← Κύπρος

DONJIA CAROLYN FORBES BEEDHAM ν. CHARLES WILLIAM OLIVER SMEDLEY, Αρ. Αίτησης: 21/07, 6.11.2008

DONJIA CAROLYN FORBES BEEDHAM ν. CHARLES WILLIAM OLIVER SMEDLEY, Αρ. Αίτησης: 21/07, 6.11.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODPAF:2008:5 ΣΤΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Δικαιοδοσία Περιουσιακών Διαφορών ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Χ"Αθανασίου-Σιαμτάνη, Δ. Αρ. Αίτησης: 21/07 Μεταξύ: DONJIA CAROLYN FORBES BEEDHAM από την Αγγλία και τώρα στην Τάλα Πάφου Αιτήτριας ΚΑΙ CHARLES WILLIAM OLIVER SMEDLEY από την Αγγλία και τώρα στην Τάλα Πάφου Καθ' ου η Αίτηση -------------------- Ημερομηνία: 6.11.2008 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κ. Ευθυμίου με κ. Σιμιλλίδη. Για ν' ακούσει την απόφαση ο κ. Συμιλλίδης. Για Καθ' ου η αίτηση: κ. Κορακίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 11 Μαίου 2007 το Οικογενειακό Δικαστήριο στη βάση μονομερούς αίτησης συνοδευόμενης από ένορκη δήλωση της αιτήτριας εξέδωσε προσωρινό διάταγμα με το οποίο εμποδίζεται ο καθ' ου η αίτηση να πωλήσει, αποξενώσει , διαθέσει , μεταβιβάσει και ή επιβαρύνει με οιονδήποτε τρόπο το ½ του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 6219, τεμάχιο 344 του Φ/Σχ XLV/53 στην Άρμου της επαρχίας Πάφου, μέχρι τελικής εκδίκασης της αίτησης περιουσιακών διαφορών και/ή μέχρι να εμφανιστεί ο καθ' ου η αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου και δείξει λόγο γιατί το διάταγμα να μην εξακολουθήσει να ισχύει. Για να υποστηρίξει την αίτηση της η αιτήτρια προέβαλε τους ακόλουθους ισχυρισμούς: Ότι με τον Καθ' ου η αίτηση τέλεσε πολιτικό γάμο στις 27/5/

  1. Όμως ότι βρίσκεται σε διάσταση μαζί του και ότι έχει ήδη καταχωρηθεί από αυτόν, αίτηση για τη λύση του γάμου τους. Ότι πριν την τέλεση του γάμου τους και γύρω στις 19/5/2004 αγόρασε στο όνομα της με χρήματα που έφερε από την Αγγλία , το επίδικο ακίνητο για το ποσό των Λ.Κ.50.
  2. Επισυνάπτει δε ως τεκμήρια Α και Β το πωλητήριο έγγραφο ως και αντίγραφο του αρχικού τίτλου στο όνομα της. Ισχυρίζεται ακόμη ότι μετά από πιέσεις από τον καθ' ου η αίτηση το ενέγραψε στη συνέχεια στο όνομα του. Ακολούθως αναφέρει ότι στο επίδικο ακίνητο ανήγειραν οι διάδικοι, κατοικία η συνολική αξία της οποίας περιλαμβανομένης και της γης είναι σήμερα Λ.Κ.900.000, περίπου. Επισυνάπτει προς τούτο έκθεση του αρχιτέκτονα. Συνεχίζοντας αναφέρει ότι η αξία του τεμαχίου είναι σήμερα περίπου Λ.Κ.200.
  3. Επίσης ότι το τεμάχιο αποκτήθηκε αποκλειστικά με δικά της χρήματα και ότι συμμετείχε και στα έξοδα ανέγερσης της κατοικίας είτε με την καταβολή χρημάτων είτε με εργασία στο σπίτι, για να διευκολύνει τον καθ' ου η αίτηση. Υποστηρίζει δε ότι η συμμετοχή της στη δημιουργία του περιουσιακού αυτού στοιχείου είναι τουλάχιστον στο ½ της σημερινής αξίας του δηλαδή Λ.Κ.450.
  4. Συνεχίζοντας ισχυρίζεται ότι ο καθ' ου η αίτηση εδώ και μερικές μέρες την πιέζει να δεχθεί όπως της επιστραφεί το αρχικό ποσό των Λ.Κ.50.000 που πλήρωσε για την αγορά του τεμαχίου. Επίσης ότι ο καθ' ου η αίτηση της είπε καθαρά ότι προτίθεται να αποξενώσει το ακίνητο μεταβιβάζοντας το σε νομική οντότητα εκτός Κύπρου , δηλαδή σε εταιρεία καταπιστεύματος. Γι' αυτό και θεωρεί επείγουσα την ανάγκη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος καθότι εάν ο καθ' ου η αίτηση αποξενώσει το ακίνητο δεν θα μπορεί να ικανοποιήσει την απαίτηση της σε περίπτωση που επιτύχει την υπόθεση. Πιστεύει με βάση τα γεγονότα ως τα έχει εκθέσει ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας και συζητήσιμη υπόθεση και ότι είναι ορθό η κατάσταση των πραγμάτων να διατηρηθεί μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης με τη δέσμευση του ακινήτου. Η έκδοση του προσωρινού διατάγματος συνάντησε την αντίδραση του καθ' ου η αίτηση ο οποίος αμφισβήτησε έντονα τα όσα ισχυρίστηκε η αιτήτρια. Καταχώρησε γι' αυτό μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου γραπτή ένσταση, συνοδευόμενη από τη δική του ένορκη δήλωση και από 8 τεκμήρια. Οι λόγοι ένστασης ως διατυπώθηκαν στο κείμενο της παρατίθενται αυτούσιοι. α ) Η αιτήτρια δεν έχει καλή βάση αγωγής. β ) Η αιτήτρια δεν έχει πιθανότητα επιτυχίας στην κυρίως αίτηση με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό. γ ) Δεν υπάρχει κίνδυνος να μην μπορέσει να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη με τον τελικό καθορισμό της κυρίως αίτησης με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό. δ ) Η αιτήτρια δεν ήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια . ε ) Η αιτήτρια απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο. στ) Η αίτηση είναι αντικανονική και παράτυπη. Η δική του εκδοχή ως προς την απόκτηση του επίδικου ακινήτου προβάλλει διαφορετική μέσα στη δική του ένορκη δήλωση. Αυτή έχει ως εξής: Η αιτήτρια δεν είχε οποιαδήποτε συνεισφορά στο εν λόγω κτήμα. Αλλά το κρατούσε ως καταπιστευματοδόχος του. Το εν λόγω κτήμα είναι ο ίδιος που συμφώνησε να το αγοράσει, αλλά επειδή ήταν ήδη ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης περιουσίας στην Κύπρου, ο λογιστής του το συμβούλεψε να το γράψει στη μέλλουσα σύζυγο του για να αποφύγει την πληρωμή του Φ.Π.Α . Η αιτήτρια πάντοτε γνώριζε ότι ο πραγματικός ιδιοκτήτης ήταν ο ίδιος, όταν δε η σχέση τους πλησίαζε στο τέλος συμφώνησε να το μεταβιβάσει στο όνομα του. Αναφορικά με το τίμημα αγοράς του ακινήτου, αναφέρει ότι αυτό συμφωνήθηκε με τους πωλητές ότι θα ανερχόταν στις Λ.Κ.125.
  5. Συμφώνησαν δε ότι θα πλήρωνε τις Λ.Κ.50.000 με τη γραπτή συμφωνία και θα έδινε σε μετρητά ένα επιπλέον ποσό των Λ.Κ.75.
  6. Γι' αυτό έγινε μια γραπτή δήλωση μεταξύ τους, με την οποία αναλάμβανε ο πωλητής να επιστρέψει το ποσό των Λ.Κ.75.000 σε περίπτωση που δεν υπήρχε συμμόρφωση του τις υποχρεώσεις του. Επισυνάπτει προς τούτο το τεκμήριο Α κάποιας συμφωνίας μεταξύ της αιτήτριας και της πωλήτριας εταιρείας. Συνεχίζοντας αναφέρει ότι κατά το 2004 έφερε από το εξωτερικό ένα σημαντικό ποσό χρημάτων . Επίσης ότι πλήρωσε Λ.Κ.5.000 μετρητά με την υπογραφή της γραπτής συμφωνίας . Όμως επειδή δεν είχε απόδειξη για την πληρωμή του εν λόγω ποσού μετά από παράκληση προς τον πωλητή αυτός τον εφοδίασε με κατάσταση δικού του λογαριασμού που δείχνει ότι εκείνη την ημέρα υπήρξε κατάθεση του ποσού αυτού στο όνομα του. Πλήρωσε επίσης το ποσό των Λ.Κ.43.000 με επιταγή με αρ. 04055127 ημερομηνίας 21/7/2004 και ποσό των Λ.Κ. 2.000 με επιταγή με αρ. 05139701 ημερομηνίας 19/1/
  7. Παραθέτοντας περισσότερες λεπτομέρειες αναφέρει ότι στις 19/5/2004 απέσυρε ποσό Λ.Κ.44.500 και Λ.Κ.20.500 από το λογαριασμό του στη Λαïκή Τράπεζα και ότι δανείστηκε επίσης το ποσό των Λ.Κ.14.500 από κάποιο φίλο του ονομαζόμενο Ανδρέα Γρηγοριάδη για το σκοπό αυτό. Και ότι το Δεκέμβριο εξόφλησε το δάνειο που όφειλε στον τελευταίο πληρώνοντας τον με το ποσό των 22.525 στερλινών. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας πώλησε το σπίτι του που είχε από τον Ιούλιο του 2000 έτσι ώστε να έχει διαθέσιμα κεφάλαια για να κτίσει νέα κατοικία . Αυτά τα κεφάλαια τα οποία ήταν πέραν των 577.000 ευρώ πιστώθηκαν στο λογαριασμό του. Για δε την ανέγερση της κατοικίας μέχρι τώρα έχει πληρώσει το ποσό των Λ.Κ.722.194,
  8. Ακολούθως ισχυρίζεται ότι κατά τη διάρκεια της συμβίωσης με την αιτήτρια είχε πληρώσει για όλα τα έξοδα της ιδίας , αλλά και του υιού της. Και ότι αυτά υπολογίζονται στις Λ.Κ.1850 μηνιαίως. Επίσης ότι πλήρωνε και όλα τα περιπλέον έξοδα διακοπών σε διάφορους προορισμούς, τους οποίους περιγράφει στην ένορκη δήλωση του. Ακόμα ότι κατέβαλλε και σημαντικά ποσά για διάφορα μαθήματα σκι σεϊλινγκ του ζευγαριού κ.λ.π. Συνεχίζοντας αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια του γάμου τους ο ίδιος πλήρωνε και οικιακή βοηθό η οποία έκανε το μεγαλύτερο όγκο εργασίας για όλους στο σπίτι. Και ότι στην πραγματικότητα εκείνος έκανε τις περισσότερη εργασία τόσο στο σπίτι και πρόσφερε τα πάντα. Για τα περισσότερα από τα όσα ισχυρίστηκε επισύναψε τα σχετικά έγγραφα τα οποία έγιναν τεκμήρια. Η διαδικασία πήρε μάκρος εφόσον την ένσταση ακολούθησε αίτηση διά κλήσεως για να δοθεί άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από την αιτήτρια . Δεν υπήρξε ένσταση από την άλλη πλευρά έτσι δόθηκε σχετική άδεια από το Δικαστήριο με οδηγίες επίσης για καταχώρηση από τους δικηγόρους του καθ' ου η αίτηση σχετικής απαντητική ένορκης δήλωσης. Αμφότερες οι πλευρές καταχώρησαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Η αιτήτρια αντικρούοντας τα όσα ο καθ' ου η αίτηση ανέφερε, προέβαλε τα ακόλουθα: Ότι ο ισχυρισμός ότι είναι ο καθ' ου η αίτηση που αγόρασε το ακίνητο είναι αναληθής και ότι το επίδικο ακίνητο αγοράστηκε με δικά της χρήματα, τα οποία αποτελούσαν μέρος του τιμήματος πώλησης σπιτιού της στην Αγγλία στο Έσσεξ. Επισύναψε επίσης μια κατάσταση του τραπεζικού της λογαριασμού στην Τράπεζα Άλφα που κατά τους ισχυρισμούς της καλύπτει την περίοδο της πληρωμής και φαίνονται οι πληρωμές του ποσού αυτού. Τέλος, υποβάλλει ότι ο καθ' ου η αίτηση κωλύεται με τη συμπεριφορά του να ισχυρίζεται ότι δεν δικαιούται τίποτε επί του επίδικου ακινήτου, αφού πριν την καταχώρηση των μέτρων αυτών είχε μέσω των δικηγόρων του αναγνωρίσει γραπτώς ότι τουλάχιστον το 33% της αξίας όλου του ακινήτου ήταν δικό της. Επισύναψε σχετική αλληλογραφία, με την οποία κατά τη θέση της ο καθ' ου η αίτηση, ζήτησε διευθέτηση με τη μεταβίβαση στο όνομα της τουλάχιστον του 33% της αξίας του ακινήτου. Στη πιο παραπάνω συμπληρωματική ένορκη δήλωση της αιτήτριας, απάντησε ο καθ' ου η αίτηση. Διαφώνησε με το περιεχόμενο της και υπέβαλε ότι στην κατάσταση λογαριασμού που η ίδια επισύναψε δεν φαίνεται οποιαδήποτε πληρωμή για την αγορά του τεμαχίου γης. Ανέφερε δε ότι τα έσοδα από την πώληση του σπιτιού της στο Έσσεξ χρησιμοποιήθηκαν για την πληρωμή των νομικών εξόδων της υπόθεσης κηδεμονίας του γιού της και όχι για το ακίνητο . Επίσης ότι στην κατάσταση που επισύναψε η αιτήτρια, δεν φαίνεται κατά το χρόνο αγοράς του τεμαχίου να είχε οποιαδήποτε χρήματα στο όνομα της. Ακόμα υποστήριξε ότι η αιτήτρια απέφυγε να δώσει εξήγηση ή λεπτομέρειες των πληρωμών που φαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού και σε ποιόν τις έκαμε. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι η αλληλογραφία του με το τότε δικηγόρος τους που επισυνάφθηκε δεν υποστηρίζει τους ισχυρισμούς της αλλά τους δικούς του. Εκτός από την ανταλλαγή ενόρκων δηλώσεων, απαντήσεων και ανταπαντήσεων, ο δικηγόρος του καθ' ου η αίτηση προχώρησε και σε αντεξέταση της αιτήτριας επί του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων της . Η άλλη πλευρά επέλεξε να μην αντεξετάσει τον καθ' ου η αίτηση και περιορίστηκε στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων. Η αιτήτρια κατά την αντεξέταση της επέμεινε ότι η ίδια έδωσε ποσό Λ.Κ. 50.000 στον καθ' ου η αίτηση για να επενδύσει στο επίδικο κτήμα. Και ότι αυτά τα χρήματα της τα χρησιμοποίησε για την αγορά του κτήματος. Πρόσθεσε ακόμα ότι είχαν συμφωνήσει ότι η ίδια θα δικαιούταν το 1/3 της επίδικης περιουσίας. Ακόμα στις επίμονες ερωτήσεις για την προσφορά της και αν η ίδια εργαζόταν κατά τη διάρκεια του γάμου, ανέφερε ότι 6 μήνες μετά που παντρεύτηκε σταμάτησε από τη δουλειά της αφού ήταν επιθυμία του καθ' ου η αίτηση και ότι ο ίδιος της πλήρωνε το μισθό που θα έπαιρνε εάν δούλευε. Σε ερώτηση του κύριου Κορακίδη γιατί εφόσον η συμφωνία τους ήταν για εγγραφή μόνο του 1/3 στο όνομα της , γράφτηκε ολόκληρο στο όνομα της, απάντησε ότι ο καθ' ου η αίτηση ανησυχούσε ότι θα πλήρωνε Φ.Π.Α. αφού ήδη είχε αγοράσει περιουσία και μετά την πώληση αυτής, θα του μεταβίβαζε τα 2/
  9. Όμως ότι στο τέλος την πίεσε να του μεταβιβάσει το όλο. Αρνήθηκε ακόμα την υποβολή ότι η ίδια δεν έβαλε κανένα ποσό, και επανέλαβε ότι ενώ είχε την ευκαιρία να αγοράσει άλλη περιουσία ο καθ' ου η αίτηση την έπεισε να επενδύσει στο κτήμα αυτό. Οι δικηγόροι των διαδίκων μετά το πέρας της ακρόασης ζήτησαν από το Δικαστήριο όπως υποβάλουν την αγόρευση τους γραπτώς. Αμφότεροι οι δικηγόροι προχώρησαν με λακωνικές αγορεύσεις υποστηρίζοντας ο καθένας τη δική του επιχειρηματολογία. Ο κύριος Ευθυμίου ζήτησε από το Δικαστήριο να οριστικοποιήσει το διάταγμα γιατί συντρέχουν κατά την άποψη του οι προüποθέσεις για την έκδοση του, επίσης γιατί το ακίνητο είναι το μόνο περιουσιακό στοιχείο στο διακανονισμό των περιουσιακών διαφορών των διαδίκων και θα πρέπει να διατηρήσει την κατάσταση των πραγμάτων, μέχρι την αποπεράτωση της κυρίως αίτησης. Επίσης γιατί τυχόν μη οριστικοποίηση του διατάγματος εγκυμονεί κινδύνους για αποξένωση του ακινήτου και μη ικανοποίηση της αιτήτριας σε ενδεχόμενο επιτυχίας της απαίτησης της. Ο κύριος Κορακίδης στην αντίπερα όχθη, κάλεσε το Δικαστήριο να ακυρώσει το διάταγμα καθώς όπως εισηγήθηκε πέραν του γεγονότος ότι η ένορκη δήλωσης της αιτήτριας αντιμάχεται της πρώτης, κατά την αντεξέταση της καταδείχθηκε ότι οι ισχυρισμοί της δεν μπορούσαν να τεκμηριωθούν. Επίσης γιατί η αναφορά σε συμφωνία για εγγραφή του 1/3 μεριδίου στο όνομα της δεν θα μπορούσε να είναι τίποτα παρά ένας κατασκευασμένος ισχυρισμός της τελευταίας στιγμής για να αντιμετωπίσει τη λεπτομερή και ακριβή εκδοχή του καθ' ου η αίτηση. Υπέβαλε τέλος ότι κατά την αντεξέταση της αιτήτριας διεφάνη η απουσία οποιασδήποτε συνεισφοράς από μέρους της ακόμα ότι η αιτήτρια δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που είχε στους ώμους της. Εισηγήθηκε ακόμα ότι η παράλειψη αντεξέτασης του καθ' ου η αίτηση και η αντινομική μαρτυρία της κατέδειξαν το μη γνήσιο της υπόθεσης της αιτήτριας. Νομική Πτυχή Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 ως αυτό έχει τροποποιηθεί παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων. Στην πλούσια νομολογία επί του θέματος, αναλύθηκαν οι τρεις προüποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν για να ασκήσει το Δικαστήριο τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης ενός προσωρινού διατάγματος. Οι τρεις προϋποθέσεις είναι οι ακόλουθες: α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση β ) Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία γ) Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προüπόθεσης, έχει κριθεί πως είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση. Η δεύτερη προüπόθεση απαιτεί από τον αιτητή να δείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας έχει ερμηνευθεί να σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η τρίτη προüπόθεση σχετίζεται με την επάρκεια των αποζημιώσεων. Αν η επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ του αιτητή στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε δεν είναι απαραίτητη η έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Οι παραπάνω προüποθέσεις έχουν αναλυθεί σε έκταση στη νομολογία. [Βλ. Οδυσσέως ν. Pieris Estates

(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Κυτάλα κ. ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 253, Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 255, Μ. & Ch. Mitsingas Tr. Ltd. κ. ά. ν. Timberland Co.
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, Pariko Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co. Ltd. κ. ά.
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015]. Ακόμα αν το Δικαστήριο τελικά αποδεχθεί την ύπαρξη των τριών προüποθέσεων, τότε θα πρέπει να κρίνει με γνώμονα το τι είναι δίκαιο και πρόσφορο, κατά πόσο είναι εύλογο και πρόσφορο να εκδώσει το προσωρινό διάταγμα. Το Δικαστήριο ακόμα σε αυτό το στάδιο, πρέπει να έχει υπόψη του, ότι πρέπει α αποφεύγει να προβαίνει σε διεξοδική εξέταση και διερεύνηση των επίδικων θεμάτων, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. (Βλ Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας v Beogradska Banka DD
(1999), 1A 227 στη σελ. 236 λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον τέως Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Αρτεμίδη όπως ήταν τότε. «Θα επαναλάβουμε, έστω και με κίνδυνο να γίνουμε φορτικοί, πως οι διαπιστώσεις στις οποίες προβαίνουμε γίνονται για τους σκοπούς της εξέταση της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος αντικείμενο της πρωτόδικής απόφασης και έφεσης. Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για ν' αποφασιστούν όταν θα εξεταστεί η ουσία της.» Είναι δε καθιερωμένη αρχή ότι ο αιτητής ο οποίος επιδιώκει μονομερώς ένα προσωρινό διάταγμα πρέπει να προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Πρέπει να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Η σημασία της αποκάλυψης έχει αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων. Το επιστέγασμα της απουσίας αποκάλυψης είναι η κατάργηση του διατάγματος. Το Δικαστήριο αν θεωρήσει ότι η μη αποκάλυψη ήταν ουσιώδης μπορεί να ακυρώσει το προσωρινό διάταγμα που το ίδιο εξέδωσε αρνούμενο ν' ακούσει περαιτέρω τον αιτητή. Για να ακυρώσει δε το διάταγμα θα πρέπει να τα γεγονότα που δεν αποκαλύφθηκαν να ήταν ουσιώδη. Επίσης θα πρέπει να εβρίσκοντο εντός της γνώσης του αιτητή. Βλ. Στυλιανού v Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 583, Γρηγορίου κ.ά. v χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Demstar Ltd. v. Zim Israel Navigation Co. Ltd.
(1996)1 (A) Α.Α.Δ. 597, Μ. & Ch. Mitsingas Tr. Ltd. κ.ά. ν. Timberland Co.
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, Resola (Cyprus) Ltd. v. Χρίστου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 598, Σεβαστού ν. Σεβαστού,
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1980). Ακόμα για να εκδώσει το Δικαστήριο ένα προσωρινό διάταγμα στη βάση μονομερούς αιτήσεως, θα πρέπει να καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος. Εξέταση της αίτησης Προχωρώ λοιπόν να εξετάσω εάν στην παρούσα υπόθεση ικανοποιούνται οι προüποθέσεις για την οριστικοποίηση του εν λόγω διατάγματος. Ο περί Ρυθμίσεως των περιουσιακών Σχέσεων των συζύγων Νόμος 232/1991 όπως έχει τροποποιηθεί, άρθρο 14 προνοεί ότι: «Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος εφόσον συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.» Συνεισφορά σύμφωνα με το σχετικό νόμο «αποτελεί την οποιαδήποτε μορφής συνεισφορά των συζύγων στην απόκτηση ή της δημιουργία περιουσίας και περιλαμβάνει τη φροντίδα της οικογενειακής στέγης και των μελών της οικογένειας.» Η έννοια δε της περιουσίας στο σχετικό νόμο ερμηνεύεται ως εξής: «Περιουσία σημαίνει την κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιονδήποτε από τους συζύγους.» Στην παρούσα περίπτωση είναι παραδεκτό ότι οι διάδικοι είναι σύζυγοι και ότι βρίσκονται σε διάσταση. Επίσης φαίνεται μέσα στις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων και από τα τεκμήρια που επισύναψαν, ότι αγόρασαν το επίδικο ακίνητο στις 19/5/2004 . Ακόμα ότι λίγες μέρες μετά την αγορά του ακινήτου, τέλεσαν και το πολιτικό γάμο τους στο Δημαρχείο της Πάφου. Είναι προφανές ότι η επίδικη περιουσία αγοράστηκε με προοπτική το γάμο μεταξύ των διαδίκων. Είναι ακόμα παραδεκτό αλλά και από το συμβόλαιο για την αγορά της επίδικης περιουσίας ότι συμβαλλόμενη και αγοράστρια του ακινήτου φαίνεται να είναι η αιτήτρια και ότι αρχικά το ακίνητο γράφτηκε στο όνομα της και εκδόθηκε στο όνομα της και σχετικός τίτλος ιδιοκτησίας. Ο καθ' ου η αίτηση όμως σε μια εντελώς διαφορετική εκδοχή, αναφορικά με το λόγο που φαίνεται η αιτήτρια ως αγοράστρια του ακινήτου, προβάλλει με μεγάλη ευκολία ότι ναι μεν φαίνεται ως αγοράστρια η αιτήτρια, αλλά αυτό έγινε σκόπιμα για να αποφευχθεί η πληρωμή του Φ.Π.Α, γιατί ο ίδιος ως κάτοχος ήδη περιουσίας στην Κύπρο δεν δικαιούταν της απαλλαγής από το Φ.Π.Α. Πέραν από αυτή τη δήλωση του αναφέρει και στο Δικαστήριο ότι δεν είχε δηλωθεί και η πραγματική αξία του ακινήτου και ότι το τίμημα αγοράς του ακινήτου ήταν πολύ περισσότερα. Κατά τους δικούς του ισχυρισμούς ανερχόταν στις Λ.Κ.125.000 και όχι Λ.Κ.50.000. Επισυνάπτει ως τεκμήριο Α στην αρχική ένορκη δήλωση, κάποια δήλωση ( declaration) μεταξύ της πωλήτριας εταιρείας και της αιτήτριας για επιστροφή του καταβληθέντος ποσού και επιπλέον ποσού Λ.Κ.75.000 ως αποζημιώσεων, σε περίπτωση που η εταιρεία παρέλειπε να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της βάσει του συμβολαίου. Παρά τις πιο πάνω αποκαλύψεις του καθ' ου η αίτηση, ενόψει του γεγονότος ότι υπάρχει μια διαφορετική θέση τουλάχιστον ως προς το τίμημα , από την άλλη πλευρά, θα ήταν πρόωρη η εξέταση θέματος πιθανής παρανομίας στα πλαίσια ενδιάμεσου διατάγματος χωρίς να εγερθούν επαρκώς και να διευκρινισθούν τα ζητήματα αυτά. (Βλ. Dias Yvan Alfons Katharina και Ευθυμίου
(2000)1 Α.Α.Δ. 2045 για τις επιπτώσεις εμπλοκής των μερών σε παρανομία .) Είναι όμως παραδεκτό ότι μέσα στο επίδικο ακίνητο ανεγέρθη οικοδομή. Σ' εκείνο που διαφωνούν οι διάδικοι είναι ποιος είναι ο πραγματικός αγοραστής του επίδικου ακινήτου , αλλά και αυτός ο οποίος κατέβαλε τα λεφτά για την αγορά του ακινήτου και την ανέγερση της οικοδομής. Επισυνάπτουν δε και οι δύο διάφορα τεκμήρια για να αποδείξουν ο καθένας ότι είναι εκείνος που κατέβαλε το ποσό της αγοράς του ακινήτου, καθώς και ότι απαιτήθηκε για την ανέγερση της οικοδομής εντός αυτού. Διαπιστώνω ότι όντως στις καταστάσεις λογαριασμών που επισύναψε ο καθ' ου η αίτηση, φαίνονται αναλήψεις μεγάλων ποσών, οι περισσότερες πριν την ημερομηνία της αγοράς του επίδικου ακινήτου, ορισμένες δε την ημέρα υπογραφής της συμφωνίας αγοράς του ακινήτου με την αιτήτρια βέβαια να φαίνεται πάντοτε ως συμβαλλόμενη με την πωλήτρια εταιρεία. Από την άλλη πλευρά η αιτήτρια παρουσιάζοντας τη δική της εκδοχή προσκομίζει και η ίδια σχετική κατάσταση λογαριασμού στην οποία φαίνεται ότι ήταν κάτοχος επίσης μεγάλων ποσών και ότι έγιναν σε διάφορες ημερομηνίες αναλήψεις. Εξήγησε ακόμη κατά την αντεξέταση της ότι η ίδια δεν έδωσε απευθείας τα λεφτά της στον πωλητή, για την αγορά του ακινήτου, αλλά εμπιστεύτηκε τα λεφτά της στον καθ' ου η αίτηση για να επενδύσει με την αγορά του κτήματος. Υπάρχουν δηλαδή διαφορετικές εκδοχές ως προς το πως αποκτήθηκε το ακίνητο, το ύψος της αξίας του, ποιος ήταν ο πραγματικός αγοραστής, αλλά και ως προς τις πηγές που προήλθαν τα λεφτά της αγοράς αλλά και της ανέγερσης της οικοδομής εντός του κτήματος. Θα ήταν πρόωρο και παρακινδυνευμένο να αποφάσιζε το Δικαστήριο κατά την εξέταση οριστικοποίησης ενός προσωρινού διατάγματος πάνω στα διαφιλονικούμενα θέματα, πάνω στα οποία θα κριθεί η κυρίως αίτηση. Ούτε σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο προβαίνει σε ευρήματα επί της αξιοπιστίας των διαδίκων. Ακόμα θεωρώ πως θα ήταν πρόωρο να ενδιατρίψει το Δικαστήριο στα στοιχεία των λογαριασμών των διαδίκων αποφασίζοντας για την έκταση και/ ή το μηδενικό της συνεισφοράς στην απόκτηση και αξιοποίηση του επίδικου ακινήτου. Χωρίς να προβαίνω σε αυτό το στάδιο σε ευρήματα επί της αξιοπιστίας των μερών, θα διαφωνήσω με τον κύριο Κορακίδη ότι η μαρτυρία της αιτήτριας υπήρξε αντινομική. Αντίθετα η αιτήτρια επέμεινε τόσο με την πρώτη ένορκη δήλωση της, όσο και με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της αλλά και κατά την αντεξέταση της ότι η ίδια συνέβαλε στην απόκτηση του ακινήτου. Και σημασία στην προκείμενη περίπτωση έχουν οι ισχυρισμοί για συνεισφορά. Η αιτήτρια ακόμα αντέκρουσε τους διάφορους ισχυρισμούς με τη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση, επιμένοντας στους δικούς της ισχυρισμούς καθιστώντας αχρείαστη την περαιτέρω αντεξέταση του καθ' ου η αίτηση. Ο λόγος ένστασης που αφορούσε δε την απόκρυψη στοιχείων δεν προωθήθηκε κατά τις αγορεύσεις. Στο μέτρο δε που η ισχυριζόμενη απόκρυψη έχει να κάμει με τη διαφορετική εκδοχή για τον πραγματικό αγοραστή, το μεγαλύτερο τίμημα του ακινήτου και την αποπληρωμή , εφόσον αυτά αποτελούν διαφιλονικούμενα θέματα δεν μπορεί να λεχθεί ότι υπήρξε μη αποκάλυψη, καθώς υπάρχει μια διαφορετική εκδοχή από την άλλη πλευρά. Στη βάση λοιπόν των παραπάνω, αλλά και των ακόλουθων στοιχείων τα οποία θα αναλύσω πιο κάτω καταλήγω ότι και σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση υπάρχει και ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Ότι το ακίνητο αποτελεί περιουσία η οποία αποκτήθηκε με προοπτική το γάμο των διαδίκων, ότι οι διάδικοι ευρίσκονται σε διάσταση, ότι αγοράστρια του επίδικου ακινήτου φαίνεται βάση συμβολαίου η αιτήτρια και αρχικά εκδόθηκε τίτλος στο όνομα της. Αλλά και τις επιστολές τεκμήρια 2 και 3 στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας, η πρώτη ημερομηνίας 1/10/2005, στην οποία φαίνεται εκ πρώτης όψεως η από κοινού αγορά του ακινήτου. Σημειώνω πως αρχίζει η επιστολή των δύο διαδίκων προς το τότε δικηγόρο τους « We have purchased a plot of land no 644 και συνεχίζει ο καθ' ου η αίτηση... We wish to check that the mortgage is lifted and then have issued the Titled Deeds, to put 67% in my name and 33% in Donjias name." Επίσης τεκμήριο 3 επιστολή του καθ' ου η αίτηση, ημερομηνίας 15/12/2005, επίσης προς τον πρώην δικηγόρο τους για μεταβίβαση στο όνομα της αιτήτριας του 1/3 του ακινήτου, πριν να αρχίσει η ανέγερση της οικοδομής εντός αυτού . Θα εξετάσω στη συνέχεια το τρίτο κριτήριο , δηλαδή τη δυσκολία ή αδυναμίας απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η οποιαδήποτε αποξένωση του ακινήτου θα εξουδετέρωνε και την παραμικρή πιθανότητα για μεταβίβαση οποιουδήποτε μεριδίου επί του εν λόγω ακινήτου, εφόσον το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα δυνάμει του άρθρου 14 Ε του νόμου να εκδίδει διατάγματα μεταβίβασης περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής. Στη προκείμενη περίπτωση είναι το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο των διαδίκων που αρχικά ήταν στο όνομα της αιτήτριας και στη συνέχεια μεταβιβάστηκε κατά τους ισχυρισμούς της, στο όνομα του καθ' ου η αίτηση κατόπιν των πιέσεων του. Αποτελεί δε επίδικο θέμα και αιτούμενη θεραπεία η μεταβίβαση μεριδίου επί του επίδικου ακινήτου. Με βάση λοιπόν τα ανωτέρω, καταλήγω ότι είναι δίκαιο και εύλογο το προσωρινό διάταγμα να συνεχίσει να ισχύει και θα πρέπει να οριστικοποιηθεί. Με την εξής τροποποίηση ότι η δέσμευση θα περιοριστεί στο 1/3 του επίδικου ακινήτου, με βάση δήλωση της αιτήτριας ότι εκείνο που συμφωνήθηκε ήταν η μεταβίβαση στο δικό της όνομα του 1/3 του ακινήτου. Λόγω της μερικής επιτυχίας της αιτήσεως και του περιορισμού της δέσμευσης στο επίδικο ακίνητο θεωρώ ορθό η κάθε πλευρά να επιβαρυνθεί τα δικά της έξοδα. (Υπ.) ................ Κ. Χ"Αθανασίου-Σιαμτάνη, Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.