← Κύπρος

Ρίτα Λουκά Στυλιανού ν. Λουκά Αντώνη Στυλιανού, Αρ. Αίτησης: 31/04, 4 Αυγούστου 2010

Ρίτα Λουκά Στυλιανού ν. Λουκά Αντώνη Στυλιανού, Αρ. Αίτησης: 31/04, 4 Αυγούστου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODPAF:2010:4 ΣΤΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Δικαιοδοσία Περιουσιακών Διαφορών ΕΝΩΠΙΟΝ: K. X´Αθανασίου-Σιαμτάνη, Δ. Αρ. Αίτησης: 31/04 ΜΕΤΑΞΥ: Ρίτα Λουκά Στυλιανού, από την Πάφο Αιτήτριας και Λουκά Αντώνη Στυλιανού, από την Πάφο Καθ' ου η Αίτηση ----------------------- Αίτηση Επαναφοράς ημερομηνίας 15/10/09 ----------------------- Ημερομηνία: 4 Αυγούστου 2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: κα Ε. Ταλιώτου Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κ. Ν. Παπακλεοβούλου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με εναρκτήρια αίτηση ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου, η αιτήτρια ζητούσε: «Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συνεισφορά της αιτήτριας στην αύξηση της περιουσίας του καθ' ου η αίτηση τόσο πριν το γάμο των διαδίκων με την προοπτική του γάμου όσο και μετά τη σύναψη του γάμου των διαδίκων ανέρχεται στο ½ της αύξησης. Β. Διάταγμα και /ή απόφαση του Δικαστηρίου διατάζον τον καθ' ου η αίτηση να μεταβιβάσει το ½ της κινητής και ακίνητης περιουσίας του που εκέκτητο κατά το χρόνο της διακοπής της συμβίωσης των διαδίκων επ' ονόματι της αιτήτριας απαλλαγμένο παντός εμπραγμάτου και/ή άλλου βάρους ήτοι το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 10781, τεμάχιο 608, φ/σχ 45/35 Ε

  1. Μερίδιο όλο το οποίο χρησιμοποιείται ως συζυγική οικία και το οποίο βρίσκεται στην Τάλα, την επιχείρηση και/ή εμπορική εύνοια του κομμωτηρίου το οποίο βρίσκεται στην οδό Γλάδστωνος 2, στην Πάφο, το αυτοκίνητο mazda Familia με αρ. εγγραφής EKP 813 και το αυτοκίνητο Toyota Corolla με αριθμό εγγραφής ΗΖΖ 785 και ½ μερίδιο των μετρητών. Γ. Διαζευκτικά Λ.Κ.400.000 απόδοση του μέρους της αύξησης της περιουσίας του καθ' ου η αίτηση το οποίο προέρχεται από τη συνεισφορά της αιτήτριας. Στην αίτηση περιουσιακών διαφορών ο καθ' ου η αίτηση καταχώρησε υπεράσπιση προβάλλοντας ταυτόχρονα ανταπαίτηση. Χρειάζεται για σκοπούς κατανόησης της πορείας της υπόθεσης μια συνοπτική αναδρομή στο ιστορικό της υπόθεσης και των εμφανίσεων. Η αιτήτρια αρχικά εκπροσωπείτο από το δικηγορικό γραφείο της κυρίας Λίζας Θεοφάνους η οποία στις 5/2/2009 ζήτησε άδεια να αποσυρθεί από δικηγόρος της αιτήτριας. Ας σημειωθεί ότι την προηγούμενη της απόσυρσης υπήρχε πρόταση για διευθέτηση της διαφοράς των διαδίκων από την οποία όμως η αιτήτρια υπαναχώρησε και ζήτησε ενόψει της απόσυρσης της δικηγόρου της χρόνο για να διορίσει νέο δικηγόρο. Δόθηκε στην αιτήτρια αρκετός χρόνος για να διορίσει δικηγόρο, γιατί αντιμετώπιζε οικονομική αδυναμία να εξοφλήσει την προηγούμενη της δικηγόρο. Εν τω μεταξύ στις 15/1/09 παραχωρήθηκε στην αιτήτρια νομική αρωγή για το 1/3 των εξόδων. Από δε τις 6/5/2009 η κα Ταλιώτου διορίστηκε ως δικηγόρος της βάσει της νομικής αρωγής. Παρά το διορισμό της δικηγόρου, επειδή εκκρεμούσε το θέμα πληρωμής των δικηγορικών εξόδων της προηγούμενης δικηγόρου η αιτήτρια παρουσιαζόταν στο Δικαστήριο και ζητούσε περαιτέρω χρόνο για να ξεκαθαρίσει με το θέμα του διορισμού της δικηγόρου η οποία θα την εκπροσωπούσε στην υπόθεση της. Ας σημειωθεί ότι συνέχιζε η προσπάθεια για εξεύρεση κάποιας λύσης στην επίδικη διαφορά. Στις 2/7/2009 ο κ Παπακλεοβούλου ζήτησε όμως όπως οριστεί η υπόθεση για ακρόαση και το Δικαστήριο έδωσε ως δικάσιμο την 8/10/
  2. Κατά την ημερομηνία εκείνη παρούσες ήταν τόσο η αιτήτρια όσο και η διορισμένη βάσει νομικής αρωγής δικηγόρος της κα Ταλιώτου. Στις 8 Οκτωβρίου 2009 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, ούτε η αιτήτρια αλλά ούτε και η δικηγόρος της εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο. Ενόψει της απουσίας τους και της παρέλευσης της ώρας που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, ο δικηγόρος του καθ' ου η αίτηση ζήτησε από το Δικαστήριο απόρριψη της υπόθεσης. Παραθέτω το αίτημα του κ Παπακλεοβούλου αυτούσιο: « κ Παπακλεοβούλου: Βρισκόμαστε στο Δικαστήριο από η ώρα 10:00 π.μ. που είναι ορισμένη αυτή η υπόθεση για ακρόαση. Προσπάθησα να βρω την προτιθέμενη δικηγόρο της αιτήτριας την κυρία Έλενα Γεωργίου Ταλιώτου, αλλά δεν την είδα την αιτήτρια για να δω τις προθέσεις της για δίκη. » Δεν έχω δει ούτε την μια ούτε της άλλη στους χώρους του Δικαστηρίου. Ζήτησα μέχρι τώρα 2 φορές να φωνάξει τα ονόματα και των δύο ο υπάλληλος έξω ο κύριος Μάριος για να εμφανιστούν στο Δικαστήριο χωρίς οποιαδήποτε παρουσία. Ως και τούτη στη στιγμή και το Δικαστήριο επειδή έχει αναφωνήσει μέσω του υπαλλήλου με τα μεγάφωνα και κανείς δεν εμφανίστηκε. Η ώρα είναι 12 παρά τέταρτο θα ζητήσω την απόρριψη της παρούσας αίτησης- αγωγής με έξοδα σε βάρος της αιτήτριας και υπό το πρίσμα των εξελίξεων δεν θα έχει λόγο να προωθείται και η ανταπαίτηση. Η αγωγή του πελάτη μου η οποία έγινε υπό το πρίσμα των διεκδικήσεων της αιτήτριας θα παρακαλέσω το Δικαστήριο να μου δώσει άδεια διακόψω την ανταπαίτηση.» Το Δικαστήριο αποδέχθηκε το αίτημα του κυρίου Παπακλεοβούλου και απέρριψε την αίτηση δίνοντας άδεια να διακοπεί η ανταπαίτηση. Επτά μέρες μετά την απόρριψη της εναρκτήριας αίτησης στις 15 Οκτωβρίου 2009 η αιτήτρια καταχώρησε μέσω της δικηγόρου της αίτηση για επαναφορά της απορριφθείσας αίτησης. Στηρίζοντας την αίτηση της στους περί πολιτικής δικονομίας θεσμούς Δ.33 Θ.1 Δ.48 Θ.9 Δ.57, στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την αίτηση της βάσισε στα ακόλουθα γεγονότα τα οποία εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση της ίδιας της αιτήτριας: «
  3. Είμαι η αιτήτρια εις την υπό το ως άνω και τίτλο αίτηση και έχω πλήρη άμεση και προσωπική γνώση όλων των γεγονότων που περιβάλλουν την ως άνω αίτηση.
  4. Εξ όσων προσωπικώς γνωρίζω και πληροφορούμαι η ως άνω αίτηση απερρίφθη διότι η δικηγόρος που με εκπροσωπεί δεν εμφανίστηκε κατά την ημερομηνία που ήταν ορισμένη η ως άνω αίτηση για ακρόαση δηλαδή την 8/10/2009 καθότι είχε σημειώσει στο φάκελο το οποίον τηρά για την ως άνω υπόθεση μου τη ημερομηνία 13/10/2009 για ακρόαση.
  5. Επίσης εξ' όσον προσωπικώς γνωρίζω και πληροφορούμαι την 8/10/09 και ενώ ο αντίδικος δικηγόρος είχε εμφανιστεί, φωνάχθηκε το όνομα της δικηγόρου που με εκπροσωπεί, παρόλα αυτά όμως δεν ήταν δυνατό να εμφανιστεί στο δικαστήριο εφόσον εκείνη την ημέρα απουσίαζε από το δικαστήριο και κανένας δεν την ειδοποίησε ότι την περίμεναν για την συγκεκριμένη υπόθεση.
  6. Για όλα τα ανωτέρω θεωρώ ότι είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον δικαίας απονομής της δικαιοσύνης όπως η ανωτέρω αίτηση επαναφερθεί. Στο αίτημα για επαναφορά ενέστη ο καθ' ου η αίτηση προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης για τους οποίους δεν θα πρέπει το Δικαστήριο να αποδεχθεί το αίτημα: «
  7. Την απόσυρση της δικηγόρου της αιτήτριας στις 5.2.09 και προς διευκόλυνση της δια διορισμό άλλου δικηγόρου, ακολούθησαν 6 συστηματικές αναβολές.
  8. Οι αναβολές δόθηκαν παρόλο που από 15.1.09 το δικαστήριο ήδη ενέκρινε στην αιτήτρια νομική αρωγή για μέρος των εξόδων.
  9. Σε κάθε μια επακολουθήσασα εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου η αιτήτρια και η δικηγόρος κ. Έλενα Γεωργίου Ταλιώτου παρίστατο και είχε η κάθε μια τους άμεση απ' ευθείας και πλήρη ενημέρωση, τόσο για την ημέρα και ώρα της νέας δικασίμου όπως και υπήρξαν σχετικές κάθε φορά δια ζώσης προειδοποιήσεις του Δικαστηρίου όπως και για εκείνη της 8.10.09 ως μιας τελευταίας ευκαιρίας
  10. Η συμπεριφορά της αιτήτριας και ο εξ αποστάσεως διορισμός δικηγόρου παρατηρητή, κατά τον τοσούτο χρόνο άγγιξε τα όρια της περιφρόνησης.
  11. Ο επικαλούμενος λόγος για λανθασμένη σημείωση του χρόνου ακροάσεως δεν ευσταθεί αφού αμφότερες ήταν παρούσες και το δικαστήριο είχε κιόλας ρωτήσει προκαταβολικά εάν η ημερομηνία βόλευε αμφότερες τις πλευρές.
  12. Όθεν η αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στο αίτημα και συνεπακόλουθα η αίτηση της πρέπει να απορρίπτεται. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση η οποία συνοδεύει την ένσταση του και στην οποία ο καθ' ου η αίτηση αναφέρει: «
  13. Ότι είμαι ο καθ' ου η αίτηση στην παρούσα υπόθεση.
  14. Ότι από τους ισχυρισμούς της αιτήτριας παραδέχομαι μόνο ότι η αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση την 8.10.
  15. Ότι αρνούμαι ότι η αιτήτρια είχε διορίσει μέχρι την 8.10.09 δικηγόρο για να χειριστεί αυτή της την υπόθεση ή ότι μέχρι τη μέρα εκείνη καταχώρησε οποιοδήποτε σημείωμα αλλαγής δικηγόρου ως ο ισχυρισμός και/ή καθόλου, αλλά αντίθετα από την 15.1.09 μέχρι την 8.10.09 δεν προώθησε καθόλου την υπόθεση της παρ' όλες τις 6 εν τω μεταξύ ενδιάμεσες ημερομηνίες δικασίμου.
  16. Ότι ισχυρίζομαι όπως και κάθε φορά από έκτοτε 3.3.09, 3.4.09 5.5.09, 20.5.09, 24.6.09 και 2.7.09 χρόνο που δόθηκε και η καταληκτική τελευταία ημερομηνία για ακρόαση της αίτησης για τις 8.10.09 τόσο η αιτήτρια όσο και η προτιθέμενη δικηγόρος της κ Έλενα Γεωργίου Ταλιώτου ήταν αμφότερες παρούσες έστω και εάν η ειρημένη δικηγόρος δεν εμφανιζόταν και τυπικά ως συνήγορος της αιτήτριας αλλά απλώς παρίστατο λαμβάνουσα γνώση όλων των ενώπιον του δικαστηρίου συμβαινόντων και λεγομένων, πράγμα που έδινε την εντύπωση ότι αντιπροσώπευε όλα τα σχετικά συμφέροντα της αιτήτριας περιλαμβανόμενης και της διενέργειας της ακρόασης της αίτησης.
  17. Ότι απ' όσα με είχε πληροφορήσει ο δικηγόρος μου, αλλά και από όσα ανταλλαζόταν και στη παρουσία μου το σεβαστό Δικαστήριο έκαμνε κάθε φορά συστάσεις στην αιτήτρια για διορισμό κατάλληλα της δικηγόρου της και μάλιστα στις 2.7.09 που μας δόθηκε και η καταληκτική τελευταία ημερομηνία για ακρόαση, ότι θα έπρεπε χωρίς άλλο μέχρι τότε να έχει διορίσει τη δικηγόρο της στην παρουσία και της προρρηθείσας δικηγόρο.
  18. Ότι επισυνάπτω στην παρούσα σημειούμενο ως τεκ.1 αντίγραφο των πρακτικών του Δικαστηρίου ημ..8.10.09 σχετικά με τα όσα συνέβησαν και σε αυτή την ημερομηνία που καταδεικνύουν ότι η συμπεριφορά της αιτήτριας ως είχε κατά τις τοσαύτες εμφανίσεις άγγιζε πλέον τα όρια της περιφρόνησης.
  19. Ότι έχω και την συμβουλή του δικηγόρου μου ότι ο επικαλούμενος λόγος επαναφοράς της υπόθεσης δεν μπορεί καθόλου να επιτύχει και ως αντίθετος και με τη νομολογία. Οι δικηγόροι των διαδίκων προχώρησαν σε ακρόαση της αίτησης και ανέπτυξαν ο καθένας τη δική του επιχειρηματολογία. Δεν αντεξετάστηκαν οι ενόρκως δηλούντες ως προς το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως τους. Η κυρία Ταλιώτου αγορεύοντας για την έγκριση του αιτήματος της έριξε όλο το φταίξιμο στο πρόσωπο της λέγοντας ότι η μη εμφάνιση στο Δικαστήριο οφείλεται σε δικό της αποκλειστικά λάθος γιατί είχε σημειώσει λανθασμένη ημερομηνία στο ημερολόγιο της, την 13/10/
  20. Και ότι η αιτήτρια δεν είχε απολύτως καμία ευθύνη. Ανέφερε ακόμα ότι κατά το χρόνο που ήταν ορισμένη η παρούσα υπόθεση ήταν νόμιμα διορισμένη ως δικηγόρος της αιτήτριας και εκπροσωπούσε και αντιπροσώπευε την αιτήτρια ενώπιον του Δικαστηρίου και τα συμφέροντα της. Συνεχίζοντας ανέφερε ότι η αίτηση είναι πολύ παλιά και σε περίπτωση που δεν επαναφερθεί η υπόθεση η αιτήτρια δεν θα έχει κανένα άλλο μέσο για να διεκδικήσει και να αξιώσει τα νόμιμα δικαιώματα της και να διεκδικήσει την περιουσία από τον πρώην σύζυγο της. Επίσης ότι η αιτήτρια μέχρι σήμερα δεν έχει κατορθώσει να λάβει ούτε καν τα δικόγραφα και τα σχετικά με την υπόθεση έγγραφα τα οποία βρίσκονται στην πρώην δικηγόρο της. Και ότι η συγκεκριμένη εξέλιξη, με την απόρριψη της υπόθεσης, έχει φέρει την πελάτιδα της σε δυσμενή κατάσταση. Ο κύριος Παπακλεοβούλου πρόβαλε, στον αντίποδα, ότι τα όσα ανέφερε η ευπαίδευτη συνήγορος δεν εμπεριέχονται στην αίτηση της και την ένορκη ομολογία που τη συνοδεύει γι' αυτό και θα πρέπει να αγνοηθούν από το Δικαστήριο. Στην γραπτή του αγόρευση εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο απέρριψε την υπόθεση ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια και ότι τα περιστατικά της υπόθεσης δεν δικαιολογούν την επαναφορά της. Παρέπεμψε επίσης σε νομολογία για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου στην οποία λέχθηκε πως το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί πρέπει να συμβαδίζει με το δικαίωμα της ακρόασης μέσα σε εύλογο χρόνο δικαίωμα το οποίο διασφαλίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος και τη νομολογία του ΕΔΑΔ. Επίσης σε αποφάσεις στις οποίες κρίθηκε ότι ο λόγος απουσίας του δικηγόρου του αιτητή δεν μπορούσε να δικαιολογήσει αίτηση για επαναφορά. Ακόμα τόνισε πως το γεγονός ότι η αίτηση καταχωρήθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα από την απόρριψη της δεν μπορεί να έχει θετική καταλυτική επίδραση πάνω στην απόφαση του Δικαστηρίου. Αναφέρθηκε επίσης σε νομολογία για τις επιπτώσεις μη ορθής αναγραφής των θεσμών πολιτικής δικονομίας σε αίτηση και σε απόφαση στην οποία κρίθηκε ότι η απόρριψη της υπόθεσης από το Δικαστήριο για το λόγο αυτό, παρόλο που ο δικηγόρος της άλλης πλευράς δεν έφερε ένσταση, ήταν κατακριτέα γιατί οι κανόνες της πολιτικής δικονομίας υιοθετούνται για να διευκολύνεται η δικαστική διαδικασία και δεν ερμηνεύονται κατά τρόπο που να καταστρατηγούνται τα δικαιώματα των διαδίκων. Ανέφερε όμως ότι παρούσα αίτηση διαφέρει πολύ της προαναφερόμενης καθόσον διαφέρουν τα περιστατικά της υπόθεσης αλλά και το νομικό υπόβαθρο. Νομική Πτυχή Προτού ασχοληθώ με την ουσία της αίτησης επαναφοράς, θα σταθώ στην παραπομπή του κυρίου Παπακλεοβούλου στην αγόρευση του στην υπόθεση Ζήνων Χριστοδούλου .v. Zendia Machinery Ltd, 2008
  21. Α.Α.Δ. 367, στην οποία δεν αναγράφηκε η ορθή δικονομική βάση και αναγράφηκε σε αίτηση για επαναφορά η Διαταγή 33 θεσμός 4 αντί η διαταγή 33 θεσμός 5 που εφαρμοζόταν στην περίπτωση. Η αίτηση απορρίφθηκε για το λόγο αυτό. Το Εφετείο θεωρώντας την απόφαση εσφαλμένη και άδικη επέτρεψε την επαναφορά. Είπε επί του προκειμένου: « Στη βάση των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων κρίνουμε πως η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι εσφαλμένη και άδικη γιατί ουσιαστικά αποστερεί από τον εφεσείοντα το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο, για τον απλό λόγο πως στην αίτηση του αναγράφηκε ο λανθασμένος αριθμός του ισχύοντος θεσμού. Τα δικαιώματα των διαδίκων κρίνονται επί της ουσίας τους όταν αυτά διατυπώνονται με σαφήνεια. Και εδώ ο εφεσείων διατύπωσε με ακρίβεια τη θεραπεία που ζητούσε. Τα δε γεγονότα που υποστήριζαν την αίτηση όπως ο ίδιος τα κατέθεσε στην ένορκη του δήλωση ήταν αδιαμφισβήτητα. Ορθή ήταν και η στάση του δικηγόρου της εφεσίβλητης να μην φέρει ένσταση στην πρωτόδικη διαδικασία. Οι κανόνες της πολιτικής Δικονομίας υιοθετούνται για να διευκολύνεται η δικαστική διαδικασία, η οποία ρυθμίζεται από αυτούς ώστε να προχωρεί απρόσκοπτα. Δεν ερμηνεύονται, ή η νομολογία μας εφαρμόζεται, με τέτοιο τρόπο που να καταστρατηγούνται τα δικαιώματα των διαδίκων οι οποίοι δικαιούνται πρόσβαση στο Δικαστήριο. Η αρχή πως στην αίτηση πρέπει να διατυπώνεται με σαφήνεια η νομική βάση ισχύει. Σκοπός είναι να γνωρίζει το Δικαστήριο, αλλά και η άλλη πλευρά, το περιεχόμενο της αίτησης για να μπορεί να τοποθετηθεί. Στην περίπτωση που συζητούμε η ζητούμενη θεραπεία ήταν ευκρινώς διατυπωμένη. Η αναφορά σε λανθασμένο θεσμό αυτού του είδους, δηλαδή παραπομπής στον αριθμημένο θεσμό 4 αντί 5, θα έπρεπε να θεωρηθεί γραφικό λάθος. Και αν ήθελε το Δικαστήριο να πάρει αυστηρότερη θέση θα μπορούσε να ζητήσει την επιτόπου διόρθωση και να αποδεκτεί της αίτηση.» Παρατηρώ ότι δεν τέθηκε οποιοσδήποτε λόγος ένστασης που να αφορά τη δικονομική βάση της αίτησης. Και εν πάση περιπτώσει η παραπάνω προσέγγιση θα πρέπει να εφαρμοστεί και στη δική μας υπόθεση καθώς η θεραπεία που ζητείται είναι διατυπωμένη ευκρινώς, χωρίς το Δικαστήριο να παραπλανάται. Συνεπώς θα προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης. Τα πλαίσια άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου όταν έχει να αντιμετωπίσει μια αίτηση επαναφοράς, οριοθετήθηκαν στην υπόθεση Phylactou .v. Michael

(1982)1 Α.Α.Δ. 204 από την οποία και το πιο κάτω απόσπασμα στη σελίδα 210 (σε ελεύθερη μετάφραση): « Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο πρέπει να προσπαθεί να ισοζυγίζει δύο παράγοντες οι οποίοι είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη αποτελεσματικής διασφαλίσεως από τη μια του δικαιώματος ακροάσεως του διαδίκου και την ανάγκη διασφαλίσεως ταχείας διεκπεραιώσεως των δικαστικών υποθέσεων, από την άλλη. Η ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευχέρειας αλλά ένα καθ' όλα αποφασιστικό παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων των πολιτών. Αυτή η αρχή είναι στενά συνδεδεμένη με ένα άλλο παράγοντα ο οποίος είναι εξίσου σημαντικός για την απονομή της δικαιοσύνης, δηλαδή την ανάγκη να υποστηριχθεί η τελεσιδικία. Εάν επιτραπεί σε ένα διάδικο εύκολα να επανανοίγει την υπόθεση του, η σφραγίδα της τελεσιδικίας με όλες τις συνέπειες που επιφέρει και η βεβαιότητα που ενέχει στη διαχείριση των ανθρωπίνων υποθέσεων θα εξαφανισθούν με σοβαρές συνέπειες στην απονομή της δικαιοσύνης (Βλ. παρατηρήσεις του Λόρδου Δικαστή Megau στην Lambert .v. Mainland Market
(1977)2 All E.R. 826, 833). Τα αποτελέσματα της νομολογίας είναι ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει σπουδή να αποστερήσει διάδικο να τύχει ακρόασης στην υπόθεση του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Ωστόσο το Δικαστήριο μπορεί οπωσδήποτε να αρνηθεί να επανανοίξει μια υπόθεση εάν η συμπεριφορά ενός διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης. Οσάκις η διαγωγή του διαδίκου ο οποίος αιτείται παραμερισμό απόφασης δεν δύναται να συγχωρεθεί λόγω εμφανούς καταφρονήσεως της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου το Δικαστήριο μπορεί κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να αρνηθεί ακύρωση της απόφασης.» Βλ. επίσης Χαραλάμπους .v. Κ.Τ. Andreou Ltd κ.α.
(2002)1 (Β) Α.Α.Δ. 1296, Παπανικολάου .v. Κότσαπα
(2004)1 Α.Α.Δ 1800. Όπως φαίνεται στο πιο πάνω απόσπασμα, η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανιστεί στο Δικαστήριο και ή η αδικαιολόγητη καθυστέρηση να πάρει μέτρα για επαναφορά της υπόθεσης του, αλλά και η διαγωγή του αιτητή που αγγίζει τα όρια της περιφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας, μπορούν να αποτελέσουν λόγο για απόρριψη της αίτησης. Βλ. επίσης Γιωργαλλίδης .v. Ταπελλογραφείο Παύλου και Σία Λτδ
(2000)1 (Β) ΑΑΔ 1101. Στην Σιακόλας v. Federal Bank of Libanon ( S.A.L.) 1998 1 Α.Α.Δ. 1338, η οποία αφορούσε επαναφορά απορριφθείσης έφεσης, ουσιαστικά το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι παρέχεται σύμφυτη εξουσία για επαναφορά της έφεσης όπου η άρνηση επαναφοράς θα ισοδυναμούσε με στέρηση των δικαιωμάτων που δίδονται με το άρθρο 30.3(β) του Συντάγματος. Στην υπόθεση Pierre- Henri Γεωργιάδης v. Φόρου Εισοδήματος
(2001)1 Α.Α.Δ. 402 η οποία αφορούσε και πάλι απόρριψη έφεσης κατά το στάδιο της ακρόασης, ( ήταν αμοιβαία αποδεκτό ότι ο δικηγόρος στον οποίο ο αιτητής ανέθεσε την υπόθεση του δεν εμφανίστηκε στις 16/5/2000, παράλειψη που ο ίδιος απέδωσε σε λάθος ή παρεξήγηση του εν λόγω δικηγόρου ), έγινε ανασκόπηση της νομολογίας που αφορά απόρριψη υποθέσεων εξαιτίας σφάλματος δικηγόρου. Τηρήθηκε δε αυστηρή γραμμή καθώς κρίθηκε πως διακυβεύεται η οριστικότητα στον τερματισμό των δικαστικών διαδικασιών. Όπως δε τονίστηκε στην απόφαση του Εφετείου Ρουβανιάς Λτδ v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)3 Α.Α.Δ. 191. « .. διαφορετική αντιμετώπιση θα μπορούσε να δημιουργήσει επικίνδυνα ρήγματα στην εφαρμογή της τελεσιδικίας». Στην Βαρδιάνος v. Richards,
(1998)1. Α.Α.Δ 698, επίσης τονίστηκε πως: « Ο διάδικος δεν μπορεί, κατά κανόνα, να προβάλλει το λάθος ή αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της» ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ Με γνώμονα τις παραπάνω αρχές, της διασφάλισης αφενός του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί και αφετέρου της ανάγκης για ταχεία απονομή της δικαιοσύνης σε εύλογο χρόνο, θεμελιώδες δικαίωμα που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος, έχοντας περαιτέρω υπόψη μου την αυστηρή στάση της νομολογίας ως προς την αμέλεια δικηγόρου να εμφανιστεί στο Δικαστήριο, προχωρώ να εξετάσω αν θα ασκούσα της διακριτική μου εξουσία υπέρ την επαναφοράς της αίτησης και αν δικαιολογείται στη βάση των περιστατικών της παρούσας υπόθεσης διαφορετική αντιμετώπιση της, δεδομένου ότι η αίτηση απορρίφθηκε εξαιτίας αποκλειστικά σφάλματος της δικηγόρου να σημειώσει την ορθή ημερομηνία ακρόασης. Εξετάζοντας, αν η συμπεριφορά της ήταν τέτοια που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αποτελεί καταφρόνηση του Δικαστηρίου. Επίσης εάν υπήρξε καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης. Η καταχώρηση αίτησης για επαναφορά 7 μέρες αφότου απορρίφθηκε η αίτηση δείχνει ότι η αιτήτρια και η δικηγόρος της ενήργησαν με σπουδή και ενδιαφέρον για την υπόθεση. Θεωρώ ακόμα ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση, το επανάνοιγμα της υπόθεσης δεν θα δημιουργήσει στον καθ' ου η αίτηση ανεπανόρθωτη ζημιά, ο οποίος και θα μπορούσε να αιτηθεί επαναφορά της ανταπαίτησης του. Έχω βέβαια λάβει υπόψη μου το τι προηγήθηκε της απόρριψης της υπόθεσης, τις επανειλημμένες αναβολές που ζητήθηκαν από την αιτήτρια για να ξεκαθαρίσει το θέμα του διορισμού της νέας δικηγόρου και ότι πλέον η κα Ταλιώτου θα την εκπροσωπούσε στη διαδικασία, γεγονός το οποίο ανέφερε με έμφαση το Δικαστήριο στο πρακτικό απόρριψης. Όμως και την στάση του ιδίου του δικηγόρου του καθ' ου η αίτηση να συγκατατίθεται στις αναβολές, έστω και για τελευταία φορά. Η εκτίμηση μου συνεπώς είναι ότι δεν θα ήταν δίκαιο το σφάλμα της δικηγόρου σε αυτή την περίπτωση να αποβεί μοιραίο για την αιτήτρια, με την τιμωρία, να αποστερηθεί του δικαιώματος του ν' ακουστεί. Δεν μπορώ ακόμα να παραγνωρίσω ότι η αιτήτρια εμφανιζόταν, όπως φαίνεται και στο φάκελο του Δικαστηρίου, τις περισσότερες φορές και πριν την απόσυρση της προηγούμενης δικηγόρου της στο Δικαστήριο και παρακολουθούσε την πορεία της υπόθεσης της, πλην της ημερομηνίας κατά την οποία απερρίφθη η υπόθεση. Αυτό βέβαια δεν αναιρεί την διαπίστωση του Δικαστηρίου, ότι η υπόθεση ήταν παλιά, ότι είχε οριστεί επανειλημμένα για ακρόαση και δεν θα έπρεπε να προκαλείται περαιτέρω καθυστέρηση. Όσον δε αφορά την εκπροσώπηση της αιτήτριας δια δικηγόρου αυτό φαίνεται από το σχετικό έντυπο διορισμού στη βάση νομικής αρωγής, ημερομηνίας 6/5/2009. Πέραν των πιο πάνω, όπως προκύπτει από τα δικόγραφα η ανταπαίτηση και απαίτηση είναι στενά συνδεδεμένες η μια με την άλλη και θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί και στους δύο διαδίκους η ίδια ευκαιρία να προβάλουν τις απαιτήσεις τους και τους ισχυρισμούς τους. Η διακοπή της ανταπαίτησης έγινε μετά που εξασφαλίστηκε η άδεια του Δικαστηρίου, επομένως ο καθ' ου η αίτηση δεν εμποδίζεται να αιτηθεί επαναφοράς. Ένα σημείο που λαμβάνω ακόμα υπόψη μου είναι ότι δεν επιδιώκεται με την παρούσα αίτηση να παραμεριστεί ληφθείσα από τον καθ' ου η αίτηση απόφαση, αλλά επαναφορά απορριφθείσης εναρκτήριας αίτησης. Η αδυναμία της αιτήτριας να επανέλθει με νέα αγωγή από την ύπαρξη ανατρεπτικής προθεσμίας στο νόμο που ρυθμίζει τις περιουσιακές διαφορές των συζύγων Νόμο 232/91, συνηγορεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος για επαναφορά γιατί έτσι αντιλαμβάνομαι την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Με τη δική μου αντίληψη των πραγμάτων, λαμβάνοντας τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης, σε περίπτωση όπως η παρούσα, το λάθος της δικηγόρου δεν αποκλείει την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου να επαναφέρει την υπόθεση. Το κατά πόσο βέβαια δικαιολογείται να ασκηθεί η εξουσία προς όφελος του διαδίκου ο οποίος την επικαλείται δεν είναι καθόλου εύκολο. Εφόσον όμως η αιτήτρια κινήθηκε, μόλις έλαβε γνώση της απόρριψης και αφού παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο έχοντας γράψει ως νέα δικάσιμο την 13η Οκτωβρίου αντί την 8η Οκτωβρίου και καταχώρησε σε 7 μέρες αίτηση για επαναφορά, ζητώντας τη συνδρομή του Δικαστηρίου, κατά την κρίση μου δικαιολογείται η επιεικέστερη λύση. Θεωρώ γι' αυτό πως θα ήταν δίκαιο να επανέφερα την υπόθεση. Εξασκώντας λοιπόν τη διακριτική μου εξουσία, και εξισορροπώντας από τη μια το δικαίωμα ακρόασης του διαδίκου και από την άλλη την ανάγκη ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων, συνεκτιμώντας επίσης τη συμπεριφορά του διαδίκου που αιτήθηκε το επανάνοιγμα της υπόθεσης του, κρίνοντας δε ότι αυτή δεν είναι τέτοια που να πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης, ούτε και καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, κρίνω ορθό να επιτρέψω την επαναφορά της εναρκτήριας αίτησης. Θεωρώ δε ότι η άρνηση μου να επανέφερα την παρούσα υπόθεση θα ισοδυναμούσε με στέρηση των δικαιωμάτων του διαδίκου που δίδονται με το άρθρο 30.3(β) του Συντάγματος. Ούτε και παραβιάζεται το δικαίωμα του καθ' ου η αίτηση για δίκη εντός ευλόγου χρόνου, εφόσον οι οποιεσδήποτε αναβολές που προηγήθηκαν της απόρριψης της υπόθεσης, δίνονταν με τη δική του συγκατάθεση του, επομένως κωλύεται να προβάλλει λόγο καθυστέρησης. Επίσης όπως έχω αναφέρει πιο πάνω εάν επιθυμεί ο καθ' ου η αίτηση θα μπορέσει να αιτηθεί επαναφοράς της ανταπαίτησης του. Περαιτέρω ασκώντας τη διακριτική μου εξουσία και με σκοπό την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, θεωρώ ότι στην προκειμένη περίπτωση θα πρέπει τα έξοδα που χάθηκαν καθώς και τα έξοδα της παρούσας αίτησης να τα επιβαρυνθεί η αιτήτρια. Για τους πιο πάνω λόγους εγκρίνω της αίτηση για επαναφορά της εναρκτήριας αίτησης με τη διαταγή ότι τα έξοδα που χάθηκαν μέχρι σήμερα και τα έξοδα της παρούσας αίτησης, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα βαρύνουν την αιτήτρια και θα καταβληθούν στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ............... K. X´Αθανασίου-Σιαμτάνη, Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.