← Κύπρος

Σπύρου Α. Χατζηκωνσταντή ν. Μαρίας Α. Κέτσιου, Αρ. Αίτησης: 22/2003, 5 Ιουλίου 2007

Σπύρου Α. Χατζηκωνσταντή ν. Μαρίας Α. Κέτσιου, Αρ. Αίτησης: 22/2003, 5 Ιουλίου 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLAR:2007:4 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Κούσιου-Χρυσανδρέα, Δ. Αρ. Αίτησης: 22/2003 Μεταξύ: Σπύρου Α. Χατζηκωνσταντή, από το Παραλίμνι Αιτητή ΚΑΙ Μαρίας Α. Κέτσιου, από τη Δερύνεια Καθ΄ης η Αίτηση Ημερομηνία: 5 Ιουλίου 2007 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κ. Φ. Βαλιαντής Για Καθ΄ης η αίτηση: κ. Φ. Χαραλάμπους Καθ΄ης η αίτηση: παρούσα Αίτηση παρακοής ημερομηνίας 29.8.2005 ΑΠΟΦΑΣΗ Το Οικογενειακό Δικαστήριο Αμμοχώστου, ακυρώνοντας προηγούμενο διάταγμα του ίδιου δικαστηρίου ημερομηνίας 16.2.01, που εκδόθηκε στην αίτηση γονικής μέριμνας 1/01, εξέδωσε εκ συμφώνου διάταγμα με το οποίο, μεταξύ άλλων, ρυθμίζεται το δικαίωμα επικοινωνίας του Αιτητή με το ανήλικο τέκνο του Ελένη. Το τι ενδιαφέρει εδώ είναι η ρύθμιση του δικαιώματος αυτού για τα Σαββατοκύριακα και τις θερινές διακοπές η οποία έχει ως ακολούθως: "

  1. Κάθε πρώτο και τρίτο Σαββατοκύριακο κάθε μήνα από η ώρα 11 π.μ. του Σαββάτου μέχρι η ώρα 7 μ.μ. της Κυριακής με δικαίωμα διανυκτέρευσης. .............................
  2. Κατά τις θερινές διακοπές οι διάδικοι θα έχουν το παιδί μαζί τους από 15 συνεχείς μέρες ο καθένας μεταξύ των ημερομηνιών 1ης Ιουλίου μέχρι και της 31ης Αυγούστου κάθε έτους μετά από συνεννόηση μεταξύ τους ανάλογα με τις καλοκαιρινές άδειες από την εργασία τους." Το πιο πάνω διάταγμα, απευθυνόμενο και προς τους δύο διαδίκους, δόθηκε στην παρουσία τους την 1.3.2005, συντάχθηκε στις 4.3.2005 και οπισθογραφήθηκε από τον Πρωτοκολλητή με την προειδοποίηση που προβλέπεται από τη Δ.42Α, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για τις συνέπειες ανυπακοής του διατάγματος. Με την παρούσα αίτηση ο Αιτητής επιζητεί την τιμωρία της Καθ΄ης η αίτηση για ισχυριζόμενη ανυπακοή στο πιο πάνω διάταγμα. Η αίτηση βασίζεται, "επί του ΄Αρθρου 111 του Συντάγματος όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 95/89, στο Νόμο 23/90 άρθρα 2, 3, 11, 12, 14, 15, 16 και 18, στο Νόμο 216/90 άρθρα 2, 5, 6, 7, 9, 14 και 17

(1)
(2)και
(3), στο άρθρο 32 του Ν. 14/60, στο άρθρο 9 του Κεφ. 6 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στον Περί Οικογενειακού Δικαστηρίου Διαδικαστικόν Κανονισμόν του 1990, Καν. 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 11 και 12, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμούς Δ.48 Κεφ. 1, 2, 3 και 8, επί του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου άρθρο 42 επί των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.42Α, Δ.48 Θ.2 και επί των γεινικών εξουσιών του Δικαστηρίου". Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η Αίτηση παρατίθενται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή ημερομηνίας 29.8.2005 όπου αναφέρονται τα εξής: "
  1. Είμαι ο αιτητής στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση.
  2. Την 1/3/05 το Οικογενειακό Δικαστήριο Αμμοχώστου εξέδωσε Διάταγμα δια του οποίου ερυθμίζετο η επικοινωνία μετά του ανήλικου τέκνου μου Ελένης Χατζηκωνσταντή. (Αντίγραφον του Εκδοθέντος Διατάγματος ημερ. 1/3/05 επισυνάπτεται ως Παράρτημα "Α").
  3. Η καθ΄ης η αίτηση ήτο παρούσα στο Δικαστήριο κατά την 1/3/05 και έλαβε προσωπικά γνώση του εκδοθέντος Διατάγματος το οποίο εν πάση περιπτώσει της επεδόθη και προσωπικά την 1/3/
  4. Η Καθ΄ης η αίτηση ενώ η ίδια κατόπιν συγκατάθεσης μου μετέβη με το ανήλικο τέκνο μου στο εξωτερικό, όταν έλαβα την θερινή άδεια μου από 6/8/05 - 20/8/05 και εζήτησα να έχω το παιδί μαζί μου για 15 συνεχείς ημέρες μου το αρνήθηκε.
  5. Συγκεκριμμένα είχα προβεί να μεταβώ μετά της ανήλικου θυγατέρας μου από 6/8/05 - 13/8/05 στο χωριόν Κακοπετριά όπου ενοίκιασα οικία και η θυγατέρα μου ήτο πολύ ενθουσιασμένη παραμονές της άδειας μου η καθ΄ης η αίτηση αρνήθηκε να μου το επιτρέψει. Το ίδιο συνέβη και από 13/8/05 - 20/8/05 όταν κάνοντας χρήση της άδειας μου εζήτησα το τέκνο μου να παραμείνει μαζί μου πάλιν η καθ΄ης η αίτηση αρνήθηκε.
  6. Επίσης αναφέρω ότι ενώ το ως άνω εκδοθέν Διάταγμα του Δικαστηρίου προέβλεπε ότι θα είχα μαζί μου το ανήλικο τέκνο μου κάθε πρώτο και τρίτο Σαββατοκύριακο κάθε μήνα από η ώρα 11 π.μ. του Σαββάτου μέχρι η ώρα 7 μ.μ. της Κυριακής με δικαίωμα διανυκτέρευσης, η καθ΄ης η αίτηση δεν μου επιτρέπει την διανυκτέρευση.
  7. Η καθ΄ης η αίτηση αδικαιολόγητα και εσκεμμένα ενεργεί κατά παράβαση του εκδοθέντος διατάγματος του Δικαστηρίου, δημιουργώντας μου πολλά προβλήματα στην επικοινωνία μου με την ανήλικη θυγατέρα μου.
  8. Παρακαλώ όπως το Σεβαστό Δικαστήριο τιμωρήσει την καθ΄ης η αίτηση διότι παρήκουσε Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 1/3/05." Η Καθ΄ης η αίτηση αντέδρασε καταχωρώντας ένσταση στις 21.9.
  9. Οι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι: "
  10. Τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση του Αιτητή είναι αναληθή.
  11. Η νομική βάση της αίτησης του Αιτητή είναι λανθασμένη.
  12. Η αίτηση του Αιτητή είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
  13. Δεν συντρέχουν λόγοι της ισχυριζόμενης παρακοής και/ή μη συμμόρφωσης στο διάταγμα του δικαστηρίου ημερομηνίας 1.3.2005 και/ή σε οιονδήποτε άλλο διάταγμα δικαστηρίου, από μέρους της Καθ΄ης η αίτηση." Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, η Καθ΄ης η αίτηση, αναφέρει τα εξής: "
  14. Είμαι η καθ΄ης η αίτηση, στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση.
  15. Παραδέχομαι ως αληθή τα όσα αναφέρονται από τον Αιτητή, στην ένορκο δήλωση, που συνοδεύει την αίτηση του, υπό παραγράφους 1, 2 &
  16. Αναφορικά με τις παραγράφους 4 & 5 της ενόρκου δηλώσεως του Αιτητή, παραδέχομαι ότι με την συγκατάθεση του Αιτητή, μετέβηκα στο εξωτερικό με το ανήλικο τέκνο μας μετά από πολλά παρακάλια μέχρι να μου υπογράψει, αλλά αρνούμαι και απορρίπτω τους ισχυρισμούς του, ότι αρνήθηκα ποτέ να του επιτρέψω να κρατήσει το τέκνο μας ως οι ισχυρισμοί του, οι οποίοι είναι τελείως ψευδείς και ανυπόστατοι και η παρούσα αίτηση γίνεται απλά και μόνον για λόγους εκδικητικούς προς το άτομο μου. 3.1 Συγκεκριμένα για τους ισχυρισμούς του Αιτητή, αναφέρω ότι οι φετινές καλοκαιρινές διακοπές, στις οποίες για πρώτη φορά θα εφαρμοζόταν το δικαίωμα του, για συνεχή φύλαξη του τέκνου μας για 15 μέρες, παρέλαβε το παιδί μας στις 07/08/2005 με σκοπό να το έχει μαζί του, χωρίς καμία ένσταση ή οποιοδήποτε πρόβλημα από μέρους μου. Ας σημειωθεί ότι μέχρι και σήμερα το τέκνο μας, το οποίο είναι ηλικίας τώρα 6 ετών, δεν θέλησε να διανυκτερεύσει έστω και ένα βράδυ με τον Αιτητή, παρά τις υπεράνθρωπες προσπάθειες που καταβάλλω προσωπικά, αλλά και παρά τις προσπάθειες του ιδίου του Αιτητή, να πείσουμε το ανήλικο τέκνο μας να μείνει με τον πατέρα της. ΄Ετσι και στις 07/08/2005 ο Αιτητής από μόνος του και χωρίς να του το ζητήσω, αναγκάστηκε να επιστρέψει το τέκνο μας στο σπίτι μου, αφού δεν μπορούσε να την πείσει να μείνει μαζί του. 3.2 Παρόλα ταύτα ο Αιτητής για μια βδομάδα, από τις 07/08/05 μέχρι και τις 14/08/05 παρελάμβανε το τέκνο μας και το είχε σχεδόν όλη την ημέρα μαζί του και το βράδυ αναγκαζόταν ο ίδιος να επιστρέψει το τέκνο στο σπίτι μου, πολλές φορές, μετά τα μεσάνυκτα, αφού σε καμιά περίπτωση η ανήλικη δεν ήθελε να διανυκτερεύσει μαζί του. (Λεπτομέρειες θα αναφερθούν κατά την δικάσιμο). 3.3 Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι στις 15/08/05 - 21/08/05 βρισκόταν σε άδεια, ισχυρίζομαι ότι είναι αναληθής και θέτω αυτόν εις αυστηράν απόδειξη τούτου. Ο Αιτητής την περίοδο αυτή εργαζόταν κανονικά, και/ή εν πάση περιπτώσει δεν μου ζήτησε να μείνει το παιδί μαζί του. Επικοινωνούσε όμως με την ανήλικη και την παραλάμβανε τις προβλεπόμενες απο το διάταγμα ημέρες και την επέστρεφε ως συνήθως πολύ αργά.
  17. Αρνούμαι και απορρίπτω ως ανυπόστατους και αναληθείς τους ισχυρισμούς του Αιτητή ως αυτοί εκτίθενται στην παράγραφο 5 της Ε/Δηλώσεως του. Αν κάποιος παραβιάζει το υφιστάμενο διάταγμα επικοινωνίας είναι ο ίδιος ο Αιτητής που ποτέ δεν τήρησε το προβλεπόμενο ωράριο επικοινωνίας, αφού ποτέ δεν παρέλαβε ή επέστρεψε την ανήλικη στην προβλεπόμενη ώρα όπως προνοείται στο διάταγμα. Εν σχέση δε με τον ισχυρισμό του ότι δεν του επιτρέπω να κρατήσει την ανήλικη για διανυκτέρευση, είναι ψευδής και ανυπόστατος. Ουδέποτε αρνήθηκα στον Αιτητή να κρατήσει την ανήλικη θυγατέρα μας για διανυκτέρευση, πλην όμως καθ΄ ότι η ανήλικη δεν είναι άψυχο "αντικείμενο" η ίδια δεν επιθυμεί και δεν θέλει να διανυκτερεύει στο σπίτι του Αιτητή παρά το γεγονός ότι καταβάλλω υπεράνθρωπες προσπάθειες κάθε φορά για να την πείσω. Χαρακτηριστική δε είναι η περίπτωση, που ο Αιτητής ένα βράδυ, γυρνούσε με την ανήλικη στο αυτοκίνητο του με την ελπίδα να κοιμηθεί, με στόχο να την μεταφέρει στο σπίτι του, αλλά στο τέλος αναγκάστηκε να με πάρει τηλέφωνο στις 01:00 π.μ. για να μου πει ότι η ανήλικη δεν κοιμάται και ότι πρέπει να την φέρει πίσω.
  18. Αρνούμαι και απορρίπτω τα όσα αναφέρει ο Αιτητής στις παραγράφους 6 & 7 στην ένορκο δήλωση του και επαναλαμβάνω ότι, σε καμιά περίπτωση δεν αρνήθηκα στον Αιτητή, να έχει την προβλεπόμενη επικοινωνία με το τέκνο μας. Δηλώνω δε ότι, θα ήμουν πανευτυχής εάν με την εν γένει συμπεριφορά του ο Αιτητής επιτύγχανε να έχει μια καλύτερη σχέση με το τέκνο μας ώστε, και το ίδιο σιγά - σιγά να συνηθίσει στην ιδέα ότι πρέπει να διανυκτερεύει και μαζί του, παρά να επιρρίπτει ευθύνες σε μένα και στους οικείους μου. Σέβομαι το σεβαστό δικαστήριο και τις διαταγές του και πράττω κάθε τι το οποίο είναι μέσα στα πλαίσια των δυνατοτήτων μου για να εφαρμόζω το υφιστάμενο διάταγμα επικοινωνίας. Για όλους τους ανωτέρω λόγους αιτούμαι απόρριψη της αίτησης με έξοδα εις βάρος του Αιτητή ως αβάσιμης και εκδικητικής." Κατά την ακρόαση της αίτησης ένορκη προφορική μαρτυρία έδωσαν μόνο οι διάδικοι. Ο Αιτητής στην κυρίως εξέτασή του είπε ότι είχε συνεννοηθεί με την Καθ΄ης η αίτηση, να ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας του με την κόρη του Ελένη, κατά τις θερινές διακοπές του έτους 2005, την περίοδο από τις 6 μέχρι τις 20 Αυγούστου και γι αυτό το σκοπό πήρε άδεια από την εργασία του. Είχε προγραμματίσει τη βδομάδα από 6.8.05 μέχρι 13.8.05 να την περάσει στην Κακοπετριά μαζί με την κόρη του, τον ξάδελφό του και την κόρη του ξαδέλφου του Γεωργία, που είναι στην ίδια ηλικία με την Ελένη, και είναι αδελφικές φίλες. Για το σκοπό αυτό νοίκιασε μια κατοικία (Τεκμήριο 1), πληρώνοντας το ποσό των ΛΚ.85,61 (Τεκμήριο 2). Ανέφερε πως η Ελένη όταν της το ανακοίνωσε ήταν ενθουσιασμένη. Συνέχισε δε να είναι ενθουσιασμένη και όταν την άφησε στο σπίτι που διαμένει μαζί με την Καθ΄ης η αίτηση, τη θεία, τη γιαγιά και τον παππού από μητέρα. Την επόμενη μέρα όμως το πρωί που πήγε να την πάρει, η Ελένη του ανακοίνωσε ότι δεν ήθελε να πάει στην Κακοπετριά. Μετά από αυτό ακύρωσε την άδεια του. Το διάστημα από 13/8 - 20/8 ζήτησε από το παιδί να μείνει μαζί του αλλά αυτό δεν ήθελε. Ούτε τα Σαββατοκύριακα που το διάταγμα προνοεί διανυκτέρευση έμεινε ποτέ το παιδί μαζί του. Σε ερώτηση για το τι γίνεται με το παιδί όταν το παίρνει για να διανυκτερεύσει μαζί του, απάντησε, ότι η Ελένη "θέλει να πάει σπίτι της". Το πρόβλημα κατά τον Αιτητή εστιάζεται στο γεγονός ότι η Καθ΄ης η αίτηση, οι γονείς της και η αδελφή της, με τους οποίους διαμένει το παιδί, του κάνουν πλύση εγκεφάλου με αποτέλεσμα αυτό να μην μπορεί να μείνει μαζί του. Είπε πως με την Ελένη έχει πολύ καλή επαφή και αισθάνεται ότι τον αγαπά πάρα πολύ. Ομως η Ελένη, κατά την έκφρασή του, "δεν έχει αντιληφθεί τι είναι πατέρας". Γι αυτήν προτεραιότητα έχουν η μητέρα, η γιαγιά και η θεία από μητέρα. Προς επιβεβαίωση τούτου ο Αιτητής αναφέρθηκε σε ένα συμβάν που έγινε σε μια υπεραγορά. Ήταν, είπε, με την κόρη του οπότε τυχαία συναντήθηκαν με την πρώην πεθερά του. Η Ελένη τότε τον άφησε και πήγε στη γιαγιά της. Ήταν η θέση του ότι η Καθ΄ης η αίτηση δεν καταβάλλει προσπάθειες για να πείσει το παιδί να διανυκτερεύσει μαζί του. Τέλος ανέφερε ότι η Καθ΄ης η αίτηση ήταν παρούσα στο Δικαστήριο κατά την ημέρα έκδοσης του διατάγματος την 1.3.2005, έλαβε γνώση γι αυτό και ουδέποτε αμφισβήτησε την ύπαρξή του. Αντεξεταζόμενος ο Αιτητής επανέλαβε τα περί συνεννόησης με την Καθ΄ης η αίτηση για άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας του με την ανήλικη κόρη του Ελένη την περίοδο των θερινών διακοπών του 2005 για δύο βδομάδες τον Αύγουστο, την μια εκ των οποίων θα πήγαιναν στην Κακοπετριά. Διευκρίνισε πως η συνεννόηση αυτή με την Καθ΄ης η αίτηση έγινε τηλεφωνικώς. Σε ερώτηση κατά πόσο η Καθ΄ης η αίτηση αντέδρασε μ΄ οποιοδήποτε τρόπο στην απόφαση να πάνε διακοπές με το παιδί στην Κακοπετριά, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά. Επανέλαβε όμως τη θέση του πως ενώ η Ελένη είχε πειστεί να πάει μαζί του στην Κακοπετριά, μετά από καθοδήγηση της Καθ΄ης η αίτηση ή του οικογενειακού της περιβάλλοντος, άλλαξε γνώμη. Αυτός ήταν κατά τον ίδιο ο λόγος που τελικά δεν πήγαν στην Κακοπετριά. Τα περί καθοδήγησης του παιδιού από την Καθ΄ης η αίτηση επανέλαβε και σε πολλά άλλα σημεία της αντεξέτασής του. Ότι το μωρό καθοδηγείται από την Καθ΄ης η αίτηση το διαπιστώνει, κατά τη δική του κρίση και αντίληψη, από την έκφραση και γενικά τη συμπεριφορά του παιδιού. Η Καθ΄ης η αίτηση μπροστά του δε δείχνει ότι κάνει κάτι τέτοιο και ποτέ του δεν την άκουσε να καθοδηγεί την Ελένη. Η καθοδήγηση που γίνεται είναι έμμεση. Δε ρώτησε το μωρό ο,τιδήποτε σχετικό μ΄ αυτό το θέμα, γιατί δεν το θεωρεί σωστό. Όταν του πει το μωρό δε θέλω να μείνω μαζί σου, αυτός το σέβεται και δε θέλει να το πιέσει και να του δημιουργήσει πρόβλημα. Ούτε το ίδιο το μωρό από μόνο του του ανέφερε ποτέ ο,τιδήποτε γι αυτό το θέμα, όμως με τη συμπεριφορά της του δείχνει πως καθοδηγείται. Αναφέρθηκε συγκεκριμένα σε περιστατικό που έγινε στην υπεραγορά Ορφανίδη κατά το οποίο το μωρό, ενώ ήταν μαζί του, τον άφησε για να πάει στη γιαγιά του από μητέρα που έτυχε να ήταν εκεί. Σε σχέση με τα γεγονότα που αφορούσαν τη μετάβαση του ιδίου και του παιδιού στην Κακοπετριά είπε αρχικά πως δε θυμόταν αν το παιδί επικοινώνησε μαζί του το βράδυ της 5ης Αυγούστου για να του πει κατά πόσο θα πάει ή δε θα πάει στην Κακοπετριά. Ανέφερε ότι είχε ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας του με την Ελένη στις 3 Αυγούστου και ήταν αυτή τη μέρα που συνεννοήθηκαν για την Κακοπετριά. Από τις 3 μέχρι τις 6 Αυγούστου είπε ότι δεν είχε άλλη επικοινωνία με το παιδί. Στη συνέχεια όμως της αντεξέτασής του θυμήθηκε πως στις 5 Αυγούστου που είναι τα γενέθλιά του, είχε το παιδί μαζί του παρόλο που δεν είχε δικαίωμα επικοινωνίας μ΄ αυτό. Ήταν αυτήν τη μέρα που η Ελένη, ενώπιον του ξαδέλφου του Γιώργου Χ"Κωνσταντή και της κόρης του, συμφώνησε με τον ίδιο ότι την επομένη θα πήγαιναν μαζί στην Κακοπετριά. Σ΄ αυτό το σημείο της αντεξέτασής του είπε πως δέχθηκε τηλεφώνημα από την Ελένη το βράδυ της 5ης Αυγούστου. Αμέσως μετά όμως είπε πως δε θυμόταν αν ήταν τη νύκτα ή το πρωί που ήταν αρνητικό το μωρό. Κατά την περίοδο από 6 μέχρι 20 Αυγούστου που έπρεπε να έχει συνεχή επικοινωνία με το παιδί του είπε πως είχε επικοινωνία μόνο κάποιες μέρες. Στο διάστημα αυτό η επικοινωνία του με το παιδί δήλωσε πως "δεν ήταν καθημερινή, δεν ήταν ικανοποιητική, δεν ήταν η αναμενόμενη". Καθόρισε την επικοινωνία αυτή ως λιγότερη του 15% ενώ σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του είπε ότι το μωρό το είχε πάρει λιγότερο του 50% επικαλούμενος μάλιστα και το γεγονός ότι ακύρωσε την άδεια του και πήγε δουλειά. Αρνήθηκε υποβολή πως η Καθ΄ης η αίτηση κατά την περίοδο μεταξύ 6 και 20 Αυγούστου του 2005 ουδόλως παρεμπόδισε τον ίδιο ή το παιδί στο να έχουν μεταξύ τους την επικοινωνία που έπρεπε να έχουν. Αρνήθηκε επίσης υποβολή πως κατά την πιο πάνω περίοδο μπορούσε να έχει το παιδί συνεχώς μαζί του αλλά δεν το κατόρθωσε, αφού δεν μπορούσε να το πείσει να διανυκτερεύσει μαζί του. Ακόμα αρνήθηκε υποβολή πως παρόλα ταύτα κατά την περίοδο αυτή είχε καθημερινή επικοινωνία με το παιδί. Αναφορικά με τα Σαββατοκύριακα που δικαιούται επικοινωνία με την ανήλικη με διανυκτέρευση είπε πως ποτέ δε διανυκτέρευσε μαζί του παρόλο που ο ίδιος πασχίζει γι αυτό από το
  19. Όταν έχει την ανήλικη μαζί του για διανυκτέρευση το τι συμβαίνει είναι κάποια ώρα αυτή να θέλει να πάει στο σπίτι της κι αυτός την παίρνει. Αρνήθηκε υποβολή πως όταν παίρνει το παιδί για διανυκτέρευση αυτό έχει μαζί του τη τσάντα του με όλα όσα του χρειάζονται. Θέλοντας να περιγράψει τη συμπεριφορά της Καθ΄ης η αίτηση όταν αυτή πήγε στο σπίτι του, σε μια προσπάθεια που έγινε μετά την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης για να πεισθεί το μωρό να διανυκτερεύσει μαζί του, την χαρακτήρισε "ψυχρό εκτελεστή". Αρνήθηκε υποβολή πως η Καθ΄ης η αίτηση θάταν η πιο ευτυχισμένη γυναίκα αν μπορούσε το παιδί να διανυκτερεύσει μαζί του καθώς και υποβολή πως η Καθ΄ης η αίτηση κάνει τεράστια προσπάθεια για να έχει αυτός την επικοινωνία που έχει με το παιδί τους. Επανεξεταζόμενος σε σχέση με την προσπάθεια που έγινε για να πεισθεί το μωρό να διανυκτερεύσει μαζί του είπε ότι η Καθ΄ης η αίτηση πήγε στο σπίτι του για λίγη ώρα και "έκατσε σιωπηρά, ψυχρός εκτελεστής". Ανέφερε πως εκείνη τη μέρα το μωρό έμεινε μαζί του για 2-3 ώρες. Αμέσως μετά κάνοντας αναφορά σε συγκεκριμένες ώρες είπε πως το μωρό έμεινε μαζί του από τις 10 π.μ. - 6 μ.μ.. Το μωρό τελικά δεν διανυκτέρευσε στο σπίτι του. Δεν θυμόταν να πει κατά πόσο αυτό έφυγε μαζί με την Καθ΄ης η αίτηση ή το πήρε ο ίδιος στο σπίτι που μένει. Τέλος παραδέχθηκε ότι είχε ειδοποιηθεί τηλεφωνικώς από την Καθ΄ης η αίτηση για το ότι το μωρό δεν θα πήγαινε στην Κακοπετριά, του έδωσε όμως και το μωρό για να μιλήσουν και αυτό του είπε "παπά δεν θέλω να πάω μαζί σου Κακοπετριά". Η Καθ΄ης η αίτηση στην κυρίως εξέτασή της ανάφερε ότι ο Αιτητής είναι πρώην σύζυγός της. Κατά το χρόνο της διάστασης η κόρης τους Ελένη ήταν 10 μηνών και σήμερα είναι 7 χρονών. Για την περίοδο των θερινών διακοπών του 2005 είχαν συμφωνήσει με τον Αιτητή ότι αυτός θα ασκούσε το δικαίωμα επικοινωνίας του με την Ελένη από τις 6 μέχρι τις 20 Αυγούστου. Της είχε αναφερθεί από τον Αιτητή ότι την πρώτη βδομάδα, 6-13 Αυγούστου, θα πήγαιναν με την Ελένη στην Κακοπετριά κι αυτή συμφώνησε. Η Ελένη είχε ενημερωθεί και από την ίδια και από τον Αιτητή. Δεν της φάνηκε ενθουσιασμένη με το γεγονός αυτό. Η ίδια μιλώντας γι αυτό το θέμα με την Ελένη της είπε ότι όπως είχε πάει μαζί της διακοπές θα έπρεπε να πάει και με τον πατέρα της. Ουδέποτε επηρέασε το παιδί αρνητικά σε σχέση μ΄ αυτό το θέμα. Στις 5 Αυγούστου ημέρα Παρασκευή, παρόλο που ο Αιτητής δεν είχε δικαίωμα επικοινωνίας με την Ελένη επειδή ήταν τα γενέθλια του, ζήτησε και την πήρε. Η Ελένη όταν γύρισε στο σπίτι στις 10 περίπου το βράδυ της ανέφερε ότι την επαύριο δεν ήθελε να πάει στην Κακοπετριά με τον πατέρα της. Προσπάθησε να την μεταπείσει λέγοντας της ότι υποσχέθηκε στον πατέρα της πως θα πάει και πρέπει να τηρήσει την υπόσχεση της, όμως η Ελένη ήταν πολύ αρνητική. Τότε, πήρε τηλέφωνο τον Αιτητή, τον ενημέρωσε σχετικά και του έδωσε και την Ελένη για να μιλήσουν. Μετά τη συνομιλία που είχαν με το μωρό, η ίδια ξαναμίλησε με τον Αιτητή ο οποίος της είπε πως την επομένη το πρωί θα περάσει από το σπίτι να πάρει το μωρό να πάνε στην Κακοπετριά. Ανέφερε πως η Ελένη εξακολουθούσε να είναι αρνητική και μετά την τηλεφωνική συνομιλία που είχε με τον πατέρα της. Τότε της είπε να κοιμηθεί και θα συζητούσαν ξανά το θέμα το πρωί. Όταν ξύπνησε την επομένη η Ελένη ήταν αρνητική και επέμενε ότι δεν ήθελε να πάει στην Κακοπετριά. Στις 11 π.μ. που ήρθε ο Αιτητής να την πάρει, η Ελένη βγήκε έξω και του είπε πως δεν ήθελε να πάει. Αμέσως μετά ο Αιτητής έφυγε. Δεν είχαν συζητήσει οι δύο τους. Ο Αιτητής δεν είχε κατέβει από το αυτοκίνητο του. Δεν προσπάθησε να πείσει το μωρό να πάει μαζί του. Ούτε στην ίδια είπε τίποτε. Ανέφερε πως είχε έτοιμη τη βαλίτσα του μωρού με τα ρούχα που θα χρειαζόταν, την είχαν ετοιμάσει μαζί από την προηγούμενη μέρα. Την περίοδο αυτή, 6-20 Αυγούστου, είπε πως η επικοινωνία του Αιτητή με το παιδί ήταν σχεδόν καθημερινή. Ειδικά την πρώτη βδομάδα που ο αιτητής ήταν με άδεια, γιατί τη δεύτερη βδομάδα την είχε ακυρώσει, έγινε προσπάθεια και από τους δύο τους για να πεισθεί το παιδί να διανυκτερεύσει με τον πατέρα του αλλά αυτό δεν έγινε κατορθωτό. Το μωρό αρνιόταν να διανυκτερεύσει με τον Αιτητή και αυτός αναγκαζόταν να την φέρνει πίσω για να κοιμηθεί στο σπίτι της. Πέρα από τις προσπάθειες που έκανε η ίδια για να πείσει το παιδί να διανυκτερεύσει με τον Αιτητή είχε συνεργαστεί γι αυτό το θέμα και με τη λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας που παρακολουθούσε την περίπτωση τους και έβλεπε συχνά την Ελένη. Επίσης ζήτησε και τη βοήθεια παιδοψυχολόγου. Ανέφερε πως το παιδί μέχρι και σήμερα αρνείται να διανυκτερεύσει με τον πατέρα της. Η ίδια δεν αρνήθηκε ποτέ να δώσει το παιδί στον Αιτητή ακόμα και τις μέρες που δεν έχει δικαίωμα επικοινωνίας μαζί του. Πάντοτε ενθαρρύνει την Ελένη να πάει με τον πατέρα της. Αντεξεταζόμενη η Καθ΄ης η αίτηση επέμενε στη θέση της ότι η Ελένη δεν της έδειξε να ήταν ενθουσιασμένη με το θέμα της Κακοπετριάς. Για το ποιοι θα πήγαιναν μαζί με τον Αιτητή και την Ελένη στην Κακοπετριά είπε πως ενημερώθηκε από τον ίδιο τον Αιτητή μια βδομάδα πριν το προγραμματισμένο ταξίδι. Όμως το τι της είπε η Ελένη ήταν πως μαζί τους θα πήγαινε η ξαδέλφη της η Γεωργία. Σε υποβολή πως οι πιο πάνω λεπτομέρειες είχαν λεχθεί στις 5/8 και όχι νωρίτερα, επέμενε στη θέση της πως οι λεπτομέρειες αυτές δόθηκαν μια βδομάδα πριν τις 5/
  20. Παραδέχθηκε πως κατά τη διάρκεια της βδομάδας αυτής συζήτησε το θέμα με την Ελένη, αλλά αρνήθηκε υποβολή ότι η Ελένη ήταν αρνητική γιατί η ίδια την επηρέασε, λέγοντας της ότι δεν ήταν ανάγκη να πάει να μείνει στην Κακοπετριά με ξένα πρόσωπα. Αντίθετα υποστήριξε πως συμβούλευσε το μωρό, όπως είχαν πάει μαζί διακοπές να κάνει το ίδιο και με τον πατέρα της. Αρνήθηκε υποβολή πως το βράδυ της 5ης Αυγούστου είχε επηρεάσει αρνητικά το παιδί για το θέμα της μετάβασης της στην Κακοπετριά. Σε υποβολή πως η Ελένη στις 5/8 πριν την επιστροφή της στο σπίτι έδειξε ενθουσιασμένη για το θέμα της Κακοπετριάς, απάντησε πως σ΄ αυτήν έδειξε ακριβώς το αντίθετο. Αρνήθηκε επίσης υποβολή πως εκείνο το βράδυ στις 5/8 δεν είχε τηλεφωνήσει στον Αιτητή. Στις 6/8, όταν ήρθε ο Αιτητής να πάρει την Ελένη, αυτή είχε βγει έξω και του ανέφερε πως δεν ήθελε να πάει. Η βαλίτσα που είχαν ετοιμάσει μαζί με την Ελένη από την προηγούμενη μέρα ήταν μέσα στο σπίτι. Εκείνη τη μέρα είχε ξυπνήσει την Ελένη και προσπάθησε να την πείσει ότι έπρεπε να πάει στην Κακοπετριά αλλά αυτή ήταν αρνητική. Δεν είχε τηλεφωνήσει το πρωί στον Αιτητή γιατί ήλπιζε πως την ώρα που θα ερχόταν θα έκανε κι αυτός προσπάθεια να πείσει το μωρό να πάει μαζί του. Άφησε μόνους τους το παιδί και τον πατέρα του έξω και αυτή ήταν στο σαλόνι του σπιτιού απ΄όπου τους άκουγε. Αντέδρασε στην εισήγηση πως θα έπρεπε η ίδια να πάρει το μωρό και να το βάλει στο αυτοκίνητο με τη βαλίτσα του λέγοντας ότι δεν μπορούσε να βάλει την Ελένη στο αυτοκίνητο με το ζόρι και ότι έπρεπε να κατέβαινε ο Αιτητής και μαζί να προσπαθούσαν να πείσουν το παιδί. Στη συνέχεια όμως εξέφρασε την άποψη πως ακόμα και αν γινόταν αυτό, η Ελένη δεν θα πήγαινε γιατί όπως είπε ήταν πολύ αρνητική. Διερωτήθηκε πώς το παιδί, που μέχρι τότε δεν είχε διανυκτερεύσει ούτε ένα βράδυ με τον πατέρα της, θα διανυκτέρευε 15 μέρες. Συμπλήρωσε δε πως ακόμα και με φίλες της στη γειτονιά ή συμμαθήτριες της που είναι πολύ συνδεδεμένες δεν πάει να διανυκτερεύσει. Παραδέχθηκε πως με την ίδια η Ελένη διανυκτερεύει έξω από το σπίτι αναφέροντας την περίπτωση που είχαν πάει διακοπές στη Γαλλία και κοιμόντουσαν μαζί στο ίδιο δωμάτιο. Δήλωσε πως θα ήταν πάρα πολύ ευχαριστημένη αν η Ελένη διανυκτέρευε με τον πατέρα της, κάτι που θεωρεί πολύ καλό για το μωρό. Είπε πως το μωρό πάντα παίρνει βαλίτσα όταν πηγαίνει στον πατέρα του και αρνήθηκε σχετική υποβολή περί του αντιθέτου. Διευκρίνισε για το ίδιο θέμα ότι πάντα παίρνει ρούχα μαζί της αλλά πυτζάμες και παντόφλες ο ίδιος ο Αιτητής είπε πως θα φρόντιζε να της αγοράσει για να τις έχει στο σπίτι του. Με αναφορά στην προσπάθεια που έγινε για να πεισθεί το παιδί να διανυκτερεύσει με τον Αιτητή πηγαίνοντας η ίδια σπίτι του εξήγησε πως ο Αιτητής τη συγκεκριμένη μέρα είχε το παιδί από το πρωί και είχαν συμφωνήσει να πάει αυτή στο σπίτι του το βράδυ για να προσπαθήσουν να πείσουν το μωρό να κοιμηθεί εκεί. Ο Αιτητής καθόταν στο σαλόνι και η ίδια ήταν μαζί με το μωρό στο υπνοδωμάτιο και περίμενε να ετοιμάσει το δείπνο κάποια κοπέλα που ήταν εκεί. Προσπάθησε να πείσει το παιδί πως εκείνο το βράδυ θα κοιμόταν εκεί με τον πατέρα της αλλά ήταν αρνητική και της έλεγε πως ήθελε να πάει να κοιμηθεί σπίτι τους. Σε υποβολή πως καθοδηγεί αρνητικά το παιδί για το θέμα της διανυκτέρευσης με τον πατέρα του αντέδρασε λέγοντας πως πάντα προσπαθεί να πείσει το μωρό ότι πρέπει κάποια βράδια να μείνει με τον πατέρα της. Συμπλήρωσε πως τις μέρες που ο Αιτητής έχει δικαίωμα διανυκτέρευσης με το παιδί, το έχει μαζί του από το πρωί αλλά δεν καταφέρνει μέχρι το βράδυ να το πείσει να διανυκτερεύσει κι έτσι το παίρνει πίσω σ΄ αυτήν. Παραδέχθηκε πως το παιδί περνά καλά τις ώρες που είναι με τον πατέρα του και ποτέ δεν εξέφρασε κανένα παράπονο. Είναι εκτίμηση της πως το παιδί αρνείται να διανυκτερεύσει με τον πατέρα του λόγω ανασφάλειας που νοιώθει. Αγορεύοντας ο συνήγορος της Καθ΄ης η αίτηση υποστήριξε ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, γιατί δεν έγινε επίδοση του διατάγματος στην Καθ΄ης η αίτηση αλλά και γιατί δεν αποδείχθηκε ηθελημένη ανυπακοή της τελευταίας προς το διάταγμα. Εισηγήθηκε περαιτέρω πως η παρατηρούμενη παρακοή του διατάγματος δεν συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του εφόσον, όπως από τη δοθείσα μαρτυρία προκύπτει, η μη τήρηση του οφείλεται στη στάση που η ίδια η ανήλικη τηρεί ως προς το θέμα της διανυκτέρευσης με τον πατέρα της. Στη δική του αγόρευση ο συνήγορος του Αιτητή εισηγήθηκε πως ο ισχυρισμός της Καθ΄ης η αίτηση για μη επίδοση σ΄ αυτήν του διατάγματος αντικρούεται από τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση παρακοής. Οτι δηλαδή η Καθ΄ης η αίτηση ήταν παρούσα στο Δικαστήριο κατά την ημέρα έκδοσης του διατάγματος την 1.3.2005 και ότι, εν πάση περιπτώσει, το διάταγμα της επιδόθηκε προσωπικά την 1.3.
  21. Παραδέχθηκε την έλλειψη άμεσης μαρτυρίας για το θέμα της ηθελημένης παρακοής της Καθ΄ης η αίτηση προς το διάταγμα του δικαστηρίου η οποία οφείλεται στο γεγονός, όπως είπε, ότι "δεν μπορούσε να είναι παρών ο Αιτητής στις περιπτώσεις που η Καθ΄ης η αίτηση υπόβαλλε ή καθοδηγούσε ή επηρέαζε τη μικρή Ελένη στο να μην πάει με τον πατέρα της". Εισηγήθηκε όμως ότι με βάση τη δοθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί ηθελημένη παρακοή της Καθ΄ης η αίτηση γι αυτό και κάλεσε το δικαστήριο να την κρίνει ένοχη. Έχοντας συνοψίσει τόσο την ενώπιόν μου μαρτυρία όσο και τις αντίστοιχες θέσεις των δύο πλευρών, θα προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης. Το άρθρο 162 του Συντάγματος δίνει δικαιοδοσία στο Ανώτατο Δικαστήριο και σε κάθε άλλο Δικαστήριο της Δημοκρατίας να χρησιμοποιεί τιμωρητικά μέσα του ποινικού δικαίου για τον πειθαναγκασμό οποιουδήποτε προσώπου σε συμμόρφωση προς απόφαση ή διαταγή τους. Το άρθρο 16
(1)του Ν. 23/90 προβλέπει: "16
(1)Τα Οικογενειακά Δικαστήρια ασκούν, τηρουμένων των αναλογιών, όλες τις εξουσίες που διαλαμβάνονται στο Τέταρτο Μέρος των περί Δικαστηρίων Νόμου". Στο Τέταρτο Μέρος του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/60)περιλαμβάνεται και το άρθρο 42, το οποίο ορίζει: "42. Τηρουμένου οποιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού κάθε δικαστήριο θα έχει εξουσία να εξαναγκάζει σε υπακοή προς οποιοδήποτε διάταγμα που εκδόθηκε από αυτό, το οποίο διατάζει ή απαγορεύει την εκτέλεση οποιασδήποτε πράξης, με πρόστιμο ή φυλάκιση ή μεσεγγύηση πραγμάτων. Και το δικαστήριο δύναται επιπρόσθετα να επιδικάσει στο πρόσωπο προς το συμφέρον του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα τέτοιο ποσό υπό μορφή αποζημίωσης, όπως το δικαστήριο δύναται να θεωρήσει πρέπον." ΄Οπως λέχθηκε και στην υπόθεση Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas
(1989)1 ΑΑΔ 750, στη σελ. 759: "Το άρθρο 42 του Ν.14/60 είναι δικαιοδοτικό και προσδιορίζει τη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου για την τιμωρία προσώπων, φυσικών και νομικών, για την παρακοή διαταγμάτων. Καθορίζει τα μέσα για την εξασφάλιση συμμόρφωσης προς τα διατάγματα με την επιβολή προστίμου, φυλάκισης ή με την έκδοση διατάγματος για τη μεσεγγύηση πραγμάτων. Πρόσθετα παρέχεται δικαιοδοσία για την επιδίκαση αποζημιώσεων". Περαιτέρω, σύμφωνα με τον Κανονισμό 11 του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Διαδικαστικού Κανονισμού του 1990 οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, ανάμεσα τους και η Δ.42Α, εφαρμόζονται από το Οικογενειακό Δικαστήριο. Η Δ.42Α, η οποία θέτει τις προϋποθέσεις που πρέπει να τηρούνται για την άσκηση από το Δικαστήριο της πολιτικής δικαιοδοσίας που παρέχει το άρθρο 42 του Ν.14/60, προβλέπει: "42A.1 . Where any order is issued by any Court directing any act to be done or prohibiting the doing of any act there shall be endorsed by the Registrar on the copy of it, to be served on the person required to obey it, a memorandum in the words or to the effect following: ΄If you, the within-named A.B., neglect to obey this order, by the time therein limited, you will be liable to be arrested and to have your property sequestered.΄ 2. An office copy of the order shall be served on the person to whom the order is directed. The service shall, unless otherwise directed by the Court or a Judge be personal". Τονίστηκε στην πιο πάνω υπόθεση Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas στη σελ. 760: "Η Δ.42Α πραγματεύεται αποκλειστικά τη διαδικασία για την αναφορά παρακοής διατάγματος στο δικαστήριο. Είναι η μόνη Διάταξη η οποία κάμνει πρόβλεψη γι΄ αυτό το θέμα. Οι πρόνοιες της συνιστούν τις δικονομικές διατάξεις που διέπουν και ρυθμίζουν την άσκηση της πολιτικής δικαιοδοσίας που παρέχει το άρθρο 42 του Ν.14/60". Συνακόλουθα, το άρθρο 42 του Ν.14/60 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο και η Δ.42Α το δικονομικό δίκαιο. Έχει νομολογηθεί ότι οι πρόνοιες της Δ.42Α έχουν επιτακτικό χαρακτήρα, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά (Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas, (ανωτέρω) Antonis Mouzouris and Another v. Xylophaghou Plantations Ltd
(1977)1 CLR 287, Hjicosta v. Thomaides Bros
(1979)1 CLR 476 και Φωτίου ν. Χατζηφόραδος
(1988)1 ΑΑΔ 384, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ. 4)
(1993)1 ΑΑΔ 961, Μαύρος ν. Στυλιανού κ.α.
(1998)1 ΑΑΔ 2389 και Δ. Χριστοδούλου ν. Π. Χριστοδούλου
(2003)1 ΑΑΔ 1085. Πρέπει δηλαδή να ικανοποιούνται οι πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) Το διάταγμα πρέπει να φέρει τη σχετική οπισθογράφηση, και (β) Πιστό αντίγραφο του διατάγματος πρέπει να επιδίδεται προσωπικά, εκτός αν γίνεται διαφορετική πρόνοια, Επιπρόσθετα, επιβάλλεται με βάση τη Δ.42Α
(3)η αίτηση παρακοής να γίνεται δια κλήσεως και πιστό αντίγραφό της να επιδίδεται προσωπικά. Όπως αναφέρεται στην πιο πάνω υπόθεση Krashias στη σελ. 761: "... η πρόνοια για προσωπική επίδοση του οπισθογραφημένου διατάγματος είναι επιτακτική (εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά). Για τους ίδιους λόγους δεν είναι επιτρεπτή η παρέκκλιση από τις διατάξεις για προσωπική επίδοση της αίτησης για παρακοή η οποία επιβάλλεται από τον κ. 3 της Δ.42Α. Η φύση της διαδικασίας και οι κυρώσεις που μπορεί να προκύψουν, επιβάλλουν, όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί, τη σχολαστική τήρηση των δικονομικών κανόνων που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας που παρέχει το άρθρο 42." Η συμμόρφωση προς τα διατάγματα των Δικαστηρίων είναι υψίστης σημασίας για την ομαλή λειτουργία ενός πολιτισμένου κράτους. Η νομολογία τόνισε επανειλημμένα τη μεγάλη σοβαρότητα των υποθέσεων παρακοής δικαστικών διαταγμάτων. ΄Οπως λέχθηκε στην υπόθεση Safarino Shoe Industry & Trading Co Ltd v. Sunshoes Limited
(1984)1 CLR 738, στη σελ. 740: "An order of the Court is no less a command of the law than the provisions of a statute, more direct still in that it specifies what ought to be done or what ought not to be done. Invariably disobedience of the order of the Court undermines the effectiveness of the judicial process, a defiance of far reaching social repercussions. Obedience to orders of the Court constitutes one of the foundations of civilized life". (βλ. επίσης Borrie & Lowe´s "Law of Contempt", 2η έκδοση, σελ. 393-394). Για να υπάρχει αστική καταφρόνηση διατάγματος Δικαστηρίου θα πρέπει να πληρούνται οι πιο κάτω τρεις προϋποθέσεις: (α) Επιβεβαίωση ότι οι όροι του διατάγματος είναι καθαροί και σαφείς. (β) Ότι ο καθ΄ου η αίτηση είχε τη δέουσα και σωστή γνώση των όρων του διατάγματος, και (γ) Ότι αποδείχθηκε παράβαση των όρων του διατάγματος. (Βλ. Borrie & Lowe´s "Law of Contempt", 2η έκοδση, σελ. 395). Η παρακοή διατάγματος Δικαστηρίου πρέπει να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως αποδεικνύεται και στις ποινικές υποθέσεις. Στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην υπόθεση Μ. Παπαχρυσοστόμου ν. Μ. Σιδερά
(1993)1 ΑΑΔ 309, αναφέρονται τα πιο κάτω στις σελ. 314 και 315: "Παρά τον αστικό χαρακτήρα της διαδικασίας για καταφρόνηση και τον μανδύα της πολιτικής δικαιοδοσίας που την περιβάλλει το αίτημα για καταδίκη για ανυπακοή διατάγματος του δικαστηρίου αποβλέπει στην τιμωρία του παραβάτη. Κατά συνέπεια η αίτηση για καταδίκη προσλαμβάνει το χαρακτήρα κατηγορίας η απόδειξη της οποίας υπόκειται στους κανόνες που διέπουν την απόδειξη ποινικού αδικήματος, δηλαδή απόδειξη της κατηγορίας γενικά και των συστατικών της στοιχείων ειδικότερα, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ΄Οπως επισημαίνεται στην Antonis Mouzouris & Another v. Xylophaghou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287 για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί ηθελημένη ανυπακοή του καθ΄ου η αίτηση προς την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το διάταγμα του δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ΄ εαυτού δεν αρκεί πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του δικαστηρίου". Τέλος, επισημαίνεται ότι για να εκτελεστεί ένα διάταγμα αυτό θα πρέπει να είναι αναγκαστικό (coercive), διατακτικό (mandatory) ή απαγορευτικό (prohibitory), όπως προνοεί το άρθρο 42 του Ν. 14/60. Το πρώτο θέμα που θα με απασχολήσει είναι το θέμα της πληρότητας της νομικής βάσης στην οποία στηρίζεται η αίτηση του Αιτητή. Σ΄ αυτή δεν γίνεται αναφορά στο άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960(Ν.14/60), η επίκληση του οποίου είναι επιβεβλημένη για την έγκυρη στοιχειοθέτηση της επίδικης αίτησης [Wunderlich κ.α. v. Παναγιώτου
(1999)1 ΑΑΔ 366]. Στην υπόθεση Wunderlich πιο πάνω εξετάστηκε ακριβώς το ίδιο θέμα και κρίθηκε ότι η παράλειψη αυτή που αφορά μη συμμόρφωση με τους θεσμούς - την Δ.48 Θ. 1 - ισοδυναμεί με παρατυπία η οποία είναι θεραπεύσιμη με βάση τη νέα Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ως προς το πως επιτυγχάνεται η θεραπεία και ποιοι είναι οι παράγοντες που ασκούν επιρροή στην άσκηση της σχετικής ευχέρειας του δικαστηρίου, στην ίδια πιο πάνω απόφαση, λέχθηκαν τα εξής: "Το θέμα έχει τύχει αντιμετώπισης από το Αγγλικό Εφετείο στην Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union
(1985)1 W.L.R. 513, 520, 521,
  1. Στην υπόθεση εκείνη έχει ερμηνευθεί η νέα αγγλική Δ.2 - αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64 - και από τη μελέτη της απόφασης προκύπτουν τα εξής:
  2. Οπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64 θ.
  3. Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους.
  4. Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία.
  5. Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 Θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64 Θ. 2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη.
  6. Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή - διαζευκτικά - ΄να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον΄. Το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Δικαστή Slade - στις σελ. 522-523 - είναι διαφωτιστικό: ........................................................ Σε ελληνική μετάφραση: ΄ Όπου στη διάρκεια της διαδικασίας, το δικαστήριο διαπιστώνει ότι έχει επισυμβεί παράλειψη της φύσης που αναφέρεται στην Δ.2 Θ.1
(1)από την οποία το άλλο μέρος δεν έχει παραιτηθεί με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, η Δ.2 θ.1
(2)παρέχει στο Δικαστήριο επιλογή της πορείας που θα ακολουθήσει με δική του διακριτική ευχέρεια, είτε υπάρχει ενώπιον του ή όχι αίτηση δυνάμει της Δ.2 θ.2. Σε τέτοια περίπτωση στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει του θ. 1
(2), μπορεί είτε να υιοθετήσει την πλέον δρακόντια πορεία πλήρους παραμερισμού ή μερικώς της διαδικασίας στην οποία έχει επισυμβεί η παράλειψη ... Διαζευκτικά μπορεί ΄να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον΄. Οι τελευταίες λέξεις είναι, κατά την άποψη μου, έκδηλα τόσο ευρείες που του δίνουν εξουσία να εκδώσει διάταγμα παραίτησης από το δικαίωμα που παρέχεται λόγω της παρατυπίας: βλ. π.χ., Leal v. Dunlop Bio-Processes International Ltd [1984] 1 W.L.R. 874, 880F, απόφαση του Δικαστή Stephenson.΄ (βλ. και Panayiotis Georghiou (πιο πάνω) και Αθανασιάδης ν. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945). Υιοθετούμε την πιο πάνω θέση της Αγγλικής Νομολογίας γιατί αντανακλά την ορθή ερμηνεία της νέας Αγγλικής Δ.2 η οποία αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.
  1. Τυγχάνει, επομένως, εξεταστέο κατά πόσο ο εφεσίβλητος έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα (waived) που εγείρεται λόγω της σχετικής παρατυπίας. Μέτρα που λαμβάνονται εν γνώσει της παρατυπίας είτε με σκοπό να προβληθεί υπεράσπιση επί της ουσίας (Boyle v. Sacker [1888] 39 Ch. D. 249 C.A. Fry v. Moore [1889] 23 Q.B.D. 395 C.A.) ισοδυναμούν με παραίτηση από το δικαίωμα. Η έκταση της παραίτησης από το δικαίωμα εξαρτάται και από τη φύση της παρατυπίας (Rendell v. Grurdy [1895] 1 Q.B.16 C.A. - βλ. και Supreme Court Practice 1999, σελ. 12). ...................................................................................................................... Σύμφωνα με το Supreme Court Practice 1999, σελ. 10 από το σύνολο της νομολογίας προκύπτει πως η Δ.2 Θ. 1 πρέπει να εφαρμόζεται με φιλελεύθερο τρόπο, στο βαθμό που αυτό είναι εύλογο και ορθό για να αποτρέπεται η πρόκληση αδικίας σε ένα διάδικο λόγω της αλόγιστης προσήλωσης στους διαδικαστικούς θεσμούς. ..................................................................................................................... Στην περίπτωση που μας ενδιαφέρει οι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη είναι: Ο δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς (βλ. Metroinvest (πιο πάνω), Carmel Exporters (Sales) Ltd v. Sea-Land Services Inc. [1981] 1 W.L.R. 1068, 1079) η πρόκληση αδικίας στον διάδικο που ευθύνεται για την παρατυπία (βλ. Leal v. Dunlop Bio-Process Inter Ltd [1984] 1 W.L.R. 874, 881), και το μέγεθος της παρατυπίας". Στην προκειμένη περίπτωση είναι γεγονός ότι εγείρεται σαν λόγος ένστασης από την Καθ΄ης η αίτηση και το ότι "η νομική βάση της αίτησης του Αιτητή είναι λανθασμένη". Ο λόγος αυτός όμως δεν έτυχε οποιασδήποτε ανάλυσης, ούτε και προωθήθηκε καθόλου από την Καθ΄ης η αίτηση στο στάδιο των αγορεύσεων. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι η Καθ΄ης η αίτηση έχει μ΄ αυτό τον τρόπο παραιτηθεί από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατηρούμενης παρατυπίας. Κρίνω ακόμα ότι η Καθ΄ης η αίτηση δεν έχει υποστεί οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό από τη συγκεκριμένη παράλειψη εφόσον έχει λάβει μέρος στη διαδικασία και έχει υποστηρίξει τις θέσεις της. Περαιτέρω το μέγεθος της παρατυπίας δεν είναι μεγάλο δεδομένου ότι έχει γίνει επίκληση της Δ.42Α η οποία ρυθμίζει τη δικονομική πτυχή της διαδικασίας και κάμνει αναφορά στο ενδεχόμενο τιμωρίας της άλλης πλευράς. Λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη πως το θέμα αυτό, υπό τις περιστάσεις, παρέμεινε για εξέταση στο παρόν στάδιο της έκδοσης της απόφασης, εντοπιζόμενο από το ίδιο το Δικαστήριο, εκδίδω διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία της μη αναφοράς στην αίτηση του άρθρου 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Εκείνο που θα με απασχολήσει στη συνέχεια είναι το θέμα της επίδοσης του διατάγματος ημερομηνίας 1.3.2005 στην Καθ΄ης η αίτηση. Στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή, στην οποία στηρίζεται η αίτηση, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι το διάταγμα επιδόθηκε προσωπικά στην Καθ΄ης η αίτηση την 1.3.
  2. Αυτός όμως ο ισχυρισμός δεν μπορεί να ευσταθήσει για τον απλούστατο λόγο πως το διάταγμα την 1.3.2005 δεν είχε συνταχθεί. Όπως φαίνεται από το διάταγμα, που ο ίδιος ο Αιτητής επισύναψε ως Παράρτημα Α στην αίτηση του, αυτό είχε δοθεί την 1.3.2005, είχε όμως συνταχθεί στις 4.3.
  3. Επιπρόσθετα επισημαίνεται ότι ούτε στο φάκελο του δικαστηρίου υπάρχει ένορκη δήλωση επιδότη για επίδοση του διατάγματος. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι η Καθ΄ης η αίτηση στην παράγραφο 2 της δικής της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση της παραδέχεται, μεταξύ άλλων και την παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή. Ενόψει όμως των όσων έχουν εκτεθεί πιο πάνω και ειδικότερα του ανέφικτου της επίδοσης του διατάγματος κατά την 1.3.2005, ημερομηνία κατά την οποία αυτό δεν είχε συνταχθεί, κρίνω πως η παραδοχή αυτή στερείται οποιασδήποτε νομικής σημασίας. Το γεγονός της παρουσίας της Καθ΄ης η αίτηση στο δικαστήριο κατά την ημέρα έκδοσης του διατάγματος, το οποίο επικαλείται ο Αιτητής, δεν μπορεί να καλύψει το κενό που δημιουργείται από τη μη επίδοση του (βλ. Borrie & Lowe´s "Law of Contempt", 2η έκδοση, σελ. 565). Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνω ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση με την απαραίτητη προϋπόθεση της Δ.42Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για προσωπική επίδοση του διατάγματος και συνεπώς δεν τέθηκε το θεμέλιο για την καταδίκη της Καθ΄ης η αίτηση. Ως εκ τούτου καταλήγω πως η παρούσα αίτηση δεν μπορεί για το λόγο αυτό να επιτύχει. Εν πάση περιπτώσει και ανεξάρτητα από τα πιο πάνω θα απέρριπτα την αίτηση και για το λόγο ότι δεν αποδείχθηκε πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος ημερ. 1.3.2005 από την Καθ΄ης η αίτηση. Για το σκοπό αυτό προχωρώ με την αξιολόγηση της μαρτυρίας που έχει δοθεί. Παρακολούθησα πολύ προσεκτικά τόσο τον Αιτητή όσο και την Καθ΄ης η αίτηση ενώ κατάθεταν ενόρκως. Η Καθ΄ης η αίτηση εξιστόρησε με θετικό και σαφή τρόπο τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Κατάθεσε με άνεση και φυσικότητα και απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν χωρίς οποιαδήποτε δυσκολία ή δισταγμό. Ηταν κατηγορηματική και συνεπής στη μαρτυρία της καθόλη τη διάρκεια της εξέτασης ενώπιον του δικαστηρίου. Σε αντίθεση με την μαρτυρία της Καθ΄ης η αίτηση, η μαρτυρία του Αιτητή δεν δόθηκε με συνέπεια και πειστικότητα, δεν είχε συνοχή και παρουσίαζε αντιφάσεις. Για παράδειγμα ενώ στην κυρίως εξέταση του είπε θετικά ότι ακύρωσε την άδεια του κατά τον ουσιώδη χρόνο 6-20 Αυγούστου του 2005 κατά την αντεξέταση του παλινδρομούσε ως προς το θέμα αυτό. Αρχικά είπε ότι δεν θυμόταν αν ακύρωσε την άδεια του, στη συνέχεια ότι ακύρωσε όλη την άδεια του και κατέληξε λέγοντας ότι η ακύρωση αφορούσε μόνο τη μια από τις δύο βδομάδες. Επίσης για την ίδια χρονική περίοδο ισχυρίστηκε, κατά την αντεξέταση του, ότι η επικοινωνία που είχε με την Ελένη ήταν λιγότερη του 15% και σ΄ άλλο σημείο ότι ήταν λιγότερη του 50%. Ένα άλλο χαρακτηριστικό της μαρτυρίας του Αιτητή είναι ότι απέφευγε σε καίρια θέματα να δώσει σαφείς και άμεσες απαντήσεις. Στην προσπάθεια του δε να πείσει το δικαστήριο για το δίκαιο της υπόθεσης του επαναλάμβανε σαν απάντηση, έστω και αν αυτή δεν απαντούσε την ερώτηση, τη θέση του περί καθοδήγησης της ανήλικης από την Καθ΄ης η αίτηση με σκοπό τη ματαίωση της επικοινωνίας μαζί του. Για τους λόγους που εξήγησα καταλήγω πως στα σημεία που η μαρτυρία του Αιτητή συγκρούεται με τη μαρτυρία της Καθ΄ης η αίτηση, προτιμώ και αποδέχομαι τη μαρτυρία της τελευταίας. Αφού έλαβα υπόψη μου τη μαρτυρία όπως την έχω αποδεχθεί βρίσκω πως τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση έχουν ως εξής: Οι διάδικοι είναι πρώην σύζυγοι. Από το γάμο τους απέκτησαν ένα παιδί την Ελένη που κατά το χρόνο της διάστασης ήταν 10 μηνών και σήμερα είναι 7 ετών. Για την περίοδο των θερινών διακοπών του 2005 οι διάδικοι συμφώνησαν πως ο Αιτητής θα ασκούσε το δικαίωμα επικοινωνίας του με την Ελένη από τις 6 μέχρι τις 20 Αυγούστου. Την περίοδο από τις 6 μέχρι τις 13 Αυγούστου ο Αιτητής θα πήγαινε διακοπές με την Ελένη, τον ξάδελφο του και την κόρη του στην Κακοπετριά. Στις 6 Αυγούστου το πρωί που πήγε να την πάρει, η Ελένη αρνήθηκε να τον ακολουθήσει και ο Αιτητής έφυγε. Στο διάστημα που ακολούθησε μέχρι τις 20 Αυγούστου ο Αιτητής είχε επικοινωνία με την ανήλικη κόρη του, αλλά χωρίς διανυκτέρευση. Η επικοινωνία με διανυκτέρευση ματαιωνόταν λόγω άρνησης της Ελένης που για δικούς της προσωπικούς λόγους δεν επιθυμούσε να διανυκτερεύσει εκτός του σπιτιού στο οποίο διαμένει με τη μητέρα της, τη θεία, τον παππού και τη γιαγιά της από μητέρα. Το ίδιο συνέβαινε και εξακολουθεί να συμβαίνει και κατά τα Σαββατοκύριακα που ο Αιτητής, σύμφωνα με το διάταγμα ημερομηνίας 1.3.2005, έχει δικαίωμα επικοινωνίας με την Ελένη με διανυκτέρευση. Από τα πιο πάνω είναι φανερό ότι η επικοινωνία του Αιτητή με την ανήλικη Ελένη, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ματαιωνόταν λόγω της άρνησης της, για λόγους που αφορούν την ίδια, να διανυκτερεύσει εκτός του σπιτιού που διαμένει. Δεν αποδείχθηκε ότι η ματαίωση της επικοινωνίας του Αιτητή με την ανήλικη οφειλόταν σ΄ οποιασδήποτε μορφής υπαιτιότητα και αρνητική επίδραση της Καθ΄ης η αίτηση σ΄ αυτήν. Για την περί του αντιθέτου θέση του Αιτητή η οποία, σύμφωνα με την μαρτυρία του, βασίζεται στον τρόπο που βλέπει το παιδί να συμπεριφέρεται, θεωρώ ότι αποτελεί υποκειμενική κρίση και απλή εικασία. Σ΄ αυτό συνηγορεί και η παραδοχή του δικηγόρου του Αιτητή που έγινε κατά την τελική του αγόρευση για έλλειψη άμεσης μαρτυρίας ως προς το θέμα αυτό, πράγμα που δικαιολόγησε με το ότι ο Αιτητής δεν μπορούσε να είναι παρών στις περιπτώσεις που η Καθ΄ης η αίτηση επηρέαζε την Ελένη με σκοπό να ματαιωθεί η επικοινωνία με τον πατέρα της. ΄Οπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, 365, η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνουν εξ΄ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή, υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων δεν επιτρέπονται, όσο εύλογες και αν είναι. Προχωρώντας ένα βήμα παρακάτω κρίνω ότι, με βάση τη δοθείσα μαρτυρία, αυτό που έχει αποδειχθεί είναι πως η Καθ΄ης η αίτηση όχι μόνο δεν παρεμπόδισε την άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας του Αιτητή με την Ελένη, αλλά αντίθετα, με τις ενέργειες της, παρότρυνε και ωθούσε την ανήλικη να επικοινωνεί και ιδιαίτερα να διανυκτερεύει με τον πατέρα της. Ενδεικτικά αναφέρω ότι η Καθ΄ης η αίτηση συμβούλεψε το παιδί της όπως έκανε διακοπές μαζί της να κάνει και με τον πατέρα της. Ακόμα πήγε βράδυ στο σπίτι του Αιτητή σε μια προσπάθεια να πεισθεί το παιδί να διανυκτερεύσει εκεί. Παραδεκτό εξάλλου είναι πως επιτρέπει στον Αιτητή να έχει επικοινωνία με την Ελένη και σε μέρες που το διάταγμα δεν προβλέπει, ακόμη και να επιμηκύνει τις ώρες επικοινωνίας που προβλέπει το διάταγμα. Τελειώνοντας κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ και σε κάτι άλλο. Ούτε στην αίτηση παρακοής ούτε και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει αναφέρεται ο χρόνος διάπραξης της παρακοής σε σχέση με τα Σαββατοκύριακα. Στις λεπτομέρειες ενός κατηγορητηρίου πρέπει να αναφέρεται, μεταξύ άλλων, και ο χρόνος τέλεσης του ισχυριζόμενου αδικήματος. Αφού λοιπόν η παρούσα διαδικασία είναι οιονεί ποινική διαδικασία, ο Αιτητής όφειλε να είχε καθορίσει και το χρόνο τέλεσης της συγκεκριμένης παρακοής. Στην υπόθεση Krashias που αναφέρθηκε πιο πάνω, αφού έγινε αναφορά στις υποθέσεις Chiltern D.C. v. Keane
(1984)2 All E.R. 118 και Attorney General v. Laveller
(1979)1 All E.R 74 τονίστηκε ότι οι παραβιάσεις ενός διατάγματος πρέπει να προσδιορίζονται με την ίδια σαφήνεια όπως και τα αδικήματα στο κατηγορητήριο σε ποινικές υποθέσεις. Παρατηρώ ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση παρακοής αναφέρεται ότι "ενώ το .... εκδοθέν διάταγμα του δικαστηρίου προέβλεπε ότι θα είχα μαζί μου το ανήλικο τέκνο μου κάθε πρώτο και τρίτο Σαββατοκύριακο κάθε μήνα από η ώρα 11 π.μ. του Σαββάτου μέχρι η ώρα 7 μ.μ. της Κυριακής με δικαίωμα διανυκτέρευσης, η Καθ΄ης η αίτηση δεν μου επιτρέπει την διανυκτέρευση". Η γενική αυτή αναφορά δεν ικανοποιεί την απαίτηση για καθορισμό του χρόνου διάπραξης της παρακοής γιατί είναι σε σχέση με αυτό το χρόνο που θα πρέπει να εξεταστεί και η πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του δικαστηρίου. Ο Αιτητής έχοντας το βάρος απόδειξης της ηθελημένης παρακοής της Καθ΄ης η αίτηση προς το διάταγμα ημερομηνίας 1.3.2005, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, απέτυχε να το πράξει για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω. Συνεπώς η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος του Αιτητή όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ..................................................... Δ. Κούσιου-Χρυσανδρέα, Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΔΚΧ/ΜΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.