Ανδρέας Δημητρίου ν. Αγάθη Ανδρέου Αντωνιάδη, Αρ. Αίτησης: 212/08, 10.4.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLEM:2009:10 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Δικαιοδοσία Διατροφής ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Κωνσταντίνου, Προσ. Δ. Αρ. Αίτησης: 212/08 Ανδρέας Δημητρίου Αιτητής και Αγάθη Ανδρέου Αντωνιάδη Καθ' ης η αίτηση ------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 10.4.2009 Για Αιτητή: κ. Π. Κυπριανού για κ. Μιχ. Κυπριανού Για Καθ' ης η αίτηση: κα Π. Παπαπέτρου για κ. Παπαπέτρου ------------------------------------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΠΙ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ --------------------------------------------------------------- Με την εξεταζόμενη αίτηση η καθ' ης η αίτηση - αιτήτρια ζητά από το Δικαστήριο να εξεταστεί και να αποφασιστεί η προδικαστική ένσταση που ηγέρθηκε στην παράγραφο 1 της Έκθεσης Υπεράσπισης της, πριν την ακρόαση της κυρίως αίτησης. Ο αιτητής - καθ' ου η αίτηση, με αίτηση που καταχώρησε στις 12.9.2008, ζητά από το Δικαστήριο απόφαση με την οποία να ακυρώνεται το εκ συμφώνου διάταγμα διατροφής ημερομηνίας 28.2.2005 που εκδόθηκε από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού στην αίτηση διατροφής με αρ. 52/05. Με αυτό διατάσσεται όπως καταβάλλει στην καθ' ης η αίτηση από 1.3.2005 και την πρώτη ημέρα κάθε επόμενου μήνα το ποσό των €854,30 (£500,00 όπως ήταν τότε το ισχύον νόμισμα), ως η συνεισφορά του στη διατροφή της. Προβάλλει ο αιτητής ως λόγους για το αίτημά του αυτό, τη χειροτέρευση της οικονομικής του κατάστασης και την αύξηση των εξόδων του από την έκδοση του επίδικου διατάγματος. Περαιτέρω προβάλλει τη θεραπεία της καθ' ης η αίτηση από την ασθένεια της καθώς και την εισοδηματική της δυνατότητα. Η καθ' ης η αίτηση προβάλλει στην παράγραφο 1 της Έκθεσης Υπεράσπισης της προδικαστική ένσταση στο να ακουστούν οι θέσεις του αιτητή για ακύρωση του επίδικου διατάγματος διατροφής, αφού δε συμμορφώνεται με αυτό. Ανέφερε πως προέβηκε σε εγγραφή του εν λόγω διατάγματος στο Ηνωμένο Βασίλειο και άρχισε νομική διαδικασία για την είσπραξη των οφειλόμενων ποσών. Ενώ η αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 16.2.2009, η καθ' ης η αίτηση καταχώρησε την εξεταζόμενη αίτηση. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της δικηγόρου κας Νόρας Χρυσομηλά. Αφού αναφέρεται σ' αυτή η μη συμμόρφωση του αιτητή με το επίδικο διάταγμα, αναφέρεται περαιτέρω ότι η ίδια ενημερώθηκε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης ότι το διάταγμα έχει εγγραφεί στο Ηνωμένο Βασίλειο στις 15.5.2008 και ο αιτητής έχει ενημερωθεί σχετικά ώστε να αρχίσει η καταβολή των οφειλόμενων ποσών. (Το εν λόγω έγγραφο του Υπουργείου επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο). Ο δικηγόρος του αιτητή, αφού δέχθηκε ότι ο αιτητής έχει καθυστερημένες οφειλές διατροφής, συμφώνησε στην εξέταση της προδικαστικής ένστασης. Το Δικαστήριο προχώρησε στη συνέχεια και άκουσε προδικαστικά την αναφερόμενη ένσταση. Οι δικηγόροι των διαδίκων αγόρευσαν επ' αυτής ενώπιον του Δικαστηρίου. Η δικηγόρος της καθ' ης η αίτηση ανέφερε στην αγόρευσή της πως το Δικαστήριο πρέπει να μην ακούσει τον αιτητή στο αίτημά του στην κυρίως αίτηση, αφού από τον Απρίλιο του 2007 δεν καταβάλλει διατροφή στην καθ' ης η αίτηση παραβαίνοντας το επίδικο διάταγμα. Είναι η θέση της πως η παράβαση αυτή αποτελεί εμπόδιο στην πορεία της κυρίως αίτησης. Καθώς και ότι ο αιτητής απέκρυψε από το Δικαστήριο την παρακοή αυτή. Επισήμανε πως το αγγλικό Δικαστήριο επικύρωσε το κύρος του κυπριακού Δικαστηρίου με την εγγραφή του διατάγματος στο Ηνωμένο Βασίλειο και συνεπώς δεν πρέπει να δοθεί στον αιτητή το δικαίωμα να ακουστεί από το κυπριακό Δικαστήριο. Προχώρησε να εξηγήσει πως δεν μπορεί ο αιτητής να αγνοεί το διάταγμα του κυπριακού Δικαστηρίου και συγχρόνως να ζητά την προστασία από αυτό. Κατέληξε πως πρέπει να δείξει το σεβασμό του προς το επίδικο διάταγμα του κυπριακού Δικαστηρίου και μετά να επιδιώξει να ακουστεί από αυτό. Καθώς και ότι το Δικαστήριο πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία και να μην επιτρέψει στον αιτητή να ακουστεί. Ακολούθως, αγόρευσε ο δικηγόρος του αιτητή. Ανέφερε πως είναι παραδεκτό γεγονός ότι ο αιτητής έχει καθυστερημένες οφειλές διατροφής. Είναι η θέση του πως οι ισχυρισμοί της δικηγόρου της καθ' ης η αίτηση για απόκρυψη από τον αιτητή ουσιωδών στοιχείων από το Δικαστήριο δεν έχουν θέση στην κυρίως αίτηση με την οποία ζητείται ακύρωση του επίδικου διατάγματος. Υποστήριξε ότι είναι εξαιρετικό μέτρο να μην επιτραπεί από το Δικαστήριο σε διάδικο να ακουστεί καθώς και ότι στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο στην πλευρά της καθ' ης η αίτηση λόγω μη συμμόρφωσης του αιτητή στο διάταγμα. Επισήμανε ότι το επίδικο διάταγμα μπορεί να εκτελεστεί ανεξάρτητα με την εξεταζόμενη αίτηση, αφού έχουν ήδη ληφθεί μέτρα στο Ηνωμένο Βασίλειο για την εκτέλεση του. Κατέληξε ότι δεν μπορεί το Δικαστήριο να μην ακούσει τον αιτητή επειδή δεν καταβάλλει την οφειλόμενη διατροφή, αφού προβάλλει ισχυρισμούς για την αδυναμία του αυτή. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν σε σχετική Νομολογία για να υποστηρίξουν τις θέσεις τους. Έχω εξετάσει με τη δέουσα προσοχή τις θέσεις των δύο πλευρών έχοντας υπόψη μου όλα τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου καθώς και τη σχετική Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Marie Therese Smith v. Paphos Stone C. Estate Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 499, 501 - 503, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Η δικαιοδοσία του δικαστηρίου να ακούσει διάδικο σε υπόθεση στην οποία υπάρχει ισχυρισμός ότι είναι ένοχος παρακοής διαταγής του δικαστηρίου στην ίδια υπόθεση εξετάστηκε στην υπόθεση Antonis Mouzouris & Another v. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287. Το δικαστήριο υιοθέτησε την απόφαση του Δικαστή Denning L.J. όπως ήταν τότε η υπόθεση Hadkinson v. Hadkinson [1952] Ρ. 285 και αποφάσισε ότι αντανακλά την αρχή δικαίου η οποία προσδιορίζει τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου στον κρινόμενο τομέα. Η απόφαση του Δικαστή Denning στην υπόθεση Hadkinson αποτελούσε μια από τις δυο εκφράσεις των απόψεων του δικαστηρίου στην υπόθεση εκείνη που οδήγησαν στο ίδιο αποτέλεσμα. Η άλλη απόφαση είχε δοθεί από το Δικαστή Romer, LJ. την οποία υιοθέτησε και το τρίτο μέλος του δικαστηρίου, ο Δικαστής Somervell, L.J. Μετά από σύντομη ιστορική αναδρομή στην προέλευση και ιστορική ανέλιξη του κανόνα σχετικά με το δικαίωμα διαδίκου που βρίσκεται σε παρακοή διατάγματος του δικαστηρίου ν' ακουστεί από το δικαστήριο, ο Δικαστής Denning κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει αυστηρός κανόνας αποκλεισμού. Έχει όμως το δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να ακούσει διάδικο ο οποίος βαρύνεται με παρακοή διατάγματος Δικαστηρίου, αν η παρακοή του παρακωλύει το έργο του δικαστηρίου για την απονομή της δικαιοσύνης. Οι άλλοι δύο Δικαστές στην υπόθεση Hadkinson διαπίστωσαν την ύπαρξη κανόνα αποκλεισμού από την άσκηση του δικαιώματος να ακουστεί διάδικος ο οποίος ευρίσκεται σε ανυπακοή. Ο κανόνας όμως υπόκειται σε εξαιρέσεις, μια από τις οποίες είναι εκείνη στην οποία ο διάδικος επιδιώκει την ακύρωση του διατάγματος το οποίο κατηγορείται ότι παράκουσε. Στη μεταγενέστερη απόφαση J (HD) v. J. (AM) [1980] 1 All E.R. 156 (Sheldon J.) ευνοείται η προσέγγιση του Λόρδου Denning στην υπόθεση Hadkinson, θέση η οποία συνοψίζεται στο σύγγραμμα Borrie και Lowe's Law of Contempt (2nd Edition), p. 460, ως εξής: Είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας αν θα επιτρέψει το Δικαστήριο να ακουστεί διάδικος ο οποίος κατηγορείται για ανυπακοή διαταγής του δικαστηρίου που δόθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η άποψη αυτή υποστηρίζεται και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Mouzouris. Επισημαίνεται ότι και βάσει της απόφασης του Δικαστή Romer στην υπόθεση Hadkinson το δικαστήριο είχε στη συγκεκριμένη υπόθεση διακριτική ευχέρεια να ακούσει τον αντίδικο της αιτήτριας δεδομένου ότι το αίτημά του αφορούσε τον παραμερισμό και ακύρωση του διατάγματος το οποίο κατηγορείται ότι είχε παρακούσει.» Στην απόφαση στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. ν. Σταύρου κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 237, 248, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Η γενική αρχή είναι ότι ο καθένας διάδικος έχει δικαίωμα ακροάσεως. Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αναστείλει ή αφαιρέσει το βασικό αυτό δικαίωμα ακροάσεως εάν διάδικος είναι αποδεδειγμένα ένοχος παρακοής και το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλει τούτο - δηλαδή η παρακοή αποτελεί εμπόδιο στην πορεία της δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη υπόθεση, με το να δυσκολεύεται η διακρίβωση των ορθών γεγονότων ή η εφαρμογή της διαταγής του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο δεν ασκεί την πιο πάνω εξουσία του εάν ο υπαίτιος διάδικος δείξει καλό λόγο για τη μη άσκηση της διακριτικής ευχέρειας εναντίον του. Σε διαδικασία για την εγκυρότητα του διατάγματος ένσταση ή έφεση - ή διαδικασία στην οποία η νομιμότητα του διατάγματος είναι επίδικο θέμα, ο διάδικος δεν εμποδίζεται να ακουστεί, γιατί δεν είναι ορθό να επιτραπεί σε διάταγμα να συνεχίσει να ισχύει, χωρίς να αποφασιστεί πρώτα το θέμα της νομιμότητας του» Στην απόφαση στην υπόθεση Louis Vuitton ν. Δερμοσάκ Λτδ κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, 1460, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Η παρακοή διατάγματος δικαστηρίου δε συνεπάγεται αυτόματα και τη στέρηση του δικαιώματος ακρόασης του εν παρακοή διαδίκου σε παρεμπίπτουσα διαδικασία ή κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Παρέχεται όμως διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να μην επιτρέψει σε διάδικο που καταφρονεί διαταγή του δικαστηρίου να ακουστεί σ' άλλη διαδικασία από την υπόθεση που εκδηλώθηκε η ανυπακοή εφόσον κριθεί ότι η παρακοή του παρεμβάλλει εμπόδια στην απονομή της δικαιοσύνης» Καθώς και ότι: «..Ανεξάρτητα από τον κανόνα ο οποίος υιοθετείται για τις συνέπειες της παρακοής, κοινή είναι η θέση ότι μπορεί να επιτραπεί σε διάδικο εν παρακοή να ακουστεί σε διαδικασία που αποβλέπει στην ακύρωση του διατάγματος για παρακοή για το οποίο βαρύνεται ή κατηγορείται.» Στην εξεταζόμενη περίπτωση ο αιτητής βαρύνεται με τη μη συμμόρφωσή του στο διάταγμα του Δικαστηρίου, η οποία είναι παραδεκτό γεγονός. Με την κυρίως αίτηση του επιδιώκει την ακύρωση του εν λόγω διατάγματος προβάλλοντας τους λόγους που ανέφερα ανωτέρω. Δε διαπίστωσα ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλει να στερηθεί ο αιτητής του δικαιώματος ακρόασης του στην κυρίως αίτηση. Η εφαρμογή του επίδικου διατάγματος δεν εμποδίζεται, αφού ήδη έχει εγγραφεί σε αγγλικό Δικαστήριο στο Ηνωμένο Βασίλειο και θα εκτελεστεί. Απεναντίας ακούωντας τον αιτητή στην κυρίως αίτηση του θα διακριβωθούν τα γεγονότα της μη συμμόρφωσης. Ο αιτητής έχει δείξει καλό λόγο για τη μη άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εναντίον του. Ζητά να ακουστεί στην ακύρωση του διατάγματος για το οποίο κατηγορείται ότι δεν έχει συμμορφωθεί, ακριβώς για να δείξει τους λόγους της παρακοής. Προβάλλει για να υποστηρίξει την ακύρωση του διατάγματος, αλλαγή στα στοιχεία που λήφθηκαν υπόψη κατά την έκδοσή του. Συνεπώς, αφού αμφισβητεί ότι το επίδικο διάταγμα μπορεί να συνεχίσει να ισχύει, δεν είναι ορθό να εξακολουθεί να ισχύει, χωρίς να αποφασιστούν πρώτα τα θέματα που προβάλλει για την ακύρωση του. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και τη Νομολογία στην οποία αναφέρθηκα, κρίνω ότι είναι δίκαιο, ασκώντας τη διακριτική μου εξουσία, να ακούσω τον αιτητή στην κυρίως αίτηση του. Για τους λόγους αυτούς, η προδικαστική ένσταση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του αιτητή και εναντίον της καθ' ης η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Να καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας της κυρίως αίτησης. (Υπ.).............. Φ. Κωνσταντίνου, Προσ. Δ. ../Γ.Ι. (Subject:Family Court Jurisdiction/interim Judgment) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο