← Κύπρος

Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως ν. Χάρη Φασαρία, Αίτηση αρ. 123/2007, 29 Αυγούστου, 2008

Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως ν. Χάρη Φασαρία, Αίτηση αρ. 123/2007, 29 Αυγούστου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLAR:2008:2 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙKAΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Δικαιοδοσία Θεμάτων Οικογενειακών Σχέσεων Ενώπιον: Σ. Κ. Καρατσή, Π. Αναφορικά με τη Σύμβαση για τις Αστικές Πτυχές της Διεθνούς Απαγωγής Παιδιών (Κυρωτικού) Νόμου Νόμου του 1994 11 (ΙΙΙ)/1994 Αίτηση αρ. 123/2007 Μεταξύ: Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως (ως Κεντρικής Αρχής Με βάση το Νόμο 11(ΙΙΙ)/1994, ύστερα από εξουσιοδότηση της κας Ulrika Palmqvist, από τη Σουηδία Αιτήτριας κ α ι Χάρη Φασαρία Καθ΄ου η Αίτηση _______________________ Αίτηση ημερομηνίας 6.8.2008 για αναστολή της απόφασης 29 Αυγούστου, 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή - Καθ' ου η αίτηση : κ. Λ. Βραχίμης. Για να ακούσει απόφαση η κα. Αθ. Παπαδοπούλου. Για Καθ΄ου η Αίτηση - Αιτητή: κα Λ. Χριστοδούλου Α Π Ο Φ Α Σ Η Το άρθρο 12 της Σύμβασης για τις Αστικές Πτυχές της Διεθνούς Απαγωγής Παιδιών που συνομολογήθηκε στη Χάγη στις 25 Οκτωβρίου 1980 [στη συνέχεια «η Σύμβαση»], έχει χαρακτηρισθεί ως η «καρδιά» της Σύμβασης. Η εφαρμογή του προϋποθέτει μετακίνηση ή κατακράτηση κατά την έννοια του άρθρου 3 και η κρίση των αρμοδίων αρχών προσεγγίζει κρίση επί της ουσίας της διαφοράς. Παρόλο που κατά το άρθρο 16 «οι δικαστικές ή διοικητικές αρχές του Συμβαλλόμενου Κράτους στο οποίο το παιδί έχει μετακινηθεί ή κατακρατηθεί, δεν αποφασίζουν επί της ουσίας των δικαιωμάτων φύλαξης, μέχρις ότου διαπιστωθεί ότι το παιδί δεν θα επιστρέψει δυνάμει της Σύμβασης .». Το Οικογενειακό Δικαστήριο Λάρνακας, στην απόφαση του ημερομηνίας 31.7.08 κατέληξε: «Ενόψει όλων των πιο πάνω, εκδίδεται διάταγμα, με το οποίο διατάσσεται η άμεση επιστροφή των ανήλικων τέκνων των διαδίκων Alex Cornelis Palmqvist και Vilgot Mio (Lefteris) Palmqvist στη Σουηδία και ο Καθ΄ου η Αίτηση να παραδώσει αμέσως στην Αιτήτρια ή σε εξουσιοδοτημένο πρόσωπό της τα ανήλικα για την υλοποίηση του παρόντος διατάγματος. Ο Καθ΄ου η Αίτηση διατάσσεται περαιτέρω να καταβάλει τα έξοδα για την επιστροφή των ανηλίκων στη Σουηδία. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται σε βάρος του Καθ΄ου η Αίτηση.» Η διαδικασία ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου άρχισε με διάβημα της μητέρας στην Κεντρική Αρχή της Κύπρου, που κατά το άρθρο 4 του περί της Σύμβασης για τις Αστικές Πτυχές της Διεθνούς Απαγωγής Παιδιών (Κυρωτικού) Νόμου του 1994 [Ν.11(III)/94] είναι ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως. Ο μηχανισμός της Σύμβασης λειτούργησε με αποτέλεσμα το διάταγμα του Δικαστηρίου της 31.7.08 [στη συνέχεια «το διάταγμα επιστροφής»]. Το διάταγμα επιστροφής ματαίωσε τις προσδοκίες του πατέρα. Στις 6.8.08 κατεχώρησε έφεση στο Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο και αυθημερόν αίτηση δια κλήσεως και μονομερή αίτηση για αναστολή εκτέλεσης του διατάγματος επιστροφής στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λάρνακας, ως το πρωτόδικο δικαστήριο, κατά τη Δ.35, Κ.19 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού, που τυγχάνει εφαρμογής δυνάμει του Κ.11 του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Διαδικαστικού Κανονισμού του 1990. Το Οικογενειακό Δικαστήριο Λάρνακας εξέδωσε στη μονομερή αίτηση προσωρινό διάταγμα αναστολής του διατάγματος επιστροφής, στις 6.8.08 καθορίζοντας ως χρόνο αναθεώρησης του την 13.8.08, ημερομηνία όπου ήταν ορισμένη για ακρόαση η αίτηση δια κλήσεως. Στις 13.8.08 οι αιτήσεις τέθηκαν ενώπιον μου. Το προσωρινό διάταγμα αναστολής εκτέλεσης του διατάγματος επιστροφής έγινε με τη σύμφωνη γνώμη των διαδίκων οριστικό μέχρι την εκδίκαση της αίτησης δια κλήσεως. Η τελευταία προγραμματίστηκε για τις 25.8.08 που ήταν η πρώτη μέρα στην οποία και οι δύο πλευρές είχαν τη δυνατότητα να εμφανιστούν. Σ' αυτήν αφορά η παρούσα απόφαση. Η ακρόαση δεν περιορίστηκε στις ένορκες δηλώσεις. Επεκτάθηκε σε αντεξέταση της ΄Ελλης Μορφάκη, που υπογράφει την ένορκη και συμπληρωματική ένορκη δήλωση για την ένσταση. Η συζήτηση του ζητήματος μπορεί να καταστεί ευχερέστερα κατανοητή αν πρώτα σκιαγραφήσω όσα προέκυψαν ως αποτέλεσμα των αγορεύσεων. Η απόφαση στην υπόθεση Σάββα v. Υπουργού Δικαιοσύνης (Αρ. 1)

(2002)1 Α.Α.Δ. 195 απετέλεσε τον κεντρικό άξονα της επιχειρηματολογίας και των δύο πλευρών. Ενόψει βέβαια των ανάλογων πραγματικών γεγονότων και του ταυτόσημου νομικού ζητήματος της υπόθεσης εκείνης με την υπό εξέταση. Η κυρία Χριστοδουλίδου αναφέρθηκε σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου σχετικών με το θέμα και σε αποφάσεις αλλοδαπών δικαστηρίων καθώς και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που υπογραμμίζουν τη σημασία της σύμβασης. Να μου επιτραπεί, χωρίς τούτο να θεωρηθεί πως δεν εκτιμώ τη συνδρομή των δύο συνηγόρων, να προσεγγίσω το ζήτημα διαφορετικά. Αφετηρία στην προσέγγιση μου αποτελεί το πολύ γνωστό απόσπασμα από την υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147 στη σ. 1150: «Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης. Η αναστολή μπορεί να εγκριθεί στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στο δικαστήριο από τη Δ.35 Θ. 18. Η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης, αφενός, και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης, αφετέρου, συνιστούν τους κατεξοχή παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει τη στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής, όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. » Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου συναρτάται βεβαίως και από τις ιδιαιτερότητες κάθε περίπτωσης [βλ. London Overseas Company v. Tempest Bay Shipping
(1978)1 CLR 367 στη σ. 373]. ΄Εχοντας κατά νουν την τελευταία αρχή θα εξετάσω τους δύο παράγοντες που τέθηκαν στην υπόθεση Ναυτικός ΄Ομιλος Πάφου και επαναλήφθηκαν στην υπόθεση Βογαζιανού v. Γεν. Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. 591 στη σ. 594. Επιλέγω τη διατύπωση τους από την τελευταία. (α) Η προσδοκία του ενάγοντα να δρέψει άμεσα τους καρπούς της νίκης του στο δικαστικό αγώνα που διεξήγαγε. Ενάγοντας στην υπό εξέταση περίπτωση είναι η μητέρα. Ποια είναι όμως η σημασία του διατάγματος επιστροφής; Μπορούμε να μιλούμε για νίκη της μητέρας και για καρπούς που δικαιούται άμεσα να δρέψει; Δεν είναι τυχαίο που ως πρόλογο στην απόφαση μου επέλεξα αναφορά στο άρθρο 12 της Σύμβασης. Το Οικογενειακό Δικαστήριο Λάρνακας με το διάταγμα επιστροφής δεν απεφάσισε και ούτε βέβαια μπορούσε ν' αποφασίσει, ενόψει της απαγορευτικής ρύθμισης του άρθρου 16 της Σύμβασης «επί της ουσίας των δικαιωμάτων φύλαξης». Με το διάταγμα επιστροφής κρίθηκε πως ο πατέρας προέβηκε σε παράνομη, κατά το άρθρο 3, ενέργεια και ότι τα παιδιά θα πρέπει να επιστραφούν στη Σουηδία. Η διαταγή για παράδοση των ανηλίκων «στην Αιτήτρια ή σε εξουσιοδοτημένο πρόσωπο της» συγκρούεται με τη Σύμβαση εφόσο κατά το άρθρο 19 «[α]πόφαση δυνάμει της Σύμβασης αυτής που αφορά την επιστροφή του παιδιού δεν εκλαμβάνεται ως απόφαση επί της ουσίας οποιουδήποτε θέματος φύλαξης». Ας σημειωθεί πως σύμφωνα με το άρθρο 5 για τους σκοπούς της Σύμβασης «δικαιώματα φύλαξης» περιλαμβάνουν δικαιώματα που αφορούν στην επιμέλεια του προσώπου του παιδιού και ιδίως το δικαίωμα ορισμού του τόπου διαμονής του παιδιού». Η σημασία του διατάγματος επιστροφής, εάν βέβαια η απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου επικυρωθεί, θα έχει ως αποτέλεσμα τα δικαστήρια της Σουηδίας ν' αποκτήσουν δικαιοδοσία ν' αποφασίσουν «επί της ουσίας των δικαιωμάτων φύλαξης» με ανοικτά όλα τα ενδεχόμενα. ΄Ένα από αυτά είναι η ανάθεση της επιμέλειας του προσώπου των παιδιών στον πατέρα και με τόπο διαμονής την Κύπρο. Με άλλα λόγια ό,τι πέτυχε η μητέρα με το διάταγμα επιστροφής είναι ότι η απόφαση «επί της ουσίας των δικαιωμάτων φύλαξης» θα ληφθεί από τα δικαστήρια της Σουηδίας. Αυτή και μόνο είναι η «νίκη» της στο δικαστικό αγώνα που διεξήγαγε. Δεν είναι η ώρα να δρέψει οτιδήποτε. Η απόφαση «επί της ουσίας των δικαιωμάτων φύλαξης» αποτελεί προσδοκία τόσο της ίδιας όσο και του πατέρα είτε η απόφαση ληφθεί από τα δικαστήρια της Σουηδίας είτε, σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λάρνακας. Προχωρώ τώρα στην εξέταση του δεύτερου παράγοντα. (β) Η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης να μη χάσει τη σημασία της. ΄Οσα ανέφερα εξετάζοντας τον πρώτο λόγο προϊδεάζουν την κατάληξη μου και στο δεύτερο. Επιτυχία στην έφεση του πατέρα θα έχει ως άμεσο επακόλουθο το Οικογενειακό Δικαστήριο Λάρνακας να καταστεί αρμόδιο για ν' αποφασίσει «επί της ουσίας των δικαιωμάτων φύλαξης». Παρέθεσα ήδη το ουσιαστικό μέρος του άρθρου 16 της Σύμβασης. Το Οικογενειακό Δικαστήριο Λάρνακας δεν μπορεί ν' αποφασίσει «επί της ουσίας των δικαιωμάτων φύλαξης, μέχρις ότου διαπιστωθεί ότι το παιδί δεν θα επιστρέψει δυνάμει της Σύμβασης», επιτάσσει το άρθρο 16 αυτής (Προστέθηκε έμφαση). Η φράση στην οποία προστέθηκε έμφαση είναι καθοριστικής σημασίας. Το διάταγμα επιστροφής ως απόφαση Οικογενειακού Δικαστηρίου υπόκειται κατά το άρθρο 21 του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου του 1990 (Ν. 23/90)σε έφεση ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου [Βλέπε Κ.7Α
(5)του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Διαδικαστικού Κανονισμού του 1990 όπως τροποποιήθηκε από τον περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Διαδικαστικό (Τροποποιητικό) Κανονισμό του 2002]. Η έφεση έχει ήδη ασκηθεί. Η εγκυρότητα της διαπίστωσης ότι τα παιδιά θα επιστρέψουν στη Σουηδία αμφισβητείται. Θα μπορούσαν τα δικαστήρια της Σουηδίας ν' αποφασίσουν «επί της ουσίας των δικαιωμάτων φύλαξης» προτού κριθεί η τύχη της έφεσης; Η απάντηση είναι αρνητική. Η ανάληψη δικαιοδοσίας από τα δικαστήρια της Σουηδίας «επί της ουσίας των δικαιωμάτων φύλαξης», θα αναιρούσε, σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης τη σημασία της τελευταίας, εφόσο σε τέτοια περίπτωση αρμόδιο ν' αποφασίσει «επί της ουσίας των δικαιωμάτων φύλαξης» θα ήταν το Οικογενειακό Δικαστήριο Λάρνακας και όχι εκείνα. Δε θα αποτολμούσα οποιαδήποτε πρόγνωση ως προς την έκβαση της έφεσης. Οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται θα κριθούν τελεσίδικα από το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο. Θα μπορούσα, ωστόσο, να υποδείξω τις βλαπτικές για τα ανήλικα συνέπειες, εάν δεν ανασταλεί το διάταγμα επιστροφής και στη συνέχεια επιτύχει η έφεση. Το διάταγμα επιστροφής ως απόφαση δικαστηρίου θα είναι κατά το άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60)«δεσμευτική δι όλους τους διαδίκους». Η πλευρά της μητέρας θα επιδιώξει ως ήδη επεδίωξε την άμεση εκτέλεση της. ΄Ενας αχρείαστος και επώδυνος για τα παιδιά ξεριζωμός θα επιβληθεί προκειμένου να επιστραφούν στη Σουηδία και ένας περαιτέρω ξεριζωμός από τη Σουηδία στην Κύπρο θα είναι αναγκαίος προκειμένου τα παιδιά να επανέλθουν στο αρμόδιο, στην περίπτωση εκείνη δικαστήριο για ν' αποφασίσει «επί της ουσίας των δικαιωμάτων φύλαξης». Αυτούς τους επώδυνους ξεριζωμούς είναι που ήθελε να εμποδίσει η διάταξη της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 12 της Σύμβασης εισάγοντας εξαίρεση στην κατά κανόνα διαταγή για επιστροφή του παιδιού, εκεί όπου έχει «αποδειχθεί ότι το παιδί έχει τώρα προσαρμοστεί στο καινούριο περιβάλλον του». Αποδοχή οποιουδήποτε από τους εννέα πρώτους λόγους της έφεσης θα είχε ως ορατό ενδεχόμενο αυτή την εξέλιξη. Με τους πρώτους έξι λόγους αμφισβητείται ότι η Σουηδία ήταν ο συνήθης τόπος διαμονής των παιδιών. Με τον έβδομο και όγδοο αμφισβητείται το εύρημα για παράνομη μετακίνηση τους από τη Σουηδία στην Κύπρο. Με τον ένατο ότι η επιστροφή τους στη Σουηδία «θα τα εκθέσει σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή σε αφόρητη κατάσταση». Η Σύμβαση δεν τυγχάνει εφαρμογής αν οποιοσδήποτε από τους οκτώ πρώτους λόγους ευσταθεί. Σε περίπτωση αποδοχής του ένατου λόγου επιτυγχάνει η υπεράσπιση του άρθρου 13.β της Σύμβασης κατά την οποία το δικαστήριο «δεν δεσμεύεται να διατάξει την επιστροφή του παιδιού». Τέλος με το δέκατο λόγο έφεσης εγείρεται θέμα αμεροληψίας του δικαστηρίου που εξέδωσε το διάταγμα επιστροφής. Τον αναφέρω ως ένα ακόμη λόγο στην έφεση χωρίς να χρειάζεται να προσθέσω οτιδήποτε. Θα ήταν βέβαια παράλειψη να μην γίνει αναφορά στα έξοδα που με βάση το διάταγμα επιστροφής θα επωμιστεί ο πατέρας για την επιστροφή των παιδιών στη Σουηδία και που σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης ενδεχομένως να μην μπορέσει να τα αναζητήσει. Η Σύμβαση απαιτεί ιδιαίτερα μεγάλη ταχύτητα ενεργειών έτσι ώστε να αποτρέπονται ανεπανόρθωτες βλάβες, αντίθετες με το συμφέρον του παιδιού. Είμαι της γνώμης πως η προθεσμία των έξι εβδομάδων του άρθρου 11 της Σύμβασης περιλαμβάνει, σε συστήματα όπου προβλέπεται το ένδικο μέσο της έφεσης, και το στάδιο αυτό. Στηρίζω τη θέση αυτή στη σύσταση του άρθρου 11 για «σύντομες διαδικασίες για την επιστροφή παιδιών» και στην προθεσμία των «έξι εβδομάδων από την ημερομηνία έναρξης των διαδικασιών» του ίδιου άρθρου. Στο δικό μας δικονομικό σύστημα η διαδικασία «αρχίζει με την καταχώρηση εναρκτήριας αίτησης δια κλήσεως που υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση». Η ένσταση καταχωρείται «εντός επτά ημερών από της επίδοσης της αίτησης». Η ακρόαση ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου «διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται στη Διαταγή 39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας». Τέλος «[ε]φεση εναντίον της απόφασης του Δικαστηρίου μπορεί να καταχωρηθεί εντός δεκατεσσάρων ημερών από της έκδοσης της απόφασης» [Βλέπε τον περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Διαδικαστικό Κανονισμό του 1990, όπως τροποποιήθηκε, ΚΚ.7.Α
(1),
(2),
(4)και
(5)]. Η αυστηρή εφαρμογή των προθεσμιών που προβλέπονται στο Διαδικαστικό Κανονισμό σε συνδυασμό με την πρακτική που πολλές χώρες ακολουθούν θα μας έφερνε πολύ κοντά στην προβλεπόμενη από τη Σύμβαση προθεσμία. Εννοώ βέβαια την ανάθεση της εκδίκασης των υποθέσεων αυτής της φύσης σε συγκεκριμένους κατά επαρχία (ή και παγκύπρια) δικαστές, ώστε να είναι απόλυτα εξοικειωμένοι με το μηχανισμό λειτουργίας της Σύμβασης και ν' αποφεύγονται καθυστερήσεις. Εισηγούμαι ακόμη την περαιτέρω τροποποίηση του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Διαδικαστικού Κανονισμού του 1990 με την προσθήκη της παρακάτω επιφύλαξης στο τέλος του Κ7.Α
(5): «Νοείται ότι, σε περίπτωση καταχώρησης έφεσης, η εκτέλεση της απόφασης του Οικογενειακού Δικαστηρίου αναστέλλεται μέχρι την έκδοση απόφασης από το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο.» Η εν λόγω τροποποίηση θα καθιστούσε, σε υποθέσεις αυτής της φύσης, ανενεργό την πρόνοια της Δ.35 Θ.19 με άμεση συνέπεια την επίσπευση των διαδικασιών. Ας σημειωθεί ότι η προθεσμία των έξι εβδομάδων του άρθρου 11 της Σύμβασης δεν είναι ανελαστική, εφόσο η μη τήρηση της παρέχει απλά στον αιτούντα ή στην Κεντρική Αρχή του Κράτους από το οποίο προέρχεται η αίτηση «το δικαίωμα να ζητήσει έκθεση των λόγων της καθυστέρησης». Γίνεται αντιληπτό πως για όσα παραπάνω εξηγώ προτίθεμαι να ασκήσω την εξουσία που μου παρέχεται από το άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 και να διατάξω αναστολή της εκτέλεσης του διατάγματος επιστροφής μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Για όσα όμως παραπάνω εξηγώ και όχι για όσα εκτίθενται στις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις που είτε κρίθηκαν στη διαδικασία έκδοσης του διατάγματος επιστροφής είτε θα κριθούν από το αρμόδιο δικαστήριο ν' αποφασίσει «επί της ουσίας των δικαιωμάτων φύλαξης». Είναι γι' αυτό το λόγο που δεν θα εκδώσω διαταγή ως προς τα έξοδα. Στην υπόθεση Panayiotis Georghiou (Catering) Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας και άλλων,
(1996)1 Α.Α.Δ.(ΙΙΙ) 323 εξετάστηκε το ζήτημα του τρόπου άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε διαφορετικό ζήτημα από το υπό εξέταση. Στην απόφαση της πλειοψηφίας συναντούμε ένα πάντα επίκαιρο και καθοδηγητικό απόσπασμα. Το παραθέτω: «Δεν πρέπει να εκληφθεί πως με τις πιο πάνω υποθέσεις έχει τεθεί ούτε και θα μπορούσε να τεθεί κανόνας γενικής εφαρμογής που θα δέσμευε τη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου στο μέλλον σε σχέση με τη σημασία ορισμένου παράγοντα, ανεξάρτητα από τα υπόλοιπα περιστατικά. ΄Εχει τη θέση της εν προκειμένω, η απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646 στην οποία υιοθέτησε το Ανώτατο Δικαστήριο (Βλ. μεταξύ άλλων, Georghios Char. Fellas and Another v. Elenitsa I. Votsi and Another
(1975)1 C.L.R. 130). Τονίστηκε στην υπόθεση εκείνη ότι ο τρόπος άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου δεν υπόκειται σε νομολογιακής φύσης προϋποθέσεις και εξηγήθηκε πως ενώ είναι συχνά σκόπιμο να διατυπώνονται ενδείξεις ως προς τους παράγοντες που αναμένεται να διαδραματίζουν ρόλο, αυτές δεν συνιστούν κανόνα δικαίου. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε, σε θέματα διακριτικής εξουσίας καμιά υπόθεση δεν αποτελεί αυθεντία για άλλη. Δέσμευση του Δικαστηρίου από προηγούμενη απόφαση ως προς τον τρόπο άσκησης της διακριτικής του εξουσίας, όπως σημειώθηκε, θα απέληγε στην ουσία σε κατάργηση της διακριτικής του εξουσίας.» Με βάση τα παραπάνω θεωρώ πως οι όποιες ενδείξεις διατυπώνονται στην υπόθεση Σάββα δε συνιστούν κανόνα δικαίου και ότι η υποθεση εκείνη δεν αποτελεί αυθεντία για την υπόθεση αυτή. Αισθάνομαι για όσα παραπάνω εξηγώ πως η αίτηση για αναστολή πρέπει να επιτύχει. Εναπομένει να εξετάσω τους όρους της αναστολής που κατά το άρθρο 47 του Ν.14/60 δύναμαι να επιβάλω στον πατέρα [Βλέπε άρθρο 16 του Ν.23/90 και τη Δ.35 Θ.18 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού]. Στην υπόθεση Παναγιώτα Νεοφύτου v. Χρυσάνθη Δημητρίου
(1989)1 Α.Α.Δ.(Ε) 592, στη σλ. 597 αναφέρεται: «Ο συγκερασμός των δύο αρχών επιτυγχάνεται συνήθως με την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους στον ενάγοντα (εξ αποφάσεως δανειστή) όταν το αντικείμενο της απόφασης αποτιμάται σε χρήμα και την παράλληλη παροχή εγγύησης από τον εξ αποφάσεως δανειστή ότι θα επιστρέψει το αντικείμενο της απόφασης ή μέρος του ανάλογα και σύμφωνα με οποιαδήποτε τροποποίηση της πρωτόδικης απόφασης ήθελε διατάξει το Εφετείο.» Στην προκειμένη περίπτωση το αντικείμενο της απόφασης δεν είναι χρήμα. Οι όροι συνεπώς θα πρέπει να συνάδουν με το πνεύμα της Σύμβασης και να είναι βέβαια παιδοκεντρικού χαρακτήρα. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα με το οποίο αναστέλλεται η εκτέλεση απόφασης ημερομηνίας 31.7.08 μέχρι την εκδίκαση της έφεσης νοουμένου ότι:- Α. Ο πατέρας θα υπογράψει εγγύηση ύψους €100.000ότι σε περίπτωση επικύρωσης της πρωτόδικης απόφασης θα μεταφέρει ο ίδιος και με δικά του έξοδα τα ανήλικα τέκνα του Axel Cornelis Palmqvist και Vigot Mio (Lefteris) Palmqvist στη Σουηδία. Β. Ο πατέρας θα τελεί υπό την ίδια εγγύηση για πιστή τήρηση και των παρακάτω επιπρόσθετων όρων: (α) Να μην μεταφέρει τα ανήλικα τέκνα του εκτός της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της Κύπρου χωρίς την προηγούμενη άδεια του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λάρνακας και για το σκοπό αυτό θα παραδώσει κάθε ταξιδιωτικό τους έγγραφο στον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου, για ασφαλή φύλαξη μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Τα ονόματα των ανηλίκων θα τοποθετηθούν στον κατάλογο των προσώπων, των οποίων η έξοδος από την Κύπρο απαγορεύεται. (β) Να παραδώσει κάθε προσωπικό του ταξιδιωτικό έγγραφο στον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου για ασφαλή φύλαξη μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Σε περίπτωση που επιθυμεί να ταξιδέψει εκτός Κύπρου θα του επιστέφονται νοουμένου ότι θα παρουσιάζει εισιτήριο μετ' επιστροφής και υποδεικνύει πρόσωπο προς ικανοποίηση Λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας, που στη διάρκεια της απουσίας του θα επιμελείται του προσώπου των ανηλίκων. (γ) Να επιτρέπει απρόσκοπτη επικοινωνία Λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας με τα ανήλικα σε χρόνο και τόπο που ο Λειτουργός ήθελε σε κάθε περίπτωση αποφασίσει. (δ) Να επιτρέπει καθημερινή τηλεφωνική επικοινωνία της μητέρας των ανηλίκων Urlika Palmqvist μέχρι και 15 λεπτών με το καθένα σε αριθμό που ο πατέρας θα δηλώσει στον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου. (ε) Να επιτρέπει, σε περίπτωση που η μητέρα βρίσκεται στην Κύπρο, καθημερινή επικοινωνία με τα ανήλικα διάρκειας μέχρι και 2 ωρών στην παρουσία Λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας σε τόπο και χρόνο που ο Λειτουργός ήθελε καθορίσει, σε κάθε περίπτωση. Καμιά διαταγή για έξοδα. (Υπ.)....... Σ. Καρατσής, Π.Ο.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.