← Κύπρος

Μαργαρίτας Κωνσταντίνου ν. Κώστα Κολατσή, Αρ. Αίτησης: 49/06, 21 Νοεμβρίου, 2008

Μαργαρίτας Κωνσταντίνου ν. Κώστα Κολατσή, Αρ. Αίτησης: 49/06, 21 Νοεμβρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLAR:2008:4 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Δικαιοδοσία Περιουσιακών Διαφορών Ενώπιον: Σ. Κ. Καρατσή, Π. Αρ. Αίτησης: 49/06 Μεταξύ: Μαργαρίτας Κωνσταντίνου, από τη Λάρνακα Αιτήτριας κ α ι Κώστα Κολατσή, από τη Λάρνακα Καθ΄ου η Αίτηση ------------------------- Ημερομηνία: 21 Νοεμβρίου, 2008. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: κ. Λ. Ιωαννίδης. Για ν΄ ακούσει απόφαση η κα. Ε. Ζέζου Για τον Καθ΄ου η Αίτηση: κ. Μ. Κυριακίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αρχή audi alteram partem έλκει την καταγωγή της στους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης. Είναι γι΄ αυτό που δεν απώλεσε τη σημασία της με την πάροδο του πανδαμάτορα χρόνου και εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να αποτελεί ακατάλυτο αξίωμα. Η αρχή αυτή ενσωματώνεται στο Άρθρο 30 του Συντάγματος της χώρας μας που μεταξύ άλλων διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε προσώπου «να προβάλη τους ισχυρισμούς αυτού ενώπιον του δικαστηρίου και να έχη χρόνον επαρκή διά την προπαρασκευήν τούτων». Είναι για τούτο που η παροχή θεραπείας σε διάδικο χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο ν΄ ακουστεί επιτρέπεται μόνο σε άκρως εξαιρετικές περιπτώσεις που ο νόμος καθορίζει θέτοντας ταυτόχρονα τα κριτήρια παροχής τέτοιας θεραπείας. Έτσι το άρθρο 9

(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου προβλέπει: «9
(1)Κάθε διάταγμα, το οποίο το δικαστήριο έχει εξουσία να εκδόσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο». Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ερμήνευσε πολύ αυστηρά το εδάφιο αυτό. Περιορίζομαι σε ενδεικτική παράθεση ενός αποσπάσματος από την υπόθεση RESOLA (CYPRUS) LTD. V. Χρήστου, Π.Ε. 9610, 31.3.98, στη σ. 7
(1998)1 Α.Α.Δ. 598: «Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσο καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του Εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση». Η ρύθμιση του άρθρου 9
(1)θα βρισκόταν σε αντίθεση με το Σύνταγμα αν απουσίαζε εκείνη του εδαφίου
(3)που προβλέπει: «Κανένα διάταγμα το οποίο εκδόθηκε χωρίς ειδοποίηση δεν θα παραμένει σε ισχύ για χρόνο μεγαλύτερο από τον αναγκαίο για επίδοση ειδοποίησης γι΄ αυτό σε όλους όσους επηρεάζονται από αυτό και για παροχή δυνατότητας σε αυτούς να εμφανιστούν ενώπιον του δικαστηρίου και ενστούν σε αυτό▪ κάθε τέτοιο διάταγμα παύει να ισχύει, μετά τη λήξη της περιόδου αυτής, εκτός αν το Δικαστήριο, αφού ακούσει τους διαδίκους ή οποιοδήποτε από αυτούς, διατάξει διαφορετικά και κάθε τέτοιο διάταγμα τυγχάνει μεταχείρισης κατά την αγωγή όπως το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο». [Βλ. Κώστας Γλυκύς ν. Δήμος Λεμεσού Π.Ε. 10005, 17.12.98]. Το δικονομικό πλεονέκτημα που το άρθρο 9 παρέχει στον ενάγοντα αντισταθμίζεται με την υποχρέωση αποκάλυψης που, σύμφωνα με τη νομολογία, έχει έναντι του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Demstar Limited. V. Zim Israel Navigation Co. Limited και άλλων
(1996), 1 Α.Α.Δ. 597 στη σελ. 601 αναπτύσσονται οι συνιστώσες αυτής της υποχρέωσης: «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. (Βλέπε Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co.
(1965)1 C.L.R. 58. Abdu Ali Altobeiqui v. M/V Nada G. and another
(1985)1 C.L.R. 543. Sekavin S.A. v. Shi "Platon ch"
(1987)1 C.L.R.
  1. Amathus Navigation Co. Ltd. V. Concort Express Liners and others, Αγωγή Ναυτοδικείου 27/93, ημερομηνίας 22 Δεκεμβρίου
  2. Στη Zachariades v. Liveras and others
(1989)1 C.L.R. 437, κρίθηκε υπό το φως της Αγγλικής νομολογίας ότι η μη αποκάλυψη όρου της μεταξύ των μερών συμφωνίας για την παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο της αλλοδαπής συνιστά εκτροπή από την αρχή της πλήρους αποκάλυψης των ουσιωδών γεγονότων και δικαιολογεί την ακύρωση του διατάγματος. Αντίθετα με την απόφαση στη Zachariades (ανωτέρω) και τις αρχές των Αγγλικών αποφάσεων που υιοθετεί, η απόφαση του δικαστηρίου στην Ellinger v. Guinness, Mahom & Co.,
(1939)4 All E.R. 16, τείνει να υποστηρίξει ότι η μη αποκάλυψη πρέπει να συνοδεύεται και από πρόθεση εξαπάτησης (deceit) για να δικαιολογείται η ακύρωση, προσέγγιση που απηχείται και σε δυο πρωτόδικες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Cyprus Potato Marketing Board v. Primiaks (Pacific Violet) και άλλου, υπόθεση αρ. 93/89, ημερομηνίας 28 Μαρτίου 1990 και Sons of Afif Yamout v. Schifahrts - Ges. Elbe M.B.H. & Co, και άλλων, Αγ. Ναυτοδικείου αρ. 11/89 και 12/89, ημερομηνίας 25 Ιουνίου 1990, η κατάληξη της οποίας δεν εγκρίθηκε κατά την αναθεώρηση της. (Βλέπε Sons of Afif Yamout (αναφέρεται πιο κάτω)). Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. (Βλέπε The Andria
(1984)1 All E.R. 1126 (C.A.). The Hagen
(1908)P. 189. Boyce v. Gill
(1981)64 L.T. 824. Brink´s Mat Ltd. Elombe
(1988)1 W.L.R. 1350 (C.A.). Stavros Hotel Appartments Limited και άλλοι ν. Χριστοφόρου και άλλων, Πολιτική Έφεση αρ. 8181, ημερομηνίας 23 Μαρτίου 1995). Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». H υποχρέωση αποκάλυψης δεν είναι το μοναδικό στοιχείο που αντισταθμίζει το δικονομικό πλεονέκτημα του ενάγοντα. Είναι και άλλα. Αρκεί ν΄ αναφερθεί η ανάληψη προσωπικής εγγύησης από τον ενάγοντα ως προαπαιτούμενο της εγκυρότητας του διατάγματος που του παρέχεται «για να εξασφαλιστεί η υποχρέωσή του για αποζημίωση του προσώπου εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα». [άρθρο 9
(2)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Βλ. και Φεσσάς
(1990), 1 Α.Α.Δ. 704]. Οι διάδικοι είναι πρώην σύζυγοι. Ο γάμος τους λύθηκε στις 9.03.05. Με εναρκτήρια αίτηση που η Αιτήτρια κατεχώρησε στις 12.10.06 επιδιώκει τη ρύθμιση των περιουσιακών σχέσεων της με τον Καθ΄ου η Αίτηση. Ανάμεσα στις θεραπείες που αξιώνει είναι: «Α. Δήλωση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι όλη η κινητή και ακίνητη περιουσία την οποία απέκτησαν οι διάδικοι μετά την τέλεση του αρραβώνα των και κατά την διάρκεια της εγγάμου σχέσης των, (συμπεριλαμβανόμενης της διώροφης οικίας με αριθμό 201Β, η οποία ευρίσκεται στον 1ο όροφο άνωθεν της ισόγειας οικίας στην Λεωφ. Φανερωμένης 201, στο Τεμάχιο ΕΠΙ 2875, το οποίο περιγράφεται στο Πιστοποιητικό Ακίνητης Ιδιοκτησίας με Αρ. Εγγραφής 12/3937, Φύλλο 40, Σχέδιο 64W2, Τμήμα 12) ανήκει κατά ½ μερίδιο εξ΄ αδιαιρέτου σε έκαστο εξ΄ αυτών και ότι αυτή έχει αποκτηθεί με την συνεισφορά και/ή συμβολή της Αιτήτριας κατά ½ μερίδιο και/ή σε τέτοιο μερίδιο που το Δικαστήριο θα καθορίσει ότι συνείσφερε στην απόκτηση της η Αιτήτρια. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τον Καθ΄ου η Αίτηση να μεταβιβάσει και να εγγράψει επ΄ ονόματι της Αιτήτριας το ½ μερίδιο και/ή τέτοιο μερίδιο που το Δικαστήριο θα αποφασίσει ότι συνείσφερε και/ή πρόσφερε η Αιτήτρια στην αύξηση και/ή απόκτηση της κινητής και της ακίνητης περιουσίας την οποίαν απέκτησαν οι διάδικοι μετά την τέλεση του αρραβώνα των και κατά την διάρκεια της εγγάμου σχέσης των. Γ. Διαζευκτικά και/ή επιπρόσθετα με τα ανωτέρω, Λ.Κ.450.000 και/ή άλλο ποσό που το Δικαστήριο θεωρήσει ορθό και δίκαιο ως απόδοση της συνεισφοράς της Αιτήτριας στην αύξηση και/ή απόκτηση της κοινής περιουσίας των διαδίκων, κινητής και ακίνητης, την οποία απόκτησαν κατά την διάρκεια της εγγάμου σχέσης των.» Με μονομερή αίτηση της Αιτήτριας ημερομηνίας 25.10.06 το δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα εναντίον του Καθ΄ου η αίτηση με το οποίο εμποδίζεται «να πωλήσει, υποθηκεύσει, μεταβιβάσει, εκοιήσει, δεσμεύσει, επιβαρύνει, διαθέσει και/ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει το μερίδιο που κατέχει και/ή δικαιούται και/ή στο οποίο έχει άμεσο ή έμμεσο συμφέρον επί όλης της κινητής και ακίνητης περιουσίας η οποία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του και, ειδικότερα, επί της κάτωθι περιγραφόμενης περιουσίας, μέχρι την εκδίκαση και τελεία αποπεράτωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτησης και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου:
  1. i)την διώροφη οικία με αριθμό 201Β, η οποία ευρίσκεται στον 1ο όροφο άνωθεν της ισόγειας οικίας στην Λεωφ. Φανερωμένης 201, στο Τεμάχιο ΕΠΙ 2875, το οποίο περιγράφεται στο Πιστοποιητικό Ακίνητης Ιδιοκτησίας με Αρ. Εγγραφής 12/3937, Φύλλο 40, Σχέδιο 64W2, Τμήμα 12)
  2. ii)το χωράφι με αρ. εγγραφής 2/1108 στις 8.2.2005 στο χωριό Αναφωτία, με αρ. εγγραφής 8183 Φύλλο Σχέδιο L/42, τοποθεσία: Κότσιηνες iii) το διαμέρισμα με αρ. 504, στο Μέγαρο Γιάννη Μαρία, στην Λεωφ. Στρατηγού Τιμάγια, στην Λάρνακα, με αρ. εγγραφής 3/1276.
  3. iv)το όχημα μάρκας Jaguar με αρ. εγγραφής ΕΤΚ101,
  4. v)την βάρκα με το όνομα «Paradese" με αρ. εγγραφής LL6720. καθώς και «το ½ αριθμό των μετοχών που κατέχει επί των εταιρειών Macotel Ltd, με αριθμό σύστασης ΗΕ56317 και Macotel Telecommunications Ltd. , με αριθμό σύστασης ΗΕ143382, μέχρι την εκδίκαση και τελεία αποπεράτωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτησης και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.» Ο Καθ΄ου η Αίτηση έλαβε γνώση του διατάγματος στις 2.11.06. Στις 3.11.06, ημερομηνία που το διάταγμα ήταν ορισμένο για αναθεώρηση ο Καθ΄ου η αίτηση δήλωσε την πρόθεση του να καταχωρήσει ένσταση στη συνέχιση της ισχύος του διατάγματος. Πρόθεση που υλοποίησε ένα σχεδόν χρόνο μετά, στις 30.10.07. Στην ένσταση του αμφισβητεί την εγκυρότητα του διατάγματος για πέντε λόγους. Συγκεκριμένα είναι η θέση του πως: «(α) Δεν υπάρχει καλή βάση αγωγής, ούτε αποκαλύπτεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας στις θεραπείες που εξαιτείται η Αιτήτρια στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αίτηση. (β) Το εξαιτούμενο ή/και εκδοθέν διάταγμα αφορά ακίνητα ή/και κινητά ή/και περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν μετά τη διάσταση. (γ) Η Αιτήτρια απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη ή/και ουσιαστικά γεγονότα και στοιχεία με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο ή/και παραπλάνησε το Δικαστήριο εξασφαλίζοντας το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 26.10.2006. (δ) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου ή/και της νομολογίας για έκδοση ενδιάμεσου ή/και προσωρινού διατάγματος ή/και παραβιάσθηκε η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτεί ο νόμος και η νομολογία. (ε) Οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας δεν δύνανται να στηρίξουν την αίτηση.» Το διάταγμα φαίνεται να μην προκαλούσε ιδιαίτερα προβλήματα στον Καθ΄ου η αίτηση μέχρι και τις 13.06.08, εφόσο μέχρι τότε παρατεινόταν, με τη δική του συγκατάθεση, η ισχύς του. Το ζήτημα οδηγήθηκε επιτέλους σε δίκη στις 25.10.08. Περιορίστηκε στις ένορκες δηλώσεις και τα τεκμήρια που επισυνάπτονται. Οι διάδικοι δεν αντεξετάστηκαν στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων τους. Θα επιδιώξω ομαδοποίηση των διαφόρων ζητημάτων σε αναφορά με τις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Εννοείται αυτές που διαλαμβάνονται στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 ως έχουν ερμηνευθεί, κύρια, στην υπόθεση Οδυσσέως ν. Πιερής
(1982)1 Α.Α.Δ.
  1. Παρενθετικά αναφέρω ότι το άρθρο 14Γ του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου του 1991 ως τροποποιήθηκε από τον περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων (Τροποποιητικό) Νόμο του 1998 [Ν.25(Ι)/98] παρέχει εξουσία στο Οικογενειακό Δικαστήριο να εκδίδει «διάταγμα με το οποίο να παρεμποδίζεται ο Καθ΄ου η αίτηση να διαθέσει, να αποξενώσει ή να επιβαρύνει την περιουσία του ή μέρος της». Και τούτο «για σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 14Α» που ως αναφέρεται σ΄ αυτό θεσπίστηκε «[γ]ια σκοπούς καλύτερης εφαρμογής του άρθρου 14». Α. Οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν14/60
  2. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην ακρόαση της εναρκτήριας αίτησης: Χωρίς ν΄ απαιτείται λεπτομερής αξιολόγηση της μαρτυρίας στο στάδιο αυτό, θα πρέπει να εξεταστεί καταπόσο η Αιτήτρια παρουσίασε την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση [Jonitexo Ltd. V. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263]. Το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει τις αξιώσεις της Αιτήτριας είναι η ορθή οπτική γωνία προσέγγισης της μαρτυρίας. Δεν θα ήταν συνεπώς πρόωρο να πω πως εμπίστευμα δημιουργείται όταν το πρόσωπο που διεκδικεί δικαίωμα αποδείξει ότι θα ήταν άδικο για τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη να διεκδικεί αποκλειστικό δικαίωμα κυριότητας πάνω στην περιουσία. Τέτοιο εμπίστευμα υπάρχει όταν αποδεικνύεται 8α) κοινή πρόθεση των μερών ότι θα δικαιούνται σε μερίδιο και (β) το πρόσωπο που διεκδικεί, στηριζόμενο στην κοινή πρόθεση, προβαίνει σε ζημιογόνες για το ίδιο ενέργειες [Βλ. απόφαση του Λόρδου Diplock στην υπόθεση Gissing v. Gissing
(1970)2 All E.R. 780]. H κοινή πρόθεση μπορεί να στηρίζεται σε δηλώσεις του ενός συζύγου προς τον άλλο [Eves v. Eves
(1975)3 All E.R. 768] ή σε συμπεριφορά τους. [Βλ. την υπόθεση Midland Bank Plc v. Dobson and Dobson
(1966)1 F.L.R. 171 C.A. όπως συνοψίζεται στην Grant v. Edwards
(1968)2 All E.R. 426 και την κυπριακή υπόθεση Κληρίδης ν. Σταυρίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 521]. Η αναφορά μου στο εμπίστευμα εξηγείται από όσα η Αιτήτρια αναφέρει στην §26 της εναρκτήριας αίτησης και όσα επαναλαμβάνει στην §28 της ένορκης δήλωσής της: «
  1. Αποτελούσε συμφωνηθέντα όρο και αντίληψη μεταξύ μας, προτού αποκτήσουμε οιανδήποτε περιουσία, ότι όλη η κινητή και ακίνητη περιουσία που θα αποκτούσαμε κατά την διάρκεια του έγγαμου βίου των, θα θεωρείται ότι προέρχεται και από τους δύο και ότι ανήκει και στους δύο σε ποσοστό ίσο με την συνεισφορά τους. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι ο Καθ΄ου η Αίτηση κατέστη καταπιστευματοδόχος μου για την περιουσία και/ή για ποσό ίσο με το ποσοστό της συνεισφοράς μου στην απόκτηση και/ή αύξηση της, και ότι δημιουργήθηκε εξ΄ ερμηνείας καταπίστευμα (constructive trust) για την περιουσία αυτή, με υποχρέωση του Καθ΄ου η Αίτηση για μεταβίβαση και/ή απόδοση του αναλογούντος σε εμένα μερίδιο.» Σε ό,τι αφορά την κατοικία αναφέρει στην §17 της ένορκης δήλωσης: «
  2. Θεωρώ ότι η συζυγική οικία έχει αποκτηθεί με την συνεισφορά και/ή την συμβολή κατά ½ μερίδιο και, ως εκ τούτου, ισχυρίζομαι ότι αυτή ανήκει κατά ½ μερίδιο εξ΄ αδιαιρέτου σε έκαστο σ΄ εμάς, ενώ δικαιούμαι να μου αποδοθεί ολόκληρος ο εξοπλισμός.» Ας σημειωθεί ότι για την κατοικία στοχεύει μόνο σε αναγνωριστική απόφαση εφόσο στην §16 της ένορκης δήλωσης αποκαλύπτει είναι ήδη εγγεγραμμένη κατά ½ μερίδιο στο όνομα τους. Για ποια ακίνητη περιουσία επικαλείται τότε την ύπαρξη εμπιστεύματος; Για το χωράφι στην Αναφωτία και το διαμέρισμα στην οδό Στρατηγού Τιμάγια; Πώς μπόρεσε να διαμορφώσει κοινή πρόθεση με τον Καθ΄ου η αίτηση και πως ήταν δυνατό να προβεί σε οποιαδήποτε ζημιογόνα για την ίδια ενέργεια στη βάση κοινής πρόθεσης εφόσο και τα δύο ακίνητα αποκτήθηκαν μετά τη διακοπή της συμβίωσης τους; Αναφέρεται σε έμμεση συνεισφορά της στην §26 της ένορκης δήλωσης της χωρίς να εξειδικεύει αυτή. Είναι ευεξήγητο πως το εμπίστευμα δεν μπορεί ν΄ αποτελέσει καλή βάση αγωγής για κανένα από τα τρία ακίνητα στα οποία αφορά το διάταγμα. Η Αιτήτρια δεν αποκαλύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην ακρόαση της εναρκτήριας αίτησης ούτε στη βάση της αξίωσης συμμετοχής σε περιουσία κατά το άρθρο 14 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου του 1991 (Ν.232/91). Πέραν της συνεισφοράς της στην κατοικία για την οποία ό,τι αξιώνει το έχει ήδη για κανένα άλλο περιουσιακό στοιχείο δεν αναφέρει την αξία του και ούτε δίνει ένδειξη της συμβολής της. «Το αντικείμενο του διαμοιρασμού είναι η αύξηση της περιουσίας, όχι αυτή τούτη η περιουσία» επισημαίνεται στην υπόθεση Ορφανίδης ν. Ορφανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 179,
  1. Στην εναρκτήρια αίτηση απουσιάζουν τα αναγκαία δεδομένα που να τείνουν έστω να στηρίξουν υπόθεση για αύξηση της περιουσίας του Καθ΄ου η αίτηση. Πολύ περισσότερο όσα απαιτούνται για να προοιωνίζουν έστω την προσδοκία απόδοσης του ½ μεριδίου της στην Αιτήτρια. Σε ό,τι αφορά τις μετοχές των εταιρειών Macotel Ltd. η ένορκη δήλωση της Αιτήτριας φέρνει στο προσκήνιο την πολύ παλαιά, αλλά στοιχειώδη αρχή του εταιρικού δικαίου ▪ ότι ως εταιρεία είναι νομικό πρόσωπο ξεχωριστό και διακριτό από τα μέλη της [Salomon v. Salomon of Co., House of Lords [1897] A.C. 22]. Εάν η Αιτήτρια έχει να παίρνει σε μισθούς πέραν των ΛΚ70.000 ως διατείνεται στην §11 της ένορκης δήλωσης της δεν ευθύνεται ο Καθ΄ου η αίτηση, αλλά η Macotel Ltd. Τέλος η εταιρεία Macotel Telecommunications συστάθηκε κατά την Αιτήτρια μετά τη διάσταση. Εάν περιουσία της Macotel Ltd. Βρίσκεται σήμερα στην Macotel Telecommunications Ltd. Δεν αφορά βεβαίως στην Αιτήτρια υπό την ιδιότητα της ως πρώην συζύγου του Καθ΄ου η αίτηση, αλλά υπό την ιδιότητα της ως συνέταιρου του. Εδώ μόνο οι περιουσιακές διαφορές που απορρέουν από τη σχέση τους ως πρώην συζύγων ενδιαφέρουν.
  2. Έχει η σύζυγος ορατή πιθανότητα επιτυχίας: Η αναφορά μου στο ουσιαστικό δίκαιο που διέπει τις αξιώσεις της συζύγου, η ανάλυση των στοιχείων που συνθέτουν το εμπίστευμα και την αξίωση του άρθρου 14 του Ν.232/41 επιτρέπουν να ελεγχθεί η ποιότητα της μαρτυρίας της συζύγου για να διαφανεί πως δε συγκεντρώνει πιθανότητα επιτυχίας. Η σύζυγος τελεί σε σύγχυση. Παραθέτω την §35 της ένορκης δήλωσης και δε χρειάζεται να προσθέσω οτιδήποτε. «
  3. Με βάση τα ανωτέρω, πιστεύω και συμβουλεύομαι από τον δικηγόρο μου ότι δικαιούμαι το ½ συνολικό μερίδιο όλης της ακίνητης και κινητής περιουσίας (εξαιρουμένου του εξοπλισμού ο οποίος μου ανήκει εξ ολοκλήρου) ήτοι δικαιούμαι το ½ μερίδιο επί της καθαρής αξίας της κοινής ακίνητης και κινητής περιουσίας, συμπεριλαμβανόμενων των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης που ασκεί ο Καθ΄ου η Αίτηση και της εμπορικής εύνοιας, τόσον της περιουσίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του, όσο και αυτής που είναι εγγεγραμμένη στο όνομά της εταιρείας Macotel Ltd. και Macotel Telecommunications Ltd.»
  4. Χωρίς το απαγορευτικό διάταγμα μπορεί να απονεμηθεί δικαιοσύνη στη σύζυγο μετά την ακρόαση της εναρκτήριας αίτησης Η προϋπόθεση αυτή σχετίζεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων υπό το φως των γεγονότων της υπόθεσης [Οδυσσέως ν. Pieris ανωτέρω σ. 570]. Β. Το στοιχείο του επείγοντος Στην υπόθεση Ahmad Zein κ.α. ν. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ. Π.Ε. 10494, 27.4.2000 η καθυστέρηση των 14 μηνών από τη γέννηση της αξίωσης μέχρι της καταχώρηση της αγωγής θεωρήθηκε καλός λόγος για ακύρωση εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος. (Συνέτρεχαν φυσικά και άλλοι λόγοι ακύρωσής του). Στην υπόθεση Χριστάκη Σάββα ν. Παναγιώτα Τηλεμάχου Έφεση Αρ. 138, Δ.Ο.Δ., 20/12.2001, που ας σημειωθεί αφορούσε περιουσιακή διαφορά συζύγων, το πρωτόδικο δικαστήριο θεώρησε την καθυστέρηση των 18 μηνών που μεσολάβησε μεταξύ της διάστασης των συζύγων και της καταχώρησης της αγωγής, χωρίς να παρέχεται από τον ενάγοντα οποιαδήποτε εξήγηση γι΄ αυτή ως στοιχείο που αναιρούσε το επείγον. Στην έφεση το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο αποφάνθηκε: «Η αγωγή καταχωρήθηκε μέσα στην προθεσμία που προβλέπει ο νόμος και ο υπολογισμός του χρόνου, ως παράγοντα για τη διαπίστωση της ύπαρξης καθυστέρησης σε βαθμό που να εξανεμίζει το επείγον του διατάγματος, αρχίζει να προσμετρά, λαμβανομένων υπόψη και άλλων τυχόν παραγόντων, από την ημερομηνία καταχώρησης της εναρκτήριας αίτησης και όχι από το χρόνο που επήλθε η διάσταση». Με βάση την τελευταία απόφαση δεν εγείρεται ζήτημα προτίμησης του τι λέγει ο ένας ή ο άλλος σύζυγος. Η εναρκτήρια αίτηση καταχωρήθηκε στις 12.10.
  5. Η μονομερής στις 25.10.
  6. Με αυτά τα δεδομένα δεν μπορούμε να μιλούμε για την παραμικρή καθυστέρηση. Γ. Μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων Η κυπριακή νομολογία είναι ευθυγραμμισμένη με την αγγλική. Η παράφραση των όσων καταγράφει ο Ralph Gibson L.J. στην υπόθεσηΒrinks-ΜΑΤ v. Elcombe [1988] 3 All E.R. 188, στη σελ. 192 είναι πολύ διαφωτιστική:
(1)Ο ενάγοντας οφείλει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων.
(2)Ποια γεγονότα είναι ουσιώδη αποφασίζεται από το δικαστήριο, όχι από τον ενάγοντα ή το συνήγορό του.
(3)Το καθήκον του ενάγοντα δεν περιορίζεται σε γεγονότα που είναι στη γνώση του αλλά και σ΄ εκείνα που θα περιέρχονταν στη γνώση του, εάν προέβαινε σε έρευνα πριν την καταχώρηση της αγωγής του.
(4)Η έκταση της έρευνας που απαιτείται εξαρτάται από τη φύση της υπόθεσης, τις πιθανές συνέπειες του διατάγματος στον εναγόμενο, το βαθμό του επείγοντος και του χρόνου που έχει στη διάθεσή του για έρευνα.
(5)Το δικαστήριο οφείλει να αποστερήσει τον ενάγοντα από πλεονέκτημα που απεκόμισε εξαιτίας της παράβασης του καθήκοντος του.
(6)Καταπόσο το δικαστήριο θ΄ ακυρώσει το διάταγμα χωρίς να το εξετάσει στην ουσία σχετίζεται άμεσα με τη σπουδαιότητα του αποκρυβέντος γεγονότος.
(7)Το δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να διατάξει τη συνέχιση του διατάγματος ή να εκδώσει άλλο υπό όρους, ανεξάρτητα εάν έχει αποδειχθεί απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος. [Βλ. από τις κυπριακές αποφάσεις μεταξύ άλλων την Demstar Ltd. v. Zim Israel Navigation Co. Ltd. κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597]. Είμαι της γνώμης πως η διαπίστωση του Slade L.J. στην πιο πάνω αγγλική απόφαση αναδεικνύεται ορθή και για τον τόπο μας. Λέγει στη σ. 194: «I have suspected signs of a growing tendency on the part of some litigants against whom ex parte injunctions have been granted, or of their legal advisers, to rush to the R V Kensington Income Tax Comrs principle as a tabula maufragio, alleging material non-disclosure on sometimes rather slender grounds, as representing substantially the only hope of obtaining the discharge of injunctions in cases where there is little hope of doing so on the substantial merits of the case or on the balance of convenience". Δεν είναι η ώρα για λεπτομερή αξιολόγηση της μαρτυρίας και εξαγωγή ευρημάτων σε όλα τα επίδικα. Για σκοπούς συνέχισης του προσωρινού διατάγματος κανένα από τα όσα ο σύζυγος εγείρει δεν είναι ουσιώδες, ακόμη κι αν κατέληγα πως οι ισχυρισμοί του αποτελούν την αλήθεια. Κλείνοντας θα ήθελα να μεταφέρω εδώ ένα απόσπασμα από την υπόθεση Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ. Και άλλως
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, Σ. 1465 - 1466: «Θέλουμε να τονίσουμε ότι η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέτρο συνυφασμένο με την πιθανότητα εξασφάλισης ανάλογης θεραπείας.» Ενόψει όλων των πιο πάνω το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα ακυρώνεται. Η αμέλεια του Καθ΄ου η αίτηση να καταχωρήσει την ένσταση του και η ανοχή που επέδειξε μέχρι την εκδίκαση της μου επιτρέπει να μην εκδώσω διαταγή για έξοδα. Δεν εκδίδεται διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ............. Σ. Κ. Καρατσής, Π. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΠΑΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.