← Κύπρος

Ολένας Κορότκα ν. Σταύρου Φωτίου, Αρ. Αίτησης: 1/08, 25  Φεβρουαρίου 2010

Ολένας Κορότκα ν. Σταύρου Φωτίου, Αρ. Αίτησης: 1/08, 25 Φεβρουαρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODPAF:2010:1 ΣΤΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Δικαιοδοσία Αναγνώρισης Πατρότητας Ενώπιον: Κ. Χ΄ Αθανασίου - Σιαμτάνη, Δ. Αρ. Αίτησης: 1/08 Μεταξύ: Ολένας Κορότκα εκ Danaos Complex F, διαμ. 102, 8015, Πάφος Αιτήτριας και Σταύρου Φωτίου εκ Μετεώρων, Βιομηχανική Περιοχή Στροβόλου Καθ΄ ου η Αίτηση ---------------- Ημερομηνία: 25 Φεβρουαρίου 2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: κα Έλενα Μαλά ( για να ακούσει απόφαση) για τον κ. Αρ. Βρυωνίδης Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Φιλίππου ( για να ακούσει απόφαση) για τον κ. Κυπρίζογλου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η δικαστική αναγνώριση της πατρότητας της μικρής Αναστασίας είναι και το ζητούμενο στην παρούσα αίτηση. Η αιτήτρια με εναρκτήρια κλήση ζητά όπως ο καθ' ου η αίτηση αναγνωριστεί ως πατέρας του κοριτσιού. Επίσης αιτείται διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η εγγραφή στα ληξιαρχικά βιβλία του ονοματεπώνυμου του καθ' ου η αίτηση ως του πατέρα της ανήλικης και όπως δοθεί στο παιδί το επώνυμο Φωτίου. Η αιτήτρια δεν ανέμενε τις οδηγίες του Δικαστηρίου ως προς την ακολουθητέα διαδικασία. Εξαρχής συνόδευσε την αίτηση της με ένορκη δήλωση με τα γεγονότα στα οποία στηρίζει το αγώγιμο δικαίωμα της. Η ένορκη δήλωση της είναι διατυπωμένη στα ελληνικά. Σ' αυτήν ισχυρίζεται τα ακόλουθα: Ότι είναι η μητέρα της ανήλικης Αναστασίας, είναι Ρωσίδα και διαμένει τα τελευταία χρόνια μόνιμα στην Πάφο. Ότι το παιδί γεννήθηκε στην κλινική Ευαγγελίστρια στην Πάφο στις 11/6/2006 και προς τούτο επισυνάπτει σχετικό πιστοποιητικό γέννησης ως τεκμήριο Α. Ότι με τον καθ' ου η αίτηση δεν είναι νυμφευμένη αλλά διατηρούσε σεξουαλικές σχέσεις από τα τέλη του

  1. Στις αρχές του 2006 έμεινε έγκυος, γεγονός το οποίο του ανέφερε, χωρίς όμως αυτός να επιδείξει το αναμενόμενο ενδιαφέρον, πλην του γεγονότος ότι την βοήθησε οικονομικά με τα έξοδα της γέννας. Αναφέρει περαιτέρω ότι επειδή ο καθ' ου η αίτηση δεν συνεργάζεται στο θέμα της αναγνώρισης της ανήλικης αναγκάστηκε να υποβάλει την παρούσα αίτηση. Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι η αίτηση της είναι αληθής και γίνεται με καλή πίστη και ότι θα ήταν προς το συμφέρον της ανήλικης να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Ο καθ' ου η αίτηση ακολουθώντας την ίδια τακτική καταχώρησε ένσταση στην παραπάνω αίτηση συνοδεύοντας την και αυτός με ένορκη δήλωση στην οποία προβάλλει τη δική του εκδοχή. Ως λόγους ένστασης προβάλλει τους ακόλουθους του οποίους και παραθέτω αυτούσιους. Α. Δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση των εξαιτούμενων διαταγμάτων και/ή θεραπειών, αφού τα αιτήματα Α,Β και Γ της υπό τον ως άνω με αριθμό και τίτλο Αίτησης είναι ουσιαστικά αβάσιμα αφού δεν υποστηρίζονται επαρκώς και/ή δεν υποστηρίζονται καθόλου στην Ένορκη Δήλωση της Αιτήτριας ημερ. 24.1.2008, η οποία υποστηρίζει την αίτηση της, της ίδιας ημερομηνίας. Β. Τα υπό τις παραγράφους Α.Β.Γ. του Αιτητικού της παρούσας Αίτησης αιτήματα της Αιτήτριας δεν υποστηρίζονται επαρκώς και/ή καθόλου από νομικό πλαίσιο επί του οποίου βασίζονται και/ή δεν στηρίζονται στις ορθές δικονομικές διατάξεις, για να μπορούν να επιτύχουν νομικά. Γ. Η Αιτήτρια προσπαθεί να εισαγάγει μαρτυρία με την Πρωτογενή Αίτηση την οποία καταχώρησε στα πλαίσια της πιο πάνω με αριθμό και τίτλο υπόθεσης, επισυνάπτοντας στη συνοδεύουσα την ρηθείσα Αίτηση Ένορκη της Δήλωση, ως Τεκμήριο, Πιστοποιητικό γέννησης της ανήλικης Αναστασίας, γεγονός νομικά απαράδεκτο εφ' όσον οι πρωτογενείς Αιτήσεις οι οποίες ενεργούν ως αγωγές πρέπει να αναφέρονται μόνο σε γεγονότα της υπόθεσης εν συντομία χωρίς την αναφορά σε μαρτυρία που υποστηρίζει την υπόθεση, πόσο δε μάλλον στην επισύναψη τεκμηρίων υπό τη μορφή η μαρτυρίας στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Η αντικανονική αυτή δικονομική συμπεριφορά της Αιτήτριας δε, επιφέρει την ακυρότητα της Αίτησης χωρίς τη δυνατότητα διόρθωσης της παρατυπίας με την επίκληση δικονομικών διατάξεων. Δ. Ο Καθ' ου η Αίτησις δε δίδει τη συγκατάθεση του στη λήψη δείγματος Αίματος ή άλλου γενετικού υλικού για να διαπιστωθεί κατά πόσο είναι ο βιολογικός πατέρας της ανήλικης Αναστασίας, για το λόγο ότι δεν υπάρχει κανένας ισχυρισμός και/ή οιοσδήποτε νομικά βάσιμος ισχυρισμός, στη συνοδεύουσα την παρούσα αίτηση ένορκη δήλωση της Αιτήτριας ημερ. 24.1.2008 που να συνδέει την σύλληψη, εγκυμοσύνη και γέννηση της εν λόγω ανήλικης, με τις σεξουαλικές σχέσεις που διατηρούσαν η Αιτήτρια και ο Καθ' ου η Αίτησης ο οποίος να χρήζει επαλήθευσης ή διάψευσης του ως προς τη διαπίστωση της πατρότητας του εν λόγω ανήλικου τέκνου μέσω της λήψης αίματος ή άλλου γενετικού υλικού από τον Καθ' ου η αίτησης ως του έσχατου επάναγκους αποδεικτικού μέσου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζει την ένσταση του εδράζονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση ημερομηνίας 20/8/
  2. Σε αυτήν αρνείται κατηγορηματικά και απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς της αιτήτριας της οι οποίοι είναι αντίθετοι προς τους δικούς του ισχυρισμούς όπως αυτοί εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του. Όπως αναφέρει, ελλείψει ικανοποιητικών εξηγήσεων από την αιτήτρια, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει στην εξαγωγή συμπεράσματος ότι αυτός είναι ο πατέρας βασιζόμενο στην κοινή λογική και την ανθρώπινη πείρα, καθώς με βάση τα όσα ισχυρίζεται η αιτήτρια για σεξουαλικές σχέσεις μαζί του από τα τέλη του 2005 και ότι το παιδί γεννήθηκε στις 11.6.2006, το παιδί φαίνεται να γεννήθηκε 6 μήνες και όχι μετά από 9 μήνες κύησης όπως είναι η φυσιολογική πορεία των πραγμάτων. Περαιτέρω υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει εκ μέρους της αιτήτριας κανένας ισχυρισμός ότι κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης του αναφερόμενου στην παρούσα υπόθεση ανήλικου τέκνου της, είχε σεξουαλικές σχέσεις αποκλειστικά μαζί του ούτε ότι κατά τον κρίσιμο αυτό χρόνο δεν έπαιρνε καθόλου προφυλάξεις κατά τις σεξουαλικές συνευρέσεις της μαζί του ή εν πάση περιπτώσει ότι συντρέχει οποιοσδήποτε άλλος νομικά βάσιμος παράγοντας που θα μπορούσε ελλείψει αιματολογικών εξετάσεων ή γενετικών εξετάσεων D.N.A. να οδηγήσει το δικαστήριο στο λογικό συμπέρασμα πως είναι ο πατέρας της ανήλικης Αναστασίας. Συμπληρωματικά αναφέρει ότι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας οι οποίοι αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 5 της ένορκης της δήλωσης είναι παντελώς ψευδείς αφού αυτός είχε σεξουαλικές σχέσεις μαζί της από τις 12/5/2004 μέχρι τις 3/6/2005 χρονικό διάστημα στο οποίο εργαζόταν μαζί του στην επιχείρηση ξυλουργικών εργασιών Stafo Furniture Ltd, την οποία και διατηρεί στη Λευκωσία και ότι κατά τις ερωτικές τους συνευρέσεις αυτός πάντοτε έπαιρνε προφυλάξεις, αλλά και η ίδια όπως του ανέφερνε κατά το ρηθέντα χρόνο έπαιρνε πάντα προφυλάξεις αντισύλληψης. Συνεχίζοντας αναφέρει ότι το Μάιο του 2005 η αιτήτρια σταμάτησε να εργάζεται στην επιχείρηση του και έφυγε προς άγνωστη σ' αυτόν διεύθυνση και ότι από τότε δεν την ξαναείδε ποτέ. Επομένως, υποβάλλει ότι οι ισχυρισμοί της ότι έμεινε έγκυος κατά τις αρχές του 2006 δεν τον συνδέουν λογικά ούτε νομικά με τη γέννηση της ανήλικης, εφόσον διέκοψε τις σεξουαλικές τους σχέσεις 9 -10 μήνες προηγουμένως. Υποστηρίζει ακόμα ότι δεν μπορούν να τεκμηριωθούν οι ισχυρισμοί της, καθώς κατά τον κρίσιμο χρόνο σύλληψης του παιδιού, που περιλαμβάνεται ανάμεσα στην τριακοσιοστή δεύτερη και την εκατοστή ογδοηκοστή πρώτη μέρα πριν τον τοκετό, αυτός δεν είχε σεξουαλικές ή οποιεσδήποτε άλλες σχέσεις μαζί της. Συνεχίζοντας ισχυρίζεται ότι κατά το χρόνο που διατηρούσε σχέσεις μαζί του η αιτήτρια διατηρούσε ερωτικές σχέσεις και με άλλους άνδρες και συγκεκριμένα με κάποιο Χρήστο και κάποιο Ρωσσοπόντιο ονόματι Vitali, από την Πάφο και ότι η εκμυστήρευση της σ' αυτόν αυτών των ερωτικών σχέσεων ήταν και ο λόγος που διέκοψε τον ερωτικό δεσμό μαζί της. Επίσης ότι από στενό συγγενικό πρόσωπο της αιτήτριας με το οποίο διατηρεί μέχρι και σήμερα φιλικές σχέσεις έμαθε πως η αιτήτρια διατηρούσε ερωτικό δεσμό με 1 ή και με τα 2 πρόσωπα για τα επόμενα 1-2 χρόνια γι' αυτό είναι και πολύ πιθανό ένα από τα 2 αυτά πρόσωπα να την κατέστησε έγκυο στις αρχές του 2006, χρόνο κατά τον οποίο η ίδια ισχυρίζεται ότι έμεινε έγκυος. Αρνείται ακόμα ότι η αιτήτρια του ζήτησε ποτέ να αναγνωρίσει το παιδί ή ότι του ζήτησε να προβεί σε αιματολογικές εξετάσεις για να διαπιστωθεί αν είναι ο πατέρας της Αναστασίας. Και υποστηρίζει ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο αποφάσισε η αιτήτρια να καταχωρήσει την αίτηση είναι για να μπορεί να εξασφαλίσει τα νόμιμα δικαιώματα του παιδιού της το οποίο πιθανόν να είναι καρπός του δεσμού της με ένα από τα πιο πάνω πρόσωπα, τα οποία όπως η αιτήτρια του είπε δεν έχουν σταθερή εργασία, αλλά ούτε και ήθελαν να έχουν οποιαδήποτε άλλη σχέση μαζί της, πέρα από την ερωτική. Ενόψει όλων των πιο πάνω, υποβάλλει πως καθίσταται σαφές ότι δεν υπάρχει α) νομικά βάσιμος ισχυρισμός εκ μέρους της αιτήτριας ότι είναι ο πατέρας της ανήλικης, αλλά και περαιτέρω β) εφόσον ισχύει το υπό α στοιχείο, ότι δεν καθίσταται αναγκαία υπό τις περιστάσεις η ενάσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου για την έκδοση διατάγματος διενέργειας οποιωνδήποτε ιατρικών εξετάσεων για να διαπιστωθεί αν είναι πατέρας της Αναστασίας ως του έσχατου «επάναγκους» αποδεικτικού μέσου προς το σκοπό αυτό. Γι' αυτό και προσθέτει πως δεν συγκατατίθεται στη διενέργεια τέτοιας εξέτασης . Τέλος υποστηρίζει ότι η αίτηση πέραν των ισχυρισμών του ως προς τα ουσιαστικά γεγονότα, θα πρέπει να αποτύχει και για δικονομικά μοιραία λάθη γιατί η αιτήτρια προσπάθησε με την αίτηση της να εισαγάγει μαρτυρία επισυνάπτοντας στην αίτηση της ως τεκμήριο το πιστοποιητικό γέννησης της ανήλικης, ενώ πρόκειται για πρωτογενή αίτηση η οποία ενεργεί ως αγωγή και θα πρέπει σε αυτήν να αναφέρονται μόνο τα γεγονότα και όχι μαρτυρία. Και ότι η αντικανονική αυτή δικονομική συμπεριφορά της αιτήτριας επιφέρει την ακυρότητα της αίτησης χωρίς τη διόρθωση της με την επίκληση δικονομικών διατάξεων. Ενόψει των πιο πάνω πιστεύει ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα σε βάρος της αιτήτριας. Την αίτηση για αναγνώριση πατρότητας ακολούθησε αίτηση προς το Δικαστήριο για να έκδοση οδηγιών για αιματολογικές ή γενετικές εξετάσεις για να διαπιστωθεί εάν ο καθ' ου η αίτηση είναι ο πατέρας της Αναστασίας. Η τελευταία όμως προσέκρουσε στην άρνηση του καθ' ου η αίτηση ο οποίος προέβαλε διάφορους λόγους γιατί δεν συναινούσε σε μια τέτοια εξέταση. Ως λόγους ένστασης του στη διεξαγωγή της εξέτασης προέβαλε τους ακόλουθους: «Α. Η ύπαρξη δύο ταυτόχρονων διαδικασιών που αποσκοπούν ουσιαστικά στο ίδιο θέμα, ήτοι την αναγνώριση του καθ' ου η αίτηση ως φυσικού πατέρα της ανήλικης Αναστασίας από την Πάφο με την καταχώρηση της Αίτησης ημερομηνίας 24.1.2008 όσο και της Αίτησης ημερ. 10/6/2008 οδηγεί σε πολλαπλότητα των διαδικασιών (multiplicity) που καθιστούν την παρούσα Αίτηση για έκδοση διατάγματος δια διεξαγωγή αιματολογικών και/ή γενετικών εξετάσεων του καθ' ου η αίτηση για να διαπιστωθεί εάν είναι φυσικός πατέρας της ανήλικης Αναστασίας από την Πάφο, καταχρηστική και συνεπώς απαράδεκτη. Β. Εν όψει του γεγονότος ότι, εμφαίνεται ξεκάθαρα μέσα από το περιεχόμενο της συνοδεύουσας την Αίτηση της Αιτήτριας 24.01.2008 ένορκη της δήλωση της ίδιας ημερομηνίας πως, η Αιτήτρια βασίζεται σε εντελώς νομικά και λογικά αβάσιμους ισχυρισμούς που δεν μπορούν να υποστηρίξουν τους Αίτηση της ημερ. 24.01.2008, με μόνο στόχο να εξαπατήσει τον Καθ' ου η Αίτησης (paternity fraud) και να εξυπηρετήσει αλλότριους σκοπούς με την έναρξη νομικών μέτρων εναντίον του τελευταίου για αναγνώριση της ανήλικης Αναστασίας ως βιολογικής του θυγατέρας, θα ήταν ανεπιεικές και ενάντια στους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης για το εκδικάζον δικαστήριο, να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης διατάγματος διατάττον τον Καθ' ου η Αίτησις να προβεί στις ιατρικές αυτές εξετάσεις. Γ. Ανεξάρτητα από τους πιο πάνω αναφερόμενους υπό τα στοιχεία Α και Β λόγους Ένστασης, επιπρόσθετα αναφέρεται και η έλλειψη επηρεασμού οποιουδήποτε κεκτημένου δικαιώματος είτε της Αιτήτριας είτε του εκδικάζοντος δικαστηρίου, από την έλλειψη συγκατάθεσης του Καθ' ου η Αίτησις να προβεί σε ιατρικές εξετάσεις για την διαπίστωση ή όχι εάν η Αναστασία είναι βιολογική θυγατέρα του Καθ' ου η Αίτησης, με βάση την ισχύουσα νομοθεσία και νομολογία. Δ. Η έναρξη των νομικών μέτρων με την καταχώρηση υπό της Αιτήτριας, τόσο της Αίτησης ημερ. 24.01.2008 όσο και της Αίτησης ημερ. 10.06.2008 εναντίον του Καθ' ου η Αίτησης, με μόνο στόχο να εισβάλει στην ιδιωτική και οικογενειακή του ζωή, να καταστρέψει την οικογενειακή του γαλήνη και ηρεμία επιδιώκοντας αλλότρια κίνητρα και ιδίως την αποκόμιση, αθέμιτου οικονομικού και καθεστωτικού οφέλους δια την Αιτήτρια και το παιδί της και το σημαντικότερο, να επηρεάσει πιθανόν κατά τρόπο μοιραίο την σοβαρά κλονισμένη υγεία της συζύγου του Καθ' ου η Αίτησις, παραβιάζοντας έτσι το αναφαίρετο θεμελιώδες συνταγματικό του δικαίωμα για σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του.» Το Δικαστήριο μετά από ακροαματική διαδικασία απέρριψε τους λόγους ένστασης του καθ' ου η αίτηση και εξέδωσε οδηγίες για διεξαγωγή αιματολογικών εξετάσεων. Οι οδηγίες στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 14/11/2008 είχαν ως ακολούθως: «Συνακόλουθα εκδίδονται οδηγίες για τη διεξαγωγή αιματολογικών ή γενετικών εξετάσεων στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου για να διαπιστωθεί κατά πόσο ο καθ' ου η αίτηση Σταύρος Φωτίου είναι ή όχι ο βιολογικός πατέρας της ανήλικης Αναστασίας, τέκνου της Αιτήτριας και για τη λήψη εντός δύο μηνών από σήμερα δείγματος αίματος ή άλλου γενετικού υλικού από το εν λόγω τέκνο, την Αιτήτρια και τον Καθ' ου η Αίτηση. Δίδονται οδηγίες στην Αιτήτρια ως το άτομο που ασκεί τη γονική μέριμνα της ανήλικης Αναστασίας, όπως προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για λήψη αίματος ή άλλου γενετικού υλικού από την ανήλικη. Δίδονται οδηγίες στους διαδίκους όπως προβούν σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες προς υλοποίηση των πιο πάνω οδηγιών. Το πρόσωπο που θα έχει την ευθύνη για τη διενέργεια της αιματολογικής ή γενετικής εξέτασης, μετά την ολοκλήρωση της εξέτασης να υποβάλει έκθεση στο Δικαστήριο στην οποία να αναφέρει: α) τα αποτελέσματα της εξέτασης. β) κατά πόσο ο καθ' ου η αίτηση διαπιστώνεται να είναι ή να μην είναι ο πατέρας της ανήλικης Αναστασίας και γ) την αξία του αποτελέσματος της εξέτασης σε σχέση με το ζήτημα της διαπίστωσης κατά πόσο ο καθ' ου η αίτηση είναι ή δεν είναι ο πατέρας της ανήλικης Αναστασίας.» Ο καθ' ου η αίτηση δεν υπάκουσε στις οδηγίες του Δικαστηρίου. Αρνήθηκε να υποβληθεί σε οποιαδήποτε εξέταση για να διαπιστωθεί κατά πόσο είναι ο πατέρας της Αναστασίας. Έτσι το Δικαστήριο μετά την πάροδο της προθεσμίας που έθεσε για να διεξαχθούν οι επιστημονικές εξετάσεις, όρισε την υπόθεση για να ακουσθεί στην ουσία της. Μαρτυρία κατά την ακρόαση προσέφερε μόνο η αιτήτρια. Πέραν της έγγραφης μαρτυρίας της έδωσε και προφορική μαρτυρία στην παρουσία διερμηνέα. Για λογαριασμό της κατέθεσαν και άλλοι δύο μάρτυρες. Η νονά του παιδιού που είναι και φίλη της και ο Διευθυντής του ξενοδοχείου στο οποίο έγινε η βάπτιση του παιδιού. Μετά το πέρας της μαρτυρίας της πλευράς της αιτήτριας, ο δικηγόρος του καθ' ου η αίτηση δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε να προσφέρει μαρτυρία. Αμφότεροι δε οι δικηγόροι ζήτησαν χρόνο για να υποβάλουν τις αγορεύσεις τους. Κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ εν συντομία στη μαρτυρία που παρουσιάστηκε από την αιτήτρια για να αποδείξει την υπόθεση της. Ας σημειωθεί ότι η αιτήτρια υιοθέτησε γραπτή δήλωση της στην παρουσία διερμηνέα, ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ
  3. ως αυτός τροποποιήθηκε με τον νόμο 32 (Ι) /
  4. Παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενο της γραπτής της δήλωσης: «
  5. Ονομάζομαι Ολένα Κορόκτα και είμαι η Αιτήτρια στην πιο πάνω υπόθεση.
  6. Κατάγομαι από την Ουκρανία και πρωτοήλθα στην Κύπρο το Δεκέμβριο του 2003 με σκοπό την εργοδότηση μου.
  7. Εργοδοτήθηκα στο Παραλίμνι σε αγροτικές εργασίες. Λόγω όμως των πολύ δύσκολων συνθηκών εργασίας, αναζήτησα άλλη εργασία και τελικά κατάφερα περί τις αρχές Μαΐου 2004 να εργοδοτηθώ στο εργοστάσιο επίπλων που διατηρούσε ο καθ' ου η αίτηση στα Λατσιά.
  8. Με πρωτοβουλία του καθ' ου η αίτηση διέμενα σε διαμέρισμα στη Λευκωσία και από τους πρώτους μήνες της εργοδότησης μου διατηρούσα σεξουαλικές σχέσεις με τον καθ' ου η αίτηση.
  9. Κατά τον Ιανουάριο του 2005 αντιμετώπισα σοβαρότατο πρόβλημα υγείας, με αποτέλεσμα να αναγκαστώ να επιστρέψω στην Ουκρανία, όπου και υποβλήθηκα σε σχετική θεραπεία.
  10. Στις αρχές Μαρτίου 2005 επέστρεψα και πάλι στην Κύπρο όπου συνέχισα να εργάζομαι στο εργοστάσιο του καθ' ου η αίτηση.
  11. Δυστυχώς λόγω του γεγονότος ότι η συμπεριφορά του καθ' ου η αίτηση προς το πρόσωπο μου, δεν ήταν η αρμόζουσα, αναγκάστηκα να φύγω από την εργασία μου στην Λευκωσία και να μεταβώ στην Πάφο όπου είχαν διάφορους γνωστούς μου με σκοπό την εξεύρεση νέας εργασίας.
  12. Περί τον Αύγουστο του 2005 και ενώ βρισκόμουν στο αεροδρόμιο Λάρνακας με σκοπό να παραλάβω φίλη μου η οποία ερχόταν από την Ουκρανία, συναντήθηκα με τον καθ' ου η Αίτηση ο οποίος με ακολούθησε μέχρι την Πάφο και έμαθε τον τόπο διαμονής μου.
  13. Από τότε άρχισε να με επισκέπτεται πολύ συχνά στην Πάφο και να επιζητεί επίμονα να δημιουργήσουμε εν νέου ερωτική σχέση υποσχόμενος ότι θα χώριζε από τη γυναίκα του και θα με παντρευόταν.
  14. Έτσι άρχισα να έχω και πάλι σεξουαλικές σχέσεις με τον καθ' ου η αίτηση ο οποίος με επισκεπτόταν μια με δύο φορές την εβδομάδα.
  15. Κατά τη διάρκεια των συνευρέσεων μας δεν ελάμβανα οιεσδήποτε προφυλάξεις και ούτε είχα οιεσδήποτε άλλες σεξουαλικές σχέσεις με οιοδήποτε άλλο πρόσωπο.
  16. Στις 20/3/2006 και μετά από σχετικές ιατρικές εξετάσεις διαπίστωσα ότι ήμουν έγκυος, γεγονός το οποίο ανακοίνωσα στον καθ' ου η αίτηση.
  17. Η πρώτη αντίδραση του καθ' ου η αίτηση, ήταν να με προτρέψει να κάνω έκτρωση, πράγμα το οποίο απέκλεισα αμέσως.
  18. Έτσι στις 10/11/2006 γεννήθηκε η ανήλικη Αναστασία στην κλινική Ευαγγελίστρια στην Πάφο. Όλα τα έξοδα της κλινικής ως επίσης και τα υπόλοιπα ιατρικά έξοδα τα κατέβαλε ο καθ' ου η αίτηση.
  19. Επίσης ο καθ' ου η αίτηση ήταν παρών κατά την διάρκεια της βάπτισης της ανήλικης Αναστασίας που έγινε στις 14/4/207 στον ιερό ναό Αποστόλου Παύλου και Βαρνάβα στην Πάφο στην παρουσία λίγων φίλων. Εκείνο που αξίζει να τονιστεί είναι το γεγονός ότι ο καθ' ου η αίτηση , κατά τη διάρκεια της βάπτισης είχε δηλώσει ότι είναι ο πατέρας της ανήλικης Αναστασίας, εξ ου και στον εκδοθέν πιστοποιητικό βαπτίσεως αναγράφεται ως ο πατέρας της ανήλικης ( αντίγραφο επισυνάπτεται ως τεκμήριο 1).
  20. Δυστυχώς μετά τη γέννηση της ανήλικης Αναστασίας ο καθ' ου η αίτηση ουδέν ενδιαφέρον επεδείκνυε για τα έξοδα που αφορούσαν τόσο την ανήλικη Αναστασία όσο και τα δικά μου έξοδα.
  21. Ενώ στην αρχή μου είχε υποσχεθεί ότι θα προέβαινε στην αναγνώριση της ανήλικης Αναστασίας, αργότερα υπαναχώρησε και άρχισε να με απειλεί ότι θα λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να απελαθώ.
  22. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να υπάρξει διακοπή στη σχέση μας και αναγκάστηκα στις 24/1/2008 να καταχωρήσω την παρούσα αίτηση.
  23. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και μετά την καταχώρηση της παρούσης αίτησης ο καθ' ου η αίτηση στην προσπάθεια του να με εκμεταλλεύεται σεξουαλικά μου υποσχόταν ότι θα προβεί σε αναγνώριση της ανήλικης Αναστασίας ενώ αργότερα με προέτρεπε να προβώ στην καταχώρηση σχετικής αίτησης για αιματολογικές εξετάσεις. Δυστυχώς όπως εκ των υστέρων απεδείχθη ότι όλες οι πιο πάνω ενέργειες του καθ' ου η αίτηση δεν ήταν ειλικρινείς.
  24. Ως εκ των ανωτέρω αιτούμαι την έκδοση των διαταγμάτων ως η αίτηση μου.» Ακολούθως η αιτήτρια αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της αρχικής ένορκης δήλωσης της, την οποία κατέθεσε με την εναρκτήρια κλήση της, επί μέρους ζητημάτων της γραπτής δήλωσης της που κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης, καθώς και επί της προφορικής της μαρτυρίας που έδωσε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακρόαση της αίτησης. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην αρχική ένορκη δήλωση της και τη δυνατότητα της να γνωρίζει το περιεχόμενο της, γιατί παρά το γεγονός ότι είναι αλλοδαπή ορκίστηκε στα ελληνικά, χωρίς το κείμενο των δηλωθέντων απ' αυτήν να μεταφραστεί στη μητρική της γλώσσα και να επισυναφθεί επίσημη μετάφραση. Της υποβλήθηκε ότι η γνώση της για την ελληνική γλώσσα ήταν και είναι αδύνατη και/ή ανύπαρκτη. Απαντώντας στο ερώτημα αν συμφωνούσε με τα γεγονότα τα οποία η ίδια ανέφερε στην ένορκη δήλωση της, ανέφερε ότι προτού καταχωρηθεί η ένορκη δήλωση στα ελληνικά της εξηγήθηκε το περιεχόμενο της στα Ρωσικά από μια φίλη της. Ανέφερε περαιτέρω ότι οι νομικές λέξεις είναι πολύ δύσκολες για να τις καταλάβει στα ελληνικά και προτιμά γι' αυτό τη μητρική της γλώσσα. Παραδέχθηκε ότι τα ελληνικά της είναι λίγα, ότι δεν διαβάζει ελληνικά γι' αυτό και της εξήγησε τα γραφόμενα μια φίλη της. Σε επίμονες ερωτήσεις για ορισμένες ανακρίβειες που υπήρχαν στην ένορκη δήλωση, της συμφώνησε ότι υπάρχουν ορισμένα λάθη στην αρχική ένορκη δήλωση της και αυτό σε σχέση με την ημερομηνία γέννησης του παιδιού που αναφέρθηκε στην αρχική ένορκη δήλωση της λανθασμένη ημερομηνία. Επίσης στις ημερομηνίες που διατηρούσε σεξουαλικές σχέσεις με τον καθ' ου η αίτηση, που ενώ στην αρχική της δήλωση ανέφερε διατηρούσε τέτοιες σχέσεις από τα τέλη του 2005, στην γραπτή δήλωση της την οποία υιοθέτησε στην κυρίως εξέταση της, ανέφερε ότι είχε ερωτικές σχέσεις με τον καθ' ου η αίτηση από το Μάιο του
  25. Αντεξεταζόμενη στη συνέχεια για τη βάπτιση της Αναστασίας, αρνήθηκε την υποβολή ότι ήταν δική της πρωτοβουλία να δηλώσει τον καθ' ου η αίτηση ως πατέρα στον ιερέα που τέλεσε τη βάπτιση, γι' αυτό και το πιστοποιητικό βάπτισης αναγράφει το όνομα του και επέμεινε ότι και οι δύο υπέγραψαν ενώπιον του ιερέα. Περιέγραψε δε τα όσα διαδραματίστηκαν κατά τη βάπτιση και τη στιχομυθία που επακολούθησε ως εξής: Ότι και οι δύο γονείς στέκονταν ο ένας δίπλα στον άλλο. Και ότι στην ερώτηση του ιερέα ποια ήταν η μητέρα απάντησε. «Εγώ» και ποιος ήταν ο πατέρας απάντησε ο Σταύρος. Αντεξεταζόμενη ακόμα αν έπαιρνε οποιεσδήποτε προφυλάξεις κατά τις ερωτικές τους συνευρέσεις, αφού γνώριζε ότι ο καθ' ου η αίτηση ήταν παντρεμένος, απάντησε ότι αρχικά έπαιρνε κάποια χάπια, όμως επειδή δεν αισθανόταν καλά, τα σταμάτησε, ότι στη συνέχεια τον ενημέρωσε ότι πλέον θα έπρεπε ο ίδιος να παίρνει προφυλάξεις, πράγμα όμως που αρνείτο να κάνει. Ερωτηθείσα στη συνέχεια αν αφότου ήρθε στην Κύπρο είχε σεξουαλικές σχέσεις με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εκτός από τον καθ' ου η αίτηση απάντησε ότι δεν είχε καμία σχέση σεξουαλική όταν ήταν μαζί με τον καθ' ου η αίτηση. Ερωτηθείσα ακόμα αν διατηρούσε οποιαδήποτε σχέση από το 2004 μέχρι το 2006, επέμεινε ότι διατηρούσε σχέση μόνο με τον καθ' ου η αίτηση και είναι σίγουρη, σιγουρότατη ότι το μωρό είναι δικό του. Επίσης στην ερώτηση γιατί παρέλειψε να αναφέρει το γεγονός αυτό στην ένορκη δήλωση της, απάντησε πως δεν το σκέφτηκε, καθώς νόμιζε ότι στην αίτηση της θα έπρεπε να βάλει μόνο εκείνα που θεωρούσε ως βασικά. Στις επίμονες ερωτήσεις του δικηγόρου στο θέμα αυτό ανέφερε τα ακόλουθα. «Δεν μπορώ να σας πω, δεν διαβάζω ελληνικά, εγώ δεν ξέρω τους νόμους στην Κύπρο, τι έπρεπε να γράψω». Τέλος αντεξετάστηκε σε σχέση με τις φωτογραφίες που κατέθεσε και έγιναν τεκμήρια και εκείνες που η ίδια τράβηξε με δική της φωτογραφική. Ερωτηθείσα αν είχε το φιλμ απάντησε ότι το είχε στο σπίτι, όμως ότι είχε μαζί της το δίσκο στον όποιο πέρασε τις φωτογραφίες. Η αιτήτρια δεν αντεξετάστηκε ως προς οποιονδήποτε άλλο ισχυρισμό, τον οποίο πρόβαλε στην κύρια εξέταση της με τη γραπτή δήλωση της, αλλά ούτε επί των ισχυρισμών της για επανασύνδεση τους και τη συνέχιση των σχέσεων τους, μετά τη διακοπή, ούτε ακόμα για τους ισχυρισμούς της για καταβολή από τον καθ' ου η αίτηση του ποσού της γέννας και των άλλων εξόδων, παρά μόνο το τι αμφισβητήθηκε έντονα ήταν η δυνατότητα της να γνωρίζει το τι περιλάμβανε η αρχική της ένορκη δήλωση, αφού έγινε στο ελληνικά. Και αυτό με τις επανειλημμένες υποβολές του δικηγόρου του καθ' ου η αίτηση. Επόμενη μάρτυρας ήταν η νονά του παιδιού η κυρία Ναταλία Τύρα, η οποία, σύμφωνα με τη μαρτυρία της, είναι φίλη και γειτόνισσα της αιτήτριας. Επίκεντρο της μαρτυρίας της ήταν η βάπτιση του παιδιού και το τραπέζι που επακολούθησε. Το παιδί σύμφωνα με τη μάρτυρα, βαπτίστηκε στις 14/4/2007 στην εκκλησία Αποστόλου Βαρνάβα στην Πάφο στην παρουσία και των δύο γονιών. Σύμφωνα με την κυρία Τύρα ο πατέρας είναι ο καθ' ου η αίτηση τον οποίο γνωρίζει καλά αφού τον έβλεπε κάθε Κυριακή που ερχόταν να δει το μωρό και την Ολένα. Η ίδια, όπως ανέφερε, έκαμε όλες τις διευθετήσεις για το πάρτυ μετά τη βάπτιση του παιδιού στο ξενοδοχείο Cynthiana στην Πάφο ως νονά του, για περίπου 10 με 20 άτομα. Στο πάρτυ παρευρίσκονταν και οι δύο γονείς. Στο τέλος της εκδήλωσης σηκώθηκε ως νονά του παιδιού για να πληρώσει «το τραπέζι» όμως ο Σταύρος Φωτίου δεν δέχθηκε, λέγοντας της ότι δεν θα αφήσει κανένα να πληρώσει για το παιδί του. Τα έξοδα για το πάρτυ τελικά τα πλήρωσε αυτός. Αντεξεταζόμενη η κυρία Τύρα, παραδέχθηκε ότι η γνώση της ότι ο καθ' ου η αίτηση είναι ο πατέρας του παιδιού προέρχεται από τις πληροφορίες που είχε από τη φίλη της και όχι ως ειδικού ή πραγματογνώμονα. Και ότι δεν έχει κάμει οποιαδήποτε επιστημονική, ιατρική εξέταση για να διαπιστώσει αν αυτοί οι δύο είναι οι γονείς του παιδιού. Συνεχίζοντας όμως ως προς το ίδιο θέμα η κα Τύρα δήλωσε ότι η γνώση της δεν προερχόταν μόνο από τις πληροφορίες της φίλης της, συνεχίζοντας την απάντηση της με την φράση «και όχι μόνο», φράση την οποία διευκρίνισε κατά την επανεξέταση. Λέγοντας, ότι με τη φράση «και όχι μόνο» εννοούσε πως γνωρίζει ότι είναι ο πατέρας του παιδιού, αφού με τα μάτια της είδε πολλές φορές τον καθ' ου η αίτηση στο σπίτι της Ολένας , αλλά και στη βάπτιση του παιδιού, όπου και τον συγχάρηκε για τη βάπτιση του παιδιού του και ο ίδιος την ευχαρίστησε. Ως τελευταίος μάρτυρας προσήλθε ο διευθυντής του ξενοδοχείου Cynthiana κατά το 2007, κύριος Χρήστος Πετεινός ο οποίος ήταν και ο άνθρωπος με τον οποίο η Ναταλία Τύρα ήρθε σε συνεννόηση για την κράτηση για 10 με 20 άτομα στο ξενοδοχείο για φαγητό μετά τη βάπτιση του παιδιού. Όπως είπε, καλεσμένοι ήταν γύρω στα 15 άτομα, μεταξύ των οποίων και ο Σταύρος Φωτίου. Ο ίδιος δεν τον γνώριζε αλλά ο καθ' ου η αίτηση όταν ήρθε η ώρα να πληρώσουν το τραπέζι του είπε κατά γράμμα, « θα μας πληρώσουν τα βαφτίσια του μωρού μας.» πληρώνοντας τελικά ο ίδιος χωρίς να αφήσει τη νονά του παιδιού να πληρώσει. Για την πληρωμή της εκδήλωσης εξέδωσε σχετική απόδειξη ο ίδιος προσωπικά την οποία και παρουσίασε και σχετικό αντίγραφο κατατέθηκε ως τεκμήριο
  26. Αντεξεταζόμενος ο κύριος Πετεινός στο κατά πόσο φαίνεται η υπογραφή του στο τεκμήριο 5, δέχθηκε ότι όντως δεν φαινόταν. Αυτό όμως, κατά τον κύριο Πετεινό, δεν σήμαινε ότι δεν είσπραξε ο ίδιος τα λεφτά από τον κύριο Φωτίου. Αρνήθηκε γι' αυτό την υποβολή ότι δεν έχει οποιοδήποτε στοιχείο που να αποδεικνύει αυτά που ισχυρίστηκε. Απαντώντας επί του προκειμένου ανέφερε: «και βέβαια έχω στοιχεία διότι ήμουν παρών στο γεύμα της βάπτισης σαν καλεσμένος και σαν υπεύθυνος του ξενοδοχείου και έπρεπε να μεριμνήσω για την πληρωμή του ποσού.» Σε περαιτέρω ερώτηση αν στο σχετικό τεκμήριο γράφει ότι είναι ο κύριος Φωτίου ο οποίος πλήρωσε και ο κύριος Πετεινός εκείνος που είσπραξε το ποσό, επίσης κατά πόσο υπήρχαν οποιεσδήποτε υπογραφές στο τεκμήριο αυτό και στην υποβολή ότι στην απουσία αυτών των στοιχείων οι ισχυρισμοί του δεν αποδεικνύονται, ο κύριος Πετεινός επέμεινε ότι ο ίδιος εισέπραξε προσωπικά το ποσό από τον Σταύρο Φωτίου. Και ότι ο λόγος που δεν φέρει την υπογραφή του το τεκμήριο είναι γιατί δεν θεώρησε σκόπιμο να υπογράψει εφόσον εισέπραξε το ποσό. Μετά το πέρας της μαρτυρίας της πλευράς της αιτήτριας ο συνήγορος του καθ' ου η αίτηση ζήτησε όπως το Δικαστήριο ορίσει την υπόθεση για αγορεύσεις καθώς ο ίδιος δεν επρόκειτο να προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία. Ως εκ τούτου η υπόθεση οδηγήθηκε στο τελικό στάδιο με την υποβολή των αγορεύσεων των δύο πλευρών στις οποίες προέβαλαν ο καθένας τη δική του επιχειρηματολογία. Ο κύριος Βρυωνίδης αγορεύοντας προφορικά, εισηγήθηκε ότι από τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο, τόσο την προφορική όσο και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν το Δικαστήριο θα πρέπει να οδηγηθεί στο ασφαλές συμπέρασμα ότι ο καθ' ου η αίτηση είναι ο πατέρας της ανήλικης, εφιστώντας την προσοχή του Δικαστηρίου ιδιαίτερα σε δύο σημεία. Στην άρνηση του καθ' ου η αίτηση να υπακούσει στις οδηγίες του Δικαστηρίου για διεξαγωγή εξετάσεων D.N.A. οι οποίες δόθηκαν μετά από ακροαματική διαδικασία, αλλά και στο γεγονός ότι η μοναδική μαρτυρία που προσκομίστηκε κατά την ακρόαση προέρχεται από την πλευρά της αιτήτριας, σε αντίθεση με του καθ' ου η αίτηση ο οποίος δεν προσκόμισε καμία μαρτυρία. Σχολιάζοντας περαιτέρω τα θέματα στα οποία επικεντρώθηκε ο καθ' ου η αίτηση, αναφορικά πρώτα με την κατάθεση ένορκης δήλωσης στην ελληνική γλώσσα, ανέφερε ότι παρά το ότι γνωρίζει τη νομολογία επί του θέματος πιστεύει ότι η υπόθεση αυτή διαφοροποιείται, η δε παρατυπία σε αυτή την περίπτωση δεν είναι καθοριστική για την έκβαση της υπόθεσης. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν εμποδίζεται να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης. Υποστήριξε περαιτέρω ότι δεν πρόκειται για ενδιάμεση αίτηση αλλά για πρωτογενή αίτηση η οποία δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και ότι το Δικαστήριο έχει ενώπιον του μια αίτηση η οποία υποστηρίζεται από ζώσα μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε νομότυπα. Περαιτέρω εισηγήθηκε ότι σε αυτές τις περιπτώσεις το Δικαστήριο προσπαθώντας να μάθει ποιος είναι ο πατέρας του παιδιού έχει ένα ρόλο ανακριτικό. Ως προς ορισμένες αντιφάσεις της μαρτυρίας μεταξύ πρώτης ένορκης δήλωσης και γραπτής δήλωσης της αιτήτριας και προφορικής μαρτυρίας κατά την κύρια εξέταση, ως προς την ημερομηνία γέννησης και τις ημερομηνίες που διατηρούσε ερωτικές σχέσεις με τον καθ' ου η αίτηση, υπέβαλε όσο αφορά το πρώτο ότι υπάρχει επαρκής γραπτή μαρτυρία από τα τεκμήρια τα οποία κατατέθηκαν κατά την ακρόαση και το πιστοποιητικό το οποίο επισυνάφθηκε στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας ως προς την ορθή ημερομηνία, ως προς δε το 2ο ότι οι ημερομηνίες που αρχικά ανέφερε η αιτήτρια καλύπτουν πλήρως την ημερομηνία γέννησης του παιδιού. Και κάλεσε το Δικαστήριο με βάση τα πιο πάνω να εκδώσει διάταγμα αναγνώρισης του καθ' ου η αίτηση ως του πατέρα της Αναστασίας. Ο κύριος Κυπρίζογλου στη δική του γραπτή αγόρευση, κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αφενός μεν γιατί η μαρτυρία υπήρξε αντινομική και αντιφατική, αφετέρου δε γιατί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχουν γεγονότα στα οποία να στηρίζει η αιτήτρια της αίτηση της αφού η ίδια δεν είχε γνώση της ελληνικής γλώσσας και δεν αντιλαμβανόταν το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της όταν ορκιζόταν στα ελληνικά. Και δεν επισυνάφθηκε οποιαδήποτε ένορκη δήλωση μεταφρασμένη στην μητρική γλώσσα της αιτήτριας, σύμφωνα με τη νομολογία και τους διαδικαστικούς κανονισμούς. Όσον αφορά την ποιότητα της μαρτυρίας, υπέβαλε ότι η αιτήτρια υπέπεσε σε ουσιαστικές αντιφάσεις, αναφορικά με την ημερομηνία γέννησης του παιδιού, το χρόνο που διατηρούσε σεξουαλικές σχέσεις με τον καθ' ου η αίτηση, οι οποίες δεν συμφωνούν με το περιεχόμενο της αρχικής της ένορκης δήλωσης. Αλλά και την υπόλοιπη μαρτυρία, κάλεσε το Δικαστήριο να μην την αποδεχθεί αφού πλέον θα είχε μικρή σημασία ενόψει των αντιφάσεων της μαρτυρίας της ίδιας της αιτήτριας. Για τη μαρτυρία της νονάς του παιδιού, υποστήριξε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του ότι κατά την αντεξέταση της φάνηκε πως δεν μπορούσε να γνωρίζει στα σίγουρα ότι ο καθ' ου η αίτηση είναι ο πατέρας, αλλά και για τη μαρτυρία του κύριου Πετεινού, ότι δεν μπορεί να υποστηριχθεί, αφού στο τεκμήριο που παρουσιάστηκε δεν υπάρχει καμία ένδειξη ή υπογραφή του ιδίου ή του καθ' ου η αίτηση που να αποδεικνύει του λόγου το αληθές. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η αίτηση για αναγνώριση τέκνου στηρίζεται στις πρόνοιες του περί Τέκνων (Συγγένεια και Νομική Υπόσταση) Νόμου του 1991, ως έχει τροποποιηθεί. ( Ν 187/91). Το άρθρο 20 του νόμου έχει ως εξής. «Η μητέρα έχει δικαίωμα να ζητήσει με αίτηση της προς το Δικαστήριο την αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου της που γεννήθηκε χωρίς γάμο με τον πατέρα του.» Προϋποθέσεις για τη δικαστική αναγνώριση της πατρότητας, με βάση το πιο πάνω άρθρο είναι οι ακόλουθες: α) Ότι το τέκνο είναι γεννημένο χωρίς γάμο και δεν έχει αναγνωρισθεί και β) Ότι το τέκνο προέρχεται από αυτόν, για τον οποίο προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι είναι ο πατέρας του. Παιδί χωρίς γάμο των γονέων του είναι αυτό που δεν καλύπτεται από το τεκμήριο καταγωγής από το γάμο των γονέων του. Σύμφωνα με τη 2η προϋπόθεση η μητέρα θα πρέπει να αποδείξει ότι το παιδί έχει συλληφθεί από το φερόμενο ως πατέρα. Μέτρο απόδειξης είναι η υπερίσχυση των πιθανοτήτων, όπως δηλαδή σε κάθε αστική υπόθεση. Το κρίσιμο διάστημα σύλληψης καθορίζεται στο νόμο στο άρθρο 9: «... στο χρονικό διάστημα που περιλαμβάνεται ανάμεσα στην τριακοστή δεύτερη και την εκατοστή ογδοηκοστή πρώτη ημέρα πριν από τον τοκετό» Προχωρώ συνεπώς με βάση τα πιο πάνω να οριοθετήσω το κρίσιμο διάστημα σύλληψης της μικρής Αναστασίας. Το παιδί με βάση την έγγραφη και προφορική μαρτυρία, γεννήθηκε στις 10/11/
  27. Με αντίστροφη μέτρηση θεωρώ ότι η 181η μέρα είναι η 13/5/
  28. Η 302η μέρα είναι η 12/1/
  29. Η μικρή Αναστασία για να μπορεί να αποδειχθεί ότι είναι κόρη του καθ' ου η αίτηση θα πρέπει η σύλληψη της να έγινε μεταξύ των δύο πιο πάνω ημερομηνιών. Δεν χρειάζεται ο επακριβής προσδιορισμός της ημερομηνίας σύλληψης, αρκεί από την προσαχθείσα μαρτυρία να αποδειχθεί ότι οι διάδικοι διατηρούσαν ερωτικές σχέσεις κατά το διάστημα αυτό, γεγονός το οποίο θα αποφασίσω, αφού αξιολογήσω τη μαρτυρία. Το τεκμήριο της πατρότητας θεμελιώνεται αν αποδειχθεί ότι αυτός για τον οποίο προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι είναι πατέρας του παιδιού είχε σαρκική συνάφεια με τη μητέρα κατά το κρίσιμο διάστημα σύλληψης. Για τη θεμελίωση του τεκμηρίου αυτού αρκεί η απόδειξη ότι ο φερόμενος ως πατέρας του παιδιού είχε έστω και μια φορά κατά το κρίσιμο διάστημα σύλληψης. Με την πρόσφατη τροποποίηση του νόμου εισήχθη η διεξαγωγή επιστημονικών εξετάσεων ως ένα αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο για τη διαπίστωση της πατρότητας. Στο νόμο 78(Ι)/2006 υπάρχει πλέον λεπτομερής πρόνοια που ρυθμίζει το θέμα των αιματολογικών ή γενετικών εξετάσεων με την εισαγωγή του άρθρου 24 Α. Πριν την εισαγωγή την εν λόγω πρόνοιας η άρνηση του προσώπου να υποβληθεί σε τέτοιες εξετάσεις δεν μπορούσε να αποτελέσει στοιχείο εναντίον του. Βλ. Ξενοφώντος v. Κκέλη

(1997)1 Α.Α.Δ. 1307. Το Εφετείο στην παραπάνω απόφαση επεσήμανε την απουσία νομοθετικής ρύθμισης του θέματος στη χώρα μας και θεώρησε το συμπέρασμα του Οικογενειακού Δικαστήριο να αξιολογήσει την άρνηση του καθ' ου η αίτηση να υποβληθεί σε εξετάσεις ως στοιχείο εναντίον του, ανεπίτρεπτο. Σήμερα στο νόμο μας υπάρχει λεπτομερής πρόνοια με την οποία ρυθμίζεται το θέμα. Το άρθρο 24 Α έχει ως εξής. «Σε οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, το Δικαστήριο δύναται, μετά από αίτηση από οποιαδήποτε από τα μέρη στη διαδικασία, να δώσει οδηγίες για τη διεξαγωγή αιματολογικών ή γενετικών εξετάσεων για να διαπιστωθεί κατά πόσο οποιοσδήποτε διάδικος είναι ή όχι βιολογικός πατέρας του τέκνου και για τη λήψη, εντός της προθεσμίας που θα ορίσει το Δικαστήριο, δείγματος αίματος ή άλλου γενετικού υλικού από το τέκνο, τη μητέρα του τέκνου και οποιοδήποτε διάδικο ο οποίος στην περίπτωση αίτηση για δικαστική αν αναγνώριση τέκνου φέρεται ως πατέρας του τέκνου και στην περίπτωση αίτησης για προσβολή της πατρότητας είναι ο τεκμαιρόμενος πατέρας του τέκνου ή από οποιοδήποτε από τα πρόσωπα αυτά.» Κατά το Ελληνικό Δίκαιο όταν « ένας διάδικος, χωρίς να έχει ειδικούς λόγους υγείας, αρνείται να υποβληθεί στις πρόσφορες ιατρικές εξετάσεις με γενικά αναγνωρισμένες μεθόδους, που του επιβλήθηκαν από το Δικαστήριο ως αποδεικτικό μέσο για τη διαπίστωση της πατρότητας, οι ισχυρισμοί του αντιδίκου του λογίζονται ότι έχουν αποδειχθεί». Καθιερώνεται δηλαδή αμάχητο τεκμήριο για την απόδειξη των ισχυρισμών του αντιδίκου εκείνου που αρνήθηκε, χωρίς να συντρέχουν δικαιολογητικοί της αρνήσεως του λόγοι να υποβληθεί στις εξετάσεις που διατάχθηκαν από το Δικαστήριο, με την έννοια ότι εκείνος που αρνήθηκε είναι ο φερόμενος ως πατέρας εναγόμενος. Λογίζεται δε ότι έχουν αποδειχθεί οι ισχυρισμοί του αντιδίκου του, όχι για την πατρότητα του εναγομένου, αλλά για την ύπαρξη στο αίμα του τελευταίου στοιχείων τα οποία καθιστούν, κατά την επιστήμη, πιθανή ή σφόδρα πιθανή την πατρότητα του Αυτό δε το στοιχείο συνεκτιμάται ελεύθερα μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Στο δικό μας δίκαιο το εδάφιο
(7)του άρθρου 24 Α του νόμου προβλέπει ότι: «Όταν το Δικαστήριο δώσει οδηγίες με βάση το εδάφιο
(1)ανωτέρω και οποιοδήποτε πρόσωπο αρνηθεί ή παραλείψει να προβεί σε οποιοδήποτε ενέργεια η οποία είναι αναγκαία για την υλοποίηση των οδηγιών αυτών, το Δικαστήριο δύναται να εξάγει οποιοδήποτε συμπέρασμα από την άρνηση ή παράλειψη αυτή το οποίο φαίνεται στο Δικαστήριο να είναι εύλογο υπό τις περιστάσεις.» Το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση, όπως προανέφερα, έδωσε οδηγίες απορρίπτοντας τους λόγους άρνησης του καθ' ου η αίτηση οι οποίοι επικεντρώνονταν στους λόγους υγείας της γυναίκας του, στην αναστάτωση της οικογενειακής του ζωής, αλλά και στους ισχυρισμούς του ότι με βάση τη μαρτυρία της αιτήτριας δεν συνέτρεχε οποιοσδήποτε λόγος για να υποβληθεί σε τέτοιες εξετάσεις ο ίδιος μια και οι ισχυρισμοί της δεν ήσαν σοβαροί για να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι το παιδί ήταν αποτέλεσμα της σχέσης που είχαν στο παρελθόν οι δύο τους. Θα αξιολογήσω την άρνηση του καθ' ου η αίτηση να προβεί σε τέτοιες εξετάσεις στην πορεία της απόφασης μου αφού αξιολογήσω πρώτα αν η προσαχθείσα μαρτυρία ήταν ικανοποιητική για να αποδειχθεί η πατρότητα της Αναστασίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Σε αυτό το σημείο κρίνω ορθό να σχολιάσω τη θέση του δικηγόρου του καθ' ου η αίτηση ότι αφενός μεν δεν υπάρχουν γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου στα οποία να στηριχθεί για να αποφασίσει την υπόθεση μια και η ένορκη δήλωση έγινε στα ελληνικά, αφετέρου δε ότι η προσαχθείσα προφορική μαρτυρία είναι αντιφατική, αφού αντιπαρατεθεί με την ένορκη δήλωση της. Η παραπάνω προσέγγιση είναι από μόνη της αντιφατική, γιατί από την μια ζητείται από το Δικαστήριο να αγνοήσει την ένορκη δήλωση της αιτήτριας, από την άλλη να τη συγκρίνει με την προσαχθείσα κατά την ακρόαση μαρτυρία και να απορρίψει γενικά τη μαρτυρία της αιτήτριας. Είναι ακόμα φανερό ότι τέτοια θέση για πρώτη φορά τίθεται στο θέμα της τελικής αγόρευσης αφού ο συνήγορος του καθ' ου η αίτηση επέλεξε να τηρήσει σιωπή σχετικά με την πρόθεση του να εγείρει τέτοιο θέμα, αιφνιδιάζοντας την άλλη πλευρά κατά το στάδιο της ακρόασης, υποβάλλοντας ερωτήσεις στην αιτήτρια, που έθεταν σε αμφισβήτηση την επάρκεια της γνώσης της γλώσσας από αυτήν. Περαιτέρω έχω ανατρέξει στην ένσταση του καθ' ου η αίτηση και δεν φαίνεται πουθενά να προβάλλεται ως λόγος ένστασης η θέση αυτή. Και εν πάση περιπτώσει μεταξύ των διαδίκων υπήρξε ενδιάμεση ακροαματική διαδικασία για το θέμα των αιματολογικών εξετάσεων, με σχετική αίτηση και ένσταση, στις οποίες και πάλι δεν τέθηκε τέτοιος ισχυρισμός. Και είναι καλά γνωστό ότι οποιαδήποτε ένσταση για οποιαδήποτε παρατυπία θα πρέπει να εγείρεται μέσα σε εύλογο χρόνο αφότου ο διάδικος λαμβάνει γνώση της παρατυπίας αυτής και προτού προχωρήσει σε περαιτέρω διαβήματα. Ούτε και είναι λογικό να εγείρονται θέματα παρατυπίας για πρώτη φορά κατά την ακρόαση. Οι ενστάσεις για παρατυπίες πρέπει να εγείρονται έγκαιρα. Βλ. Χριστοφόρου .v. Χριστοφόρου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1551. Προχωρώ όμως να εξετάσω τη θέση του καθ' ο η αίτηση και κάτω από διαφορετικό πρίσμα. Είμαι ενήμερη της πρόσφατης νομολογίας που αφορά το θέμα και των συνεπειών της μη συμμόρφωσης προς τη Διαταγή 39 των θεσμών πολιτικής δικονομίας. Και της επιταγής όπως η ένορκη δήλωση, η οποία συνιστά μαρτυρία, θα πρέπει να είναι συνταγμένη σε γλώσσα κατανοητή στον ενόρκως δηλούντα. Επίσης ότι η ένορκη δήλωση θα πρέπει να γίνεται στη γλώσσα του ενόρκως δηλούντα και να συνοδεύεται από μετάφραση αρμοδίου προσώπου, το οποίο να βεβαιώνει τη μετάφραση και να ενσωματώνει ως τεκμήριο την πρωτότυπη ένορκη δήλωση, όσο και τη μετάφραση της. Ακόμα ότι μη τήρηση των παραπάνω θα πρέπει να οδηγήσει το Δικαστήριο στο να αγνοήσει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Πέραν όμως των όσων έχω αναφέρει πιο πάνω, η αιτήτρια εκείνο που δήλωσε κατά την κυρίως εξέταση της δεν ήταν παντελή άγνοια της ελληνικής γλώσσας αλλά αδύνατη γνώση της γλώσσας, προσθέτοντας ότι η ένορκη δήλωση της εξηγήθηκε από φίλη της. Θεωρώ περαιτέρω ότι η περίπτωση δεν αφορά μια ενδιάμεση αίτηση, αλλά πρόκειται για εναρκτήρια κλήση η οποία υπέχει θέση αγωγής. Η δε έγγραφη μαρτυρία της συμπληρώθηκε με προφορική μαρτυρία η οποία δόθηκε κατά την ακρόαση. Ο ίδιος ο συνήγορος του καθ' ου η αίτηση φαίνεται να συμφωνεί ως προς τη φύση της αίτησης αφού ο ίδιος καλεί το Δικαστήριο να αγνοήσει το τεκμήριο που κακώς επισυνάφθηκε «στην πρωτογενή αίτηση, «που ενεργεί ως αγωγή». Ακόμα, δεν με κάλεσε ο δικηγόρος του καθ' ου η αίτηση εξαρχής να αγνοήσω την ένορκη δήλωση της αιτήτριας, ως μη υπάρχουσα. Αντίθετα δέχθηκε, με την ενέργεια του να αντεξετάσει την ενόρκως δηλούσα, τόσο επί του περιεχομένου της αρχικής ένορκης δήλωσης της όσο και της κυρίως εξέτασης της, ότι υπήρχαν γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου. Κρίνω ακόμα ορθό να αναφερθώ εν συντομία στη φύση της παρούσας αίτησης, η οποία ορίζεται ως « Αίτηση δια Εναρκτήριου Κλήσεως» δυνάμει του εδαφίου
(2)του άρθρου 24 του Νόμου. Η αίτηση σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο, διέπεται από τις πρόνοιες των θεσμών πολιτικής δικονομίας. Πρόκειται δε για το εναρκτήριο μέσο το οποίο είναι γνωστό ως originating summons των θεσμών πολιτικής δικονομίας ( βλ. Δ.1,Θ2,Δ.17, Θ 12 και Δ.55) . Η αίτηση δια εναρκτήριου κλήσεως δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ( βλ Δ.55 των θεσμών πολιτικής δικονομίας, αλλά και την αντίστοιχη Δ.54 r1 των Αγγλικών θεσμών). Τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν το αίτημα δεν περιέχονται σ' αυτή αλλά εκτίθενται σε ένορκη δήλωση σε μεταγενέστερο στάδιο με οδηγίες του Δικαστηρίου. Η διαταγή 55 των της πολιτικής δικονομίας σε ελεύθερη μετάφραση προνοεί ότι:
  1. Οιονδήποτε πρόσωπο που απαιτεί ότι είναι ενδιαφερόμενον σύμφωνα με έγγραφο μεταβιβάσεως, διαθήκη ή άλλη γραπτή πράξη μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο δια πρωτογενούς αιτήσεως (Τύπος 50 και 51) για απόφαση σε οιονδήποτε ερώτημα που εγείρεται από την πράξη και για δήλωση για τα δικαιώματα των ενδιαφερομένων προσώπων.
  2. Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί να δώσει οδηγίες στα όπως η κλήση επιδοθεί σ' εκείνα τα πρόσωπα που θα κρίνει σκόπιμο.
  3. Η αίτηση πρέπει να υποστηρίζεται από τέτοια μαρτυρία που θα δικαιούται το Δικαστήριο ή ο Δικαστής να ζητήσει.
  4. Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δεν θα δεσμεύεται να αποφασίσει οποιοδήποτε τέτοιο ερώτημα αν κατά τη γνώμη του δεν πρέπει να αποφασισθεί κατόπιν πρωτογενούς κλήσης. Το Δικαστήριο στις πρωτογενείς αιτήσεις μπορεί περαιτέρω να δώσει οδηγίες ως προς τον περαιτέρω χειρισμό της ακρόασης ( Δ.55
(3)). Το Δικαστήριο στην υπόθεση τούτη, επέτρεψε στους διαδίκους πέραν των ενόρκων δηλώσεων τους να προσκομίσουν προφορική μαρτυρία. Συνεπώς πέραν της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε με την ένορκη δήλωση της αιτήτριας, υπάρχει η γραπτή κατάθεση της η οποία προσφέρθηκε σαν μέρος της κυρίως εξέτασης της, αλλά και η ζώσα μαρτυρία επί της οποίας αντεξετάστηκε. Η αιτήτρια αντεξετάστηκε δε επί μακρόν επί του περιεχομένου της αρχικής ένορκης δήλωσης της, την οποία ο δικηγόρος του καθ' ου η αίτηση με καλεί να αγνοήσω. Τονίζω ακόμα ότι το Δικαστήριο καλείται να αξιολογήσει τις αντιφάσεις μεταξύ της έγγραφης μαρτυρίας στην αρχική ένορκη δήλωση της αιτήτριας και των όσων ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση της. Σ' αυτό το σημείο, παρατηρώ ότι εκεί που σημειώθηκε κάποια παρέκκλιση από τους κανονισμούς είναι στην επιλογή των δύο μερών να επισυνάψουν τις ένορκες δηλώσεις τους, χωρίς τις οδηγίες του Δικαστηρίου, που συνιστά εν προκειμένω παρατυπία, ( σημειώνω βέβαια ότι δεν τέθηκε από καμιά πλευρά το θέμα), και ότι αυτή την παρατυπία θα παρακάμψω, εκδίδοντας διάταγμα απαλλαγής από αυτήν, αφού κανένα δυσμενή επηρεασμό δεν θα προκαλέσει σε οιαδήποτε πλευρά. Ακόμα δεν θα δίσταζα να αναφέρω, ενόψει της σοβαρότητας του θέματος, αλλά και της αναζήτησης της αλήθειας σε αυτή την υπόθεση, δηλαδή ποιος είναι ο πατέρας αυτού του μικρού παιδιού που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του, πως δεν θα ήμουν διατεθειμένη να μείνω προσκολλημένη σε παρατυπίες, χωρίς να εξέταζα αν η μητέρα στην ουσία της απαίτησης της, είχε δίκαιο. Ο Πικής, Δικαστής όπως ήταν τότε, στην υπόθεση El Bustani
(1991)1 Α.Α.Δ. 736, πριν τελειώσει την απόφαση του έκρινε ορθό να αναφέρει ότι η εισήγηση της δικηγόρου που εκπροσώπησε τη Δημοκρατία, ότι η αίτηση Habeas Corpus ήταν εκ προοιμίου καταδικασμένη σε αποτυχία για το λόγο ότι η ένορκη ομολογία που την υποστήριζε δόθηκε σε γλώσσα άλλη από εκείνη του αιτητή, χωρίς την τήρηση των εχεγγύων που προβλέπει η Δ.39 Θ 13 των θεσμών πολιτικής δικονομίας για τη βεβαίωση ενόρκων δηλώσεων αγραμμάτων και τυφλών προσώπων, τον έβρισκε ασύμφωνο, γι' αυτό και προχώρησε στην ουσία της αίτησης. Στη βάση λοιπόν του συνόλου της μαρτυρίας της αιτήτριας και της αντεξέτασης της, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η αιτήτρια απέσεισε το βάρος απόδειξης που είχε στους ώμους της, αγνοώντας το τεκμήριο που επισυνάφθηκε επί της εναρκτήριας κλήσης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ζωντανά στο εδώλιο και δεν έχω κανένα δισταγμό να δεχθώ τη μαρτυρία τους. Τόσο η αιτήτρια όσο και οι μάρτυρες της μου έκαναν καλή εντύπωση. Τους κρίνω ως πρόσωπα που έλεγαν την αλήθεια. Κρίνω δε ότι οι αντιφάσεις στη μαρτυρία της αιτήτριας δεν επηρεάζουν την αξιοπιστία της. Η μαρτυρία της ήταν ειλικρινής, φυσική και πειστική. Η ανακολουθία που σημειώθηκε στην ημερομηνία γέννησης του παιδιού, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ουσιώδης ούτε μπορεί να επηρεάσει την αξιοπιστία της αιτήτριας, καθώς από την έγγραφη μαρτυρία, το πιστοποιητικό βάπτισης τεκμήριο 4 που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου και κατατέθηκε εκ συμφώνου, προκύπτει καθαρά ότι το παιδί γεννήθηκε στις 10/11/
  1. Αναφορικά δε με το χρόνο που είχε σχέσεις με τον καθ' ου η αίτηση η αναφορά της κατά την ακρόαση ότι διατηρούσε σχέσεις από το 2004 φαίνεται να συμπίπτει με αυτή του καθ' ου η αίτηση ο οποίος στην ένσταση του αναγράφει ότι είχε δεσμό μαζί της από τις 12/5/2004 μέχρι που η σχέση τους τερματίστηκε, κατά τη δική του εκδοχή, στις 3/6/2005 ή άλλη του εκδοχή το Μάϊο του
  2. Η αιτήτρια υποστήριξε ότι μετά τη διακοπή των σχέσεων τους υπήρξε επανασύνδεση. Δεν αντεξετάστηκε αναφορικά με την αναβίωση της σχέσης τους, ως ανέφερε στη γραπτή της δήλωση στην κυρίως εξέταση. Και εν πάση περιπτώσει εκείνο που ενδιαφέρει είναι αν κατά την ημερομηνία σύλληψης οι διάδικοι διατηρούσαν ερωτικές σχέσεις και όχι αν είχαν τέτοιες σχέσεις κατά το παρελθόν. Υποβάλλει ακόμα ο κύριος Κυπρίζογλου κατά την αγόρευση του, ότι η αιτήτρια διαφοροποίησε το χρονικό διάστημα σύλληψης κατά την ακρόαση αναφέροντας ότι στις 20-3-2006 μετά από ιατρικές εξετάσεις διαπίστωσε την εγκυμοσύνη της, γεγονός για το οποίο ενημέρωσε τον καθ' ου η αίτηση, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της ότι έμεινε έγκυος κατά τις αρχές του
  3. Δεν βρίσκω όμως οποιαδήποτε ασυνέπεια στον παραπάνω ισχυρισμό, καθώς στην αρχική ένορκη δήλωση της αναφέρει γενικά τα γεγονότα τα οποία θα υποστήριζε με περαιτέρω μαρτυρία κατά την ακρόαση. Και στην κυρίως εξέταση δίδει λεπτομέρειες ότι η διαπίστωση της εγκυμοσύνης έγινε με ιατρικές εξετάσεις. Άλλωστε ο Μάρτιος ως ο τρίτος μήνας του χρόνου αποτελεί ένα από τους αρχικούς μήνες του έτους. Από την ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση προκύπτει αβίαστα αλλά και ο καθ' ου η αίτηση παραδέχεται ξεκάθαρα ότι είχε σεξουαλικές σχέσεις με την αιτήτρια. Την σχέση τους όμως την τοποθετεί σε χρόνο προγενέστερο της σύλληψης της Αναστασίας, αφού ισχυρίζεται ότι η σχέση τους τερματίστηκε τον Ιούνιο του 2005 ή Μάιο του 2005 σε μια άλλη εκδοχή του δηλαδή 9- 10 μήνες πριν να μείνει έγκυος η αιτήτρια. Αναφέρει δε ότι από τότε ουδέποτε ξαναείδε την αιτήτρια. Η θέση της αιτήτριας ήταν ξεκάθαρη ότι η σχέση τους συνέχισε. Και επί αυτής της θέσης η αιτήτρια, όπως ανέφερα, δεν αντεξετάστηκε. Η αιτήτρια με ικανοποίησε με την μαρτυρία της. Σε κανένα σημείο δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία της. Ο καθ' ου η αίτηση δεν προσήλθε να υποστηρίξει τη δική του θέση, ούτε το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να τον έχει ενώπιον του για να αξιολογήσει τη δική του αξιοπιστία. Ούτε και παρουσιάστηκε να δώσει οποιεσδήποτε περαιτέρω εξηγήσεις γιατί αγνόησε τις οδηγίες του Δικαστηρίου για να υποβληθεί σε εξετάσεις D.N.A, ώστε το Δικαστήριο να αξιολογούσε περαιτέρω αν η άρνηση του ήταν εύλογη. Οι εξηγήσεις που έδωσε στην ένσταση του κατά την ενδιάμεση διαδικασία δεν κρίθηκαν από το Δικαστήριο ικανοποιητικές. Άλλωστε η μητέρα με σιγουριά και χωρίς οποιοδήποτε δισταγμό η ίδια αποτάθηκε στο Δικαστήριο για να ελεγχθεί η πατρότητα του παιδιού, έτοιμη να δώσει γενετικό υλικό του παιδιού, χωρίς να έχει η ίδια αμφιβολίες για το ποιος είναι ο πατέρας του παιδιού. Οι φωτογραφίες, ως πραγματική μαρτυρία, που παρουσιάστηκαν και έγιναν τεκμήρια επιμαρτυρούν ακόμα ότι οι διάδικοι εξακολουθούσαν να έχουν συναντήσεις και μετά τον Μάϊο ή Ιούνιο του 2005, χρόνο κατά τον οποίο ο καθ' ου η αίτηση ισχυρίστηκε ότι οι σχέσεις τους είχαν τερματιστεί. Το τεκμήριο 3 που απεικονίζει τον καθ' ου η αίτηση με το παιδί είναι μια αδιαμφισβήτητη απόδειξη ότι οι συναντήσεις τους συνέχισαν και μετά τη γέννηση του παιδιού. Δεν δόθηκε καμία εξήγηση από τον καθ' ου η αίτηση υπό ποία ιδιότητα κρατούσε το παιδί, ή κατά πόσο αυτός διατηρούσε έστω και φιλικές σχέσεις με την αιτήτρια και μετά τον τοκετό. Καταρρίπτει ακόμα τη θέση του ότι από την ημερομηνία που τερματίστηκαν οι ερωτικές τους σχέσεις στις 3/6/2005 που έφυγε η αιτήτρια από την επιχείρηση του έφυγε προς άγνωστη διεύθυνση και από τότε δεν την έχει ξαναδεί ποτέ. Παρατήρησα ακόμα και στα γραφόμενα του καθ' ου η αίτηση κάποια ανακολουθία μεταξύ των ημερομηνιών κατά τις οποίες αναφέρει ότι έγινε ο τερματισμός της σχέσης τους. Στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης του αναφέρει ως διάστημα κατά το οποίο είχαν σεξουαλικές σχέσεις το διάστημα μεταξύ 12/5/2004 μέχρι 3/6/
  4. Στην παράγραφο 6 συνεχίζει. « Τον Μάϊο του 2005, η αιτήτρια σταμάτησε να εργάζεται στην επιχείρηση που διατηρώ στη Λευκωσία και έφυγε προς άγνωστη σ' εμένα κατεύθυνση. Έκτοτε δεν την ξαναείδα ποτέ πια.» Ούτε και συμφωνεί αυτή η θέση του με τα όσα η κυρία Τύρα και ο κύριος Πετεινός ανέφεραν κατά τη μαρτυρία τους. Ούτε και αμφισβητήθηκε η παρουσία του καθ' ου η αίτηση κατά τη βάπτιση του παιδιού η οποία έλαβε χώρα πολύ αργότερα από την ημερομηνία που ο ίδιος κατηγορηματικά ανέφερε ότι δεν ξαναείδε την αιτήτρια και υπό ποία ιδιότητα βρισκόταν εκεί. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της κυρίας Τύρα, η οποία παρόλο που δεν έχει κάμει οποιαδήποτε επιστημονική εξέταση, ενισχύει τη θέση της μητέρας ότι ο καθ' ου η αίτηση είχε συχνές συναντήσεις με την αιτήτρια και το μωρό. Επίσης ότι ο ίδιος παρουσιαζόταν ως ο πατέρας του παιδιού. Ακόμα δέχομαι τη θέση της για τα όσα εκτιλύχθηκαν στη βάπτιση του παιδιού. Αλλά και τα όσα ανέφερε ο κύριος Πετεινός ενισχύουν τους ισχυρισμούς της αιτήτριας. Τον κρίνω ως μάρτυρα της αλήθειας. Ήταν ο άνθρωπος που είσπραξε το ποσό για τη βάπτιση της Αναστασίας ως διευθυντής του ξενοδοχείου. Πιστεύω τον κύριο Πετεινό για τα όσα του ανέφερε ο καθ' ου η αίτηση για το μωρό. Ότι δεν θα άφηνε κανένα να πληρώσει όπως είπε για «τα βαφτίσια του μωρού μας». Αλλά και στο τεκμήριο 5, που αποτελεί αντίγραφο του τιμολογίου που αφορούσε τη βάπτιση του παιδιού, αναγράφονται τα ακόλουθα. Guest Address, CHRISTENING PART C/O STAVROS. Ακόμα η ημερομηνία βάπτισης του παιδιού, το τραπέζι που επακολούθησε, συμπίπτει με την ημερομηνία τόσο του πιστοποιητικού βάπτισης, τη μαρτυρία της αιτήτριας, της νονάς και του κύριου Πετεινού. Το πιστοποιητικό βάπτισης (αντίγραφο) της Ιεράς Μητροπόλεως Πάφου φέροντας τη υπογραφή του εφημέριου του ναού, Τεκμήριο 4, το οποίο κατατέθηκε εκ συμφώνου και η αναγραφή του ονοματεπώνυμου του καθ' ου η αίτηση ως του πατέρα του παιδιού, σε συνδυασμό με όλη την υπόλοιπη μαρτυρία είναι ίσως η σοβαρότερη απόδειξη ότι ο καθ' ου η αίτηση είναι όντως ο πατέρας του παιδιού. Οι υποβολές του δικηγόρου του καθ' ου η αίτηση ως προς τη διατήρηση παράλληλων σχέσεων από την αιτήτρια με άλλους άντρες έπεσαν στο κενό. Η ημερομηνία διαπίστωσης της εγκυμοσύνης στις 20 Μαρτίου του 2006, εμπίπτει στο κρίσιμο διάστημα σύλληψης, ως αυτό προσδιορίζεται στο νόμο. Δηλαδή εμπίπτει εντός του κρίσιμου χρονικού διαστήματος σύλληψης το οποίο έχω καθορίσει μεταξύ των ημερομηνιών 12/1/2006 και 13/5/
  5. Και είναι εύρημα μου με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία ότι οι σχέσεις των διαδίκων συνέχισαν και μετά το Μάϊο του 2005 που ο καθ' ου η αίτηση ισχυρίστηκε ότι τερματίστηκαν οι σχέσεις τους και μέχρι τη σύλληψη του παιδιού, αλλά και μετά τη γέννηση του παιδιού. Ακόμα ο καθ' ου η αίτησε δεν πρόβαλε κανένα σοβαρό λόγο που να δικαιολογεί την άρνηση του να υποβληθεί σε επιστημονικές εξετάσεις και γιατί περιφρόνησε τις οδηγίες του Δικαστηρίου. Στην απόφαση μου επί της ενδιάμεσης αιτήσεως επί της θέσης του καθ' ου η αίτηση ότι «η έκδοση οδηγιών παραβιάζει και εισβάλλει στην οικογενειακή ζωή του, αλλά και ότι θα προκαλέσει αναστάτωση στη ήδη διαταραγμένη υγεία της συζύγου του» ανέφερα «Έχω την άποψη ότι τα παραπάνω θέματα άπτονται της συνταγματικότητας της σχετικής διάταξης. Για να εξεταστεί δε θέμα συνταγματικότητας θα πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς με αναφορά στα άρθρα του Συντάγματος στα οποία προσκρούει, (βλ. Κακουρή ν. Επάρχου Αμμοχώστου
(2004)1Α Α.Α.Δ. 8) και εν πάση περιπτώσει δεν θα μπορούσε να εξετάσει τέτοιο θέμα το ίδιο το Οικογενειακό Δικαστήριο. Βλ. Ζένιου ν. Ζένιου
(2002)1Α Α.Α.Δ.
  1. Διαβεβαίωσε βέβαια ο ευπαίδευτος συνήγορος του καθ' ου η αίτηση ότι δεν εγείρει θέμα αντισυνταγματικότητας αλλά ερμηνείας του εν λόγω άρθρου. Προχώρησε δε να αναφέρει ότι το Αγγλικό ανάλογο άρθρο από το οποίο «αντιγράψαμε» το άρθρο 24Α, τοποθετεί τα πράγματα σε διαφορετική βάση έτσι που να μη δημιουργούνται προβλήματα με τη διεξαγωγή του τεστ πατρότητας. Δεν υπάρχει αμφιβολία κατά την άποψη μου όσον αφορά την ερμηνεία της εν λόγω διάταξης και της λεπτομερούς ακολουθητέας διαδικασίας, στην περίπτωση έκδοσης των οδηγιών. Η ερμηνεία του εν λόγω άρθρου είναι σαφής. Το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει ανάλογες οδηγίες, υπό τον τρόπο που περιγράφεται στο εν λόγω άρθρο του οποίου η ορθότητα δεν μπορεί να αμφισβητηθεί δια της παρούσας οδού. Ακόμα δεν έχω διαπιστώσει ουσιαστικές διαφορές στη διαδικασία που ακολουθείται στον Αγγλικό νόμο πέραν του ότι έχει διασφαλιστεί ότι οι εξετάσεις θα διενεργούνται από αναγνωρισμένα ιδρύματα για εξασφάλιση των εχεγγύων ενός αξιόπιστου αποτελέσματος. Ας σημειωθεί δε ότι στην Αγγλική νομοθεσία η διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης προβλεπόταν ανέκαθεν. Προχωρώ επομένως να εξετάσω και τους υπόλοιπους λόγους άρνησης του καθ' ου η αίτηση να δοθούν τέτοιες οδηγίες. Ο ισχυρισμός ότι οι ερωτικές σχέσεις των διαδίκων είχαν λήξει τουλάχιστον 9 με 10 μήνες πριν τη σύλληψη, κυοφορία και γέννηση της Αναστασίας. Η αποδοχή του καθ' ου η αίτηση και μόνο ότι όντως υπήρχε ερωτική σχέση μεταξύ των διαδίκων, έστω και με τον ισχυρισμό ότι αυτές είχαν λάβει χώρα ελάχιστους μήνες πριν θα με οδηγούσε προς την κατεύθυνση της έγκρισης του αιτήματος. Εξάλλου η θέση της αιτήτριας είναι ότι η σύλληψη έγινε κατά το κρίσιμο χρόνο. Το Δικαστήριο δεν θα ενδιατρίψει στο παρόν στάδιο στους αντικρουόμενους ισχυρισμούς ούτε και θα αξιολογήσει την αξιοπιστία εκάστου διαδίκου. Η αποδοχή ύπαρξης κάποιου ερωτικού δεσμού με την αιτήτρια αποδεικνύει εκ πρώτης όψεως το βάσιμο του αιτήματος. Η αναστάτωση της συζύγου του η οποία πάσχει από ανίατη ασθένεια, και οι προσωπικές περιστάσεις, το γεγονός ότι έχει 5 παιδιά, δεν μπορούν να αποτελέσουν στο παρόν στάδιο, χωρίς το Δικαστήριο να γνωρίζει λεπτομέρειες, λόγο για απόρριψη της αίτησης. Ουσιαστικά ο καθ' ου η αίτηση προτρέχει, προδικάζοντας το αποτέλεσμα των αιματολογικών εξετάσεων, για την αναστάτωση που θα προκαλέσει ενδεχόμενο θετικό αποτέλεσμα των αιματολογικών εξετάσεων στην οικογενειακή του ζωή. Άλλωστε η προστασία της οικογενειακής ζωής, όπως έχω αναφέρει πιο πάνω άπτεται της συνταγματικότητας της εν λόγω διάταξης, θέμα που το Οικογενειακό Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει. Πέρα από τα πιο πάνω έχω την άποψη ότι η διεξαγωγή των εξετάσεων θα διαλύσει οποιεσδήποτε αμφιβολίες και θα βοηθήσει στην ομαλή συνέχιση της οικογενειακής του ζωής. Το δικαίωμα αναγνώρισης της πατρότητας αποτελεί επίσης αναπόσπαστη πτυχή της οικογενειακής ζωής του ατόμου η οποία τυγχάνει προστασίας από το Σύνταγμα. Το δικαίωμα του παιδιού να γνωρίζει την καταγωγή του, είναι υψίστης σημασίας. Στην πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, μετά από ατομική προσφυγή, στην κυπριακή απόφαση Φοινικαρίδου, (η οποία υπέβαλε αίτηση για αναγνώριση πατρότητας αφού είχε παρέλθει η προβλεπόμενη προθεσμία, ενώ η ίδια βρισκόταν σε ηλικία 52 ετών και είχε πληροφορηθεί από τη μητέρα της λίγο πριν πεθάνει το 1997 ότι ο καθ' ου αίτηση ήταν πατέρας της, ζήτησε δε αναγνώριση της ως φυσικού του τέκνου του καθ' ου η αίτηση το 1999, πολλά χρόνια μετά την ενηλικίωση της, αίτηση η οποία απορρίφθηκε από τα Κυπριακά Δικαστήρια λόγω παραγραφής του σχετικού δικαιώματος της), το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, θεώρησε ότι οι πρόνοιες που υπήρχαν στη σχετική κυπριακή νομοθεσία για παραγραφή του δικαιώματος του παιδιού να ζητήσει αναγνώριση της πατρότητας στα τρία χρόνια από την ενηλικίωση του, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις της κάθε υπόθεσης και ιδιαίτερα πότε περιήλθαν σε γνώση του τα γεγονότα που στοιχειοθετούν δικαίωμα του για αναγνώριση πατρότητας, αντίκεινται στο δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής, του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η Κύπρος δε συμμορφούμενη με την απόφαση, τροποποίησε τη σχετική πρόνοια της νομοθεσίας, ώστε να διασφαλιστεί η συμβατότητα με τη σύμβαση. (Βλ. Phinikaridou 23890/02, judgment 20.12.2007, final 20.3.2008).» Η επιστημονική εξέταση θα διέλυε οποιαδήποτε αμφιβολία υπήρχε για τη πατρότητα της Αναστασίας. Η άρνηση του καθ' ου η αίτηση να υποβληθεί σε επιστημονικές εξετάσεις, σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία που έχω ενώπιον μου, με οδηγούν στο αναπόφευκτο συμπέρασμα ότι ο καθ' ου η αίτηση είναι ο πατέρας του παιδιού, στη βάση του βάρους απόδειξης που απαιτείται σε τέτοιου είδους υποθέσεις, αυτού της υπερίσχυσης των πιθανοτήτων. Καταλήγω λοιπόν συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, ότι η ανήλικη Αναστασία είναι καρπός της ερωτικής σχέσης του καθ' ου η αίτηση με την αιτήτρια στη βάση των ακόλουθων ευρημάτων. Ότι η αιτήτρια και ο καθ' ου η αίτηση γνωρίστηκαν όταν η αιτήτρια ήρθε στην Κύπρο και εργοδοτήθηκε στην επιχείρηση ξυλουργικών εργασιών Stafo Furniture Ltd την οποία διατηρούσε ο καθ' ου η αίτηση στη Λευκωσία. Οι διάδικοι είχαν σεξουαλικές σχέσεις από το Μάιο του
  2. Διακόπηκαν αφότου η αιτήτρια έφυγε κατά τον Ιανουάριο του 2005 για την Ουκρανία. Περί τον Αύγουστο του 2005 οι διάδικοι ξανασυναντήθηκαν. Ο καθ' ου η αίτηση ακολούθησε την αιτήτρια στην Πάφο όπου και διέμενε και επανάρχισαν οι σχέσεις μεταξύ τους, οι οποίες ήταν τακτικές. Οι σχέσεις τους συνέχισαν μέχρι τη σύλληψη και τη γέννηση του παιδιού, αλλά και μετά τη γέννηση της μικρής Αναστασίας. Ούτε η αιτήτρια, αλλά ούτε και ο αιτητής έπαιρναν οποιεσδήποτε προφυλάξεις. Η σύλληψη της μικρής Αναστασίας τοποθετείται μέσα στο χρονικό διάστημα που οι διάδικοι είχαν ερωτικές σχέσεις. Η αιτήτρια διατηρούσε σχέσεις μόνο με τον καθ' ου η αίτηση κατά το χρονικό διάστημα σύλληψης της Αναστασίας. Ο καθ' ου η αίτηση κατέβαλε τα έξοδα της γέννας της αιτήτριας. Ο καθ' ου η αίτηση συνέχισε να βλέπει τη αιτήτρια και το παιδί και μετά τη γέννηση του παιδιού. Ο καθ' ου η αίτηση και η αιτήτρια προχώρησαν στη βάπτιση του παιδιού στις 14/4/2007 όπου και δήλωσαν στον ιερέα ότι είναι οι γονείς του παιδιού. Ο καθ' ου η αίτηση κατέβαλε τα έξοδα του πάρτυ που έγινε για τη βάπτιση του παιδιού στο διευθυντή του ξενοδοχείου κύριο Πετεινό. Ο καθ' ου προέβαλλε αντίσταση στις κλήσεις της αιτήτριας για να αναγνωρίσει το παιδί. Η αιτήτρια αναγκάστηκε να υποβάλει αίτηση για δικαστική αναγνώριση του παιδιού. Ο καθ' ου η αίτηση δεν υπάκουσε στις οδηγίες του Δικαστήριου για διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης χωρίς οποιαδήποτε εύλογη δικαιολογία. Κατανοώ βέβαια τη θέση του καθ' ου η αίτηση ως πολύτεκνου οικογενειάρχη με αυξημένες υποχρεώσεις, όμως η αναστάτωση της οικογενειακής του ζωής, οφείλεται αποκλειστικά στην δική του απόφαση να δημιουργήσει εξωσυζυγική σχέση. Περαιτέρω τίποτα δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου για τις οικονομικές δυνατότητες του τη σημερινή κατάσταση της συζυγικής του σχέσης, ούτε για την κατ' ισχυρισμό κλονισμένη υγεία της γυναίκας του, αφού ο ίδιος επέλεξε να μην προσφέρει περαιτέρω μαρτυρία. Όπως δε έχει λεχθεί στην απόφαση της μειοψηφίας στην Φοινικαρίδου v. Οδυσσέως
(2001)1 Α.Α.Δ. 1744, « Αναμφισβήτητο είναι ότι το δικαίωμα αναγνώρισης της πατρότητας αποτελεί αναπόσπαστη πτυχή της οικογενειακής ζωής του ατόμου, η οποία τυγχάνει προστασίας από το άρθρο 15.1 του Συντάγματος». Κρίνω δε πως το δικαίωμα του παιδιού που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του να δημιουργήσει δεσμό με τον πατέρα του δεν είναι παράλογο, ούτε υποδεέστερο των δικαιωμάτων που απολαμβάνουν τα παιδιά του εντός γάμου. Αποτελεί δε αναφαίρετο δικαίωμα του παιδιού αυτού να γνωρίσει την καταγωγή του. Με βάση τα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω η αίτηση της αιτήτριας επιτυγχάνει και εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η ανήλικη Αναστασία που γεννήθηκε στις 10/11/2006 αναγνωρίζεται ως τέκνο του καθ' ου η αίτηση Σταύρου Φωτίου. Επίσης εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η εγγραφή στα ληξιαρχικά βιβλία του ονοματεπώνυμου του καθ' ου η αίτηση ως του πατέρα της ανήλικης Αναστασίας. Τα έξοδα ως τα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται προς όφελος της αιτήτριας κα εναντίον του καθ' ου η αίτηση. (Υπ.) .............. Κ. Χ΄ Αθανασίου - Σιαμτάνη, Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.