Α. Δ. ν. Δ. Π., Αρ. Αίτησης 117/05, 23/9/2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLEF:2009:1 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ Αρ. Αίτησης 117/05 Ενώπιον: Γ. Α. Σεργίδη, Πρ. 23 Σεπτεμβρίου, 2009 Μεταξύ: Α. Δ., XXXXX 1, Διαμέρισμα XXXXX, XXXXX, XXXXX Λευκωσία Αιτήτριας και Δ. Π., XXXXX Court, XXXXX, XXXXX 17-25Β, XXXXX Λεμεσός Καθ΄ ου η Αίτηση -------------------------------- Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια, κ. Χρ. Κιτρομηλίδης. Για τον Καθ΄ ου η αίτηση, κ. Χρ. Αδάμου. Α Π Ο Φ Α Σ Η H Aιτήτρια με την αίτησή της ζητά απόδοση του μέρους εκείνου της αύξησης της περιουσίας του Καθ' ου η αίτηση, η οποία αποκτήθηκε πριν από τον γάμο των διαδίκων με προοπτική τον γάμο καθώς και μετά τον γάμο, η οποία προέρχεται από την άμεση ή έμμεση συμβολή της. Περαιτέρω ή διαζευκτικά αιτείται και ορισμένες άλλες θεραπείες. Στην υπεράσπιση του ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται πως η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί γιατί όλες οι μεταξύ των διαδίκων περιουσιακές διαφορές έχουν επιλυθεί οριστικά με συμφωνία που υπογράφει μεταξύ των διαδίκων κατά ή περί την 6/7/2002, στην οποία, σημειωτέον, ουδεμία αναφορά κάνει η Αιτήτρια στη αίτησή της. Νομιμοποιούμενος με βάση το αξίωμα, "nemo prohibetur plures negotiations sive artes exercere" ή "nemo prohibetur pluribus defensionibus uti" (Coke on Littleton, 304, Th. Branch, Principia Legis Equitatis, Virg., 1824, σελ. 91, Fr. J. Stimson, A Concise Law Dictionary of Words, Phrases, and Maxims, Boston, 1911, repr. Colorado, 1987, σελ. 256, G. Fr. Wharton, Legal Maxims, and Observations and Cases, 3rd edn., London, 1903, part. II, σελ. 241, αρ. 491) να έχει διάφορες υπερασπίσεις, ανεξάρτητα της πιο πάνω υπεράσπισής του, ο Καθ' ου η αίτηση αρνείται ότι η Αιτήτρια δικαιούται σε οιαδήποτε από τις αιτούμενες θεραπείες που ζητά και αιτείται την απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος της. Από πλευράς Αιτήτριας, μαρτυρία έδωσαν με την ακόλουθη σειρά: η ίδια, η Ε. Κ., υπεύθυνη τμήματος τρεχούμενων λογαριασμών στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Δασκάλων, η Σ. Ι., η οποία έθεσε την υπογραφή της ως μάρτυρας στη συμφωνία της 6/7/2002, και τέλος ο Ν. Ο. υπεύθυνος τμήματος δανείων στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Δασκάλων. Από πλευράς Καθ' ου η αίτηση, μαρτυρία έδωσε μόνο ο ίδιος. Μετά από κοινό αίτημα, και έκδοση σχετικών οδηγιών από το Δικαστήριο, οι αγορεύσεις των δύο πλευρών έγιναν γραπτώς. Αναφορά στην ενώπιóν μου μαρτυρία γίνεται παρακάτω μόνο όπου κρίνεται αναγκαίο για το σκεπτικό του Δικαστηρίου. Αποτελούν παραδεκτά γεγονότα, inter alia, τα εξής: Οι διάδικοι αρραβωνιάστηκαν τον Αύγουστο του
- Στις 7 Νοεμβρίου 1987, τέλεσαν πολιτικό γάμο στο Δημαρχείο του XXXXX. Κατά τον χρόνο του αρραβώνα τους διέμεναν στην Αγγλία. Το 1990, ο Καθ' ου η αίτηση επέστρεψε στην Κύπρο όπου εξασφάλισε εργασία και τον επόμενο χρόνο τον ακολούθησε η Αιτήτρια. Στις 28 Σεπτεμβρίου 1991, τέλεσαν θρησκευτικό γάμο στον ιερό ναό XXXXX στη Λεμεσό. Κατοίκησαν στην Λεμεσό, σε ενοικιαζόμενη οικία μέχρι που τα Χριστούγεννα του 1995 μετακινήθηκαν σε ιδιόκτητή τους οικία. Από τον γάμο τους απέκτησαν τη Στέφανη, στις 7 Απριλίου
- Βρίσκονται σε διάσταση από την 1η Οκτωβρίου 2001 και ο γάμος τους λύθηκε στις 15 Σεπτεμβρίου 2003 με απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Η Αιτήτρια διαμένει στη Λευκωσία, εντός της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, ενώ ο Καθ' ου η αίτηση στην Λεμεσό. Στις 6 Ιουλίου 2002 υπογράφηκε μια συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ενώπιον μαρτύρων, για επίλυση των περιουσιακών τους διαφορών. Φωτοαντίγραφο αυτής κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 στη διαδικασία. Τόσο η κατάρτιση όσον και το περιεχόμενο της συμφωνίας είναι παραδεκτά γεγονότα. Πρώτα θα πρέπει να εξεταστεί και να αποφασισθεί η υπεράσπιση του Καθ' ου η αίτηση, ότι με την κατάρτιση της πιο πάνω συμφωνίας, οι διάδικοι επίλυσαν τις περιουσιακές τους διαφορές και ότι συνεπεία της πιο πάνω συμφωνίας, το Οικογενειακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας στο να επιληφθεί της παρούσας αίτησης. Από το περιεχόμενο της συμφωνίας αλλά και από την ενώπιόν μου μαρτυρία και τις αγορεύσεις των δύο πλευρών δεν υπάρχει αμφιβολία πως ήταν μια συμφωνία για επίλυση όλων των περιουσιακών διαφορών των διαδίκων. Αυτό παραδέχεται η Αιτήτρια στην σελ. 3, § 4, της γραπτής της αγόρευσης, όπου αναφέρει τα εξής: «
- Το βασικό κριτήριο της απόκτησης ή μη δικαιοδοσίας είναι το αντικείμενο της διαφοράς που στη παρούσα περίπτωση είναι οι περιουσιακές διαφορές όπως αυτές απαριθμούνται στη συμφωνία της 6.7.2002, δηλαδή το σπίτι, το κτήμα, τα μετρητά, τα αυτοκίνητα και οι καταθέσεις, δηλαδή το σύνολο των περιουσιακών διαφορών των συζύγων. Αν αυτές οι διαφορές δεν μπορούν να επιλυθούν από το Οικογενειακό Δικαστήριο ποιος ο σκοπός του Νόμου 232/91;» (Η υπογράμμιση και η έμφαση ανήκουν στην Αιτήτρια). Παραλείπεται στην πιο πάνω παράγραφο να αναφερθεί το γεγονός ότι στη συμφωνία γίνεται ρύθμιση και των μετοχών των διαδίκων, γεγονός που δείχνει ακόμα περισσότερο ότι η πρόθεση των μερών ήταν να ρυθμίσουν με τη συμφωνία τους όλες τις περιουσιακές τους διαφορές, κατά τρόπο εξαντλητικό. Στην εν λόγω συμφωνία των διαδίκων ρυθμίζεται ακόμα και το θέμα διατροφής του παιδιού τους. Η συμφωνία αυτή κατά τον Καθ' ου η αίτηση στερεί το Οικογενειακό Δικαστήριο από το να επιληφθεί της παρούσας υπόθεσης. Η Αιτήτρια υποστήριξε την αντίθετη άποψη. Το θέμα κατά πόσο συμφωνία που έγινε από συζύγους μετά τη διάστασή τους για επίλυση των περιουσιακών τους διαφορών αποκλείει το Οικογενειακό Δικαστήριο από να επιληφθεί οποιασδήποτε περιουσιακής αυτών διαφοράς στο μέλλον, αποφασίστηκε στη Σ. Κοζάκη v. Γ. Κοζάκη, τόσο από το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο όσον και από το Ανώτατο Δικαστήριο, υπόθεση που αφορούσε τους ιδίους διαδίκους. Στην υπόθεση αυτή τα γεγονότα ήταν τα εξής: Το 1998, η σύζυγος καταχώρησε αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με την οποία ζητούσε την εγγραφή των ¾ μεριδίων του επιδίκου ακινήτου στο όνομά της. Το 1999, η αγωγή αποσύρθηκε εφόσον επήλθε εξώδικος συμβιβασμός με την υπογραφή μιας συμφωνίας με την οποία επιλύονταν οι περιουσιακές διαφορές των διαδίκων. Το 2000, η σύζυγος καταχωρεί ξανά αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, αυτή τη φορά επιδιώκοντας την εξασφάλιση δήλωσης ότι η συγκεκριμένη συμφωνία ήταν άκυρη λόγω απάτης ή καταγγελίας εκ μέρους του συζύγου της, ουσιώδους όρου της συμφωνίας. Εξασφάλισε επίσης προσωρινό Διάταγμα μη αποξένωσης του επίδικου ακινήτου το οποίο τελικά ακυρώθηκε γιατί το Επαρχιακό Δικαστήριο έκρινε ότι δεν είχε δικαιοδοσία, αφού, παρά την ύπαρξη της σύμβασης, η υπόθεση συνέχιζε να αφορά στις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων για το οποίο θέμα αποκλειστικά αρμόδιο ήταν το Οικογενειακό Δικαστήριο. Ακολούθως, η σύζυγος ζήτησε την διακοπή της διαδικασίας στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Πριν τη διακοπή όμως της διαδικασίας η σύζυγος προέβηκε στην ακύρωση της ειρημένης συμφωνίας και την ίδια ημέρα που ακύρωσε τη συμφωνία καταχώρησε αίτηση στο Οικογενειακό Δικαστήριο ζητώντας δήλωση να εγγραφεί κατά τα 4/5 μερίδια ως ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου και διαζευκτικά αποζημιώσεις για τη συνεισφορά της στην επίδικη ιδιοκτησία σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 232/
- Το Οικογενειακό Δικαστήριο απόρριψε την αίτηση λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας και λόγω πολλαπλότητας διαδικασίας. Εδώ μας αφορά μόνο ο πρώτος λόγος απόρριψης. Το Οικογενειακό Δικαστήριο θεώρησε ότι δεν είχε δικαιοδοσία γιατί θεώρησε πως αυτό που η σύζυγος ζητούσε με την αίτησή της ήταν στην ουσία η εξασφάλιση δήλωσης ότι η συγκεκριμένη συμφωνία ήταν άκυρη λόγω απάτης ή καταγγελίας εκ μέρους του συζύγου ουσιώδους όρου της συμφωνίας, θέμα που αφορούσε στην εξέταση του κύρους της συμφωνίας ή στον τερματισμό της, και όχι συνεισφορά της συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του συζύγου της. Το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο, Σ. Κοζάκη v. Γ. Kοζάκη,
(2002)1 ΑΑΔ 1710, 1714-1715, απέρριψε την έφεση της συζύγου κατά της πρωτόδικης απόφασης, με το εξής σκεπτικό: «Η εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι η πρωτόδικη απόφαση είναι λανθασμένη γιατί η εφεσείουσα είχε ακυρώσει με σχετική επιστολή της τη συμφωνία της 2/2/99 και έτσι η αίτηση της περιοριζόταν στην εκτίμηση της αύξησης της περιουσίας σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 14 του Νόμου 232/
- Η εισήγηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Όλες οι διαφορές των διαδίκων μετατράπηκαν σε όρους που συμπεριλήφθηκαν στην έγγραφη συμφωνία της 2/2/
- Οι ίδιοι οι διάδικοι επέλεξαν τη μορφή του εξώδικου συμβιβασμού των απαιτήσεων τους, που είχε ως αποτέλεσμα την απόσυρση της σχετικής αγωγής. Η αποστολή επιστολής εκ μέρους της εφεσείουσας που είχε ως σκοπό την ακύρωση της συμφωνίας, δεν μπορούσε να επαναφέρει τα πράγματα στην προηγούμενη νομική τους θέση. Η πρωτόδικη απόφαση ότι η συμφωνία μετέφερε τη διαφορά των διαδίκων εκτός των προνοιών του Νόμου 232/91 είναι ορθή. Η εισήγηση απορρίπτεται.» Το ζήτημα όμως δεν τελείωσε εδώ, γιατί η σύζυγος καταχώρησε έφεση και εναντίον της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με την οποία ακυρώθηκε το προσωρινό Διάταγμα, λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο στη Σ. Κοζάκη v. Γ. Κοζάκη,
(2003)1 ΑΑΔ 1047, 1049-1050, επέτρεψε την έφεση, επαναφέροντας την σχετική αίτηση για συνέχιση του προσωρινού Διατάγματος, με το εξής σκεπτικό που συνάδει απόλυτα με το σκεπτικό του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου, στην ίδια υπόθεση: «Στην απόφαση του το Επαρχιακό Δικαστήριο αναφέρεται ιδιαίτερα στην υπόθεση Παναγιώτη Χαραλάμπους Λογγίνου ν. Θέκλας Λογγίνου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1347, όπου το Εφετείο υπέδειξε ότι η δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου εκτείνεται σε όλες τις περιουσιακές διαφορές μεταξύ συζύγων ανεξάρτητα από το ποια είναι η βάση αγωγής που αφορά το οποιοδήποτε υπό διαφορά περιουσιακό στοιχείο. Να πούμε, με εκτίμηση, πως το Επαρχιακό Δικαστήριο παρερμήνευσε το σκεπτικό της εν λόγω απόφασης. Η απόφαση εκείνη λάμβανε ως δεδομένη την εκκρεμότητα της μεταξύ των συζύγων περιουσιακής διαφοράς. Και ακολούθως επεσήμανε ότι δεν είχε σημασία η λεπτομέρεια της προέλευσης των αντίστοιχων αξιώσεων, δηλαδή η αιτία αγωγής του όποιου επικαλούμενου δικαιώματος στα περιουσιακά στοιχεία. Στην προκείμενη περίπτωση έχουμε ως ειδοποιό διαφορά το ότι οι περιουσιακές σχέσεις των συζύγων, στις οποίες αναφέρεται ο νόμος που παρέχει δικαιοδοσία στα Οικογενειακά Δικαστήρια, ρυθμίστηκαν με τη γραπτή σύμβαση στη βάση της οποίας διεκπεραιώθηκε η δικαστική διαδικασία που αφορούσε ακριβώς αυτές τις περιουσιακές σχέσεις. Η περιουσιακή λοιπόν διαφορά, που άλλοτε ενέπιπτε στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου, υποκαταστάθηκε από σύμβαση η ερμηνεία και εφαρμογή της οποίας ανήκει πια αποκλειστικά στο Επαρχιακό Δικαστήριο.» Η απόφαση Κοζάκη τόσο του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου όσον και του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά τη δευτεροβάθμια του δικαιοδοσία αποτελεί δεσμευτικό προηγούμενο για κάθε Δικαστήριο σε παρόμοια υπόθεση, συμπεριλαμβανομένου και του παρόντος Δικαστηρίου στην προκείμενη περίπτωση. Είναι πλέον σαφές από την πιο πάνω νομολογία, πως αφότου οι σύζυγοι, μετά τη διάστασή τους, διευθετήσουν τις περιουσιακές τους διαφορές με γραπτή συμφωνία, την ίδια στιγμή μεταφέρουν ανεπιστρεπτί τις διαφορές τους εκτός της σφαίρας του Ν. 232/91, και οποιαδήποτε μελλοντική τους περιουσιακή διαφορά δεν μπορεί να αφορά τίποτε άλλο παρά μόνο τη σύμβασή τους. Το ίδιο το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κοζάκη διαφοροποίησε την ενώπιόν του υπόθεση από την υπόθεση Λογγίνου για το λόγο που αναφέρεται στο απόσπασμα που παρατίθεται ανωτέρω. Εδώ, σχετικά παρατηρητέα και τα εξής: Τα περιουσιακά αγώγιμα δικαιώματα των συζύγων ως σύζυγοι γεννώνται αυτόματα με τη διάστασή τους, οπόταν αν αυτοί τα ρυθμίσουν με σύμβαση, εγκαταλείπουν οποιαδήποτε απαίτηση με βάση τις διατάξεις του Ν. 232/91. Eδώ, όπου αποκρυσταλλώνονται τα εκ του νόμου δικαιώματα των μερών, ισχύει και το αξίωμα "modus et conventio vincunt legem", ότι δηλαδή η συμφωνία και συγκατάθεση υπερισχύουν του νόμου (βλ. Cochran's Law Lexicon, A Dictionary of Legal Words and Phrases including Latin and French Maxims etc, 4th edn., revised by R. A. Mace, Cincinnati, 1971 σελ. 328). Μετά την πιο πάνω παρένθεση, αξίζει να σημειωθεί πως σε αντίθεση με το καταπίστευμα που ήταν η νομική βάση στη Λογγίνου, και στηρίζεται στις αρχές της επιείκειας, στην περίπτωση σύμβασης, η νομική βάση δεν θα μπορούσε να ήταν οι αρχές της επιείκειας τις οποίες εφαρμόζει το Οικογενειακό Δικαστήριο με βάση το άρθρο 16
(1)του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου του 1990 (Ν. 23/90)και το άρθρο 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου, του 1960 (Ν. 14/60)(βλ. Λογγίνος v. Λογγίνου,
(2000)1 ΑΑΔ 1347, 1358), αλλά ο περί Συμβάσεως Νόμος, Κεφ. 149, τον οποίο το Οικογενειακό Δικαστήριο με βάση το άρθρο 14(β) του Ν. 23/90 είναι αμφίβολο αν έχει αρμοδιότητα να εφαρμόζει. To τελευταίο άρθρο δίνει εξουσία στο Οικογενειακό Δικαστήριο να εφαρμόζει το δίκαιο που ίσχυε πριν από την τροποποίηση του άρθρου 111 του Συντάγματος το 1989, εκτός αν το ζήτημα ρυθμιστεί διαφορετικά με νόμο. Το ερώτημα αν το Οικογενειακό Δικαστήριο έχει εξουσία να εφαρμόσει τον περί Συμβάσεως Νόμο, θα ήταν σχετικό αν η συμφωνία των μερών γινόταν πριν από τη διάσταση τους. Όμως στην παρούσα υπόθεση η συμφωνία έγινε μετά τη διάσταση και το παρόν Δικαστήριο δεσμεύεται από την Κοζάκη ότι δεν έχει δικαιοδοσία. Αλλά κι' αν υποθετικά γινόταν η συμφωνία πριν από τη διάσταση, θα ήταν άκρως αμφίβολο αν αυτή μπορούσε νόμιμα να γίνει εφόσον δεν θα είχε γεννηθεί το αγώγιμο δικαίωμα με βάση τον Ν. 232/91 αλλά και για άλλους λόγους. (Η Καθηγήτρια Α. Π. Κοτσάμπαση, στο βιβλίο της Οι Συμφωνίες των Συζύγων για τις Συνέπειες του Διαζυγίου, Αθήνα-Κομοτηνή, 1999, σελ. 57-58 αναφέρει τα εξής σχετικά: «Οι διατάξεις των άρθρ. 1400-1402 ΑΚ αποτελούν αναγκαστικό δίκαιο, που αποκλείουν οποιαδήποτε συμφωνία αντίθετη, ολικά ή μερικά, με τις εν λόγω διατάξεις. Επομένως η παραίτηση του δικαιούχου ή οποιαδήποτε συμφωνία που περιορίζει ή αποκλείει το δικαίωμα των συζύγων για τη συμμετοχή του στα αποκτήματα του άλλου είναι άκυρη. Αυτό όμως ισχύει για συμφωνίες πριν από τη γέννηση της αξίωσης. Μετά τη γέννηση της αξίωσης, οι σύζυγοι παύουν να πιέζονται συναισθηματικά, με συνέπεια κάθε συμφωνία για την τύχη της να κρίνεται ως έγκυρη.» Βλ. επίσης υπέρ της θέσης αυτής § 46 της Εισηγητικής ΄Εκθεσης της Επιτροπής του ν. 1329/82, εις Ι. Σ. Σπυριδάκη, Αστικός Κώδικας και Εισαγωγικός Νόμος, Κριτική ΄Εκδοση 2009, Αθήνα-Κομοτηνή, 2009, σελ. 797, και Εfie Kounougeri-Manoledaki, "Greece", 324, σελ. 334, § 15.2 in G. Hamilton & Al. Perry, ed., Family Law in Europe, 2nd edn., London, 2002). Δεν συμμερίζομαι τη θέση που πρόβαλε η Αιτήτρια κατά τη γραπτή της αγόρευση πως η προκείμενη περίπτωση θα πρέπει να διαφοροποιηθεί από την υπόθεση Κοζάκη. Κατ' αρχάς δεν έχει προβληθεί από μέρους της κανένα ουσιώδες σημείο ή γεγονός για το οποίο οι δύο υποθέσεις θα μπορούσαν να διαφοροποιηθούν. Εξάλλου, στο γεγονός ότι η εξώδικη συμφωνία επίλυσης περιουσιακών διαφορών έγινε όταν εκκρεμούσε η αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο με αποτέλεσμα αυτή να αποσυρθεί, δεν έχει προσδοθεί καμιά νομική σημασία από το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο και το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κοζάκη. Αντίθετα, αυτό που είχε μοναδική σημασία για τα Δικαστήρια αυτά ήταν η σύναψη σύμβασης επίλυσης περιουσιακών διαφορών μετά τη διάσταση. Σχετικό είναι, μεταξύ άλλων, αντίστοιχα το λεκτικό των Δικαστηρίων αυτών στο οποίο και έγινε αναφορά παραπάνω: «η συμφωνία μετέφερε τη διαφορά των διαδίκων εκτός των προνοιών του Νόμου 232/91», «[η] περιουσιακή . διαφορά, που άλλοτε ενέπιπτε στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου, υποκαταστάθηκε από σύμβαση». Η απόφαση Κοζάκη υποστηρίζεται και από την απόφαση στην Α. Μασούρα v. Xρ. Παπαμάρκου,
(2007)1 ΑΑΔ 368, 369, όπου θεωρήθηκε δεδομένο από το Ανώτατο Δικαστήριο το οποίο απέρριψε την έφεση, πως το Επαρχιακό Δικαστήριο που ερμήνευσε την έγγραφη συμφωνία που συνήψαν οι διάδικοι μετά την λύση του γάμου τους, ήταν το αρμόδιο δικαστήριο. Η Αιτήτρια στη γραπτή της αγόρευση ισχυρίζεται πως η συμφωνία της 6/7/2002 είναι εξ' υπαρχής άκυρη με αποτέλεσμα να παραμείνουν άλυτες οι περιουσιακές διαφορές των διαδίκων και με περαιτέρω συνέπεια να τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του Ν. 232/91. Κατά την ίδια, κι αν ακόμη η εν λόγω συμφωνία δεν κρινόταν εξ' υπαρχής άκυρη, όσον αφορά την εφαρμογή της σε περίπτωση παράβασης, αρμόδιο θα ήταν το Οικογενειακό Δικαστήριο και όχι το Επαρχιακό Δικαστήριο. Ως προς τον τελευταίο ισχυρισμό, ήδη έχουμε ασχοληθεί και η Κοζάκη αποτελεί δεσμευτικό προηγούμενο. Εξάλλου, η αίτηση της Αιτήτριας όχι μόνο δεν στηρίζεται σε αθέτηση συμφωνίας αλλά και ουδεμία αναφορά γίνεται σ' αυτή σε οποιαδήποτε συμφωνία. Ως προς τον πρώτο ισχυρισμό, η υποστηριζόμενη βάση του είναι η εξής ακροτελεύτια διάταξη της συμφωνίας: «΄Ολα τα πιο πάνω είναι ουσιώδη και μη εκτέλεση τους θα εξυπακούει την ακύρωση της συμφωνίας.» Στηριζόμενη στη διάταξη αυτή, η Αιτήτρια στη γραπτή της αγόρευση, σελ. 12, § 1, ισχυρίζεται τα εξής: «Ο τελευταίος όρος καθιστά την συμφωνία εξ' υπαρχής άκυρη έστω και για την ελάχιστη παράβασή της. Στην παρούσα περίπτωση η μη σύσταση του εμπιστεύματος κατέστησε εξ' υπαρχής άκυρη τη συμφωνία με αποτέλεσμα να παραμείνουν άλυτες οι περιουσιακές διαφορές των συζύγων.» Ως προς τον ισχυρισμό της Αιτήτριας πως η συμφωνία ακυρώθηκε εξ' υπαρχής με παράβαση όρου αυτής, αξίζει να παρατηρηθούν τα εξής: (α) Η Αιτήτρια δε νομιμοποιείται να ισχυριστεί αυτό, γιατί δεν αναφέρει τίποτε περί συμφωνίας στην αίτησή της. Θα έπρεπε αν επιθυμούσε να ισχυριστεί ότι εφαρμόζονται οι διατάξεις του Ν. 232/91 στην περίπτωσή της δια τον λόγο ότι η συμφωνία που υπόγραψε με τον Καθ' ου η αίτηση ήταν εξ' υπαρχής άκυρη λόγω παράβασης όρου αυτής, να δικογραφούσε ο,τιδήποτε ήταν σχετικό, δηλαδή ότι υπογράφτηκε συμφωνία, τι προέβλεπε η συμφωνία, ότι υπήρξε παράβαση όρου αυτής, ότι η συμφωνία εξαιτίας της παράβαση αυτής ήταν εξ' υπαρχής άκυρη, κ.λπ., θέματα που δεν αναφέρονται καθόλου στην αίτησή της. Το να ισχυρίζεται η Αιτήτρια ότι η συμφωνία που έκανε είναι εξ' υπαρχής άκυρη, γεγονός που κατά την ίδια αποτελεί προϋπόθεση για εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 232/91, αλλά να μην το αναφέρει, παραβιάζει τις θεμελιώδεις αρχές ότι τα επίδικα θέματα θα πρέπει να καθορίζονται στα δικόγραφα και ότι μαρτυρία που δεν καλύπτεται από το δικόγραφο δεν λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο. Στις αρχές αυτές θα γίνει εκτενέστερη αναφορά κατωτέρω. (β) Με βάση την Κοζάκη, το αρμόδιο δικαστήριο να αποφασίσει τον ρηθέντα ισχυρισμό της Αιτήτριας, δεν είναι το Οικογενειακό Δικαστήριο αλλά το Επαρχιακό. Στην υπόθεση Κοζάκη,
(2002), op. cit., 1714, γρ. 2-3, ο ισχυρισμός της Εφεσείουσας ήταν διαζευκτικά για ακύρωση της συμφωνίας λόγω απάτης και για καταγγελία της συμφωνίας λόγω παράβασης ουσιώδους όρου. Είναι αδιαμφισβήτητο πως με την Κοζάκη, οποιοδήποτε θέμα αφορά στη σύμβαση που έγινε μετά τη διάσταση, είτε αυτό αφορά το κύρος ή την εγκυρότητά της σύμβασης είτε την καταγγελία ή αθέτηση της, υπάγεται στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Η Κοζάκη σύμφωνα με την αρχή του stare decisis, είναι δεσμευτικό προηγούμενο για κάθε μελλοντική υπόθεση αφού εξάλλου αποφασίστηκε από το δύο Εφετεία, τα Ανώτερα Δικαστήρια στην Κυπριακή Δημοκρατία. Εξάλλου "nihil in lege intolerabilius est, eandem rem diverso jure censeri", τίποτε δεν είναι πιο ανυπόφορο στο δίκαιο από το εφαρμόζει κανείς τον νόμο διαφορετικά σε όμοιες υποθέσεις (4 Coke's Reports 93, Branch, 92, J. A. Ballentine, Law Dictionary, N.Y. 1948, 870). (γ) Η παράβαση όρου σύμβασης δεν είναι λόγος ακυρότητας, δηλαδή λόγος που αφορά το κύρος μιας σύμβασης, με βάση τις διατάξεις του Μέρους ΙΙΙ, του περί Συμβάσεως Νόμου, Κεφ. 149. (δ) H λέξη «ακύρωση» που χρησιμοποιείται στην συμφωνία των διαδίκων, μπορεί να έχει δύο έννοιες: Μπορεί να σημαίνει είτε την αφαίρεση του νομικού κύρους μιας πράξης είτε την κατάργηση, δηλαδή τον τερματισμό, του αποτελέσματός της ή της νομικής της ισχύος. Βλ. ενδεικτικώς, Τεγόπουλος-Φυτράκης, Ελληνικό Λεξικό, 11η έκδ., Αθήνα, 1997, σελ. 31, λέξη «ακύρωση», και Γ. Δ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, 2η εκδ., Αθήνα, 2002, σελ. 113, λέξη «ακύρωση». Στην συμφωνία που υπόγραψαν οι διάδικοι, προτιμητέα είναι η δεύτερη σημασία της λέξης «ακύρωση» για τους εξής λόγους: Από τα συμφραζόμενα όπου βρίσκεται η λέξη «ακύρωση», αλλά και από το ίδιο το περιεχόμενο της όλης της σύμβασης, θα ήταν εντελώς παράλογο και χωρίς νόημα, εφόσον όλοι οι όροι του συμβολαίου (όλα όσα αναφέρονται στη συμφωνία) είναι ουσιώδεις, όπως ρητά προβλέπει η σύμβαση, η μη εκτέλεση οποιουδήποτε όρου ή η ελάχιστη παράβαση αυτού, να συνιστά εξ' υπαρχής ακυρότητα της σύμβασης. Αν αυτό συνέβαινε, δεν θα υπήρχε λόγος να γίνει η σύμβαση με σκοπό την επίλυση των περιουσιακών διαφορών των μερών, εφόσον οποιοδήποτε μέρος θα μπορούσε να μην εφαρμόσει τη σύμβαση σε ότι το αφορούσε χωρίς καμιά δέσμευση και χωρίς καμιά συνέπεια. Αντίθετα, όπως προκύπτει από το ίδιο το περιεχόμενο της σύμβασης, ο σκοπός των μερών ήταν να λύσουν όλες τις περιουσιακές τους διαφορές με τρόπο εξαντλητικό και δεσμευτικό και όχι απλώς να υπογράψουν ένα νομικό έγγραφο με μάρτυρες χωρίς καμιά νομική ισχύ και χωρίς με αυτό να επιλύονται οι διαφορές τους με νομική δέσμευση. Διαφορετικά, το εγχείρημα τους θα ήταν και παράλογο και μάταιο και χωρίς αποτέλεσμα. Όλα τα πιο πάνω υποστηρίζονται από τους εξής νομικούς κανόνες και αξιώματα: (
- i)Τεκμαίρεται πως κάθε σύμβαση γίνεται νόμιμα και κανονικά: "οmnia praesumuntur rite et solemniter esse act", ή "οmnia praesumuntur legitime facta donec probetur in contrarium", (G. Fr. Wharton, Legal Maxims and Observations and Cases, London, 1903, part. II, σελ. 247, αρ. 568, Coke on Littleton, 6b, H. Broom, A Selection of Legal Maxims, London, 1911, σελ. 737, R. Bird, ed., Osburn's Concise Law Dictionary, London, 1983, 17th edn., σελ. 240, Cochran's Law Lexicon, A Dictionary of Legal Words and Phrases including Latin and French Maxims etc, 4th edn., revised by R. A. Mace, Cincinnati, 1971, 333, Βranch, 102, Wharton, σελ. 247, αρ. 567, Coke on Littleton, 232). (
- ii)Tα συμφραζόμενα μπορεί να βοηθήσουν στην κατανόηση της σημασίας μιας λέξης: "noscitur a sociis", "si non cognoscitur et se", "ex antecedentatis et consequentibus fit optima interpretatio", "ex praecedentibus et consequentibus optima fiet interpreatio" (Chitty on Contracts, 16th edn., σελ. 100, J. N. Cotterell, A Collection of Latin Maxims and Prases, London, 1913, σελ. 21, αρ. 78, σελ. 45, αρ. 176, 2 Ιnst. 327, Branch, 42, 44,Wharton, σελ. 244, αρ. 534, 3 Τ. Ρ. 87). (iii) Kάθε σύμβαση ερμηνεύεται σε σχέση με τον σκοπό της και τους όρους της και ολόκληρο το περιεχόμενο αυτής μπορεί να ληφθεί υπόψη για να ανευρεθεί ο σκοπός των μερών. Σχετικό είναι το αξίωμα "ex tota material emergat resolutio" (Εd. Wingate, Maximes of Reasons or Reason of the Common Law of England, London, 1658, σελ. 238, H. C. Black, Black's Law Dictionary, 6th edn, Minn. 1990, σελ. 585). Κατά τον Chitty on Contracts, 27th edn., vol. I, "General Principles, London, 1994 (The Common Law Library, No. 1), § 12-053, σελ. 586-587: "Every contract is to be construed with reference to its object and the whole of its terms, and accordingly, the whole context must be considered in endeavouring to collect the intention of the parties, even though the immediate object of inquiry is the meaning of an isolated word or clause. 'It is a true rule of construction that the sense and meaning of the parties in any particular part of an instrument may be collected ex antecedentibus et consequentibus; every part of it may brought into action in order to collect from the whole one uniform and consistent sense, if that may be done' [Barton v. Firzgeral,
(1812)15 East 529, 541]. And so Lard Davey said in N. E. Railway v. Hastings [[1900] 2 K.B. 632, 662], quoting Lord Watson [Chamber Colliery Co v. Commissioners of H.M. Works and Public Buildings [1949] 2 K.B. 632, 662]: 'The deed must be read as a whole in order to ascertain the true meaning of its several clauses, and the words of each clause should be interpreted as to bring them into harmony with the other provisions of the deed if that interpretation does no violence to the meaning of which they are naturally susceptible.'" (iv) H ερμηνεία ενός εγγράφου θα πρέπει να γίνει κατά τρόπο ευνοϊκό για το περιεχόμενό του, έτσι ώστε το έγγραφο να έχει χρησιμότητα και αποτέλεσμα παρά να καθίσταται άκυρο: "ut res magis valeat quam pereat", ή"besignae faciendae sunt interpretations chartarum, ut res magis valeat quam pereat" ή "verba ita sunt intelligenda, ut res magis valeat, quam pereat" ή "interpretatio fienda est ut res magis valeat quam pereat" ή "interpretatio chartarum benign facienda est ut res magis valeat quam pereat", ή " interpretatio talis fienda est ut res magis valeat quam pereat" ή "benignior leges interpretandae sunt quo voluntas earum conservetur" ή "nam verba debent intelligi cum effectu, ut res magis valeat quam pereat" ή "benignior sententia in verbis generalibus seu dubiis est praeferenda", (Cotterrel, σελ. 6, αρ. 26, W. Noy, The Grounds and Maxims and also an Analysis of the English Laws, London, 1806, σελ. 32, αρ. 37, W. W. Hening, Maxims in Law and Equity, Virg. 1824, σελ. 45, αρ. 37, G. Fr. Wharton, Legal Maxims and Observations and Cases, London, 1903, part. II, σελ. 207, αρ. 48, σελ. 225, αρ. 285, σελ. 264, αρ. 774, S. S. Peloubet, A Collection of Legal Maxims in Law and Equity, N.Y. 1884, repr. Colorado, 1985, σελ. 22, αρ. 182, σελ. 124, αρ. 1007, σελ. 302, αρ. 2512, σελ. 306, αρ. 2547, Th. Tayler, The Glossary: Being a selection of the Greek, Latin, Saxon, French, Norman and Italian Sentences, Prases, and Maxims, N.Y. 1889, p. 333, Fr. J. Stimson, A Concise Law Dictionary of Words, Phrases and Maxims, Boston, 1911, repr., Colorado, 1987, σελ. 93 και 223, Cochran's Law Lexicon, 324, 339, Bird, σελ. 336, Black, σελ. 152, 160, Branch, 21, Roe v. Tranmarr
(1757)Willes 682, Bacon's Maxims 3, Jenkins' Centuries or Reports 198, 4 Coke's Reports 13, 15). Συναφής αρχή είναι και η εξής, "quoties in stipulationibus ambigua oratio est commodissimum est id accipi quo res de qua agitur in tuto sit", δηλαδή οποτεδήποτε υπάρχει αμφιβολία στο γράμμα μιας συμφωνίας, είναι καλύτερο να ακολουθείται εκείνη η έννοια που τοποθετεί το θέμα εκτός κινδύνου, (Digest, or Pandects of Justinian 45, 1, 80, J. G. Phillimore, Principles and Maxims of Jurisprudence, London, 1856, repr., New Jersey, 2001, σελ. 332, Peloubet, σελ. 259, αρ. 2154). Διατυπωμένο με κάπως διαφορετικό τρόπο, το ίδιο αξίωμα λαμβάνει και αυτή την μορφή, "ubi duo sensus occurrunt, mitiori standunt", σε περίπτωση που υπάρχουν δύο ερμηνείες, θα πρέπει να ακολουθείται η ηπιότερη, δηλαδή αυτή που θέτει το θέμα εκτός κινδύνου. Παρομοίως, "sensus verborum ex duplex, mitis et asper, et verba semper accipienda sunt in mitiore sensu" (4 Coke's Reports 13, Branch, 136), και "verba simper accipenda sunt in mitiori sensu" (4 Coke's Reports 17, Branch, 152). Επί της ιδίας αρχής, δηλαδή ότι το έγγραφο θα πρέπει να έχει αποτέλεσμα, σχετικό είναι και το αξίωμα ότι οι λέξεις θα πρέπει να ερμηνεύονται έτσι ώστε να έχουν αποτέλεσμα:"verba pro re et subjecta material accipi debent" (Peloubet, σελ. 307, αρ. 2554), "verba accipienda ut sortientur effectum", (15 Bacon's Works, 120, Peloubet, σελ. 304, αρ. 2531), "verba aequivoca ac in dubio sensu posita, intelliguntur digniori et potentiori sensu" (6 Coke's Reports 20, Peloubet, σελ. 304, αρ. 2532), "verba aliquid operati debent - debent intelligi ut aliquid operentur" (8 Coke's Reports 94, Peloubet, σελ. 304, αρ. 2533, Branch, 152, Cochran's Law Lexicon,σελ. 339), "verba cum effectu sunt accipieda" (Bacon's Maxims, 3, Peloubet, σελ. 305, αρ. 2537), "verba cum effectu accipienda sunt" (Cochran's Law Lexicon, 339), "simper paesumitur pro sentential" (Branch, 136), "sic interpretandum est ut verba accipiantur cum effectu" (3 Inst. 80, Branch, 137), "verba accipienda sunt cum effectu, - ut sortiantur effectum" (Branch, 151-152), "nam verba debent intelligi cum effectu, ut res magis valeat quam peread" (Tayler, σελ. 333). Παραπλήσια αρχή είναι επίσης το ότι θα πρέπει να αποφεύγεται ερμηνεία που είναι απρόσφορη ή παράλογη: "interpretatio talis in ambiguis semper fienda est, ut evitetur inconveniens et absurdum", (2 Institutes of Justinian, 654, Peloubet, σελ. 124, αρ. 1008, Black, σελ. 818) Cochran's Law Lexicon, σελ.
- Tα πιο πάνω υποστηρίζονται και από τον Chitty, 27th edn., op. cit.: "The rule that words must be construed in their ordinary sense is liable to be departed from where that meaning would involve an absurdity or would create some inconsistency with the rest of instrument, or where, if they were so construed, they would lead to a very unreasonable result .." (§ 12-053, σελ. 586-587). "It has already been note that the grammatical or ordinary sense of the words of a contract may be modified if this would lead to some absurdity or inconsistency with the rest of the instrument. It is also open to the court to correct a misnomer or mistaken designation in a contract: Falsa demonstratio non nocet cum de corpora constat." (§ 12-063, σελ. 591). Σχετικό με το τελευταίο απόσπασμα, είναι και το αξίωμα ότι εσφαλμένη γραμματική δεν ακυρώνει μια συμφωνία, "grammatical falsa non vitiate chartam", ή "mala grammatica non vitiate chartam" ή "falsa demonstratio no nocet" ή "falsa grammatica non vitat chartam" ή "falsa orthographia , sive falsa grammatical non vitiate concessionem", "vitium clerici noscere non nocet" (9 Coke's Reports, 48, Peloubet, σελ. 90, αρ. 657, σελ. 91, αρ. 756, Harkerston, σελ. 52, 85, Branch, σελ. 81, 154, Stimson, σελ. 188, Cochran's Law Lexicon, σελ. 321, Wharton, σελ. 217, αρ. 178 και 179, σελ. 235, αρ. 408, Jenk. Cent. 23). Πόσο μάλλον στην παρούσα περίπτωση όπου η λέξη «ακύρωση» μπορεί να έχει δύο σημασίες οπότε η χρησιμοποίηση της δεν πρόκειται περί φραστικού λάθους. (v) ´Oταν οι ίδιες λέξεις μπορούν να σημαίνουν δύο διαφορετικά πράγματα, προτιμάται αυτή η ερμηνεία που είναι καταλληλότερη για εκπλήρωση του προτεινόμενου σκοπού, "quotiens idem sermo duas sententias exprimit, ea potissimum accipiatur, quae rei gerendae aptior est" (Black, σελ. 1256). Με άλλο τρόπο διατυπωμένο το ίδιο αξίωμα, όταν υπάρχει ασάφεια στις λέξεις, προτιμάται η ερμηνεία που είναι σύμφωνη με την πρόθεση των μερών "ubi est verborum ambiguitas valet quod acti est" (Phillimore, σελ. 330). Oμοίως, είναι και το αξίωμα ότι οι λέξεις θα πρέπει να υποστηρίζουν τον σκοπό και όχι να είναι αντίθετες με αυτόν, "verba intentioni non e contra, debent inservire" ή "verba intentione debent inserviri" (8 Coke's Reports 94, Branch, 152, Stimson, 355, Cotterell, σελ. 70-71, αρ. 275, Roe v. Trammarr, 2 Sm. L. C. 506, Tayler, σελ. 566). Tα πιο πάνω υποστηρίζονται και από τον Chitty, 27th edn., op. cit.: "But if, by any reasonable construction, the intention of the parties can clearly arrived at from the document itself, then the court will give effect to the intention even though this involves departing from or qualifying particular words uses. So the court will be prepared to restrict, transpose, modify, supply or rejects words or terms in the document, provided the intention of the parties is plain in spite of the words." (§ 12-060, σελ. 590). Επίσης, σχετική εδώ είναι και η αρχή ότι θα πρέπει να προτιμάται αυτό που είναι πιο πιθανό και συνήθως γίνεται, (προφανώς γιατί αυτό είναι σύμφωνα με τον σκοπό των μερών) "in obsuris inspici solere quod verisimilius est, ant quod presumque fiery solet" (Digest or Pandects of Justinian 50, 17.9, Peloubet, σελ. 111, αρ. 903). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως ελέχθη, θα ήταν απίθανο και παράλογο να θεωρούσαμε πως τα μέρη ήθελαν να κάνουν μια συμφωνία με την οποία ουδείς να δεσμευόταν για οποιαδήποτε παράβασή της και η οποία να καθίστατο άκυρη με οποιαδήποτε παράβασή της. Κατά λογική συνεπαγωγή, η λέξη «ακύρωση» στη συμφωνία των διαδίκων, δεν μπορεί να σημαίνει «εξ' υπαρχής ακυρότητα» αλλά «τερματισμό του αποτελέσματος ή της ισχύος» της συμφωνίας. Με βάση όλα τα ανωτέρω, απορρίπτω την αίτηση με έξοδα λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Όμως επειδή υπάρχει το ενδεχόμενο σε περίπτωση έφεσης, το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο να έχει διαφορετική άποψη, θα προχωρήσω στην εξέταση και των άλλων λόγων για τους οποίους ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Ανεξάρτητα της έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου λόγω της συμφωνίας των μερών, ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται στη γραπτή αγόρευσή του ότι η αίτηση της Αιτήτριας θα πρέπει να απορριφθεί και για τους εξής λόγους: «Ο Καθ' ου η Αίτηση υποστηρίζει: . ΙΙΙ Ότι η Αιτήτρια απέτυχε να προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία για την αρχική και τελική αξία της ισχυριζόμενης ακίνητης και κινητής περιουσίας του Καθ΄ ου η αίτηση.» (σελ. 4). «Στην παρούσα υπόθεση έχω την πεποίθηση ότι περισσότερη σημασία δεν έχει το τι λέχθηκε από κάθε μάρτυρα αλλά το τι παραλείφθηκε από πλευράς Αιτήτριας που είχε το βάρος απόδειξης της Αίτησης.» (σελ. 6). «Θα στρέψω τώρα την προσοχή μου στο πιο καίριο θέμα. Το τι παραλείφθηκε στη προκείμενη περίπτωση από πλευράς της Αιτήτριας ήταν τα ακόλουθα: (α) Οποιαδήποτε εκτίμηση σε σχέση με την αρχική περιουσία του Καθ΄ ου η αίτηση δηλαδή τη περιουσία του κατά το χρόνο της τέλεσης του γάμου των διαδίκων. (β) Οποιαδήποτε εκτίμηση σε σχέση με την τελική περιουσία του Καθ΄ ου η αίτηση δηλαδή την περιουσία του κατά τον χρόνο της διάστασης των διαδίκων. (γ) Οποιαδήποτε αφαίρεση των επιβαρύνσεων από το (α) και (β) ανωτέρω που εν πάση περιπτώσει παραλείφθηκαν. Κατά συνέπεια η Αιτήτρια δεν δύναται να θεωρηθεί ότι απέδειξε οποιαδήποτε αύξηση της περιουσίας του Καθ΄ ου η αίτηση κατά την έννοια του άρθρου 14 του Ν. 232/91 για να εγείρεται θέμα υπολογισμού της συνεισφοράς της. Σύμφωνα με την νομολογία εκεί όπου απαιτείται εκτίμηση, η εκτίμηση όχι μόνο θα πρέπει να γίνεται από πραγματογνώμονα, αλλά και η μαρτυρία του πραγματογνώμονα, ως προς την αγοραία εκτίμηση της υπό εξέταση περιουσίας θα πρέπει να είναι τεκμηριωμένη, αλλιώς και δεν μπορεί να έχει οιανδήποτε βαρύτητα. Ευνόητη είναι η διάκριση που πρέπει να γίνεται μεταξύ καθορισμού της περιουσίας που ανήκει σε ένα διάδικο και καθορισμού του ουσιώδους χρόνου για την εκτίμηση της περιουσίας αυτής. Το πρώτο αφορά την ίδια την περιουσία, δηλαδή τα περιουσιακά δικαιώματα, ενώ το δεύτερο την εκτίμηση της περιουσίας. Η αρχική περιουσία και η τελική περιουσία θα πρέπει να υπολογίζονται σε τιμές του χρόνο υπολογισμού της τελικής. Εν πάση περιπτώσει η Αιτήτρια που είχε το βάρος της απόδειξης της αίτησης της ουδεμία εκτίμηση της αρχικής περιουσίας προσέφερε, είτε σε τιμές του χρόνου της τελικής περιουσίας είτε σε τιμές του χρόνου της αρχικής περιουσίας. Τα δύο σκέλη για την εξεύρεση αύξησης στην περιουσία του Καθ΄ ου η αίτηση ελλείπουν στη προκείμενη περίπτωση εφόσον ουδεμία εκτίμηση έχει γίνει όχι μόνο της αρχικής αλλά και της τελικής περιουσίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως για την εξεύρεση της αρχικής και τελικής περιουσίας ενός διαδίκου υπολογίζεται όλη η περιουσία του κινητή και ακίνητη και όχι επιλεκτικά ορισμένα περιουσιακά στοιχεία. Επιπλέον επιθυμώ να προσθέσω σε σχέση με το ακίνητο στη Αγία Φύλα, οδός Αγγίστης αρ. 5, στη Λεμεσό ότι πιθανό ένα ακίνητο στο οποίο υπάρχουν μέσα κτίρια, στη παρούσα υπόθεση οικία, να αξίζει, χωρίς τα κτίρια, δηλ. την οικία, περισσότερα από ότι η αξία της οικίας. Δεν έχει η Αιτήτρια προσκομίσει, ως ανωτέρω αναφέρω, οιαδήποτε μαρτυρία. Πέρα τούτου η μαρτυρία της Αιτήτριας δεν συνάδει με τις έγγραφες τις προτάσεις ή και έρχεται σ΄ αντίθεση μ' αυτή. Μπορεί να χαρακτηριστεί ως γενική και αόριστη .. Η μαρτυρία της παρέμεινε μετέωρη. Η Αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει όλες τις αιτούμενες θεραπείες ..» (σελ. 8-10). Για να εξεταστούν οι πιο πάνω ισχυρισμοί του Καθ' ου η αίτηση, θα πρέπει να γίνει αναφορά στους ισχυρισμούς στα δικόγραφα και στη μαρτυρία. Στην αίτησή της, η Αιτήτρια κανένα ισχυρισμό και καμία αναφορά κάνει σε σχέση με την αρχική, δηλαδή την κατά τον χρόνο του αρραβώνα ή της τέλεσης του πολιτικού γάμου το 1987, περιουσία του Καθ' ου η Αίτηση. Επίσης στην αίτησή της δεν αποτιμάται η ολική τελική περιουσία του Καθ' ου Αίτηση. Ούτε στην υπεράσπιση γίνεται αναφορά για τη αρχική περιουσία του Καθ' ου η αίτηση ούτε αποτιμάται η τελική του περιουσία, δηλαδή η περιουσία που υφίστατο κατά την ημέρα της διάστασης, δηλαδή την 1/01/2001 ή κατά την ημέρα της λύσης του γάμου. Περαιτέρω, η Αιτήτρια κατά την κυρίως εξέτασή της, εφόσον δεν ρωτήθηκε, ουδεμία μαρτυρία δίνει για την αρχική περιουσία του Καθ' ου η αίτηση. Όσον αφορά δε την περιουσία του Καθ' ου η αίτηση κατά τον χρόνο της διάστασης, η Αιτήτρια κατά την κυρίως εξέτασή της αναφέρει ότι αυτός είχε 49 λογαριασμούς χωρίς όμως να δίνει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες και αποδεικτικά στοιχεία αναφορικά με τους ισχυριζόμενους αυτούς λογαριασμούς. Αντίθετα, παραδέχεται πως δεν γνώριζε το υπόλοιπο των λογαριασμών αυτών. Ισχυρίζεται επίσης πως από το 1999 μέχρι το 2001, ο Καθ' ου η αίτηση είχε κέρδος από το χρηματιστήριο της τάξης των ΛΚ 230.000 χωρίς όμως να δώσει οποιαδήποτε λεπτομέρεια και αποδεικτικά στοιχεία. Παρεμπιπτόντως, αναφέρει ότι ο Καθ' ου η αίτηση ενεγράφη ως ιδιοκτήτης κατά το ½ μερίδιο στην επίδικη οικία που αποκτήθηκε μετά τον γάμο. Ουδεμία αναφορά γίνεται στο επίδικο χωράφι, στον ΄Αγιο Θεόδωρο. Και πάλι κατά την αντεξέτασή της, η Αιτήτρια, εφόσον δεν ρωτήθηκε, δεν έδωσε οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με την αρχική περιουσία του Καθ' ου η αίτηση. Σε σχέση με την τελική του περιουσία, αναφέρθηκε στο χωράφι που ο Καθ' ου η αίτηση απόκτησε στον ΄Αγιο Θεόδωρο. Σε σχέση με τα ισχυριζόμενα κέρδη στο χρηματιστήριο και τις ισχυριζόμενες τραπεζιτικές καταθέσεις του Καθ' ου η αίτηση, και πάλι η μαρτυρία της Αιτήτριας κατά την αντεξέτασή της ήταν ασαφής, αόριστη και χωρίς να υποστηρίζεται με αποδεικτικά στοιχεία. Ουδεμία αποτίμηση έγινε από πλευράς Αιτήτριας τόσο της αρχικής περιουσίας του Καθ' ου η αίτηση στην οποία δεν αναφέρθηκε καν, αλλά και ούτε της τελικής περιουσίας του Καθ' ου η αίτηση. Ο Καθ' ου η αίτηση κατά την κυρίως εξέτασή του ρωτήθηκε αν κατά την ημέρα που έγιναν με την Αιτήτρια σύζυγοι είχαν οποιαδήποτε περιουσία στο όνομά τους και η απάντηση του ήταν καταφατική («Μάλιστα, είχαμε»), χωρίς να δώσει λεπτομέρειες, προφανώς επειδή και δεν του ζητήθηκαν. Ως προς την περιουσία που αποκτήθηκε μετά τον γάμο, αναφέρθηκε στο επίδικο χωράφι στον χωριό Άγιος Θεόδωρος το οποίο ισχυρίστηκε πως αγόρασε στο μεγαλύτερό του μέρους από εξαργύρωση ασφαλιστικού συμβολαίου που είχε και από τον μισθό του. Αναφορά έκανε στα αυτοκίνητα που αγόρασαν, σε προσωπικά του αντικείμενα, όπως βιβλία, πίνακες συλλογές, συλλογές που είχε, κ.λπ., τα οποία μετά τη διάστασή τους, η Αιτήτρια τα μετέφερε με φορτηγά στη Λευκωσία στη νέα της διαμονή, ενώ ο ίδιος ήταν στο Αμβούργο. Δέχθηκε επίσης ότι κατά την ημέρα της διάστασης είχε μετοχές, ακίνητη περιουσία και τραπεζικούς λογαριασμούς, λεπτομέρειες των οποίων αναφέρει σε γραπτή ένορκη δήλωση αποκάλυψης στο Δικαστήριο. Δεν του ζητήθηκε όμως να επαναλάβει το περιεχόμενο της ένορκης αυτής δήλωσης ούτε ζητήθηκε όπως η ένορκη αυτή δήλωση καταστεί τεκμήριο στην διαδικασία. Από την αντεξέταση του Καθ' ου η αίτηση σημειώνονται τα εξής: Ως προς την ακίνητη περιουσία του που είχε το 1987, αυτός αναφέρθηκε στην οικία που απόκτησε στο χωριό XXXXX ως δωρεά από τη μητέρα του από το 1985 (Δ.4793/85, Τεκμήριο 30) και σε δύο χωράφια και πάλι στο χωριό XXXXX που απόκτησε δωρεάν από τη μητέρα του τα οποία όμως με την κατάθεση αντιγράφων των τίτλων ιδιοκτησίας αποδείχθηκε πως μεταβιβάστηκαν σ' αυτόν στις 19/7/1990 (Τεκμήρια 31-32). Όταν ρωτήθηκε αν είχε κινητά, και η ερώτηση φαίνεται να σχετιζόταν και πάλι με το έτος 1987, απάντησε πως είχε «κάποιες αποταμιεύσεις από την εργασία του» και τα οποία χρήματα τα χρησιμοποίησε κατά την διάρκεια των αναγκών του που τότε ήταν φοιτητής μεταπτυχιακού. Πιθανώς, η απάντησή του όσον αφορά την κινητή του περιουσία να ήταν τελειωτική, όμως σημειώνεται πως δεν ρωτήθηκε πόσες ήταν οι αποταμιεύσεις του ούτε αν είχε άλλη κινητή περιουσία στην Αγγλία ή στην Κύπρο, όπως οικιακό εξοπλισμό, αυτοκίνητα, μετοχές κ.λπ., ούτε αν είχε χρέη. Σε κατοπινό στάδιο, ανέφερε ότι όταν ήλθαν από την Αγγλία στην Κύπρο, οι διάδικοι έφεραν μαζί τους σε μετρητά £20.000 (στερλίνες) και οικοσκευές αξίας £10.000 (στερλίνες), και αυτές όπως επίσης ισχυρίστηκε ήταν οι οικονομίες τους στην Αγγλία. Το πότε ακριβώς έφεραν τα χρήματα αυτά στην Κύπρο δεν διευκρινίζεται, σίγουρα όμως δεν έγινε όταν τέλεσαν τον πολιτικό γάμο, το 1987, αλλά θα πρέπει να έγινε μεταγενέστερα το 1990-
- Ως προς την ακίνητη περιουσία που απόκτησε μετά τον γάμο, όχι από δωρεά των γονέων του, αναφέρθηκε στην επίδικη οικία και στο χωράφι στον XXXXX. Ισχυρίστηκε επίσης πως μετά τη διάσταση, η Αιτήτρια άδειασε τον εξοπλισμό του συζυγικού σπιτιού και τα προσωπικά του αντικείμενα και τα πήρε μαζί της στη Λευκωσία. Κατά την αντεξέτασή του, ρωτηθείς σε σχέση με την ένορκη δήλωσή αποκάλυψης που έκανε και ειδικότερα αναφορικά με μετοχές που είχε, ανέφερε πως εκτός από τις τέσσερεις πρώτες εταιρείες στον κατάλογο, στις λοιπές εταιρείες οι μετοχές παρόλο ότι ήταν γραμμένες πάνω του δεν ανήκαν σε αυτόν αλλά σε δύο άλλα πρόσωπα των οποίων διαχειριζόταν το χαρτοφυλάκιο, θέμα για το οποίο, όπως ισχυρίστηκε, είχε πληροφορήσει σχετικώς την Κεντρική Τράπεζα και το Υπουργείο Οικονομικών και το γνώριζε η Αιτήτρια ότι οι μετοχές δεν ήταν δικές του. Παραδέχθηκε επίσης ότι στην Δήλωση του Εισοδήματος για το έτος 2000, δήλωσε κέρδος από πωλήσεις μετοχών ύψους £73.737 (Τεκμήριο 38), διευκρίνισε όμως ότι οι μετοχές αυτές ανήκαν στους Π. Λ. και Α. Τ., των οποίων διαχειριζόταν το χαρτοφυλάκιο. Συναφώς κατάθεσε ως Τεκμήριο 39, δέσμη σχετικών εγγράφων, από τα οποία αποδεικνύεται πως ο Π. Λ. του έμβασε από το Λονδίνο το ποσό των £48.757.87 (βλ. επίσης Τεκμήριο 43) στις 21/7/99, ο δε Α. Τ. του έμβασε στις 21/05/99 και πάλι από το Λονδίνο, το ποσό των £34.983,
- Κατέθεσε επίσης έγγραφα ως Τεκμήρια 40-41, όπου προκύπτει πως ο Καθ' ου η αίτηση απέστειλε στον Α. Τ. στις 9/04/2001 το ποσό των £18.580 και στον Π. Λ. στις 5/5/2000 το ποσό των £10.899,
- Ανέφερε επίσης πως αυτό ήταν μέρος των χρημάτων τους που τους επέστρεψε και ότι εξακολουθεί να έχει ακόμα δικές τους μετοχές. Ισχυρίστηκε πως τους οφείλει £23.000, γεγονός που αναφέρει και στην ένορκη δήλωση αποκάλυψής του. Δήλωσε πως από τις £73.737, δεν επωφελήθηκε κανένα ποσό, και ότι οι σχέσεις του με τον Τ. και τον Λ. είναι αδελφικές, του πρώτου δε του βάπτισε το παιδί του. Συνολικά, κατ' αυτόν, τα δύο προαναφερθέντα άτομα του έστειλαν £180.000 με £200.000 για επένδυση σε μετοχές. Ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίστηκε πως στην Δήλωσή του Εισοδήματος για το έτος 2000, έπραξε ότι του ζητούσε η Δήλωση, και δήλωσε ως ιδιοκτήτη των μετοχών τον εαυτό του, εφόσον οι μετοχές ήταν στο όνομά του και εφόσον δεν υπήρχε ο χώρος στη Δήλωση για να δώσει λεπτομέρειες πως οι μετοχές δεν του ανήκαν. Όμως ο ίδιος, όπως περαιτέρω ισχυρίστηκε, είχε ενημερώσει το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων ποιοί ήταν οι πραγματικοί ιδιοκτήτες των μετοχών και ότι αυτός απλά διαχειριζόταν το χαρτοφυλάκιό τους. Η ενημέρωση έγινε όπως ανέφερε με συνοδευτική επιστολή αντίγραφο της οποίας, όπως επίσης ανέφερε, δεν είχε μαζί του. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν εξετάζω αλλά ούτε είμαι και το αρμόδιο όργανο να αποφασίσω, αν αυτό που έπραξε ο Καθ' ου η αίτηση με τη φορολογική του δήλωση με ή χωρίς τις εξηγήσεις που έδωσε στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων, αν έδωσε, ήταν παράνομο. Πάντως, τα τεκμήρια που κατέθεσε ο Καθ' ου η αίτηση και η προφορική του μαρτυρία σε συνδυασμό με το Τεκμήριο 1 δείχνουν ότι οι μετοχές που ισχυρίζεται ότι δεν ήταν δικές του, πράγματι δεν του ανήκαν. Ειδικότερα, από το Τεκμήριο 1, την επίδικη συμφωνία, § 3, η Αιτήτρια δέχεται πως κάποιες μετοχές που ήταν γραμμένες στον Καθ' ου η αίτηση, ανήκαν σε τρίτους: «
- Όλες οι μετοχές που είναι σήμερα επ' ονόματι των δύο μας θα μοιραστούν στους δύο αφού αφαιρεθούν οι μετοχές που ανοίκουν [sic] σε τρίτους.» Σημειωτέον δε πως με βάση το άρθρο 79 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, «[π]ιστοποιητικό που φέρει την σφραγίδα της και ορίζει οποιεσδήποτε μετοχές που κατέχονται από μέλος, αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη του τίτλου του μέλους για τις μετοχές.» (Η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου). Ο Καθ' ου η αίτηση, σε κάποιο στάδιο της αντεξέτασής του ανέφερε ότι δεν αμφιβάλλει πως το χωράφι στον XXXXX και οι μετοχές που αναφέρονται στο Τεκμήριο 1, δηλαδή στη συμφωνία (και δεν ανήκουν σε τρίτους), ανήκουν και στους δύο. Σε σχέση με τις καταθέσεις που είχε ο Καθ' ου η αίτηση, δέχθηκε πως κατά την ημέρα της διάστασης είχε περίπου £42.000 (πιστωτικό) εκ των οποίων υπήρχε οφειλή στον Λ. και Τ. της τάξης των £23.
- Κατά συνέπεια, του ανήκαν £19.000, εκ του οποίου ποσού ισχυρίστηκε πως θα έπρεπε να αφαιρεθεί το ποσό των £2.500 που ήδη κατέβαλε προς διευθέτηση των περιουσιακών τους διαφορών με την Αιτήτρια, και αφού λαμβάνονταν υπόψη και οι καταθέσεις της Αιτήτριας, το υπόλοιπο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως οικογενειακή περιουσία. Στην § 4 της συμφωνίας, Τεκμήριο 1, αναγράφονται τα εξής: «
- Τα μετρητά των ΛΚ 13.000 και STG 6,500* (*επ ονόματι του Δ. και ΛΚ 7000 επ' ονόματι της Α.) θα μοιραστούν στους δύο αφού ληφθούν υπόψη ΛΚ 2500 που έχουν ήδη μεταφερθεί στην Α. και αφού επιβεβαιωθούν τα υπόλοιπα κατά την 1/10/01». Η μαρτυρία του Καθ' ου η αίτηση συνάδει με την § 4 του Τεκμηρίου
- Αν από το ποσό των £19.000 αφαιρεθεί το ποσό των £2.500 (που δόθηκε από τον Καθ' ου η αίτηση στην θυγατέρα του) και το ποσό των £7.000 (καταθέσεις της Αιτήτριας) απομένει ποσό της τάξης των £9.500, το οποίο ο Καθ' ου η αίτηση θεωρεί ότι αποτελεί οικογενειακή περιουσία. Ουδεμία αποτίμηση έγινε από πλευράς Καθ' ου η αίτηση για την αξία της αρχικής ή της τελικής του περιουσίας. Το επίδικο κτήμα και η επίδικη οικία ως επίσης και οι μετοχές που πραγματικά ανήκαν στον Καθ' ου η αίτηση, ως επίσης και η άλλη κινητή περιουσία του Καθ' ου η αίτηση που αναφέρεται στην ένορκη δήλωση αποκάλυψής του, όπως αυτοκίνητα, θα έπρεπε να εκτιμηθούν κατά την ημέρα της διάστασης. Δεν έχω επίσης μαρτυρία αν σήμερα οι μετοχές αυτές ως και η άλλη κινητή περιουσία εξακολουθούν να ανήκουν στον Καθ' ου η αίτηση. Παρόλο ότι δεν εγέρθηκε από τον Καθ΄ ου η αίτηση, ωστόσο θα πρέπει να αποφασιστεί από το παρόν Δικαστήριο αν η ένορκη δήλωση του ημερ. 27/11/07 για αποκάλυψη περιουσίας του κατά το χρόνο διάστασης που έγινε μετά την έκδοση σχετικού Διατάγματος, και η αντεξέτασή του επί αυτής που έγινε, αποτελούν μαρτυρία ενώπιόν μου, δεδομένου αφενός μεν ότι αυτές βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου και αφετέρου ότι δεν έχουν συνδεθεί με οποιοδήποτε νομικό τρόπο στην ενώπιον μου διαδικασία της εναρκτήριας αίτησης. Η άποψή μου είναι ότι παρόλο ότι η ένορκη δήλωση αποκάλυψης γίνεται για την καλύτερη εφαρμογή του άρθρου 14
(1)του Ν. 232/91 (όπως προβλέπει το άρθρο 14Α του ιδίου Νόμου), και είναι διαθέσιμη για τους σκοπούς της κυρίως δίκης, ωστόσο επειδή αποτελεί μια ενδιάμεση διαδικασία, όπως οποιαδήποτε άλλη ενδιάμεση διαδικασία, λ.χ. διαδικασία για έκδοση ή διατήρηση προσωρινού Διατάγματος, δεν μπορεί με βάση τους εφαρμοστέους από το Οικογενειακό Δικαστήριο Κανονισμούς και Θεσμούς, να θεωρηθεί ότι αποτελεί αυτόματα μέρος της εναρκτήριας διαδικασίας, αν δεν γίνει πρώτα πράγματι μέρος αυτής, είτε με την εκ νέου αναφορά στο περιεχόμενο αυτής (επανάληψη) από τον Καθ' ου η αίτηση με προφορική μαρτυρία, είτε με την υιοθέτησή της και την καταχώρησή της ως τεκμήριο, είτε ίσως με τη σύνδεσή της με κάποιο άλλο νομικό τρόπο. Αν το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Καθ' ου η αίτηση ήταν παραδεκτό γεγονός στην παρούσα υπόθεση, τα πράγματα πιθανόν να ήταν διαφορετικά. Όμως όχι μόνο τέτοια δήλωση συνομολόγησης δεν έγινε από πλευράς της Αιτήτριας όσον αφορά το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης, αλλά αυτή αντεξετάζοντας τον Καθ' ου η αίτηση, τόσο στην ενδιάμεση διαδικασία όσον και στην εναρκτήρια διαδικασία, τον αμφισβητεί όσον αφορά ορισμένους ισχυρισμούς του, συμπεριλαμβανομένων και ισχυρισμών του περί μετοχών που παρόλο ότι ήταν στο όνομά του κατά την ημέρα της διάστασης, ανήκαν σε τρίτους και ισχυρισμών για χρέος του προς τρίτους. Οι απαντήσεις και εξηγήσεις που έδωσε ο Καθ' ου η αίτηση κατά την αντεξέτασή του στην εναρκτήρια αίτηση σε σχέση με τα θέματα αυτά και σε σχέση με το ύψος των καταθέσεων του στο οποίο ζήτημα αναφέρθηκα ανωτέρω, αποτελούν ωστόσο μαρτυρία ενώπιόν μου που μπορώ να λάβω υπόψη μου. Δεν έχω επίσης ικανοποιηθεί ότι η αντεξέταση του Καθ' ου η αίτηση επί της ένορκης δήλωσης του με βάση το άρθρο 14Γ του Ν. 232/91 έχει συνδεθεί με οποιοδήποτε νομικό τρόπο με την δίκη της εναρκτήριας αίτησης παρά το γεγονός ότι είναι στο φάκελο του Δικαστηρίου και θα ήταν διαθέσιμη να χρησιμοποιηθεί για τους σκοπούς της δίκης αυτής, αν ζητείτο. Η Αιτήτρια θα μπορούσε να ζητούσε από τον Καθ' ου η αίτηση κατά την αντεξέταση του στο πλαίσιο της εναρκτήριας αίτησης να καταθέσει ως τεκμήριο τόσο την ένορκη δήλωσή του ως επίσης και τα πρακτικά της αντεξέτασής του επί αυτής ή εφόσον τα έγγραφα αυτά ήταν στον φάκελο της διαδικασίας θα μπορούσαν να γίνονταν από κοινού ως τεκμήριο στη διαδικασία της εναρκτήριας αίτησης. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, η κατάθεση της ένορκης δήλωσης και των πρακτικών της αντεξέτασης θα γινόταν όχι για την αλήθεια του περιεχομένου τους αλλά ως γεγονός ότι έγιναν, με δικαίωμα της Αιτήτριας να ελέγξει τον Καθ' ου η αίτηση επί αυτών, αντεξετάζοντάς τον κατά την εναρκτήρια διαδικασία. Παρόλα αυτά τίποτε τέτοιο δεν έγινε στην παρούσα υπόθεση. Όμως το ζήτημα αυτό είναι θεωρητικό, όπως θα διαφανεί κατωτέρω, γιατί η αίτηση απορρίπτεται για πολλούς λόγους, πρώτον λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας, όπως αποφασίστηκε ήδη, και δεύτερο, σε περίπτωση που ο πρώτος λόγος απόρριψης κριθεί λανθασμένος, γιατί όπως θα διαφανεί κατωτέρω, η αίτηση είναι και νόμω αβάσιμος και επειδή περαιτέρω δεν αποδείχθηκε αύξηση περιουσίας του Καθ' ου η αίτηση για να δικαιούται απόδοση συνεισφοράς η Αιτήτρια. Ως νομική βάση της αίτησης αναφέρεται το άρθρο 14 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου του 1991, (Ν. 232/91). Η διάταξη αυτή έχει ως πρότυπο της το άρθρο 1400 του Ελ. ΑΚ και ορίζει τα ακόλουθα: «14
(1)Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων, και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
(2)Η συνεισφορά του ενός συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη συνεισφορά.
(3)Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ότι αυτοί απέκτησαν: (α) Από δωρεά, κληρονομιά, κληροδοσία ή άλλη χαριστική αιτία× (β) με διάθεση περιουσίας που αποκτήθηκε με τις αναφερόμενες στην παράγραφο (α) αιτίες.» Σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 14
(1)βοηθητική είναι η Ελληνική βιβλιογραφία και νομολογία επί του άρθρου 1400 του Ελ. ΑΚ (Για το πρότυπο Ελληνικού δικαίου, βλ. Asp. Tsaoussis-Hatzis, The Greek Divorce Law Reform of 1983 and its Impact on Homemakers - A Social and Economic Analysis, Aθήνα-Κομοτηνή, 2003, σελ. 228-230). Για τον υπολογισμό της αύξησης, είναι αναγκαία η σύγκριση ανάμεσα σε αρχική και τελική περιουσία του συζύγου, δηλαδή θα πρέπει να αποτιμηθούν δύο περιουσίες, η αρχική και η τελική, και η σύγκριση τους που αποτελεί την αύξηση, αποτιμάται σε χρηματική αξία. Οι ενδιάμεσες αυξομειώσεις είναι αδιάφορες. Η αναφορά στην αγωγή ορισμένων περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν μετά τον γάμο δεν αποδεικνύει τίποτε χωρίς σύγκριση αρχικής και τελικής περιουσίας. Ούτε είναι ορθή η θέση ότι όσα χρήματα επενδύει σε ένα γάμο ένας σύζυγος δικαιούται να τα πάρει πίσω μετά τη διάσταση αν δεν αποδείξει πρώτα αύξηση. Όπως προσφυώς αναφέρει ο Καθηγητής Σταθόπουλος εις Γεωργιάδη και Σταθόπουλου, Αστικός Κώδικας, τομ. VII, «Οικογενειακό Δίκαιο», 2η εκδ., Αθήνα, 2007, άρθρ. 1400-1402, αρ. 13, σελ. 330-331: «Τρίτον, Η περιουσιακή ωφέλεια 'αφότου τελέστηκε ο γάμος' θα συναχθεί με σύγκριση της περιουσιακής κατάστασης σε δυο χρονικά σημεία, τη στιγμή της τέλεσης του γάμου αφενός (αρχική περιουσία) και τη στιγμή που γεννιέται η αξίωση αφετέρου (τελική περιουσία - βλ. και παρακ. Αρ. 14). Η διαφορά συνιστά την επαύξηση (τα αποκτήματα), που αποτελεί το αντικείμενο της αξίωσης (στο βαθμό βέβαια που συντρέχει, μεταξύ άλλων, και η δεύτερη προϋπόθεση της αξίωσης, στο βαθμό δηλ. που τα αποκτήματα οφείλονται στη συμβολή του δικαιούχου). Οι ενδιάμεσες αυξομειώσεις της περιουσίας είναι αδιάφορες..» Bλ. επίσης, inter alia, Π. Χρ. Φίλιου, Οικογενειακό Δίκαιο, 3η έκδ., Αθήνα-Κομοτηνή, 2009, § 38 Β, σελ. 133. Βασ. Αντ. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ, τομ. Ε΄, «Οικογενειακό Δίκαιο», σελ. 326-327, άρθρ. 1400, αρ. 13, σελ. 332-333, άρθρ. 1400, αρ. 18, Ι. Σ. Σπυριδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, Αθήνα-Κομοτηνή, 2006, § 53.3.2, σελ. 244, Nικ. Ευρ. Παρασκευοπούλου, Αι Περιουσιακαί Σχέσεις των Συζύγων κατά το Εσωτερικόν Δίκαιον και το Ιδιωτ. Διεθ. Δίκαιον μετά τον Ν. 1329/83, Αθήνα, 1984, § 45 της Εισηγητικής ΄Εκθεσης της Επιτροπής του ν. 1329/82, εις Ι. Σ. Σπυριδάκη, Αστικός Κώδικας και Εισαγωγικός Νόμος, Κριτική ΄Εκδοση 2009, Αθήνα-Κομοτηνή, 2009, σελ. 796, Θ. Κ. Παπαχρίστου, Εγχειρίδιο Οικογενειακού Δικαίου, 3η έκδ., Αθήνα-Κομοτηνή, 2006, § 2.3.2. σελ.103, Εφ. Αθ. 2571/1991, Ελλ. Δικ. 33
(1992)166-168, Α.Π. 1166/200 Γ' Τμ. Ελλ. Δικ. 1287-1288, Α.Π. 251/2002 Ζ' Τμ. Ελλ. Δικ. 44
(2003)129-130, Α.Π. 430.2002 Ζ' Τμ., Ελλ. Δικ. 43
(2002)1624-1625, Α.Π. 494/1997 Α΄Τμ, Ελλ. Δικ. 39
(1998)91. Το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο στην Ν. Μικρού v. M. Kωνσταντινίδου, Εφ. ΔΟΔ αρ. 188, ημερ 7/10/2004, μη δημοσιευθείσα, σελ. 2, στη πολύ σύντομη απόφασή του, αποδεχόμενο και επιδοκιμάζοντας τη θέση του πρωτόδικου Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού, το έκανε καθαρό πως αυτό που έχει σημασία είναι η απόδειξη της αύξησης που με βάση τον Νόμο ανευρίσκεται με την σύγκριση της αρχικής και τελικής περιουσίας, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη περιουσία που δημιουργείται κατά την διάρκεια του γάμου και δεν αποκρυσταλλώνεται στην τελική περιουσία για να συγκριθεί με την αρχική. Εκτός από μια εισαγωγική παράγραφο και την κατάληξη του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου ότι η έφεση απορρίπτεται με έξοδα, ολόκληρη η απόφασή του ήταν η εξής: «Η σύζυγος, καθ'ης η αίτηση-εφεσίβλητη, ήταν ιδιοκτήτρια, από κληρονομιά του πατέρα της, κτήματος υπ.' Αριθμό εγγραφής .. στη Λεμεσό. Κατά τη διάρκεια του γάμου και σταδιακά, στο ακίνητο ανηγέρθηκαν οικοδομές, που ενοικιάζονται. Ο εφεσείων ισχυρίζεται πως συνεισέφερε για το κτίσιμο των οικοδομών, και ως εκ τούτου αξίωσε τη συνεισφορά του από την εφεσίβλητη. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού ανέλυσε τη μαρτυρία που προσκομίστηκε ενώπιον του κατέληξε στο συμπέρασμα πως ο εφεσείων δεν απέδειξε οποιαδήποτε αύξηση της περιουσίας της εφεσίβλητης μέσα στην ορθή έννοια του άρθρου 14 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου, του 1991, (Ν. 232/91), (όπως τροποποιήθηκε), ώστε να εγείρεται οποιοδήποτε θέμα υπολογισμού της συνεισφοράς του. Το είδος της μαρτυρίας που έδωσε ο εφεσείων, και που ο συνήγορος του επιβεβαίωσε ενώπιον μας, αφορούσε τη συνεισφορά του στην ανοικοδόμηση κτιρίων επί του ακινήτου της εφεσίβλητης χωρίς να υπάρχει η απαραίτητη νομική προϋπόθεση της αύξησης της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας. Συγκεκριμένα, δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε εκτίμηση της επίδικης περιουσίας κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου των διαδίκων, εκτίμηση της ακίνητης ιδιοκτησίας κατά τον χρόνο της διάστασης των διαδίκων, και βεβαίως το ύψος των επιβαρύνσεων επί της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας, που υφίσταντο κατά τις δύο πιο πάνω χρονικές περιόδους. Το δικαστήριο ενεργώντας στη βάση της μαρτυρίας που προσκομίστηκε, ορθά κατέληξε στην απόφασή του. Από το κείμενο της πρωτόδικης απόφασης και όπως μας έχουν επιβεβαιώσει οι δικηγόροι των διαδίκων, η επίδικη ακίνητη περιουσία έχει εγγραφεί επ' ονόματι των παιδιών τους. Αυτό είναι ένα ευχάριστο γεγονός, που θα έπρεπε βεβαίως να οδηγήσει και αυτή την αντιδικία στο γρήγορο τέλος της». Είναι φανερό από την πιο πάνω απόφαση, πως είναι λαθεμένη η άποψη πως όσα χρήματα συνεισφέρει ένας σύζυγος για απόκτηση περιουσίας θα πρέπει οπωσδήποτε να τα πάρει πίσω με τη λύση του γάμου, ως να ήταν δάνειο, αν δεν αποδειχθεί πρώτα αύξηση στην περιουσία. Ένα άλλο συναφές σημείο το οποίο θα πρέπει να επισημανθεί εδώ, είναι ότι το πρωτόδικο Οικογενειακό Δικαστηρίου Λεμεσού στην Μικρού, αρ. αίτ. 10/98, ημερ. 25/7/03, σελ. 14, παρατήρησε: «.πως είναι πιθανό ένα ακίνητο στο οποίο υπάρχουν μέσα κτίρια να αξίζει χωρίς τα κτίρια περισσότερα παρά με τα κτίρια. Και αυτό μπορεί να συμβαίνει για πολλούς λόγους, λ.χ. ..» Εφόσον το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο δέχθηκε πως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά κατέληξε στην απόφασή του και με όσα ανέφερε στο πιο πάνω απόσπασμα ότι το ουσιώδες θέμα είναι θέμα εκτίμησης της αρχικής και τελικής περιουσίας, φαίνεται να μην απέκλεισε την πιο πάνω πιθανότητα στην οποία αναφέρθηκε το πρωτόδικο Οικογενειακό Δικαστήριο. Σε παρόμοια πιθανότητα αναφέρθηκε και ο Καθ' ου η Αίτηση στην παρούσα υπόθεση στην γραπτή του αγόρευση τονίζοντας ότι η Αιτήτρια δεν έχει προσκομίσει οιαδήποτε μαρτυρία για την αξία του οικοπέδου με την οικία ή δίχως την οικία. Βεβαίως, επειδή το επίδικο αυτό κτήμα αποκτήθηκε μετά τον γάμο, η διάκριση αυτή θα είχε σημασία για το θέμα της συνεισφοράς, και όχι για το θέμα της αύξησης, εφόσον η επίδικη περιουσία θα έπρεπε να εκτιμηθεί κατά την ημέρα της διάστασης ως είχε, δηλαδή μαζί με την οικία για το οποίο θέμα ουδεμία εκτίμηση παρουσιάστηκε. Στην Α. Ορφανίδης v. N. Ορφανίδη,
(1993)1 ΑΑΔ 179, 189, το Ανώτατο Δικαστήριο παρατήρησε σε σχέση με το επίμαχο άρθρο 14
(1)του Ν. 232/91, πως: «(β) Αντικείμενο του διαμοιρασμού δεν είναι, όπως στο Αγγλικό δίκαιο, το περιουσιακό στοιχείο αφ΄ εαυτού, αλλά η αύξηση της περιουσίας εκάτερου των συζύγων μετά το γάμο. Επομένως, αφετηρία για την επίλυση διαφορών αυτής της φύσης αποτελεί η διαπίστωση των περιουσιακών στοιχείων των συζύγων κατά το χρόνο του γάμου. Σε δεύτερο στάδιο, έρχεται η διαπίστωση της αύξησης, (αν υπάρχει), και σε τρίτο η προέλευση της αύξησης και η συνάρτησή της με τη συνεισφορά του ετέρου των συζύγων στην πραγμάτωσή της.» Από το πιο πάνω απόσπασμα είναι σαφές πως το Δικαστήριο δεν εξετάζει θέμα συνεισφοράς, αν δεν αποδειχθεί πρώτα αύξηση στην περιουσία. Το ίδιο ελέχθη και στην Σοφοκλέους ν. Σοφοκλέους,
(2005)1 ΑΑΔ 1030, 1034, όπου το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο σχολιάζοντας την πρωτόδικη απόφαση, ανέφερε τα εξής σχετικά: «Είπε, πολύ ορθά, πως η αποτυχία της εφεσείουσας να αποδείξει την αύξηση της περιουσίας του εφεσίβλητου δεν της επέτρεπε να επικαλεστεί το μαχητό τεκμήριο, που προβλέπεται στο εδάφιο 2 του άρθρου 14 του νόμου.» Από το πιο πάνω απόσπασμα από την Ορφανίδη, είναι επίσης σαφές πως αντικείμενο διαμοιρασμού δεν είναι το περιουσιακό στοιχείο αφ' εαυτού, αλλά η αύξηση της περιουσίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία, πως για την εξεύρεση της αρχικής και τελικής περιουσίας ενός διαδίκου, υπολογίζεται όλη η περιουσία του, κινητή και ακίνητη, και όχι ορισμένα περιουσιακά αντικείμενα. Το άρθρο 14
(1)δεν ακολούθησε τελικά το σχέδιο νόμου που ετοίμασε η Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή για τον Εκσυγχρονισμό του Οικογενειακού Δικαίου, στις Περιουσιακές Διαφορές των Συζύγων (βλ ΄Εκθεση Επιτροπής, Λευκωσία, Ιανουάριος 1987, σελ. 106, 109), όπου δεν γίνεται χρήση της φράσης «αύξησης της περιουσίας» αλλά αντίθετα στα άρθρα 3.1.-3.5, γίνεται χρήση της φράσης «ανακατανομή της οικογενειακής περιουσίας του ενός συζύγου προς όφελος του άλλου», η οποία «οικογενειακή περιουσία» σύμφωνα με τον ορισμό της στην αρχή του σχεδίου νόμου, περιλαμβάνει οποιαδήποτε περιουσία (πλην των εξαιρέσεων που προέβλεπε το σχέδιο νόμου) κατά «τον ουσιώδη χρόνο», δηλαδή κατά τον χρόνο της διακοπής της συμβίωσης ή της λύσης του γάμου. Όπως ελέχθη, τελικά πρότυπο του Κυπρ. Ν. 232/91απετέλεσε το Ελλ. ΑΚ 1400, που και αυτό μιλά για «αύξηση περιουσίας». Παρόμοια με την Ορφανίδη είναι και η ερμηνεία που δίνεται στην Ελλάδα. Το Γ' Τμήμα του Αρείου Πάγου στην απόφασή το Α.Π. 1166/2000 Ελλ. Δικ. 42
(2001)σελ. 1287, τονίζει πως: «Ως αύξηση όμως νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλ΄ η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου, σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι: α) κατά την τέλεση του γάμου και β) κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα.» (Δική μου υπογράμμιση). Το Α' Τμήμα του Αρείου Πάγου στην Α.Π. 494/1994, Ελλ. Δικ. 39
(1998)σελ. 91 και το Ζ' Τμήμα του Αρείου Πάγου του Α.Π. 251/2002, Ελλ. Δικ. 44
(2003)σελ 129, τονίζουν πως στο δικόγραφο θα πρέπει να προσδιορίζεται η συνολική αρχική και τελική περιουσία (βλ. κατωτέρω σχετικό πανομοιότυπο απόσπασμα από τις δύο αποφάσεις). Βλ. σύμφωνη βιβλιογραφία, ενδεικτικά: Ε. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, Ι, 4η έκδ., Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2008, 236, («με τον υπολογισμό όλων των αντικειμένων και της αρχικής και της τελικής περιουσίας των συζύγων», Σταθόπουλος, op. cit. Σελ. 339, άρθρ. 1400-1402, αρ. 13, («Δεύτερον, θα ληφθεί υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης και όχι μια συγκεκριμένη κτήση»). Οι υπογραμμίσεις είναι του παρόντος Δικαστηρίου. Στην Ορφανίδη, op. cit., στη σελ. 190, αποφασίστηκε επίσης πως: «.Η αύξηση, η οποία υπόκειται σε διανομή, δεν είναι η αξία των περιουσιακών στοιχείων του ιδιοκτήτη συζύγου, αλλά η καθαρή αξία της περιουσίας του η οποία ανευρίσκεται μετά από συνυπολογισμό των περιουσιακών του στοιχείων αφενός, και των χρηματικών του υποχρεώσεων αφετέρου.» H ίδια αρχή δηλαδή ότι θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η καθαρή αξία της περιουσίας, αφού πρώτα αφαιρεθούν τα χρέη και οι άλλες οικονομικές υποχρεώσεις από την αξία της περιουσίας για να ανευρεθεί η πραγματική αύξηση διακηρύχθηκε και στην Σοφοκλέους ν. Σοφοκλέους,
(2005)1 ΑΑΔ 1030, 1033 ως επίσης και στην Ν. Μικρού v. M. Kωνσταντινίδου, Εφ. ΔΟΔ αρ. 188, ημερ 7/10/2004, μη δημοσιευθείσα, σελ. 2. Βλ. επίσης, inter alia, Γ. Παπαδημητρίου, Οικογενειακό Δίκαιο, Αθήνα-Κομοτηνή, 1997, σελ. 290-291, Σπυριδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, Αθήνα-Κομοτηνή, 2006, § 53.3., σελ. 242, Σταθόπουλος εις Γεωργιάδη εις Γεωργιάδη και Σταθόπουλου, οp. cit. άρθρ. 1400-1402, αρ. 13, σελ. 330, Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, op. cit. σελ. 231-232, 341, Παπαχρίστου, op. cit. § 2.3.2.1., σελ. 104, Ζ. Σκουλούδη, Συζυγικαί Σχέσεις και Οικονομικαί Συνέπειαι, μετά την ΄Εκδοσιν του Ν. 1329/83, Αθήνα, 1984, σελ. 170, Α.Π. 430/2002 Ζ' Τμ., Ελλ. Δικ. 43
(2002)σελ.
- Όπως ορθά παρατηρεί ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση κατά την γραπτή του αγόρευση, είναι ευνόητη η διάκριση που πρέπει να γίνεται μεταξύ καθορισμού της περιουσίας που ανήκει σε ένα διάδικο και καθορισμού του ουσιώδους χρόνου για την εκτίμηση της περιουσίας αυτής. Το πρώτο αφορά την ίδια την περιουσία, δηλαδή τα περιουσιακά δικαιώματα, ενώ το δεύτερο την εκτίμηση της περιουσίας. Αυτή κατά λέξει ήταν η παρατήρηση του πρωτόδικου Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην Μικρού, op. cit., σελ. 11-
- Σε σχέση με τον ουσιώδη χρόνο υπολογισμού της αρχικής περιουσίας ας δούμε τι ισχύει στην Ελλάδα, το δίκαιο της οποίας, και συγκεκριμένα το άρθρο 1400 ΑΚ, αποτέλεσε πρότυπο για τη θεσμοθέτηση του Κυπριακού άρθρου 14
(1)του Ν. 232/91. Το Γ' Τμήμα του Αρείου Πάγου στην απόφασή το Α.Π. 1166/2000 Ελλ. Δικ. 42
(2001), σελ. 1287-1288, τονίζει πως: «Από τη σύγκριση της αξίας αυτών [δηλαδή της αρχικής και τελικής περιουσίας], αναγόμενης σε τιμές του χρόνου γενέσεως της αξιώσεως, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου, που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.» Η Καθηγήτρια Ε. Κουνουγέρη Μανωλεδάκη, στο Οικογενειακό Δίκαιο, οp. cit., 236, αναφέρει: «Ένα άλλο ζήτημα σχετικό με την προϋπόθεση της περιουσιακής επαύξησης δημιουργείται από το γεγονός ότι η αξία πολλών αντικειμένων που υπάρχουν και ως αρχική και ως τελική περιουσία μεταβάλλεται λόγω του πληθωρισμού με την πάροδο του χρόνου. Το ζήτημα αυτό μπορεί να λυθεί ικανοποιητικά με τον υπολογισμό όλων των αντικειμένων και της αρχικής και της τελικής περιουσίας των συζύγων στην αξία που έχουν κατά το χρόνο υπολογισμού της τελικής περιουσίας.» Ομοίως η Καθηγήτρια Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη εις Ε. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Α. Κοτζάμπαση, Κ. Φουντεδάκη, Το Οικογενειακό Δίκαιο στην Πράξη (Ασκήσεις και Λύσεις), 5η έκδ., Θεσσαλονίκη, 2005, σελ. 68, προσφυώς παρατηρεί: «...Ειδικότερα, το ποσό της αρχικής περιουσίας του Α, που θα αφαιρεθεί από την τελική περιουσία του, προκειμένου να εξακριβωθεί η περιουσιακή του επαύξηση, δεν είναι 45.000 ευρώ, αλλά 180.000 ευρώ, αφού ορθά διδάσκεται ότι κατά τη σύγκριση της αρχικής και της τελικής περιουσίας η αρχική περιουσία πρέπει να υπολογίζεται σε τιμές του χρόνου υπολογισμού της τελικής (και όχι σε τιμές του χρόνου της τέλεσης του γάμου), αφού δίκαιο είναι να παίρνονται υπόψη οι σχετικές ανατιμήσεις των ειδών, στις οποίες και οφείλεται η αύξηση του ποσού - που δεν είναι, άρα, συνέπεια της συμβολής του άλλου συζύγου (Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, ΟικογΔ Ι, σελ. 254, της ίδιας. Η αξίωση συμμετοχής, σελ. 1322) Το ποσό που πρέπει να αφαιρεθεί, λοιπόν, από την τελική περιουσία του Α είναι 180.000 ευρώ.» Ο Καθηγητής Μ. Σταθόπουλος εις Απ. Γεωργιάδη & Μ. Σταθόπουλου, Οικογενειακό Δίκαιο, op. cit., ΄Αρθρα 1400-1402, σελ. 344-345, επίσης δεόντως αναφέρει: «3. Χρόνος αποτίμησης της αύξησης. Δυσχέρειες θα δημιουργούνται, για τον ακριβή προσδιορισμό της αύξησης της περιουσίας του υποχρέου, από το γεγονός ότι η αξία των περιουσιακών στοιχείων στα κρίσιμα χρονικά σημεία, που συνήθως θα απέχουν πολύ μεταξύ τους, δηλαδή στο χρόνο τέλεσης του γάμου ή κτήσης των περιουσιακών στοιχείων κατά τη διάρκεια του γάμου και στο χρόνο που γεννιέται η αξίωση (βλ. παραπ. αρ. 13 επ.) συνήθως είναι διαφορετική (π.χ. μειώνεται λόγω φθοράς, αυξάνεται λόγω πληθωρισμού ή λόγω μεγαλύτερης ζήτησης κλπ). Για να γίνει σωστή αποτίμηση της τυχόν αύξησης της περιουσίας πρέπει να βρεθεί τρόπος υπολογισμού της πραγματικής αύξησης της περιουσίας του υποχρέου, π.χ. να αναχθούν όλες οι αποτιμήσεις στο χρόνο της γέννησης της αξίωσης (δηλαδή και η αρχική περιουσία να εκτιμηθεί σε τιμές του χρόνου αυτού) και στη συνέχεια να βρεθεί αν και σε ποιά έκταση η τυχόν πραγματική (και όχι π.χ. η πληθωριστική) αύξηση οφείλεται στη συμβολή του δικαιούχου. Αύξηση της αξίας της περιουσίας μόνο λόγω πληθωρισμού δεν θα ληφθεί έτσι υπόψη. Αλλά και αν λαμβανόταν ως αύξηση, δεν θα υπήρχε γι' αυτήν η συμβολή του άλλου συζύγου.» Ο Καθηγητής Γ. Κουμάντος, στο Οικογενειακό Δίκαιο, τόμ. Ι, Αθήνα, 1988, § 3.7.1.3.3., σελ. 201, εξηγεί τη μέθοδο αυτή, την οποία και θεωρεί απλή, ως εξής: «. υπολογίζονται όλα τα αντικείμενα, και της αρχικής και της τελικής περιουσίας, στην αξία που έχουν όταν γεννιέται η αξίωση. Για την εξεύρεση της αρχικής αξίας των αντικειμένων, προστίθεται η διαφορά από το γεγονός ότι τότε ήσαν καινούργια ή πιο καινούργια (δηλαδή: υπολογίζεται πόσο θα είχαν σήμερα αν βρίσκονταν στην τότε κατάστασή τους) και αφαιρείται η επιπλέον διαφορά από λόγους άσχετους προς τις προσπάθειες των συζύγων. Για το χρήμα, η αρχική αξία βρίσκεται με την προσθήκη της αύξησης λόγω του πληθωρισμού.» Παρόμοια αποσπάσματα υπάρχουν σε σωρεία άλλων ελληνικών συγγραμμάτων, όπου υποστηρίζεται ότι για να είναι δίκαιος ο υπολογισμός, η αρχική περιουσία δεν θα πρέπει να εκτιμάται σε τιμές που τελέστηκε ο γάμος, αλλά στις τιμές που εκτιμάται η τελική περιουσία, δηλαδή κατά τον χρόνο γέννησης της αξίωσης. (Θα μπορούσε εδώ να γίνει χρήσιμη αναφορά και σε ορισμένα άλλα συγγράμματα από τα πολλά που ασχολούνται με το θέμα και τα οποία το αντιμετωπίζουν με τον ίδιο τρόπο: Α. Α. Γαζή, Το Νέο Οικογενειακό Δίκαιο, Τα Προβλήματα, Αθήνα-Κομοτηνή, 1985, 45, Παρασκευοπούλου, Αι Περιουσιακαί Σχέσεις των Συζύγων κ.λπ. op. cit., σ. 39 («Η αιτιολογία της τοιαύτης εκτιμήσεως συνιστάται εις το ότι εν αντιθέτω περιπτώσει θα εδημιουργείτο εν κέρδος πλασματικόν .»), Ιω. Γ. Δεληγιάννης με τη συνεργασία του Αχ. Γ. Κουτσουράδη, Οικογενειακό Δίκαιο, Τόμ. ΙΙ, Συζυγικές Σχέσεις - Διαζύγιο, Θεσσαλονίκη, 1987, § 189, σ. 108, Γ. Θ. Δασκαρόλη, Παραδόσεις Οικογενειακού Δικαίου, Τομ. Ι, Αθήνα-Κομοτηνή, 1992, σελ. 282-283, Bασ. Αντ. Βαθρακοκοίλη, οp. cit. 328, Γ. Παπαδημητρίου, Οικογενειακό Δίκαιο, Αθήνα-Κομοτηνή, 1997, 293-294, Παπαχρίστου, op. cit., § 2.3.2.1., σελ. 106). Στην Σοφοκλέους ν. Σοφοκλέους,
(2005)1 ΑΑΔ 1030, 1033, το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο ανέφερε τα εξής σε σχέση με την ανυπαρξία μαρτυρίας για απόδειξη αξίας της περιουσίας: «Στις πιο κρίσιμες διαπιστώσεις του, στη βάση της μαρτυρίας, κατέληξε το πρωτόδικο δικαστήριο πως η εφεσείουσα δεν παρουσίασε καμιά μαρτυρία για την απόδειξη της αξίας της περιουσίας του εφεσίβλητου κατά το χρόνο της διάστασης, η οποία, και ως εκ τούτου παραμένει άγνωστη. Ορθά δε υπέδειξε το Δικαστήριο πως δεν μπορούσε να λειτουργήσει ως πραγματογνώμονας για να αποτιμήσει το ενεργητικό της περιουσίας του εφεσίβλητου κατά τον πιο πάνω χρόνο.» Oμοίως, στην Μαυρίδης v. Dharaghji,
(1990)1 AAΔ 1013, 1021 και στην Γενικού Εισαγγελέα v. Πότση και Πότση v. Γενικού Εισαγγελέα,
(2009)2 ΑΑΔ 252, 262-263, το Ανώτατο Δικαστήριο, παραπέμποντας σε προγενέστερη νομολογία επί του θέματος, τόνισε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν μπορεί να μετατρέπεται σε εμπειρογνώμονα και να ενεργεί ως τέτοιος. Όπως αποφασίστηκε στην Αγησιλάου v. Xρίστου
(1989)1 ΑΑΔ 713, 722, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήγει σε συμπέρασμα χωρίς τη μαρτυρία εμπειρογνώμονα. Σε σχέση με τα πιο πάνω, σχετικά είναι και τα εξής αξιώματα: "nemo tenetur informare qui nescit", ουδείς αναμένεται να συμβουλεύει τους άλλους για ένα θέμα που δεν γνωρίζει, (Tayler, σελ. 338), και "cuilibet in sua arte perito est eredendum", αυτός που έχει εξειδίκευση στο επάγγελμα του, γίνεται πιστευτός (Wharton, σελ. 211, αρ. 106, Coke on Littleton 125). Σύμφωνα με την νομολογία, εκεί όπου απαιτείται εκτίμηση, η εκτίμηση όχι μόνο θα πρέπει να γίνεται από πραγματογνώμονα, αλλά και η μαρτυρία του πραγματογνώμονα ως προς την αγοραία εκτίμηση της υπό εξέταση περιουσίας, θα πρέπει να είναι τεκμηριωμένη, αλλιώς δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε βαρύτητα. Αυτό σαφώς αποφασίστηκε στη Syncon Ltd v. A. Xρίστου Σπύρου,
(2002)1 ΑΑΔ 1314, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επίσης επεσήμανε, πως η εκτίμηση πραγματογνώμονα που έγινε σύμφωνα με τα στοιχεία που είχε στο γραφείο του, καθώς και άλλες εκτιμήσεις που έγιναν πιθανόν από άλλους εκτιμητές, δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως τεκμηριωμένη εκτίμηση, εφόσον κανένα στοιχείο δεν παρέθεσε για να αιτιολογήσει την κατάληξή του. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο, κάνοντας την προσέγγιση ακόμα πιο σαφή, προχώρησε και είπε τα εξής, σε σχέση με την εκτίμηση του πραγματογνώμονα: «Ο μάρτυρας κανένα στοιχείο δεν παρέθεσε για να αιτιολογήσει την κατάληξή του. Κανένα συγκριτικό δεν χρησιμοποίησε, ή τουλάχιστον δεν ανέφερε, για να καταλήξει στην απόφασή του για την αγοραία αξία του διαμερίσματος. Αυτό έχει ως συνέπεια η εκτίμηση του να μην τεκμηριώνεται.» (σελ 1318-1319). (Συναφώς, βλ. επίσης Ν. Αντωνιάδη v. M. Σταύρου,
(1998)1 ΑΑΔ 1171, 1177, και Μ. Ηρακλέους v. Ταχύπλοου Σκάφους «Νίκη» και άλλου,
(1994)1 ΑΑΔ 510, 523, ως αυθεντίες που υποστηρίζουν πως τα απαιτούμενα συγκεκριμένα ποσά ως αποζημιώσεις για ζημιές δεν είναι αρκετό να προβάλλονται στα δικόγραφα, αλλά θα πρέπει και να αποδεικνύονται με σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία). Τα όσα λέχθηκαν παραπάνω δεν ισχύουν μόνο με εκτιμήσεις ακινήτων αλλά και με εκτιμήσεις μετοχών και άλλης κινητής περιουσίας, όπως αυτοκίνητα και άλλα αντικείμενα. ΄Εχοντας υπόψη τις πιο πάνω αυθεντίες, η Αιτήτρια, για να αποδείκνυε την υπόθεσή της, θα έπρεπε να προέβαινε σε εκτιμήσεις της περιουσίας τoυ Καθ΄ ου Αίτηση κατά τον επίδικο χρόνο, τεκμηριωμένες με αποδεικτικά στοιχεία, πράγμα που δεν έπραξε. Όπως εύστοχα παρατηρεί ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Καθ' ου η αίτηση στην αγόρευσή του, τα δυο σκέλη για την εξεύρεση αύξησης στην περιουσία του ελλείπουν στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον ουδεμία εκτίμηση έχει γίνει τόσο της αρχικής όσο και της τελικής του περιουσίας. Ας στραφούμε τώρα σε ένα άλλο εξίσου σημαντικό σημείο. Αν στην αγωγή δεν αναφέρεται ποια είναι η καθαρή αρχική και η καθαρή τελική περιουσία και η αποτίμησή της κατά τον ουσιώδη χρόνο και πόση είναι η ισχυριζόμενη αύξηση στην περιουσία, η αγωγή είναι αόριστη και νομικά αβάσιμη και θα πρέπει να απορριφθεί, γιατί δεν θα υπάρχουν στην αγωγή τα γεγονότα και οι ισχυρισμοί που να υποστηρίζουν ότι εφαρμόζεται στην δεδομένη υπόθεση η πρωταρχική προϋπόθεση του άρθρου 14
(1)του Ν. 232/91, η ύπαρξη αύξησης περιουσίας. Στην συνέχεια να επιχειρηθεί η ανάπτυξη της θέσης αυτής. Κατά αρχάς θα πρέπει να γίνει αναφορά στο γνωστό αξίωμα πως το Δικαστήριο δεν δίνει περισσότερες θεραπείες από εκείνες που ζητά ο ενάγων, "judex non reddit plus quam quod patens ipse requirit" (G. Fr. Wharton, Legal Maxims with Observations and Cases, 3rd edn., London, 1903, part II, σελ. 226, αρ. 298, 2 Ιnst. 286). Όπως παρατηρήθηκε στην Παπακόκκινου & άλλες v. Θεοδοσίου,
(1991)1 ΑΑΔ 379, 382: «Υπάρχει σωρεία αποφάσεων που αναφέρει πως τα επίδικα θέματα είναι εκείνα που καθορίζονται από τα δικόγραφα και οι διάδικοι δεν μπορούν να ξεφύγουν απ' αυτά.» Στην G.I.P. Constructions Ltd v. Neophytou and Another,
(1983)1 CLR 669, το Ανώτατο Δικαστήριο συναφώς παρατήρησε τα εξής: «Under our adversary system of trial, pleadings serve a vital purpose for the definition of the issues in dispute and the establishment of the basis upon which the trial shall proceed. Their significance was stressed in Christakis Loucaides v. C. D. Hay and Sons Ltd.
(1971)1 C.L.R. 134. They lay, to borrow their simile the rail-lines upon which the trial must proceed. Pleadings are not only designed to provide for an orderly trial. They are intended to prevent surprise and afford a proper opportunity to the adversaries to prepare their case for the trial. Unless the triable issues are properly defined, the path of trial remains unmarked and the ends of justice may be defied by uncertainty». (σελ. 680). Στην Παπαγεωργίου v. Kλάππα,
(1991)1 ΑΑΔ 24, 28-29, όπου γίνεται αναφορά στην πιο πάνω υπόθεση, ως επίσης και σε άλλες, υιοθετείται και επαναλαμβάνεται η αρχή ότι η δίκη δρομολογείται κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία, και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών διαδρομής. Οι ισχυρισμοί επί των επιδίκων θεμάτων όχι μόνο θα πρέπει να αναφέρονται στα δικόγραφα αλλά θα πρέπει να είναι σαφείς και βέβαιοι. Όπως αναφέρει ο Sir Francis Bacon, A Collection of Some Principal Rules and Maximes of the Common Lawes of England etc., London, 1630, repr. N.J. 2003 incl. in The Elements of the Common Laws of England, στην Αγγλική γλώσσα της εποχής εκείνης. ". the Court contrariwife cannot take knowledge of any matters not within the pleas." "for pleadings being but to open the veritie of the matter . and therefore must be certain" (σελ. 25), "Another reafon is that pleadings muft be certain, becaufe the aduerfe party may know whether to answer." (σελ. 26). Σύμφωνα με την νομολογία η οποία είναι πάγια και σαφής επί του θέματος, μαρτυρία που έχει δώσει ένα διάδικος που δεν καλύπτεται από το δικόγραφό του, δεν λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο. Στην Χριστοφόρου v. Iaκώβου ως διαχειρίστριας κ.λπ.,
(2002)1Α, ΑΑΔ 33, 38, αποφασίστηκε το εξής: «Σωρεία νομολογίας, ήδη από πολύ νωρίς, επισημαίνει τη σημασία των δικογράφων (Courtis and Others v. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180). Είναι βασική αρχή ότι η μαρτυρία που προσάγεται για θέματα που δεν καλύπτονται από αυτά, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή (Πουρίκκος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 507). Η Δ.12, θ. 4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επιβάλλει στο διάδικο την υποχρέωση να εκθέτει συνοπτικά όλα τα ουσιώδη γεγονότα που συνθέτουν και στηρίζουν την υπόθεσή του. Οι πρόνοιες αυτές αποβλέπουν στον επακριβή προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και στον αποκλεισμό πιθανότητας αιφνιδιασμού του αντίδικου. Η υποχρέωση για αποκάλυψη περιορίζεται στα ουσιώδη γεγονότα (Αριστοδήμου ν. Χαραλάμπους
(1990)1 Α.Α.Δ. 319, 329). ΄Οταν εκδίδει την απόφασή του το Δικαστήριο εξετάζει και λαμβάνει υπ΄ όψιν μόνο μαρτυρία που καλύπτεται από τα δικόγραφα και αγνοεί μαρτυρία που δεν συνάδει με αυτά. Τα επίδικα θέματα επί των οποίων καλείται να βασίσει την απόφασή του καθορίζονται με αναφορά στο περιεχόμενο των δικογράφων (Πουρίκκος ν. Σάββα κ.α., ανωτέρω, στη σελ. 517). Προσαχθείσα μαρτυρία που δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα δεν μπορεί να ληφθεί υπ΄ όψιν.» (Βλ. επίσης Παπακόκκινου & άλλες v. Θεοδοσίου,
(1991)1 ΑΑΔ 379, 382). Ομοίως κατά τη Λουκαΐδης v. Εκδοτική Εταιρεία Αλήθεια Λτδ
(2003)1 ΑΑΔ 22, 44, ισχυρισμοί που δεν προβλήθηκαν στη στοιχειοθέτηση της αγωγής δεν μπορούν να εξεταστούν και κατά την Ιnter-Global v. Πέππη
(2005)1 ΑΑΔ 213, 217, το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των επιδίκων και μόνο θεμάτων, όπως αυτά προσδιορίζονται από τη δικογραφία. Πάνω στις ίδιες γραμμές, είναι και η νομολογία ότι μαρτυρία που είναι έντονα αντίθετη με το δικόγραφο ενός διαδίκου, πλήττει την αξιοπιστία του. Συγκεκριμένα στη Ζαβρού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 ΑΑΔ 447, 459, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφερόμενο στη μαρτυρία του ενάγοντα, αποφάσισε πως: «[η] έντονη αντιφατικότητα και η διαφοροποίηση από την έκθεση απαίτησης ήταν στοιχεία καταλυτικά για την αποδεικτική της αξία.» Συναφή είναι και τα εξής αξιώματα: "allegatio contra factum non est admittenda", ισχυρισμός που είναι αντίθετος με ένα γεγονός ή συμφωνία δεν θα πρέπει να γίνεται αποδεκτός (Stimson, 72), "allegans contrara non est audiendus", ένας διάδικος όταν δίνει μαρτυρία αντίθετη με το δικόγραφο του, δεν ακούεται, (Jenk. Cent. 19, Branch, 17), "nemo contra factum suum venire potest", κανείς δεν πρέπει να είναι αντίθετος με το δικόγραφο του ή με μια δική του πράξη (Wharton, σελ. 220, αρ. 472, 2 Ιnst. 66), "Lex rejicit superfua, pugnantia, icongrua", το δίκαιο απορρίπτει περιττά, αντιφατικά και γελοία πράγματα (Wharton, σελ. 232, αρ. 380, Jenk. Cent. 133), (η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου γιατί μόνο η λέξη αυτή είναι σχετική). Στην Α. Γεωργίου v. Γ. Γεωργίου,
(2001)1 ΑΑΔ 1592, το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: "Η βάση της αγωγής 'περιλαμβάνει το σύνολο των γεγονότων των θεμελιούντων το αγώγιμο δικαίωμα, περί ου η αγωγή ...' όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60). Βάση αγωγής κατά κανόνα προκύπτει όταν υπάρχει πρόσωπο που μπορεί να ενάγει και πρόσωπο που μπορεί να εναχθεί και εφόσον συντρέχουν όλα τα γεγονότα που είναι αναγκαία να αποδειχθούν προκειμένου να επιτύχει ο ενάγοντας. (Βλέπε: Halsbury´s Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 28, παράγραφος 622 και Nakis Bonded v. Middle East Export
(1981)1 C.L.R. 361). Τα αναγκαία γεγονότα που θεμελιώνουν αγώγιμο δικαίωμα, σύμφωνα με το νόμο περιέχονται στο άρθρο 14 όπως έχει παρατεθεί πιο πάνω." (σελ. 1600). «Η Έκθεση Απαίτησης περιέχει όλα εκείνα τα γεγονότα που συνηγορούν ότι η αξίωση της εφεσείουσας εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 14 του Ν. 232/91 για συμμετοχή στην περιουσία που αποκτήθηκε μετά το γάμο.» (σελ. 1601). Σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Διαδικαστικού Κανονισμού του 1990 (ΔΚ 2/90), «[η] διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου αρχίζει με την καταχώριση από τον αιτητή στην Γραμματεία του Δικαστηρίου αίτησης σύμφωνα με τον Τύπο 1 περιέχουσας τον προσδιορισμό της αιτούμενης θεραπείας και των ουσιωδών γεγονότων τα οποία επικαλείται ο αιτητής για την έκδοση της. Κατά τον ορισμό του όρου «βάσις της αγωγής» στο άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/1960), όπως τροποποιήθηκε, ο εν λόγω όρος «περιλαμβάνει το σύνολον των γεγονότων των θεμελιούντων το αγώγιμον δικαίωμα, περί ου η αγωγή, αλλά εις αγωγάς εκ συμβάσεως δεν σημαίνει κατ΄ ανάγκην ολόκληρον την βάσιν της αγωγής». Παρομοίως κατά το άρθρο 216 του Ελληνικού Αστικού Κώδικα, «Η αγωγή .. πρέπει να περιέχη α) σαφή έκθεσιν των γεγονότων τα οποία θεμελιούν κατά νόμον την αγωγήν και δικαιολογούν την άσκησιν αυτής παρά του ενάγοντος κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφήν του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ωρισμένον αίτημα» (βλ. Γ. Α. Βαβαρέτου, Κώδιξ Πολιτικής Δικονομίας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 1974). Ο Αρεοπαγίτης Βασ. Αντ. Βαθρακοκοίλη, στο βιβλίο του ΕΡΝΟΜΑΚ, τομ. Ε΄, «Οικογενειακό Δίκαιο», Αθήνα, 2004, σελ. 344, άρθρ. 1400, αρ. 36-37, αναφέρει τα εξής επί του υπόψη σημείου: «36 - .. Σ τ ο ν π ρ α γ μ α τ ι κ ό υ π ο λ ο γ ι σ μ ό τα θεμελιωτικά στοιχεία της αγωγικής αξίωσης είναι τα ακόλουθα: α) η τέλεση έγκυρου γάμου, β) η λύση ή ακύρωση ή η τριετής διάσταση, γ) η ύπαρξη και η αξία της αρχικής περιουσίας, του παθητικού της, και της καθαρής αρχικής περιουσίας, δ) η αξία της τελικής περιουσίας (κατά το χρόνο γέννησης της αξίωσης), του παθητικού και της καθαρής τελικής περιουσίας, ε) η αύξηση της περιουσίας, στ) η συμβολή του ενάγοντος, το είδος της, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμός της με την αύξηση της περιουσίας, ζ) η αξία καθενός περιουσιακού στοιχείου και η) το δικαιούμενο ποσό. 37 - Η π α ρ ά λ ε ι ψ η έ κ θ ε σ η ς σ τ η ν α γ ω γ ή ε ν ό ς α π ό τ α π ρ ο α ν α φ ε ρ ό μ ε ν α σ τ ο ι χ ε ί α καθιστά την αγωγή νόμω αβάσιμη, γιατί στην περίπτωση αυτή λείπει ένα από τα στοιχεία που συνθέτουν το πραγματικό του ουσιαστικού κανόνα (1400 ΑΚ), γιατί δε γεννιέται η έννομη συνέπεια του εφαρμοστέου στην προκείμενη περίπτωση κανόνα δικαίου και κατά νομική αναγκαιότητα δε δικαιολογείται το αίτημα της αγωγής.» Το Εφετείο Αθηνών στην απόφασή του, στην υπ. αρ. 2571/991 έφεση, Ελλ.Δικ. 33
(1992), σελ. 166-167, υποστηρίζει την υπό συζήτηση θέση, λέγοντας τα εξής: «Οποιαδήποτε αγωγή, για να θεωρηθεί σαφής και ορισμένη, συνεπώς επιδεκτική δικαστικής εκτιμήσεως, κατά το άρθ. 216 ΚΠολΔ πρέπει να περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία κάθε δικογράφου που ορίζουν τα άρθ. 117-118 του ίδιου κώδικα, α) έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από την ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα (216 § 1)· επίσης - εφόσον τούτο είναι αποτιμητό - την αξία του αντικειμένου της σε χρήμα καθώς και τα στοιχεία που θεμελιώνουν την αρμοδιότητα του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται (216 § 2). ... Ειδικότερα για να είναι ορισμένη αγωγή που στηρίζεται στις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθ. 1400 ΑΚ - αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα του γάμου - πρέπει να αναφέρει, εκτός από την αμετάκλητη λύση ή ακύρωση του γάμου, την εκτίμηση της περιουσίας του εναγομένου, τόσο κατά το χρόνο τελέσεως του γάμου όσο και κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης ή ακύρωσής του, άρα και τη συνακόλουθη επαύξησή της.» Σχετική είναι και η απόφαση του Ζ' Τμήματος του Αρείου Πάγου στην Α.Π. 251/2002, Ελλ. Δικ. 44
(2003), σελ. 129, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Από τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ συνάγεται ότι η αύξηση της περιουσίας του υποχρέου συζύγου προκύπτει από τη σύγκριση της περιουσιακής καταστάσεώς του σε δύο χρονικά σημεία, δηλαδή την στιγμή της τελέσεως του γάμου αφενός και την στιγμή που γεννάται η αξίωση αφετέρου. Συνεπώς, για να είναι ορισμένη η εκ του άρθρου 1400 ΑΚ αγωγή συμμετοχής στα αποκτήματα πρέπει με αυτή να προσδιορίζεται όχι μόνο η συνολική περιουσία του εναγομένου κατά τον χρόνο γέννησης της σχετικής αξιώσεως, αλλά και το αν αυτός είχε κατά την τέλεση του γάμου περιουσία και σε καταφατική περίπτωση ποια είναι η αξία αυτής, αναγομένη προφανώς στον χρόνο γέννησης της αξίωσης.» Το εν λόγω απόσπασμα αποτελεί ακριβή υιοθέτηση και επανάληψη αποσπάσματος από παλαιότερη απόφαση του Αρείου Πάγου, την Α.Π. 494/1994 Α΄ Τμήματος, Ελλ. Δικ. 39
(1998)σελ. 91. Το Ζ' Τμήμα του Αρείου Πάγου στην απόφαση του, Α.Π. 430/2002, σελ. 1624-1625, σαφώς υιοθετεί την ίδια αρχή: «Για το ορισμένο άρα της αγωγής πρέπει να προσδιορίζονται στο δικόγραφο, εκτός από τα κατά τη διάταξη κρίσιμα χρονικά σημεία, η πραγματική αυξητική διαφορά στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου, που συνιστά το απόκτημα με την ευρύτερη έννοια του όρου (θετική ή αρνητική με την αποφυγή μειώσεως) και περιλαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν, περαιτέρω δε η έκταση καθώς και το είδος της συμβολής του δικαιούχου στην αύξηση αυτή με οποιοδήποτε τρόπο. Ειδικότερα α) για μεν το στοιχείο της αυξήσεως λαμβάνεται κατ΄ αρχήν υπόψη το σύνολο της περιουσιακής καταστάσεως του υπόχρεου ώστε, από τη σύγκριση της περιουσιακής καταστάσεως στο χρονικό σημείο της τελέσεως του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση.» Αν υποθετικά ο ισχυρισμός της Αιτήτριας στην παρούσα υπόθεση ήταν ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν είχε οποιαδήποτε αρχική περιουσία, θα έπρεπε να το είχε αναφέρει τόσο στην αίτησή της όσο και στη μαρτυρία της, πράγμα όμως που ουδόλως έπραξε. Αν αυτός ήταν ο ισχυρισμός της και συμπεριλαμβανόταν στο δικόγραφο της και στη μαρτυρία της, τότε αυτή εύλογα θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι ο,τίδηποτε ο Καθ' ου η αίτηση απέκτησε μετά τον γάμο του (εκτός από τις εξαιρέσεις του νόμου) αποτελεί αύξηση στην περιουσία του από την οποία δικαιούται να της αποδοθεί η συνεισφορά της στη δημιουργία αυτής. Δεν υπάρχει λογικό ή νομικό τεκμήριο ότι όταν η Αιτήτρια δεν αναφέρεται στην αίτησή της στην αρχική περιουσία του Καθ' ου η αίτηση, τεκμαίρεται ότι η περιουσία αυτή είναι μηδέν, ούτε υπάρχει οποιοδήποτε τεκμήριο, πράγμα εξάλλου που θα ήταν εντελώς παράλογο και θα αποτελούσε αστεϊσμό, ότι όποιος όταν παντρεύεται είναι πένης και ότι αναμένεται να πλουτίσει με την τέλεση του γάμου του. Εκεί όπου ο νομοθέτης ήθελε να καθιδρύσει νομικά τεκμήρια το έπραξε ρητά, και τέτοια είναι η περίπτωση της συνεισφοράς του 1/3 στην αύξηση της περιουσίας που καθιερώνει το άρθρο 14
(2)του Ν. 232/91. Αν ήθελε ο νομοθέτης να θεσμοθετήσει παρόμοιο τεκμήριο για μηδενική αρχική περιουσία, θα το είχε πράξει στον ίδιο Νόμο. Εξάλλου, αυτό μόνο με νομοθετική διάταξη θα μπορούσε να υπάρξει, και, εν πάση περιπτώσει, δεν θα μπορούσε ούτε λογικά να γίνει. Εκ πρώτης όψεως, το αντικείμενο ενός τέτοιου τεκμηρίου, αν υπήρχε, θα ήταν εξωπραγματικό. Πέραν τούτου, ο νομοθέτης δεν νοείται να θεσμοθετεί τεκμήρια σε σχέση με ισχυρισμούς και θέσεις διαδίκων στα δικόγραφα που πρέπει με σαφήνεια να παρατίθενται. Αν οι αναγκαίοι εκ του νόμου ισχυρισμοί όσον αφορά την αίτηση δεν δικογραφούνται ή δεν αποδεικνύονται, η αίτηση, όπως είδαμε, απορρίπτεται ως νόμω αβάσιμος. Ο σκοπός των νομικών τεκμηρίων, όπου υπάρχουν στο δίκαιο, είναι να ενεργήσουν ως επικουρικά νομικά βοηθήματα ή μορφώματα για να διευκολύνουν τη διαδικασία απόδειξης ενός θέματος και τα οποία ισχύουν σε περίπτωση που δεν αποδειχθεί ο,τιδήποτε διαφορετικό. Η συζήτηση εδώ γίνεται για μαχητά νομικά τεκμήρια γιατί η δημιουργία αμάχητου τεκμηρίου στην παρούσα περίπτωση αποκλείεται εκ προοιμίου, γιατί αυτό από μόνο του θα αποτελούσε κανόνα δικαίου, και τέτοιος κανόνας δικαίου δεν υπάρχει ούτε θα μπορούσε να υπάρξει. Το ότι η Αιτήτρια δεν έδωσε καμιά μαρτυρία για την αρχική περιουσία του Καθ' ου η αίτηση είναι θέμα καίριο για την τύχη της υπόθεσής της. Το ότι ο Καθ' ου η αίτηση σε κάποιο στάδιο της αντεξέτασής του ανέφερε πως η αρχική του κινητή περιουσία ήταν κάποιες αποταμιεύσεις από την εργασία του που τις χρησιμοποιούσε κατά τη διάρκεια των αναγκών του τότε που ήταν φοιτητής μεταπτυχιακού, δεν αποτελεί σαφή και οριστική μαρτυρία ως προς το ύψος των αποταμιεύσεων, που θα μπορούσαν να είναι οποιεσδήποτε, εφόσον δεν διευκρινίζεται το θέμα. Κι' αν ο προσδιορισμός «κάποιες» υποδήλωνε «κάποιες μικρές» και αυτό δεν θα βοηθούσε την Αιτήτρια εφόσον δεν γνωρίζουμε τι θεωρούσε ως μικρές αποταμιεύσεις ο Καθ' ου η Αίτηση και πόσες ήταν οι ανάγκες του ως μεταπτυχιακός φοιτητής. Το ότι οι διάδικοι όταν ήλθαν στην Κύπρο γύρω στο 1990-1991 έφεραν μαζί τους £20.000 (στερλίνες) και οικοσκευές αξίας £10.000 (στερλίνες) από οικονομίες, μπορεί να είναι μια ένδειξη, χωρίς όμως να αποτελεί βεβαιότητα, πως όταν ο Καθ' ου η αίτηση αναφερόταν σε κάποιες αποταμιεύσεις που είχε το 1987 πριν αρραβωνιαστεί την Αιτήτρια, το ποσό των αποταμιεύσεων του δεν ήταν αμελητέο. Όμως το Δικαστήριο δεν έχει οποιαδήποτε στοιχεία ενώπιόν του αν το ποσό αυτό ήταν μικρότερο ή μεγαλύτερο των £30.000 (στερλίνες), και δεν μπορεί να κάνει οποιαδήποτε εικασία όσον αφορά το ύψος του. Εξάλλου, ήταν υποχρέωση της Αιτήτριας να δώσει μαρτυρία σε σχέση με το θέμα αυτό, και αν η ίδια δεν γνώριζε το θέμα, θα έπρεπε να ζητούσε την έκδοση διατάγματος για αποκάλυψη και της αρχικής περιουσίας του Καθ' ου η αίτηση, όπως έπραξε με την τελική του περιουσία. Τέλος, αξίζει να παρατηρηθεί, πως στο άγνωστο ποσό «Χ» αποταμιεύσεων του Καθ' ου η αίτηση, που είχε ως αρχική περιουσία, αφού αυτό θα έπρεπε να είχε πρώτα καθοριστεί, θα έπρεπε στη συνέχεια να είχε προστεθεί ο πληθωρισμός, ως θα προέκυπτε κατά την ημέρα της διάστασης, όπως εξηγήσαμε ανωτέρω, με παραπομπή σε Ελληνικές αυθεντίες. Αυτή ήταν μια επιπλέον παράλειψη της Αιτήτριας. Με βάση τα όσα έχουν εκτεθεί ανωτέρω, η Αιτήτρια θα έπρεπε όχι μόνο να περιλάμβανε στην αίτησή της ισχυρισμούς αναφορικά με την αρχική και τελική περιουσία του Καθ' ου η αίτηση, αλλά όφειλε να αποδείκνυε αυτούς τους ισχυρισμούς, πράγμα που δεν έπραξε. Σχετικά με το τελευταίο θέμα ισχύουν τα ακόλουθα: Kάθε ισχυρισμός θα πρέπει να αποδεικνύεται από το διάδικο που έχει το βάρος απόδειξης του, οnus probandi, ο οποίος αν δεν το αποσείσει, η αγωγή του δεν προωθείται, με συνέπεια να μην μπορεί να γίνει αποδεκτή (βλ. αξίωμα "non sequitur clamorem suum", Τayler, σελ. 350). Στην Μantovani & Sons Ltd v. Chrirstis Travel & Tourism
(1999)1 AAΔ 156, 159, αποφασίστηκε το εξής: «Στην απουσία παραδεκτής μαρτυρίας που να στοιχειοθετεί γεγονότα που θα μπορούσαν να προσμετρήσουν ως αποδεικτικά της υπόθεσης, δεν εγείρεται θέμα βάρους απόδειξης. Τέτοιο θέμα μπορεί να εγερθεί μόνο όπου αποδεικνύονται γεγονότα που τείνουν να υποστηρίξουν την απαίτηση». Το πιο πάνω απόσπασμα παρατέθηκε και υιοθετήθηκε και στη Maστρής v. Eπιπλώσεις Λάσκο Λτδ
(2006)1 ΑΑΔ 728, 732. Πόσο μάλλον η πιο πάνω αρχή ισχύει και στην παρούσα υπόθεση όπου δεν υπάρχει καν ουσιώδης μαρτυρία, ούτε δικογραφούνται οι απαιτούμενοι ουσιώδεις ισχυρισμοί. Σε αστικές υποθέσεις, όπως η παρούσα, το βάρος απόδειξης, στηρίζεται επί της απλής πιθανολόγησης, δηλαδή το επίπεδο απόδειξης είναι εκείνο του ισοζυγίου πιθανοτήτων (βλ., inter alia, Ζαβρού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 ΑΑΔ 447, 459). Αποτελεί βασική νομική αρχή πως το βάρος απόδειξης σε μια αγωγή το έχει ο ενάγων που θα πρέπει να αποδείξει τους ισχυρισμούς του, και όχι ο εναγόμενος που τους αρνείται, "probandi necessitas incumbit illi qui agit", "actori incumbit onus probandi", "affirmati, non neganti, incumbit probatio", "affirmatis est probare" "affirmatis est probatio", "affirmantio est probare", "probandi necessitas incumbit ill qui agit", "actus incubit onus probandi, (Cochran's Law Lexicon, σελ. 312-313, 333, Branch, 12, Hobart's Reports 103, Cotterell, σελ. 7, αρ. 24, σελ. 18, αρ. 69, Peloubet, σελ. 14, αρ. 115, σελ. 14, αρ. 116, Wharton's Law Lexicon, 30, Herkerston, 9, 9 Cushing's Mass. Reports 535, Digest or Pandects of Justinian 22.3.2., Isabelo C. Moran, Handbook of Legal Maxims, 2nd edn., Manila, 1955, 319, 321). Ο G. D. Νokes, στο βιβλίο του An Introduction to Evidence, 2nd edn., London, 1965, στη σελ. 422, κάτω από τον τίτλο «proof of issues» (ως επίσης και σελ. 16) αναφέρει τα εξής σχετικά: «The obligation of proving the facts in issue results from the principle that he who asserts a matter must prove it, but he who denies it need not disprove it (ei qui affirmat non ei qui negat incumbit probatio)». H αρχή αυτή αναγνωρίζεται εδώ και 2,000 χρόνια και ισχύει τόσο σε αστικές όσο και ποινικές υποθέσεις (Νokes, 422). H ίδια αρχή διατυπώνεται και ως εξής: "ei incumbit probatio, qui dicit; non qui negat" (W. M. Best, The Principles of the Law of Evidence, 8th Engl. edn., 3rd Amer. edn., Boston 1908, § 269, σελ. 262, Moran, 320). Βλ. επίσης Phipson on the Law of Evidence, 9th edn., London, 1952, σελ.
- (Σχετικό και το αξίωμα "in genere quicunque aliguid dicit, sive actor sive reus, necesse est ut probat", Peloubet, σελ. 109, αρ. 886). Αυθεντία ότι οι ισχυρισμοί θα πρέπει να αποδεικνύεται είναι και Η. C. Smith, Ltd. V. G. W. Ry. [1922] 2 A.C. 178, 188 H.L., στην οποία αναφορά γίνεται και από τον Nokes, σελ. 422 σημ. (η). Βλ. επίσης ίδια αρχή στον Sir Rupert Cross, Εvidence, 5th edn., London, 1979, 97, όπου διατυπώνεται ως εξής "ei incumbit probatio qui dicit, non qui negat" και όπου αναφορά γίνεται στο αξίωμα "omnia praesumuntur pro negante" (βλ κατωτέρω). Ομοίως, βλ. Cotterell, σελ. 18, αρ. 69 και Cochran's Law Lexicon, σελ. 320, J. Βentham, Rationale of Judicial Evidence specially applied to English Practice, vol. 1, London, 1827, repr. USA, 1995, chapter ΙΙΙ, σελ. 39-50, με τίτλο «οf facts - the subject matter of evidence». Περαιτέρω, σύμφωνα με ένα άλλο παρόμοιο αξίωμα, το τεκμήριο είναι πάντοτε υπέρ αυτού που αρνείται ή άλλως η αμφιβολία τεκμαίρεται πάντοτε υπέρ εκείνου που την αμφισβητεί "semper praesumitur (ή praesumuntur) pro negante" (Stimson, 311, Μoran, 350), και σύμφωνα με την ίδια λογική, η κατάσταση αυτού ο οποίος υπερασπίζει τον εαυτό του είναι ισχυρότερη από εκείνη του ενάγοντα "potior est conditio defendentis" Cochran's Law Lexicon,
- Tέλος, σχετικό είναι και το αξίωμα πως η άρνηση ενός γεγονότος δεν χρειάζεται απόδειξη, "factum negantis nulla probatio", "negatio non potest probari" (Moran, 339, 340). Σύμφωνα με τη Κυπριακή νομολογία, η μη προσαγωγή μαρτυρίας από πλευράς του εναγομένου, δεν απαλλάσσει τον ενάγοντα από την υποχρέωσή του να αποδείξει την υπόθεσή του, ούτε καθιστά την υπόθεση αυταπόδεικτη (Demchenko v. Nassar,
(2007)1 ΑΑΔ 1342, 1343, 1345 και 1346, Ζαβρού v. Xαραλάμπους,
(1996)1 ΑΑΔ 447, 459). Σύμφωνα με τον P. Murphy, Evidence, Proof, and Facts, A book of sources, Οxford, 2003, Bk. III, ch. II «Mill, system» [J. St Mill, Α System of Logic, Rationale and Inductive, Being a Connected View of the Principles of Evidence and the Methods of Scientific Investigation, London, 3rd edn., 1851] on "classification of fallacies", 141-144, αποτελεί πεπλανημένο συλλογισμό, άλλως σοφιστεία, το να εξάγει κάποιος συμπεράσματα και νομικά επιχειρήματα από γεγονότα που είναι λανθασμένα. Πόσο μάλλον δε όταν δεν έχουν αποδειχθεί ή όταν τέτοια συμπεράσματα δεν εξάγονται. Βλ. επίσης Η. Ε. Cunningham, Τextbook of Logic, N.Y., 1924, σελ. 401, ότι αποτελεί σόφισμα ή πλάνη γνωστή ως non sequitur, το να συμπεραίνεις κάτι που δεν εξάγεται από τα γεγονότα ή η άντληση συμπεράσματος από μη απόδειξη γεγονότος. Στην Κυπριανού v. Kυπριανού,
(1994)1 ΑΑΔ 145, 150, το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο εύστοχα παρατήρησε πως «η εξαγωγή συμπερασμάτων προϋποθέτει την ύπαρξη ευρημάτων για τα πρωτογενή γεγονότα». Στην παρούσα υπόθεση, η Αιτήτρια παρέλειψε να δικογραφίσει και να αποδείξει τα απαραίτητα ουσιώδη πρωτογενή γεγονότα, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να αδυνατεί να προβεί σε ευρήματα για ανύπαρκτα πρωτογενή γεγονότα και κατά συνέπεια σε εξαγωγή συμπερασμάτων. Η αξιοπιστία της ιδίας και των μαρτύρων της θα ήταν σχετική και απαραίτητη μόνο αν υπήρχαν πρωτογενή γεγονότα. Όπως προσφυώς αποφασίστηκε στη Κωνσταντινίδη v. Kατζιή,
(1993)1 ΑΑΔ 492, 496-497, με παραπομπή σε προηγούμενη νομολογία, οι κανόνες που διέπουν το βάρος απόδειξης και την απόσεισή του είναι εντελώς άσχετοι με την αξιοπιστία των μαρτύρων κατά δε την απόφαση αναφορικά με το ποια μαρτυρία είναι αξιόπιστη, δεν μπορεί να αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο αφετηριακό προβάδισμα σε οποιαδήποτε από αυτές, ανάλογα με το ποιος φέρει το βάρος απόδειξης. Το Δικαστήριο αποφαίνεται με βάση το αποδεικτικό υλικό που βρίσκεται ενώπιόν του. Με άλλα λόγια λαμβάνει υπόψη του μόνο ότι αποδεικνύεται ενώπιόν του ως γεγονός, και δεν έχει τίποτε να κάνει με ο,τιδήποτε δεν είναι ενώπιόν του νομικά׃ "nihil habet forum ex scena" (2 Βοuvier's Law Dictionary 141, Peloubet, Collection of Legal Maxims, αρ. 1550, σελ. 188, Ηenry C. Black, Βlack's Law Dictionary, 6th edn., Minn., 1990, 1045, Wharton, Legal Maxims, 3rd edn., London, 1903, αρ. 508, σελ. 242, Τraynor΄s maxims, 374, Cochran's Law Lexicon, 329, Branch, 93 ), "non refert quid notum sit judici, si notum non sit in forma judicii" (3 Βulsrode's Reports 115, Cochran's Law Lexicon, 331, Wharton, σελ. 244, αρ. 531, Branch, 97), "judicis est judicare secundum allegata et probate" (Dyer, 12, Wharton legal maxims 304, Cotterell, σελ. 35 αρ. 130, Stimson, 72, 310. Cochran's Law Lexicon, σελ. 325, Branch, 17, 67, Hobart's Reports 1630). Σύμφωνα με παρόμοιο αξίωμα, ο δικαστής θα πρέπει να αποφασίζει σύμφωνα με τους ενώπιόν του ισχυρισμούς και αποδείξεις, "judex debet judicare secundum allegata et probate" (Peloubet, αρ. 1034, σελ. 128, 2 Βouvier´s Law Dictionary, 133, Moran, 381) και δεν έχει σημασία τι γνωρίζει ο δικαστής αν δεν το γνωρίζει δικαστικά, "non refert quid notum sit judici, si notum non sit in forma judici." (Peloubet, αρ. 1642, σελ. 199). Σχετικό με το πιο πάνω θέμα, είναι και το αξίωμα ότι το δίκαιο προκύπτει από το γεγονός, δηλαδή ότι ο νόμος εφαρμόζεται όταν αποδεικνύονται τα γεγονότα που συνθέτουν το πραγματικό του κανόνα του, de facto jus oritur (Tayler, σελ. 116, Best, § 1, σελ. 2, Tayler, σελ. 116) ή ex facto jus oritur (Wharton, σελ. 216, αρ. 164, 2 Inst. 49, Branch 42, Moran, 176). Η μη απόδειξη και μη ύπαρξη ενός γεγονότος είναι το ίδιο πράγμα στην νομική επιστήμη, "idem est non esse et non apparere" (Cotterell, σελ 29 αρ. 109, Black, 745, Wharton, σελ. 221, αρ. 232, Jenk. Cent. 207). Διαφορετικά τιθέμενο το ίδιο αξίωμα: "idem est non probari est no esse; non deficit jus, sed probatio", αυτό που δεν αποδεικνύεται και αυτό που δεν υπάρχει, είναι το ίδιο, δεν είναι ελάττωμα του δικαίου αλλά της απόδειξης (Βlack, 744, Cotterell, σελ. 35, αρ. 130, Βranch, 58, Μoran, 339), ή "de non apparentibus et non existentibus eadem est ratio", ότι δεν αποδεικνύεται σύμφωνα με το δίκαιο, δεν υπάρχει (Cochran's Law Lexicon, σελ. 318, Βranch, 36), ή "quod non apparet non est; et non apparet judicialiter ante judicium", αυτό που δεν αποδεικνύεται, δεν υπάρχει, και δεν λαμβάνεται δικαστικά υπόψη (2 Inst 479, Branch, 126). Όταν ένας ισχυρισμός δεν αποδεικνύεται από τον φέροντα το βάρος απόδειξης, τότε η αγωγή κρίνεται νόμω αβάσιμος, διότι ο δικαστής δεν δημιουργεί πλήρη δικαστική πεποίθηση. Το βάρος επικλήσεως πραγματικών περιστατικών ή ισχυρισμών καθορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο ώστε να καταστεί το αίτημα νομικής προστασίας νομικά βάσιμο. Κατά τον Καθηγητή Κ. Μπέη, Η Ανίσχυρος Διαδικαστική Πράξη, (διατριβή επί υφηγεσία), Αθήνα, 1968 § 7, νόμω αβάσιμος θεωρείται η αγωγή λόγω ελλείψεως ταυτότητας του πραγματικού υλικού που περιέχεται σ' αυτή μετά του πραγματικού του εν αυτή επικαλουμένου κανόνος δικαίου, δηλαδή όταν το περιεχόμενο των πραγματικών ισχυρισμών στην αγωγή δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του επικαλούμενου κανόνος δικαίου. Νόμω αβάσιμος θεωρείται και η αγωγή της οποίας το περιεχόμενο είναι αόριστο (Μπέη, § 7). Σχετική με την παρούσα υπόθεση είναι η βασική αρχή πως η μη αναφορά σε κάτι, δεν υπονοεί και δεν αποδεικνύει τίποτε, με άλλα λόγια το τίποτε δεν αποδεικνύει τίποτε, "negativa nihil implicat", ή "negativa nihil ponunt" (Βest, § 270, σελ. 263). Συναφής είναι και η αρχή πως από τίποτε, δεν προκύπτει τίποτε, "ex nihilo nihil fit" (Cochran's Law Lexicon, σελ. 320). Όπως προσφυώς αναφέρει ο Lord Chief Baron G. Gilbert, the Law of Evidence, 4th edn., 145, με υποστηρικτική αναφορά στον Βest, § 270, σελ. 263 "words are but the expressions of facts; and therefore when nothing is said to be done, nothing can be said to be proved." Κατά συνέπεια, θα μπορούσε να λεχθεί πως αν δεν υπάρχουν λέξεις, δηλαδή ισχυρισμοί στα δικόγραφα, και μαρτυρία σε σχέση με κάτι, δεν αποδεικνύεται τίποτε. Σύμφωνα με ένα θεμελιώδες αξίωμα, οι αποδείξεις θα πρέπει να είναι προφανείς, σαφείς και εύκολα κατανοητές, "probationes debent esse evidentes, perspicuae et faciles intelligi" (Ηalkerston, 131). Παρόμοιο είναι και το αξίωμα ότι "oportet quod certa res deducatur in judicium", το ζήτημα του οποίου ζητείται η εκδίκαση, θα πρέπει να είναι βέβαιο και προσδιορισμένο, (Moran, 317, Wharton, σελ. 218, αρ. 579, Jenk. Cent. 84, Branch, 101) , ως επίσης και το αξίωμα "certa debet esse intentio, et narration, et certum fundamentum, et certa res quae deducitur in judicium", ένας ισχυρισμός θα πρέπει να είναι βέβαιος και αληθής, γιατί αυτή είναι η βάση της αγωγής, και τα θέματα που θα πρέπει να αποφασιστούν θα πρέπει να είναι βέβαια (Coke on Littleton, 303, Branch, 24). Επί αυτού, βλ. και απόσπασμα που παρατέθηκε ανωτέρω από τον Sir Francis Bacon, σελ. 26, ότι οι ισχυρισμοί στα δικόγραφα, θα πρέπει να είναι βέβαιοι και σαφείς. Ας εξεταστεί τώρα κατά πόσο το Δικαστήριο μπορεί να στηριχθεί πάνω σε μια μαρτυρία η οποία είναι αβέβαιη και αόριστη. Στην Σοφοκλέους ν. Σοφοκλέους,
(2005)1 ΑΑΔ 1030, 1033-1034, το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο, δέχθηκε τη θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως: «Σίγουρα δε συνυπολογίζεται η 'άλλη περιουσία' για την οποία δεν δόθηκε μαρτυρία. Σίγουρα δεν συνυπολογίζεται το αγνώστου ταυτότητος δεύτερο ακίνητο. Εναπομένει το πρώτο ακίνητο . Τα κτηματολογικά δεδομένα δεν είναι πλήρη. Είναι άγνωστη η έκτασή του. Είναι άγνωστο το μέρος που αποξενώθηκε. Είναι άγνωστο το συμφέρον του Καθ' ου η αίτηση σ' αυτό. Είναι άγνωστο αν το τελευταίο μέρος είναι διαιρετό. Είναι αδύνατη η απόδοση οποιασδήποτε (τυχόν) συμβολής της Αιτήτριας, γιατί παρέμεινε άγνωστη η αξία της περιουσίας του.» Όπως το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο αποφάσισε μετά την παράθεση του πιο πάνω αποσπάσματος από την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, για σκοπούς έφεσης το ζήτημα τελειώνει εδώ. Και τούτο, γιατί συνεπεία της πιο πάνω αβεβαιότητας δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε αύξηση στην περιουσία του Εφεσιβλήτου, κατά το άρθρο 14 του Ν. 232/1991. Όπως πολύ εύστοχα το Ανώτατο Δικαστήριο παρατηρεί στην G. I. P. Constructions v. Neophytou and Another,
(1983)1 CLR 669, 680, "Justice cannot be administered upon the premise of uncertainty". Σχετικά με το θέμα της αβεβαιότητας στο θέμα της μαρτυρίας, είναι και τα εξής αξιώματα: "incerta pro nullis habentur", η αβεβαιότητα ισοδυναμεί με ακυρότητα ή αβέβαια πράγματα θεωρούνται άκυρα δηλαδή ανύπαρκτα (Ηalkerston, 66, Stimson, 217, Cochran's Law Lexicon, σελ. 314), ή "incerta pro nullis habentur", η αβεβαιότητα ισοδυναμεί με τίποτε (Wharton, σελ. 222, αρ. 248, Davies' Reports 33), ή "incertum ex incerto pendes lege reprobatur", η αβεβαιότητα που στηρίζεται σε αβεβαιότητα αποδοκιμάζεται από το δίκαιο (Ηalkerston, 67), ή "infinitum in jure reprobatur", το άπειρο - που αποτελεί μια άλλη διάσταση του αβέβαιου - είναι κατακριτέο από το δίκαιο (Wharton, σελ. 223, αρ. 262, 9 Coke's Reports 45), ή "certum est quod certum reddi potest", βέβαιο είναι αυτό που μπορεί να γίνει βέβαιο (Fr. J. Stimson, A Concise Law Dictionary of Words, Phrases and Maxims, Boston, 1911, repr., Colorado, 1987, σελ. 107, Cochran's Law Lexicon, σελ. 316, Wharton, σελ. 207, αρ. 60, σελ.
- αρ. 228, 9 Coke's Reports 47, Branch, 24), ή "idem est nihil dicere et insufficienter dicere", είναι το ίδιο πράγμα να λέει κανείς τίποτε με το να μην λέει αρκετά (Wharton, σελ. 221, αρ. 231, 2 Inst. 178), ή "nunquam nimis dicitur quod nunquam satis dicitur", αυτό που δεν λέγεται ικανοποιητικά δεν λέγεται καθόλου, (Βranch, 100, Coke on Littleton 375). Δεν είναι άσχετο και το αξίωμα "ubi jus incertum, ibi jus nullum", όταν το δίκαιο είναι αβέβαιο δεν υπάρχει δίκαιο (Cochran's Law Lexicon, 338), ως επίσης και το αξίωμα "veritas visu, et mora: falsa, festinatione et incerta, valecunt" (Tayler, σελ. 567), το οποίο ουσιαστικά συνδέει και συνταυτίζει την αβεβαιότητα με το ψέμα. Η αβεβαιότητα ισοδυναμεί με αμφιβολία και η αμφιβολία αποδοκιμάζεται από το δίκαιο. Σχετικά είναι τα εξής αξιώματα: "ambiguitas contra stipulatorem est", η αμφιβολία είναι πάντοτε εναντίον του διαδίκου που την επικαλείται (Cotterell, σελ. 6, αρ. 20), "amigua respondio contra proferentem est accipienda", ένα αμφίβολο δικόγραφο αποφασίζεται εναντίον του συντάκτη του, (Moran, 313), "semper praesumitur pro negante", η αμφιβολία είναι πάντοτε υπέρ αυτού που την αρνείται, (Ballentine, 1184, Moran, 350), "ambiguitas verborum patents nulla verificatione excluditur", προφανής αμφιβολία στις λέξεις δεν μπορεί να εξαφανιστεί με εξωτερική μαρτυρία (Cotterell, σελ. 6, αρ. 20, Cochran's Law Lexicon, σελ. 314), "quoad dubitas, ne feceris", όταν κανείς αμφιβάλει, καλύτερα να μη πράττει (Cochran's Law Lexicon, 336, Wharton, σελ. 255, αρ. 666, Βranch, 125), "praestat cautela quam medele", η προσοχή ή επιφυλακτικότητα είναι καλύτερη από την θεραπεία, (Halkerston, 129). Το Δικαστήριο δεν μπορεί να κάνει υποθέσεις και προβλέψεις και πιθανολογήσεις χωρίς την ύπαρξη γεγονότων ή από την ανυπαρξία γεγονότων. Συναφές είναι και το αξίωμα "nemo tenetur devinare", ουδείς είναι υπόχρεος να υποθέτει και να προλέγει (Wharton, σελ. 241, αρ. 296, 4 Coke's Reports 28, Βranch, 91). Aυτό δεν ισοδυναμεί με αρνησιδικία, γιατί είναι διαφορετικό το δικαστήριο να μην αποφασίζει μεταξύ δύο εκδοχών που έχει, από το να απορρίπτει την αγωγή λόγω μη προώθησής της, όπως στην παρούσα υπόθεση. Επιπρόσθετα, "lex neminem cogit ad vana seu inutilia peragenda" o νόμος δεν αναγκάζει κανένα να να κάνει μάταια και άσκοπα πράγματα (Βranch, 74, Coke on Littleton 197). Oμοίως "lex nil facit frustra", το δίκαιο δεν κάνει και δεν διατάσσει ο,τιδήποτε μάταιο, (Jenk. Cent. 17, Βranch, 74), και "lex non praecipit inutilia; quia inutilis labor stultus", (Branch, 74, Coke on Littleton 197). Eπίσης "lex non cogit ad impossibilia", o νόμος δεν αναγκάζει κανένα να προβεί σε αδύνατα πράγματα, με άλλα λόγια το δίκαιο δεν απαιτεί αδύνατα πράγματα (Βranch, 74, Cochran's Law Lexicon, σελ. 326, Wharton, σελ. 232, αρ. 371). Αλλιώς, "lex non intendit aliquid impossibοle", (12 Coke's Reports 89, Βranch, 74), "nemo tenetur ad impossibie", κανείς δεν είναι υπόχρεος να κάνει κάτι το αδύνατο, (Branch, 99, Jenk. Cent. 7). Αν το δίκαιο απαιτούσε από το Δικαστήριο να προβαίνει σε μάταιες και αδύνατες ενέργειες, αυτό θα ήταν αντίθετο με την λογική. Όμως "nihil quod est contra rationem est licitum", δεν επιτρέπεται τίποτε το οποίο να είναι αντίθετο με την λογική (Coke on Littleton, 97, Wharton, II, σελ. 242, αρ. 502), "nihil quod est contra rationem est licitum", τίποτε δεν είναι νόμιμο ή επιτρέπεται το οποίο είναι αντίθετο με τη λογική (Wharton, σελ. 242, αρ. 502, Coke on Littleton 97, Branch, 92, Ballentine, 870, Μoran, 171), "lex simper intendit quoad convenit rationi", το δίκαιο πάντοτε αποβλέπει σε αυτό που είναι σύμφωνο με τη λογική, (Wharton, σελ. 233, αρ. 384, Coke on Littleton 78, Branch, 74). Σχετικά επίσης και τα εξής: "per rationis pervenitur ad legitimam", με τη λογική καταλήγουμε στη νομική σκέψη, (Branch, 108), "res ratione regenda", τo θέμα διέπεται (αποφασίζεται) από τη λογική, (Tayler, σελ. 461), "lex est dictamen rationis" το δίκαιο είναι η προσταγή της λογικής (Wharton, σελ. 231, αρ. 360, Jenk. Cent. 117, Branch, 73), "lex plus laudatur quando rsatione probate", το δίκαιο εκτιμάται περισσότερο όταν είναι σύμφωνο με τη λογική (Wharton, σελ. 232, αρ. 377). Πού οδηγείται το Δικαστήριο όταν δεν ακολουθηθούν οι πιο πάνω κανόνες; Προφανώς στην συγκάλυψη της αλήθειας. Η συγκάλυψη του λάθους αποτελεί συγκάλυψη της αλήθειας, "suppressio falsi, suppressio very", (Tayler, σελ. 507)," "suppressio very, expressio falsi" (Cochran's Law Lexicon, 338, Moran, 377), o δε νόμος τιμωρεί το ψέμα "lex punit mendacium", (Jenk. Cent. 15, 284, Moran, 226, Branch, 75). Ως προελέχθη, για να αποδειχθεί αύξηση στην περιουσία, σύμφωνα με τον νόμο και την νομολογία, θα πρέπει να συγκριθεί η τελική με την αρχική περιουσία, αφού πρώτα αποδειχθούν. Τώρα αν γίνει ένα λάθος όσον αφορά την αρχική περιουσία, τότε το όλο οικοδόμημα της σύγκρισης θα είναι επίσης λανθασμένο και τούτο γιατί η σύγκριση δεν θα έχει αρχή, οπότε θα είναι αντίθετη με τον νόμο και την λογική ως επίσης και με την έννοια της «σύγκρισης». Τα όσα λέχθηκαν ανωτέρω περί έλλειψης μαρτυρίας, αβεβαιότητας κ.λπ. αναφορικά με την αρχική περιουσία του Καθ' ου η αίτηση είναι σχετικά, ως επίσης σχετικά είναι και τα εξής: "quod contra legem fit pro infecto habeteur", αυτό που είναι αντίθετο με τον νόμο θεωρείται ότι δεν γίνεται καθόλου (Stimson, σελ. 296), (σύγκριση στην παρούσα υπόθεση χωρίς αρχική περιουσία είναι όχι μόνο μη σύγκριση αλλά και αντίθετη με τον νόμο, άρα δεν γίνεται ή δεν υπάρχει καθόλου), "quod non habet principium non habet finem", αυτό που δεν έχει αρχή δεν έχει τέλος (Wharton, σελ. 256, αρ. 673, Βranch, 126, Coke on Littleton 345, Stimson, 296),"cujusque rei potissima pars et principium", το πιο σημαντικό κάθε πράγματος είναι η αρχή (Tayler, σελ. 83), "sublato fundamento cadit opus", αν μετακινηθεί το θεμέλιο, όλη η κατασκευή καταρρίπτει (Wharton, σελ. 261, αρ. 739, Jenk. Cent. 106), "parte quacunque intergrante sublata tollitur totum", όταν αφαιρείται ένα ουσιώδες μέρος αφαιρείται το σύνολο, (Βranch, 106, 3 Coke's Reports 41), "falsus in uno, falsus in omnibus", λάθος σε ένα θέμα επηρεάζει το όλο, (Τayler, 190, Cochran's Law Lexicon, 321, Μoran, 376), "malus in uno malus in omnibus", όταν κάτι είναι κακό ή λανθασμένο σε μια πτυχή, είναι λανθασμένο στην ολότητά του (Βlack, 787), "injustum est nisi tota lege inspecta, de una aliqua ejus particula proposita judicare vel respondere", είναι άδικο να αποφασίσεις από την απάντηση σε ένα συγκεκριμένο μέρος, όταν το όλο δεν έχει εξεταστεί (Βranch, 62, 8 Coke's Reports 117). Με βάση τα ανωτέρω θεωρώ ότι η αίτηση είναι νόμω αβάσιμος και επιπλέον ότι δεν έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε αύξηση στην περιουσία του Καθ' ου η αίτηση, για να δικαιούται η Αιτήτρια απόδοση συνεισφοράς. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται και για αυτούς τους λόγους, με έξοδα. Αν η κατάληξη μου σε όλα τα πιο πάνω σημεία κρινόταν λανθασμένη, και αποφασιζόταν σε δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, ότι θα έπρεπε να θεωρούσα ως αύξηση στην περιουσία του Καθ' ου η αίτηση την απόκτηση της επίδικης οικίας κατά το ½ μερίδιο, την απόκτηση του χωραφιού στον XXXXX και όλη την κινητή περιουσία του απόκτησε μετά τον γάμο, λαμβάνοντας υπόψη μου την συνεισφορά της Αιτήτριας, όπως προκύπτει από την ενώπιόν μου μαρτυρία και τις παραδοχές του Καθ' ου αίτηση, θα διέτασσα την εγγραφή του ½ μεριδίου στον XXXXX επ' ονόματί της και την καταβολή σ' αυτή του ημίσεως ποσού των £9.500, δηλαδή £4.
- Δεν θα μπορούσα να εκδώσω διαταγή για τις μετοχές και τα άλλα κινητά γιατί δεν θα είχα εκτίμηση ενώπιόν μου και εφόσον δεν θα είχα μαρτυρία ότι εξακολουθούν να βρίσκονται επ΄ ονόματί του, σήμερα. Εξάλλου και η Αιτήτρια έχει δικές τις μετοχές όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 1, ως επίσης και άλλη κινητή περιουσία. Δεν θα εξέδιδα οποιαδήποτε διαταγή ως προς την επίδικη οικία γιατί αυτή γράφτηκε σε ανύποπτο χρόνο κατά το ½ στο κάθε διάδικο και εφόσον και οι δύο είχαν με διαφορετικούς τρόπους εξίσου συνεισφορά στην απόκτησή αυτής. Συμπωματικά, οι πρόνοιες της συμφωνίας, Τεκμήριο 1, βασικά θα τηρούνταν όσον ήταν δυνατό, χωρίς όμως να δημιουργηθεί εμπίστευμα στο οποίο να μεταβιβαζόταν ολόκληρη η επίδικη κατοικία και ολόκληρο το χωράφι στο XXXXX με δικαιούχο την θυγατέρα των διαδίκων Σ. Αν έπρατταν αυτό οι διάδικοι και τηρούσαν την συμφωνία τους θα ήταν μια ευτυχής κατάληξη. Τα σχόλια του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στη Μικρού, στα οποία αναφερθήκαμε ανωτέρω, ότι «είχε επιβεβαιωθεί ότι η επίδικη ακίνητη περιουσία είχε εγγραφεί επ' ονόματι των παιδιών των διαδίκων, γεγονός που είναι ευχάριστο και έπρεπε βεβαίως να οδηγήσει την αντιδικία στο γρήγορο τέλος», θα μπορούσαν να ίσχυαν και εδώ, αν τηρείτο η συμφωνία των διαδίκων, και ποτέ δεν είναι αργά οι διάδικοι να δημιουργήσουν το καταπίστευμα ή να εγγράψουν τις επίδικες περιουσίες επί του ονόματος του τέκνου τους, όπως ήταν η αρχική τους πρόθεση, χωρίς να αποκλείονται να προσφύγουν στο αρμόδιο Δικαστήριο για ο,τιδήποτε έχει σχέση με την εν λόγω συμφωνία τους. Καταληκτικά, και για όλους τους παραπάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, λόγω του ότι είναι νόμω αβάσιμος και λόγω του ότι δεν αποδείχθηκε αύξηση στην περιουσία του Καθ' ου η αίτηση. Τα έξοδα της δίκης θα πρέπει να ακολουθήσουν το αποτέλεσμά της και, ως εκ τούτου, ο αποτυχών διάδικος θα πρέπει να καλύψει τα έξοδα του επιτυχόντος,"victus victori in expensis condemnandus est", (Cotterell, σελ. 72, αρ. 281, Μoran, 320). Γι' αυτό, η Αιτήτρια καταδικάζεται να καταβάλει τα έξοδα του Καθ΄ ου η αίτηση, πλέον Φ.Π.Α., όπως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Γ. Α. Σεργίδης, Πρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο