δεν προέκυψε κέρδος. Συνεχίζοντας με την παράγραφο 20 της ένορκης της δήλωσης λέγει πως όταν πώλησαν το επίδικο διαμέρισμα, παρέλαβε την επιταγή, η οποία είχε εκδοθεί στο όνομα και των δύο, από το δικηγόρο που χειριζόταν την πώληση και την κατέθεσε σε κοινό λογαριασμό τον οποίο διατηρούσε με τον Αιτητή στην Τράπεζα Κύπρου. Απέσυρε δε όλα τα χρήματα για να καλύψει το κόστος αγοράς του διαμερίσματος και γιατί δεν γνώριζε που ήταν ο σύζυγός της, από τον οποίο δεν είχε ειδήσεις για τρεις μήνες. Πιστεύει ότι με την παγοποίηση του λογαριασμού του στην Τράπεζα ο Αιτητής επιδιώκει να αποσπάσει χρήματα από αυτήν ασκώντας ανεπίτρεπτη πίεση. Η δε έκδοση και συνέχιση του διατάγματος θα της επιφέρει ζημιά, καθώς εκείνα τα χρήματα προορίζονταν για τη συντήρηση και την κάλυψη των άμεσων αναγκών της. Αμφότεροι οι διάδικοι κατά την ακρόαση επέλεξαν να αντεξετάσουν σε έκταση αμφισβητώντας ο καθένας τους ισχυρισμούς του άλλου. Οι συνήγοροι τους δε μετά το πέρας της αντεξέτασης προχώρησαν σε σχολιασμό της μαρτυρίας και νομική επιχειρηματολογία. Ας σημειωθεί ότι ο συνήγορος της Καθ΄ ης η Αίτηση παρουσίασε την αγόρευσή του εν μέρει γραπτώς. Η κα. Κωνσταντινίδου για τον Αιτητή, κάλεσε το Δικαστήριο να οριστικοποιήσει το διάταγμα. Εισηγήθηκε πως ο Αιτητής προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, δεν απέκρυψε οτιδήποτε και δεν υπέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση, σε αντίθεση με την Καθ΄ ης η Αίτηση η οποία κατά την αντεξέταση, τις περισσότερες φορές δεν θυμόταν τα γεγονότα και δεν ήταν σίγουρη για την ακρίβεια και ορθότητα αυτών που μαρτυρούσε. Επίσης υπέβαλε πως η Καθ΄ ης η Αίτηση παραδέχθηκε ότι ο Αιτητής εργαζόταν και πρόσφερε στην οικογένεια. Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι και αν ακόμα διαφανεί ότι πιθανόν ο Αιτητής να μη δικαιούται το ½ μερίδιο της περιουσίας, πως είναι ξεκάθαρο ότι δικαιούται, με όσα παρουσιάστηκαν, το τεκμήριο του 1/3 που θέτει ο νόμος και ότι αποδεικνύεται και συζητείται εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Επεσήμανε περαιτέρω, ότι η πρόθεση της Καθ΄ ης η Αίτηση ν΄ αποξενώσει την περιουσία, αποκαλύφθηκε από τις απαντήσεις που η ίδια έδωσε, ότι τα χρήματα που πήρε από την πώληση τα οικειοποιήθηκε. Επομένως, ότι συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση για την οριστικοποίηση του διατάγματος. Έθεσε τέλος δύο θέματα αναφορικά με το νομότυπο της ένστασης της Καθ΄ ης η Αίτηση. Ότι τα τεκμήρια που κατατέθηκαν είναι όλα στην αγγλική γλώσσα, γι΄ αυτό και το Δικαστήριο δεν μπορεί να τα λάβει υπόψη. Επίσης ότι τη μετάφραση της ένορκης δήλωσης της Καθ΄ ης η Αίτηση δεν την ετοίμασε ανεξάρτητο πρόσωπο το οποίο να γνωρίζει την αγγλική γλώσσα, αλλά ένας εκ των δικηγόρων της Καθ΄ ης η Αίτηση. Ο κ. Φιλίππου στη δική του επιχειρηματολογία, υπέβαλε πως η άλλη πλευρά δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση ν΄ αποδείξει την υπόθεσή της επειδή εξασφάλισε προσωρινό διάταγμα και ότι κατά την αντεξέταση ο Αιτητής έχει αυτοανατρέψει τη βάση των γεγονότων επί των οποίων εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα. Επικεντρώθηκε δε στην υποχρέωση αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία αφορούν την υπόθεση, γεγονός στο οποίο, όπως εισηγήθηκε, απέτυχε ο Αιτητής, αφού απέκρυψε ουσιαστικά γεγονότα που θα επιδρούσαν στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του διατάγματος. Αναφέρθηκε δε λεπτομερώς στη γραπτή αγόρευσή του, στα γεγονότα τα οποία θεώρησε πως απέκρυψε ο Αιτητής, σχολιάζοντας εκτεταμένα τη μαρτυρία του Αιτητή κατά την αντεξέτασή του. Θα ασχοληθώ με τις εισηγήσεις του κ. Φιλίππου για απόκρυψη σε κατοπινό στάδιο. Θα εξετάσω καταρχήν τις ενστάσεις που προέβαλε η κα. Κωνσταντινίδου. Ήταν παραδεκτό ότι η μετάφραση της ένορκης δήλωσης του Αιτητή έγινε από δικηγόρο που βρίσκεται στο γραφείο του δικηγόρου που χειρίστηκε την υπόθεση. Άνκαι είναι ανεπιθύμητο να γίνεται κάτι τέτοιο, εφόσον δεν τέθηκε θέμα αμφισβήτησης της ορθότητας και της ποιότητας της μετάφρασης, θα το θεωρήσω απλά ως παρατυπία. Το δεύτερο θέμα αφορά τα τεκμήρια που κατατέθηκαν και είναι όλα στην αγγλική γλώσσα. Σχετικές με το θέμα είναι οι πρόνοιες των Περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμων 1988 κα 1989, όπως τροποποιήθηκαν από το Νόμο 154/
- Το νέο άρθρο 5 των πιο πάνω Νόμων, προνοεί τα ακόλουθα: "
- Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του Νόμου αυτού ή οποιουδήποτε άλλου νόμου, σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία γίνεται αποδεκτό ως αποδεικτικό μέσο και έγγραφο συνταγμένο σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα.
- Το Δικαστήριο μπορεί όταν το συμφέρον της δικαιοσύνης το επιβάλλει, να διατάξει τη μετάφραση εγγράφου ή μέρους αυτού στις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας ή σ΄ οποιαδήποτε απ΄ αυτές.
- Δεν απαιτείται η μετάφραση εγγράφου, το οποίο συντάχθηκε στην αγγλική γλώσσα μέχρι τη 15η Αυγούστου
- Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, έγγραφο περιλαμβάνει και ένορκη δήλωση." Πανομοιότυπος λόγος τέθηκε στην έφεση αρ. 201 Thomas Norman Atkinson v. Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, ημερομηνίας 12.12.
- Το Εφετείο ερμηνεύοντας το πιο πάνω άρθρο υπέδειξε ότι, κατά πόσο επιβάλλεται μετάφραση εγγράφου σε μια από τις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας, αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, παρατήρησε: "Στην παρούσα περίπτωση, κατά την κρίση μας, η αγγλική απόφαση και τα έγγραφα που τη συνοδεύουν καλύπτονται από τις πρόνοιες του άρθρου 5 και δεν έχουμε ικανοποιηθεί ότι εσφαλμένα άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια το Δικαστήριο να μη διατάξει μετάφραση στα ελληνικά, τοσούτω μάλλον αφού ο εφεσείων-καθ΄ ου η αίτηση είναι Άγγλος." [Βλέπε επίσης Σοφοκλέους v. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 81, Ferrero S.P.A. v. Εφόρου Εμπορικών Σημάτων, υπόθεση 751/98, ημερομηνίας 16/6/2001.] Νομική πτυχή Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ως αυτό έχει τροποποιηθεί, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Στην πλούσια νομολογία που υπάρχει επί του θέματος αναλύθηκαν οι τρεις προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν για να ασκήσει το Δικαστήριο τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Οι τρεις προϋποθέσεις είναι οι ακόλουθες:
- i)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
- ii)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία. iii) Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης έχει κριθεί πως είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η δεύτερη προϋπόθεση, απαιτεί από τον Αιτητή να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας έχει ερμηνευθεί να σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η τρίτη προϋπόθεση σχετίζεται με την επάρκεια των αποζημιώσεων. Αν η επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ του Αιτητή στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε δεν είναι απαραίτητη η έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Οι παραπάνω προϋποθέσεις έχουν αναλυθεί σε έκταση στη νομολογία. [Βλ. Οδυσσέως v. Pieris Estates
(1982)1 A.A.Δ. 557, Κυτάλα κ. ά. v. Χρυσάνθου κ. ά.
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 253, Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 255, M. & Ch. Mitsingas Tr. Ltd κ. ά. v. Timberland Co.
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, Pariko Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd κ. ά.
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015.] Ακόμα το Δικαστήριο αν τελικά αποδεχθεί την ύπαρξη των τριών προϋποθέσεων, τότε θα πρέπει να κρίνει με γνώμονα το τι είναι δίκαιο και πρόσφορο, κατά πόσο είναι εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Είναι δε καθιερωμένη αρχή ότι ο Αιτητής ο οποίος επιδιώκει μονομερώς ένα προσωρινό διάταγμα πρέπει να προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Πρέπει δηλαδή να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Η σημασία της αποκάλυψης αναλύθηκε σε σειρά αποφάσεων. Το επιστέγασμα της απουσίας αποκάλυψης είναι η κατάργηση του διατάγματος. Το Δικαστήριο αν θεωρήσει ότι η μη αποκάλυψη ήταν ουσιώδης μπορεί να ακυρώσει το προσωρινό διάταγμα που το ίδιο εξέδωσε αρνούμενο ν΄ ακούσει περαιτέρω τον Αιτητή. Για να ακυρώσει όμως το διάταγμα θα πρέπει τα γεγονότα τα οποία δεν αποκαλύφθηκαν να ήταν ουσιώδη. Επίσης θα πρέπει να αποφασίσει αν αυτά ευρίσκοντο εντός του πεδίου γνώσης του Αιτητή. [Βλ. Στυλιανού v. Στυλιανού
(1992)1 (Α) Α.Α.Δ. 583, Γρηγορίου κ. ά. v. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co. Ltd
(1996)1 (A) A.A.Δ. 597, M. & Ch. Mitsingas Tr. Ltd. κ. ά. v. Τimberland Co.
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 598, Σεβαστού v. Σεβαστού,
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1980]. Ακόμη το Δικαστήριο αν τελικά αποδεχθεί την ύπαρξη των τριών προϋποθέσεων, τότε θα πρέπει να σταθμίσει κατά πόσο είναι εύλογο να εκδώσει το διάταγμα. Το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο επίσης πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε διεξοδική διερεύνηση και εξέταση των επιδίκων θεμάτων [βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263.] Προτού όμως προχωρήσω στην εξέταση της τήρησης των προϋποθέσεων, θα σταθώ στο θέμα της απόκρυψης ως ένα θέμα θεμελιώδους σημασίας. Ο κ. Φιλίππου έδωσε έμφαση στα ακόλουθα θέματα που, κατά τον ίδιο, συνιστούν απόκρυψη ουσιωδών στοιχείων, τα οποία αν ήταν σε γνώση του Δικαστηρίου κατά την παρουσίαση της μονομερούς αίτησης, δεν θα εξέδιδε το διάταγμα. Ότι οι διάδικοι συνάψαν προκαταρκτική συμφωνία για την αγορά του διαμερίσματος, πριν τη σύναψη του τελικού συμβολαίου. ΄Οτι το διαμέρισμα αγοράστηκε για Κ£38.000 αντί για Κ£35.000 που ο ίδιος ισχυρίστηκε. Ακόμα ότι ο Αιτητής δεν αποκάλυψε την ύπαρξη σωρείας εγγράφων που αφορούσαν την υπόθεση και που θα μπορούσε εύκολα να τα εξασφαλίσει. Ότι το διαμέρισμα αγοράστηκε με δάνειο που συνήψε με υποθήκευση του σπιτιού της Καθ΄ ης η Αίτηση στη Σκωτία και ότι στη συνέχεια αποπληρώθηκε το δάνειο με την πώληση του σπιτιού στη Σκωτία, αποκλειστικά από την ίδια και όχι όπως ο ίδιος είπε, από την πώληση «του σπιτιού των διαδίκων». Όπως ισχυρίστηκε ποτέ δεν είχαν σπίτι μαζί και παρέπεμψε στην παραδοχή του Αιτητή ότι όταν έλεγε το «σπίτι μας» στην ένορκή του δήλωση, εννοούσε το σπίτι της Καθ΄ ης η Αίτηση στη Σκωτία το οποίο κληρονόμησε από τον πρώην σύζυγό της, ο οποίος είχε αποβιώσει. Και ότι ο ίδιος αντλούσε δικαιώματα στο σπίτι κατά το ½ αυτό ως σύζυγος της Καθ' ης η Αίτηση σύμφωνα με την Αγγλική Νομοθεσία. Επίσης ότι δεν αποκάλυψε την ορθή ημερομηνία της διάστασης. Κατά τον κ. Φιλίππου, η θέση του Αιτητή ότι βρίσκονταν σε διάσταση από το τέλος του 2002 δεν έχει λογική. Δεν θα αναμένετο, ενώ οι διάδικοι ήταν σε διάσταση, να αγοράσουν από κοινού διαμέρισμα. Ένα άλλο γεγονός το οποίο απεκρύβη, είναι ότι δεν διατηρούσε ο Αιτητής δικούς του λογαριασμούς και ότι η παραδοχή του Αιτητή ότι όταν έγραφε στην ένορκή του δήλωση ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση είχε πρόσβαση στους τραπεζικούς του λογαριασμούς και απέσυρε τεράστια ποσά, εννοούσε τους κοινούς λογαριασμούς το αποδεικνύει. Συνοψίζοντας υπέβαλε, ότι ο Αιτητής δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ουσιώδη γεγονότα τα οποία παραδέχθηκε αντεξεταζόμενος.
- Το διαμέρισμα αγοράστηκε από την εταιρεία Φειδίας Κυρίλλου και Υιός Λτδ αντί του ποσού των Κ£38.
- Το τίμημα για την αγορά του διαμερίσματος πληρώθηκε με δάνειο το οποίο συνήφθηκε από την εταιρεία Halifax Ηνωμένου Βασιλείου με αντίστοιχη υποθήκευση της οικίας της Καθ΄ ης η Αίτηση.
- Ότι η ίδια κατέβαλε όλο το ποσό του δανείου. Αρχίζοντας από την ημερομηνία της διάστασης, η τοποθέτησή της στο τέλος του 2002 δε βρίσκει σύμφωνη την Καθ΄ ης η Αίτηση. Όμως δεν είναι αυτό το στάδιο στο οποίο το Δικαστήριο θα αποφασίσει επί των αμφισβητούμενων ισχυρισμών. Οι εισηγήσεις του κ. Φιλίππου ότι δεν υπάρχει λογική στη θέση του Αιτητή ότι η διάσταση έλαβε χώρα στο τέλος του 2002, σε συνάρτηση με το χρόνο που αγόρασαν από κοινού το διαμέρισμα, δε μπορούν να θεωρηθούν ως απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος αλλά μια διαφορετική εκδοχή η οποία δεν μπορεί να αξιολογηθεί στο παρόν στάδιο. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε εικασίες ή υποθέσεις. Σύμφωνα όμως με τις ημερομηνίες που παρουσιάστηκαν δεν θα ήταν παράλογο να είχε αγοραστεί το διαμέρισμα κατ΄ εκείνη την περίοδο, αφού η προκαταρκτική συμφωνία φαίνεται να έγινε στις 24/9/02, η τελική συμφωνία στις 19/11/02, η διάσταση κατά τους ισχυρισμούς του Αιτητή κατά το τέλος του
- Έρχομαι στο δεύτερο θέμα που συνιστά, κατά τον κ. Φιλίππου, απόκρυψη. Η μη αποκάλυψη της προκαταρκτικής συμφωνίας και του τιμήματος ότι ήταν Κ£38.000 και όχι Κ£35.
- Σημασία έχει η σύναψη τελικής συμφωνίας και όχι η οποιαδήποτε προκαταρκτική συμφωνία, που άλλωστε, όπως και η έννοια της λέξης υποδηλώνει, είναι ένα στάδιο πριν την οριστική. Όπως ο ίδιος ο Αιτητής εξήγησε, η τελική σύμβαση έγινε με την εταιρεία Xατζηδημοσθένους και αυτό ενδιαφέρει το Δικαστήριο, και όχι οτιδήποτε προηγήθηκε, το οποίο εξάλλου ακυρώθηκε. Επομένως, έπαυσε να ισχύει. Επουσιώδης θεωρείται και η αναφορά σε τίμημα αγοράς Κ£35.000 αντί Κ£38.000 που τελικά πλήρωσαν. Επαρκέστατα εξηγήθηκε από τον Αιτητή ότι δεν ανάφερε το επιπρόσθετο ποσό των Κ£3.000, καθώς αυτό αφορούσε την προμήθεια που κατέβαλαν. Άλλωστε η μη αναφορά του επιπλέον ποσού που διέθεσαν δεν επιδρά σε βάρος, μάλλον προς όφελος της Καθ΄ ης η Αίτηση. Όπως άλλωστε φαίνεται και στην προκαταρκτική συμφωνία, παράγραφος 2 της πρόνοιας f: "It is clearly understood that the Contract of Sale signed with the Developer will reflect a purchase price of CY£35.000." Eπίσης στην τελική συμφωνία, υπό τον τίτλο "The purchase price of property" αναγράφεται: "means CY£35.000 (thirty five thousand Cyprus Pounds)". Προχωρώ στο επόμενο θέμα που προβάλλεται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή. 'Ότι το διαμέρισμα αγοράστηκε από την πώληση του σπιτιού τους στην Αγγλία και τη διαφορετική εξήγηση στην αντεξέταση ότι η περιουσία αγοράστηκε με δάνειο. Διαπιστώνω, τόσο από τη δήλωση της Καθ΄ ης η Αίτηση, όσο και από την αντεξέταση του Αιτητή, ότι όντως χρησιμοποιήθηκε το σπίτι στη Σκωτία για να εξασφαλιστεί το δάνειο και όταν πουλήθηκε το σπίτι στη Σκωτία εξοφλήθηκε το δάνειο. Ο Αιτητής κατά την αντεξέταση απέδωσε τη διαφορά στις δηλώσεις του, ότι πολλές πληροφορίες που έδωσε στους δικηγόρους έχουν μπερδευτεί λόγω μετάφρασής τους. Η αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος εξετάζεται πάντοτε σε συνάρτηση με την κύρια αίτηση. Ο Αιτητής αξιώνει συνεισφορά επί της αύξησης και περιουσίας της Καθ΄ ης η Αίτηση, δηλαδή των αποκτημάτων της κατά τη διάρκεια του γάμου, βασιζόμενος μεταξύ άλλων και στην προσφορά του στη δική του εργασία, την οποία αξιολογεί σε μεγαλύτερο βαθμό από αυτήν της Καθ΄ ης η Αίτηση. Η διαφορετική αρχικά εκδοχή του για την αγορά του διαμερίσματος δεν θα αλλοίωνε την εικόνα των πραγμάτων μια και για την έκδοση του διατάγματος το Δικαστήριο συνεκτίμησε όλους τους σχετικούς με τη συνεισφορά του Αιτητή παράγοντες, μεταξύ αυτών και τους ισχυρισμούς του για προσωπική προσφορά. Είναι δε πρόωρο να αποφασιστεί ο ισχυρισμός της Καθ΄ ης η Αίτηση για εξ ολοκλήρου αποπληρωμή του δανείου, αφού τέτοιος ισχυρισμός αφορά την ουσία της υπόθεσης και στο θέμα της πληρωμής του δανείου υπάρχουν αντικρουόμενοι ισχυρισμοί. Εξάλλου με παραδοχή της ίδιας της Καθ΄ ης η Αίτηση, το δάνειο πληρωνόταν από κοινό λογαριασμό. Έρχομαι τώρα στον ισχυρισμό για απόκρυψη του πραγματικού τιμήματος πώλησης του επίδικου διαμερίσματος, ότι δηλαδή πωλήθηκε Κ£55.
- Το ίδιο το τεκμήριο 5, το οποίο παρουσίασε η ίδια η Καθ΄ ης η Αίτηση, συμφωνεί με τη δήλωση του Αιτητή ότι το ποσό που τους αναλογούσε ανερχόταν στις Κ£54.080,
- Τα υπόλοιπα αφορούσαν δικηγορικά έξοδα και έξοδα μεταβίβασης. Η μη αποκάλυψη του συνολικού ποσού και η εξήγηση που έδωσε στην αντεξέταση για την άγνοια του συνολικού τιμήματος, αφού η πώληση έγινε στην απουσία του δια πληρεξουσίου εγγράφου, δεν θα επενεργούσε διαφορετικά στην κρίση μου. Έρχομαι τέλος στην απόκρυψη, κατά τον κ. Φιλίππου, ότι οι λογαριασμοί ήσαν κοινοί και ότι δεν ήσαν αποκλειστικά του ιδίου. Ούτε και αυτό το στοιχείο το θεωρώ ουσιώδες γεγονός το οποίο θα επενεργούσε δραστικά στην κρίση μου. Στο ίδιο αποτέλεσμα θα κατέληγα αξιολογώντας την άνευ συγκατάθεσης του άλλου δικαιούχου απόσυρσης ποσών που προέρχονται από επιταγή που εκδόθηκε προς όφελος και των δύο. Προχωρώ, επομένως, να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις για την έκδοση και διατήρηση του διατάγματος. Η αγορά του διαμερίσματος στο όνομα και των δύο συζύγων, η κοινή απόφαση για την πώληση του διαμερίσματος, η έκδοση επιταγής στο όνομα και των δύο για το προϊόν της πώλησης, η παραδοχή της Καθ΄ ης η Αίτηση ότι το τίμημα κατατέθηκε σε κοινό λογαριασμό, αλλά και ότι στους διάφορους κοινούς λογαριασμούς κατέθεταν και οι δύο διάδικοι, έστω και αν οι ισχυρισμοί της είναι ότι ο Αιτητής δούλευε περιστασιακά, οδηγούν σε ένα μόνο συμπέρασμα, ότι και σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση υπάρχει και ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Παραθέτω από την αντεξέταση της Καθ΄ ης η Αίτηση τα ακόλουθα: "Ε. Δηλαδή το δάνειο πληρωνόταν από κοινό λογαριασμό; Α. Ναι." Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Περί Ρυθμίσεως Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου, Ν. 232/91όπως τροποποιήθηκε, στο εξής «ο Νόμος», ο όρος συνεισφορά σημαίνει: "Την οποιασδήποτε μορφής συνεισφορά των συζύγων στην απόκτηση ή τη δημιουργία περιουσίας και περιλαμβάνει τη φροντίδα της οικογενειακής εστίας και των μελών της οικογένειας." Με βάση δε το άρθρο 14
(2)η συνεισφορά του συζύγου στην αύξηση της περιουσίας τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο 1/3 εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη συνεισφορά. Με βάση το υλικό που έχει τεθεί ενώπιόν μου θεωρώ ότι υπάρχουν όντως σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης των επίδικων δικαιωμάτων. Ακολουθεί, συνεπώς, η εξέταση της τήρησης της τρίτης προϋπόθεσης, δηλαδή της αδυναμίας απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η παραδοχή της Καθ΄ ης η Αίτηση ότι τα λεφτά που κατατέθηκαν στον κοινό λογαριασμό και προέρχονται από την πώληση του συνιδιόκτητου διαμερίσματος τα χρησιμοποίησε γιατί έπρεπε να ζήσει, επιβεβαιώνουν τον κίνδυνο πλήρους αποξένωσης και διάθεσης των χρημάτων. Σημειώνω ακόμα την ακόλουθη απάντησή της, κατά την αντεξέταση. «Έχω πάρει τα χρήματα όταν πέρασε χρόνος. Μέχρι αρχές του Φεβράρη δεν είχα ακούσει από το σύζυγό μου, δεν εγνώριζα αν ήταν ακόμη στην Κύπρο και ανησυχούσα ίσως κάποιος άλλος είχε κάρτα της τράπεζας επειδή δεν είχε επικοινωνήσει μαζί μου». Όμως και οι επόμενες απαντήσεις στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν δεικνύουν την πρόθεση πλήρους διάθεσης των εν λόγω ποσών που είναι κατατεθειμένα στους κοινούς λογαριασμούς: "Ερώτηση: Και θεώρησες σκόπιμο, κα. μάρτυς, να πας να κάμεις ανάληψη όλο το ποσό από μόνη σου, γιατί δήθεν φοβόσουν ότι κάποιος άλλος μπορούσε να πάρει αυτά τα λεφτά; Απάντηση: Θεώρησα ότι το ποσό αυτό ήταν δικό μου. Ερώτηση : Πώς το θεώρησες δηλαδή; Απάντηση: Επειδή εγώ είχα πληρώσει για το διαμέρισμα. Ερώτηση : Δεν είν΄ έτσι όμως που μας είπες, κα. μάρτυς. Είπες μας ότι δούλευε και ο σύζυγός σου και έφερνε λεφτά. Απάντηση: Ζούσαμε στη Σκωτία, είχαμε έξοδα. Ο σύζυγός μου είχε αυτοκίνητο, είχε δάνειο για το αυτοκίνητο. Το εισόδημα του συζύγου μου ήταν αδύνατο να καλύψει τα έξοδα τα προσωπικά του και του σπιτιού." Όπως έχω επανειλημμένα αναφέρει, είναι θεμελιωμένο ότι στο στάδιο της εκδίκασης αίτησης για παρεμπίπτοντα διατάγματα, δεν είναι ορθό και επιθυμητό το Δικαστήριο να προβαίνει σε ευρήματα αξιοπιστίας και ευρήματα ως προς τα ουσιώδη γεγονότα, γι΄ αυτό δεν προβαίνω σε αυτό το στάδιο σε εξαγωγή ευρημάτων επί αμφισβητούμενων γεγονότων, ούτε για την έκταση της συνεισφοράς ενός εκάστου των διαδίκων ή τον ισχυρισμό για την εξ ολοκλήρου καταβολή των δόσεων του δανείου με το οποίο αγοράστηκε το διαμέρισμα από την Καθ΄ ης η Αίτηση. Συνακόλουθα, για τους πιο πάνω λόγους, το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε στις 3.5.2007 καθίσταται απόλυτο. Τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, υπέρ του Αιτητή, τα οποία θα καταβληθούν στο τέλος. (Υπ.) ................. Κ. Χ" Αθανασίου-Σιαμτάνη, Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής ./ΓΑΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο