ΑΝΔΡΕΑ ΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΝΑΤΑΛΗ - ΤΖΟΥΛΙΑ ΓΚΑΡΦΟΡΘ, Αρ. Αίτησης: 126/07, 20.2.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLEM:2009:6 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Δικαιοδοσία Γονικής Μέριμνας Ενώπιον: Μ. Τουμαζή, Π.Οικ.Δικ. Αρ. Αίτησης: 126/07 Μεταξύ: ΑΝΔΡΕΑ ΙΩΑΝΝΟΥ, από τη Λεμεσό Αιτητή - και - ΝΑΤΑΛΗ - ΤΖΟΥΛΙΑ ΓΚΑΡΦΟΡΘ, από τη Λεμεσό Καθ' ης η Αίτηση Αίτηση ημ. 17.7.2008 για αναστολή της ισχύος του προσωρινού διατάγματος ημερ. 3.7.2007 Ημερομηνία: 20.2.2009 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή-Καθ΄ου η αίτηση στην παρούσα διαδικασία: κ. Κ. Χ"Πιέρας Για την Καθ΄ης η αίτηση-Αιτήτρια στην παρούσα διαδικασία: κ. Σ. Παπακυριακού (Για ν΄ ακούσει απόφαση: κα Ιωάννου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι διάδικοι είναι εν διαστάσει σύζυγοι. Από το γάμο τους απέκτησαν ένα παιδί που γεννήθηκε στις 22.11.04.. Ο Αιτητής, με την κυρίως αίτηση, ζητά διάταγμα επικοινωνίας με την ανήλικη κόρη του. Η Καθ΄ης η αίτηση, με την υπεράσπισή της, αντιτίθεται στο να έχει ο πατέρας επικοινωνία, ισχυριζόμενη ότι αυτός παρενοχλούσε σεξουαλικά την ανήλικη κόρη τους. Στις 3.7.2007, μετά από ακρόαση ενδιάμεσης αίτησης, το Δικαστήριο εξέδωσε προσωρινό διάταγμα με το οποίο η επικοινωνία του Αιτητή με το ανήλικο τέκνο του καθορίστηκε κάθε Δευτέρα και Πέμπτη από ώρα 10:00 π.μ. μέχρι τις 12:00 το μεσημέρι στο Γραφείο Ευημερίας Λεμεσού, με την επιτήρηση λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας. Η Καθ΄ης η αίτηση-Αιτήτρια στην παρούσα διαδικασία (που στη συνέχεια θα αναφέρεται ως Αιτήτρια) ζητά τα ακόλουθα: «
(1)Προσωρινό διάταγμα με το οποίον να αναστέλλεται η ισχύς του διατάγματος επικοινωνίας ημερ. 3.7.2007 μέχρι το τέλος της αίτησης με ειδοποίηση ημερ. 17.7.2008 με την οποία ζητείται ακύρωση του εν λόγω διατάγματος, και/ή μέχρι το τέλος της κυρίως αίτησης και/ή μέχρι νεώτερου διατάγματος του δικαστηρίου.
(2)Οποιονδήποτε άλλο διάταγμα ήθελε κρίνει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις το Σεβαστό Δικαστήριο.
(3)Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, πλέον Φ.Π.Α.» Η αίτηση στηρίζεται «στον περί πρώτης τροποποίησης του συντάγματος νόμο 95/89, στο άρθρο 111 του Συντάγματος ως τροποποιήθηκε, στον περί σχέσεων γονέων και τέκνων νόμο 216/90, άρθρα 2, 3, 4, 5
(1)Α, 6
(2), 7, 8, 9
(1)και 2, 14, 15, 17
(1),
(2),
(3)και 18 στον περί οικογενειακών δικαστηρίων νόμο 23/90, άρθρα 2, 3, 11, 12, 14β, 15, 16, 18 και 26, στους περί οικογενειακών δικαστηρίων διαδικαστικούς κανονισμούς 2/90 ολοκλήρου, στον περί πολιτικής δικονομίας νόμο κεφ. 6, άρθρο 9, στους περί ανηλίκων και ασώτων διαδικαστικούς κανονισμούς (Δ.Ν.ΙΙ, 422), στον περί δικαστηρίων νόμο 14/60 άρθρα 29, 32 και 41, στον κυρωτικό νόμο για την σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού 243/1990, στους θεσμούς πολιτικής δικονομίας Δ.48, θ.1, 2, 3 και 8
(4)και στην εγγενή εξουσία του δικαστηρίου, τη νομολογία και πρακτική.» Η Αιτήτρια, στην ένορκο της δήλωση ημερ. 17.7.2008, αναφέρει ότι στις 12.6.2008 πήγε με την ανήλικη κόρη της και τη μητέρα της στο Γραφείο Ευημερίας Λεμεσού για την πραγματοποίηση της επικοινωνίας με βάση το διάταγμα του Δικαστηρίου. Όταν έφθασαν εκεί, η λειτουργός ευημερίας κα Δ. Χριστοδούλου τους ανέφερε ότι ο Αιτητής- Καθ΄ου η αίτηση στην παρούσα διαδικασία (που στη συνέχεια θα αναφέρεται ως Καθ΄ου η αίτηση) δεν ήθελε τη μητέρα της να τη συνοδεύει. Στο γραφείο της κας Μούστρα, επόπτριας της κας Χριστοδούλου όπου πήγαν η μητέρα της, η ίδια και η κα Χριστοδούλου που κρατούσε τη Χρύση από το χέρι, ο Καθ΄ου η αίτηση άνοιξε απότομα την πόρτα και με πολύ άγριο ύφος και θυμωμένη φωνή άρχισε να φωνάζει στη μητέρα της, «το μωρό είναι δικό μου, δεν είναι δικό σου, ώσπου ζω, με κάθε μέσο θα σε πολεμώ, τζιαι εσένα, τζιαι τζίνη για τα ψέματα που είπατε για μένα», προτείνοντας εναντίον τους απειλητικά τη γροθιά του και με πρόσωπο οργισμένο και κατακόκκινο. Η ανήλικη κόρη της Χρύση τρομοκρατήθηκε και όρμησε τρέμοντας από το φόβο της στην αγκαλιά της. Έκλαιγε και την κρατούσε αγκαλιάζοντας το λαιμό της όσο πιο σφικτά μπορούσε. Η συμπεριφορά του Καθ΄ου η αίτηση θύμισε στην ανήλικη παρόμοια γεγονότα που έγιναν στο παρελθόν. Η ανήλικη έπαθε σιοκ, ήταν φοβισμένη και δεν ήθελε να επιστρέψει στον παιχνιδότοπο με τον πατέρα της και την κοινωνική λειτουργό. Η επικοινωνία διακόπηκε στις 11:00 π.μ. Η Χρύση, μετά το επεισόδιο αυτό, αναστατώθηκε πολύ και δεν μπορούσε να φάει για το υπόλοιπο της μέρας. Το βράδυ ξυπνούσε κάθε λίγο με εφιάλτες και έκλαιγε γοερά και την επόμενη μέρα που πήγε νηπιαγωγείο έκλαιγε και έλεγε ότι φοβόταν. Στις 23.6.08 πήγε στο γραφείο ευημερίας μαζί με τη μητέρα της και την ανήλικη για την πραγματοποίηση της επικοινωνίας. Όταν έφθασαν η ανήλικη ήταν συνέχεια ανήσυχη, έκλαιγε και φοβόταν να δει τον Καθ΄ου η αίτηση. Γαντζώθηκε πάνω της, ήταν πολύ ταραγμένη και φοβισμένη, την αγκάλιασε σφικτά και έτρεμε και δεν ήθελε να πάει με τον πατέρα της και την κοινωνική λειτουργό στον παιδότοπο. Η επικοινωνία δεν έγινε. Στις 30.6.08 η ανήλικη, μόλις είδε τον Καθ΄ου η αίτηση στο Γραφείο Ευημερίας, γαντζώθηκε με δύναμη γύρω από το λαιμό της και άρχισε να κλαίει και να λέει ότι φοβάται και ότι δεν θέλει να μείνει με τον πατέρα της. Η κα Χαραλάμπους, λειτουργός του γραφείου ευημερίας, προσπαθούσε να πείσει την ανήλικη να πάει με τον πατέρα της στον παιχνιδότοπο ή να πάνε όλοι μαζί στην καφετέρια ή να πάει ο Καθ΄ου η αίτηση στο σπίτι τους για να τη δει, όμως η ανήλικη τρομοκρατήθηκε ακόμα περισσότερο, και έλεγε «φοβάμαι, θέλω να φύγω». Όταν οι κοινωνικοί λειτουργοί τη ρώτησαν τι φοβάται, η ανήλικη απάντησε: «Τον παπά γιατί φωνάζει δυνατά». Η κα Χαραλάμπους πίεζε την ανήλικη να της πει πόσο αγαπά τον πατέρα της αλλά η ίδια της απάντησε ότι δεν τον αγαπά και τον φοβάται. Η κα Χαραλάμπους της ζήτησε να προσπαθήσει να πείσει την ανήλικη κόρη της να πάει μαζί με τον Καθ΄ου η αίτηση αλλά η ίδια της απάντησε ότι σύμφωνα με τις οδηγίες της ψυχολόγου του νοσοκομείου, δεν πρέπει ποτέ να πιέζει το παιδί να κάνει κάτι που δεν θέλει, ιδίως όταν είναι αναστατωμένο. Το ίδιο βράδυ η ανήλικη έβλεπε εφιάλτες. Στις 7.7.2008 η κόρη της, όταν πήγαν στο Γραφείο Ευημερίας, και πάλι ένοιωθε ταραγμένη και άρχισε να κλαίει. Στις 10.7.2008 η ίδια πήγε μαζί με το παιδί και τη δικηγόρο κα Αθηνά Σπύρου στο Γραφείο Ευημερίας. Η ανήλικη και πάλι κρατούσε σφικτά την ίδια, έκλαιγε και έτρεμε και έλεγε: «θέλω να φύγω, θέλω να φύγω». Οι προσπάθειες συνεχίστηκαν για 15-20 λεπτά. Το απόγευμα της ίδιας μέρας, όταν κτύπησε το κουδούνι στο σπίτι τους, η ανήλικη φώναζε: «Ο Αντρίκκος, ο Αντρίκκος, έρχεται να μου κάμει λάμπα» και κρύφτηκε κάτω από το τραπέζι. Από τότε μόλις ακούσει αντρική φωνή τρομάζει. Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι πρέπει να ανασταλεί η ισχύς του διατάγματος ημερ. 3.7.2007 μέχρι που η ανήλικη μπορέσει να ξεπεράσει τις τραυματικές εμπειρίες που είχε ως αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του Καθ΄ου η αίτηση αλλά και να σταματήσει ο βασανισμός που υφίσταται κάθε Δευτέρα και Πέμπτη. Ο Αιτητής-Καθ΄ου η αίτηση στην παρούσα διαδικασία (που στη συνέχεια θα αναφέρεται ως Καθ΄ου η αίτηση) καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως. Οι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «
- Η αίτηση είναι νομικά αστήριχτη.
- Το Δικαστήριο δεν κέκτηται - ιδιαίτερα σ΄ αυτό το στάδιο - δικαιώματος ακύρωσης του διατάγματος ημερ. 03.07.
- Η αίτηση δεν στηρίζεται σε μαρτυρία και/ή την αναγκαία και επιβαλλόμενη, σε τέτοιες περιπτώσεις, μαρτυρία.
- Η έκδοση του ζητούμενου διατάγματος, στο παρόν στάδιο, δεν είναι προς το συμφέρον του παιδιού.
- Η έκδοση του ζητούμενου διατάγματος δεν συνάδει και/ή είναι αντίθετη με τα ευρήματα και τις εισηγήσεις του Γραφείου Ευημερίας.
- Τα γεγονότα που επικαλείται η αιτήτρια στην ένορκο δήλωση της είναι ψευδή, διαστρεβλωμένα και σε κάθε περίπτωση δεν δίνουν την πραγματική εικόνα των συμβάντων.» Ο Καθ΄ου η αίτηση, στην ένορκη του δήλωση ημερ. 28.8.2008, αναφέρει ότι η σύζυγός του και η πεθερά του βάλθηκαν να τον καταστρέψουν, να τον φυλακίσουν και να του στερήσουν ότι περισσότερο αγαπά στη ζωή του, το παιδί του. Η σύζυγός του όταν έφερνε το παιδί στο Γραφείο Ευημερίας, συνοδεύετο πάντοτε από την «αποκρουστική πλέον κατά τα άλλα κουστωδία της πεθεράς (μητέρα της).» Αν ο χαρακτήρας του ήταν οξύθυμος και βίαιος, όπως λέει η Αιτήτρια, τότε θα είχε να παρουσιάσει έστω και ένα επεισόδιο ή έστω μια καταγγελία στην Αστυνομία. Ουδέποτε όμως συνέβη κάτι τέτοιο. Πως είναι δυνατόν να τον φοβούνται, είναι η θέση του Καθ΄ου η αίτηση, εφόσον κάθε φορά που είχε επικοινωνία με το παιδί στην αίθουσα του Γραφείου Ευημερίας, αυτές ήταν έξω από την αίθουσα και ουδέποτε έφυγαν έστω για 10 λεπτά. Δεν τον ενοχλεί η παρουσία της συζύγου του αλλά της πεθεράς του, η οποία καταφέρνει να αποσπά την προσοχή του παιδιού. «Και ενώ για 1 ½ χρόνο άντεξα αυτή την άθλια κατάσταση και έκαμνα υπομονή, καταπίνοντας τα μουρμουρητά, τις κουβέντες τους, τα υπονοούμενα τους, τη διαρκή ενόχληση τους, άνθρωπος είμαι και εγώ, όταν όλα τα επίμονα διαβήματά μου στις Λειτουργούς του Γραφείου Ευημερίας για απομάκρυνση της πεθεράς από το χώρο της επικοινωνίας - παρά το ότι το προσπάθησαν οι Λειτουργοί - απέτυχαν, στις 12.6.08 δεν άντεξα, και για πρώτη φορά απευθύνθηκα στην πεθερά, ναι μεγαλόφωνα και δυνατά, αγανακτισμένος πλέον, γιατί όλα έχουν και τα όρια τους, αφού αυτή όχι μόνο επέμεινε να μην υπακούει στες υποδείξεις της Λειτουργού «να πάει πιο κάτω», αλλά απαντούσε στην Λειτουργό λέγοντας της «γιατί να έρχονται η μητέρα και ο πατέρας του, αφού το μωρό δεν τους ξέρει», της είπα ότι δεν έχει κανένα λόγο να είναι στο μέρος και να φύγει και μάλιστα να φύγει τώρα. Της είπα ακόμα ότι επιτέλους πρέπει να καταλάβει ότι αυτό το μωρό δεν είναι της κόρης της, όπως λέει, αλλά είναι της κόρης της και εμένα και επιτέλους να μας αφήσει ήσυχους». Από τις 12.6.2008 μέχρι και σήμερα λόγω της συμπεριφοράς και των ενεργειών της συζύγου του, δεν έχει καμμιά επικοινωνία με το παιδί του. Είναι βέβαιος ότι η σύζυγος του και ιδιαίτερα η πεθερά του, όχι μόνο δεν κάνουν αυτό που είναι καθήκον τους δηλαδή να καθοδηγήσουν το παιδί ώστε αυτό να συνεχίσει να έχει επικοινωνία με τον πατέρα του αλλά δηλητηριάζουν το παιδί, καθοδηγώντας το έντεχνα στο να τον αποφεύγει. Στο διάστημα από 3.7.07 που εξεδόθη το διάταγμα μέχρι και τις 12.6.2008, παρά τις δυσκολίες που προέρχοντο από την ακαταλληλότητα του χώρου επικοινωνίας και τα συνεχή εμπόδια της συζύγου και πεθεράς του, εν τούτοις η επαφή με το παιδί ήταν άριστη. Παρά τις πιέσεις της Αστυνομίας εν τούτοις 15 μήνες μετά την καταγγελία της συζύγου του και της οικογένειας της για σεξουαλική κακοποίηση του παιδιού του, εν τούτοις μέχρι σήμερα καμμιά κατηγορία προσήφθη εναντίον του. Ο Καθ΄ου η αίτηση επισύναψε στην ένορκο του δήλωση ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο της έκθεσης της Λειτουργού Ευημερίας κας Άντρης Χαραλάμπους. Οι ενόρκως δηλούντες αντεξετάστηκαν. Η Αιτήτρια, αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι η επικοινωνία του παιδιού διακόπηκε από τις 12.6.2008 μετά από έκρηξη θυμού του πατέρα. Όμως παίρνει το παιδί στο Γραφείο Ευημερίας πάντοτε στις ώρες που προβλέπει το διάταγμα. Συνοδεύεται από τη μητέρα της και κάποτε από το θείο της ή τον πατριό της γιατί φοβάται για την ασφάλεια τόσο της ίδιας όσο και του παιδιού της λόγω των ψυχιατρικών προβλημάτων του και του βίαιου χαρακτήρα του. Σ΄ ερώτηση κατά πόσο ενόσω ήταν μαζί την κτυπούσε, απάντησε αρνητικά. Από τις 3.7.07 που εκδόθηκε το διάταγμα μέχρι τις 12.6.2008 εγίνετο η επικοινωνία, αλλά πάντοτε το παιδί ήτο ανήσυχο. «Μετά που ξέσπασε ο πατέρας στις 12.
- το παιδί έκαμε κλικ το μυαλό της και θυμήθηκε τα παλιά συμβάντα που γίνονταν με τον πατέρα της, τα πράγματα που έκαμνε, τα κακά πράγματα στο παιδί, που φώναζε, που ήταν βίαιος που χώνετο, το παιδί πίσω από τις κουρτίνες» είπε. Ο Αιτητής, στην αντεξέταση του, ανέφερε ότι είχε μια αρμονική σχέση με την Καθ΄ης η αίτηση, όμως υπήρχαν παρεμβολές εκ μέρους της πεθεράς του και όταν κατάλαβε η πεθερά του ότι δεν επρόκειτο να χωρίσουν, τότε κατάστρωσε το σχέδιο της σε σχέση με το παιδί τους, με τις ψευδείς καταγγελίες για να διαλύσει το γάμο του. Από τη διάσταση πέρασαν 16-17 μήνες και η Αστυνομία δεν τον κατηγόρησε για το αδίκημα που η σύζυγός του ισχυρίζεται ότι αυτός διέπραξε. Στη συνέχεια οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο δικηγόρος της Αιτήτριας στηρίζει την αίτηση του στο άρθρο 111 του Συντάγματος, στο Ν.216/90, στο Ν.23/90, στον περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Κανονισμό και στους περί Ανηλίκων και Ασώτων Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Καμμιά απ΄ αυτές τις νομοθετικές διατάξεις δεν δίνει εξουσία στο Δικαστήριο να αναστέλλει διατάγματα. Η αίτηση στηρίζεται επίσης στο Άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «9.-
(1)Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδόσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο.
(2)Πριν εκδώσει το διάταγμα αυτό χωρίς ειδοποίηση, το Δικαστήριο πρέπει να απαιτεί από το πρόσωπο που ζητά αυτό, όπως αναλάβει προσωπική υποχρέωση, με ή χωρίς εγγυητή ή εγγυητές, όπως το Δικαστήριο θεωρεί σκόπιμο, για να εξασφαλιστεί η υποχρέωση του για αποζημίωση του προσώπου εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα.
(3)Κανένα διάταγμα το οποίο εκδόθηκε χωρίς ειδοποίηση δεν θα παραμένει σε ισχύ για χρόνο μεγαλύτερο από τον αναγκαίο για επίδοση ειδοποίησης γι΄ αυτό σε όλους όσους επηρεάζονται από αυτό και για παροχή δυνατότητας σε αυτούς να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου και ενστούν σε αυτό· κάθε τέτοιο διάταγμα παύει να ισχύει, μετά τη λήξη της περιόδου αυτής, εκτός αν το Δικαστήριο, αφού ακούσει τους διαδίκους ή οποιοδήποτε από αυτούς, διατάξει διαφορετικά· και κάθε τέτοιο διάταγμα τυγχάνει μεταχείρισης κατά την αγωγή όπως το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο.
(4)Καμιά διάταξη που περιλαμβάνεται στο άρθρο αυτό, δεν θα ερμηνεύεται ότι επηρεάζει ή εφαρμόζεται στις εξουσίες του Δικαστηρίου να εκδίδει εντάλματα εκτέλεσης.» Το πιο πάνω άρθρο τυγχάνει εφαρμογής στις περιπτώσεις έκδοσης διαταγμάτων και δεν περιέχει πρόνοια για αναστολή διατάγματος. Ούτε το άρθρο 29 του Ν.14/60 το οποίο καθορίζει ποιο είναι το εφαρμοζόμενο δίκαιο, ούτε το άρθρο 32 που προβλέπει την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων αλλά ούτε και το άρθρο 41 του ιδίου Νόμου που δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει αναγνωριστικές αποφάσεις, δίνουν εξουσία στο Δικαστήριο να αναστέλλει διατάγματα. Η Δ.48 (θ)
(4), στην οποία επίσης στηρίζεται η αίτηση, προνοεί τα ακόλουθα: «Οιονδήποτε πρόσωπο (πλην του αιτητή) που επηρεάζεται από ένα διάταγμα που έγινε μονομερώς μπορεί να αποταθεί διά κλήσεως για παραμερισμό ή διαφοροποίηση του και το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί να το παραμερίσει ή να το διαφοροποιήσει με τοιούτους όρους που θα ήθελε φανεί δίκαιο». Η πιο πάνω διάταξη εφαρμόζεται στην περιπτώσεις όπου ζητείται παραμερισμός ή διαφοροποίηση διαταγμάτων που εκδόθηκαν μονομερώς. Το διάταγμα ημερ. 3.7.07 δεν εκδόθηκε μονομερώς αλλά μετά που ακούστηκαν και οι δύο πλευρές. Επομένως, δεν έχει εφαρμογή η Δ.48 (θ)
(4). Τονίζω περαιτέρω ότι οι εγγενείς ή συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου δεν διευρύνουν τη δικαιοδοσία του (βλ. Γεωργίου ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1043). Καταλήγω ότι δεν έχω δικαιοδοσία να εκδώσω διάταγμα αναστολής καθώς οι θεσμοί στους οποίους βασίστηκε η Αιτήτρια δεν παρέχουν τη δικαιοδοτική βάση. Η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται σε βάρος της Αιτήτριας στην παρούσα διαδικασία, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο μετά το πέρας της διαδικασίας της κυρίως αίτησης. (Υπ.).......... Μ. Τουμαζή, Π. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Family/Interim (Αναφορά: Γονική Μέριμνα - αναστολή ισχύος προσωρινού διατάγματος) /ΣΤ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο