Σταύρου Μιχαήλ Ιακώβου ν. Tarasyuk Lyudmyla, Αρ. Αίτησης: 149/07, 5 Φεβρουαρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLAR:2010:4 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Δικαιοδοσία Γονικής Μέριμνας Ενώπιον: Σ. Κ. Καρατσή, Π. Αρ. Αίτησης: 149/07 Μεταξύ: Σταύρου Μιχαήλ Ιακώβου, από τη Λάρνακα Αιτητή κ α ι Tarasyuk Lyudmyla, από την Ουκρανία και τώρα στη Λάρνακα Οδός Νικολάου Σαριπούλου 5, Διαμ. 1 Καθ΄ης η Αίτηση ------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 2.11.2009 για αστική καταφρόνηση διατάγματος του δικαστηρίου Ημερομηνία: 5 Φεβρουαρίου, 2010. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: κ. Στ. Σκορδής Για την Καθ΄ης η Αίτηση: κ. Α. Μιχαηλίδης για κ. Α. Ποιητή Διάδικοι παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η «Όπως επισημαίνεται στην Antonis Mouzouris & Another v. Xylophaghou Plantations Ltd.
(1977)1 C.L.R. 287 για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί ηθελημένη ανυπακοή του Καθ΄ου η αίτηση προς την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το διάταγμα του δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ΄ εαυτού δεν αρκεί πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του δικαστηρίου». [Βλ. Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 314 - 315]. Νοουμένου ότι ικανοποιούνται όλες οι δικονομικές προϋποθέσεις η έκβαση της υπόθεσης που εξετάζω εξαρτάται απόλυτα από την κατάληξη μου καταπόσο η Καθ΄ης η αίτηση ηθελημένα παραλείπει να συμμορφώνεται με διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου ημερομηνίας 18.12.07 (Τεκμήριο 1). Την κατηγορία του Αιτητή ότι στις 20.10.09, 23.10.09 και 25.10.09 δεν του παρέδωσε την ανήλικη θυγατέρα τους για επικοινωνία δεν την αρνείται. Αρνείται όμως ότι ηθελημένα καταστρατηγεί το διάταγμα. Ας δούμε όμως τα γεγονότα με τη σειρά. Οι διάδικοι είναι σύζυγοι και γονείς της ανήλικης Μικαέλλας. Βρίσκονται σε διάσταση. Η ανήλικη διαμένει με τη μητέρα από τη μέρα της διάστασης. Ο πατέρας με τον οποίο η Μικαέλλα δε διαμένει, έχει δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας μαζί της. Ύστερα από αίτηση του η άσκηση του δικαιώματος του ρυθμίστηκε από το Δικαστήριο. Τούτο έγινε στις 18.12.
- Παραθέτω το σχετικό μέρος του διατάγματος: «ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΕΚ ΣΥΜΦΩΝΟΥ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως ρυθμιστεί και δια του παρόντος ρυθμίζεται το δικαίωμα επικοινωνίας του Αιτητή με το ανήλικο τέκνο του Μικαέλα, ως ακολούθως: α. Κάθε Τρίτη και Παρασκευή από η ώρα 4.00 μ.μ. έως η ώρα 7.00 μ.μ. β. Κάθε πρώτο, τρίτο και ούτω καθ΄ εξής Σάββατο από η ώρα 12.00 μ.μ. έως η ώρα 6.00 μ.μ. γ. Κάθε δεύτερη, τέταρτη και ούτω καθ΄ εξής Κυριακή από η ώρα 10.00 π.μ. έως η ώρα 4.00 μ.μ.» Το διάταγμα της 18.12.07 φέρει την πιο κάτω οπισθογράφηση: «Εάν εσείς οι ως άνω αναφερόμενοι Σταύρος Μιχαήλ Ιακώβου και Tarasyuk Lyudmyla, Αιτητής και Καθ΄ης η Αίτηση αντίστοιχα, αμελήσετε να συμμορφωθείτε με το παρόν διάταγμα, σεις μεν υπόκεισθε σε σύλληψη, η δε περιουσία σας σε κατάσχεση.» Ο μηχανισμός για εξαναγκασμό της μητέρας για συμμόρφωση με το διάταγμα της 18.12.07 κινήθηκε από τον πατέρα με αίτηση που κατεχώρησε στις 2.11.
- Το πραγματικό υπόβαθρο της εκτίθεται σε ένορκη δήλωση του ίδιου. Σύμφωνα με την §6 αυτής το διάταγμα της 18.12.07 επιδόθηκε στη μητέρα στις 4.01.
- Το παράπονο του πατέρα περιέχεται στην §11 της ένορκης δήλωσής του. Μεταξύ άλλων αναφέρει εκεί: «
- .... στις 20.10.2009 (ημέρα Τρίτη), στις 23.10.2009 (ημέρα Παρασκευή) και στις 25.10.2009 (ημέρα Κυριακή) ενώ πήγα στο σπίτι που διαμένει η καθ΄ης η αίτηση με την ανήλικη .... κατά τις καθορισμένες από το διάταγμα .. ώρες ... η καθ΄ης η αίτηση αρνήθηκε να μου παραδώσει την ανήλικη ....... και δεν άνοιγε καν την πόρτα του σπιτιού.». Η απάντηση της μητέρας στην κατηγορία αυτή περιέχεται στην §2 της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την ειδοποίηση ένστασης που κατεχώρησε στις 25.11.,
- «
- ..... Ουδέποτε αρνήθηκα να παραδώσω την Μικαέλλα σε αυτόν και κατά συνέπεια δεν έχω με οποιονδήποτε τρόπο παραβιάσει το διάταγμα του Δικαστηρίου ..... το οποίο εν πάση περιπτώσει ως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου δεν είναι εξαναγκαστικό, αλλά ρυθμιστικό.» Στην 6 της ένορκης δήλωσής της χαρακτηρίζει ως ψέμα τον ισχυρισμό του πως δεν άνοιγε την πόρτα για να του παραδώσει την κόρη τους, για να προσθέσει στην §7: «
- Ο αιτητής αντί να κατέβει από το αυτοκίνητο και να παραλάβει την Μικαέλλα, μένει μέσα στο αυτοκίνητο, παραμένει σε αυτό κορνάροντας με αποτέλεσμα να προκαλείται ενόχληση και στη Μικαέλλα και σ΄ εμένα.». Τέλος στην §10 αναφέρει η μητέρα: «
- Πιστεύω ότι ο αιτητής δεν επιθυμεί να επικοινωνεί με τη Μικαέλα. Εγώ ήμουν και εξακολουθώ να είμαι πρόθυμη να παραδίδω την Μικαέλα κατά τις ημέρες και ώρες της επικοινωνίας. Είναι όμως αδύνατον να παραδώσω την Μικαέλλα στον αιτητή διά της βίας». Με υπόβαθρο την τελευταία πρόταση της §10 προώθησε στη δίκη τη θέση πως η Μικαέλλα «... δεν τον θέλει να τον δει». Θα προσπαθήσω να μην επιβαρύνω την απόφαση με ό,τι δεν είναι σχετικό. Γι΄ αυτό θα κατευθύνω την προσοχή μου πρώτα σε ό,τι θεωρώ ως καθοριστικό ζήτημα στην περαιτέρω συζήτηση του θέματος▪ τον πρώτο λόγο της ένστασης. Ότι, δηλαδή το διάταγμα της 18.12.07 δεν είναι εξαναγκαστικό, αλλά ρυθμιστικό. Λόγο που, στην τελική του αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ΄ης η αίτηση, προώθησε με αναφορά στην υπόθεση Πετράκη ν. Petraki
(2002)1 A.A.Δ. 911. Καμμιά άλλη απόφαση δεν παρανοήθηκε τόσο όσο η απόφαση Πετράκη. Αποτέλεσμα της παρανόησης ήταν η υπεραπλούστευση▪ κάθε διάταγμα που ρυθμίζει την άσκηση του δικαιώματος προσωπικής επικοινωνίας αντιμετωπίζεται ως αναγνώριση δικαιώματος. Συνέπεια της υπεραπλούστευσης η επίκληση, δίκην επωδού, του παρακάτω αποσπάσματος από τις σσ.915 - 916 της απόφασης: «Από το κείμενο του άρθρου 42 του Ν.14/60, ..) προκύπτει ότι για να είναι επιβλητό (enforceable) ένα διάταγμα του Δικαστηρίου πρέπει να είναι αναγκαστικό (coercive order) είτε διατακτικό (mandatory) είτε απαγορευτικό (prohibitory). Αναγνωριστικά διατάγματα δικαιώματος, τα οποία εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 41 του Ν.14/60, δεν είναι επιβλητά δυνάμει του άρθρου 42.» Η νομική αλήθεια του αποσπάσματος αυτού είναι βεβαίως απόλυτη. Η κατάληξη του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου συνδέεται άρρηκτα με την ορθή κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου, την οποία το πρώτο ενσωμάτωσε στη σ. 914 της απόφασης του. Παραθέτω το μέρος που θεωρώ ως την ειδοποιό διαφορά των αναγνωριστικών διαταγμάτων: «..... Δεν καθορίζεται πουθενά στο διάταγμα προσταγή προς την καθ΄ης η αίτηση να προβεί σε οποιαδήποτε πράξη ή να της απαγορεύει από του να προβεί σε κάποια συγκεκριμένη πράξη...» Η απόφαση στην υπόθεση Πετράκη ήταν βεβαίως απότοκη της αποτύπωσης των δηλώσεων των συνηγόρων και της μορφοποίησης τους σε διάταγμα αναγνωριστικής υφής από το δικαστή που το εξέδωσε. Δεν καθιέρωσε κανόνα γενικής εφαρμογής. Η διάκριση ανάμεσα σε αναγκαστικά (coercive) και αναγνωριστικά (declaratory) διατάγματα στο παραπάνω απόσπασμα θα ήταν χωρίς σημασία, εάν κάθε διάταγμα με το οποίο ρυθμίζεται η άσκηση του δικαιώματος προσωπικής επικοινωνίας του γονέα με τον οποία δε διαμένει το τέκνο ήταν αναγνωριστικό. Η ακροτελεύτια πρόταση της αιτιολογίας της απόφασης του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου δεν αφήνει την παραμικρή αμφιβολία για την ορθότητα αυτής της θέσης: «Το διάταγμα δεν περιέχει καμιά διαταγή προς την εφεσίβλητη να προβεί σε συγκεκριμένη πράξη ή να της απαγορεύει να πράξει κάτι». Η ανάλυση του ουσιαστικού δικαίου ρύθμισης της επικοινωνίας βοηθά στην κατανόηση όσων προηγήθηκαν και όσων θ΄ ακολουθήσουν. Υπεισέρχονται εδώ οι διατάξεις των δυο πρώτων εδαφίων του άρθρου 17 του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (Ν.216/90) που διαλαμβάνουν: «17.
(1)Ο γονέας με τον οποίο δε διαμένει το τέκνο διατηρεί το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας με αυτό.
(2)Σε περίπτωση διαφωνίας όσο αφορά την άσκηση του δικαιώματος, προσωπικής επικοινωνίας, αποφασίζει το Δικαστήριο». Με το εδάφιο 1 πλάθεται ένα δικαίωμα για τον γονέα με τον οποίο δε διαμένει το τέκνο. Πρόκειται για παρεπόμενο δικαίωμα, που απορρέει από το αυθύπαρκτο κύριο δικαίωμα της γονικής μέριμνας κατά το άρθρο 5 του ίδιου νόμου. Η διατύπωση του εδαφίου αυτού αποκαλύπτει το πρόσωπο του φορέα του και το χρόνο γέννησης του▪ είναι ο γονέας με τον οποίο (και μόνο απ΄ εκείνη τη στιγμή) δε διαμένει το τέκνο. Το δικαίωμα αυτού του γονέα προσκρούει συχνά στις ενέργειες και γενικά στην εχθρική βούληση του άλλου γονέα. Γι΄ αυτό με το εδάφιο 2 του άρθρου 17 παρέχεται εξουσία στο Δικαστήριο ν΄ αποφασίσει. Ποιο είναι το περιεχόμενο του δικαιώματος του γονέα με τον οποίο δε διαμένει το τέκνο; Να επιδιώξει την κατάσταση που αρμόζει στο δικαίωμά του, δηλαδή ν΄ ασκεί το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας απρόσκοπτα. Κάθε δικαίωμα εξεταζόμενο από τη σκοπιά του προσώπου εναντίον του οποίου στρέφεται συνιστά υποχρέωση. Η υποχρέωση αποτελεί την ανεστραμμένη όψη του δικαιώματος. Δε νοείται συνεπώς ρύθμιση της άσκησης του δικαιώματος προσωπικής επικοινωνίας του γονέα με τον οποίο δε διαμένει το τέκνο από το Δικαστήριο χωρίς επιβολή αντίστοιχης υποχρέωσης στο πρόσωπο του γονέα με τον οποίο το τέκνο διαμένει. Μόνο έτσι το πρώτο θα έχει τη δυνατότητα ν΄ απαιτεί την εκπλήρωση συγκεκριμένης πράξης από το δεύτερο. Θεωρώ επίκαιρο και καθοδηγητικό το Editorial Note στην υπόθεση Gordon v. Gordon
(1946)1 All E.R. 246 στο σημείο αυτό. Παραθέτω το μέρος που ενδιαφέρει: «In the course of their judgments their Lordships express their views upon two points of importance in which reform of existing practice is apparently needed. The first is the desirability of specifying in orders which may have to be enforced by proceedings for attachment or committal the place at which the act required is to be performed. The second is the need for providing by Rules that orders which are made for the benefit of infants may be enforced by attachment or committal notwithstanding the accidental failure to comply with the strict technical requirements of the Rules". Παραφράζοντας το απόσπασμα αυτό θα πρέπει να λεχθεί πως υπογραμμίζει, πρώτο, την ανάγκη προσδιορισμού του τόπου στον οποίο θα πρέπει να διενεργηθεί η απαιτούμενη από το διάταγμα πράξη, εάν βεβαίως η εφαρμογή του αναμένεται να επιβληθεί με αίτηση παρακοής και δεύτερο την ανάγκη ρύθμισης με Kανονισμούς ότι διατάγματα που εκδίδονται για το συμφέρον ανηλίκων να δύνανται να εφαρμοστούν με αίτηση παρακοής ανεξαρτήτως της συμπτωματικής παράλειψης συμμόρφωσης με αυστηρά τεχνικές προϋποθέσεις των Κανονισμών. Η δεύτερη παραπάνω ανάγκη υφίσταται και στον τόπο μας, εφόσο κατά το εδάφιο 3 του άρθρου 17 το Δικαστήριο εφαρμόζει κατ΄ αναλογία τις πρόνοιες του άρθρου 6 του ίδιου νόμου. Το εδάφιο
(2)(α) του τελευταίου επιβάλλει στο Δικαστήριο την υποχρέωση να φροντίζει ώστε η απόφασή του να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου. Το Δικαστήριο με την απόφασή του κάτω από το άρθρο 17
(2)θα πρέπει να εφοδιάζει τον γονέα με τον οποίο δε διαμένει το τέκνο με ακαταμάχητο όπλο, εκδίδοντας διάταγμα αναγκαστικού χαρακτήρα (coercive order). Σε αντίθετη περίπτωση εφοδιάζει τον γονέα με τον οποίο διαμένει το τέκνο με όπλο απροσμάχητο. Τέτοια ήταν η περίπτωση στην υπόθεση Πετράκη με το αναγνωριστικού χαρακτήρα διάταγμα. Η μητέρα ήταν ο κυρίαρχος του παιχνιδιού. Το δικαίωμα του πατέρα για επικοινωνία υποβαθμίστηκε εκεί σε δικαίωμα προσδοκίας. Τέτοια νόμισαν οι δικηγόροι της Καθ΄ης η αίτηση πως είναι και η παρούσα περίπτωση. Όπως η ίδια αποκαλύπτει στην §2 της ένορκης δήλωσής της: «............ το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 18.12.2007, ..........., όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου δεν είναι εξαναγκαστικό, αλλά ρυθμιστικό.» [Προστέθηκε έμφαση]. Είναι βεβαίως θλιβερό που αποδίδει την παραπάνω θέση σε συμβουλή των δικηγόρων της. Γιατί το επίδικο διάταγμα με καθαρή και αναμφίβολη γλώσσα την προστάζει να προβαίνει σε συγκεκριμένη πράξη, σε συγκεκριμένο τόπο και σε συγκεκριμένο χρόνο. [Βλ. συναφώς Chiltern District Council v. Keane
(1985)2 All E.R. 118]. To επίδικο διάταγμα δεν εξαντλείται με ό,τι η μητέρα ενσωματώνει στην §3 της ένορκης δήλωσής της. Επεκτείνεται με την ακόλουθη σαφή προσταγή για τη μητέρα: «Η Καθ΄ης η αίτηση διατάσσεται να παραδίδει στον και να παραλαμβάνει από τον Αιτητή στον τόπο διαμονής της το ανήλικο τέκνο τους τις μέρες και ώρες, όπως πιο πάνω αναφέρεται». Το ίδιο διάταγμα συμπληρώνεται με την επίσης σαφή ανάλογη προσταγή για τον πατέρα: Ο Αιτητής διατάσσεται να παραλαμβάνει από και να παραδίδει στην Καθ΄ης η αίτηση στον τόπο διαμονής της το πιο πάνω ανήλικο τέκνο τους, τις ημέρες και ώρες, όπως πιο πάνω αναφέρεται.» Έχοντας καταλήξει πως το επίδικο διάταγμα ως προστακτικό (mandatory) είναι αναγκαστικό (coercive), προχωρώ να εξετάσω καταπόσο το τήρησε η Καθ΄ης η αίτηση στις 20, 23 και 25 Οκτωβρίου του περασμένου χρόνου. Ο Αιτητής (Μ.Κ.2) στην ένορκη προφορική του μαρτυρία επανέλαβε σταθερά ό,τι αναφέρει και στη γραπτή ένορκη δήλωσή του. Ενθυμείτο πως οι συγκεκριμένες ημερομηνίες αντιστοιχούσαν στις μέρες Τρίτη, Παρασκευή και Κυριακή και ότι πήγαινε στις συγκεκριμένες ώρες έξω από το σπίτι της Καθ΄ης η αίτηση. Της τηλεφωνούσε χωρίς εκείνη ν΄ ανταποκρίνεται. Κόρναρε χωρίς εκείνη ν΄ αντιδρά. Της κτυπούσε την πόρτα χωρίς εκείνη να βγαίνει έξω. Μη έχοντας τι άλλο να κάνει πήγαινε στην αστυνομία και προέβαινε σε καταγγελία. Η Αστέρω Κατσαμπά P.C. 3901 (ΜΚ3) επιβεβαίωσε τις θέσεις του Αιτητή σε σχέση με το παράπονο του για την 20.10.
- Τον δέκτηκε στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων γύρω στις 17.
- Αφού άκουσε το παράπονό του επικοινώνησε τηλεφωνικά με την Καθ΄ης η αίτηση. Η τελευταία επέμενε πως δεν της τηλεφώνησε ο Αιτητής. Όταν όμως ρωτήθηκε καταπόσο θα του έδινε το παιδί ανέφερε πως δεν μπορούσε, γιατί η Μικαέλλα βρισκόταν σε μάθημα πιάνου. Η Καθ΄ης η αίτηση (ΜΥ1) παραδέκτηκε το τηλεφώνημα της ΜΚ3 στις 17.30 της 20.10.
- Για τα περί πιάνου, όταν στην αντεξέταση ρωτήθηκε για το πρόγραμμα, είπε: «Δεν υπάρχει συγκεκριμένο πρόγραμμα. Μπορεί η ίδια η δασκάλα του πιάνου ν΄ αλλάζει τις ώρες. Δηλαδή δυο φορές τη βδομάδα παίρνει τηλέφωνο η δασκάλα και μας λέει πότε». Επέμενε η Καθ΄ης η αίτηση πως «η Μικαέλλα τον περίμενε τον πατέρα» και όταν πέρασε μιάμισυ ώρα τότε κανόνισε το μάθημα και την πήρε. Δεν την πιστεύω. Άλλα λέγει στη γραπτή της ένορκη δήλωση, στην οποία βεβαίως τα περί πιάνου απουσιάζουν. Εκεί προβάλλει την ίδια υπεράσπιση και για τις τρεις ημερομηνίες. Ότι ο πατέρας τηλεφωνεί στην κόρη τους και τη ρωτά αν επιθυμεί να πάει μαζί του. Ότι εκείνη του απαντά αρνητικά και πως εκείνος «κλείνει αμέσως το τηλέφωνο». Αυτά στην §
- Στην §7 λέγει άλλα. Ότι «αντί να κατέβει από το αυτοκίνητο και να παραλάβει τη Μικαέλλα, παραμένει σ΄ αυτό κορνάροντας με αποτέλεσμα να προκαλείται ενόχληση». Όχι βεβαίως στους περιοίκους, αλλά στην ίδια και την Μικαέλλα, όπως αναφέρει. Αλλοπρόσαλλη υπήρξε και η στάση της σε ότι αφορά την Κυριακή 25.10.
- Ο Παναγιώτης Κουμής, PC. 3823 (MK1) ήταν ο αστυνομικός στον οποίο έκανε την καταγγελία ο Αιτητής για τη στάση της Καθ΄ης η αίτηση στην περίπτωση εκείνη. Σε τηλεφώνημα του στην Καθ΄ης η αίτηση η τελευταία του ανέφερε πως «το ίδιο το παιδί τους αρνείται να πάει με τον πατέρα του και ότι αυτή δεν έχει κανένα πρόβλημα να του το δώσει». Τίποτε δεν άλλαξε στην αντεξέταση του ΜΚ
- Ούτε η Καθ΄ης η αίτηση ανέφερε οτιδήποτε που να προωθεί κάποια από τις φερόμενες ως υπερασπίσεις στη γραπτή της ένορκη δήλωση. Ας σημειωθεί πως όταν ρωτήθηκε καταπόσο την αναγνωρίζει (Τεκμήριο 2), απάντησε: «Αυτή την ένορκη δήλωση εγώ τη βλέπω πρώτη φορά.» Η αξιοπιστία της Καθ΄ης η αίτηση με τις παραδοχές που έκανε στην αντεξέταση έχει μηδενική αξία. Παραδέχτηκε πως στο παρελθόν παρεμπόδισε την επικοινωνία του Αιτητή με τη Μικαέλλα με τη δικαιολογία ότι δεν είναι ο πατέρας της. Το σενάριο εξελίχθηκε στο πλαίσιο προηγούμενης αίτησης παρακοής με αποκορύφωμα τη διάψευση της μητέρας από το Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής. Πρόκειται για την αίτηση στην οποία αναφέρθηκε ο Αιτητής πως απέσυρε, αφού η μητέρα άρχισε στο μεταξύ να του δίνει το παιδί. Εξού και τα όσα αναφέρει στην §5 της ένορκης δήλωσης τα οποία ανύψωσε σε ξεχωριστό λόγο ένστασης. Ότι δηλαδή «αντί να περνά το χρόνο της επικοινωνίας μαζί της την αφήνει στους ηλικιωμένους γονείς του». Χωρίς όμως να παραλείψει και σ΄ αυτή τη θέση το προστιθέμενο ψεύδος. Μόνο η μητέρα του ζει, κατέθεσε ο Αιτητής, χωρίς βεβαίως ν΄ αρνηθεί πως στις λίγες φορές που πήρε τη Μικαέλλα την πήρε και στη μητέρα του να τη δει. Είχε μεγάλο θυμό εξήγησε η Καθ΄ης η αίτηση και ήταν «σε στιγμή απελπισίας» που του είπε πως δεν είναι δικό του παιδί η Μικαέλλα. Δε θα επεκταθώ άλλο σ΄ αυτό το ζήτημα. Θα είχε έννοια, εάν η μαρτυρία της Καθ΄ης η αίτηση είχε οποιαδήποτε αξία. Επαρκούν όσα φαιδρά κατέθεσε για τις τρεις επίδικες ημερομηνίες και για το χάσμα που μόνη της δημιούργησε στα δυο στάδια της κατάθεσης της. Η μορφή του Ιανού δεν επαρκεί ν΄ αποδώσει τις διάφορες εκφάνσεις της. Είχε το ρόλο της σωστής μητέρας στην κύρια εξέταση. Παρεπονείτο ότι δήθεν ο Αιτητής επικοινωνεί μαζί της μέσω της αστυνομίας. Ότι δήθεν η ίδια είναι θετική στα τηλεφωνήματα των αστυνομικών για να περάσει ο Αιτητής να πάρει τη Μικαέλλα, αλλά εκείνος δεν περνά. Τέλος ότι εξαιτίας δήθεν αυτής του της στάση «σήμερα η Μικαέλλα δεν τον θέλει». Για να πείσει πως παραινούσε τη Μικαέλλα να συναντά τον Αιτητή προσέφυγε σε ό,τι η ίδια αδιάντροπα μείωσε. Της έλεγε με καλά λόγια, είπε, να συναντήσει τον Αιτητή, «γιατί εκείνος είναι ο πατέρας της». Παραδέκτηκε στην αντεξέταση πως από μεγάλο θυμό αμφισβήτησε την πατρότητα του παιδιού της. Παραδέκτηκε πως ο θυμός της δεν ήταν στιγμιαίος, αλλά διαρκείας γι΄ αυτό έπρεπε να οχυρωθεί πίσω από την δήθεν άρνηση της Μικαέλλας. Παραδέκτηκε πως επιτέλους ο Αιτητής περνούσε και περνά στο χρόνο της επικοινωνίας από το σπίτι της. Παραδέκτηκε πως σαν πατέρας γιόρτασε τα γενέθλια της κόρης του στο σχολείο όπου φοιτά, αφού της πήρε την τούρτα που εκείνη του ζήτησε. Η τελευταία παραδοχή της καταρρίπτει βεβαίως και το μύθο της ότι δήθεν η Μικαέλλα δεν τον θέλει. Δέχομαι τη μαρτυρία του Αιτητή ότι έχει άριστη σχέση μαζί της. Δέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολο της. Την επιβεβαίωσαν οι ΜΚ1 και ΜΚ3 με μαρτυρία αδιαμφισβήτητη. Η ΜΚ3 δεν αντεξετάστηκε. Ο ΜΚ1 αντεξετάστηκε και παρέμεινε ακλόνητος στα όσα κατέθεσε στην κύρια εξέταση. Είναι η βέβαιη κατάληξη μου πως η Καθ΄ης η αίτηση ηθελημένα παρέβηκε το επίδικο διάταγμα και στις τρεις επίδικες ημερομηνίες. Το αδίκημα της ανυπακοής το διέπραξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ΄ης η αίτηση με δήλωσή του στη δίκη κατέστησε παραδεκτό γεγονός την προσωπική επίδοση του επίδικου διατάγματος στην πελάτιδα του στις 4.01.08, ως ήταν η θέση του Αιτητή στην §6 της γραπτής ένορκης δήλωσής του. Πρόκειται για αναγκαία δικονομική προϋπόθεση, που προβλέπεται από τη Δ.42Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι διατάξεις της διέπουν και ρυθμίζουν την άσκηση της πολιτικής δικαιοδοσίας που παρέχει το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 [Βλ. Antonis Mouzouris and Another n. Xylophaghou Plantations Ltd. Ανωτέρω, Hjicosta v. Thomaides Bros.
(1979)1 C.L.R. 476 και Krashias v. Adidas
(1989)1 A.A.Δ. (Ε) 750]. Το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 αποτελεί το δικαιοδοτικό πλαίσιο [Βλ. Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ. 4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 961]. Με βάση αυτό τα κατώτερα δικαστήρια αντιμετωπίζουν πράξεις καταφρονητικές για το κύρος, την υπόσταση και αποτελεσματικότητα των αποφάσεών τους. [Πρβλ. άρθρο 16
(1)του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου του 1990 (Ν23/90)]. Η συνδρομή των αναγκαίων δικονομικών προϋποθέσεων προστιθέμενη στην κατάληξη μου ότι το επίδικο διάταγμα είναι προστακτικό και την πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εκούσια παραβίαση του διατάγματος από την Καθ΄ης η αίτηση ανοίγουν το δρόμο για εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου του
- Θα το πράξω την ερχόμενη Δευτέρα 8.02.10, ώρα 10.
- Μέχρι τότε η Καθ΄ης η αίτηση θα παραμείνει υπό κράτηση. Οι δύο Λειτουργοί των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, που ύστερα από οδηγίες του Δικαστηρίου παρευρίσκονται στην αίθουσα του Δικαστηρίου, να μεριμνήσουν για την ασφαλή και άνετη διαβίωση της Μικαέλλας μέχρι τότε. (Υπ.) ........... Σ. Κ. Καρατσής, Π. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΠΑΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Δικαιοδοσία Γονικής Μέριμνας Ενώπιον: Σ. Κ. Καρατσή, Π. Αρ. Αίτησης: 149/07 Μεταξύ: Σταύρου Μιχαήλ Ιακώβου, από τη Λάρνακα Αιτητή κ α ι Tarasyuk Lyudmyla, από την Ουκρανία και τώρα στη Λάρνακα Οδός Νικολάου Σαριπούλου 5, Διαμ. 1 Καθ΄ης η Αίτηση ------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 2.11.2009 για αστική καταφρόνηση διατάγματος του δικαστηρίου Ημερομηνία: 5 Φεβρουαρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: κ. Στ. Σκορδής Για την Καθ΄ης η Αίτηση: κ. Α. Μιχαηλίδης για κ. Α. Ποιητή Διάδικοι παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η .................................. Η συνδρομή των αναγκαίων δικονομικών προϋποθέσεων προστιθέμενη στην κατάληξη μου ότι το επίδικο διάταγμα είναι προστακτικό και την πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εκούσια παραβίαση του διατάγματος από την Καθ΄ης η αίτηση ανοίγουν το δρόμο για εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου του
- Θα το πράξω την ερχόμενη Δευτέρα 8.02.10, ώρα 10.
- Μέχρι τότε η Καθ΄ης η αίτηση θα παραμείνει υπό κράτηση. Οι δύο Λειτουργοί των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, που ύστερα από οδηγίες του Δικαστηρίου παρευρίσκονται στην αίθουσα του Δικαστηρίου, να μεριμνήσουν για την ασφαλή και άνετη διαβίωση της Μικαέλλας μέχρι τότε. (Υπ.) ............. Σ. Κ. Καρατσής, Π. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΠΑΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο