← Κύπρος

Edda Knoll ν. Χρύσθιας Παπακλεοβούλου, Αρ. Αίτησης: 2/2007, 21.12.2007

Edda Knoll ν. Χρύσθιας Παπακλεοβούλου, Αρ. Αίτησης: 2/2007, 21.12.2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODPAF:2007:9 ΣΤΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Δικαιοδοσία Περιουσιακών Διαφορών ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Χ" Aθανασίου-Σιαμτάνη, Δ. Αρ. Αίτησης: 2/2007 Αναφορικά με τον Περί Αλλοδαπών Αποφάσεων Νόμο (Αμοιβαία Εκτέλεση) Κεφ. 10 - και - Αναφορικά με την Απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου του Salzburg ημερ. 31/5/02 και αρ. 3 C 49/02 V-5, της Δημοκρατίας της Αυστρίας Μεταξύ: Edda Knoll από Salzburg Aυστρίας, δια του Γενικού Πληρεξουσίου Αντιπροσώπου της Λουκά Μαυρίκιου, δικηγόρου εκ Πάφου Αιτήτριας - και - Χρύσθιας Παπακλεοβούλου, από την Πάφο, Διαχειρίστριας της περιουσίας του Heinz-Deiter Knoll, αποβιώσαντα Καθ΄ ης η Αίτηση --------------------------------------- Ημερομηνία: 21.12.2007 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια : κα. Κριστέλ Μαυρικίου Για Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Νίκος Παπακλεοβούλου. (Για ν΄ ακούσει την απόφαση, η κα Χρύσθια Παπακλεοβούλου) ---------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αίτηση για αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της Απόφασης και/ή Δήλωσης Συμβιβασμού που έλαβε χώρα στο Επαρχιακό Δικαστήριο του Salzburg της Αυστρίας στις 31.5.2002. Με το δηλωθέντα συμβιβασμό (εξώδικη διευθέτηση), ως αναγράφεται στο ίδιο το κείμενο του , του οποίου η εγκυρότητα πιστοποιήθηκε από το Αυστριακό Δικαστήριο, οι τότε διάδικοι , δηλαδή η Αιτήτρια και ο αποβιώσας, διευθέτησαν όλες τις μεταξύ τους διαφορές που προέκυπταν από τη διάλυση του γάμου τους. Κυρίως αυτές που αφορούσαν τη διατροφή, της Αιτήτριας και τις περιουσιακές τους διαφορές. Εντός του κειμένου του συμβιβασμού προνοείτο ότι: «Με το θάνατο του 1ου Αιτητή (Heinz -Deter Knoll), θα πωληθεί στην ελεύθερη αγορά το υφιστάμενο σπίτι το οποίο ευρίσκεται στην οδό Δημοκρατίας 38Β, Άγιος Νεόφυτος, στην Τάλα, Πάφος, Κύπρος και η Καθ΄ ης η Αίτηση δικαιούται το 50% του καθαρού προϊόντος της πώλησης. Ο Αιτητής υποχρεούται να λάβει υπόψη του αυτή τη ρήτρα στη διαθήκη και όλοι οι νόμιμοι κληρονόμοι του δεσμεύονται γι΄ αυτό». Ο 1ος Αιτητής ο οποίος απεβίωσε την 1.5.2006, φαίνεται να περιέλαβε στη διαθήκη του την προαναφερθείσα υποχρέωσή του. Δεν αφορά όμως το Οικογενειακό Δικαστήριο η εγκυρότητα ή η δεσμευτικότητα της εν λόγω πρόνοιας. Εκείνο που ζητείται είναι η αναγνώριση και εγγραφή της αλλοδαπής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης. Νομικό βάθρο της αίτησης είναι ο Περί Αλλοδαπών Αποφάσεων Νόμος (Αμοιβαία Εκτέλεση), Κεφ. 10, άρθρα 2, 3, 4, 5, 9 και 12 και οι Περί Αλλοδαπών Αποφάσεων (Αμοιβαία Εκτέλεση) Κανονισμοί Θ.1, 2, 3, 5 και 16 και ο Νόμος που προνοεί για την αναγνώριση, εγγραφή και Εκτέλεση Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων, αρ. 121

(1)/2000, ο Κανονισμός ΕC44/2001, ο Κανονισμός 805/04, EC Regulation, ο Νόμος 177/06, οι Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί Δ.48 Κ. 1 - 3 και οι Συμφυείς Εξουσίες και Πρακτική του Δικαστηρίου. Ας σημειωθεί ότι, επειδή ο Καθ΄ ου η Αίτηση απεβίωσε, η αίτηση εγέρθηκε εναντίον της Διαχειρίστριας της περιουσίας του, κας Χρύσθιας Παπακλεοβούλου, στην οποία εκδόθηκε κατόπιν των νομίμων διαδικασιών παραχωρητήριο επικύρωσης της διαθήκης του αποβιώσαντα. Στην αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της απόφασης και/ή δήλωσης συμβιβασμού ενέστη η Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα. Ως λόγους ένστασης προέβαλε τους ακόλουθους: (α) Ότι η Αίτηση ήχθη ενώπιον αναρμόδιου Δικαστηρίου. (β) Ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει την καθ΄ ύλην αρμοδιότητα να επιληφθεί του ζητήματος. Στην ένορκη δήλωση της ίδιας της Διαχειρίστριας που υποστηρίζει την ένσταση προβλήθηκαν τα ακόλουθα:
  1. Ο Καθ΄ ου η Αίτηση ένεκα του θανάτου του δεν έχει πλέον διαμονή στην Πάφο ώστε να υπάρχει η απαιτούμενη διαμονή που προϋποθέτουν οι έννοιες των ορισμών που τίθενται στις πρόνοιες του ρηθέντος Νόμου για την αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση αποφάσεων αλλοδαπών δικαστηρίων που ισχύει στην Κύπρο από 21.7.
  2. Η αίτηση κακώς καταχωρήθηκε στο παρόν Δικαστήριο το οποίο, λόγω της φύσης της ίδιας της επικαλούμενης δικαστικής απόφασης, όπως εμφαίνεται από τα καταχωρηθέντα έγγραφα, ήχθη ενώπιον καθ΄ ύλην αναρμόδιου Δικαστηρίου που στερείται της ικανότητας να της επιληφθεί. Η αίτηση μετά την καταχώρηση της ένστασης οδηγήθηκε σε ακρόαση. Αμφότεροι οι δικηγόροι ετοίμασαν γραπτές αγορεύσεις, τις οποίες ανάγνωσαν στο Δικαστήριο. Η κα. Μαυρικίου, στην γραπτή της αγόρευση η οποία συνοδευόταν με αρκετό χρήσιμο υλικό, κάλεσε το Δικαστήριο να εγκρίνει το αίτημά της και να προχωρήσει στην αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της απόφασης και/ή δήλωσης συμβιβασμού. Στηριζόμενη στους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς και τη δική μας νομοθεσία και νομολογία, υποστήριξε πως το Οικογενειακό Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα να επιληφθεί του εν λόγω θέματος, καθώς ο Heinz-Deiter Knoll απεβίωσε στην Πάφο. Σύμφωνα δε με το Διάταγμα Επικύρωσης Διαθήκης, κατά το χρόνο του θανάτου του είχε τη μόνιμη κατοικία του στην Πάφο. Επομένως προσδίδεται δικαιοδοσία στο Δικαστήριο Πάφου. Ακόμα, γιατί η απόφαση η οποία εκδόθηκε στην Αίτηση Περιουσιακών Σχέσεων στην Αυστρία και επικυρώθηκε από το εκεί Δικαστήριο, αφορά καθαρά διαφορά σε περιουσιακές σχέσεις συζύγων, επομένως καθ΄ ύλην αρμόδιο είναι το δικαστήριο της επαρχίας στην οποία ο αποβιώσας είχε τη μόνιμη κατοικία του, δηλαδή το Οικογενειακό Δικαστήριο Πάφου. Επίσης εισηγήθηκε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις της νομοθεσίας μας, καθώς η δήλωση συμβιβασμού (εξώδικη διευθέτηση) έχει επικυρωθεί από το Αυστριακό Δικαστήριο και είναι τελεσίδικα και άμεσα εκτελεστή. Η κα. Μαυρικίου επιχειρηματολόγησε περαιτέρω, αναλύοντας τις σχετικές έννοιες στην ημεδαπή νομοθεσία κα τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς. Επίσης, παρέπεμψε σε σχετική με την εγγραφή αλλοδαπών αποφάσεων νομολογία. Ο κ. Παπακλεοβούλου έθεσε το θέμα της καθ΄ ύλην αρμοδιότητας υπό διαφορετική σκοπιά. Αφού ανέφερε ότι δεν θ΄ ασχοληθεί στο παρόν στάδιο με την εγκυρότητα, νομική υπόσταση ή δέσμευση από τις πρόνοιες της ρηθείσας συμφωνίας και επεφύλαξε το δικαίωμά του να το πράξει στο κατάλληλο στάδιο, εισηγήθηκε ότι η παρούσα αίτηση έπρεπε να οδηγηθεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου, αφού αφορά μια συμφωνία διευθέτησης περιουσιακών διαφορών και το επίδικο αντικείμενο είναι μια συμβατική διαφορά που προέκυψε κατά την εκτέλεση των συμφωνηθέντων. Παρέπεμψε προς υποστήριξη της θέσης του στις υποθέσεις Ανδρέας Μασούρας και Χρυσταλλένης Παπαμάρκου, Π. Ε. 11891, ημερομηνίας 17.3.05 και Σοφία Κοζάκη v. Γεώργιου Κοζάκη, 2003 1(Β) Α.Α.Δ.
  3. Επίσης υπέβαλε ότι «ο θάνατος κάποιου ατόμου αφαιρεί δικαιώματα που αναφέρονται στις προσωπικές σχέσεις και περιορίζει το ζήτημα σε αξιώσεις αστικού δικαίου που υπάγονται πλέον καθ΄ ολοκληρίαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Γι΄ αυτό και το Δικαστήριο στερείται αρμοδιότητας να εξετάσει μια τέτοια διαφορά εκεί όπου ένας από τους συζύγους δεν βρίσκεται στη ζωή». Αρχίζοντας από το τελευταίο θα ήθελα να παρατηρήσω ότι δεν έχουμε την περίπτωση όπου υπάρχει αμφισβήτηση του επιτευχθέντος συμβιβασμού ή της εγκυρότητάς του, όπου ασφαλώς η διαφορά θα έπρεπε να αχθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, ζητείται απλώς η αναγνώριση η εγγραφή της απόφασης και/ή δήλωσης συμβιβασμού για σκοπούς εκτέλεσής του. Δεν πρόκειται λοιπόν περί συμβατικής διαφοράς . Δεν ισχύουν επομένως τα λεχθέντα στη νομολογία που παρέπεμψε ο κύριος Παπακλεοβούλου. Εξάλλου ο ίδιος ο κ. Παπακλεοβούλου, ανέφερε ότι επιφυλάσσεται ν΄ ασχοληθεί με την εγκυρότητα ή τη νομική υπόσταση ή δέσμευση από τις πρόνοιες της ρηθείσας συμφωνίας στο κατάλληλο στάδιο. Ούτε και ο θάνατος του διαδίκου μετατρέπει, κατά την άποψη μου, τη φύση της υπόθεσης (στην προκειμένη περίπτωση του επιτευχθέντος συμβιβασμού) σε συμβατική διαφορά. Πρόκειται για μια συμφωνία επίλυσης περιουσιακών διαφορών, το περιεχόμενο της οποίας προς το παρόν δεν αμφισβητείται. Αλλά ούτε και του αφαιρεί οποιαδήποτε δικαιώματα. Η Διαχειρίστρια-εκτελέστρια υποκαθιστά τον αποβιώσαντα σε όλα τα δικαιώματα και αξιώσεις. Όπως λέχθηκε στην Κουντούρη v. Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης
(1997)1 Α.Α.Δ. 1677: "Ο σκοπός της αναγνώρισης και εκτέλεσης αλλοδαπών αποφάσεων αποβλέπει στην πρόσδοση δικαστικής ισχύος στην απόφαση ή διάταγμα του οποίου επιδιώκεται η αναγνώριση, είτε η εκτέλεση, είτε και τα δύο. Συνταυτίζεται έτσι η απόφαση της αλλοδαπής με απόφαση αρμόδιου Δικαστηρίου και ανάλογα εκτελείται." Περαιτέρω, στην υπόθεση Re K. Νικολαϊδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 804, τονίστηκε πως: "Στη διαδικασία αναγνώρισης διαταγμάτων το Δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνεται τέτοιας υπόθεσης δεν εξετάζει το διάταγμα ως προς την ουσία του. Σε περίπτωση που ο διάδικος ήθελε αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του αλλοδαπού Δικαστηρίου ή την ορθότητα του εκδοθέντος διατάγματος έπρεπε να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου εκείνου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του." Όσον αφορά το αρμόδιο να επιληφθεί της παρούσας αίτησης Δικαστήριο , αν βέβαια πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από την ημεδαπή και την κοινοτική νομοθεσία, εφόσον ο συμβιβασμός αφορά περιουσιακές σχέσεις των συζύγων, όπως έχει νομολογηθεί είναι το Οικογενειακό Δικαστήριο. Όπως λέχθηκε στην απόφαση Χρίστος Μυλωνά v. Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως, ως Κεντρική Αρχή για τους σκοπούς της Σύμβασης για τις Αστικές Πτυχές της Διεθνούς Απαγωγής Παιδιών
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 573, αρμόδιο Δικαστήριο για την εγγραφή αλλοδαπής απόφασης με βάση τη Σύμβαση για τις Αστικές Πτυχές της Διεθνούς Απαγωγής Παιδιών ήταν το Οικογενειακό Δικαστήριο. Οδηγός ήταν η απόφαση Κουντούρη (ανωτέρω), στην οποία αρμόδιο Δικαστήριο να επιληφθεί της αίτησης θεωρήθηκε το Οικογενειακό Δικαστήριο, καθώς η δικαιοδοσία που καλείτο να ασκήσει αναγόταν στις οικογενειακές σχέσεις. Σύμφωνα δε με την υπόθεση Δαδακαρίδης v. Δαδακαρίδου
(1990)1 Α.Α.Δ. 566 η έννοια Οικογενειακές Σχέσεις περιλαμβάνει όλες τις αστικές διαφορές που εμπίπτουν στον κλάδο του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Σ' αυτές περιλαμβάνονται και οι περιουσιακές διαφορές. Η απόφαση Λογγίνου v. Λογγίνου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1347 ξεκαθάρισε οριστικά το θέμα της δικαιοδοσίας στην εκδίκαση των περιουσιακών διαφορών μεταξύ των συζύγων, τονίζοντας πως είναι τα Οικογενειακά Δικαστήρια που έχουν αποκλειστική αρμοδιότητα επίλυσής τους. Επομένως και στην παρούσα περίπτωση θεωρώ πως αρμοδιότητα για εγγραφή απόφασης τέτοιας φύσης έχει το Οικογενειακό Δικαστήριο. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Η απόρριψη των λόγων ένστασης , δεν σημαίνει ότι οδηγεί αυτόματα σε αποδοχή της αίτησης. Θα πρέπει να εξεταστεί αν προσδίδεται στο Οικογενειακό Δικαστήριο η εξουσία έγκρισης του αιτήματος με βάση την ημεδαπή και κοινοτική νομοθεσία; Πληρούνται δηλαδή οι προϋποθέσεις που τίθενται από τα παραπάνω ώστε το Δικαστήριο να παραχωρήσει την αιτούμενη άδεια για αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της Απόφασης και/ή Δήλωσης Συμβιβασμού του Επαρχιακού Δικαστηρίου του Salzburg της Αυστρίας; Η κα. Μαυρικίου παρέπεμψε στους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς 44/2001 και 805/
  1. Μπορούν όμως οι εν λόγω κανονισμοί να εφαρμοστούν στην παρούσα περίπτωση; Η αρχή της υπεροχής του Κοινοτικού Δικαίου αλλά και της δεσμευτικότητας των κανονισμών, οι οποίοι ισχύουν άμεσα σε κάθε Κράτος μέλος σύμφωνα με τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαïκής ´Ενωσης, με αναγκάζει να εξετάσω καταρχήν αν η παρούσα υπόθεση εμπίπτει εντός του πεδίου εφαρμογής των Ευρωπαïκών κανονισμών. Ας σημειωθεί βέβαια ότι η Κύπρος κατέστη μέλος της Ευρωπαïκής ´Ενωσης την 1/5/2004 . Σημασία έχει ακόμα η έναρξη ισχύος των εν λόγω κανονισμών, σε συνάρτηση με την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης της οποίας επιδιώκεται η αναγνώριση , εγγραφή και εκτέλεση. Επίσης αν οι κανονισμοί έχουν αναδρομική ισχύ. Το πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού 44/2001 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις οριοθετείται στα ακόλουθα, σύμφωνα με το άρθρο 1:
  2. Ο παρών Κανονισμός εφαρμόζεται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ανεξάρτητα από το είδος του δικαστηρίου. Δεν καλύπτει ιδίως φορολογικές, τελωνειακές ή διοικητικές υποθέσεις.
  3. Εξαιρούνται από την εφαρμογή του: α) Η προσωπική κατάσταση και ικανότητα των φυσικών προσώπων, οι περιουσιακές σχέσεις των συζύγων, οι κληρονομικές σχέσεις. Πανομοιότυπη είναι και η πρόνοια του Κανονισμού 805/2004 που προνοεί για έκδοση Ευρωπαϊκού Διατάγματος για την εκτέλεση αποφάσεων των Δικαστηρίων των Μελών Κρατών όσον αφορά τις αναμφισβήτητες απαιτήσεις. Το άρθρο 2 που αφορά το πεδίο εφαρμογής του αναφέρει: "
  4. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ανεξάρτητα από το είδος του Δικαστηρίου. Δεν καλύπτει φορολογικές, τελωνειακές ή διοικητικές υποθέσεις ή την ευθύνη του κράτους για πράξεις και παραλείψεις κατά την άσκηση της κρατικής του εξουσίας (acta jure imperii)." Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται: "α) στην προσωπική κατάσταση ή νομική ικανότητα φυσικών προσώπων, τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων, τις διαθήκες και την κληρονομική διαδοχή." Επομένως, με βάση την κοινοτική νομοθεσία στην οποία επικεντρώθηκε η κα Μαυρικίου , εξαιρούνται ρητά οι υποθέσεις που αφορούν τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων, γεγονός που μου αποστερεί την αρμοδιότητα να εγγράψω την εν λόγω απόφαση και/ή δήλωση συμβιβασμού ενώπιον του Δικαστηρίου. Θα μπορούσα να σταματήσω εδώ, όμως κρίνω ορθό να προχωρήσω περαιτέρω σε ορισμένα αλλά ζητήματα που αφορούν την εφαρμογή των εν λόγω κανονισμών. Η ισχύς του κανονισμού 44/2001, άρχεται από τη 1/3/
  5. Η δικαστική απόφαση της οποίας επιζητείται η εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση εκδόθηκε στις 31/5/
  6. Το άρθρο 66 των μεταβατικών του διατάξεων προνοεί τα ακόλουθα: "
  7. Οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού εφαρμόζονται μόνο στις αγωγές που ασκούνται, καθώς και στα δημόσια έγγραφα που εκδίδονται μετά την έναρξη της ισχύος του.
  8. Εάν ωστόσο η αγωγή ασκήθηκε στο κράτος μέλος προέλευσης πριν την έναρξη ισχύος του ανά χείρας κανονισμού, οι αποφάσεις που εξεδόθηκαν μετά την εν λόγω ημερομηνία αναγνωρίζονται και εκτελούνται σύμφωνα με το κεφάλαιο ΙΙΙ: α) ............................. β) Σε κάθε άλλη περίπτωση, εάν η διεθνής δικαιοδοσία θεμελιώθηκε σε κανόνες, σύμφωνους είτε με διατάξεις του Κεφαλαίου 11 είτε με τη Σύμβαση των Βρυξελλών ή με σύμβαση που κατά την ημερομηνία άσκησης της αγωγής ίσχυε μεταξύ του κράτους μέλους προέλευσης και του κράτους μέλους αναγνώρισης ή εκτέλεσης." Εφόσον η απόφαση είναι μεταγενέστερη θα μπορούσε να εφαρμοστεί ο κανονισμός αν δεν υπήρχε η ρητή εξαίρεση των περιουσιακών σχέσεων. Αυτό όμως δεν ισχύει για τον Κανονισμό 805/
  9. Η μεταβατική Διάταξη 26 αναφέρει: "Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται μόνο στις αποφάσεις που εκδίδονται, τους δικαστικούς συμβιβασμούς που επικυρώνονται ή καταρτίζονται και στα έγγραφα που συντάσσονται ή καταχωρούνται επίσημα ως δημόσια έγγραφα μετά την έναρξη της ισχύος του." Στο άρθρο 33 του κανονισμού, τίθεται ως έναρξη της ισχύος του η 21/1/
  10. Προσθέτει ότι εφαρμόζεται από την 21/10/2005 εξαιρέσει των άρθρων 24, 31 και 32 που εφαρμόζεται από την 21/1/
  11. Αφού ο κανονισμός δεν έχει αναδρομική ισχύ επομένως δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε απόφαση που εκδόθηκε πριν την έναρξη της ισχύος του. Επομένως δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι Ευρωπαϊκοί κανονισμοί στην παρούσα περίπτωση, γιατί αφενός μεν εξαιρούν ρητά τις περιουσιακές διαφορές μεταξύ συζύγων και αφετέρου, όσον αφορά τον κανονισμό 805/2004, τέθηκε σε ισχύ από 21/1/2005 δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο της εκδοθείσας απόφασης και ή συμβιβασμού. Ακόμα όμως και στην περίπτωση που εφαρμόζονταν οι εν λόγω κανονισμοί και πάλι η αίτηση θα ήταν ελλειπής αφού απαιτείται βεβαίωση με την οποία βεβαιώνεται ότι πρόκειται περί μη αμφισβητούμενης αξίωσης. Η απλή πιστοποίηση της απόφασης και ή δήλωσης συμβιβασμού δεν νομίζω να ικανοποιεί την απαίτηση αυτή. Στον Κανονισμό 805/04 γίνεται πρόνοια εφαρμογής του και στους δικαστικούς συμβιβασμούς. Στο δε άρθρο 3
(1)του Κανονισμού η αναμφισβήτητη απαίτηση περιλαμβάνει και το "Court Settlement". Σύμφωνα δε με το άρθρο 24: "Ο συμβιβασμός όσον αφορά αξίωση, κατά την έννοια του άρθρου 4, παρ. 2, ο οποίος επικυρώθηκε από δικαστήριο κατά τη διάρκεια διαδικασίας και είναι εκτελεστός στο κράτος μέλος στο οποίο επικυρώθηκε ή καταρτίστηκε, πιστοποιείται ως ευρωπαϊκός εκτελεστός τίτλος κατόπιν αιτήσεως στο δικαστήριο που τον επικύρωσε ή ενώπιον του οποίου καταρτίστηκε, με τη χρησιμοποίηση του εντύπου υποδείγματος του παραρτήματος ΙΙ." Για να επιδιωχθεί αναγνώριση και εκτέλεση απόφασης, δικαστικού συμβιβασμού θα πρέπει επομένως να πρόκειται για μη αμφισβητούμενη αξίωση. Σύμφωνα επίσης με το άρθρο 58 του Κανονισμού 44/2001: "Συμβιβασμοί καταρτίζονται ενώπιον δικαστηρίων κατά τη διάρκεια δίκης και είναι εκτελεστοί στο κράτος μέλος προελεύσεως, είναι εκτελεστοί και στο κράτος μέλος εκτελέσεων με τους ίδιους όρους, όπως και τα δημόσια έγγραφα. Το δικαστήριο ή η αρμόδια αρχή κράτους μέλους ενώπιον των οποίων καταρτίζεται δικαστικός συμβιβασμός εκδίδουν κατόπιν αιτήσεως κάθε ενδιαφερόμενου διαδίκου βεβαίωση σύμφωνα με το έντυπο υπόδειγμα που παρατίθεται στο Παράρτημα V του Κανονισμού." Τέτοια βεβαίωση δυνάμει των παραπάνω κανονισμών δεν έχει εκδοθεί. Θα θεωρούσα όμως το παραπάνω ως απλή παράλειψη η οποία θα ήταν θεραπεύσιμη αφού ο ίδιος ο Κανονισμός δίνει την ευχέρεια στο Δικαστήριο να ζητήσει όπως η βεβαίωση προσαχθεί σε μεταγενέστερο στάδιο,( βλ. άρθρα 53, 54 και 55 του κανονισμού 44/2001), στην περίπτωση βέβαια που μου επέτρεπαν οι παρόντες κανονισμοί να αναγνωρίσω εγγράψω και κηρύξω εκτελεστή την απόφαση και/ή εξώδικο συμβιβασμό. Όμως η αίτηση στηρίχθηκε πέραν από τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς και στην εθνική νομοθεσία. Προχωρώ λοιπόν να εξετάσω αν μπορεί ν΄ αναγνωριστεί, εγγραφεί και εκτελεστεί η απόφαση και /ή εξώδικος συμβιβασμός με βάση τον περί Αλλοδαπών Αποφάσεων Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως Νόμο) του 2000 , Νόμο 121
(1)/2000. Το άρθρο 3
(1)του Νόμου ερμηνεύει την απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου ως ακολούθως: "Σημαίνει απόφαση δικαστηρίου ή διαιτητικού σώματος ή οργάνου ξένης χώρας με την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία έχει συνομολογήσει ή συνδέεται με συνθήκη για αμοιβαία αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών και διαιτητικών αποφάσεων και είναι εκτελεστή στη χώρα που εκδίδεται." Πέραν της απουσίας στην έννοια της απόφασης της περίπτωσης συμβιβασμού και στη συγκεκριμένη περίπτωση αποκαλούμενου ως «εξώδικου συμβιβασμού», για να εφαρμοστεί ο Ν. 121
(1)/2000 θα πρέπει η Κυπριακή Δημοκρατία να έχει συνομολογήσει συνθήκη για αμοιβαία αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών και διαιτητικών αποφάσεων με τη χώρα στην οποία εκδίδεται η απόφαση. Δε φαίνεται όμως η Κυπριακή Δημοκρατία να έχει συνομολογήσει ή να συνδέεται με οποιαδήποτε συμφωνία ή συνθήκη με την Αυστρία, αναγκαία προϋπόθεση για τη στήριξη των αιτημάτων της υπό εκδίκαση αίτησης. Ούτε και η Αιτήτρια έθεσε το αίτημα της επί τέτοιας βάσης. Και να υπήρχε σύμβαση, θα έπρεπε να τηρείται επιπλέον η αναγκαία προϋπόθεση της αμοιβαιότητας. (Βλ. Εφ. 12/2005 Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και Χρίστου Καραπατάκη, ημερομηνίας 25/4/2007.) Συνακόλουθα δεν μπορώ παρά να απορρίψω την αίτηση. Ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, αλλά και για το λόγο ότι η αίτηση απορρίπτεται για διαφορετικούς λόγους από τους λόγους ενστάσεως, δεν εκδίδω οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ................ Κ. Χ" Αθανασίου-Σιαμτάνη, Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.