← Κύπρος

Χριστίνας Κυριακίδη ν. Κυριάκου Κυριακίδη, , 1 Σεπτεμβρίου, 2008

Χριστίνας Κυριακίδη ν. Κυριάκου Κυριακίδη, , 1 Σεπτεμβρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLAR:2008:3 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Δικαιοδοσία Χρήσης Οικογενειακής Στέγης Ενώπιον: Σ. Κ. Καρατσή, Π. Μεταξύ: Χριστίνας Κυριακίδη Αιτήτριας κ α ι Κυριάκου Κυριακίδη Καθ΄ου η Αίτηση Ημερομηνία: 1 Σεπτεμβρίου, 2008. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια: κα Χρ. Αργυρού. Για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Χρ. Κωνσταντίνου Για Καθ΄ου η Αίτηση: κ. Μ. Παναγίδης για κ. Βορκά Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην υπόθεση Chalmers v. Johns

(1998)29 Fam. Law 16 το αγγλικό εφετείο χαρακτήρισε το διάταγμα αποκλεισμού (ousting order) ενός συζύγου από την οικογενειακή στέγη ως δρακόντειο και υπέδειξε πως μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις θα πρέπει να εκδίδεται και βεβαίως όχι εκεί όπου θα επαρκούσε η έκδοση διατάγματος μη παρενόχλησης (non-molestation order). Η υπό εξέταση περίπτωση αφορά συζύγους σε διάσταση. Η κατοικία στην οδό Παύλου Νιρβάνα 6Α στη Λάρνακα αποτελεί κατά το άρθρο 17
(1)του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου του 1990 την οικογενειακή τους στέγη. Στο πλαίσιο εναρκτήριας αίτησης που, στις 5.05.08, κατεχώρησε η σύζυγος για παραχώρηση στην ίδια της αποκλειστικής χρήσης της στέγης και για διάταγμα που να απαγορεύει στον σύζυγο να εισέρχεται σ' αυτή και να παρενοχλεί, υπέβαλε και μονομερή αίτηση για έκδοση ταυτόσημων ενδιάμεσων διαταγμάτων. Η αίτηση εγκρίθηκε την επόμενη μέρα. ΄Οταν ακολούθως ο σύζυγος έλαβε γνώση του ενδιάμεσου διατάγματος αμφισβήτησε την εγκυρότητα του για εννέα λόγους και βεβαίως έφερε ένσταση στη συνέχιση του. Η ακρόαση της αίτησης έγινε στις 20.8.
  1. Ας σημειωθεί ότι δεν περιορίστηκε στις ένορκες δηλώσεις και ό,τι ως τεκμήριο επισυνάπτεται σ' αυτές, αλλά επεκτάθηκε σε αντεξέταση των διαδίκων. Συμφωνούν οι διάδικοι πως είναι αντρόγυνο από το 1984 και ότι μέχρι το 1994 διέμεναν στην Αγγλία, όπου απέκτησαν τα τρία τους παιδιά, το Γιώργο, τον ΄Αγγελο και την Κατερίνα ηλικίας σήμερα 21, 19 και 16 χρόνων αντίστοιχα. Συμφωνούν ακόμη ότι τα προβλήματα στη σχέση τους άρχισαν με την εγκατάσταση τους στην Κύπρο και ιδίως στην οικογενειακή στέγη, «κατά ή περί το 1994» ως η σύζυγος υποστηρίζει ή «περί τον Σεπτέμβριο του 1995», όπως ο σύζυγος ενθυμείται. Συμφωνούν τέλος ότι κοιμούνταν σε ξεχωριστά δωμάτια τουλάχιστο «από τον Ιανουάριο του 2006». Αυτή είναι η θέση του συζύγου. Κατά τη σύζυγο η κατάσταση ανατρέχει στον Ιανουάριο του
  2. Η ως άνω συγκατοίκηση τους τερματίστηκε με το ενδιάμεσο διάταγμα της 06.05.
  3. Από τότε ο σύζυγος φιλοξενείται από το φίλο του Χρήστο Βασιλείου. Η σύζυγος κατεχώρησε την αίτηση διαζυγίου 157/07 «η οποία είναι ορισμένη ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λάρνακας». Η αξίωση του άρθρου 17
(1)του Νόμου γεννιέται με τη διακοπή της συμβίωσης και αποσβέννυται με τη λύση του γάμου [Χριστοδουλου v. Χριστοδούλου
(1996)1 Α.Α.Δ. 260]. ΄Οταν στις 5.05.08 η σύζυγος κατεχωρούσε την εναρκτήρια αίτηση ενεργούσε βέβαια εντός των δικαιωμάτων της. Ο χρόνος όμως στον οποίο επέλεξε να κατάγει τη διαφορά της σε δίκη συνεκτιμάται από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. ΄Οπως επισημαίνεται στο βιβλίο του David Bean, Injunctions, 5η έκδοση, σ. 153: «An ex parte application for ouster should not be made or granted unless there is real immediate danger of serious injury or irreparable damage; it is particularly deplorable when ex parte applications are brought days or even weeks after the last incident of which complaint is made (Practice Direction [1978] 1 WLR 925; G v G [1990] 1 FLR 395). «Μονομερής αίτηση για διάταγμα αποκλεισμού δεν πρέπει να υποβάλλεται ή εγκρίνεται εκτός εάν υπάρχει πραγματικός άμεσος κίνδυνος για σοβαρή βλάβη ή ανεπανόρθωτη ζημιά· ειδικότερα είναι λυπηρό όταν μονομερείς αιτήσεις υποβάλλονται μέρες ή ακόμη βδομάδες μετά το τελευταίο επεισόδιο για το οποίο υποβάλλεται παράπονο (Οδηγία Πρακτικής [1978] 1 WLR 925; G v G [1990] 1 FLR 395).» Ποιο είναι το τελευταίο επεισόδιο για το οποίο παραπονείται η σύζυγος; ΄Οπως διατείνεται στην παρ. 10 της ένορκης δήλωσης της «[κ]ατά ή περί τις αρχές Φεβρουαρίου 2008 ο καθ' ου η αίτηση εγκατέλειψε οριστικά την συζυγική κατοικία και διαμένει σε άγνωστη διεύθυνση». Ωστόσο, μετά την εξέλιξη αυτή αναφέρει στην παρ. 11 «άρχισε να εμφανίζεται κατά διαστήματα και απροειδοποίητα τις πρωινές ώρες». Στη συνέχεια εξειδικεύει πέντε επεισόδια με τελευταίο εκείνο της παρ. 19: «
  1. Στις 29.4.2008 διαπίστωσα ότι ο καθ' ου η αίτηση εγκατέστησε στη συζυγική κατοικία σύστημα παρακολούθησης πιθανόν σε ώρες που εγώ και τα παιδιά μας απουσιάζαμε από το σπίτι». Η περίοδος από τον Φεβρουάριο του 2008 μέχρι 29.4.2008 διαχωρίζεται σε τρείς σαφώς διακριτές φάσεις. Η πρώτη τελειώνει την 19.3.
  2. Η τρίτη αρχίζει την 22.4.
  3. Η δεύτερη είναι ο μεταξύ τους χρόνος. Γι' αυτήν αναφέρει η σύζυγος: «
  4. Ο καθ' ου η αίτηση για κάποιο διάστημα σταμάτησε να εισέρχεται στη συζυγική κατοικία τουλάχιστο τις ώρες που απουσίαζα με τα παιδιά αλλά με παρακολουθούσε κατά τη διάρκεια της εργασίας μου και έβγαζε φωτογραφίες τόσο, εμένα όσο και των πελατών του γραφείου όπου εργάζομαι». Θα επιχειρήσω εκλογίκευση όσων αναφέρει η σύζυγος στην παρ. 15 αφού παραθέσω και το υλικό της παραγράφου
  5. «
  6. Δυστυχώς ο καθ' ου η αίτηση επανήλθε στην προηγούμενη του συμπεριφορά και έχοντας στην κατοχή του κλειδιά της συζυγικής κατοικίας από 22.4.08 Μεγάλη Τρίτη άρχισε να εισέρχεται στην συζυγική κατοικία απροειδοποίητα και να δημιουργεί καβγάδες, να βρίζει και να απειλεί εμένα και τα παιδιά του με αποτέλεσμα να προκαλεί τρόμο και απόγνωση σε εμένα και στα τέκνα μας». Η «προηγούμενη συμπεριφορά» της παραγράφου 16 θα πρέπει ν' αναζητηθεί στη φάση που τελείωσε στις 19.3.
  7. ΄Οταν βέβαια αναφέρει στην παράγραφο 15 ότι «σταμάτησε να εισέρχεται στη συζυγική κατοικία τουλάχιστο τις ώρες που απουσίαζα με τα παιδιά» δεν υπονοεί πως εισερχόταν ενόσω η ίδια και τα παιδιά βρίσκονταν σ' αυτή, εφόσο μετά τις 22.4.08 «επανήλθε στην προηγούμενη του συμπεριφορά» και «άρχισε να εισέρχεται .. απροειδοποίητα και να δημιουργεί καβγάδες». Με τη συλλογιστική της Αιτήτριας η ενέργεια που αποδίδει στον καθ' ου η αίτηση στην παράγραφο 19 της ένορκης δήλωσης της θα πρέπει να έγινε στην τρίτη φάση και ενόσω η ίδια και τα παιδιά βρίσκονταν στο σπίτι, κατάληξη που αναιρεί κάθε λογική δυνατότητα πραγματοποίησης της. Αφήνω που για να έχουν πειστικότητα τα λόγια της αναφέρει εκεί πως ο σύζυγος τοποθέτησε το σύστημα παρακολούθησης πιθανόν (ως εάν να μπορούσε να γινόταν κι αλλιώς) σε ώρες που η ίδια και τα παιδιά απουσίαζαν. Ο σύζυγος αρνείται ότι εγκατέστησε σύστημα παρακολούθησης και στη βάση όσων αναφέρω παραπάνω προτιμώ τη δική του θέση. Την προτιμώ βέβαια και για όσα στη συνέχεια εξηγώ. Η κατάσταση, διατείνεται στην παράγραφο 17 η Αιτήτρια, έφτασε στο απροχώρητο όταν στις 24.4.08 ο σύζυγος εισήλθε στην κατοικία με επιθετικές διαθέσεις και εξύβριζε την ίδια και τα παιδιά. Ωστόσο, κατηγορεί τον σύζυγο για ανάλογη συμπεριφορά για τις 22.4.
  8. Σε ένταση θα πρέπει βέβαια να ήταν ισχυρότερα τα περιστατικά της 19.3.08 και 25.2.08 εφόσο σ' αυτά παραπονείται για υβριστική και απειλητική συμπεριφορά του συζύγου στην παρουσία του ΄Αγγελου και της Κατερίνας αντίστοιχα και που την ώθησαν να προβεί σε καταγγελία στην αστυνομία. Κανένα, φαίνεται, δεν ήταν ικανό να την οδηγήσει σε σκέψεις να διεκδικήσει αποκλειστική χρήση της στέγης. Ας σημειωθεί ότι ο σύζυγος ανταποδίδει τις κατηγορίες. Εκείνη τον ύβριζε στις 19.3.
  9. Τοποθετεί το επεισόδιο το απόγευμα λίγο προτού ο ίδιος αναχωρήσει για υπηρεσία στην πολιτική άμυνα. Εκείνη τον απειλούσε στις 25.2.08, αναφέρει. Γι' αυτό και την κατήγγειλε στην αστυνομία. Αποτελεί ισχυρισμό του συζύγου στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης του πως στις 4.04.08 μαζί με το συνήγορο του συνάντησαν τη σύζυγο και τη συνήγορο της στο γραφείο της τελευταίας και ότι η συνήγορος χαρακτήρισε τη συγκατοίκηση τους «πάρα πολύ δύσκολη». Δεν αντεξετάστηκε ο Καθου η αίτηση γι' αυτόν τον ισχυρισμό. Τον αποδέχομαι και απορρίπτω εκείνο της Αιτήτριας πως δήθεν εγκατέλειψε την συζυγική κατοικία «κατά ή περί τις αρχές Φεβρουαρίου 2008». Οι διάδικοι ήσαν συγκάτοικοι από το 2005, κατά την Αιτήτρια. Ανέμενε πως θα την προειδοποιούσε για να μπει στο σπίτι του; Έτσι εξηγούνται τα κατ' επίφαση παράπονα της πως μετά που «εγκατέλειψε τη συζυγική οικία άρχισε να εμφανίζεται κατά διαστήματα και απροειδοποίητα». Ο Καθ΄ου η αίτηση σύνδεσε τη διακοπή της συμβίωσης του με συνάφεια της Αιτήτριας με άλλο άνδρα, συγγενή του προϊστάμενου της. Τον πρωτοείδε να βρίσκεται στην οικογενειακή στέγη και να πίννει νέσκαφε με την Αιτήτρια όταν ο ίδιος γύρισε από ταξίδι στην Αγγλία. Τον είδε να περιμένει και παραλαμβάνει την Αιτήτρια έξω από την Αρχιεπισκοπή στις 27.10.
  10. Τον σύνδεσε με το επεισόδιο της 19.03.08, παραπονούμενος για διευθέτηση της Αιτήτριας, ώστε ο ξένος άντρας να μεταφέρει το γιο τους στη Λευκωσία. Δεν είναι η ώρα για λεπτομερή αξιολόγηση της μαρτυρίας και διατύπωση ευρημάτων [Jonitexo Ltd v. Addidas Sportschutfabriken Adi Dassler K.G.
(1984), 1AAΔ.263]. Δεν χρειάζεται συνεπώς να καταλήξω καταπόσο η Αιτήτρια διατηρεί ερωτικό δεσμό, ως είναι η θέση της συζύγου, με άλλο άνδρα. Ήταν δικαίωμα της να πάψει να τον αγαπά. Ήταν δικαίωμα της να επιδιώξει (ως επιδιώκει) τη λύση του γάμου της. Δεν έχει όμως το δικαίωμα να μετατρέπει την αξίωση του άρθρου 17
(1)του Νόμου ως εφαλτήριο για το διαζύγιο. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα του καθηγητή L.A.Sheridan, Injunctions & Similar Orders, 1999 «[a]n exclusion order should not be granted as a routine stepping stone on the way to divorce nor on the ground that the marriage has broken down and that there is a tense atmosphere in the matrimonial home.» «το διάταγμα αποκλεισμού δεν παρέχεται ως εφαλτήριο ρουτίνας στην πορεία προς το διαζύγιο ούτε στη βάση ότι ο γάμος έχει καταρρεύσει και ότι υπάρχει κλίμα έντασης στο συζυγικό σπίτι» Βρίσκονται σε διάσταση, κατά την ίδια, από τον Ιανουάριο του 2005. Δεν την αφορά και δεν θα έπρεπε να παραπονείται ότι ο Καθ'ου η αίτηση «κατά ή περί τον Ιούνιο του 2007 άρχισε να εξαφανίζεται για μέρες από την συζυγική κατοικία». Δεν κατανοώ το ενδιαφέρον της για τις απουσίες του «κυρίως από την Παρασκευή μέχρι και την Δευτέρα» [Βλ. παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης]. Κατεχώρησε την αίτηση διαζυγίου 157/07 και ξαφνικά πύκνωσαν τα παράπονα της για τη συμπεριφορά του Καθ΄ου η αίτηση. Αν είχε σοβαρούς λόγους να επιδιώκει την αποκλειστική χρήση της οικογενειακής στέγης θα έπρεπε να προωθούσε την αίτηση 3/06 που κατεχώρησε για τον ίδιο σκοπό. Γιατί παρέλειψε ν' αναφέρει την αίτηση 32/96 που παραδέχτηκε στην ανττεξέταση της πως κατεχώρησε. Γιατί άλλωστε την κατεχώρησε εφόσο τοποθετεί τη διάσταση τους στο Γενάρη του 2005; Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Βουνού v. Βουνού
(1995)1ΑΑΔ 168 στη σ.176 «[ο,]τι ο νομοθέτης επεδίωξε με τις διατάξεις του Άρθρου 17, ήταν ο περιορισμός στο βαθμό του εφικτού των δυσμενών επιπτώσεων για την οικογένεια από τη διακοπή της συμβίωσης». Στην υπο εξέταση περίπτωση είναι και ο Καθού η αίτηση μέλος της οικογένειας. Ωστόσο, από το 1996 βρίσκεται διαρκώς υπό τη δαμόκλειο σπάθη της εξώσεως από την οικογενειακή στέγη. Με το ενδιάμεσο διάταγμα της 6.05.08 η σπάθη έπαψε να επικρέμμαται. Κατέπεσε ήδη, εφόσο ο Καθού η αίτηση βρίσκεται από 10.05.08 έξω από την οικογενειακή στέγη. «Γνώμονας για την άσκηση των εξουσιών του Οικογενειακού Δικαστηρίου βάσει του Άρθρου 17
(1)και
(2)......... είναι η επιείκεια, έννοια συνυφασμένη με τη δικαιοσύνη», υπογραμμίζεται στη υπόθεση Βουνού αμέσως πριν από το απόσπασμα που παρέθεσα παραπάνω. Εδώ απουσιάζουν οι εντάσεις που θα δικαιολογούσαν την έκδοση, ενός τόσο δραστικού διατάγματος. Για να εκδοθεί τέτοιο διάταγμα θα πρέπει ν' αποδειχθούν εντονότερες εντάσεις από ό,τι συνήθως αναμένεται να βιώσει μια οικογένεια στη διαδρομή από τη διακοπή της συμβίωσης προς το διαζύγιο [G v G (Occupatiovi Order: (onduct) [2002] 2 FLR36]. Το διάταγμα αποκλεισμού αποτελεί το έσχατο μέτρο για αντιμετώπιση αφόρητων καταστάσεων [In Re Y (Children) (Occupation Order) [2002] 2 FCR 470 at p.480]. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει πως το διάταγμα αποκλεισμού εκδίδεται «ανεξάρτητα από το ποιος από αυτούς είναι ο κύριος ή έχει απέναντι στον κύριο το δικαίωμα της χρήσης του» ακινήτου, [Άρθρο 17
(1)του Νόμου]. Το γεγονός ότι τέτοιο διάταγμα προσκρούει στο δικαίωμα κυριότητας δε θα πρέπει να εκδίδεται παραμόνο όταν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις που το δικαιολογούν [Chalmers v Johns [1999] 1 FLR392 CA. Βλέπε συναφώς Άρθρο 23 του Συντάγματος]. Υπάρχει βέβαια εδώ σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, εφόσο κατά το άρθρο 17
(1)του Νόμου το δικαστήριο «μπορεί ύστερα από αίτηση ενός από τους συζύγους, ...., να παραχωρήσει στον ένα σύζυγο την αποκλειστική χρήση ολόκληρου ή τμήματος» της οικογενειακής στέγης. Δε βρίσκω όμως να έχει η Αιτήτρια ορατή πιθανότητα επιτυχίας, εφόσο τα όσα καταλογίζει στο σύζυγο της απαντώνται με επάρκεια στην ένσταση και δίδονται πλήρεις εξηγήσεις για τις προθέσεις και στόχους της Αιτήτριας. Άλλωστε και μόνο στη βάση της δικής της ένορκης δήλωσης πολλά δικά της παράπονα αλληλοαναιρούνται ή είναι ασήμαντα. Απουσιάζει όμως και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960. Η φερόμενη ως ένταση στη μεταξύ τους σχέση σχετίζεται περισσότερο με την εκκρεμούσα αίτηση της Αιτήτριας για διαζύγιο. Εφόσο, ο Καθού η αίτηση θεωρεί πως είναι οι δικές της επιλογές που οδήγησαν στη διακοπή της συμβίωσης. Γι' αυτό την παρακολουθούσε έξω από την Αρχιεπισκοπή και γι' αυτό ηχογράφησε συνομιλία της με τον άνδρα, με τον οποίο, ως εκείνος πιστεύει, διατηρεί ερωτικό δεσμό. Η δικαιοσύνη μπορεί ν' απονεμηθεί κατά την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης. Από όσα η Αιτήτρια έθεσε ενώπιον μου τίποτε δε δικαιολογεί την έκδοση του ενδιάμεσου διατάγματος εδώ και τώρα. Η οικογενειακή στέγη θα είναι εκεί και στο στάδιο ακρόασης της εναρκτήριας αίτησης με ανοικτά όλα τα ενδεχόμενα. Η όποια απόφαση μπορεί να ικανοποιηθεί και στο χρόνο εκείνο. Οι μικροεντάσεις για τις οποίες παραπονείται η Αιτήτρια προέκυψαν ως μέρος του σχεδιασμού επιδίωξης ενδιάμεσου διατάγματος. Δεν είχαν δυσμενείς επιπτώσεις στους ίδιους και καμμιά στα παιδιά τους πέραν του ότι γνωρίζουν για τη διακοπή της συμβίωσης από το 2005 και για την εκκρεμούσα διαδικασία λύσης του γάμου τους. Η ηλικία τους τους επιτρέπει να κρίνουν ό,τι βλέπουν και ακούουν, αλλά και να διαισθάνονται και υπολογίζουν τα πέραν αυτών. Για να εκδοθεί ενδιάμεσο διάταγμα θα πρέπει να συντρέχουν και οι τρείς προϋποθέσεις του άρθρου 32 [Οδυσσέως v. Πιερής
(1982)1 ΑΑΔ 557]. Η απουσία των δύο στην προκειμένη περίπτωση επιβάλλει την ακύρωση του διατάγματος της 06.05.
  1. Την ακύρωση του διατάγματος επιβάλλει και δεύτερος λόγος. Είναι η καθυστέρηση που υπήρξε μεταξύ του τελευταίου ισχυριζόμενου επεισοδίου και της καταχώρησης της εναρκτήριας αίτησης. Ας υποδείξει η ίδια το τελευταίο. Με όσα ενόρκως αναφέρει είναι αδύνατος ως εξήγησα ο εντοπισμός του. Ευσταθεί συνεπώς και ο τέταρτος λόγος της ένστασης. Τέλος το ενδιάμεσο διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί γιατί η Αιτήτρια απέκρυψε την αίτηση 32/96 με ταυτόσημο με την παρούσα αντικείμενο. Η παράλειψη της ν' αποκαλύψει την εν λόγω διαδικασία εντάσσεται στις επτά προτάσεις που ο Ralph Gibson L.J. κατέγραψε ως νομικά αξιώματα στην υπόθεση Brinks-Mat v. Elcombe [1988] 3 All ER 188 στη σ.
  2. Ευσταθεί συνεπώς και ο έβδομος λόγος της ένστασης καθώς και ο τρίτος και τέταρτος που σχετίζονται με τη δεύτερη και τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/
  3. Για όλα τα παραπάνω το ενδιάμεσο διάταγμα της 6.05.08 ακυρώνεται. Τα έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του Καθού η αίτηση, εκτός εάν διαφορετικά ήθελε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων. .............. [Υπ.] Σ.Κ. Καρατσής Π.Ο.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.