DOROTHY HUFFMAN UGUETO ν. LUIS UGUETO MOROS, Αρ. Αίτησης: 29/08, 4.6.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLAR:2010:12 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Δικαιοδοσία Περιουσιακών Διαφορών Αρ. Αίτησης: 29/08 ΕΝΩΠΙΟΝ: ΧΡ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Δ. Μεταξύ: DOROTHY HUFFMAN UGUETO από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τώρα στη Λάρνακα Αιτήτριας ΚΑΙ LUIS UGUETO MOROS από τη Βενεζουέλα και τώρα στη Λάρνακα Καθ΄ου η αίτηση Ενδιάμεση Αίτηση ημερ. 15.4.2009 Ημερομηνία: 4.6.2010 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κ. Μ. Κυριακίδης (για ν΄ ακούσει απόφαση η κα Δ. Ταουξιή) Για τον Καθ΄ου η αίτηση: κ. Γ. Λουκαίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αιτήτρια με την αίτησή της ημερ. 15.4.2009 εξαιτείται: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τον Καθ΄ου η αίτηση όπως, εντός 15 ημερών από της έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή/και εντός του χρόνου που ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο, υποβάλει ένορκη δήλωση στο Δικαστήριο στην οποία να περιγράφει πλήρως, με σαφήνεια και κατά συγκεκριμένο τρόπο την περιουσία στην οποία είχε οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο συμφέρον κατά ή περί τις 23 Αυγούστου 1991 ή/και τις 31 Αυγούστου 2008 ή/και καθ΄ οιανδήποτε άλλη ημερομηνία ήθελε ορίσει το Δικαστήριο. Β. Διάταγμα ή/και οδηγίες του Δικαστηρίου διατάττον τον αιτητή όπως επιδώσει ή/και παραδώσει πιστό αντίγραφο της εν λόγω ενόρκου δηλώσεως στην Καθ΄ης η αίτηση εντός του χρόνου τον οποίο ήθελε ορίσει το Δικαστήριο ή/και αν δεν οριστεί διαφορετικά εντός 15 ημερών από την έκδοση του διατάγματος.» Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η παρούσα αίτηση εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας ημερομηνίας επίσης 15.4.
- Η Αιτήτρια στην εν λόγω ένορκη δήλωσή της αναφέρεται στην κυρίως αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε το Σεπτέμβριο του 2008, με την οποία αξιώνει από τον Καθ΄ου η αίτηση, μεταξύ άλλων, τη συνεισφορά της στην αύξηση της περιουσίας του, που απόκτησε κατά τη διάρκεια του γάμου τους. Περαιτέρω αναφέρει ότι είναι πολύ πιθανόν λόγω του ότι η περίοδος της έγγαμης συμβίωσης ήταν μεγάλη, ο Καθ΄ου η αίτηση να απέκτησε ή να πέτυχε αύξηση των περιουσιακών του στοιχείων χωρίς η ίδια να μπορεί να έχει πλήρη εικόνα. Επιπλέον ισχυρίζεται ότι αν ο Καθ΄ου η αίτηση αποξενώθηκε οιουδήποτε περιουσιακού του στοιχείου θα είναι αδύνατο να έχει η ίδια γνώση ή πληροφόρηση του γεγονότος αυτού χωρίς την από μέρους του ένορκη αποκάλυψη των περιουσιακών του στοιχείων στο Δικαστήριο. Ενώ με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και την αποκάλυψη των περιουσιακών στοιχείων του Καθ΄ου η αίτηση είναι πιθανό να βοηθηθεί και η καλύτερη και πληρέστερη εκδίκαση και διεκπεραίωση της υπόθεσης. Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 14Α του Ν.232/91 όπως ο Νόμος αυτός τροποποιήθηκε από το Ν.25(Ι)/
- O Καθ΄ου η αίτηση καταχώρισε την ένστασή του στην ανωτέρω αίτηση στις 28.9.
- Η ένσταση του Καθ΄ου η αίτηση συνοδεύεται και με σχετική ένορκη δήλωση του ιδίου που καταχωρίστηκε την ίδια ημερομηνία. Ο Καθ΄ου η αίτηση υποστηρίζει ότι η αίτηση αποκάλυψης της Αιτήτριας ημερ. 15.4.09 δεν μπορεί να προχωρήσει, διότι υπάρχει συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ημερ. 23.8.91 σύμφωνα με την οποία διευθετήθηκαν όλες οι μέχρι της ημερομηνίας της συμφωνίας διαφορές των διαδίκων και έγινε ειδική πρόβλεψη ότι οποιαδήποτε περιουσία που θα αποκτάτο από τον καθένα ξεχωριστά μετά τις 23.8.91 θα ανήκει στο μέρος που την απέκτησε και το άλλο μέρος δεν θα είχε αξίωση για οποιαδήποτε συνεισφορά. Η συμφωνία ημερ. 23.8.91 επισυνάπτεται στην εν λόγω ένσταση ως «Τεκμ. 1». Καταλήγοντας ο Καθ΄ου η αίτηση αναφέρει ότι για ολόκληρη την παρούσα αίτηση δεν υπάρχει δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου και ότι η αίτηση αποκάλυψης αποτελεί κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση στις 17.5.
- Κατά την ακρόαση δεν υπήρξε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων παρά μόνο αγορεύσεις εκ μέρους των συνηγόρων των διαδίκων. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας μεταξύ άλλων ανέφερε ότι «υπάρχει η κυρίως αίτηση που εκκρεμεί, υπάρχει αύξηση της περιουσίας κατά την περίοδο του γάμου, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα ο Καθ΄ου η αίτηση να απέκτησε περιουσιακά στοιχεία τα οποία η Αιτήτρια δεν γνωρίζει, όπως αυτά περιλαμβάνονται στην αίτηση και σε μία συμφωνία που επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 1 στην ένσταση και γι΄ αυτό το λόγο θα ήταν αδύνατο να προωθήσει τις καλύτερες θεραπείες και το Δικαστήριο να της δώσει αυτά που δικαιούται». Στην κυρίως αίτηση υπάρχει ισχυρισμός ότι αποκτήθηκε περιουσία ύψους περίπου ενός εκατομμυρίου λιρών στην Κύπρο και στο εξωτερικό και σίγουρα περιουσία στην Κύπρο που δεν περιλαμβάνεται στη συμφωνία. Περαιτέρω ο συνήγορος της Αιτήτριας υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί σ΄ αυτό το στάδιο να κάμει ευρήματα αν υπάρχει ή δεν υπάρχει δικαιοδοσία. Εξάλλου όπως ανέφερε υπάρχει ισχυρισμός ότι οι διάδικοι ήσαν μόνιμοι κάτοικοι Κύπρου και είχαν σπίτι στην Αραδίππου. Ο Καθ΄ου η αίτηση εργάζετο σε εταιρεία στην Κύπρο και η Αιτήτρια ήταν στην Κύπρο σαν σύζυγος του Καθ΄ου η αίτηση και έμεναν μαζί. Τέλος ισχυρίστηκε ότι η συμφωνία «αφορούσε μόνο τα περιουσιακά στοιχεία που είχαν να κάνουν με τη στιγμή που έγινε η συμφωνία και όχι μετά και γι΄ αυτό το θέμα θα ακουστεί μαρτυρία Αμερικανικού Δικαίου». Συμφωνίες πριν τη διάσταση υποστήριξε ότι είναι άκυρες λόγω του ότι οι πρόνοιες του άρθρου 14 του Νόμου είναι αναγκαστικού δικαίου. Το άρθρο 14 είναι αντίστοιχο με το άρθρο 1400 του Αστικού Κώδικα. Συνέπεια του χαρακτήρα αυτού της ρύθμισης είναι η απαγόρευση συμφωνίας, πριν ή στη διάρκεια του γάμου, για την ανυπαρξία της ως άνω αξίωσης, τον περιορισμό της ως προς τα πράγματα ή το ποσοστό ή την επέκταση ως προς αυτό ή την παραίτηση ολικώς ή μερικώς απ΄ αυτήν. (Βλ. Το Νέο Οικογενειακό Δίκαιο, Β΄ Έκδοση του Αεροπαγίτη Β. Αντ. Βαθρακοκοίλη, Αθήνα 2000). Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ΄ου η αίτηση υποστήριξε αγορεύοντας ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία για να εκδικάσει την εν λόγω υπόθεση καθ΄ ολοκληρία και βέβαια γι΄ αυτό ακριβώς το λόγο δεν μπορεί να εκδικάσει ή να ικανοποιήσει οποιαδήποτε αίτηση η οποία εγείρεται σ΄ αυτή τη διαδικασία, διότι θα είναι διάταγμα εκδοθέν επί ματαίω. Υποστήριξε περαιτέρω ότι «Στα πλαίσια της αίτησης αυτής δεν μπορείτε να κρίνετε οτιδήποτε άλλο πέραν από το υλικό από το οποίο προκύπτει από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την παρούσα αίτηση και βέβαια κάποια θέματα, αν υπάρχουν κενά μπορεί να πάτε στην κυρίως αίτηση και την Υπεράσπιση που προβάλλεται - αυτό είναι το υλικό το οποίο θα αποτελέσει σ΄ αυτό το στάδιο τη βάση πάνω στην οποία θα εξετάσει το Δικαστήριο αν υπάρχει ή όχι δικαιοδοσία». Τέλος εισηγείται ότι «το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία, αυτό που ονομάζουμε εθνική δικαιοδοσία και δεν εννοούμε το Οικογενειακό Δικαστήριο Λάρνακος σε σχέση με το Δικαστήριο Λευκωσίας αλλά γενικά τα Δικαστήρια της Κύπρου δεν έχουν δικαιοδοσία, η οποία καθορίζεται είτε από τη διαμονή ενός από τους διαδίκους ή αν υπάρχει περιουσία στην Κύπρο. Αν δεν υπάρχει ούτε περιουσία, ούτε διαμονή οποιουδήποτε από τους διαδίκους τότε το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία. Στα πλαίσια της παρούσας αίτησης "πουθενά" δεν φαίνεται οποιοδήποτε υλικό που να καθορίζει ότι υπάρχει περιουσία στην Κύπρο». Τέλος καταλήγει ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι υπάρχει περιουσία στην Κύπρο είτε κινητή ή ακίνητη, «-αυτό είναι το πρώτο- φαίνεται από το υλικό που έχετε ενώπιον σας ότι ούτε στην κυρίως αίτηση, ούτε σ΄ αυτή την αίτηση και αυτό είναι το υλικό που πρέπει να αποφασίσετε .». Αναφορικά με τη διαμονή ισχυρίστηκε ότι ο Καθ΄ου η αίτηση απαντά στην υπεράσπισή του ότι δεν είναι κανένας από τους διαδίκους Κύπριος και ούτε έχει την κατοικία του στην Κύπρο, ούτε ήσαν τέτοιοι κατά τους τελευταίους τρεις μήνες πριν την καταχώρηση της αίτησης. Συνεπώς δεν υπάρχει δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου ούτε λόγω διαμονής ούτε λόγω περιουσίας. Ο δεύτερος λόγος που προβάλλει είναι ότι συμφωνίες που τηρούν τις προϋποθέσεις του Περί Συμβάσεως Νόμου, αν είναι ελεύθερες μεταξύ ενηλίκων, είναι έγκυρες και δεσμεύουν, εκτός μόνο στην περίπτωση που ρητά απαγορεύεται από το Νόμο. Δικαιοδοσία έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο και όχι το Οικογενειακό Δικαστήριο. Υποστήριξε ότι «η συμφωνία έγινε σε περίοδο που οι διάδικοι ήλθαν σε διάσταση ανεξάρτητα αν μετά επανήλθαν μαζί και δεν υπάρχει τίποτε ούτε στο Νόμο ή τη Νομολογία που να ακυρώνει ή να θεωρεί ότι αυτή η συμφωνία δεν πρέπει να τηρηθεί ή ότι αυτή η συμφωνία είναι άκυρη. Για να υπάρχει οικογενειακή διαφορά πρέπει να μην υπάρχει συμφωνία. Εφόσον στην παρούσα περίπτωση υπάρχει γραπτή συμφωνία δεν έχει δικαιοδοσία το Δικαστήριο να εκδικάσει επί ματαίω οικογενειακή διαφορά που δεν υπάρχει». ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ο Νομοθέτης με την ψήφιση του Ν.25(Ι)/98 και συγκεκριμένα με την προσθήκη του άρθρου 14Α
(1)μετά το άρθρο 14 του Ν.232/91 σκοπό είχε την αποτελεσματική εφαρμογή του άρθρου 14, ώστε το Δικαστήριο να δύναται ύστερα από σχετική αίτηση οποιουδήποτε διαδίκου να εκδώσει διάταγμα αποκάλυψης και γνώσης των περιουσιακών στοιχείων των διαδίκων κατά τον ουσιώδη χρόνο, γεγονός που αποτελεί την προϋπόθεση για τη λειτουργία των ουσιαστικών διατάξεων του νόμου. Η διαπίστωση των περιουσιακών στοιχείων, όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Α. Ορφανίδης ν. Ν. Ορφανίδη
(1998)1 (Α) ΑΑΔ 179, αποτελεί την αφετηρία. Αποβλέπει η διάταξη στη διασφάλιση της διαπίστωσης κατάστασης πραγμάτων χωρίς την οποία δεν θα ήταν δυνατή η απόδοση δικαιοσύνης στο πλαίσιο των διατάξεων του Νόμου. Απευθύνεται γι΄ αυτό σε κείνο που γνωρίζει την κατάσταση αυτή καλύτερα από κάθε άλλο και του επιβάλλει υποχρέωση αποκάλυψης, η οποία βέβαια δεν πρέπει να είναι ψευδής, ανακριβής ή μη πλήρης. Εν πάση περιπτώσει δεν τον θέτει σε μειονεκτική θέση έναντι του άλλου από το ότι του επιβάλλει αποκάλυψη πριν τη δίκη. (Βλ. Κολαρίδου ν. Ευγ. Κολαρίδη
(2000)1 ΑΑΔ 656, στη σελ. 683, χρήσιμα είναι και τα όσα αναφέρονται στις σελίδες 684 και 685). Ο Ευαγ. Κολαρίδης προσέβαλε την απόφαση ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο απορρίπτοντας την προσφυγή στο σύνολό της ως μη αποδεκτή (inadmissible) ανέφερε μεταξύ άλλων στην απόφασή του Kolarides v. Cyprus, Application No. 64039/2000, ημερ. 11.04.01 τα ακόλουθα: «
- Το Δικαστήριο σημειώνει ότι σκοπός του άρθρου 14Α είναι η υποβοήθηση του/της πρώην συζύγου μετά το διαζύγιο να καταστεί αυτοσυντηρούμενη και να αποκτήσει ένα δίκαιο μερίδιο της περιουσίας που αποκτήθηκε κατά τον έγγαμο βίο, σε περίπτωση που το βιοτικό επίπεδο της/του χειροτερεύσει. Οι πληροφορίες που παρέχονται δυνάμει αυτής της νομοθετικής πρόνοιας δεν στερούν ένα σύζυγο, όπως ο αιτητής, από την περιουσία του. Απλά βοηθούν το Δικαστήριο, το οποίο καλείται να ρευστοποιήσει την συζυγική περιουσία, στο να εκτιμήσει τους πόρους και τις οικονομικές ανάγκες των συζύγων και να αποφασίσει κατά πόσο θα πρέπει να καταβάλλεται συνεισφορά στο μέρος εκείνο που δεν μπορεί να είναι αυτοσυντηρούμενο. Επομένως, καταλήγει το Δικαστήριο, η υποχρέωση που επιβάλλει το άρθρο 14Α δεν συνιστά παραβίαση των δικαιωμάτων του αιτητή δυνάμει του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου και κατά συνέπεια το συγκεκριμένο μέρος της αίτησης απορρίπτεται ως έκδηλα ανεδαφικό.
- .................................. Στην συγκεκριμένη, όμως, περίπτωση, οι πληροφορίες που απαιτείτο από τον αιτητή να αποκαλύψει αφορούσαν την περιουσία του και ήταν υπό μορφή ένορκης δήλωσης ενώπιον Δικαστηρίου για σκοπούς της διάλυσης του γάμου του και διανομής της συζυγικής περιουσίας. Ακόμα και στην περίπτωση που η υποχρέωση προς αποκάλυψη συνιστούσε επέμβαση δυνάμει του άρθρου 8, η εν λόγω επέμβαση δικαιολογείτο καθότι προβλέπεται από Νόμο και επιδιώκει τον καθόλα νόμιμο σκοπό της προστασίας των δικαιωμάτων άλλων, δηλαδή των δικαιωμάτων του άλλου μέρους στον γάμο.
- ................................ Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο σημειώνει ότι το άρθρο 14Α δεν υποχρεώνει τον αιτητή να δώσει μαρτυρία για αδίκημα που ενδεχομένως να διέπραξε. Σκοπεί απλά να δώσει εξίσου στον κάθε σύζυγο σε αστική διαδικασία το δικαίωμα πληροφόρησης για την πραγματική έκταση της περιουσίας που ανήκει στον άλλο σύζυγο με σκοπό τη διάλυση του γάμου. Όπως το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε στην απόφαση του ημερ. 11.05.2000, η υποχρέωση επιβάλλεται και στους δύο διαδίκους εξίσου και κανένας από τους δύο δεν μειονεκτεί έναντι του άλλου. Καταλήγοντας, η υποχρέωση σε παροχή στοιχείων και σε απάντηση ερωτήσεων προς το σκοπό καθορισμού της πραγματικής εικόνας των γεγονότων, σκοπεί στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων της δίκαιης δίκης. Κατά συνέπεια δεν είναι ασυμβίβαστη με το άρθρο 6, παρ. 1 και το μέρος αυτό της προσφυγής επίσης απορρίπτεται ως έκδηλα ανεδαφικό». Να σημειωθεί περαιτέρω ότι η συνταγματικότητα των άρθρων 14 και 14Α προσβλήθηκε σε δύο υποθέσεις ενώπιον πρωτόδικων Δικαστηρίων ως προσκρούουσα στο άρθρο 23.1 του Συντάγματος. Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στα Νομικά Ερωτήματα αρ. 330 Ντ. Παπαϊωάννου ν. Γ. Παπαϊωάννου και αρ. 332 Χλ. Κολαρίδου ν. Ευαγ. Κολαρίδη
(2000)1 ΑΑΔ 656, κατά πλειοψηφία αποφάσισε ότι οι διατάξεις αυτές είναι καθόλα συνταγματικές. Η υποχρέωση του άρθρου 14Α βαρύνει και τους δύο διαδίκους εξίσου, χωρίς διάκριση. Ο Νόμος καθιερώνει πλήρη δικαστική ισότητα. Δεν τίθεται ο ένας διάδικος σε μειονεκτική θέση απέναντι στον άλλο. (Βλ. Το Οικογενειακό Δίκαιο Τόμος Ια του Δικαστή Σ. Λιασίδη, Λευκωσία 2005, Κύπρος). ΓΕΓΟΝΟΤΑ Επανέρχομαι στα γεγονότα της υπό εξέταση αίτησης. Άκουσα με προσοχή τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανέφεραν αγορεύοντας στο Δικαστήριο. Θα αρχίσω σχολιάζοντας την εισήγηση του ευπαίδευτου συνήγορου του Καθ΄ου η αίτηση ότι «Στα πλαίσια της αίτησης αυτής δεν μπορείτε να κρίνετε οτιδήποτε άλλο υλικό πέραν από το υλικό το οποίο προκύπτει από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την παρούσα αίτηση και βεβαία κάποια θέματα αν υπάρχουν κενά μπορεί να πάτε στην κυρίως αίτηση και την υπεράσπιση που προβάλλεται - αυτό είναι το υλικό το οποίο θα αποτελέσει σ΄ αυτό το στάδιο τη βάση πάνω στην οποία μπορείτε να εξετάσετε αν υπάρχει δικαιοδοσία ή όχι.», στο ότι «η συμφωνία 23.8.91 έγινε σε περίοδο που οι διάδικοι ήλθαν σε διάσταση ανεξάρτητα αν μετά επανήλθαν μαζί και δεν υπάρχει τίποτε ούτε στο Νόμο ή στη Νομολογία που να ακυρώνει την παρούσα συμφωνία» και ότι «οι διάδικοι ούτε διαμονή, ούτε περιουσία είχαν ώστε να έχει το Οικογενειακό Δικαστήριο δικαιοδοσία». Ακριβώς τα όσα ο συνήγορος του Καθ΄ου η αίτηση ανέφερε για να απαντηθούν θα πρέπει να ανατρέξω στην κυρίως αίτηση, την Υπεράσπιση και την Απάντηση στην Υπεράσπιση. Στο στάδιο της αίτησης αποκάλυψης δεν μπορώ να κρίνω και να αποφασίσω αν έχω ή όχι δικαιοδοσία αν δεν ακούσω σχετική μαρτυρία αναφορικά π.χ. με τη διαμονή των διαδίκων κατά τον ουσιώδη χρόνο, τα όσα γεγονότα περιβάλλουν τη σύναψη συμφωνίας, αν αποκτήθηκε περιουσία μετά τις 23.8.91, αν υπήρξε ή όχι διάσταση πριν τις 23.8.91 και μετά επανασύνδεση των διαδίκων, αν υπήρχε περιουσία στην Κύπρο πέραν της περιουσίας που καταγράφεται στη συμφωνία ημερ. 23.8.91, αν δημιουργήθηκε περιουσία μετά τις 23.8.91, εάν, όπως αναφέρει ο συνήγορος του Καθ΄ου η αίτηση, πιθανό οι διάδικοι να ήλθαν σε διάσταση και μετά επανήλθαν μαζί. Ανατρέχοντας στην αίτηση υπάρχει στην παράγραφο 4 ισχυρισμός ότι ο Καθ΄ου η αίτηση εδώ και 20 χρόνια διαμένει στη Λάρνακα και είναι φορολογικός κάτοικος Κύπρου. Στην παράγραφο 5 η Αιτήτρια αναφέρει ότι εδώ και δύο χρόνια οι διάδικοι διαμένουν σε οικία στην Αραδίππου. Προηγουμένως στην περιοχή Μακένζυ, ενώ παλαιότερα ζούσαν για κάποια χρόνια στη Λευκωσία. Στην παράγραφο 6 ότι η διάσταση επήλθε τέλη Αυγούστου του
- Η συμφωνία έγινε όπως ισχυρίζεται ο Καθ΄ου η αίτηση στις 23.8.
- Στην παράγραφο 12 η Αιτήτρια αναφέρει ότι ολόκληρη η οικογενειακή περιουσία είναι όλη στο όνομα του Καθ΄ου η αίτηση, ενώ η Αιτήτρια δεν έχει στο όνομά της οποιαδήποτε σημαντική περιουσία, είτε οποιοδήποτε εισόδημα. Στην παράγραφο 14 η Αιτήτρια αναφέρει ότι ο Καθ΄ου η αίτηση έχει καταθέσεις ή/και επενδύσεις ύψους τουλάχιστον €1,741,899.30, σε εταιρείες ή οργανισμούς ή και πρόσωπα περιλαμβανομένων της Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Marfin Popular Bank Public Co Ltd κ.α.. Με την παράγραφο 16 η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι έχει συνεισφορά που ανέρχεται σε €870,949.66, για την αύξηση της περιουσίας που προέρχεται από δική της συνεισφορά. Ο Καθ΄ου η αίτηση στην Υπεράσπισή του ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει περιουσία επί της οποίας η Αιτήτρια να έχει οποιαδήποτε απαίτηση και με το συμφωνητικό έγγραφο ημερ. 23.8.91 διαχώρισαν την περιουσία τους και συμφώνησαν για την περιουσία που θα αποκτούσαν μετά τις 23.8.
- Με την Απάντηση στην Υπεράσπιση η Αιτήτρια επιμένει ότι υπάρχει περιουσία στην Κύπρο και το Δικαστήριο διατηρεί δικαιοδοσία να εξετάσει αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα που βρίσκονται στην Κύπρο και στο εξωτερικό. Αναφέρεται στις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπεγράφη η συμφωνία ημερ. 23.8.91 και ότι είναι άκυρη. Τέλος ισχυρίζεται ότι μέχρι τη διάσταση, τέλος Αυγούστου 2008 οι διάδικοι διατηρούσαν κανονική έγγαμη ζωή και λειτουργούσαν ως παντρεμένο ζευγάρι και ουδέποτε τέθηκε θέμα διάστασης μεταξύ τους. Όλα τα ανωτέρω αποδεικνύουν ότι είναι πρόωρο στο παρόν στάδιο να αποφασίσω αν έχω δικαιοδοσία ή όχι χωρίς προηγουμένως να ακούσω μαρτυρία και να απαντηθούν οι ισχυρισμοί αμφοτέρων των διαδίκων όπως προκύπτουν από τα δικόγραφά τους. Εάν απορρίψω την αίτηση στο παρόν στάδιο χωρίς να ακούσω γεγονότα, αυτό θα σημαίνει ότι θέτω την Αιτήτρια σε μειονεκτική θέση απέναντι στον Καθ΄ου η αίτηση. Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται διάταγμα διατάττον τον Καθ΄ου η αίτηση LUIS UGUETO MOROS, εντός 30 ημερών από την επίδοση του διατάγματος να υποβάλει ένορκη δήλωση στο Δικαστήριο στην οποία να περιγράφει πλήρως με σαφήνεια και κατά συγκεκριμένο τρόπο την περιουσία στην οποία είχε οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο συμφέρον κατά την 23η Αυγούστου 1991 και 31η Αυγούστου
- Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας θα είναι υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ΄ου η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, αλλά θα καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Χρ. Δημητρίου, Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΤ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο