Μάριου Γεωργίου Πιέρου ν. Δέσποινας Ηλία, Αρ. Αίτησης: 10/06, 12 Φεβρουαρίου, 2009 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLAR:2009:3 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Δικαιοδοσία Ρύθμισης Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Ενώπιον: Σ. Κ. Καρατσή, Π. Αρ. Αίτησης: 10/06 Μεταξύ: Μάριου Γεωργίου Πιέρου Αιτητή κ α ι Δέσποινας Ηλία σύζυγου Μάριου Πιέρου Καθ΄ης η Αίτηση ------------------------- Ημερομηνία: 12 Φεβρουαρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: κ. Γ. Πιττάτζης Για την Καθ΄ης η Αίτηση: κ. Κ. Ανδρέου Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 26.07.06 ο ενάγοντας κατεχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία επιδιώκει ρύθμιση των περιουσιακών του διαφορών με την εναγόμενη, πρώην σύζυγό του. Ο γάμος τους λύθηκε στις 24.05.
- Η δίκη άρχισε στις 8.12.08 με πρώτο μάρτυρα τον ενάγοντα. Αφού απάντησε σε πέντε ερωτήσεις ο ευπαίδευτος συνήγορος του επεδίωξε ν΄ αξιοποιήσει την ευχέρεια, που, ως πίστευε, του παρείχε το άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, ως τροποποιήθηκε από τον περί Αποδείξεως (Τροποποιητικό) Νόμο του 2004, [Ν.32(Ι)/2004]. Αντί άλλης ερώτησης ο κ. Πιττάτζης είπε στο μάρτυρα: «Όσον αφορά την υπόθεση αυτή έχεις ετοιμάσει ένα κείμενο. Υπόγραψε το να το παρουσιάσεις ως μαρτυρία. Ζητώ να κατατεθεί.» Στο αίτημα του για κατάθεση του κειμένου υπήρξε ένσταση από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Καθ΄ης η αίτηση. Επρόκειτο για νομικό ζήτημα χωρίς προηγούμενο. Η αποδοχή του κειμένου θα σήμαινε ολοκλήρωση της κυρίως εξέτασης του μάρτυρα. Δόθηκε χρόνος για τεκμηρίωση των θέσεων των δυο πλευρών. Την επομένη ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα παρέδωσε στο δικαστήριο αντίγραφο απόφασης του Κ. Κληρίδη, Π.Ε.Δ. στην αγωγή 849/03, Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, Νίκου Βλίττη κ.ά. ν. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ. κ.ά. ημερομηνίας 9.11.07, στην οποία εξετάστηκε και εγκρίθηκε ανάλογο αίτημα. Ο τότε συνήγορος της Καθ΄ης η αίτηση, κ. Δημητρίου, από την άλλη, παρέλειψε να στηρίξει θετικά την ένστασή του. Εάν η δήλωση δεν περιέχει εξ ακοής μαρτυρία, τότε μπορεί να κατατεθεί, υπεστήριξε. Το επίμαχο άρθρο προβλέπει: «
- Οποιοσδήποτε μάρτυρας σε οποιαδήποτε διαδικασία δύναται να υιοθετήσει το περιεχόμενο γραπτής κατάθεσης ή γραπτής δήλωσης του. Σε τέτοια περίπτωση η εν λόγω γραπτή κατάθεση ή γραπτή δήλωση κατατίθεται στο Δικαστήριο και θεωρείται ότι αποτελεί την κυρίως εξέταση του μάρτυρα ή μέρος αυτής.» Ας σημειωθεί πως ο κ. Πιττάτζης παρέλειψε να εξηγήσει καταπόσο πρόκειται για γραπτή κατάθεση ή γραπτή δήλωση του ενάγοντα. Το από δύο σελίδες έγγραφο, που, για σκοπούς εξέτασης, παρέδωσε στο δικαστήριο περιγράφεται ως «Δήλωση και Κατάθεση μαρτυρίας του Μάριου Πιέρου» (Τεκμήριο «Α»). Όποια και να είναι η περίπτωση, για τους λόγους που στη συνέχεια εξηγώ, κατέληξα να μην επιτρέψω την κατάθεση του εγγράφου. Η δικαιοδοσία των Οικογενειακών Δικαστηρίων ασκείται κατά το άρθρο 15 του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου του 1990 (Ν.23/90) «.. σύμφωνα με τη δικονομία και πρακτική που καθορίζεται από οποιοδήποτε διαδικαστικό κανονισμό που εκδίδεται από το Ανώτατο Δικαστήριο». Στην προκειμένη περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής ο περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Διαδικαστικός Κανονισμός του
- Σ΄ αυτόν δεν περιέχεται οτιδήποτε για τη διαδικασία κατά τη δίκη, οπότε κατά τον Κανονισμό 11 «εφαρμόζονται οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας», [Χλ. Χριστοδούλου ν. Α. Χριστοδούλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 195, 200]. Ισχύουν εν προκειμένω η Δ.33, η Δ.36, και η Δ.
- Ενδιαφέρουν εδώ οι δυο τελευταίες. Η μαρτυρία που δίνεται στο δικαστήριο, κατά τη Δ.36, θ.1, δίνεται προφορικά (viva voce). Οι εξαιρέσεις αυτού του γενικού κανόνα δεν ενδιαφέρουν εδώ. Κάθε μάρτυρας, επιτάσσει η Δ.38, θ.1, μετά την κυρίως εξέταση του αντεξετάζεται από την αντίδικη πλευρά και επανεξετάζεται από την πλευρά που τον καλεί. Το πρώτο ερώτημα που προκύπτει είναι πώς μπορούν να συνυπάρχουν το άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου από τη μια και οι πρόνοιες της Δ.36, θ.1 και Δ.38, θ.1 από την άλλη. Η χρήση της λέξης «θεωρείται» στο άρθρο 25 θα μπορούσε βεβαίως να εκληφθεί πως με αυτή καθιερώνεται πλάσμα δικαίου (fictio legis) και ότι η γραπτή κατάθεση ή γραπτή δήλωση του μάρτυρα εξομοιούται κατά τη νομική ενέργεια με την κυρίως εξέταση του ιδίου ή μέρος αυτής. Σε τέτοια περίπτωση η σύγκρουση του άρθρου με τη Δ.38, θ.1 αίρεται. Εξακολουθεί, ωστόσο, να υφίσταται η σύγκρουση με τη Δ.36, θ.
- Η κατάθεση στο δικαστήριο γραπτής κατάθεσης ή γραπτής δήλωσης διαφέρει από την κατάθεση εγγράφου ως τεκμηρίου. Για την κατάθεση εγγράφου η Δ.38, θ.6 προβλέπει: «Κάθε έγγραφο που προσάγεται ως μαρτυρία χωρίς ένσταση θα κατατίθεται και αναγιγνώσκεται ή θα λογίζεται ως συναινετικά αναγνωσθέν».[1] Η υιοθέτηση του περιεχομένου της γραπτής κατάθεσης ή γραπτής δήλωσης δεν ισοδυναμεί με ανάγνωση εγγράφου ακόμη και αν αυτές εξομοιώνονται με έγγραφο και εν πάση περιπτώσει δεν αποτελεί προφορική μαρτυρία κατά τη Δ.36, θ.
- Ένα δεύτερο ερώτημα είναι καταπόσο ο νομοθέτης θέλησε να αποστερήσει την αντίδικη πλευρά από το πλεονέκτημα να έχει λόγο στην προσαγωγή της μαρτυρίας. Σύμφωνα με τη Δ.38, θ.4 ενστάσεις ως προς τη δεκτότητα της μαρτυρίας εγείρονται στο χρόνο προσαγωγής της και αποφασίζονται στον ίδιο χρόνο [Κυριάκος Βίκτωρος ν. Χρ. Χριστοδούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 512]. Η αναφορά μου στα υπόλοιπα ζητήματα που εγείρονται δε θα είναι παραμόνο ενδεικτική. Η δεύτερη παράγραφος της Δ.38, θ.1 διασφαλίζει την εξουσία του δικαστηρίου να δίδει οδηγίες ως προς τον τρόπο υποβολής ερωτήσεων σε μάρτυρα και την εξουσία να μην επιτρέπει καθοδηγητικές ερωτήσεις, όταν ο μάρτυρας καταθέτει σε κύρια εξέταση ή όταν επανεξετάζεται. Άμεση συνέπεια των καθοδηγητικών ερωτήσεων είναι η καταστροφή της αξιοπιστίας του μάρτυρα. Ο κίνδυνος της κατασκευής μαρτυρίας απέκλειε προτού ψηφιστεί ο περί Αποδείξεως (Τροποποιητικός) Νόμος του 2004 την αποδοχή προηγούμενων συνεπών δηλώσεων στην κυρίως εξέταση του μάρτυρα. Ο κανόνας ότι κανένας δε δικαιούται να κατασκευάζει μαρτυρία για τον εαυτό του ετύγχανε εφαρμογής τόσο σε πολιτικές όσο και σε ποινικές υποθέσεις [R. v. Roberts
(1942)1 All E.R. 187]. Να υποθέσουμε πως ο κανόνας αυτός έπαψε να ισχύει; Η απάντηση προϋποθέτει την ερμηνεία περισσότερων άρθρων του Ν.32
(1)/2004. Θα έλεγα πως ο νόμος αυτός με το άρθρο 24
(1)θέτει ένα γενικό κανόνα▪ ότι «... η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον οιουδήποτε Δικαστηρίου, απλώς και μόνο διότι αυτή είναι εξ ακοής.» Από αυτή τη ρύθμιση προκύπτει, εξ αντιδιαστολής, πως η εξ ακοής μαρτυρία θα αποκλείεται εάν πέραν του ότι είναι εξ ακοής συντρέχει άλλος λόγος που επιβάλλει τον αποκλεισμό της (argumentum a contrario). Κάτι που ο νομοθέτης ex abudanti cautela επαναλαμβάνει με τη ρύθμιση του εδαφίου
(2)του ίδιου άρθρου: «
(2)Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους δεν καθιστούν αποδεκτή οποιαδήποτε μαρτυρία, που θα αποκλείετο για οποιοδήποτε λόγο άλλο από το ότι αυτή είναι εξ ακοής μαρτυρία.». Κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων του εδαφίου
(1)του άρθρου 24, προηγούμενη δήλωση μάρτυρα εκτός δικαστηρίου είναι κατά το εδάφιο
(1)του άρθρου 30, αποδεκτή προς απόδειξη της αλήθειας αυτού που δηλώθηκε. Με το εδάφιο
(1)του άρθρου 30 καταργείται η διάκριση μεταξύ αρχικής δήλωσης και εξ ακοής μαρτυρίας, όπως αυτή αναλύθηκε στην ιστορική απόφαση Subramanian v. Public Prosecutor
(1956)1 W.L.R. 965. Δήλωση που έγινε από πρόσωπο άλλο από εκείνο που καταθέτει είναι αποδεκτή ανεξάρτητα αν προσάγεται προς απόδειξη της αλήθειας αυτού που δηλώθηκε ή προς απόδειξη του γεγονός ότι η δήλωση έγινε. Το εδάφιο
(2)του άρθρου 30 αναφέρει: «
(2)... διάδικος, ο οποίος καλεί ή προτίθεται να καλέσει μάρτυρα σε οποιαδήποτε διαδικασία, δε δύναται, κατά την εν λόγω διαδικασία να παρουσιάσει μαρτυρία προηγούμενων δηλώσεων του εν λόγω μάρτυρα, με σκοπό την ενίσχυση της αξιοπιστίας του, ...» Είναι γνωστό το αξίωμα πως όταν ο νόμος απαγορεύει το ελάσσον, απαγορεύει και το μείζον (argumentum ad minori ad majus). Εδώ ο νομοθέτης απαγορεύει σε διάδικο να παρουσιάσει μαρτυρία προηγούμενων δηλώσεων προσώπου που καλεί ή προτίθεται να καλέσει ως μάρτυρα με σκοπό την ενίσχυση της δικής του αξιοπιστίας. Εννοείται βεβαίως πως απαγορεύει στον ίδιο να παρουσιάσει μαρτυρία προηγούμενων δικών του δηλώσεών για τον ίδιο σκοπό. Η παρατήρηση συνεπώς του Δικαστή Humphreys στην υπόθεση R. v. Roberts
(1942)1 All E.R. 187 πως κανένας διάδικος δεν μπορεί να κατασκευάζει μαρτυρία για τον εαυτό του εξακολουθεί να είναι έγκυρη. Το άρθρο 30 επιτρέπει κατ΄ εξαίρεση σε διάδικο να παρουσιάσει μαρτυρία προηγούμενων δηλώσεων προσώπου το οποίο (ο διάδικος) καλεί ή προτίθεται να καλέσει ως μάρτυρα, ύστερα από άδεια του δικαστηρίου, κατά το εδάφιο
(2)(α) ή προς το σκοπό αντίκρουσης ισχυρισμών ότι η μαρτυρία του είναι κατασκευασμένη κατά το εδάφιο 2(β) αυτού. Από τα παραπάνω προκύπτει πως ενώ το άρθρο 30
(2)απαγορεύει σε διάδικο να παρουσιάσει μαρτυρία τέτοιων δηλώσεων με σκοπό την ενίσχυση της αξιοπιστίας του, του επιτρέπει να παρουσιάσει τέτοια μαρτυρία για ν΄ αντικρούσει ισχυρισμό ότι η δική του μαρτυρία είναι κατασκευασμένη. Το άρθρο 30 αναφέρεται σε προηγούμενες δηλώσεις μάρτυρα αδιακρίτως. «Δήλωση» κατά το άρθρο 2 του Νόμου «σημαίνει οποιαδήποτε παρουσίαση ή περιγραφή ή παράσταση γεγονότος ή παρουσίαση ή έκφραση γνώμης, η οποία γίνεται προφορικά ή σε έγγραφο ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο». Όταν η δήλωση είναι γραπτή υπεισέρχονται οι διατάξεις του άρθρου 25. Είναι γι΄ αυτό που ο νομοθέτης προέβηκε στη ρύθμιση του εδαφίου
(2)του άρθρου 30 «τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 25». Στην εφαρμογή των διατάξεων του εδαφίου
(2)του άρθρου 30 ο διάδικος δύναται ν΄ αξιοποιήσει τις διατάξεις του άρθρου 25, όταν βεβαίως η προηγούμενη δήλωση του μάρτυρα είναι γραπτή. Επιστρέφω στις διατάξεις του άρθρου 25 το οποίο βεβαίως θα πρέπει να ερμηνεύεται ως μέρος της επιδίωξης του νομοθέτη να εκσυγχρονίσει το Δίκαιο της Απόδειξης καθιστώντας με τη ψήφιση του Ν.32(Ι)/2004 αποδεκτή από τα Δικαστήρια την εξακοής μαρτυρία τόσο σε πολιτικές όσο και σε ποινικές υποθέσεις. Το άρθρο 25 είναι αναπόσπαστο μέρος του Ειδικού Μέρους του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 και δεν μπορεί να εξετάζεται ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άλλων άρθρων. Θα πρέπει να σημειωθεί πως αυτό δεν εισάγει διατάξεις αναγκαστικού δικαίου. Ο μάρτυρας δεν υποχρεούται, αλλά δύναται να υιοθετήσει το περιεχόμενο γραπτής κατάθεσης ή γραπτής δήλωσης του. Εάν βεβαίως υιοθετήσει το περιεχόμενο κατάθεσης ή δήλωσης του τότε αυτή κατατίθεται και αποτελεί την κυρίως εξέταση του μάρτυρα ή μέρος αυτής. Εννοείται πως πρόκειται για (προηγούμενη) γραπτή κατάθεση ή (προηγούμενη) γραπτή δήλωση, χρονικός προσδιορισμός που αποτελεί παρακολούθημα της γέννησης της γραπτής κατάθεσης ή γραπτής δήλωσης. Εγείρεται το ερώτημα καταπόσο οι διατάξεις του άρθρου 25 καλύπτουν την περίπτωση γραπτής κατάθεσης ή γραπτής δήλωσης που ετοιμάζεται την παραμονή της δίκης ή ανήμερα της δίκης. Έχω την άποψη πως όχι, γιατί σε αντίθετη περίπτωση θα εμφιλοχωρούσε κάθε ιδιοτελής προσδοκία των διαδίκων στο περιεχόμενο τέτοιων καταθέσεων ή δηλώσεων. Το άρθρο 5 του περί Αποδείξεως (Τροποποιητικού) Νόμου του 2004 προσέθεσε το άρθρο 37 αμέσως μετά το Ειδικό Μέρος του Νόμου το οποίο προβλέπει: «37. Το Ανώτατο Δικαστήριο δύναται, οσάκις το κρίνει αναγκαίο, να εκδίδει Διαδικαστικούς Κανονισμούς για την καλύτερη εφαρμογή του παρόντος Νόμου και για τη ρύθμιση κάθε θέματος, το οποίο χρήζει ή είναι δεκτικό καθορισμού.». Στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Κωνσταντίνου
(2006)1 Α.Α.Δ. 606 η ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου εξετάζοντας ζήτημα αντισυνταγματικότητας του άρθρου 26
(1)του Νόμου υπέδειξε, στη σελίδα 609, πως «δεν χρειάζεται οποιοσδήποτε διαδικαστικός κανονισμός ... για να ρυθμίζει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο». Η παρατήρηση αυτή αφορούσε βεβαίως στο συγκεκριμένο άρθρο. Μου φαίνεται πως δεν ισχύει η ίδια παρατήρηση και για το άρθρο
- Μοντέλο στη διαμόρφωση του περί Αποδείξεως (Τροποποιητικού) Νόμου του 2004 απετέλεσε η αγγλική Civil Evidence Act του
- Οι διατάξεις του άρθρου 25 του δικού μας νόμου δεν εντοπίζονται αυτούσιες στον αγγλικό και εν πάση περιπτώσει δεν αποτελούν ξεχωριστό άρθρο. Ανάλογες, ωστόσο, διατάξεις εντοπίζονται στο άρθρο 6
(2)του αγγλικού νόμου που προσομοιάζει με το άρθρο 30
(2)του δικού μας νόμου[2]. Το άρθρο 6 του αγγλικού νόμου, αναφέρεται σε προηγούμενες δηλώσεις μαρτύρων όπως ακριβώς και το άρθρο 30 του δικού μας νόμου. Δεν είναι γνωστοί οι λόγοι για τους οποίους ο κύπριος νομοθέτης θέλησε να εντάξει σε δυο διαφορετικά άρθρα τις διατάξεις του άρθρου 6 του αγγλικού νόμου. Η συνάφεια όμως των άρθρων 25 και 30 του δικού μας νόμου συνάγεται και από την εναρκτήρια φράση στο εδάφιο
(2)του άρθρου 30, «[τ]ηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 25». Η αγγλική Civil Evidence Act του 1995 τέθηκε σε ισχύ την 31.01.97. Στον ίδιο χρόνο τέθηκαν σε ισχύ νέοι κανονισμοί που ρύθμιζαν διαδικαστικά ζητήματα που εγείρονταν από την εφαρμογή του νέου νόμου. Πρόκειται για την Order 38, r. 2A
(7)που παρέχει εξουσία στο δικαστήριο να δώσει οδηγίες σε κάθε διάδικο να επιδόσει στους άλλους διαδίκους γραπτές δηλώσεις της προφορικής μαρτυρίας που ο διάδικος προτίθεται να παρουσιάσει στη δίκη[3]. Το δικαστήριο κατά την Order 38 r. 2A
(7)δύναται να δώσει οδηγίες ότι η επιδοθείσα δήλωση ή μέρος αυτής θα θεωρείται ότι αποτελεί την κυρίως εξέταση του μάρτυρος ή μέρος αυτής[4]. Στην απόφαση του Κ. Κληρίδη, Π.Ε.Δ., ανωτέρω στη σ. 5 διαβάζομε: "Aν και το ίδιο το άρθρο 25 δεν θέτει όρους ή περιορισμούς στην παρουσίαση μιας κατάθεσης / δήλωσης ώστε αυτή να καταστεί η κύρια εξέταση μάρτυρα ή μέρος αυτής, πιστεύω ότι η ορθή διαδικασία η οποία θα πρέπει πάντα να ακολουθείται είναι η ακόλουθη: α. Η πλευρά που καλεί το μάρτυρα ή ο ίδιος ο μάρτυρας, να εφοδιάζει την αντίδικη πλευρά με αντίγραφο της προτεινόμενης κατάθεσης / δήλωσης έγκαιρα προτού επιχειρηθεί η παρουσίαση της στο Δικαστήριο, για εξέταση. β. Εάν η αντίδικη πλευρά υπό το φως του περιεχομένου της γραπτής κατάθεσης / δήλωσης ενίσταται, είτε στο να δώσει μαρτυρία ο μάρτυρας, είτε στο να γίνει αποδεκτή η προτεινόμενη μαρτυρία του στο σύνολο της ή εν μέρει δικαιούται αλλά και υποχρεούται να προβάλει την ένσταση της προτού η κατάθεση / δήλωση σημειωθεί σαν μαρτυρία. γ. Το Δικαστήριο αφού ακούσει τις παραστάσεις των δύο πλευρών και αφού έχει εφοδιαστεί με το κείμενο της προτεινόμενης κατάθεσης / δήλωσης, θα αποφασίσει κατά πόσο η κατάθεση / δήλωση ή οποιοδήποτε μέρος αυτής δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτό σαν μαρτυρία. δ. Εάν παρά ταύτα τέτοια ένσταση δεν εγερθεί πριν από την προσαγωγή της κατάθεσης / δήλωσης και εισαχθεί μέσω αυτής μαρτυρία απαράδεκτη κατά το δίκαιο της Απόδειξης, το Δικαστήριο εν τούτοις σε υστερώτερο στάδιο, ή στο τέλος της δίκης θα ενεργήσει στη βάση μόνο αποδεκτής μαρτυρίας, αγνοώντας οποιανδήποτε μαρτυρία η οποία δεν θα έπρεπε να είχε γίνει αποδεκτή.» Οι παραπάνω κατευθυντήριες γραμμές ως προς την «ορθή διαδικασία» κατατείνουν στη διαπίστωση πως κάποια θέματα στον περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε χρήζουν ή είναι δεκτικά καθορισμού. Η ομοιόμορφη εφαρμογή του Νόμου, προϋποθέτει ρύθμιση του ζητήματος από το Ανώτατο Δικαστήριο. Μέχρι τότε είμαι απρόθυμος να εφαρμόσω τις διατάξεις του άρθρου 25 εφόσο προσκρούουν σε κανόνες του δικονομικού μας συστήματος, που εξακολουθούν να βρίσκονται σε ισχύ. (Υπ.) ........... Σ. Κ. Καρατσής, Π. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΠΑΝ [1] «Any document offered in evidence and not objected to shall be put in and read, or taken as read by consent». [2] «
(2)A party who has called or intends to call a person as a witness in civil proceedings may not in those proceedings adduce evidence of a previous statement made by that person, except - (
- a)with the leave of the court, or (
- b)for the purpose of rebutting that his evidence has been fabricated. This shall not be construed as preventing a witness statement (that is, a written statement of oral evidence which a party to the proceedings intends to lead) from being adopted by a witness in giving evidence or treaded as his evidence." [3] «
(2)At the summons for directions in an action commenced by writ the Court shall direct every party to serve on the other parties .. written statements of the oral evidence which the party intends to adduce on any issues of fact to be decided at the trial." [4] "
(7).. where the party serving the statement does call such a witness at the trial - (a) except where the trial is with a jury, the Court may, on such terms as it thinks fit, direct that the statement served, or part of it, shall stand as the evidence in chief of the witness or part of such evidence;" cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο