← Κύπρος

Miriam Ulrich ν. Αλπάι Νιαζί Σιούκρου, Αρ. Αίτησης: 3/08, 30.6.2009

Miriam Ulrich ν. Αλπάι Νιαζί Σιούκρου, Αρ. Αίτησης: 3/08, 30.6.2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODPAF:2009:1 ΣΤΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΑΤΡΙΚΗΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ Ενώπιον: Κ. Χ"Αθανασίου-Σιαμτάνη, Δ. Αρ. Αίτησης: 3/08 Αναφορικά με τον περί Τέκνων (Συγγένεια και Νομική Υπόσταση) Νόμο 187/91 με τις τροποποιήσεις αυτού μέχρι σήμερα. Μεταξύ: Miriam Ulrich, από την Πάφο Αιτήτριας Και Αλπάι Νιαζί Σιούκρου, από την Πάφο Καθ' ού η αίτηση Ημερομηνία: 30.6.2009 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κ. Μιλτιάδους Για τον Καθ' ου η αίτηση: κ. Φωτίου (για να ακούσει την απόφαση η κ. Μενοίκου) Α Π Ο Φ Α Σ Η Το ερώτημα που καλείται να εξετάσει το παρόν Δικαστήριο, είναι κατά πόσο το Οικογενειακό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία εκδίκασης αιτήματος αναγνώρισης πατρότητας, όταν ένας από τους διάδικους ανήκει στην τουρκοκυπριακή κοινότητα. Με εναρκτήρια αίτηση στο Οικογενειακό Δικαστήριο, η αιτήτρια ζητά την έκδοση διατάγματος ότι ο ανήλικος Αλπάι- Άγγελος που γεννήθηκε στις 18/4/2008, είναι τέκνο του Καθ' ου η αίτηση Νιαζί -Σιούκρου, με τον οποίο κατά τους ισχυρισμούς της διατηρούσε ερωτικές σχέσεις . Η αίτηση συνάντησε την ένσταση του καθ' ου η αίτηση στην οποία αρνήθηκε ότι το παιδί είναι δικό του. Με την ένσταση του, ακόμα ήγειρε θέμα δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου να επιληφθεί της παρούσας διαφοράς «ένεκα της κοινότητας στην οποία ανήκει». Η αίτηση, που επακολούθησε από το δικηγόρο του, για να αποφασιστεί προδικαστικά το εν λόγω ζήτημα, βρήκε σύμφωνη την άλλη πλευρά. Αφού δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι ο καθ' ου η αίτηση ανήκει στην τουρκοκυπριακή κοινότητα και ότι οι διάδικοι έχουν τη διαμονή τους στην Πάφο, οι δικηγόροι των διαδίκων προχώρησαν σε γραπτές αγορεύσεις τις οποίες υιοθέτησαν χωρίς περαιτέρω σχόλια. Ο συνήγορος του καθ' ου η αίτηση στη δική του επιχειρηματολογία, υποστηρίζει ότι τα Οικογενειακά Δικαστήρια σύμφωνα με το άρθρο 111 του Συντάγματος δεν έχουν αρμοδιότητα να αποφασίζουν για θέματα ατόμων που ανήκουν στην τουρκοκυπριακή κοινότητα. Είναι η θέση του ότι στο νόμο 95/1989 με τον οποίο τροποποιήθηκε το άρθρο 111 του Συντάγματος, ο νομοθέτης έχει προβλέψει για τη δημιουργία χωριστών Οικογενειακών Δικαστηρίων για τα μέλη της Ελληνικής ορθόδοξης εκκλησίας και για τα μέλη που ανήκουν στις θρησκευτικές ομάδες όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 2 του Συντάγματος. Επίσης ότι για τα άτομα που ανήκουν στις θρησκευτικές ομάδες έχει γίνει ειδική πρόβλεψη στο νόμο για τις υπόλοιπες διαφορές εκτός της περίπτωσης του διαζυγίου για το οποίο έχει ψηφιστεί ξεχωριστός νόμος. Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι πουθενά δεν έχει γίνει πρόβλεψη αναφορικά με τους τουρκοκύπριους. Και ότι ο νόμος 120(Ι)/2003 που ψηφίστηκε αργότερα, ρυθμίζει μόνο τις περιπτώσεις ακύρωσης λύσης πολιτικού γάμου ανάμεσα σε μέλη που ανήκουν στην τουρκοκυπριακή κοινότητα. Ακόμα υπέβαλε ότι τα Οικογενειακά Δικαστήρια που εγκαθιδρύθηκαν με τον νόμο 23/1990 και τα οποία ασκούν τη δικαιοδοσία που τους ανατίθεται δυνάμει του άρθρου 111 του Συντάγματος και οποιουδήποτε άλλου νόμου, ρυθμίζουν μόνο διαφορές ατόμων που ανήκουν στην ελληνική ορθόδοξη εκκλησία. Και ότι δεν καλύπτουν μεικτές περιπτώσεις όπως η παρούσα όπου ο ένας διάδικος είναι τουρκοκύπριος. Υποστήριξε γι' αυτό ότι αφού οι τουρκοκύπριοι δεν υπάγονται στις θρησκευτικές ομάδες σύμφωνα με το άρθρο 2 του Συντάγματος, δεν μπορεί να αναλάβει αρμοδιότητα το Οικογενειακό Δικαστήριο. Παρέπεμψε προς υποστήριξη των θέσεων του, στην αίτηση Re Η. Ηλία

(1994)1 Α.Α.Δ. 595, στην οποία αποφασίστηκε ότι το Οικογενειακό Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει υπόθεση διατροφής όπου ο ένας από τους διαδίκους δεν ανήκε στην Ελληνορθόδοξη εκκλησία, αλλά ανήκε στην θρησκευτική ομάδα των Μαρωνιτών. Επίσης στην αίτηση Re Η. Ηλία
(1995)1 Α.Α.Δ.938, που αφορούσε αίτηση διατροφής εξώγαμου τέκνου, όπου αποφασίστηκε ότι αρμοδιότητα για επίλυση της διαφοράς είχε το Επαρχιακό Δικαστήριο . Ο κύριος Μιλτιάδους στον αντίποδα υποστήριξε ότι η δικαιοδοσία των Οικογενειακών Δικαστηρίων έχει διευρυνθεί με τον τροποποιητικό νόμο 26(Ι)/1998, ώστε όλα τα θέματα που αφορούν οικογενειακές σχέσεις να εκδικάζονται σήμερα από το Οικογενειακά Δικαστήρια. Επίσης ότι η πρόθεση του νομοθέτη να επεκτείνει τη δικαιοδοσία των Οικογενειακών Δικαστηρίων συνάγεται από την αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου. Παρέπεμψε προς υποστήριξη της θέσης του σε νομολογία και στο σχετικό νομοσχέδιο. Η θέση του κύριου Μιλτιάδους με βρίσκει σύμφωνη . Ο ιδρυτικός νόμος των Οικογενειακών Δικαστηρίων είναι ο περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμος του 1990 ( Ν 23/90). Το άρθρο που αφορά τη δικαιοδοσία των Οικογενειακών Δικαστηρίων είναι το
  1. Το άρθρο 11 πριν την τροποποίηση του από τον περί Οικογενειακών Δικαστηρίων (Τροποποιητικό) Νόμο του 1998 26(Ι)/98 είχε ως ακολούθως: «
  2. Τα Οικογενειακά Δικαστήρια θα ασκούν τη δικαιοδοσία που τους ανατίθενται δυνάμει του άρθρου 111 του Συντάγματος, του παρόντος νόμου και οποιουδήποτε άλλου νόμου.» Με τη δημοσίευση του Νόμου 26(Ι)/98 επήλθε τροποποίηση του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου 23/1990, που ψηφίστηκε κατ' ακολουθία των προνοιών του Συντάγματος. Το άρθρο 11 του βασικού νόμου ως τροποποιήθηκε από το άρθρο 3 του Τροποποιητικού Νόμου ρύθμισε λεπτομερειακά τη δικαιοδοσία των Οικογενειακών. Παραθέτω το αναθεωρημένο άρθρο: «11
(1)Τα Οικογενειακά Δικαστήρια έχουν τη δικαιοδοσία και ασκούν τις εξουσίες που τους ανατίθενται δυνάμει του Άρθρου 111 του Συντάγματος, του παρόντος νόμου και οποιουδήποτε άλλου νόμου.
(2)Χωρίς να επηρεάζεται η γενικότητα του εδαφίου
(1), τα Οικογενειακά Δικαστήρια έχουν ειδικότερα την εξουσία να επιλαμβάνονται υποθέσεων που αφορούν (α) Λύση θρησκευτικού γάμου, ο οποίος τελέσθηκε κατά τα θέσμια της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. (β) Λύση θρησκευτικού γάμου οποιουδήποτε άλλου δόγματος εφόσον η λύση τέτοιου γάμου δεν εμπίπτει στη δικαιοδοσία των Οικογενειακών Δικαστηρίων των θρησκευτικών ομάδων. (γ) Λύση πολιτικού γάμου. (δ) Θέματα οικογενειακών σχέσεων σε δικαστική διαδικασία που εγείρεται σύμφωνα με τις διατάξεις διμερών η πολυμερών συμβάσεων στις οποίες έχει προσχωρήσει η Κυπριακή Δημοκρατία. (ε) Θέματα γονικής μέριμνας, διατροφής, αναγνώρισης τέκνου, υιοθεσίας, περιουσιακών σχέσεων των συζύγων και οποιαδήποτε άλλη γαμική ή οικογενειακή διαφορά, εφόσον οι διάδικοι ή ένας από αυτούς έχουν τη διαμονή τους στη Δημοκρατία. 3) Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού διαμονή σημαίνει οποιαδήποτε συνεχή περίοδο πέραν των τριών μηνών.» Είναι πρόδηλο ότι ο νόμος 26(Ι)/1998, σκοπό είχε τη διεύρυνση της μέχρι πρότινος δικαιοδοσίας των Οικογενειακών Δικαστηρίων, σε βαθμό που αυτά να έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία για όλα τα θέματα οικογενειακών σχέσεων, εκτός των περιπτώσεων της λύσης γάμου μεταξύ των μελών θρησκευτικών ομάδων για τα οποία ψηφίστηκε ο περί Οικογενειακών Δικαστηρίων (Θρησκευτικές Ομάδες) Νόμος του 1994 (Ν. 87(Ι)/94). Στις οικογενειακές σχέσεις ως έχει ερμηνευθεί στην απόφαση Δαδακαρίδης v. Δαδακαρίδου
(1990)1 Α.Α.Δ. 566, στη 573 εμπεριέχονται. «... όλα τα ζητήματα που εμπίπτουν στον κλάδο του δικαίου γνωστού ως Οικογενειακό Δίκαιο, τμήμα του Αστικού Δικαίου στην Ελλάδα, που επιλαμβάνεται όλων των ζητημάτων που αφορούν στον προσωπικό θεσμό, όπως μνηστεία, γάμος, διαζύγιο, διατροφή, επιμέλεια του προσώπου και περιουσίας ανηλίκων κ.λ.π. .............................. η φράση οικογενειακές σχέσεις που απαντάται στο τροποποιημένο άρθρο 111 του Συντάγματος, περιλαμβάνει τις οικογενειακές αστικές διαφορές που εμπίπτουν στον κλάδο του Οικογενειακού Δικαίου. Η δε επίλυση τους εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία των Οικογενειακών Δικαστηρίων. Όλοι επομένως οι νόμοι που αφορούν στα ζητήματα αυτά, στη διαδικασία και δικαιοδοσία των δικαστηρίων πρέπει να ερμηνεύονται και εφαρμόζονται βάσει των προνοιών του Άρθρου 111 του Συντάγματος.» Είναι προφανές ότι με τον παραπάνω τροποποιητικό νόμο για όλα τα θέματα όπως γονική μέριμνα διατροφή αναγνώριση τέκνου, υιοθεσία και περιουσιακές σχέσεις των συζύγων, δικαιοδοσία πλέον έχουν τα Οικογενειακά Δικαστήρια. Στα Οικογενειακά Δικαστήρια προσφεύγουν όλα τα άτομα - διάδικοι για όλες τις οικογενειακές διαφορές αρκεί να υπάρχει η προϋπόθεση της διαμονής ενός εκ των διαδίκων στην επαρχία στην οποία εγκαθιδρύθηκε το Οικογενειακό Δικαστήριο. Στην υπόθεση Holubova v. Soner Mehmet Ali
(2003)1 Α.Α.Δ.643, εξετάστηκε θέμα δικαιοδοσίας των Οικογενειακών Δικαστηρίων για λύση πολιτικού γάμου μεταξύ τουρκοκύπριου και Τσεχοσλοβάκας, χριστιανής το θρήσκευμα, καθολικής στο δόγμα. Οι διάδικοι είχαν τελέσει πολιτικό γάμο στην Τσεχοσλοβακία. Μετά το γάμο τους εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Κύπρο . Ο τόπος διαμονής τους ήταν η Λεμεσός. Η αιτήτρια αποτάθηκε στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού για λύση του γάμου τους. Το Οικογενειακό Δικαστήριο με διιστάμενη απόφαση του αποφάσισε ότι στερείτο δικαιοδοσίας να επιληφθεί της αίτησης διαζυγίου. Το Εφετείο ακυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση παρέπεμψε την υπόθεση στο Οικογενειακό Δικαστήριο για να επιληφθεί της ουσίας της αίτησης. Αφού έγινε ιστορική αναδρομή στο Σύνταγμα και τους νόμους που εφαρμόζονταν πριν τον τροποποιητικό Νόμο 26(Ι)/98, στη δικαιοδοσία αρχικά του Ανωτάτου Δικαστηρίου για εκδίκαση γαμικών διαφορών και στη συνέχεια τη με βάση των περί Δικαστηρίων Νόμων 14/1960 μεταβίβαση αυτής της δικαιοδοσίας στον Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου για την εκδίκαση όλων των γαμικών διαφορών, εξαιρουμένης γαμικής διαφοράς εκδικαστέας δυνάμει του άρθρου 111 του Συντάγματος, αποφασίστηκε ότι με το άρθρο 11
(2)(γ) του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου 26(Ι)/1998, τα Οικογενειακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να επιληφθούν διαφοράς που αφορά λύση πολιτικού γάμου συζύγων, είτε αυτοί είναι Κύπριοι ή όχι, νοουμένου ότι αυτοί ή ένας εξ αυτών έχουν τη διαμονή τους στην Κύπρο για συνεχή περίοδο τριών μηνών. Λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 649: «Είναι προφανής η πρόθεση του νομοθέτου να επεκτείνει τη δικαιοδοσία των Οικογενειακών Δικαστηρίων. Αποτελεί γεγονός πως με τη θέσπιση του νέου άρθρου 11 ο νομοθέτης καθόρισε πλαίσιο δικαιοδοσίας των Οικογενειακών Δικαστηρίων, μεταφέροντας σ' αυτά δικαιοδοσία που προηγούμενα είχαν τα Επαρχιακά Δικαστήρια. Ο νόμος 26(Ι)/98 τέθηκε σε ισχύ στις 16/4/
  1. Την ίδια μέρα τέθηκε σε ισχύ και ο περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων (Τροποποιητικός) Νόμος 25(Ι)98 που μετέφερε τη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου για τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων στα Οικογενειακά Δικαστήρια. Κατά συνέπεια η δικαιοδοσία του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου, που προηγούμενα ανατίθετο στο Ανώτατο Δικαστήριο, για τη λύση γάμου μεταφέρθηκε στα Οικογενειακά Δικαστήρια. Η μεταφορά αυτής της δικαιοδοσίας διαζυγίου του Προέδρου του Δικαστηρίου στα Οικογενειακά Δικαστήρια υποστηρίζεται από τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 5 του νόμου 26(Ι)/
  2. Τα Οικογενειακά Δικαστήρια με βάση το άρθρο 11
(2)(α) έχουν δικαιοδοσία για «λύση θρησκευτικού γάμου, ο οποίος τελέστηκε κατά τα θέσμια της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας». Το κριτήριο είναι αν ο γάμος τελέσθηκε κατά τα θέσμια της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Με βάση δε το άρθρο 11
(2)(β) έχουν δικαιοδοσία για «λύση θρησκευτικού γάμου οποιουδήποτε άλλου δόγματος εφόσον η λύση τέτοιου γάμου δεν εμπίπτει στη δικαιοδοσία των οικογενειακών δικαστηρίων των θρησκευτικών ομάδων». Με βάση δε το άρθρο 11
(2)(γ) έχουν δικαιοδοσία στη «λύση πολιτικού γάμου». Με βάση τη νομολογία οι δύο τελευταίες περιπτώσεις εντάσσοντο στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου μετά την ανεξαρτησία. (Βλέπε, μεταξύ άλλων: Darmanin v. Darmanin
(1962)C.L.R. 264, Bastadjian v. Bastadjian
(1962)C.L.R. 308, De Stefano v. De Stefano
(1982)1 C.L.R. 367, Dokidhon v. Dokidhon
(1970)1 C.L.R. 124 και Hallak v. Hallak
(1979)1 C.L.R. 6). Η δικαιοδοσία δε αυτή, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, έχει ήδη μεταβιβασθεί στα Οικογενειακά Δικαστήρια, με βάση το Νόμο 26
(1)/98. Με το άρθρο 11
(2)(γ) του Νόμου 26
(1)/98 τα Οικογενειακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να επιληφθούν διαφοράς που αφορά λύση πολιτικού γάμου συζύγων είτε αυτοί είναι Κύπριοι πολίτες ή όχι, νοουμένου ότι αυτοί ή ένας εξ' αυτών έχουν τη διαμονή τους στην Κύπρο για συνεχή περίοδο πέραν των τριών μηνών. Ο γάμος των διαδίκων τελέστηκε την 1.11.86 σύμφωνα με το δίκαιο του τόπου τέλεσης του (lex loci celebrationis) δηλαδή το δίκαιο της Τσεχοσλοβακικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας. Δεν έχει τελεσθεί σύμφωνα με το Κεφ. 339 (Turkish Family (Marriage and Divorce) Law). Δεν εμπίπτει δε στις εξαιρέσεις του άρθρου 34(α)
(1)(ββ) ή σε οποιαδήποτε άλλη εξαίρεση. Εφόσον η γαμική αυτή διαφορά δεν εντάσσεται σ' αυτές τις εξαιρέσεις τότε δικαιοδοσία έχουν τα Οικογενειακά Δικαστήρια στα οποία μεταβιβάσθηκε με το Νόμο 26
(1)/98 η δικαιοδοσία από το Επαρχιακό Δικαστήριο, δικαιοδοσία που πριν το 1983 είχε το Ανώτατο Δικαστήριο, όπως πιο πάνω ήδη αναφέραμε.» Βέβαια στην προκείμενη περίπτωση δεν υπάρχει καν γάμος μεταξύ των διαδίκων, που ενδεχομένως να προβλημάτιζε το Δικαστήριο ποιο θα ήταν το αρμόδιο Δικαστήριο να εκδικάσει τη διαφορά. Ας σημειωθεί ότι κατά το 2003 ψηφίστηκε και ο περί Εφαρμογής του περί Γάμου Νόμου σε μέλη της Τουρκικής Κοινότητας, (Προσωρινές διατάξεις ) Νόμος του 2003 (Ν.120/03). Στο νόμο αυτό προβλέπεται ότι ενόσω διαρκεί η έκρυθμη κατάσταση συνεπεία της Τουρκικής εισβολής όλες οι διατάξεις του περί Γάμου Νόμου του 2003 σε όλα τα θέματα και ζητήματα , για τα οποία υπάρχει πρόβλεψη σ' αυτόν, εφαρμόζονται και σε σχέση με γάμο, όπου το ένα ή και τα δύο μέρη ανήκουν στην τουρκική κοινότητα . Σύμφωνα δε με το άρθρο 3 νόμου «Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου που έχει δικαιοδοσία δυνάμει των άρθρων 21(Ι) Α, 22
(2), 29
(3)και 29
(4)των περί Δικαστηρίων Νόμων να ακούει και να αποφασίζει για γαμικές διαφορές που αφορούν γάμους που τελέστηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Γάμου Νόμου Κεφ. 279, ακούει και αποφασίζει σύμφωνα με τις διατάξεις των πιο πάνω άρθρων, νοουμένου ότι ικανοποιείται η δια του άρθρου 29
(4)τεθείσα προϋπόθεση διαμονής των διαδίκων στην Κύπρο και για γαμικές διαφορές σε σχέση με οποιοδήποτε γάμο στον οποίο τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του παρόντος νόμου , δυνάμει του άρθρου 3 του παρόντος νόμου». Το άρθρο 21
(1)Α των περί Δικαστηρίων Νόμων 14/1960 ορίζει ως γαμική διαφορά: «... και οποιαδήποτε διαφορά αφορώσαν εις διατροφήν συζύγων ή ανήλικων τέκνων ή την επιμέλεια ανηλίκων» Η παρούσα υπόθεση είναι πιο απλή. Δεν υπάρχει όπως προανέφερα ούτε γάμος μεταξύ των διαδίκων. Μοναδική προϋπόθεση ανάληψης αρμοδιότητας από το Οικογενειακό Δικαστήριο είναι σύμφωνα με το άρθρο 11
(2)(ε) του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου 23/1990 ως αυτός έχει τροποποιηθεί, (αφού η αναγνώριση τέκνου εμπίπτει στη παράγραφο αυτή), η διαμονή τριών μηνών έστω και ενός από τους διάδικους στη Δημοκρατία, προϋπόθεση που πληρείται στην περίπτωση των διαδίκων, αφού είναι παραδεκτό ότι και οι δύο διάδικοι διαμένουν στην Κύπρο. Το θέμα της διεύρυνσης της δικαιοδοσίας των Οικογενειακών Δικαστηρίων από τον παραπάνω τροποποιητικό νόμο εξετάστηκε επίσης και στις ακόλουθες υποθέσεις: Στην υπόθεση Ajero
(2006)1 (B) Α.Α.Δ. 1165, η έφεση η οποία καταχωρήθηκε ως προς την κατάληξη του Δικαστηρίου, ότι στη βάση του άρθρου 2 του περί Υιοθεσίας Νόμου, δεν είχε δικαιοδοσία το Οικογενειακό Δικαστήριο να εξετάσει ζήτημα υιοθεσίας, εφόσον η αιτήτρια δεν κατέστη μέλος της ελληνικής κοινότητας, είχε επιτυχή κατάληξη. Το Εφετείο, αφού έκρινε ότι ο μεταγενέστερος νόμος 26(Ι)/1998 κατήργησε σιωπηρά το άρθρο 2 του περί Υιοθεσίας Νόμου, το οποίο ανέθετε αρμοδιότητα εκδίκασης υποθέσεων υιοθεσίας και στο Επαρχιακό Δικαστήριο, κατέληξε ότι εφόσον το θέμα της υιοθεσίας ενέπιπτε στις οικογενειακές σχέσεις, αρμόδιο Δικαστήριο πλέον είναι το Οικογενειακό Δικαστήριο. Είπε επί του προκειμένου στη σελ. 1174: «Είναι πρόδηλο ότι με το Νόμο 26(Ι(/98, ο νομοθέτης επιδιώκει να επεκτείνει τη δικαιοδοσία των Οικογενειακών Δικαστηρίων, έτσι ώστε αυτά να εκδικάζουν όλα τα θέματα οικογενειακών σχέσεων. Η πρόθεση αυτή του νομοθέτη συνάγεται από την αιτιολογική έκθεση , όπου αναφέρεται ότι «Σκοπός του νομοσχεδίου είναι η διεύρυνση και ειδικότερη διατύπωση της δικαιοδοσίας των Οικογενειακών Δικαστηρίων, ώστε να έχουν δικαιοδοσία να εκδικάζουν όλα τα θέματα οικογενειακών σχέσεων εκτός στις περιπτώσεις λύσης γάμου μελών θρησκευτικών ομάδων...» Η υιοθεσία εμπίπτει στις «οικογενειακές σχέσεις». Δεν συμφωνούμε με την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου - ότι η συμπερίληψη της υιοθεσίας στα θέματα για τα οποία δικαιοδοσία έχει το Οικογενειακό Δικαστήριο έγινε για να συμπεριληφθεί αυτή στον ιδρυτικό νόμο των Οικογενειακών Δικαστηρίων. Είναι φανερό, από το νέο άρθρο 11
(3)του Νόμου 26(Ι)/98, ότι το μόνο κριτήριο το οποίο ο νομοθέτης θέτει για τη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου είναι η διαμονή στην Κύπρο για περίοδο πέραν των τριών μηνών.» Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου. Ανάλογη ήταν η προσέγγιση που υιοθέτησε το Εφετείο στην υπόθεση Μαρία Τουμαϊάν Χριστοδουλίδου v Haroutioun Toumaian Νομικό ερώτημα 358 ημ. 3/9/2007 . Σ' εκείνη την περίπτωση απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο το νομικό ερώτημα, κατά πόσο το άρθρο 11
(2)(ε) του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου του 1990, (Ν 23/90), στην περίπτωση διατροφής παιδιών που γεννήθηκαν από μέρη που τέλεσαν γάμο στην αρμενική εκκλησία και ένα από αυτά ανήκει στην θρησκευτική ομάδα των Αρμενίων, αντίκειται προς το άρθρο 111
(3)του Συντάγματος και ως εκ τούτου είναι αντισυνταγματικό. Υποβλήθηκε ότι δικαιοδοσία για την επίλυση αυτών των διαφορών έχουν τα Δικαστήρια των Θρησκευτικών ομάδων και όχι τα Οικογενειακά Δικαστήρια. Αφού προηγήθηκε ανάλυση του Συντάγματος και της νομοθεσίας που επακολούθησε σε σχέση με τις αρμοδιότητες των Δικαστηρίων των Θρησκευτικών ομάδων, αποφασίστηκε ότι από τη ψήφιση του νόμου 26(Ι)/1998, δικαιοδοσία για επίλυση όλων των υπολοίπων θεμάτων που ανάγονται στις οικογενειακές σχέσεις έχουν το Οικογενειακά Δικαστήρια. Στη σελίδα 1033, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Στα Οικογενειακά Δικαστήρια, που δημιουργήθηκαν με το Ν. 23/90, όπως υποδείξαμε πιο πάνω, δόθηκε και δικαιοδοσία σε θέματα γονικής μέριμνας, διατροφής, αναγνώρισης τέκνου, υιοθεσίας, περιουσιακών σχέσεων κ.λ.π. Σ' αυτή τη δικαιοδοσία εμπίπτουν και εκδικάζονται οι υποθέσεις όλων των ενδιαφερομένων ατόμων, περιλαμβανομένων και αυτών που ανήκουν σε Θρησκευτική Ομάδα. Πρόβλεψε δηλαδή ο νομοθέτης, σύμφωνα με το επίμαχο άρθρο του Συντάγματος, Οικογενειακό Δικαστήριο με καθ' ύλην δικαιοδοσία να εκδικάζει τις υποθέσεις αυτών που ανήκουν στις Θρησκευτικές Ομάδες και που αφορούν σε όλα τα θέματα που απαριθμούνται στο Νόμο, ενώ προνόησε για ειδικό δικαστήριο με ειδική σύνθεση για τη λύση του γάμου, όπως ρητά προβλέπει το Σύνταγμα. Θέμα που ανάγεται αποκλειστικά στον προσωπικό θεσμό που έχει άμεση σχέση με τον τρόπο ιερολόγησης του γάμου. Θα μπορούσε βέβαια ο νομοθέτης να επεκτείνει τη δικαιοδοσία των Δικαστηρίων των Θρησκευτικών Ομάδων και στην πιο πάνω ύλη, δεν είχε όμως τέτοια συνταγματική υποχρέωση. Αυτή ήταν πάντοτε η πρόθεση του νομοθέτη, όπως εκδηλώνεται στα επίμαχα νομοθετήματα, η οποία συνάδει με τις συνταγματικές διατάξεις. Να υποδείξουμε επί του προκειμένου πως έφεση από απόφαση του Δικαστηρίου Θρησκευτικών Ομάδων εκδικάζεται από το ίδιο Οικογενειακό Εφετείο που επιλαμβάνεται και των εφέσεων από τα Οικογενειακά Δικαστήρια. (Δες: αντίστοιχα άρθρα 21 και 25 των Νόμων 23/90 και 87(Ι)/94).» Σημαντική όμως θεωρώ τη σημείωση του Εφετείου που ακολουθεί το παραπάνω απόσπασμα και έχει ως ακολούθως: «η ερμηνευτική μας προσέγγιση συνάδει και με τη σύγχρονη αντίληψη περί απονομής της δικαιοσύνης, η λειτουργία της οποίας βασίζεται στις αρχές της ισονομίας και ισοπολιτείας και όχι στη δημιουργία ειδικών ξεχωριστών δικαστηρίων στη βάση της φυλής ή θρησκεύματος.» Η παραπάνω σημείωση απαντά και στο επίδικο ζήτημα. Το Οικογενειακό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί υπόθεσης στην οποία το ένα διάδικο μέρος είναι τουρκοκύπριος εφόσον ένας εκ των δύο διαδίκων πληρεί την προϋπόθεση της διαμονής (άρθρο 11
(2),(ε), 11
(3)του νόμου 23/1990 ως έχει τροποποιηθεί). Και στην προκείμενη περίπτωση συμβαίνει αυτό. Είναι δε παραδεκτό πως και οι δύο διάδικοι έχουν τη διαμονή τους στην Κύπρο, και συγκεκριμένα στην Πάφο όπου και αποτάθηκε η αιτήτρια ζητώντας την αναγνώριση του τέκνου της. Το θρήσκευμα του καθ' ου η αίτηση και η κοινότητα στην οποία ανήκει, δεν πρέπει να οδηγήσει στην άρνηση ανάληψης δικαιοδοσίας από το Οικογενειακό Δικαστήριο. Οι αποφάσεις στις οποίες παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι και αφορούσαν διατροφή τέκνου εκτός γάμου και διατροφή στην περίπτωση που ο ένας από τους διάδικους δεν ήταν ορθόδοξος αλλά Μαρωνίτης, αφορούσαν σε χρόνο πριν τη σχετική τροποποίηση του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου. Έκτοτε η νομολογία έχει ξεκαθαρίσει ότι για όλα τα θέματα που ανάγονται στις οικογενειακές σχέσεις, αρμοδιότητα έχουν τα Οικογενειακά Δικαστήρια. ( βλ. Μαρία Τουμαϊάν Χριστοδουλίδου v. Haroutioun Toumaian, ανωτέρω, Δάμτσα v. Δάμτσα
(2006)1 Α.Α.Δ.1389.) Υπό το πρίσμα των ανωτέρω καταλήγω ότι το Οικογενειακό Δικαστήριο Πάφου έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της επίδικης διαφοράς. Τα έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας και εναντίον του καθ' ου η αίτηση και να καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Κ. Χ"Aθανασίου-Σιαμτάνη, Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.