← Κύπρος

Αναφορικά με την S P K, Αρ. Αίτησης: 1/06, 9 Οκτωβρίου, 2009

Αναφορικά με την S P K, Αρ. Αίτησης: 1/06, 9 Οκτωβρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLAR:2009:15 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Δικαιοδοσία Υιοθεσίας Ενώπιον: Σ. Κ. Καρατσή, Π. Αρ. Αίτησης: 1/06 Επί τοις αφορώσι τον Περί Υιοθεσίας Νόμο του 1995 [Ν.19(Ι)/95] κ α ι Αναφορικά με την S P K, από τη Σριλάνκα Ανήλικο ------------------------- Ημερομηνία: 9 Οκτωβρίου, 2009. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές: κ. Θ. Θωμά. Για ν΄ ακούσει απόφαση κ. Α. Ζηντίλης Για Γενικό Εισαγγελέα: κα. Λ. Χριστοδουλίδου Για Γραφείο Ευημερίας: κα. Α. Κουσκουλή Α Π Ο Φ Α Σ Η Διάταγμα υιοθεσίας δεν εκδίδεται εκτός εάν «ο υιοθετούμενος κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης υιοθεσίας έχει τη διαμονή του στη Δημοκρατία» επιτάσσει το άρθρο 3

(3)(α) του περί Υιοθεσίας Νόμου του 1995 [Ν.19(Ι)/95, στη συνέχεια «ο Νόμος»]. Στο Νόμο δεν παρέχεται η ερμηνεία του όρου «διαμονή». Ωστόσο, στην υπόθεση Αjero
(2006)1 A.A.Δ. 1165 το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο ενέκρινε την απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου να μην εκδώσει διάταγμα υιοθεσίας ενήλικα αλλοδαπού, που βρισκόταν στην Κύπρο με άδεια προσωρινής παραμονής. Η αίτηση υιοθεσίας είχε υποβληθεί από τη φιλιππινέζα μητέρα του και τον κύπριο σύζυγο της. Ο υιοθετούμενος διέμενε μαζί τους στη διάρκεια της επίσκεψής του στην Κύπρο. Ο πατέρας του ήταν νεκρός. Το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο απέρριψε εισήγηση της συνηγόρου των εφεσειόντων ότι το άρθρο 11
(3)του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου του 1990 (Ν.23/90), όπως τροποποιήθηκε από τον περί Οικογενειακών Δικαστηρίων (Τροποποιητικό) Νόμο του 1998 (Ν23(Ι)/98), επηρέασε μ΄ οποιοδήποτε τρόπο την προϋπόθεση του άρθρου 3
(3)(α) του περί Υιοθεσίας Νόμου του 1995. Όπως το έθεσε: «Με κανένα τρόπο δε συνάγεται από το λεκτικό του νέου Άρθρου ότι σκοπός του νομοθέτη ήταν να καταργήσει τις όποιες άλλες προϋποθέσεις τίθενται από τον περί Υιοθεσίας Νόμο». Και πρόσθεσε: «Η ερμηνεία του όρου διαμονή, όπως δίδεται σε αγγλικά νομικά λεξικά και αποφάσεις, που παρατίθενται στη Sayegh (Αρ. 1)
(1990)1 Α.Α.Δ. 773, ..., συνάδει απόλυτα με την ερμηνεία που έδωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο.» Η ερμηνεία που έδωσε το πρωτόδικο δικαστήριο παρατίθεται στη σ. 2 της απόφασης: «Η λέξη «διαμονή» ... δε σημαίνει απλώς τη φυσική παρουσία του υιοθετούμενου στη Δημοκρατία στο χρόνο που αναφέρεται. Προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιου μονιμότερου δεσμού του υιοθετούμενου με τη Δημοκρατία. Τούτο προκύπτει από την επιφύλαξη του εδαφίου
(3)σύμφωνα με την οποία ο υιοθετούμενος θεωρείται ότι διαμένει στη Δημοκρατία εάν υιοθετήθηκε ή πρόκειται να υιοθετηθεί έπειτα από δικαστική διαδικασία του εξωτερικού από πρόσωπο ή πρόσωπα που πληρούν την αντίστοιχη για τους αιτητές προϋπόθεση του ίδιου εδαφίου. Εάν ο νομοθέτης με τον όρο «διαμονή» ήθελε ν΄ αποδώσει την απλή παρουσία του υιοθετούμενου στη Δημοκρατία τότε η επιφύλαξη του εδαφίου αυτού θα ήταν αχρείαστη. Η επιφύλαξη στοχεύει να καταστήσει εφικτή την υιοθεσία προσώπων που ζούν εκτός των ορίων της Δημοκρατίας νοουμένου ότι προηγείται υιοθεσία στη χώρα της καταγωγής τους. Τον ίδιο σκοπό εξυπηρετεί και η επιφύλαξη του εδαφίου
(2)του άρθρου 4 του Νόμου αναφορικά με τη συναίνεση για υιοθεσία. .. ο ενήλικας ο οποίος κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης υιοθεσίας, δηλαδή στις 17.9.04 βρισκόταν στην Κύπρο με προσωρινή άδεια παραμονής ως επισκέπτης δε είναι πρόσωπο που στο χρόνο εκείνο είχε τη διαμονή του στη Δημοκρατία.» Είναι η εισήγηση του ευπαίδευτου συνήγορου των Αιτητών πως η απόφαση στην υπόθεση Ajero δεν επηρεάζει την παρούσα αίτηση υιοθεσίας. Ας δούμε λοιπόν τα γεγονότα που τη συνθέτουν. Η αίτηση υποβλήθηκε από τη Μ Χ από τη Σριλάνκα και τον κύπριο σύζυγο της ΣΧ από τη Λάρνακα (Τεκμήριο 1 στην αίτηση). Επιθυμούν να υιοθετήσουν την SPK, τέκνο της PWL, αδελφής της Μ που γεννήθηκε στη διάρκεια του γάμου της με τον K J P P στη Σριλάνκα. Η υιοθετούμενη γεννήθηκε στη Σριλάνκα στις 22.10.89 (Τεκμήριο 2 στην αίτηση). Στις 13.10.89 έμεινε ορφανή από πατέρα (Τεκμήριο 4 στην αίτηση). «Η μητέρα της η οποία μέχρι τότε ήταν οικοκυρά αναγκάστηκε να εργαστεί για μερικά χρόνια στο Κουβέϊτ. Την περίοδο εκείνη η SPK διέμενε με τη γιαγιά από μητέρα" (Τεκμήριο 9 στη δίκη). Στις 16.08.05 απεβίωσε και η μητέρα της υιοθετούμενης (Τεκμήριο 3 στην αίτηση). Αφού λοιπόν η υιοθετούμενη έμεινε ορφανή και από τους δυο γονείς ήρθε στην Κύπρο στις 9.12.05 (Τεκμήριο 4 στη δίκη). Την παρέλαβαν οι Αιτητές και έκτοτε διαμένει μαζί τους. Η νομική κατάσταση της υιοθετούμενης από απόψεως διαμονής της στη Δημοκρατία δεν είναι με βάση το διαθέσιμο μαρτυρικό υλικό απόλυτα σαφής. Ούτε η ίδια (Μ.Ε.3) συμπλήρωσε τα κενά της έγγραφης μαρτυρίας. Είναι άγνωστο αν είχε άδεια παραμονής στη Δημοκρατία από 9.12.05 μέχρι 2.07.07, από 1.11.07 μέχρι 30.03.08 και από 1.10.08 μέχρι 2.12.08 [Τεκμήρια 5, 6, 7 και 8 στη δίκη]. Από 2.07.07 μέχρι 31.10.07 και από 31.10.08 μέχρι 30.09.08 βρισκόταν στη Δημοκρατία με άδεια προσωρινής παραμονής ως επισκέπτρια [Τεκμήρια 5 και 6 στη δίκη]. Τέλος από 3.12.08 μέχρι σήμερα βρίσκεται στη Δημοκρατία ως "εργοδοτούμενη των Αιτητών" [Τεκμήρια 2 και 3 στη δίκη]. Ύστερα από διάβημα του εκ των Αιτητών Σ Χ"Σ (Μ.Ε.1) της χορηγήθηκε άδεια εργασίας για την περίοδο από 3.12.08 μέχρι 2.12.09 [Τεκμήρια 2 και 3 στη δίκη]. Η σχετική άδεια φέρει την ένδειξη «Τελευταία μη ανανεώσιμη» (Final not renewable), [Τεκμήριο 2 στη δίκη]. Η αίτηση υιοθεσίας υποβλήθηκε στις 12.01.06. Τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον μου στις 17.10.08. Ήταν ορισμένη για ακρόαση. Η αναβολή της τη μέρα εκείνη και όσες επακολούθησαν αποσκοπούσαν στην παροχή χρόνου αποτίμησης από μέρους του συνηγόρου των Αιτητών της προοπτικής της αίτησης υπό το φως της Αjero. Μάταια όμως. Επειδή στο χρόνο υποβολής της αίτησης η υιοθετούμενη ήταν ανήλικη, κλήθηκα από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Αιτητών, ν΄ αποκλίνω από το λόγο της Ajero. Κλήθηκα ακόμη, ενόψει των προνοιών του άρθρου 11
(3)του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου του 1990 (Ν.23/90), όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 3 του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων (Τροποποιητικού) Νόμου του 1998 [Ν.26(Ι)/98], ν΄ αποδεκτώ την αίτηση εφόσο ο όρος «διαμονή» στο άρθρο αυτό «σημαίνει οποιαδήποτε συνεχή περίοδο πέραν των τριών μηνών». Πρέπει να πω, με εκτίμηση, πως ο λόγος της Ajero δεν έχει κατανοηθεί στη σωστή του διάσταση που δεν είναι άλλη από την καταλυτική σημασία της έλλειψης συνδρομής της προϋπόθεσης της διαμονής του υιοθετούμενου στην Δημοκρατία. Στο χρόνο βέβαια που ενδιαφέρει και που κατά το άρθρο 3
(3)(α) είναι ο χρόνος υποβολής της αίτησης υιοθεσίας. Να πω πρώτα πως το άρθρο 3
(3)(α) του Νόμου αναφέρεται σε υιοθετούμενο αδιακρίτως ηλικίας. Ωστόσο με ορόσημο την ηλικία των δεκαοκτώ χρόνων, ο Νόμος επιφέρει ρυθμίσεις ως προς τις λοιπές προϋποθέσεις υιοθεσίας. [Βλέπε άρθρα 4, 5, 6 και 7 του Νόμου]. Η προϋπόθεση της διαμονής στο άρθρο 3
(3)(α) δε συνδέεται με αυτές. Ο όρος υιοθετούμενος σ΄ αυτό αναφέρεται σε ανήλικο και ενήλικο, εφόσο ο όρος αυτός, κατά το άρθρο 2 του Νόμου, «περιλαμβάνει ανήλικο και κατ΄ εξαίρεση περιλαμβάνει πρόσωπο ηλικίας μεγαλύτερης των 18 χρόνων, όταν αυτό είναι τέκνο ενός των υιοθετούντων». Ανήλικος δεν είναι ό,τι εξ αντιδιαστολής συνάγεται από τον όρο υιοθετούμενος. Δεν είναι πρόσωπο ηλικίας κάτω των δεκαοκτώ χρόνων. Ανήλικος κατά το άρθρο 2 του Νόμου «σημαίνει πρόσωπο ηλικίας κάτω των δεκαοκτώ χρόνων για το οποίο άρχισε διαδικασία υιοθεσίας». Συνεπώς όπου απαντάται στο Νόμο ο όρος «υιοθετούμενος» ο όρος αυτός περιλαμβάνει: (α) πρόσωπο ηλικίας κάτω των δεκαοκτώ χρόνων για το οποίο άρχισε διαδικασία υιοθεσίας και (β) πρόσωπο ηλικίας μεγαλύτερης των δεκαοκτώ χρόνων, όταν αυτό είναι τέκνο ενός των υιοθετούντων. Πουθενά στο άρθρο 3
(3)(α) του Νόμου δε γίνεται χρήση των όρων «ανήλικος» ή «ενήλικος». Γίνεται χρήση του όρου υιοθετούμενος. Ας παρακολουθήσουμε όμως τη νομοτεχνική δομή του άρθρου 3
(3)(α) και ας δούμε τις προεκτάσεις της επιφύλαξης που ενσωματώνεται σ΄ αυτό. Μεταφέρω εδώ το κείμενο του άρθρου δίνοντας, για λόγους που αργότερα εξηγώ, έμφαση στο πρώτο μέρος αυτού: «Η αίτηση υιοθεσίας υποβάλλεται από πρόσωπο ή πρόσωπα, εφόσον - (α) Ένα από αυτά είναι μόνιμος κάτοικος της Δημοκρατίας ή κατά τα αμέσως πριν από την υποβολή της αιτήσεως δύο χρόνια είχε τη διαμονή του στη Δημοκρατία και εφόσον ο υιοθετούμενος κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης υιοθεσίας είχε τη διαμονή του στη Δημοκρατία: Νοείται ότι υιοθετούμενος, ο οποίος υιοθετήθηκε ή υιοθετείται από πρόσωπο ή πρόσωπα που αναφέρονται πιο πάνω, έπειτα από δικαστική διαδικασία του εξωτερικού θεωρείται για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου ότι διαμένει στη Δημοκρατία». Είναι ευεξήγητο πως το άρθρο αποτελείται από δυο ευδιάκριτα μέρη. Το μέρος που αρχίζει με τις λέξεις «Νοείται ότι», [στη συνέχεια «η επιφύλαξη», (proviso)] και ό,τι προηγείται αυτού [στη συνέχεια «το πρώτο μέρος» (first part or enacting part)]. Το πρώτο μέρος εισάγει μια προϋπόθεση για τους υιοθετούντες και μια για τον υιοθετούμενο. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι η αίτηση υιοθεσίας υποβάλλεται μόνο από τα πρόσωπα που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 3
(4)του Νόμου. Και που δεν μπορούν, βέβαια, να είναι πέραν των δυο. Απαραίτητα όμως θα πρέπει, κατά το πρώτο μέρος του άρθρου 3
(3)(α), ένα από αυτά να είναι μόνιμος κάτοικος της Δημοκρατίας ή κατά τα αμέσως πριν από την υποβολή της αίτησης δυο χρόνια να είχε τη διαμονή του στη Δημοκρατία. Για τον υιοθετούμενο η αντίστοιχη προϋπόθεση του πρώτου μέρους είναι να έχει τη διαμονή του στη Δημοκρατία κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης υιοθεσίας. Το πρώτο μέρος αποτελεί αυτοτελή κανόνα δικαίου. Οι ρυθμίσεις που εισάγει θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ανεξάρτητα από την επιφύλαξη. Το αντίθετο δεν ισχύει. Η επιφύλαξη, αφήνοντας ανέπαφο τον κανόνα του πρώτου μέρους ως προς τους υιοθετούντες, εισάγει ως προς τον υιοθετούμενο μια παρέκκλιση από την προϋπόθεση να έχει τη διαμονή του στη Δημοκρατία κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης υιοθεσίας. «. υιοθετούμενος, ο οποίος υιοθετήθηκε ή υιοθετείται ., έπειτα από δικαστική διαδικασία του εξωτερικού θεωρείται . ότι διαμένει στη Δημοκρατία». Με την επιφύλαξη εισάγεται πλάσμα δικαίου. Ο νομοθέτης ηθελημένα αλλοιώνει την προϋπόθεση που θέτει στο πρώτο μέρος ως προς τη διαμονή του υιοθετούμενου. Στην ουσία τον εξαιρεί από αυτή την προϋπόθεση αν υιοθετήθηκε ή υιοθετείται έπειτα από δικαστική διαδικασία του εξωτερικού. Είναι εδώ επίκαιρα όσα ο Lord Wright είπε στην υπόθεση Jennings v. Kelly
(1940)Α.C. 206 στη σ.229 σ΄ ότι αφορά τη φύση και το ρόλο μιας επιφύλαξης: «It is said that where there is a proviso, the former part, which is described as the enacting part, must be construed without reference to the proviso. No doubt there may be cases in which the first part is so clear and unambiguous as not to admit in regard to the matters which are there clear any reference to any other part of the section; the proviso may simply be an exception out of what is clearly defined in the first part, or it may be some qualification not inconsistent with what is expressed in the first part. The proper course is to apply the broad general rule of construction, which is that a section or enactment must be construed as a whole, each portion throwing light, if need be on the rest.». [Ως προς τη λειτουργία μιας επιφύλαξης βλ. Halsbury΄s Laws of England, Τόμος 36 σ. 399, Black΄s Law Dictionary, 6th edition σ.852 και West Derby Guardians v. Metropolitan Life Assurance Society
(1897)Α.C. 647 στις σσ 655-656]. Η επιφύλαξη του άρθρου 3
(3)(α) του Νόμου έχει και άλλες προεκτάσεις. Αποτελεί ανταπόκριση του κύπριου νομοθέτη στη ζήτηση διακίνησης παιδιών για σκοπούς υιοθεσίας. Υπενθυμίζω ότι ο όρος «υιοθεσία» καλύπτει δυο τύπους του ίδιου θεσμού. Την υιοθεσία που συντελείται στη χώρα όπου γεννήθηκε ο υιοθετούμενος και τη διακρατική υιοθεσία όπου παιδιά μεταφέρονται από μια χώρα για να ζήσουν στη χώρα των θετών τους γονέων. Υπενθυμίζω ακόμη ότι στο χρόνο έναρξης της ισχύος του περί Υιοθεσίας Νόμου του 1995 η Σύμβαση για την Προστασία των Παιδιών και για τη Συνεργασία αναφορικά με τη Διακρατική Υιοθεσία αποτελούσε ήδη αναπόσπαστο μέρος του δικαίου μας. Με υπέρτερη, κατά το άρθρο 169
(3)του Συντάγματος, ισχύ έναντι οποιουδήποτε ημεδαπού νόμου [Βλ. τον περί της Σύμβασης για την Προστασία των Παιδιών και για τη Συνεργασία αναφορικά με τη Διακρατική Υιοθεσία (Κυρωτικό) Νόμο του 1994, Ν.26(ΙΙΙ/94, στη συνέχεια «η Σύμβαση»]. Προσθέτω ενόψει του πρακτικού ενδιαφέροντος που ενέχει το ζήτημα τις υποχρεώσεις που ανέλαβε η χώρα μας υιοθετώντας τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού [Βλέπε τον περί της Συμβάσεως περί των Δικαιωμάτων του Παιδιού (Κυρωτικό) Νόμο του 1990, Ν.243/90όπως τροποποιήθηκε από τον περί της Σύμβασης περί των Δικαιωμάτων του Παιδιού (Κυρωτικό) (Τροποποιητικό) Νόμο του 2000 [Αρ.5(ΙΙΙ)/2000]. Μια τέτοια υποχρέωση είναι, κατά το άρθρο 11 αυτής, η λήψη μέτρων για αντιμετώπιση της παράνομης μετακίνησης και μη επανόδου παιδιών στο εξωτερικό. Είναι ακόμη, κατά το άρθρο 20 αυτής, η υποχρέωση της πολιτείας μας να παρέχει ειδική κρατική προστασία και βοήθεια σε κάθε παιδί που στερείται προσωρινά ή οριστικά το οικογενειακό του περιβάλλον. Είναι τέλος, κατά το άρθρο 21(α), η υποχρέωση της πολιτείας μας να μεριμνά, ώστε η υιοθεσία ενός παιδιού να μην επιτρέπεται παραμόνο από τις αρμόδιες αρχές που ελέγχουν καταπόσο «η υιοθεσία είναι δυνατή ενόψει της κατάστασης του παιδιού σε σχέση με τον πατέρα και τη μητέρα του, ., και εάν, εφόσον αυτό απαιτείται, τα ενδιαφερόμενα, πρόσωπα έδωσαν τη συναίνεση τους για την υιοθεσία». Η Ajero παρέχει την απάντηση και στο ζήτημα καταπόσο το άρθρο 11
(3)του Ν.23/90 όπως τροποποιήθηκε από το Ν.26(Ι)/98επηρεάζει μ΄ οποιοδήποτε τρόπο την ερμηνεία του άρθρου 3
(3)(α) του Νόμου. Στη σ. 1175 της Ajero αφού παρατίθεται το κείμενο του άρθρου 3
(3)(α) του Νόμου, αναφέρεται: «Οι προϋποθέσεις οι οποίες τίθενται με το πιο πάνω Άρθρο, δεν έχουν σχέση με τη δικαιοδοσία, ώστε το νέο Άρθρο 11
(3)του Ν.26(Ι)/98 να μπορεί να εφαρμοστεί. Με κανένα τρόπο δε συνάγεται από το λεκτικό του νέου Άρθρου ότι ο σκοπός του νομοθέτη ήταν να καταργήσει τις όποιες άλλες προϋποθέσεις τίθενται από τον περί Υιοθεσίας Νόμο. Η επεξήγηση του όρου «διαμονή» σ΄ αυτό - συνεχής περίοδος πέραν των τριών μηνών - αφορά, όπως το ίδιο το Άρθρο προβλέπει, αποκλειστικά σε θέματα δικαιοδοσίας». Άλλο η δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου κατά το άρθρο 11 του Ν.23/90, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.26(Ι)/98κι άλλο οι προϋποθέσεις υιοθεσίας κατά το άρθρο 3 του Νόμου. Ακόμη άλλο οι προϋποθέσεις υιοθεσίας και άλλο τα κριτήρια για την έκδοση διατάγματος υιοθεσίας κατά το άρθρο 5 του Νόμου. Η σύγχυση της δικαιοδοσίας με τις προϋποθέσεις δεν επέτρεψε στον ευπαίδευτο συνήγορο των Αιτητών ν΄ αντιληφθεί το λόγο της Ajero στη σωστή του διάσταση. Η σύγχυση των προϋποθέσεων με τα κριτήρια οδήγησε την κα Χριστοδουλίδου, αφού διατύπωσε τη θέση πως θα πρέπει ν΄ αντιμετωπίσω την υιοθετούμενη με τα σημερινά της δεδομένα, δηλαδή ως «πρόσωπο ηλικίας μεγαλύτερης των 18 χρόνων», να με καλέσει ν΄ απορρίψω την αίτηση, εφόσο αυτή δεν είναι «τέκνο ενός των υιοθετούντων». Εξήγησα ήδη γιατί δε συμμερίζομαι την πρώτη. Εξηγώ εδώ γιατί δε συμμερίζομαι τη δεύτερη. Οι προϋποθέσεις συνδέονται με (και αφορούν) το παραδεκτό της αίτησης υιοθεσίας ενώ τα κριτήρια συνδέονται με το βάσιμο αυτής. Η πρόθεση του νομοθέτη είναι σαφώς διατυπωμένη στα άρθρα 3 και 5 του Νόμου. Η αίτηση υιοθεσίας, υποβάλλεται εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις, ενώ το διάταγμα υιοθεσίας εκδίδεται μόνο αν ικανοποιούνται τα κριτήρια. Οι προϋποθέσεις ελέγχονται στο χρόνο υποβολής της αίτησης και τα κριτήρια στο χρόνο έκδοσης του διατάγματος υιοθεσίας. Όσα, άλλωστε, ανέφερα παραπάνω σε σχέση με το άρθρο 3
(3)(α) του Νόμου στηρίζουν τη θέση πως είναι χωρίς σημασία καταπόσο, στο χρόνο υποβολής της αίτησης, η υιοθετούμενη ήταν πρόσωπο ηλικίας μικρότερης ή μεγαλύτερης των 18 χρόνων. Το διαθέσιμο μαρτυρικό υλικό δε ρίχνει φως στη νομική κατάσταση της παραμονής της υιοθετούμενης στη Δημοκρατία στο χρόνο πριν την 2.07.
  1. Ούτε βεβαίως στο χρόνο υποβολής της αίτησης, δηλαδή την 12.01.
  2. Ωστόσο, εφόσο η έγγραφη μαρτυρία στηρίζει εύρημα ότι στις 2.07.07 της χορηγήθηκε άδεια προσωρινής παραμονής ως επισκέπτρια (visitor) [Τεκμήριο 5 στη δίκη], το εύρημα αυτό επιτρέπει την εξαγωγή συμπεράσματος ότι οποιαδήποτε άδεια της χορηγήθηκε (αν της χορηγήθηκε) προηγούμενα δε θα ήταν με ευνοϊκότερους όρους από ό,τι εκείνη της 2.07.
  3. Τούτο βεβαίως ως θέμα λογικής και κοινής αντίληψης που συνάγεται από το πρωτογενές εύρημα της παραμονής που της χορηγήθηκε στις 2.07.07 [βλ. Κυπριανού ν. Κυπριανού
(1994)1 Α.Α.Δ. 145]. Στην ευνοϊκότερη, συνεπώς, για τους Αιτητές περίπτωση η υιοθετούμενη στο χρόνο υποβολής της αίτησης βρισκόταν στην Κύπρο με προσωρινή άδεια παραμονής, όπως ο Kristoffer Castardo Ajero στην ομώνυμη απόφαση (ανωτέρω). Η αίτηση των Αιτητών δεν ικανοποιεί την προϋπόθεση που θέτει το πρώτο μέρος του άρθρου 3
(3)(α) του Νόμου για τον υιοθετούμενο. Ούτε βέβαια μπορούν να τύχουν του πλεονεκτήματος της επιφύλαξης, εφόσο η υιοθετούμενη δεν «υιοθετήθηκε ή υιοθετείται ..., έπειτα από δικαστική διαδικασία του εξωτερικού». Η αίτηση των Αιτητών δεν μπορεί να έχει, συνεπώς, διαφορετική έκβαση από εκείνη που είχε η αίτηση στην υπόθεση Ajero. O θεσμός της υιοθεσίας συνδέεται συχνά με την προώθηση ιδιωτικών συμφερόντων. Ιδίως όταν ο υιοθετούμενος δε βρίσκεται σε νεαρή ηλικία. Οι καταστρατηγήσεις του θεσμού ποικίλλουν ανάλογα με την περίπτωση. Η υπό εξέταση είναι μια. Ήταν αποκαλυπτική η τοποθέτηση του Σ Χ"Σ (Μ.Ε.1) στην κατάθεση του. Εξασφάλισε, είπε, άδεια παραμονής και εργασίας για την υιοθετούμενη «για να μην είναι παράνομη στην Κυπριακή Δημοκρατία». Βεβαίως δε θα εξασφάλιζε την άδεια παραμονής για την υιοθετούμενη, εάν στην αίτηση του δεν ανέφερε ως λόγο την δήθεν απόφαση του να την εργοδοτήσει ως οικιακή βοηθό (Τεκμήριο 3 στη δίκη). Η υιοθετούμενη (Μ.Ε.3) έδωσε το πραγματικό στίγμα της εδώ παρουσίας της. «Το πρωί είμαι σπίτι και το απόγευμα πηγαίνω και μαθαίνω ελληνικά και computer», κατέθεσε στην κύρια εξέταση. Στην αντεξέταση παραδέχθηκε πως δεν εργάζεται. Η θέση της, στη δίκη, ότι στην ηλικία των δεκαεννέα χρόνων θέλει γονείς μόνο ως υποκρισία θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί, που, βεβαίως, αναιρεί κάθε ηθική και κοινωνική δικαιολόγηση της υιοθεσίας. Υποκρισία θεωρώ και τη θέση του Στ Χ"Σ (Μ.Ε.1) που περιέγραφε την υιοθετούμενη ως μωρό και που δήλωσε πως επιθυμεί την υιοθεσία, ώστε να καταστεί η υιοθετούμενη το πέμπτο παιδί του σπιτιού του, συναριθμώντας τα τέσσερα παιδιά του από προηγούμενο γάμο. Όταν δε του τέθηκε η διαφωνία των παιδιών του για την υιοθεσία θυμήθηκε πως «αυτά είναι νόμου ηλικίας και δικαιούνται να έχουν την άποψη τη δική τους». Η έγνοια του για την υιοθετούμενη δεν είναι βεβαίως να την καταστήσει το πέμπτο του παιδί. Τον απασχολεί πρωτίστως η παραμονή της στην Κύπρο. «Χωρίς άδεια παραμονής πώς θα συνεχίσει στην Κύπρο» διερωτήθηκε. Θεωρώ απόλυτα ορθή την απόφαση της Επιτροπής Υιοθεσιών να μην συστήσει την έγκριση της υιοθεσίας (Τεκμήριο 9 στη δίκη). Αυτά όμως είναι ζητήματα που αφορούν το βάσιμο της αίτησης. Η εξέταση τους θα είχε έννοια μόνο στην περίπτωση που η αίτηση ικανοποιούσε την προϋπόθεση της κατά το άρθρο 3
(3)(α) του Νόμου, διαμονής της υιοθετούμενης στη Δημοκρατία. Η περαιτέρω ενασχόληση μου με αυτά δεν θα είχε, υπό τις περιστάσεις, παραμόνο ακαδημαϊκή σημασία. Η αίτηση απορρίπτεται. (Υπ.) ............ Σ. Κ. Καρατσής, Π. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΠΑΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.