← Κύπρος

Ειρήνης Δρουσιώτη ν. Γεώργιου Οικονόμου, Αρ. Αίτησης: 13/06, 9.7.2009

Ειρήνης Δρουσιώτη ν. Γεώργιου Οικονόμου, Αρ. Αίτησης: 13/06, 9.7.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLEM:2009:25 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Δικαιοδοσία Πατρικής Αναγνώρισης ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Κωνσταντίνου, Προσ. Δ. Αρ. Αίτησης: 13/06 Μεταξύ: Ειρήνης Δρουσιώτη Αιτήτριας και Γεώργιου Οικονόμου Καθ' ου η αίτηση --------------------------------------- Ημερομηνία: 9.7.2009 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κ. Ντ. Μαστορούδης Για Καθ' ου η αίτηση: κ. Μουχταρούδης για κ. Χρ. Κληρίδη --------------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ --------------------------------------- Η αιτήτρια, με αίτηση που καταχώρησε στις 2.8.2006, ζητά από το Δικαστήριο απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ο καθ' ου η αίτηση ως ο βιολογικός πατέρας του ανήλικου υιού της Στέφανου. Στη συνέχεια, με ενδιάμεση αίτηση που καταχώρησε στις 29.1.2009, η οποία είναι το αντικείμενο της παρούσας εξέτασης, ζητά από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος για τη διεξαγωγή αιματολογικών ή γενετικών εξετάσεων για να διαπιστωθεί κατά πόσο ο καθ' ου η αίτηση είναι ο βιολογικός πατέρας του ανήλικου Στέφανου. Στην ένορκη δήλωση της η αιτήτρια, η οποία συνοδεύει την ενδιάμεση αίτηση, ανέφερε ότι είχε δεσμό και σεξουαλικές επαφές με τον καθ΄ ου η αίτηση από το Δεκέμβριο του 2004 μέχρι το τέλος Ιανουαρίου του

  1. Ακολούθως υπήρξε προσωρινή διακοπή του δεσμού τους. Κατέθεσε περαιτέρω πως τον Απρίλιο του 2005 άρχισαν να έχουν επαφές οι οποίες οδήγησαν στην επανένωση τους με αποτέλεσμα στις 17.5.2005 να έχουν συνάντηση και σεξουαλική επαφή. Κατέθεσε στη συνέχεια ότι μετά την αναφερθείσα σεξουαλική επαφή έμεινε έγκυος και γέννησε τον ανήλικο Στέφανο στις 28.1.
  2. Τον Ιούνιο του 2005 όταν αντιλήφθηκε την εγκυμοσύνη, ανακοίνωσε το γεγονός στον καθ΄ ου η αίτηση και του ζήτησε να αναγνωρίσει το παιδί, αλλά αυτός αρνιόταν αδικαιολόγητα και την προέτρεπε να προβεί σε έκτρωση. Ανέφερε στη συνέχεια πως κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης δεν είχε σεξουαλικές επαφές με άλλο άνδρα εκτός από τον καθ΄ ου η αίτηση. Καθώς και ότι ο καθ΄ ου η αίτηση έχει κατά αραιά χρονικά διαστήματα επικοινωνία με τον ανήλικο και τον επισκέπτεται στο σπίτι της ή τον μεταφέρει στο δικό του. Στους λόγους αυτούς στηρίζει τον ισχυρισμό της ότι ο καθ' ου η αίτηση είναι ο βιολογικός πατέρας του ανηλίκου. Η εξεταζόμενη αίτηση προσέκρουσε σε ένσταση του καθ' ου η αίτηση. Με αυτή προβάλλονται τρεις λόγοι για τη μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, οι οποίοι υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση. Αναφέρονται ως λόγοι της ένστασης ότι η αίτηση είναι ενοχλητική και/ή καταχρηστική, ότι αντίκειται στο δικαίωμα του καθ' ου η αίτηση στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή και ότι η αίτηση είναι υποτιμητική, προσβάλλει την αξιοπρέπεια του καθ' ου η αίτηση και το αιτητικό της θα τον οδηγήσει σε διαδικασίες του θα τον ταλαιπωρήσουν και ταυτόχρονα θα τον εκθέσουν. Ο καθ΄ ου η αίτηση στην ένορκη δήλωση του αμφισβήτησε ότι είχε σεξουαλικές επαφές με την αιτήτρια μετά τον Ιανουάριο του 2005, χρόνο κατά τον οποίο διακόπηκε οριστικά ο δεσμός τους. Αφού αμφισβήτησε τα όσα ανέφερε στην ένορκη δήλωση της η αιτήτρια, κατέθεσε ότι κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης δεν είχε σεξουαλικές επαφές με αυτή και συνεπώς δεν είναι ο βιολογικός πατέρας του ανηλίκου. Κατέθεσε περαιτέρω ότι τον ανήλικο τον είδε μόνο ορισμένες φορές όταν είχε φιλική συνάντηση με την αιτήτρια. Ανέφερε στη συνέχεια ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα παραβιάσει το δικαίωμα του στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, επεμβαίνοντας σ' αυτή. Είναι περαιτέρω η θέση του πως δε θα μπορούσε να προβεί στην αιτούμενη εξέταση απλά και μόνο γιατί το αιτείται η αιτήτρια μια γυναίκα η οποία είχε κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης σεξουαλικές επαφές με αριθμό ανδρών πέραν του ενός. Πέραν τούτου ισχυρίζεται ότι είναι υποτιμητικό και θίγει την αξιοπρέπεια του. Στη συνέχεια οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας, ο μεν δικηγόρος της αιτήτριας, την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ο μεν δικηγόρος του καθ΄ ου η αίτηση, τη μη έκδοση του. Μελέτησα με προσοχή τόσο την ενδιάμεση αίτηση όσο και την ένσταση καθώς και τα όσα υποστήριξαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι δικηγόροι των δύο πλευρών. Στον περί Τέκνων (Συγγένεια και Νομική Υπόσταση) Νόμο του 1991 (Ν 187/91), όπως τροποποιήθηκε, προστέθηκε το άρθρο 24Α. Στο εδάφιο

(1)αυτού καθορίζεται: ¨Σε οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, το Δικαστήριο δύναται, μετά από αίτηση από οποιοδήποτε από τα μέρη στη διαδικασία, να δώσει οδηγίες για τη διεξαγωγή αιματολογικών ή γενετικών εξετάσεων για να διαπιστωθεί κατά πόσο οποιοσδήποτε διάδικος είναι ή όχι βιολογικός πατέρας του τέκνου και για τη λήψη, εντός της προθεσμίας που θα ορίσει το Δικαστήριο, δείγματος αίματος ή άλλου γενετικού υλικού από το τέκνο, τη μητέρα του τέκνου, και οποιοδήποτε διάδικο ο οποίος, στην περίπτωση αίτησης για δικαστική αναγνώριση τέκνου φέρεται ως πατέρας του τέκνου και στην περίπτωση αίτησης για προσβολή της πατρότητας είναι ο τεκμαιρόμενος πατέρας του τέκνου ή από οποιονδήποτε από τα πρόσωπα αυτά.¨ Στα εδάφια
(4)και
(7)αυτού καθορίζεται: ¨
(4)Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου
(5)πιο κάτω, η λήψη δείγματος αίματος ή άλλου γενετικού υλικού από οποιοδήποτε πρόσωπο για σκοπούς υλοποίησης των οδηγιών του Δικαστηρίου για τη διενέργεια αιματολογικών ή γενετικών εξετάσεων δεν μπορεί να γίνει χωρίς τη συγκατάθεση του προσώπου αυτού.¨ ¨
(7)Όταν το Δικαστήριο δώσει οδηγίες με βάση το εδάφιο
(1)ανωτέρω και οποιοδήποτε πρόσωπο αρνηθεί ή παραλείψει να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια η οποία είναι αναγκαία για την υλοποίηση των οδηγιών αυτών, το Δικαστήριο δύναται να εξάγει οποιοδήποτε συμπέρασμα από την άρνηση ή παράλειψη αυτή το οποίο φαίνεται στο Δικαστήριο να είναι εύλογο υπό τις περιστάσεις: Νοείται ότι, σε περίπτωση που οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο κατονομάζεται σε οδηγίες που εκδόθηκαν με βάση το εδάφιο
(1)ανωτέρω παραλείπει να συναινέσει στη λήψη δείγματος αίματος ή άλλου γενετικού υλικού από το ίδιο και σε περίπτωση που οποιοδήποτε πρόσωπο αρνείται να συναινέσει στη λήψη δείγματος αίματος ή άλλου γενετικού υλικού από οποιοδήποτε ανήλικο του οποίου ασκεί τη γονική μέριμνα και το οποίο κατονομάζεται στις οδηγίες, το πρόσωπο αυτό θα θεωρείται ότι έχει αρνηθεί ή παραλείψει να προβεί σε ενέργεια αναγκαία για υλοποίηση των οδηγιών του Δικαστηρίου.¨ Πριν την τροποποίηση του Νόμου 187/91 με την προσθήκη του άρθρου 24Α, δεν υπήρχε νομοθετική πρόνοια που να ρυθμίζει το θέμα των αιματολογικών ή των γενετικών εξετάσεων σε διαδικασία προβολής πατρότητας τέκνου ή σε διαδικασία δικαστικής αναγνώρισης της πατρότητας εξώγαμου τέκνου. Κρίθηκε στη Νομολογία, με βάση το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε πριν την τροποποίηση του Νόμου, ότι η άρνηση προσώπου να υποβληθεί σε τέτοιες εξετάσεις δεν αποτελούσε στοιχείο εναντίον του, αφού απουσίαζε το νομικό υπόβαθρο. Στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Ξ. Ξενοφώντος v Κκέλη
(1997)Ι ΑΑΔ 1307, 1310 κρίθηκε ότι: ¨Κρίνουμε πως το συμπέρασμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου, ότι δηλαδή οι πιο πάνω ενστάσεις του εφεσείοντα στα αιτήματα της εφεσίβλητης έπρεπε να θεωρηθούν ως στοιχείο εναντίον του, ήταν εντελώς ανεπίτρεπτο. Ο εφεσείοντας ενέστη επιτυχώς στις αιτήσεις, οι οποίες στερούνται νομικού υπόβαθρου, και θα ήταν αντινομικό αυτή η ορθή του προσέγγιση να θεωρηθεί ως στοιχείο εναντίον του. Όπως υποδείξαμε ήδη στην Αγγλία και Ελλάδα το ζήτημα ρυθμίζεται νομοθετικά, όπου και γίνεται μάλιστα λεπτομερής πρόνοια για την ακολουθητέα διαδικασία. Τέτοια νομοθετική ρύθμιση δεν υπάρχει στη χώρα μας.¨ Ακολούθησαν οι αποφάσεις Π. Τριμιθιώτης v Αλ. Φιλοθέου κ.α.
(1998)Ι ΑΑΔ 226 και Κ. Κωσιάρη v Α. Νικολάου
(1998)Ι ΑΑΔ 234. Με την τροποποίηση του Νόμου 187/91 το αίτημα για αιματολογικές εξετάσεις έχει ως υπόβαθρο το άρθρο 24Α. Στο άρθρο αυτό στηρίζει την αίτηση της η αιτήτρια και ζητά από το Δικαστήριο να δώσει σχετικές οδηγίες. Ο ισχυρισμός που πρόβαλε ο δικηγόρος του καθ΄ ου η αίτηση στην ένσταση του ότι η αίτηση αντίκειται στο δικαίωμα του στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή είναι αβάσιμος και απορρίπτεται. Στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στη Mary Jane Supatan v Ν. Περιστιάνη
(2006)Ι ΑΑΔ 1417, 1422 η οποία αναφέρεται στο άρθρο 24Α του Νόμου λέχθηκαν τα πιο κάτω: ¨Έχουμε την άποψη ότι, από το περιεχόμενο του Νόμου 78
(1)/2006, προκύπτει ότι δεν επηρεάζονται κεκτημένα δικαιώματα, ώστε να τίθεται θέμα αναδρομικής ισχύος του. Τα όσα ο συνήγορος του εφεσίβλητου ανέφερε, προς υποστήριξη της εισήγησης περί αναδρομικότητας, δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση. Η εφαρμογή της σχετικής διάταξης δεν εξαναγκάζει το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται εκδοθέν διάταγμα, να συμμορφωθεί, ώστε να γίνεται λόγος για παραβίαση κεκτημένων δικαιωμάτων. Ό,τι με την εφαρμογή της διάταξης, επιτυγχάνεται, είναι να δώσει τη δυνατότητα σε διάδικο να παρουσιάσει στο δικαστήριο, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι και ο διάδικος προς τον οποίο απευθύνεται το διάταγμα συγκατατίθεται, επιστημονική μαρτυρία, η οποία θα βοηθήσει στη διάγνωση των δικαιωμάτων των διαδίκων. Εάν ο διάδικος δε συγκατατεθεί στη λήψη αίματος, το δικαστήριο το μόνο το οποίο μπορεί να πράξει, ανάλογα με τις περιστάσεις της υπόθεσης, είναι να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα. Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για επηρεασμό κεκτημένου δικαιώματος.¨ Οι ισχυρισμοί του καθ΄ου η αίτηση ότι η αίτηση είναι ενοχλητική και/ή καταχρηστική, υποτιμητική και προσβάλλει την αξιοπρέπεια του καθώς και ότι θα υποστεί ταλαιπωρία και θα εκτεθεί, προβάλλονται αόριστα, είναι αβάσιμοι και για το λόγο αυτό απορρίπτονται. Με βάση τα πιο πάνω, ασκώ τη διακριτική εξουσία που μου παρέχει το άρθρο 24Α του Νόμου και δίνω οδηγίες για τη διεξαγωγή αιματολογικών ή γενετικών εξετάσεων. Εναπόκειται στον ίδιο τον καθ΄ου η αίτηση κατά πόσο θα ακολουθήσει τις οδηγίες του Δικαστηρίου που σκοπό έχουν τη διακρίβωση της αλήθειας με επιστημονική μαρτυρία. Όπως κρίθηκε στη Supatan (ανωτέρω), αν ο καθ΄ου η αίτηση δε συγκατατεθεί στη λήψη αίματος, το Δικαστήριο το μόνο το οποίο μπορεί να πράξει, ανάλογα βέβαια με τις περιστάσεις της υπόθεσης, είναι να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα. Συνακόλουθα, δίδονται οδηγίες για τη διεξαγωγή αιματολογικών ή γενετικών εξετάσεων στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου για να διαπιστωθεί κατά πόσο ο καθ΄ου η αίτηση Γεώργιος Οικονόμου είναι ή όχι ο βιολογικός πατέρας του ανήλικου Στέφανου, τέκνου της αιτήτριας Ειρήνης Δρουσιώτη και για τη λήψη εντός ενός μηνός από σήμερα δείγματος αίματος ή άλλου γενετικού υλικού από τον ανήλικο Στέφανο την αιτήτρια και τον καθ΄ου η αίτηση. Δίδονται περαιτέρω οδηγίες στην αιτήτρια, ως το πρόσωπο που ασκεί τη γονική μέριμνα του ανήλικου Στέφανου, όπως προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για λήψη αίματος ή άλλου γενετικού υλικού από τον εν λόγω ανήλικο. Δίδονται οδηγίες στους διαδίκους όπως προβούν σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες προς υλοποίηση των πιο πάνω οδηγιών. Το πρόσωπο που θα έχει την ευθύνη για τη διενέργεια της αιματολογικής ή γενετικής εξέτασης, μετά την ολοκλήρωση αυτής να υποβάλει έκθεση στο Δικαστήριο, στην οποία θα αναφέρει: (α) τα αποτελέσματα της εξέτασης. (β) κατά πόσο ο καθ΄ου η αίτηση διαπιστώνεται να είναι ή να μην είναι ο πατέρας του ανήλικου Στέφανου και (γ) την αξία του αποτελέσματος της εξέτασης σε σχέση με το ζήτημα της διαπίστωσης κατά πόσο ο καθ΄ου η αίτηση είναι ή δεν είναι ο πατέρας του ανήλικου Στέφανου. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της κυρίως αίτησης. (Υπ.) ................ Φ. Κωσταντίνου, Προσ. Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής ./Ι.Χ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.