← Κύπρος

Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως ν. Νικολάου Νικολάου, Αρ. Αίτησης: 197/07, 8 Φεβρουαρίου, 2008

Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως ν. Νικολάου Νικολάου, Αρ. Αίτησης: 197/07, 8 Φεβρουαρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLAR:2008:1 Οικογενειακό Δικαστήριο Λάρνακας Ενώπιον: Δ. Κούσιου-Χρυσανδρέα, Δ. Αρ. Αίτησης: 197/07 Αναφορικά με τη Σύμβαση για τις Αστικές Πτυχές της Διεθνούς Απαγωγής Παιδιών (Κυρωτικού) Νόμου του 1994 11(ΙΙΙ)/94, και τον Κανονισμό του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης αρ. 2201/2003 Μεταξύ- Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως (ως Κεντρικής Αρχής με βάση το Νόμο 11(ΙΙΙ)/94, ύστερα από εξουσιοδότηση της Λάνας Νικολάου, από το Ηνωμένο Βασίλειο Αιτήτριας - και - Νικολάου Νικολάου Καθ΄ ου η αίτηση Ημερομηνία: 8 Φεβρουαρίου,

  1. Για Αιτητή: κα Λ. Χριστοδουλίδου, Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας. Για Καθ΄ ου η αίτηση: κ. X. Κυριακίδης με κ. Μ. Κυριακίδης (για να ακούσει την απόφαση ο κ. Ζ. Συμεού) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 28.1.08, που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, ο εκ των συνηγόρων του Καθ΄ ου η αίτηση κ. Μ. Κυριακίδης υπέβαλε τα πιο κάτω αιτήματα: A. Αίτημα για ακρόαση του ανηλίκου πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, και Β. Αίτημα για να του δοθεί άδεια να καταχωρήσει ένορκη δήλωση και/ή ένορκες δηλώσεις προς αντίκρουση των ισχυρισμών που αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις της κας Ιωάννας Αναστασιάδου και της κας Λάνας Νικολάου ημερ. 24.1.08 ή διαζευκτικά, το περιεχόμενο αυτών των ενόρκων δηλώσεων να αγνοηθεί από το Δικαστήριο. Α. Ακρόαση του παιδιού Η παρούσα υπόθεση αφορά σ΄ ένα οκτάχρονο σήμερα παιδί για το οποίο καταχωρήθηκε αίτηση επιστροφής του στο Ηνωμένο Βασίλειο, κατ΄ επίκληση, μεταξύ άλλων, των προνοιών της Σύμβασης για τις Αστικές Πτυχές της Διεθνούς Απαγωγής Παιδιών (στο εξής «η Σύμβαση») και του Κανονισμού του Συμβουλίου (ΕΚ) αρ. 2201/2003 της 27ης Νοεμβρίου 2003 (στο εξής «ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός»). Εκ μέρους του Καθ΄ ου η αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση στην πιο πάνω αίτηση. Ανάμεσα στους λόγους ένστασης περιλαμβάνονται και λόγοι βασισμένοι στο Άρθρο 13 της Σύμβασης, ότι «ο ανήλικος ... αυτόβουλα αντιτίθεται στην επιστροφή του στο Ηνωμένο Βασίλειο .» και ότι «υφίσταται σοβαρός κίνδυνος ότι η επιστροφή του ανήλικου . θα τον εκθέσει σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή/και σε αφόρητη κατάσταση.» Ο κ. Κυριακίδης πρόβαλε τη θέση πως το θέμα της ακρόασης του παιδιού πρέπει να τύχει ρύθμισης σ΄ αυτό το στάδιο. Υπήρξε η θέση του ότι ο ανήλικος πρέπει να ακουστεί πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Υπέβαλε πως αν η ακρόαση του παιδιού γίνει μετά την ακροαματική διαδικασία, υπάρχει πιθανότητα κάποια θέματα που θα προκύψουν από αυτή - εννοείται την ακρόαση του παιδιού - να μην μπορούν να διερευνηθούν. Διερωτήθηκε μάλιστα αν θα χρειαστεί και επανάνοιγμα της υπόθεσης. Ακόμα, αναφέρθηκε και στην πιθανότητα να δοθούν από το Δικαστήριο οδηγίες σε Λειτουργό Ευημερίας να ετοιμάσει έκθεση, αφού δει το παιδί μέσα στα πλαίσια της υπόθεσης αυτής οπότε τίθεται και θέμα αντεξέτασης του Λειτουργού. Κατέληξε πως μόνο με την ακρόαση του παιδιού στο στάδιο πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας διαφυλάσσονται τα δικαιώματα εκάστου των διαδίκων. Η κα Χριστοδουλίδου εξέφρασε την αντίθεσή της στο πιο πάνω αίτημα του συνηγόρου του Καθ΄ ου η αίτηση, υποβάλλοντας πως με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 11.2 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού η ακρόαση του παιδιού μπορεί να γίνει οποτεδήποτε πριν από την έκδοση απόφασης. Επίσης, ότι εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το πότε και πως θα γίνει η ακρόαση του παιδιού. Ήταν η θέση της ότι καμιά βλάβη δε θα προκληθεί στον Καθ΄ ου η αίτηση αν η ακρόαση του παιδιού δε γίνει τώρα. Εξέτασα με προσοχή τις θέσεις και τα επιχειρήματα των συνηγόρων των διαδίκων. Σύμφωνα με το Άρθρο 13 της Σύμβασης, σ΄ όση έκταση ενδιαφέρει στην παρούσα υπόθεση: «
  2. .. η δικαστική ή διοικητική αρχή του Κράτους από το οποίο προέρχεται η αίτηση δεν δεσμεύεται να διατάξει την επιστροφή του παιδιού αν το φυσικό πρόσωπο, ίδρυμα ή άλλη οργάνωση που αντιτίθεται στην επιστροφή του αποδείξει ότι: α.. β. υπάρχει σοβαρός κίνδυνος ότι η επιστροφή του ή της θα εξέθετε το παιδί σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή, διαφορετικά, θα έθετε το παιδί σε αφόρητη κατάσταση. Η δικαστική ή διοικητική αρχή δύναται επίσης να αρνηθεί να διατάξει την επιστροφή του παιδιού αν διαπιστώσει ότι το παιδί αντιτίθεται στην επιστροφή του και βρίσκεται ήδη σε ηλικία και βαθμό ωριμότητας που υποδεικνύουν να ληφθούν υπόψη οι απόψεις του ..» Το Άρθρο 11.2 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού προβλέπει: «11.1..
  3. Κατά την εφαρμογή των άρθρων 12 και 13 της σύμβασης της Χάγης του 1980, εξασφαλίζεται ότι παρέχεται στο παιδί η δυνατότητα ακρόασης κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, εκτός αν αυτό αντενδείκνυται λόγω της ηλικίας του ή του βαθμού ωριμότητάς του». Από τις πιο πάνω πρόνοιες της Σύμβασης και του Κανονισμού και ειδικά από τη φράση « κατά τη διάρκεια της διαδικασίας» προκύπτει σαφώς ότι εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να αποφασίσει ως προς το στάδιο της διαδικασίας που θα γίνει η ακρόαση του παιδιού. Πουθενά δεν αναφέρεται ότι αυτό επιβάλλεται να γίνει πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Εν πάση περιπτώσει, η ακρόαση του παιδιού είναι αναγκαία μόνο στις περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται ότι η μετακίνηση ή η κατακράτηση του παιδιού είναι παράνομη και επομένως τίθεται θέμα επιστροφής του. Όμως, σε κάθε περίπτωση, μπορεί να μη δοθεί η δυνατότητα ακρόασης στο παιδί, εφόσον αυτό εντενδείκνυται για λόγους ηλικίας ή ωριμότητας του παιδιού. Ενισχυτική της πιο πάνω θέση μου, ότι δηλαδή εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να αποφασίσει ως προς το στάδιο της διαδικασίας που θα γίνει η ακρόαση του παιδιού, είναι η απόφαση Ιωαννίδης κ.α. ν. Ιωαννίδη κ.α.

(2002)1(Γ) Α.Α.Δ.
  1. Πρόκειται για υπόθεση γονικής μέριμνας στην οποία το πρωτόδικο δικαστήριο αναζήτησε τη γνώμη του παιδιού μετά που επιφύλαξε την απόφαση του για περίοδο 4 περίπου μηνών αφού επανάνοιξε για το σκοπό αυτό την υπόθεση. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν μπορεί να κρίνει αν στην υπόθεση αυτή τίθεται ή όχι θέμα επιστροφής του παιδιού ή ακόμα και θέμα να δοθεί ή να μη δοθεί η δυνατότητα ακρόασης στο παιδί. Περαιτέρω, το συμφέρον του παιδιού δε θα εξυπηρετηθεί με την ακρόαση του πριν από την ακροαματική διαδικασία. Αντίθετα, κρίνω πως το να ακουστεί σ΄ αυτό το στάδιο εμπεριέχει τον κίνδυνο το παιδί να υποβληθεί σ΄ αυτή τη δοκιμασία, η οποία πιθανόν να αποδειχθεί στη συνέχεια ότι δεν ήταν αναγκαία. Εξάλλου, η μη έγκριση του αιτήματος του Καθ΄ ου η αίτηση δε θα επηρεάσει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα του τα οποία μπορεί να ασκήσει όταν και εφόσον το παιδί ακουστεί. Ενόψει των πιο πάνω το αίτημα των συνηγόρων του Καθ΄ ου η αίτηση ότι επιβάλλεται να γίνει η ακρόαση του παιδιού πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας απορρίπτεται. Β. Καταχώρηση ένορκης δήλωσης του Καθ΄ ου η αίτηση ή διαζευκτικά το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων ημερ. 24.1.08 να αγνοηθεί. Στις 11.1.08 ζητήθηκε εκ μέρους του κ. Κυριακίδη άδεια να καταχωρήσει συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις από τους γιατρούς που παρακολουθούν τον ανήλικο και η κα Χριστοδουλίδου επιφύλαξε το δικαίωμά της να απαντήσει. Ο κ. Κυριακίδης συμφώνησε και το Δικαστήριο, αφού παρεχώρησε τις αιτούμενες άδειες, έδωσε οδηγίες όπως οι συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις εκ μέρους του Καθ΄ ου η αίτηση καταχωρηθούν μέχρι τις 14.1.08 και τυχόν απαντητικές μέχρι τις 24.1.08, ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Εκ μέρους του Καθ΄ ου η αίτηση καταχωρήθηκαν ένορκες δηλώσεις από την κα Θεοφιλίδου και τον κ. Βερεσιέ. Στις 24.1.08 ο κ. Κυριακίδης, επειδή μόλις είχε παραλάβει τις ένορκες δηλώσεις της κας Αναστασιάδου και της κας Νικολάου που είχαν καταχωρηθεί εκείνη τη μέρα εκ μέρους του Αιτητή, ζήτησε αναβολή για να τις μελετήσει. Το αίτημα αυτό για αναβολή, ενόψει και της μη έγερσης ένστασης από την άλλη πλευρά, εγκρίθηκε και η υπόθεση ορίστηκε ξανά για ακρόαση στις 28.1.
  2. Τη μέρα εκείνη ο κ. Κυριακίδης ισχυρίστηκε, σε σχέση με την ένορκη δήλωση της κας Αναστασιάδου, ότι περιέχει νέους ισχυρισμούς που δεν αναφέρθηκαν στην αίτηση και προβάλλονται τώρα για πρώτη φορά. Υποστήριξε ότι ο Καθ΄ ου η αίτηση δε θα τύχει δίκαιης δίκης αν δεν του δοθεί η ευκαιρία να τους αντικρούσει. Σε σχέση με την ένορκη δήλωση της κας Νικολάου, ήταν η θέση του ότι δεν απαντά στις ένορκες δηλώσεις της κας Θεοφιλίδου και του κ. Βερεσιέ αλλά στην ένσταση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Θέτει αντεπιχειρήματα στα επιχειρήματα που τέθηκαν με την ένσταση. Προώθησε τη θέση πως η πρακτική που ακολουθήθηκε ήταν να ανασύρεται ισχυρισμός από την ένσταση και να δίδεται απάντηση. Μίλησε για ανεπίτρεπτη δικονομική ανατροπή και κατέληξε πως το Δικαστήριο είτε θα πρέπει να επιτρέψει την καταχώρηση νέας ένορκης δήλωσης εκ μέρους του Καθ΄ ου η αίτηση, είτε θα πρέπει να αγνοήσει το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων της κας Αναστασιάδου και της κας Νικολάου ημερ. 24.1.
  3. Η αντίθετη άποψη της κας Χριστοδουλίδου είχε ως βασικό της σημείο πως οι ένορκες δηλώσεις της κας Αναστασιάδου και της κας Νικολάου ημερ. 24.1.08, καταχωρήθηκαν κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου που δόθηκε όταν η άλλη πλευρά επέλεξε να ακολουθήσει το δρόμο των συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Σε σχέση με την ένορκη δήλωση της κας Αναστασιάδου ήταν η θέση της ότι πραγματεύεται θέματα σχετικά με τη θέση του ο Καθ΄ ου η αίτηση για τη μη επιστροφή του παιδιού με βάση το Άρθρο 13 της Σύμβασης. Αυτά δεν μπορούσαν να τεθούν αρχικά, γιατί δεν ήταν δυνατό να προβλεφθεί η υπεράσπιση που θα εγειρόταν. Επίσης, η κα Αναστασιάδου απαντά και σε υποχρέωση που έχει με βάση το Άρθρο 11.4 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού. Σε σχέση με την ένορκη δήλωση της κας Νικολάου ήταν η θέση της ότι απαντά στα όσα της καταλογίζουν ότι έκανε με τις ένορκες δηλώσεις τους η κα Θεοφιλίδου και ο κ. Βερεσιές. Δεν υπάρχει καλός λόγος που να στηρίζει το αίτημα του Καθ΄ ου η Αίτηση για καταχώρηση νέας ένορκης δήλωσης ούτε και γραπτό αίτημα, όπως έπρεπε, για να αγνοηθούν οι ένορκες δηλώσεις της κας Αναστασιάδου και της κας Νικολάου ημερ. 24.1.
  4. Εν πάση περιπτώσει, τα όσα περιέχονται στις εν λόγω ένορκες δηλώσεις είναι απαντητικά των ενόρκων δηλώσεων της κας Θεοφιλίδου και του κ. Βερεσιέ. Εξέτασα με μεγάλη προσοχή τις θέσεις και τα επιχειρήματα των συνηγόρων των διαδίκων. Το θέμα, όπως τίθεται, αφορά ουσιαστικά το κατά πόσον οι ισχυρισμοί που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις της κας Αναστασιάδου και της κας Νικολάου είναι απαντητικοί ή όχι των ισχυρισμών που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις της κας Θεοφιλίδου και του κ. Βερεσιέ. Αναφορικά με την ένορκη δήλωση της κας Αναστασιάδου, συμφωνώ με τη θέση της κας Χριστοδουλίδου, ότι αυτή πραγματεύεται θέματα σχετικά με την θέση του Καθ΄ ου η αίτηση σύμφωνα με το Άρθρο 13 της Σύμβασης ότι δηλαδή, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος πως η επιστροφή του παιδιού θα το εξέθετε σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή διαφορετικά θα το έθετε σε αφόρητη κατάσταση. Επίσης, συμμερίζομαι τη θέση της συνηγόρου του Αιτητή ότι τα περιεχόμενα στην ένορκη δήλωση της κας Αναστασιάδου δε θα μπορούσαν να τεθούν με την αίτηση αφού, τότε που καταχωρείτο, ο Αιτητής δεν μπορούσε να προβλέψει την έγερση της συγκεκριμένης υπεράσπισης. Με τις ένορκες δηλώσεις της κας Θεοφιλίδου και του κ. Βερεσιέ, ο Καθ΄ ου η αίτηση προσπαθεί, με επιστημονική μαρτυρία, να ενισχύσει τη θέση του, ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η επιστροφή του παιδιού να το εκθέσει σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή διαφορετικά να το θέσει σε αφόρητη κατάσταση. Είναι σ΄ αυτή τη θέση του Καθ΄ ου η αίτηση που δίνεται απάντηση από την ένορκη δήλωση της κας Αναστασιάδου, όπου οι παραγράφοι 5, 6, 7 και 8 είναι απόλυτα σχετικές και αναφέρουν: «
  5. Από τις ενόρκους δηλώσεις των πιο πάνω - εννοείται της κας Θεοφιλίδου και του κ. Βερεσιέ - προκύπτει ότι εγείρεται σαν υπεράσπιση από τον Καθ΄ ου η αίτηση και υποστηρίζεται από τα πιστοποιητικά των ενόρκως δηλούντων ότι σε περίπτωση επιστροφής του ανήλικου στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο ανήλικος υπάρχει σοβαρότατος κίνδυνος να υποστεί σοβαρή ψυχολογική ζημιά και να τεθεί σε ψυχική δοκιμασία και σε βασικά αφόρητη κατάσταση.
  6. Στις 23.1.2008 έλαβα από την Κεντρική Αρχή του Ηνωμένου Βασιλείου, για τους σκοπούς της Σύμβασης, δηλαδή τον Official Solicitor, International Child Abduction Unit, επιστολή την οποία επισυνάπτω ως Τεκμήριο 1, σχετικά με τα μέτρα που έχουν ληφθεί από τις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου για την προστασία του ανήλικου μετά την επιστροφή του εκεί.
  7. Επί του Τεκμηρίου 1, επισυνάπτεται διάταγμα ημερομηνίας 22.1.2008 του Illford County Court, σχετικά με τα μέτρα προστασίας του ανήλικου στην περίπτωση επιστροφής του ανήλικου στο Ηνωμένο Βασίλειο στον τόπο της συνήθους διαμονής του.
  8. Όπως φαίνεται από το διάταγμα του Illford County Court, το Ηνωμένο Βασίλειο έχει λάβει τα ενδεικνυόμενα μέτρα για την προστασία του ανήλικου σε περίπτωση επιστροφής του εκεί». Λαμβάνοντας υπόψη την επίδραση που μπορούν να έχουν στην εξέλιξη της υπόθεσης τα πιο πάνω σε συνδυασμό και με τις πρόνοιες του Άρθρου 11.4 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού το οποίο ορίζει ότι «11.4 Το δικαστήριο δεν μπορεί να αρνηθεί την επιστροφή του παιδιού δυνάμει του άρθρου 13 στοιχείο β) της σύμβασης της Χάγης του 1980, εάν διαπιστώνεται ότι έχουν προβλεφθεί τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία του παιδιού μετά την επιστροφή του», καθώς επίσης και το χρονικό σημείο που κατατέθηκε το πιο πάνω τεκμήριο, κρίνω ορθό και δίκαιο να δώσω την ευκαιρία στον Καθ΄ ου η αίτηση να προβάλει τους δικούς του ισχυρισμούς και τις δικές του θέσεις. Σε σχέση με την ένορκη δήλωση της κας Νικολάου τα πράγματα διαφέρουν. Οι ισχυρισμοί που αναφέρονται σ΄ αυτή, στην ουσία τους, δεν μπορούν να θεωρηθούν οτιδήποτε άλλο παρά ως ισχυρισμοί που απαντούν στις ένορκες δηλώσεις της κας Θεοφιλίδου και του κ. Βερεσιέ. Είναι δε οι ισχυρισμοί που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις της κας Θεοφιλίδου και του κ. Βερεσιέ που άνοιξαν το δρόμο για το είδος αυτής της απάντησης, από την πλευρά της κας Νικολάου, με το να της καταλογίζουν συγκεκριμένη συμπεριφορά προς το παιδί της. Η κα Νικολάου δεν είχε άλλη επιλογή παρά να απαντήσει σ΄ αυτούς τους ισχυρισμούς δίδοντας τις αναγκαίες εκείνες λεπτομέρειες που η ίδια θεωρούσε ορθό να δώσει. Επιπλέον θεωρώ πως τις οποιεσδήποτε θέσεις της κας Νικολάου θα μπορεί ο Καθ΄ ου η αίτηση να τις αμφισβητήσει ή να τις καταρρίψει μέσα από την αντεξέταση της. Μ΄ αυτό τον τρόπο πιστεύω ότι δεν στερείται κανενός δικαιώματος του να θέσει και να προβάλει ενώπιον του Δικαστηρίου τις θέσεις του. Ως εκ τούτου το αίτημα για καταχώρηση ένορκης δήλωσης εκ μέρους του Καθ΄ ου η αίτηση που να αντικρούει τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκη δήλωση της κας Νικολάου απορρίπτεται. Για τους ίδιους λόγους απορρίπτεται και το αίτημα του Καθ΄ ου η αίτηση όπως η ένορκη δήλωση της κας Νικολάου αγνοηθεί από το Δικαστήριο. Με βάση τα πιο πάνω, το αίτημα του Καθ΄ ου η αίτηση για καταχώρηση ένορκης δήλωσης προς αντίκρουση των ισχυρισμών που αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις της κας Ιωάννας Αναστασιάδου και της κας Λάνας Νικολάου ημερομηνίας 24.1.08 εγκρίνεται μόνον αναφορικά με την ένορκη δήλωση της κας Ιωάννας Αναστασιάδου. Τα έξοδα να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της δίκης. ............ Δ. Κούσιου-Χρυσανδρέα, Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.