← Κύπρος

Κωνσταντίνας Αντωνίου ν. Ερμή Κωνσταντίνου, Αίτηση Διαζυγίου 28/08, 29 Σεπτεμβρίου, 2010

Κωνσταντίνας Αντωνίου ν. Ερμή Κωνσταντίνου, Αίτηση Διαζυγίου 28/08, 29 Σεπτεμβρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLAR:2010:16 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ-ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ:Σ. Κ. Καρατσή,Π., Χρ. Δημητρίου,Δ., Δ. Κούσιου, Δ. Αίτηση Διαζυγίου 28/08 Οικ. Δικ. Αμμοχώστου Μεταξύ: Κωνσταντίνας Αντωνίου, Φώτη Πίττα 19, Σωτήρα Αιτήτριας και Ερμή Κωνσταντίνου, Γ.13, Καλό Χωριό, Λάρνακα Καθ΄ου η αίτηση --------------------------------- Αίτηση Διαζυγίου 317/08 Οικ. Δικ. Λάρνακας Μεταξύ: Αντριάνας Ιωσήφ, από Συν. Κοφίνου 39, Λάρνακα Αιτήτριας και Αντρέα Χριστοδούλου, από Αραδίππου, οδός Μεσολογγίου 2 Καθ΄ου η αίτηση --------------------------------- Αίτηση Διαζυγίου 337/08 Οικ. Δικ. Λάρνακας Μεταξύ: Αντρούλλας Πασχάλη, το γένος Κώστα Μαύρου, από Ραφαήλ Σάντη, Πολ. Β, Διαμ. 4, Τσιακκιλερό, Λάρνακα Αιτήτριας και Κωνσταντίνου Πασχάλη, Φ/δι Κεντρικές Φυλακές Καθ΄ου η αίτηση --------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 29 Σεπτεμβρίου, 2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτριες: κα Ελένη Λουκά Για Γενικό Εισαγγελέα: κα Βούλα Κουρουζίδου Καρλεττίδου Α Π Ο Φ Α Σ Η Σ. Κ. Καρατσής, Π.: Η Αιτήτρια στην αίτηση 28/08 Οικογενειακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου και οι Αιτήτριες στις αιτήσεις 317/08 και 337/08 Οικογενειακού Δικαστηρίου Λάρνακας πέτυχαν την έκδοση πιστοποιητικού για παροχή δωρεάν νομικής αρωγής, ύστερα από σχετικό διάβημα τους κατά τις διατάξεις του περί Νομικής Αρωγής Νόμου του 2002 [Ν.165(Ι)/2002]. Δικαιούχοι κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του Νόμου επέλεξαν κατά το άρθρο 10, εδάφιο

(1)του ίδιου Νόμου τη δικηγόρο Ελένη Λουκά να τους προσφέρει τις υπηρεσίες της. Οι τρεις διαφορετικές διαδικασίες είχαν ως αντικείμενο τη λύση του γάμου της καθεμιάς και απέληξαν σε ταυτόσημο θετικό αποτέλεσμα. Η σχετική διαταγή για τα έξοδα, σε κάθε περίπτωση, ήταν: «Τα έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του καθ΄ου η αίτηση.». Τα έξοδα που, ύστερα από σχετικά διαβήματα της δικηγόρου Ελένης Λουκά υπολογίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο ήσαν «€1.232 πλέον ΦΠΑ επί του ποσού των €1.155,-» στην αίτηση 28/08», «€1.085,- πλέον ΦΠΑ επί ποσού €1.008» στην αίτηση 317/08 και «€805,- πλέον ΦΠΑ επί του ποσού €717,- πλέον €20 έξοδα σύνταξης» στην αίτηση 337/
  1. Στις 19.11.09 η δικηγόρος Ελένη Λουκά κατεχώρησε ξεχωριστή μονομερή αίτηση για την κάθε περίπτωση με το παρακάτω ταυτόσημα αντικείμενο: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο θα τροποποιεί την διαταγή και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ... αναφορικά με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση και ειδικότερα τη διαταγή του Δικαστηρίου αναφορικά με τον τρόπο πληρωμής των δικηγορικών εξόδων. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο θα καθορίζει τον τρόπο πληρωμής των δικηγορικών εξόδιων τα οποία έχουν επιδικασθεί υπέρ της αιτήτριας και εναντίον του καθ΄ου η αίτηση. Γ. ΄Εξοδα της παρούσας αίτησης πλέον Φ.Π.Α.». Η αιτία για καταχώρηση των τριών μονομερών αιτήσεων ήταν: α) Στην αίτηση 28/08: «
  2. Την 2/4/09 εξεδόθη εναντίον του καθ΄ου η αίτηση ένταλμα κινητών το οποίο επεστράφη απλήρωτο με την ένδειξη ότι ο καθ΄ου η αίτηση είναι πτωχεύσας στην αίτηση 170/08 ημερ. 7/10/
  3. (Επισυνάπτεται αντίγραφο). Μετά την επιστροφή του εντάλματος κινητών και λαμβανομένου υπ΄ όψιν ότι ο καθ΄ου η αίτηση είναι πτωχεύσας, είναι αδύνατη η πληρωμή των δικηγορικών εξόδων.» β) Στην αίτηση 317/08: «
  4. Την 17.6.09 εξεδόθη εναντίον του καθ΄ου η αίτηση ένταλμα κινητών το οποίο επεστράφη απλήρωτο με την ένδειξη ότι ο καθ΄ου η αίτηση απουσιάζει στο εξωτερικό. (Επισυνάπτεται αντίγραφο). Μετά την επιστροφή του εντάλματος κινητών και λαμβανομένου υπ΄ όψιν ότι ο καθ΄ου η αίτηση απουσιάζει στο εξωτερικό, είναι αδύνατη η πληρωμή των δικηγορικών εξόδων.» γ) Στην αίτηση 337/08: «
  5. Την 7.5.09 εξεδόθη εναντίον του καθ΄ου η αίτηση ένταλμα κινητών το οποίο επεστράφη απλήρωτο. (Επισυνάπτεται αντίγραφο). Μετά την επιστροφή του εντάλματος κινητών και λαμβανομένου υπ΄ όψιν ότι είναι άγνωστη η διεύθυνση του καθ΄ου η αίτηση είναι αδύνατη η πληρωμή των δικηγορικών εξόδων.» Τέθηκαν και οι τρεις αιτήσεις ενώπιον μας στις 9.12.
  6. Κρίναμε ευθύς εξ αρχής πως ήταν σκόπιμο ν΄ ακουστούν μαζί και θεωρήσαμε φρόνιμο να εμπλέξουμε, ως φίλο του Δικαστηρίου, το Γενικό Εισαγγελέα, ώστε να έχουμε και τη δική του αρωγή. ΄Υστερα από επίδοση τους στο γραφείο του μαζί με αντίγραφο του πρακτικού της 9.12.09 υπήρξε θετική ανταπόκριση του μέσω της δικηγόρου της Δημοκρατίας Βούλας Κουρουζίδου Καρλεττίδου. Καταχωρήθηκε μάλιστα ξεχωριστή ειδοποίηση ένστασης σε κάθε αίτηση. Οι αιτήσεις ακούστηκαν στις 19.05.
  7. Με βάση την επιχειρηματολογία των δύο πλευρών, ως παρατίθεται στις γραπτές αγορεύσεις που κατεχωρήθηκαν εγείρονται διάφορα νομικά σημεία. Θα δώσουμε απάντηση σ΄ αυτά χωρίς αναφορά στην πλευρά που τα ήγειρε.
  8. Το δικαίωμα για δωρεάν νομική αρωγή Το δικαίωμα για δωρεάν νομική αρωγή αποτελεί θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα κάθε προσώπου, εφόσο κατά το άρθρο 30.3(δ) του Συντάγματος: «΄Εκαστος έχει το δικαίωμα: (δ) .. να έχη συνήγορον της ιδίας αυτού εκλογής και να έχει δωρεάν νομικήν αρωγήν, οσάκις το συμφέρον της δικαιοσύνης απαιτή τούτο και όπως ο νόμος ορίζει.» Ο νόμος που ορίζει είναι βεβαίως ο περί Νομικής Αρωγής Νόμος του 2002 [Ν.165(Ι)/2002, στη συνέχεια «ο Νόμος»]. Για ν΄ απαντήσουμε τα νομικά σημεία που ηγέρθησαν θ΄ αναφερθούμε και σε πρόνοιες του περί Νομικής Αρωγής Διαδικαστικού Κανονισμού (Αρ. 1) του 2003, [στη συνέχεια «ΔΚ/2003»]. Θα περιοριστούμε σε ό,τι αφορά διαδικασίες ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου [Βλ. άρθρο 3 του Νόμου]. Ενδιαφέρει το άρθρο 6
(1)του Νόμου το οποίο παραθέτουμε: «6. -
(1)Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού, «διαδικασία ενώπιον Οικογενειακού Δικαστηρίου» σημαίνει- (α) Διαδικασία που εγείρεται αναφορικά με θέματα οικογενειακών σχέσεων με βάση διατάξεις διμερών ή πολυμερών Συμβάσεων στις οποίες έχει προσχωρήσει η Κυπριακή Δημοκρατία· ή (β) διαδικασία που αφορά θέματα γονικής μέριμνας, διατροφής, αναγνώρισης τέκνου, υιοθεσίας, περιουσιακών σχέσεων των συζύγων και οποιαδήποτε άλλη γαμική ή οικογενειακή διαφορά.» Θα υποστηρίξουμε στη συνέχεια ότι με βάση τις διατάξεις του Νόμου δημιουργείται μια τριμερής σχέση ανάμεσα στην Πολιτεία, το Δικαιούχο και το Δικηγόρο. Η ανάλυση αυτής της σχέσης δίδει και την απάντηση στα σημεία που έχομε ν΄ απαντήσουμε. 2. Οι επιμέρους σχέσεις Γενεσιουργός αιτία στη δημιουργία της τριμερούς σχέσης είναι η έκδοση κατά το άρθρο 7 του Νόμου πιστοποιητικού για δωρεάν νομική αρωγή. Με την έκδοση του πιστοποιητικού γεννούνται οι σχέσεις Πολιτείας-Δικαιούχου, Δικηγόρου-Δικαιούχου και Πολιτείας-Δικηγόρου. (α) Πολιτεία-Δικαιούχος Το πρόσωπο που διεκδικεί την παροχή δωρεάν νομικής αρωγής υποβάλλει γραπτή αίτηση είτε στο Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί διαδικασία είτε στο Δικαστήριο της επαρχίας στην οποία συνήθως διαμένει [Βλ. άρθρο 7
(1)του Νόμου και Κ4 του Δ.Κ./2003]. Η αίτηση του εξετάζεται σε δύο στάδια όπως προβλέπεται από τον Κ. 5 του Δ.Κ./2003. Δεν ενδιαφέρουν εδώ τα κριτήρια στη βάση των οποίων αποφασίζει το Δικαστήριο [Βλ. άρθρο 7 του Νόμου], εφόσο εδώ εξετάζομε την περίπτωση που η αίτηση εγκρίνεται και ο αιτητής καθίσταται δικαιούχος. Το πιστοποιητικό παραδίδεται στο δικαιούχο και «κάθε πληρωμή διενεργείται στη βάση του» [Βλ. Κ.6
(2)του Δ.Κ./2003]. Το περιεχόμενο της νομικής αρωγής για διαδικασία ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου εντοπίζεται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 6 του Νόμου: «
(2)Παρέχεται δωρεάν νομική αρωγή για διαδικασίες ενώπιον Οικογενειακού Δικαστηρίου, η οποία περιλαμβάνει συμβουλή, βοήθεια και αντιπροσώπευση.». Είχα την ευκαιρία ν΄ αναλύσω το εδάφιο αυτό στην αίτηση Νομικής Αρωγής 172/05, Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού, Μαρία Αντώρκα, 18.09.
  1. Το σχετικό απόσπασμα, το οποίο υιοθετούμε ως αναπόσπαστο μέρος της απόφασής μας, έχει ως ακολούθως: «Ό,τι ο νομοθέτης εννοεί με τους όρους «συμβουλή», «βοήθεια» και «αντιπροσώπευση» επεξηγείται στο άρθρο 2 του Νόμου. Ενδιαφέρει πρώτα η έννοια του όρου «αντιπροσώπευση», γι΄ αυτό τη μεταφέρω εδώ. «"αντιπροσώπευση" σημαίνει αντιπροσώπευση από δικηγόρο για σκοπoύς διαδικασίας και περιλαμβάνει κάθε μορφή βοήθειας που συνήθως παρέχεται από δικηγόρο σε σχέση με διαδικασίες σε όλα τα στάδια μέχρι την έκδοση απόφασης..». Είναι πρόδηλο ότι ο όρος «διαδικασία» στην πιο πάνω ερμηνεία αναφέρεται σε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση για διαδικασία ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου και για θέματα που καλύπτονται από το άρθρο 6 του Νόμου. Η φράση «σε όλα τα στάδια μέχρι την έκδοση απόφασης» είναι καθοριστικής σημασίας. Ανατρέχει, για όσα στη συνέχεια εξηγώ, σε χρόνο πριν την έναρξη της διαδικασίας και τελειώνει με την έκδοση της απόφασης. Θα πρέπει εδώ να παραθέσω και την ερμηνεία του όρου «βοήθεια»: «"βοήθεια" σημαίνει βοήθεια στη λήψη οποιωνδήποτε νόμιμων διαβημάτων, που πρόσωπο δυνατό να λάβει με διαδικασίες, είτε με τη λήψη των διαβημάτων αυτών για λογαριασμό του (συμπεριλαμβανομένης της αντιπροσώπευσης) είτε με την παροχή βοήθειας για να αναλάβει ο ίδιος τα διαβήματα αυτά.» Το εύρος της νομικής αρωγής συμπληρώνεται με την παράθεση της ερμηνείας του όρου "συμβουλή": «"συμβουλή" σημαίνει γνωμάτευση για κάθε νομικό θέμα που δικηγόρος δικαιούται να παρέχει σε σχέση με διαδικασία που αφορά το πρόσωπο που ζητά τη συμβουλή.» Με αντίθετη τώρα πορεία θα εξηγήσω ποιες ήσαν οι επιλογές της δικαιούχου σύμφωνα με το πιστοποιητικό της 25.11.
  2. Θα μπορούσε, πρώτο, αφού τύχει συμβουλής από δικηγόρο για τις διαδικασίες στις οποίες αναφέρεται το πιστοποιητικό να μην προβεί σε κανένα νόμιμο διάβημα. Θα μπορούσε, δεύτερο, αφού τύχει συμβουλής και βοήθειας από δικηγόρο να προχωρήσει η ίδια στη λήψη των διαβημάτων. Θα μπορούσε, τέλος, αφού τύχει συμβουλής από δικηγόρο να ζητήσει τη βοήθεια του για τη λήψη νόμιμων διαβημάτων συμπεριλαμβανομένης της αντιπροσώπευσης σε όλα τα στάδια της διαδικασίας μέχρι την έκδοση απόφασης. Η παραπάνω θέση αναδεικνύεται ορθή τόσο στη βάση του περιεχόμενου του όρου «νομική αρωγή» όσο και στη βάση του εδαφίου 2 του άρθρου 6 του Νόμου. Παρέθεσα ήδη το τελευταίο. Παραθέτω εδώ το πρώτο: «"νομική αρωγή" σημαίνει την παροχή συμβουλής, βοήθειας και αντιπροσώπευσης.» Μετά τη ψήφιση του περί Νομικής Αρωγής (Τροποιητικού) Νόμου του 2005 [Ν.77(Ι)/2005] το πιστοποιητικό που εκδίδεται από το Οικογενειακό Δικαστήριο παραμένει σε ισχύ και για σκοπούς καταχώρισης έφεσης στο Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο [Βλ. Νομική Αρωγή 24/08, Mary Supatan, 2.07.09]. Θα περιοριστούμε όμως σε ό,τι αφορά την έκταση της αντιπροσώπευσης του δικαιούχου σε διαδικασίες ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Είναι η θέση μας ότι περιλαμβάνει και τα μέτρα εκτέλεσης της απόφασης. Καταλήξαμε στη θέση αυτή, αφού αντλήσαμε καθοδήγηση από την υπόθεση Θεμιστοκλέους ν. Sunrise Clothing Industry Limited
(2000)1 AΑΔ 546. Στην περίπτωση εκείνη ο δικηγόρος που εκπροσωπούσε τον εναγόμενο στο πρωτόδικο δικαστήριο και εφεσείοντα στο Ανώτατο Δικαστήριο επεδίωξε την ακύρωση της επίδοσης στον ίδιο του καταλόγου ψήφισης εξόδων, που οι εφεσίβλητοι υπέβαλαν μετά την απόρριψη της έφεσης με έξοδα με τη δικαιολογία ότι δεν είχε εξουσιοδότηση από τον πελάτη του. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του είπε στις σσ. 549 και 550: «Η επίλυση του θέματος το οποίο τίθεται συναρτάται γενικά με τον καθορισμό του πλαισίου της εντολής εκπροσώπησης διαδίκου από το δικηγόρο του, ειδικά σε σχέση με τα έξοδα. Η Δ.59, θ.28(i), των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας κάμνει ειδική πρόνοια για το θέμα που εξετάζουμε: «For the purpose of any taxation of costs by the Chief Registrar the address for service of a party shall include the address of any advocate who may have appeared for such party on the hearing before the Court.» Η θεσμική αυτή διάταξη συναρτάται άμεσα με τις ιδιαιτερότητες του θέματος το οποίο πραγματεύεται. Ο καθορισμός των εξόδων αποτελεί απόρροια αυτής τούτης της δικαστικής απόφασης, μέτρο συνυφασμένο με τον ακριβή προσδιορισμό του αποτελέσματος της δίκης. Εξ ορισμού η εντολή προς εκπροσώπηση του διαδίκου περιλαμβάνει κάθε μέτρο που έχει σχέση με το αποτέλεσμα της δίκης. Πέραν τούτου ο δικηγόρος ο οποίος εκπροσωπεί το διάδικο στη δίκη είναι σε ιδιάζουσα θέση να πραγματευθεί τα θέματα του καταλόγου των εξόδων λόγω της γνώσης που έχει για την πορεία της δίκης και των εκφάνσεων της διαδικασίας. Η Δ.59, θ.28(i), ευχερώς εντάσσεται στο ευρύτερο φάσμα της αρχής που διέπει το πλαίσιο, θεσμικό και χρονικό, της εντολής δικηγόρου προς εκπροσώπηση διαδίκου». Η σχέση Πολιτείας-Δικαιούχου δεν είναι στατική. «Το δικαστήριο που εξέδωσε το πιστοποιητικό μπορεί να το ανακαλέσει, όταν υπάρχει ουσιαστική αλλαγή των δεδομένων του δικαιούχου», διαλαμβάνει η επιφύλαξη του άρθρου 7(Ι) του Νόμου. Η ανάκληση διενεργείται «αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο ή μετά από αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας». Η γνωστοποίηση της απόφασης του πιστοποιητικού τερματίζει τη σχέση Πολιτείας-Δικαιούχου. [Βλ. Κ.9
(1)και Κ.9
(4)του Δ.Κ./2003]. (β) Δικηγόρος-Δικαιούχος Προϋπόθεση για έναρξή της σχέσης είναι η έκδοση κατά το άρθρο 7 του Νόμου πιστοποιητικού για δωρεάν νομική αρωγή. Το πρόσωπο προς όφελος του οποίου έχει εκδοθεί το πιστοποιητικό, ο δικαιούχος, έχει κατά το άρθρο 10
(1)του Νόμου δικαίωμα επιλογής του δικηγόρου που θα του προσφέρει δωρεάν νομική αρωγή. Ασκεί το δικαίωμα αυτό απαραιτήτως από δικηγόρους που κατά το άρθρο 11 του Νόμου είναι εγγεγραμμένοι στον κατάλογο που καταρτίζει ο Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος. Σε περίπτωση που ο δικαιούχος δεν υποδεικνύει δικηγόρο της επιλογής του, το Δικαστήριο προβαίνει σε διορισμό δικηγόρου από τον ίδιο κατάλογο [Βλ. άρθρο 10
(2)του Νόμου και Κ. 8
(1)του Δ.Κ./2003]. Η έκδοση Διοριστηρίου από το Πρωτοκολλητείο αποτελεί πάντως την έναρξη της σχέσης του δικηγόρου με το δικαιούχο. Το Διοριστήριο αυτό αντιστοιχεί με το ομώνυμο της Δ.2 θ.14 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (retainer). Σύμφωνα δε με τον Κ.8
(2)του Δ.Κ./2003 «καταχωρείται στο Πρωτοκολλητείο και στο φάκελο της διαδικασίας για την οποία έχει εκδοθεί.» Η σχέση Δικηγόρου-Δικαιούχου, με εξαίρεση το ζήτημα της αμοιβής του δικηγόρου για το οποίο θα επανέλθομε αργότερα, εξομοιώνεται με τη γνωστή σχέση δικηγόρου-πελάτη σύμφωνα με τους περί Δεοντολογίας των Δικηγόρων Κανονισμών του 2002, [στη συνέχεια «Δ.Δ.Κ. /2002]. Η θέση αυτή υποστηρίζεται από το άρθρο 9
(1)(α) του Νόμου, που προβλέπει: «9.-
(1)Εκτός αν προκύπτει διαφορετικά από τον παρόντα Νόμο ή τους Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει αυτού- (α) Το γεγονός ότι οι υπηρεσίες του δικηγόρου παρέχονται δυνάμει του Νόμου αυτού δεν επηρεάζει τη σχέση μεταξύ δικηγόρου-πελάτη ή τα δικαιώματα εκάστου ή τα προνόμια τα οποία απορρέουν από τη σχέση αυτή». Δεν έχει έννοια ν΄ ασχοληθούμε εδώ με τα ζητήματα για τα οποία το άρθρο 9
(1)(α) παραπέμπει στη σχέση μεταξύ δικηγόρου-πελάτη. Ενδιαφέρει, ωστόσο, ν΄ ασχοληθούμε με δύο για τα οποία ο Νόμος και οι Κανονισμοί προβλέπουν διαφορετικά. Επιλέγουμε ως αφετηρία τον Κ.20
(1)των Δ.Δ.Κ./2002: «
(1)Ο δικηγόρος δεν ενεργεί παρά μόνο αφού πάρει εντολή από τον πελάτη του, εκτός εάν ένας άλλος δικηγόρος που εκπροσωπεί τον πελάτη, ή αρμόδια αρχή του αναθέσουν εντολή.» Ο δικηγόρος που παρέχει τις υπηρεσίας του δυνάμει του Νόμου δε λαμβάνει εντολή από τον δικαιούχο, αλλά από την Πολιτεία. Τούτο προκύπτει ευθέως από το άρθρο 10
(2)του Νόμου που αναφέρει ότι «το Δικαστήριο διορίζει δικηγόρο» όσο και από τον Κ.8
(1)του Δ.Κ./2003 ο οποίος επιτάσσει ότι «..το Δικαστήριο προβαίνει σε διευθετήσεις για διορισμό δικηγόρου .. και εξουσιοδοτεί την έκδοση Διοριστήριου από το Πρωτοκολλητείο ...». Είναι συνεπώς η Πολιτεία μέσω του Πρωτοκολλητή που, ως αρμόδια αρχή, αναθέτει την εντολή στον δικηγόρο κατά τον Κ.20
(1)των Δ.Δ.Κ./2002. Σχετικό είναι το περιεχόμενο του Τύπου 5 στον οποίο παραπέμπει ο Κ.8
(1)του Δ.Κ./2003. Ανάλογη με την ανάθεση της εντολής είναι και η περίπτωση ανάκλησης αυτής. Η γνωστοποίηση της ανάκλησης από την Πολιτεία στο δικηγόρο τερματίζει τη σχέση Πολιτείας-Δικηγόρου [Βλ. Κ9
(4)του Δ.Κ./2003 και τον Τύπο 9]. Διαφέρει η περίπτωση ανάκλησης του πιστοποιητικού από την περίπτωση αλλαγής δικηγόρου την οποία θα εξετάσομε παρακάτω. (γ) Πολιτεία-Δικηγόρος Μας είναι ευχερέστερο να πούμε από τώρα πως ο δικηγόρος που διορίζεται με τον Τύπο 5 αμοίβεται, σε κάθε περίπτωση, για τις υπηρεσίες του από την Πολιτεία, και να εξηγήσουμε στη συνέχεια τους λόγους της κατάληξης μας. Το άρθρο 10
(4)του Νόμου προβλέπει: «
(4)Δικηγόρος που διορίζεται με βάση τα πιο πάνω εδάφια μπορεί να ζητήσει την καταβολή των δικηγορικών του εξόδων σ΄ οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας: Νοείται περαιτέρω ότι σε περίπτωση αλλαγής δικηγόρου εξοφλούνται πρώτα τα δικηγορικά έξοδα του προηγούμενου δικηγόρου.» Η φράση «σ΄ οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας» καλύπτει βεβαίως όλα τα στάδια, από την έναρξη μέχρι και τη λήξη αυτής. Θα μπορούσε ο δικηγόρος κατά τον Κ. 27 των Δ.Δ.Κ./2002 να ζητήσει ακόμη και πληρωμή προκαταβολής έναντι των εξόδων του. Μπορεί, ωστόσο, ν΄ αναμένει την ολοκλήρωση της διαδικασίας και να ζητήσει την καταβολή του συνόλου των δικηγορικών του εξόδων. Κάθε πληρωμή από την Πολιτεία στο δικηγόρο διενεργείται στη βάση του πιστοποιητικού για παροχή δωρεάν νομικής αρωγής, αφού ο δικηγόρος υπογράψει δήλωση στον Τύπο 4 ότι δεν εισέπραξε οποιοδήποτε άλλο ποσό σε σχέση με τις υπηρεσίες του [Βλ. άρθρο 9
(3)του Νόμου και Κ.6
(2)του Δ.Κ./2003]. Η ορθότητα της θέσης που διατυπώσαμε καταδεικνύεται και από την επιφύλαξη του άρθρου 10
(4). Σε περίπτωση αλλαγής δικηγόρου η Πολιτεία έχει καθήκον εξόφλησης των δικηγορικών εξόδων του προηγούμενου δικηγόρου. Η διάταξη αυτή είναι ανάλογη με εκείνη του Κ.35
(5)των Δ.Δ.Κ./2002 σύμφωνα με την οποία «ο δικηγόρος έχει την υποχρέωση να βεβαιωθεί ότι η αμοιβή του συναδέλφου του εξοφλήθηκε και να αναλάβει την υπόθεση αφού εξοφληθεί η αμοιβή του συναδέλφου του». Τέλος η θέση μας στηρίζεται και στο άρθρο 9
(4)του Νόμου, που προβλέπει: «Τυχόν ανάκληση πιστοποιητικού που εκδόθηκε για παροχή δωρεάν νομικής αρωγής σε οποιοδήποτε πρόσωπο δεν επηρεάζει το δικαίωμα οποιουδήποτε δικηγόρου για αμοιβή για τις υπηρεσίες που προσφέρει μέχρι την ημερομηνία της ανάκλησης». Η αναφορά σε δικαίωμα του δικηγόρου για αμοιβή για τις υπηρεσίες που προσέφερε μέχρι την ημερομηνία ανάκλησης δεν αφήνει περιθώριο άλλης ερμηνείας. ΄Ο,τι ισχύει στην περίπτωση της ανάκλησης του πιστοποιητικού, ισχύει και στην περίπτωση που ο δικηγόρος ολοκληρώνει τη διαδικασία ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Κάθε άλλη γνώμη θα ήταν παράλογη (argumentum ad absurdum). 3. Η διαταγή του Δικαστηρίου για τα έξοδα (α) Γενικές παρατηρήσεις Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Δημοκρατία ν Milouca Motor Trading Ltd
(2000)1 ΑΑΔ 630, στη σ. 633 «[ο] κανόνας ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα συναρτάται κατά πρώτο λόγο με την έκβαση της δίκης». Στην παλαιότερη υπόθεση Ζαβρού ν. Μιχαηλίδου
(1996)1 ΑΑΔ 477, στη σ. 481 υποδείχθηκε πως ο κανόνας αυτός είναι τόσο ισχυρός «.. που από μόνος του παρέχει την αιτιολόγηση στην κάθε αντίστοιχη εξέλιξη χωρίς να παρίσταται ανάγκη εξειδίκευσης. Παρέκκλιση δικαιολογείται μόνον εφόσον συντρέχει άλλη επαρκής περίσταση που πρέπει βέβαια να εκτίθεται. Χρήσιμη υπόμνηση περί τούτου γίνεται στη Χάσικος Μιχαήλ ν Ανδρέα Χαραλαμπίδη
(1990)1 ΑΑΔ 389», [Βλ. επίσης Μαλαός κ.ά ν. Χρίστου κ.ά.
(2005)1 ΑΑΔ 1191 στη 1203 και Χριστόδουλος Παπουής κ.ά ν Δήμου Λευκωσίας
(1993)3 ΑΑΔ 640]. (β) Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για τα έξοδα και ο Νόμος. Μια σειρά από επιμέρους ρυθμίσεις του Νόμου υποδηλώνουν την εφαρμογή του συνήθους κανόνα ως προς τα έξοδα και στην περίπτωση που στη διαδικασία συμμετέχει πρόσωπο για το οποίο εκδόθηκε και βρίσκεται σε ισχύ πιστοποιητικό για δωρεάν νομική αρωγή. Ως πρώτη θεωρούμε εκείνη του άρθρου 9
(1)(β) του Νόμου. Το παραθέτουμε: (9.-
(1)Εκτός αν προκύπτει διαφορετικά από τον παρόντα Νόμο ή τους Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει αυτού - (α) ...................... (β) τα δικαιώματα τα οποία παρέχονται από τον παρόντα Νόμο στο πρόσωπο στο οποίο παρέχεται δωρεάν νομική αρωγή, δεν επηρεάζουν τα δικαιώματα ή τις ευθύνες άλλων μερών όσον αφορά τις διαδικασίες ή τις αρχές με βάση τις οποίες συνήθως ασκείται η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Θα πρέπει ν΄ αναλύσουμε πρώτα το εδάφιο (β) και να εξετάσομε στη συνέχεια καταπόσο προκύπτει διαφορετικά από το Νόμο ή τους δυνάμει αυτού Κανονισμούς. Για το σκοπό αυτό θα διακρίνουμε την περίπτωση του αποτυχόντος δικαιούχου από εκείνη του επιτυχόντος. Η αποτυχία του δικαιούχου στη διαδικασία συνεπάγεται την καταδίκη του για τα έξοδα υπέρ του επιτυχόντος διαδίκου. Τα έξοδα αυτά βαραίνουν τον αποτυχόντα δικαιούχο προσωπικά ως εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους. Η επιτυχία από την άλλη του δικαιούχου και η παρεπόμενη προς όφελος του διαταγή για τα έξοδα σε βάρος του αποτυχόντα διαδίκου αποτελεί εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος του τελευταίου. Η εν λόγω διαταγή του δικαστηρίου καθιστά τον δικαιούχο εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, εξέλιξη που μεταβάλλει τη σχέση Πολιτείας-Δικαιούχου. «Τα δικαιώματα και οι ευθύνες άλλων μερών» στο εδάφιο 9
(1)(β) σε διαδικασία ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου αφορούν βεβαίως το εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος σε ό,τι αφορά τα έξοδα. Ταυτίζονται με το δικαίωμα του επιτυχόντος διαδίκου να εισπράξει από τον αποτυχόντα δικαιούχο τα έξοδα του και την ευθύνη του αποτυχόντα διαδίκου να καταβάλει στον επιτυχόντα δικαιούχο τα έξοδα. Αυτό το δικαίωμα ή αυτή η ευθύνη του διαδίκου δεν επηρεάζονται από «τα δικαιώματα τα οποία παρέχονται από τον παρόντα Νόμο στο πρόσωπο στο οποίο παρέχεται δωρεάν νομική αρωγή» «[ε]κτός αν προκύπτει διαφορετικά από τον παρόντα Νόμο ή τους Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει αυτού». 4. Η τριμερής σχέση στην περίπτωση επιδίκασης εξόδων υπέρ του επιτυχόντος δικαιούχου ΄Ο,τι προκύπτει διαφορετικά από το Νόμο είναι οι διατάξεις του εδαφίου 2 του άρθρου 9. Το παραθέτουμε γιατί αποτελεί και το πλέον επίμαχο: «
(2)Χωρίς να επηρεάζεται η γενικότητα της παραγράφου (β) του εδαφίου
(1), για σκοπούς υπολογισμού των εξόδων του επιτυχόντος δικαιούχου, οι υπηρεσίες δικηγόρου δε θεωρούνται ότι έχουν παρασχεθεί δυνάμει του παρόντος Νόμου». Το εδάφιο
(2)ολοκληρώνεται με την παρακάτω επιφύλαξη: «Νοείται ότι, σε περίπτωση που το δικαστήριο επιδικάζει έξοδα υπέρ του επιτυχόντος δικαιούχου, δεν καταβάλλεται οποιοδήποτε ποσό για σκοπούς νομικής αρωγής και οποιοδήποτε ποσό για σκοπούς νομικής αρωγής και οποιοδήποτε ποσό κατεβλήθη επιστρέφεται». Στην προκειμένη περίπτωση το εδάφιο
(2)εντάσσεται στη σχέση Πολιτείας-Δικηγόρου την οποία θα εξετάσομε παρακάτω. Η επιφύλαξη, ωστόσο, εντάσσεται στη σχέση Πολιτείας-Δικαιούχου. Ο επιτυχών δικαιούχος ως εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής δικαιούται να εισπράξει τα έξοδα του από τον αποτυχόντα διάδικο, τον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους. Τα έξοδα ως εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος δεν καταβάλλονται δύο φορές. Η ευθύνη του αποτυχόντα διαδίκου γι΄ αυτά μεταβάλλει τη σχέση Πολιτείας-Δικαιούχου. «[Δ]εν καταβάλλεται οποιοδήποτε ποσό για σκοπούς νομικής αρωγής και οποιοδήποτε ποσό κατεβλήθη επιστρέφεται». 5. Σε ποιον δεν καταβάλλεται οποιοδήποτε ποσό για σκοπούς νομικής αρωγής και από ποιον επιστρέφεται οποιοδήποτε ποσό κατεβλήθη Αρχίζομε από το άρθρο 12 του Νόμου. Με αυτό ο νομοθέτης καθιστά ποινικά υπόλογο έναντι της Πολιτείας το πρόσωπο που «για να εξασφαλίσει δωρεάν νομική αρωγή για τον εαυτό του ή για άλλο πρόσωπο . προβαίνει, προφορικά ή γραπτά, σε δόλια ή ψευδή δήλωση ή παράσταση ή αποκρύπτει ουσιώδες γεγονός». Σε περίπτωση καταδίκης το Δικαστήριο πέραν της επιβολής ποινής κατά το εδάφιο
(1)«δύναται να διατάξει το πρόσωπο αυτό να επιστρέψει ολόκληρο ή μέρος του ποσού που του καταβλήθηκε για σκοπούς νομικής αρωγής». Είναι ευεξήγητο ότι στην περίπτωση που ο ένοχος του αδικήματος του άρθρου 12
(1)είναι ο δικαιούχος, αυτός είναι που διατάσσεται να επιστρέψει «ολόκληρο ή μέρος του ποσού που του καταβλήθηκε για σκοπούς νομικής αρωγής.» Εξηγήσαμε αναλύοντας τη σχέση Πολιτείας-Δικαιούχου και ειδικότερα την έκταση της αντιπροσώπευσης ότι αυτή συμπεριλαμβάνει και τα μέτρα εκτέλεσης της απόφασης. Στην περίπτωση του επιτυχόντος δικαιούχου ο δικηγόρος έχει καθήκον να προχωρήσει σε μέτρα εκτέλεσης κατά του αποτυχόντα διαδίκου για είσπραξη του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους. Επιστρέφοντας στο περιεχόμενο της επιφύλαξης του άρθρου 9
(2)η φράση «δεν καταβάλλεται οποιοδήποτε ποσό για σκοπούς νομικής αρωγής και οποιοδήποτε ποσό κατεβλήθη επιστρέφεται» εφαρμόζεται «[χ]ωρίς να επηρεάζεται η γενικότητα της παραγράφου (β) του εδαφίου
(1)». Από τη στιγμή που ο δικηγόρος μπορεί κατά το άρθρο 10
(4)«να ζητήσει την καταβολή των δικηγορικών του εξόδων σ΄ οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας», θα ήταν παράλογο να επιστρέφει αυτά στην περίπτωση επιτυχόντος δικαιούχου (argumentum a contrario). Με άλλα λόγια δεν μπορεί ο δικηγόρος του αποτυχόντος δικαιούχου να είναι σε καλύτερη μοίρα από το δικηγόρο του επιτυχόντος. Ούτε βεβαίως ο δικηγόρος του τελευταίου να υποχρεούται σε επιστροφή σε αντίθεση με το συνάδελφό του, τον οποίο διαδέκτηκε στην εντολή από την Πολιτεία. Η Πολιτεία δύναται να επανακτήσει το ποσό που κατέβαλε, στην περίπτωση επιτυχόντος δικαιούχου, απευθείας από τον αποτυχόντα διάδικο. Το εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος στα χέρια του τελευταίου αποτελεί αδικαιολόγητο πλουτισμό (unjust enrichment). Επειδή όμως ό,τι κατέβαλε με βάση το πιστοποιητικό ως χρήματα που καταβλήθηκαν δυνάμει του Νόμου δεν θα στοιχειοθετούσαν την αντίστοιχη αξίωση, [Βλ. Bilbie ν. Lumley
(1802)2 East 469] ο νομοθέτης εξομοίωσε αυτά με χρήματα που καταβλήθηκαν κάτω από πραγματικό λάθος [Βλ. Kelly v. Solari
(1841)9 M. & W. 54]. ΄Ηταν λοιπόν αρκετά προνοητικός όταν στο άρθρο 9
(2)καθιέρωνε πλάσμα του νόμου (fictio legis). Με τη φράση «οι υπηρεσίες δικηγόρου δε θεωρούνται ότι έχουν παρασχεθεί δυνάμει του παρόντος Νόμου» εξομοιώνει κατά τη νομική ενέργεια ένα πραγματικό γεγονός με κάτι άλλο [βλ. Goff and Jones, The Law of Restitution, 2nd edition, σσ. 69-106]. Το ίδιο δικαίωμα της Πολιτείας υπάρχει και όταν μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας και την επιδίκαση των εξόδων υπέρ του επιτυχόντος δικαιούχου η Πολιτεία δεν κατέβαλε στο δικηγόρο οποιοδήποτε ποσό. Του καταβάλλει την αμοιβή του και στη συνέχεια υποκαθίσταται στα πόδια του επιτυχόντος δικαιούχου (subrogation) και αξιώνει αποκατάσταση (indemnified). Σύμφωνα με τον Κ. 27 των Δ.Δ.Κ./2003 ο δικηγόρος του επιτυχόντος διαδίκου οφείλει μετά την εκτέλεση της απόφασης να επιστρέψει στον πελάτη κάθε ποσό που εισέπραξε ως προκαταβολή και τούτο γιατί η προκαταβολή αποτελεί μέρος του επιδικασθέντος ποσού για έξοδα. Εξυπακούεται ότι την ίδια ευθύνη έχει και ο δικηγόρος του επιτυχόντος δικαιούχου εάν εισέπραξε ολόκληρο ή μέρος της αμοιβής του από την Πολιτεία και στη συνέχεια εισπράξει τα επιδικασθέντα υπέρ του δικαιούχου έξοδα από τον αποτυχόντα διάδικο. Σε τελευταία ανάλυση η επιφύλαξη του άρθρου 9
(2)του Νόμου εμποδίζει την παρακράτηση χρημάτων της Πολιτείας εκεί όπου άλλο πρόσωπο είναι υπόχρεο στην καταβολή του. Η καταβολή από την Πολιτεία της αμοιβής του δικηγόρου του επιτυχόντος δικαιούχου υπέρ του οποίου το δικαστήριο επεδίκασε έξοδα ισοδυναμεί με πληρωμή αλλοτρίου χρέους εφόσο έχει αντίκτυπο στον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, τον αποτυχόντα διάδικο, που μετά την απόφαση είναι ο πραγματικός οφειλέτης του χρέους. 6. Ο υπολογισμός των εξόδων του επιτυχόντος δικαιούχου Σύμφωνα με το άρθρο 9
(2)του Νόμου «για σκοπούς υπολογισμού των εξόδων του επιτυχόντος δικαιούχου, οι υπηρεσίες δικηγόρου δε θεωρούνται ότι έχουν παρασχεθεί δυνάμει του παρόντος Νόμου». Εδώ ο νομοθέτης εξομοιώνει τη σχέση δικηγόρου-δικαιούχου με τη σχέση δικηγόρου-πελάτη. Υπεισέρχονται συνεπώς όσα ισχύουν στην τελευταία περίπτωση κατά τα προβλεπόμενα στη Δ.59 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η διαδικασία ψήφισης των εξόδων γίνεται ενώπιον του Πρωτοκολλητή. Η διαδικασία είναι δικαστικής υφής [Βλ. Λεύκος Γεωργιάδης ν. Υπουργικού Συμβουλίου
(1999)3 ΑΑΔ 35: Η κατάληξή του Πρωτοκολλητή υπόκειται σε αναθεώρηση από το δικαστήριο με αίτηση που υποβάλλεται εντός επτά ημερών από την έκδοση του πιστοποιητικού. Η Δ.59, Θ. 17 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προσδιορίζουν τα όρια και το αντικείμενο της αναθεώρησης. Όπως προβλέπεται σ΄ αυτή το πιστοποιητικό είναι τελικό εκτός για ό,τι αμφισβητήθηκε ενώπιον του Πρωτοκολλητή από το δυσαρεστημένο πρόσωπο. 7. Η τύχη των υπό εξέταση αιτήσεων Και οι τρεις αιτήσεις είναι θνησιγενείς. Ως Οικογενειακό Δικαστήριο δεν έχουμε εξουσία να τροποποιήσουμε τις αντίστοιχες διαταγές για τα έξοδα. Αυτό θα μπορούσε να γίνει μόνο με έφεση εναντίον των τριών αποφάσεων στο Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο. [Βλ. Δ.59 θ.20 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, Κοτσώνια ν. Αντωνίου
(1999)1 ΑΑΔ 2007 και Χριστοφόρου
(2000)1 ΑΑΔ 1041]. Η απόφαση μας θα μπορούσε να περιοριστεί στις τελευταίες επτά γραμμές οι οποίες εξαντλούν το αντικείμενο των τριών αιτήσεων. Ομολογούμε πως κατά τις αρχές που διατυπώθηκαν στην Philippou v. Philippou
(1986)1 ΑΑΔ 689, υπερβήκαμε την εξουσία μας, για καλό όμως λόγο. Επεκταθήκαμε σε ένα ευρύ φάσμα διατάξεων του Νόμου, γιατί θέλαμε να δώσουμε τέλος στη σύγχυση που επικρατεί στην εφαρμογή τους. Ευχαριστούμε τη δικηγόρο Ελένη Λουκά που μας έδωσε την ευκαιρία. Με παρρησία προσέφυγε στο διάβημα που θεώρησε ορθό. Μόνη ανέλαβε την πρωτοβουλία και οφείλουμε να εξάρουμε τη θαρρετή στάση της ν΄ αναζητήσει διέξοδο στο αδιέξοδο, που ως δικηγόρος των τριών δικαιούχων αιτητριών αντιμετώπιζε. Η έκβαση του διαβήματος της δεν αφαιρεί από την ευγενική της προσπάθεια. Ευχαριστούμε επίσης το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για την πολύτιμη αρωγή, που, ως φίλος του Δικαστηρίου, μας παρείχε μέσω της εκπροσώπου του, δικηγόρο Βούλα Κουρουζίδου Καρλεττίδου. Με την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε στην αγόρευση της το δικό μας έργο δεν ήταν δύσκολο. Οι αιτήσεις απορρίπτονται χωρίς καμμιά διαταγή για έξοδα. (Υπ.) .......... Σ. Κ. Καρατσής, Π. (Υπ.) ......... Χρ. Δημητρίου, Δ. (Υπ.) .......... Δ. Κούσιου, Δ./ΓΙ /ΓΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.