Γεώργιου Σάββα Αθανασίου ν. Μαρίνας Μερκουρίου Τσιαννή, Αρ. Αίτησης: 1/08, 10.12.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODPAF:2008:7 ΣΤΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Δικαιοδοσία Περιουσιακών Διαφορών Ενώπιον: Κ. X"Αθανασίου-Σιαμτάνη, Δ. Αρ. Αίτησης: 1/08 Μεταξύ: Γεώργιου Σάββα Αθανασίου, από την Πάφο Αιτητή Και Μαρίνας Μερκουρίου Τσιαννή από την Πάφο Καθ' ης η Αίτηση -------------------------------- Προσωρινό Διάταγμα ημερομηνίας 9.1.08 Ημερομηνία: 10.12.2008 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: Κα Χριστοφόρου για κα Κορακίδου Για Καθ' ης η Αίτηση: κ. Αλεξάνδρου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η οριστικοποίηση ή ακύρωση του προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε από το Οικογενειακό Δικαστήριο και αφορά τη δέσμευση του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 1971 που βρίσκεται στο χωρίο Αγία Μαρινούδα στην Πάφο. Στο επίδικο ακίνητο ανεγέρθηκε η συζυγική κατοικία των διαδίκων. Η μονομερής αίτηση στην οποία στηρίχθηκε το αίτημα του για δέσμευση του προαναφερθέντος ακινήτου συνοδευόταν από ένορκη δήλωση του ιδίου του αιτητή στην οποία προέβαλλε τους ακόλουθους ισχυρισμούς. Ότι οι διάδικοι τέλεσαν τον αρραβώνα τους τον Μάϊο του 1995 και θρησκευτικό γάμο στις 13/9/
- Ότι από τις 18/7/2004 βρίσκονται σε διάσταση και στις 13/2/2006 ο γάμος τους λύθηκε από το Οικογενειακό Δικαστήριο. Ότι ο ίδιος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και είναι ακόμα ασφαλιστικός πράκτορας και κέρδιζε κατά μέσο όρο μισθό Λ.Κ.1000, πλέον προμήθειες και Bonus. Ότι η καθ' ης η αίτηση εργαζόταν ως δικηγορικός υπάλληλος με μηνιαίο ποσό Λ.Κ.
- Συνεχίζοντας ο αιτητής αναφέρει ότι από την τέλεση των αρραβώνων τους το 1995 διέμεναν με τους γονείς της καθ' ης η αίτηση και από τον 1999 μετακόμισαν στη συζυγική κατοικία όπου και διέμεναν μέχρι τη διάσταση. Αναφέρει περαιτέρω ότι τα έξοδα του γάμου τους καταβλήθηκαν από προσωπικό του λογαριασμό Λ.Κ.2500 και Λ.Κ.1000 από τον πατέρα του. Επίσης ότι έλαβαν από τον αρραβώνα και το γάμο τους το ποσό των Λ.Κ.12.
- Ακόμα ότι ποσό Λ.Κ.4.500 δαπανήθηκε από δικό του λογαριασμό για ταξίδι 15 ημερών στην Αμερική. Συνεχίζει στην παράγραφο 13 της ένορκης δήλωσης του, με λεπτομέρειες αναφορικά με τις πληρωμές που έκαμαν είτε μαζί είτε ο ίδιος προσωπικά για την ανέγερση της συζυγικής κατοικίας, τα δάνεια τα οποία σύνηψαν από κοινού ή ο ίδιος χωριστά, το κύριο δάνειο που έκαμαν στον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Στέγης, τις δόσεις που αποπληρώθηκαν από τον ίδιο και εκείνες που πληρώθηκαν από την καθ' ης η αίτηση για σκοπούς της ανέγερσης της οικοδομής, κατασκευής των εξωτερικών χώρων και αγοράς της οικοσκευής. Αναφέρει ακόμα ότι εκτός από κάποια δάνεια που έγιναν για σκοπούς ανέγερσης της συζυγικής κατοικίας, χρησιμοποιήθηκαν για το σκοπό αυτό και τα λεφτά του γάμου και των αρραβώνων, επίσης για την αγορά των επίπλων και την κατασκευή των κάγκελων της κατοικίας χρησιμοποιήθηκαν οι προμήθειες τις οποίες προπληρώθηκε από τη δουλειά του. Επισυνάπτει για τα πιο πάνω σχετικά τεκμήρια και καταστάσεις κοινών λογαριασμών στον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Στέγης και στις διάφορες Τράπεζες και Ιδρύματα. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι κατά το χρόνο της διάστασης η συζυγική κατοικία και η οικοσκευή άξιζαν Λ.Κ.255.000, αλλά και ότι η περιουσία της καθ' ης η αίτηση με τη συνεισφορά του κατά το χρόνο του αρραβώνα με προοπτική το γάμο και κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης αυξήθηκε κατά Λ.Κ.85.000 ή το ισάξιο σε ευρώ 145.
- Αναφέρει ακόμα ότι μέχρι πρόσφατα συνομιλούσαν με την Καθ' ης η αίτηση με σκοπό την εξώδικη διευθέτηση της αξίωσης του αλλά αυτή αρνείτο να του επιστρέψει το ποσό των Λ.Κ.85.000 το οποίο αξίωνε. Και ότι αποδεχόταν να του επιστρέψει μόνο ποσό Λ.Κ.25.
- Ζητά τέλος από το Δικαστήριο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα καθώς θεωρεί ότι υπάρχει ορατός κίνδυνος η καθ' ης η αίτηση να επιβαρύνει την επίδικη περιουσία με αποτέλεσμα σε ενδεχόμενη επιτυχία της απαίτησης του να μην μπορεί να ικανοποιηθεί. Γι' αυτό και θεωρεί επείγουσα την έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Η αναγκαιότητα έκδοσης προσωρινού διατάγματος, που αφορούσε την επίδικη ακίνητη ιδιοκτησία, αμφισβητήθηκε έντονα από την καθ' ης η αίτηση η οποία προέβαλε ως λόγους ένστασης στη διατήρηση του προσωρινού διατάγματος τους ακόλουθους, οι οποίοι παρατίθενται αυτούσιοι. (α) Πουθενά δεν προκύπτει από την μαρτυρία και/ή στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, το θέμα του επείγοντος, και περαιτέρω η αίτηση γίνεται πολύ καθυστερημένα ήτοι από τις 18.7.2004 που επήλθε η διάσταση αυτή καταχωρήθηκε τον Ιανουάριο του
- (β) Δεν υπάρχει μαρτυρία που να ικανοποιεί την προϋπόθεση της πιθανότητας μη ικανοποίησης τυχόν εκδοθησομένης τελικής απόφασης του Δικαστηρίου και ούτε κίνδυνος να μην μπορέσει να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη με τον τελικό καθορισμό της κυρίως αίτησης, και δεν υπάρχει ίχνος επιτρεπτής μαρτυρίας και/ή άλλης μαρτυρίας για την αξία του ακινήτου για το οποίο εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα. (γ) Η ένορκη δήλωση του αιτητή που υποστηρίζει την αίτηση του δυνάμει της οποίας εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα εμπεριέχει ψευδή γεγονότα και/ή ανακρίβειες και/ή άσχετα γεγονότα και/ή γεγονότα που δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψιν από το Δικαστήριο. (δ) Ο αιτητής δεν έχει προβεί σε πλήρη και αληθή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων που σχετίζονται με την αίτηση, εσκεμμένα απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και περαιτέρω παραπλάνησε το Δικαστήριο. (ε) Ο αιτητής στην αίτηση του ζητά κατά τρόπον γενικό και αόριστο την έκδοση προσωρινού διατάγματος που να απαγορεύει στην καθ' ης η αίτηση να μεταβιβάσει, δωρίσει, αποξενώσει, διαθέσει, επιβαρύνει καθ' οιονδήποτε τρόπο την κινητή και ακίνητη περιουσία της που εκέκτητο και εδικαιούτο να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης κατά τον χρόνο της διακοπής της συμβίωσης των διαδίκων και ως εκ τούτου η αίτηση του πρέπει να απορριφθεί. (στ) Ο αιτητής δεν προσδιορίζει στην μαρτυρία που υποστηρίζει την αίτηση του: Α. Την οικονομική κατάσταση της καθ' ης η αίτηση. Β. Για ποιο λόγο εάν στο τέλος της ημέρας πετύχει οποιανδήποτε απόφαση δεν θα είναι εφικτό να ικανοποιηθεί αυτή από την καθ' ης η αίτηση. Γ. Ο αιτητής σκοπίμως αποκρύπτει από την αίτησή του ότι η κατοικία ανεγέρθηκε εντός κτήματος της καθ' ης η αίτηση εκτάσεως περίπου 4 δεκάρια και 682 τ.μ., το οποίο είναι οικιστικό, και αντιθέτως ψευδώς αναφέρει ότι κτίστηκε εντός οικοπέδου και κατ' επέκταση με την αίτηση του ζητά να εμποδιστεί όλο το ακίνητο της καθ' ης η αίτηση. Δ. Δεν προσδιορίζεται η συνολική αξία του ακινήτου της οποίας ο αιτητής αιτήθηκε προσωρινό διάταγμα. Ε. Δεν αποκαλύπτει στην αίτηση του ο αιτητής εάν η καθ' ης η αίτηση είχε πρόθεση να αποξενώσει ή επιβαρύνει περιουσία της, γιατί δεν το έπραξε μέχρι σήμερα από την ημερομηνία της διαστάσεως. (ζ) Ο αιτητής δεν προσδιορίζει με σαφήνεια την συνεισφορά στην επαύξηση της περιουσίας της καθ' ης η αίτηση και εντελώς αυθαίρετα αναφέρει το ποσό των Λ.Κ.85.000 (€145.231). (η) Ο αιτητής άστοχα και ψευδώς κάνει αναφορά για έξοδα ταξιδιού και/ή γάμου καθ' ότι δεν υπήρχαν ουσιαστικότερα γεγονότα με τα οποία θα υποστήριζε την αίτηση του. (θ) Ο αιτητής δεν ήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. (ι) Ο αιτητής συμπεριφέρθηκε προς την καθ' ης η αίτηση με τρόπο ιδιαίτερα σκληρό και ανήθικο. (κ) Ο αιτητής δεν έχει πιθανότητα επιτυχίας στην κυρίως αίτηση με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό. (λ) Καμιά από τις προϋποθέσεις που απαιτούνται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίου Νόμου 14/60 δεν πληρούνται και/ή δεν συντρέχουν και/ή δεν έχουν ικανοποιηθεί για την έκδοση προσωρινού διατάγματος. (μ) Η έκδοση και/ή αίτηση για έκδοση του προσωρινού διατάγματος αποτελούν κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από μακροσκελή ένορκη δήλωση της καθ' ης η αίτηση η οποία αμφισβητεί και αρνείται στο μεγαλύτερο μέρος της τους ισχυρισμούς που προέβαλε ο αιτητής για να εξασφαλίσει το προσωρινό διάταγμα. Αναφορικά με την ανέγερση της κατοικίας ισχυρίζεται ότι κατά το τέλος του 1996 με δική της πρωτοβουλία και μόνο ξεκίνησε την ανέγερση κατοικίας εντός ενός κτήματος εκτάσεως 4 δεκαρίων και 682 τ.μ. που της δώρισε ο πατέρας της κατά το 1977 του οποίου και επισύναψε τον τίτλο. Ότι το εν λόγω κτήμα είναι εντός της οικιστικής ζώνης και η αξία του σήμερα ξεπερνά τις 900.000 ευρώ, πράγμα το οποίο ο αιτητής σκόπιμα απέκρυψε και αναληθώς ανέφερε στο Δικαστήριο ότι πρόκειται για οικόπεδο. Ούτε και ανέφερε την πραγματική του αξία . Συνεχίζοντας αναφέρει ότι η συνεισφορά του αιτητή ουσιαστικά στην ανέγερση της κατοικίας της είναι μηδαμινή/ή σχεδόν ανύπαρκτη, καθώς η ανέγερση της κατοικίας της στοίχισε το ποσό των Λ.Κ.72.000 ( 123.019.30 ευρώ ) από τα οποία Λ.Κ. 50.000 και πλέον προέρχονταν από συνεισφορά των γονέων της και/ή περιουσία που της δόθηκε από τους γονείς της, δηλαδή Λ.Κ.7000 ήταν χρήματα που είχε πριν από τον αρραβώνα της με τον αιτητή και ποσό Λ.Κ.41.873.53 το ξόφλησε η ίδια μετά τη διακοπή της συμβίωσης της με τον αιτητή για το χρέος που είχαν στον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Στέγης που έγινε για την κατοικία . Αναφέρει ακόμα ότι το κτήμα που της δώρισαν οι γονείς της το παραχώρησε στη συνέχεια για να εξασφαλίσει χρήματα για εξόφληση του πιο πάνω δανείου. Για δε το υπόλοιπο που στοίχισε η κατοικία, ισχυρίζεται ότι η δική της συνεισφορά τόσο από την εργασία της όσο και από άλλα μέλη της οικογένειας ήταν συντριπτικά μεγαλύτερη από αυτήν του αιτητή. Συνεχίζοντας η καθ' ης η αίτηση αρνείται ότι τα δάνεια που ο αιτητής ανέφερε στην παράγραφο 13 υπό στοιχεία Β, Ε, Ζ, Η και Θ της ένορκης δήλωσης του έγιναν για σκοπούς της κατοικίας και ισχυρίζεται ότι τα χρησιμοποίησε για δικούς του σκοπούς . Ένα από τα δάνεια που αναφέρει το οποίο και περιγράφει, χρησιμοποιήθηκε για αγορά αυτοκινήτου το οποίο ενεγράφη στο όνομα του και σε καμία περίπτωση για τους σκοπούς της κατοικίας. Περαιτέρω δηλώνει ότι τα υπό στοιχεία Α και Γ και Ι της παραγράφου 13 την ενόρκου δηλώσεως του αιτητή, ανταποκρίνονται μερικώς στους ισχυρισμούς του ότι χρησιμοποιήθηκαν για τη συζυγική κατοικία. Προσθέτει όμως σχετικά με τα έπιπλα που αγοράστηκαν για τη συζυγική κατοικία ή από συγγενικά πρόσωπα ότι ο αιτητής κλήθηκε από την πρώτη στιγμή να τα παραλάβει αλλά δεν το έπραξε. Στα παραπάνω στοιχεία ο αιτητής αναφερόταν ότι για την ανέγερση της οικοδομής χρησιμοποιήθηκαν τα δώρα του γάμου και αρραβώνων παρ.13(Α), ποσό το οποίο προπληρώθηκε από προμήθειες που προέρχονταν από τη δουλειά του, παρ. 13( Γ), επίσης στην παρ. 13(Ι ) ισχυριζόταν ότι μέσα στο σπίτι παρέμειναν ορισμένα έπιπλα τα οποία είτε τους δώρησαν η μητέρα και η αδελφή του και ορισμένα τα οποία αγόρασε ο ίδιος. Απαντώντας περαιτέρω στους ισχυρισμούς του αιτητή που προβάλλονταν στην παρ. 13(Δ) της ένορκης του δήλωσης, αναφορικά με τη σύναψη του δανείου ύψους Λ.Κ.40.000, στον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Στέγης, παραδέχεται ότι όντως αυτό το δάνειο το έκαμαν από κοινού για σκοπούς ανέγερσης της κατοικίας, όμως επαναλαμβάνει ότι στο εν λόγω δάνειο κατέβαλε η ίδια το ποσό των Λ.Κ.41.873.53 για εξόφληση μετά τη διακοπή της συμβίωσης με χρήματα που προήλθαν από πηγές που τις ανέφερε λεπτομερώς πιο πάνω. Σχετικά δε με τα χρήματα που ισχυρίζεται ο αιτητής ότι ο ίδιος κατέβαλε πριν τη διακοπή της συμβίωσης, αναφέρει ότι η ίδια είχε μέγιστη συνεισφορά. Πέραν των πιο πάνω ισχυρίζεται ότι η ίδια έκανε προσωπικό δάνειο στην Ελληνική Τράπεζα ύψους Λ.Κ.3500 για σκοπούς της κατοικίας, το οποίο ξόφλησε μετά τη διακοπή της συμβίωσης. Στη συνέχεια της ένορκης της δήλωσης αρνείται τους ισχυρισμούς που προέβαλε ο αιτητής για το ύψος του μισθού του και υποβάλλει ότι ήταν πολύ χαμηλότερος από αυτόν που δηλώνει στην ένορκη του δήλωση. Αναφέρει περαιτέρω ότι ο αιτητής σκόπιμα ανάφερε ψηλό μισθό, με σκοπό να μειώσει τη δική της συνεισφορά στην ανέγερση της κατοικίας. Απορρίπτει ακόμα τους ισχυρισμούς του αιτητή για τα έξοδα που ο ίδιος έκαμε για το γάμο, υποστηρίζοντας ότι ο αιτητής προέβαλε τέτοιους ισχυρισμούς για λόγους εντυπωσιασμού. Και υποβάλλει επίσης ότι ο αιτητής με έντεχνο τρόπο απέφυγε να αναφερθεί στα χρέη που είχε κατά το χρόνο τέλεσης των αρραβώνων, τα οποία απέκρυψε. Ούτε και ανέφερε ότι τα χρέη εξοφλήθηκαν με δική της συνεισφορά. Συνεχίζοντας την ένορκη δήλωση της αρνείται ότι η αξία της κατοικίας και της οικοσκευής κατά το χρόνο της διάστασης ανερχόταν στις Λ.Κ.255.000 και υποβάλλει ότι τέτοιο συμπέρασμα είναι εντελώς αυθαίρετο γενικό και αόριστο. Αρνείται περαιτέρω ότι η περιουσία της κατά τη διάρκεια του γάμου αυξήθηκε κατά Λ.Κ.85.
- Αρνείται στη συνέχεια τους ισχυρισμούς που προβάλλει για τα εισοδήματα του ο αιτητής και ισχυρίζεται ότι το μεγαλύτερο ποσό των εισοδημάτων του κατά τη διάρκεια του γάμου το δαπανούσε σε αγορά μετοχών με μοναδικό σκοπό την επαύξηση της προσωπικής του περιουσίας, πράγμα το οποίο πέτυχε και δηλώνει ότι θα διεκδικήσει ανταπαιτητικά τη δική της συνεισφορά. Αναφορικά με το επείγον της αίτησης υποστηρίζει ότι ο αιτητής καθυστέρησε να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση. Ενήργησε 3½ χρόνια μετά τη διάσταση και ψεύδεται όταν αναφέρει ότι συνομιλούσε μαζί της και τους δικηγόρους της μέχρι πρόσφατα. Παραθέτοντας λεπτομέρειες για τις συζητήσεις που γίνονταν αναφέρει ότι κατά ή περί τον Μάρτιο-Απρίλιο του 2007 ο ίδιος ο αιτητής προέβη σε πρόταση για διευθέτηση, η οποία διελάμβανε πρόνοια για καταβολή του ποσού των Λ.Κ.25.000, το οποίο θα καταβαλλόταν για τα κοινά χρέη και οποιοδήποτε υπόλοιπο παρέμενε από τα κοινά χρέη θα αναλάμβανε εγγράφως να το εξοφλήσει με πλήρη δική της απαλλαγή, πρόταση την οποία η ίδια αποδέχθηκε και από την οποία στη συνέχεια ο αιτητής υπαναχώρησε κατά το τέλος Απριλίου του
- Έκτοτε, όπως αναφέρει, δεν έγιναν οποιεσδήποτε άλλες συζητήσεις. Αρνείται ακόμα ότι γίνονταν οποιεσδήποτε συζητήσεις για καταβολή σε αυτόν ποσού Λ.Κ.85.
- Επισυνάπτει δε φωτοαντίγραφα των διάφορων εγγράφων που αναφέρει. Συνεχίζοντας υποβάλλει ότι τίποτα δεν αναφέρεται από τον αιτητή που να υποστηρίζει το επείγον της αίτησης , ότι δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ότι απεναντίας είναι η ίδια που θα έχει ανταπαίτηση με μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας. Τέλος αναφέρει ότι ο αιτητής κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης της συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο βάναυσο και σκληρό και έχει κατ' επανάληψη προδώσει τη συζυγική πίστη, πράγμα το οποίο απέκρυψε και το οποίο θα παίξει καθοριστικό ρόλο στην έκβαση της υπόθεσης . Ζητά γι' αυτό την απόρριψη της αίτησης και την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος το οποίο έχει εκδοθεί. Αμφότεροι οι συνήγοροι των δύο διαδίκων ζήτησαν όπως αντεξετάσουν τους διαδίκους επί του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων τους. Ο αιτητής κατά την αντεξέταση του επέμεινε ότι είχε συνεισφορά στην ανέγερση της κατοικίας, αλλά και στην αγορά της οικοσκευής. Επίσης ότι τα δάνεια που έκαμε χρησιμοποιήθηκαν για την κατοικία τους. Αρνήθηκε τις επίμονες υποβολές του συνηγόρου της καθ' ης αίτηση ότι το εν λόγω κτήμα είναι χωράφι και επέμεινε ότι είναι οικόπεδο, ότι μάλιστα οι διάδικοι είχαν υποβάλει άδεια για διαχωρισμό. Αναφορικά με την έκταση του κτήματος παραδέχθηκε ότι αυτό μπορεί να είναι μεγάλης έκτασης, αλλά ότι δεν γνώριζε ακριβώς την έκταση αυτή. Ανέφερε δε πως δεν θα είχε κανένα πρόβλημα να εμποδιστεί μέρος του ακίνητου που αντιστοιχεί στην απαίτηση του. Εξήγησε ακόμα πως κατέληξε στον υπολογισμό της δικής τους συνεισφοράς και στο ποσό που ανέφερε στην ένορκη του δήλωση ως αξία της συζυγικής κατοικίας και της οικοσκευής κατά τη διάσταση. Ερωτηθείς για την καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης, παραδέχθηκε ότι δεν ενήργησε αμέσως, με δικό του κίνδυνο να αποξενωθεί στο χρόνο που διέρρευσε το κτήμα, αλλά όπως εξήγησε αυτό το έκανε γιατί οι διάδικοι βρίσκονταν σε διαπραγματεύσεις, με τελευταία προσπάθεια για φιλικό διακανονισμό, έξι μήνες πριν την καταχώρηση της αίτησης του, για την επίλυση των περιουσιακών τους διαφορών με εκατέρωθεν προτάσεις. Συμφώνησε δε πως το ναυάγιο των προσπαθειών τους μπορεί να έλαβε χώρα κατά τον Απρίλιο του
- Η καθ' ης η αίτηση αντεξεταζόμενη επέμεινε ότι το κτήμα στο οποίο ανεγέρθηκε η κατοικία είναι ακόμη χωράφι και ότι ποτέ δεν είχε υποβληθεί αίτηση για να διαχωριστεί, ότι είναι μεγάλης αξίας και ότι σκόπιμα ο αιτητής το απέκρυψε αυτό. Ερωτηθείσα αν ο αιτητής είχε οποιαδήποτε συνεισφορά απάντησε τα ακόλουθα. «Το μόνο που αποδέχομαι για τον πελάτη σας είναι για το δάνειο στον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Στέγης, που πληρώθηκαν κάποιες δόσεις πριν τις Λ.Κ.42.000 που πλήρωσα μετά τη διάσταση, όμως διαφωνώ ως προς τους ισχυρισμούς του για τα ποσά που πλήρωσε πέραν τούτου. Πέραν τούτου αποδέχομαι ως προς τα δώρα γάμου ότι από το ποσό των Λ.Κ.12.500 αφαιρέθηκαν τα έξοδα του γάμου, το ταξίδι στην Αμερική και παρέμεινε ένα ποσό των Λ.Κ.5000 ή Λ.Κ.6000 το οποίο χρησιμοποιήθηκε για την ανέγερση της οικοδομής». Σε ερώτηση αν εκτός από τις Λ.Κ.42.000 πληρώθηκε και ένα άλλο ποσό Λ.Κ.18.550 πριν τη διάσταση και ποια ήταν η συνεισφορά του αιτητή στο ποσό αυτό, αποδέχθηκε ότι πληρώθηκε το ποσό αυτό και ανέφερε ότι η συνεισφορά του αιτητή «ήταν εξίσου», περίπου στα μισά όπως και η δική της. Αρνήθηκε όμως την υποβολή ότι η συμβολή του αιτητή σε αυτό το ποσό ήταν του ύψους των Λ.Κ.13.
- Εξήγησε περαιτέρω ότι υπήρχε ένας λογαριασμός στην Λαϊκή Τράπεζα, σε αυτό υπήρχε τραπεζική εντολή και πληρωνόταν ποσό Λ.Κ.350 κάθε μήνα η δόση του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Στέγης. Ότι η ίδια ανελλιπώς κατέθετε τα χρήματα από το μισθό της ενώ ο αιτητής δεν κατέθετε πάντα . Ανέφερε ακόμα ότι το ποσό της κατάθεσης στο λογαριασμό δεν ήταν σταθερό. Ήταν αναλόγως με τις ανάγκες που είχαν σαν οικογένεια. Μπορούσε αυτό όπως είπε να είναι 100 ή 150 λίρες . Συνεχίζοντας ανέφερε ότι υπήρχαν φορές που έδινε και μετρητά λεφτά και ότι και ο ίδιος της έδινε κάποτε . Λειτουργούσαν, όπως ανέφερε, σε αυτό το λογαριασμό μαζί, έδινε λεφτά ο ένας ή ο άλλος, υπήρχαν δε πολλές φορές που ο αιτητής δεν κατέθετε ενώ ή ίδια κατέθετε κάθε μήνα. Αρνήθηκε στη συνέχεια την υποβολή ότι ο αιτητής κέρδιζε πολύ περισσότερα λεφτά και προμήθειες και επέμεινε στη θέση της ότι δεν είχε ο αιτητής σταθερό μισθό. Ερωτηθείσα αν ο αιτητής είχε άλλη συνεισφορά εκτός από την παραπάνω συνεισφορά την οποία ανέλυσε απάντησε «Όχι είπαμε για το δάνειο του Οργανισμού και τα δώρα γάμου αυτή και μόνο». Η αντεξέταση επεκτάθηκε και στο θέμα αγοράς των επίπλων των διαφόρων εξωτερικών κατασκευών του σπιτιού και τα υπόλοιπα δάνεια που ισχυρίστηκε ο αιτητής ότι έκανε για την ανέγερση της οικοδομής. Η καθ' ης η αίτηση επέμεινε ότι όλα τα έκανε για δικούς του σκοπούς και ότι δεν είχαν καμία σχέση με την ανέγερση της κατοικίας. Πρόσθεσε ακόμα ότι ο ίδιος ασχολείτο ενεργά με το χρηματιστήριο, άνοιξε χρηματιστηριακό γραφείο το οποίο όμως χρεοκόπησε και η ίδια μάθαινε τα νέα από τρίτους. Τέλος αρνήθηκε ότι η συζυγική εστία άξιζε κατά το χρόνο της διάστασης Λ.Κ.255.000 και υπέβαλε ότι η αναφερθείσα απ' αυτόν αξία όπως κατά τη θέση της αποδείχθηκε και κατά την αντεξέταση του ήταν αυθαίρετη, γενική χωρίς να προηγηθεί γι' αυτήν οποιαδήποτε εκτίμηση. Απέρριψε δε κατηγορηματικά ότι η συνεισφορά του αιτητή ήταν της έκτασης των Λ.Κ.85.
- Οι διάδικοι μετά το πέρας της αντεξέτασης ζήτησαν χρόνο για να υποβάλουν τις αγορεύσεις τους. Η κυρία Κορακίδου στη δική της επιχειρηματολογία αγόρευσε υπέρ της αναγκαιότητας οριστικοποίησης του διατάγματος. Υπέβαλε ότι ο αιτητής στα πλαίσια της διαδικασίας εκδίκασης της αίτησης για έκδοση του προσωρινού διατάγματος και στο μέτρο που το βάρος απόδειξης τον βάρυνε έχει αποδείξει τις προϋποθέσεις που απαιτεί ο νόμος. Ότι από όσα έχει αναφέρει αλλά και όσα προέκυψαν από την αντεξέταση και τις διάφορες παραδοχές προκύπτει ότι ο αιτητής είχε συνεισφορά στην ανέγερση της οικοδομής, ότι έχει γι' αυτό ορατότητα επιτυχίας, ενώ η επίδικη περιουσία υπάρχει ενδεχόμενο ανά πάσα στιγμή να αποξενωθεί. Υπέβαλε ακόμα ότι εφόσον το ακίνητο αποτελεί ενιαίο τεμάχιο η δέσμευση ολοκλήρου τούτου ήταν αναπόφευκτη. Ο κύριος Αλεξάνδρου στον αντίποδα, υπέβαλε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις έκδοσης του διατάγματος και ζήτησε την ακύρωση του. Πρώτον γιατί υπήρξε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων και παραπλάνηση του Δικαστηρίου, ως προς τη φύση του αντικειμένου . Γιατί ο αιτητής εσκεμμένα παρουσίασε το ακίνητο ως οικόπεδο, ενώ επρόκειτο για χωράφι μεγάλης εκτάσεως, το οποίο δεν είχε διαχωριστεί, της τάξεως των 4 ½ σκάλων. Ότι ο αιτητής σκόπιμα αποσιώπησε την αξία του η οποία ανέρχεται σήμερα στις 900.000 ευρώ, για να επιτύχει τη δέσμευση ολόκληρου του ακινήτου . Υπέβαλε ακόμα ότι το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να περιορίσει τη δέσμευση σε τμήμα του ακινήτου, αφού ο αιτητής δεν παρουσίασε μαρτυρία για οποιαδήποτε αξία. Ακόμα υποστήριξε ότι δεν μπορεί να ειπωθεί ότι αυτό που δεσμεύθηκε αποτελεί την επίδικη περιουσία. Και ότι τότε μόνο θα μπορούσε να συζητηθεί κάτι τέτοιο εάν η συγκεκριμένη κατοικία είχε ανεγερθεί σε κάποιο οικόπεδο, όχι σε ένα τόσο μεγάλο κτήμα. Τόνισε ακόμα ότι δεν καταδείχθηκε το επείγον του αιτήματος. Ότι από το ιστορικό της υπόθεσης φαίνεται ότι ο αιτητής δεν ενήργησε αμέσως, αλλά 3 ½ χρόνια μετά τη διάσταση και πολύ αργότερα από την τελευταία προσπάθεια για φιλικό διακανονισμό. Και ότι υπήρξε ολιγωρία στην προώθηση της υπόθεσης του. Σχολιάζοντας σχετική απόφαση στην υπόθεση Τσιολάκκη κ.α. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782 την οποία επικαλέστηκε η άλλη πλευρά για το θέμα αντιμετώπισης του επείγοντος όταν αφορά το αντικείμενο της αγωγής, εισηγήθηκε ότι τέτοια απόφαση δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση, αφού σ' εκείνη την περίπτωση το θέμα είχε να κάμει με το αντικείμενο της απαίτησης και δεν διεκδικείτο κάποιο ποσοστό ή μερίδιο. Υπέβαλε ακόμα ότι ο ίδιος ο νόμος παρέχει στον αιτητή επιπρόσθετη θεραπεία σε περίπτωση που θα πετύχει στην απαίτηση του με το άρθρο 14Γ
(2), το οποίο δίδει εξουσίες στο Δικαστήριο να ακυρώσει κάθε μεταβίβαση ή επιβάρυνση που έγινε με πρόθεση καταστρατήγησης του 14Α του νόμου. Περαιτέρω υπέβαλε ότι ο αιτητής δεν έχει ικανοποιήσει την προϋπόθεση της ορατής πιθανής ορατότητας επιτυχίας, επίσης ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη την ανταπαίτηση της καθ' ης η αίτηση καθώς είναι δεδομένο ότι ο ίδιος απέκτησε περιουσία κατά τη διάρκεια του γάμου την οποία απέκρυψε. Παραπέμποντας περαιτέρω σε νομολογία υπέδειξε ότι ακόμα και αν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινού διατάγματος, εντούτοις ακυρώθηκαν διατάγματα καθώς η καθυστερημένη προώθηση της διαδικασίας θεωρήθηκε μοιραία. Νομική Πτυχή Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 ως αυτό έχει τροποποιηθεί παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Στην πλούσια νομολογία επί του θέματος, αναλύθηκαν οι τρεις προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν για να ασκήσει το Δικαστήριο τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης ενός προσωρινού διατάγματος. Οι τρεις προϋποθέσεις είναι οι ακόλουθες: α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση β ) Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία γ) Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, έχει κριθεί πως είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση. Η δεύτερη προϋπόθεση απαιτεί από τον αιτητή να δείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας έχει ερμηνευθεί να σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η τρίτη προϋπόθεση σχετίζεται με την επάρκεια των αποζημιώσεων. Αν η επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ του αιτητή στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε δεν είναι απαραίτητη η έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Οι παραπάνω προϋποθέσεις έχουν αναλυθεί σε έκταση στη νομολογία. [Βλ. Οδυσσέως ν. Pieris Estates
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Κυτάλα κ. ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 253, Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 255, Μ. & Ch. Mitsingas Tr. Ltd. κ. ά. ν. Timberland Co.
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, Pariko Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co. Ltd. κ. ά.
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015]. Ακόμα αν το Δικαστήριο τελικά αποδεχθεί την ύπαρξη των τριών προϋποθέσεων, τότε θα πρέπει να κρίνει με γνώμονα το τι είναι δίκαιο και πρόσφορο, κατά πόσο είναι εύλογο και πρόσφορο να εκδώσει το προσωρινό διάταγμα. Το Δικαστήριο ακόμα σε αυτό το στάδιο, πρέπει να έχει υπόψη του, ότι πρέπει α αποφεύγει να προβαίνει σε διεξοδική εξέταση και διερεύνηση των επίδικων θεμάτων, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. (Βλ Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Είναι δε καθιερωμένη αρχή ότι ο αιτητής ο οποίος επιδιώκει μονομερώς ένα προσωρινό διάταγμα πρέπει να προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Πρέπει να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Η σημασία της αποκάλυψης έχει αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων. Το επιστέγασμα της απουσίας αποκάλυψης είναι η κατάργηση του διατάγματος. Το Δικαστήριο αν θεωρήσει ότι η μη αποκάλυψη ήταν ουσιώδης μπορεί να ακυρώσει το προσωρινό διάταγμα που το ίδιο εξέδωσε αρνούμενο ν' ακούσει περαιτέρω τον αιτητή. Για να ακυρώσει όμως το διάταγμα θα πρέπει τα γεγονότα που δεν αποκαλύφθηκαν να ήταν ουσιώδη. Επίσης θα πρέπει να βρίσκονταν εντός της γνώσης του αιτητή. Βλ. Στυλιανού v Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 583, Γρηγορίου κ.ά. v Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Demstar Ltd. v. Zim Israel Navigation Co. Ltd.
(1996)1 (A) Α.Α.Δ. 597, Μ. & Ch. Mitsingas Tr. Ltd. κ.ά. ν. Timberland Co.
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, Resola (Cyprus) Ltd. v. Χρίστου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 598, Σεβαστού ν. Σεβαστού,
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1980). Ακόμα για να εκδώσει το Δικαστήριο ένα προσωρινό διάταγμα στη βάση μονομερούς αιτήσεως, θα πρέπει να καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος. Εξέταση της αίτησης Προτού προχωρήσω στην εξέταση της τήρησης των τριών προϋποθέσεων, θα σταθώ στο θέμα της απόκρυψης ως ένα θέμα θεμελιώδους σημασίας. Ο κύριος Αλεξάνδρου έδωσε έμφαση στο θέμα της φύσης του ακινήτου του οποίου ζητήθηκε η δέσμευση. Όπως έχει τονιστεί στη νομολογία θα πρέπει τα γεγονότα τα οποία δεν αποκαλύφθηκαν να ήταν ουσιώδη. Το ερώτημα που τίθεται σε αυτή την περίπτωση είναι αν η μη αποκάλυψη του γεγονότος ότι η συζυγική κατοικία δεν βρίσκεται εντός κάποιου οικοπέδου, αλλά ενός μεγάλου χωραφιού , θα επενεργούσε διαφορετικά στην κρίση του Δικαστηρίου. Πέραν από το γεγονός ότι υπάρχει διαφωνία ως προς τη φύση του τεμαχίου στο οποίο βρίσκεται η κατοικία, με δεδομένο ότι η καθ' ης η αίτηση επισύναψε σχετικό τίτλο το επίδικου ακινήτου, παλαιό βέβαια του 1977, ο οποίος και δεν αμφισβητήθηκε η δε περιγραφή του ακινήτου φαίνεται ως χωράφι, θα δεχθώ ότι η επίδικη οικοδομή βρίσκεται εντός χωραφιού και όχι οικοπέδου, όμως ο χαρακτηρισμός του ακινήτου ως οικοπέδου δεν θα αλλοίωνε την εικόνα των πραγμάτων μια και για την έκδοση του διατάγματος το Δικαστήριο έλαβε σοβαρά υπόψη ότι εκείνο το οποίο ζητείται να δεσμευτεί είναι το αντικείμενο της αγωγής. Η αναφορά στην έκταση βέβαια θα βοηθούσε στο Δικαστήριο να περιορίσει τη δέσμευση σε κάποιο μερίδιο του ακινήτου. Επομένως η μη αναφορά στη φύση του ακινήτου του οποίου ζητείτο η δέσμευση δεν θα επενεργούσε δραστικά στην κρίση μου . Προχωρώ, επομένως να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις για την έκδοση και διατήρηση του διατάγματος. Ο περί Ρυθμίσεως των περιουσιακών Σχέσεων των συζύγων Νόμος 232/1991 όπως έχει τροποποιηθεί, άρθρο 14 προνοεί ότι: «Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί η ακυρωθεί ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος εφόσον συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείτει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.» Σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Ρυθμίσεως Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου Ν. 232/91όπως έχει τροποποιηθεί ο όρος συνεισφορά σημαίνει «Την οποιαδήποτε μορφή συνεισφορά των συζύγων στην απόκτηση ή τη δημιουργία περιουσίας και περιλαμβάνει τη φροντίδα της οικογενειακής εστία και των μελών της οικογένειας.» Η έννοια δε της περιουσίας στο σχετικό νόμο ερμηνεύεται ως εξής: «Περιουσία σημαίνει την κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιονδήποτε από τους συζύγους.» Στην παρούσα περίπτωση είναι παραδεκτό ότι οι διάδικοι ήταν σύζυγοι Ότι πήραν διαζύγιο στις 13/2/
- Η Καθ' ης η αίτηση επίσης παραδέχεται ότι η συζυγική κατοικία ανεγέρθηκε μετά τον αρραβώνα και κατά τη διάρκεια του γάμου. Από την ένορκη δήλωση της αλλά και τις διάφορες αναφορές της κατά την αντεξέταση υπάρχει παραδοχή ότι ο αιτητής είχε έστω μια μικρή συνεισφορά στην ανέγερση της επίδικης οικοδομής. Η ίδια επίσης τόσο στην ένορκη της δήλωση όσο και κατά την αντεξέταση της παραδέχθηκε ότι μαζί σύναψαν το δάνειο στον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Στέγης το οποίο δαπανήθηκε για την ανέγερση της συζυγικής εστίας για το ποσό των Λ.Κ.40.000 και ότι έναντι του ποσού αυτού πληρώθηκε κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης το ποσό των Λ.Κ.18.
- Διαφώνησαν βέβαια ως προς το ύψος του ποσού που ο καθένας πλήρωσε. Η καθ' ης η αίτηση αναφέρει ότι το παραπάνω ποσό πληρώθηκε και από τους δύο εξ ημισείας, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ.13.550 και η καθ' ης η αίτηση το ποσό των Λ.Κ.5.
- Για την ανέγερση της οικοδομής επίσης είναι παραδεκτό από την καθ' ης η αίτηση ότι καταβλήθηκε μέρος του ποσού που λήφθηκε από τα δώρα του γάμου . Ο αιτητής ισχυρίζεται ότι καταβλήθηκε ολόκληρο το ποσό για την ανέγερση της οικοδομής. Παραδέχεται ακόμα ότι έγιναν κάποιες δευτερεύουσες εξωτερικές εργασίες μετά την ανέγερση της οικοδομής. Από την έγγραφη επίσης μαρτυρία προκύπτει ότι υπήρχαν κοινά δάνεια με τον καθένα ως πρωτοφειλέτη ή εγγυητή. Υπάρχει διαφωνία μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό των δανείων αν αυτά έγιναν για σκοπούς ανέγερσης της οικοδομής ή για σκοπούς των εργασιών του αιτητή. Το Δικαστήριο δεν θα ενδιατρίψει σε αυτό το στάδιο στην έκταση της συνεισφοράς εκάστου διαδίκου στην ανέγερση της συζυγικής κατοικίας, ούτε στις λεπτομέρειες των οποιοδήποτε δανείων των διαδίκων, ούτε στα πλαίσια διαδικασίας της αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος υπεισέρχεται σε θέματα αξιολόγησης της αξιοπιστίας των συζύγων . Ούτε και είναι ορθό για το Δικαστήριο να προβαίνει σε ευρήματα επί των αμφισβητούμενων γεγονότων. Με βάση όμως το υλικό που έχει τεθεί ενώπιον μου και τις διάφορες παραδοχές ως αναδύονται από την ένορκη δήλωση της Καθ' ης η αίτηση αλλά και την αντεξέταση της έστω για μια ελάχιστη συνεισφορά του αιτητή στην ανέγερση της κατοικίας, θεωρώ ότι υπάρχει όντως σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Ακολουθεί συνεπώς η εξέταση της τήρησης της τρίτης προϋπόθεσης, δηλαδή της αδυναμίας απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Το άρθρο 14( Γ)
(1)το σχετικού νόμου δίνει εξουσία στο Δικαστήριο να «εκδίδει ύστερα από αίτηση διάταγμα με το οποίο να παρεμποδίζεται ο καθ' ου η αίτηση να διαθέτει, να αποξενώσει ή να επιβαρύνει την περιουσία ή μέρος της». Ακόμη το άρθρο 14Ε προβλέπει ότι «το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εκδίδει διατάγματα για μεταβίβαση στον αιτητή περιουσίας του καθ' ου η αίτηση που συνιστά αντικείμενο της διαδικασίας δυνάμει του παρόντος νόμου». Ο αιτητής με την εναρκτήρια το αίτηση επιδιώκει μεταξύ των θεραπειών που αξιώνει και δικαίωμα εγγραφής επί του ακινήτου στο μερίδιο που αναλογεί στην συνεισφορά του. Η ενδεχόμενη αποξένωση του ακινήτου θα εξουδετερώσει και την παραμικρή πιθανότητα ικανοποίησης της απαίτησης του. Δεν θα συμφωνήσω με τον κύριο Αλεξάνδρου ότι δεν πρόκειται για το αντικείμενο της διαδικασίας. Η καθ' ης η αίτηση παραδέχεται ότι στο επίδικο χωράφι ανεγέρθηκε η συζυγική κατοικία , έστω και αν η ίδια λέει ότι η συνεισφορά του αιτητή ήταν μηδαμινή. Η επίδικη οικοδομή αποτελεί πλέον αναπόσπαστο μέρος του επίδικου ακίνητου με αδυναμία αποχωρισμού της από αυτό. Όσον αφορά δε την αδυναμία ικανοποίησης της απαίτησής του, όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση C. Phasarias ( Automotove Centre ) Limited v Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λίμιτεδ
(2001)1 Α.Α.Δ 785, εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που έχει η τυχόν αποξένωση ή επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί ή όπως αναφέρεται στην υπόθεση Τσιολάκκη κ.α. Στυλιανίδη.
(1992)1 Α.Α.Δ. 782,785 εκείνο που απαιτείται είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος». Πόσον μάλλον εδώ που έχουμε να κάνουμε με το αντικείμενο της αγωγής. Η απόφαση Κίτσιου v. Χριστοδούλου
(2004)1 Α.Α.Δ. 228 επίσης τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση που αφορούσε το αντικείμενο της υπόθεσης και παραθέτω εκτενέστερο απόσπασμα από αυτήν: «Το έχουμε ήδη σημειώσει εξ αρχής πως ζήτημα σε σχέση με τον κίνδυνο μεταβίβασης ή επιβάρυνσης της ακίνητης ιδιοκτησίας δεν είχε εγερθεί καν από την εφεσίβλητη. Εν πάση περιπτώσει είναι προφανές πως διέλαθε της προσοχής του πρωτόδικου Δικαστηρίου πώς εν προκειμένω η αίτηση για το παρεμπίπτον διάταγμα δεν αποσκοπούσε ακριβώς στην εξασφάλιση ενδεχόμενης απόφασης με τη διαφύλαξη των δυνατοτήτων εκποίησης ακίνητης περιουσίας γενικώς, αλλά στη διασφάλιση του ίδιου του αντικειμένου της αγωγής, ενόψει του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Το γεγονός ότι υπήρχε και διαζευκτική αξίωση για αποζημιώσεις δεν μπορεί να απομακρύνει από την ουσία του πράγματος. Ο ενάγων επιδίωκε να διατηρηθεί το αντικείμενο με βάση αγωγής η οποία διατηρουμένης της δυνατότητας για μελλοντική συζήτησή της, για τις ανάγκες του θέματος, φαινόταν καλή και, κάτω από τις περιστάσεις το παρεμπίπτον διάταγμα θα έπρεπε να είχε διατηρηθεί. Σημειώνουμε συναφώς το γεγονός ότι η έκδοση τέτοιου διατάγματος δεν θα επηρέαζε δυσμενώς την εφεσίβλητη με οποιοδήποτε τρόπο αφού, ακόμα και ενώπιόν μας, ο ευπαίδευτος συνήγορός της μας δήλωσε πως στην πραγματικότητα δεν είχε πρόθεση να αποξενώσει ή να επιβαρύνει τα ακίνητα.» Στην υπόθεση Γιάννης Φετοκάκης ν. Λάμπρου Χριστοφή κ.ά.,
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 800 λέχθηκαν επίσης αναφορικά με το πιο παραπάνω ζήτημα, τα ακόλουθα: «Σημειώνουμε ότι σε περιπτώσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων ο αιτητής δεν έχει το βάρος να αποδείξει την πραγματική πρόθεση του καθ' ου η αίτηση να προβεί σε μεταβίβαση της περιουσίας του. Όπως έχει λεχθεί από το Δικαστή Πική στην υπόθεση Τσιολάκκη και άλλη ν. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782, εκείνο το οποίο απαιτείται είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του γεγονότος.» Δεν θα ήταν ακόμα λογικό να αποξενωνόταν το ακίνητο με πιθανότητα να μεταπωληθεί και να αλλάξει διαδοχικά ιδιοκτησία και να «τρέχει» ο επιτυχών διάδικος, μετά την απόφαση να ακυρώσει τις οποιεσδήποτε μεταβιβάσεις έγιναν επί αυτού. Δεν ήταν κατά τη γνώμη μου αυτός ο σκοπός του νομοθέτη , όταν περιλάμβανε την πρόνοια για δυνατότητα ακύρωσης οποιονδήποτε μεταβιβάσεων που έγιναν με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων του άρθρου 14 Α στο άρθρο 14 Γ
(2)του νόμου. Όσον αφορά τον κατεπείγον της αίτησης που αποτελεί δικαιοδοτικό όρο για την έκδοση κάποιου προσωρινού διατάγματος για το οποίο ο κύριος Αλεξάνδρου επιχειρηματολόγησε με ιδιαίτερη έμφαση είναι και από τους δύο παραδεκτό, αλλά και από τα έγγραφα τα οποία επισυνάφθηκαν ότι συζητούσαν με σκοπό την εξεύρεση εξώδικου συμβιβασμού και ότι δεν κατέληξαν . Το τεκμήριο Στ της ένστασης της καθ' ης η ένσταση, υπό τον τίτλο έγγραφη συμφωνία διευθέτησης περιουσιακών διαφορών που αποστάληκε με φαξ, βέβαια άνευ βλάβης, μαρτυρεί ότι μέχρι τις 19/4/2007 ημερομηνία του φαξ, οι διάδικοι ακόμη συζητούσαν με σκοπό τη διευθέτηση των περιουσιακών του διαφορών. Η δε αίτηση καταχωρήθηκε στις 8/1/2008, 7 ½ μήνες αργότερα. Στην υπόθεση Αριστοτέλους Λ.τ.δ. κ.α. v. Benfleet Enterprises L.t.d. κ.α.
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 280, 286 προβλήθηκε ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψιν το μεγάλο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ των γεγονότων που συνιστούσαν την αιτία αγωγής των εναγόντων και την καταχώρηση της αγωγής και της αίτησης για ενδιάμεσο διάταγμα. Σύμφωνα με τους εφεσείοντες ο τερματισμός των επίδικων συμβάσεων έγινε τον Ιούλιο του 2003 και η αγωγή μαζί με τη μονομερή αίτηση καταχωρήθηκε το Φεβρουάριο του 2004. Εφτά μήνες αργότερα. Το Εφετείο έκρινε ότι η πάροδος αυτού του χρονικού διαστήματος ήταν εύλογη, ενόψει των προσπαθειών που γίνονταν για φιλική διευθέτηση. Είπε επί του προκειμένου: «Κατ' αρχάς, θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν φαίνεται να ήγειραν τέτοιο ισχυρισμό ενώπιον του Δικαστηρίου και συνεπώς εμποδίζονται από το να τον εγείρουν κατ' έφεση. Πέραν όμως αυτού, οι εφεσείοντες κατά τον υπολογισμό του διαρρεύσαντος χρόνου παραλείπουν να αναφερθούν στην ανταλλαγείσα αλληλογραφία που έγινε σε μια προσπάθεια επίλυσης των διαφορών τους, η οποία πήρε κάποιο χρόνο. Παραβλέπουν ακόμα ένα σημαντικότατο παράγοντα ότι η επίκληση της αρχής της επιείκειας για καθυστέρηση (laches) προϋποθέτει, πρώτον, μη εύλογη καθυστέρηση έναρξης της διαδικασίας και δεύτερο, οι συνέπειες που προκάλεσε η καθυστέρηση να καθιστούν την παροχή της αιτούμενης θεραπείας άδικη ......................... Στην παρούσα υπόθεση καταλήγουμε ότι δεν υπήρξε μη εύλογη καθυστέρησης έναρξης της διαδικασίας, ενώ δεν υποστηρίχτηκε καν από τους εφεσείοντες ότι υπέστηκαν οποιαδήποτε αρνητική συνέπεια από την καθυστέρηση». Πέραν των πιο πάνω, λέχθηκε στην έφεση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Χριστάκη Σάββα και Παναγιώτας Τηλεμάχου
(2001)1 Α.Α. 2081 από τον έντιμο Δικαστή Κραμβή, αναφορικά με το χρόνο κατά τον οποίο το επείγον αρχίζει να προσμετρά. «Αναφορικά με το πρώτο ζήτημα της καθυστέρησης, το συμπέρασμα είναι εντελώς ανεδαφικό. Η αγωγή καταχωρήθηκε μέσα στην προθεσμία που προβλέπει ο νόμος και ο υπολογισμός του χρόνου, ως παράγοντα για τη διαπίστωση της ύπαρξης καθυστέρησης σε βαθμό που να εξανεμίζεται το επείγον του διατάγματος, αρχίζει να προσμετρά, λαμβανομένων υπόψη και άλλων τυχόν παραγόντων, από την ημερομηνία καταχώρησης της εναρκτήριας αίτησης και όχι από το χρόνο που επήλθε η διάσταση.» Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου. Η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 8 Ιανουαρίου 2008 και αυθημερόν η αίτηση για προσωρινό διάταγμα . Το επείγον της αίτησης έχει καταδειχθεί. Τέλος θεωρώ πως είναι δίκαιο και πρόσφορο να οριστικοποιηθεί το διάταγμα για να διατηρηθεί η υφιστάμενη κατάσταση των πραγμάτων μέχρι την εκδίκαση της κυρίως αίτησης. Προβληματίστηκα βέβαια με τη δέσμευση ολόκληρου του επίδικου ακινήτου, δεδομένου του ποσού που απαιτείται ως η δική του συνεισφορά στην επαύξηση της περιουσίας της καθ' ης η αίτηση και της ιδιαίτερα μεγάλης έκτασης της γης. Το άρθρο 5
(1)του περί πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 προνοεί για δέσμευση τόσης περιουσίας όσης θα επαρκεί για ικανοποίηση της απαίτησης μαζί με τα έξοδα, καταλήγω γι' αυτό με βάση τη σημερινή αξία των 900.000 ευρώ του ακινήτου ως την προέβαλε η καθ' ης η αίτηση η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί να περιορίσω τη δέσμευση στο 1/5 μερίδιο του ακινήτου. Συνακόλουθα το εκδοθέν διάταγμα τροποποιείται ως ακολούθως: Απαγορεύεται στην καθ' ης η αίτηση να μεταβιβάσει και/ή δωρίσει και/ή αποξενώσει, και/ή διαθέσει και/η επιβαρύνει καθ' οιονδήποτε τρόπο το 1/5 μερίδιο επί της ακίνητης περιουσίας που βρίσκεται στην Αγία Μαρινούδα, στην οδό Αλώνια, με αρ. εγγραφής 1971 στην Πάφο και εντός της οποίας βρίσκεται η πρώην συζυγική κατοικία των διαδίκων, μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσας αίτησης ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου . Το προσωρινό διάταγμα ως έχει τροποποιηθεί καθίσταται απόλυτο. Ενόψει της μερικής επιτυχίας της αίτησης, κρίνω πως τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας θα πρέπει να βαρύνουν και τους δύο διαδίκους. (Υπ.) ................. Κ. Χ"Αθανασίου-Σιαμτάνη, Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /AX cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο