Aναστασίας Ονησιφόρου ν. Εδουάρδου Βενιαμίν, Αρ. Αίτησης: 19/10, 2.12.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODPAF:2010:7 ΣΤΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Δικαιοδοσία Γαμικών Διαφορών Χρήση Αποκλειστικής Στέγης ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Χ" Αθανασίου-Σιαμτάνη, Δ. Αρ. Αίτησης: 19/10 Μεταξύ: Aναστασίας Ονησιφόρου, από την Πάφο Αιτήτριας - και - Εδουάρδου Βενιαμίν, από την Πάφο Καθ΄ ου η Αίτηση ------------------------------ Ημερομηνία: 2.12.2010 Εμφανίσεις: Προσωρινό Διάταγμα, ημερομηνίας 8/6/2010 Για Αιτήτρια : κ. Βαλεντίνα Αγά Για Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Αλέξανδρος Αλεξάνδρου. Γι' αυτόν: κ. Ιωάννου ( Για ν' ακούσει την απόφαση) ------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο στην υπό κρίση αίτηση είναι αν θα πρέπει να διατηρηθεί προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 8/6/2010 με το οποίο η Αιτήτρια εξασφάλισε την αποκλειστική χρήση της συζυγικής στέγης και με το οποίο εμποδίζεται ο καθ' ου η αίτηση να επεμβαίνει με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοικία της Αιτήτριας και το δικαίωμα της να χρησιμοποιεί τη συζυγική στέγη. Η Αιτήτρια στις 4/6/2010 με μονομερή αίτησή της ζήτησε την έκδοση του παραπάνω διατάγματος, προβάλλοντας στην ένορκη δήλωσή της ημερομηνίας 4/6/2010 για την αναγκαιότητα έκδοσής του, τους ακόλουθους ισχυρισμούς: Ότι οι διάδικοι είναι σύζυγοι. Τέλεσαν γάμο το 1985 και από το γάμο τους διέμεναν σε κατοικία στην Τίμη της Πάφου. Ότι από το γάμο τους απέκτησαν δύο παιδιά, τα οποία είναι ενήλικα σήμερα. Τον Βενιαμίν, ο οποίος γεννήθηκε στις 6/1/1986 και τη Σοφία, η οποία γεννήθηκε το
- Ότι ενώ στην αρχή η σχέση των συζύγων ήταν ομαλή, στη συνέχεια η αρνητική συμπεριφορά του Καθ΄ ου η Αίτηση άρχισε να δημιουργεί προβλήματα στη σχέση τους. Από το 2006 αυτός άρχισε να δημιουργεί προβλήματα, συνέχεια καυγάδες και εντάσεις και είχε πάντοτε απέναντί της συμπεριφορά εχθρική και αντιδραστική. Δεν έδινε σημασία σε κανένα μέλος της οικογένειας, δεν μιλούσε σε κανένα και ήταν γενικά απών από οικογενειακές εκδηλώσεις. Υπήρχε παντελής έλλειψη σεβασμού προς την ίδια, δημιουργούσε συνέχεια καυγάδες και της δημιούργησε σωρεία προβλημάτων. Έκανε χρήση οινοπνευματωδών ποτών, με αποτέλεσμα να μην ελέγχει τις πράξεις και τα λεγόμενά του. Εξαιτίας του περιέπεσε σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση και το γεγονός αυτό επηρέασε και τις οικογενειακές σχέσεις τους και την ψυχική ισορροπία των παιδιών τους. Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι από τον Αύγουστο του 2008 βρίσκονται σε διάσταση, αφού τα τελευταία χρόνια πριν τη διάστασή τους, η συμπεριφορά του Καθ΄ ου η Αίτηση ήταν απαράδεκτη, υποτιμητική και αδιάφορη απέναντι στην ίδια και τα παιδιά και ότι της φερόταν με υποτιμητικό τρόπο και χωρίς σεβασμό. Επίσης, ότι δεν υπήρχε καμιά ψυχική, συναισθηματική ή σαρκική επαφή, αφού ο Καθ΄ ου η Αίτηση δεν επιθυμούσε να κοιμάται στη συζυγική κλίνη επικαλούμενος διάφορες δικαιολογίες. Αυτό δε, είχε ως αποτέλεσμα να βρίσκονται σε διάσταση, αφού καθημερινά ένιωθε προσβεβλημένη ως σύζυγος, μητέρα και γυναίκα, από αυτόν. Συνεχίζοντας αναφέρει ότι η ρήξη της σχέσης τους επήλθε εξαιτίας της συμπεριφοράς του, ο οποίος συνέχιζε να της συμπεριφέρεται προσβλητικά και απουσίαζε αδικαιολόγητα από το σπίτι. Ότι στο τέλος εγκατέλειψε το σπίτι τον Αύγουστο του 2008, αδικαιολόγητα, χωρίς να ενημερώσει ούτε την ίδια, ούτε τα παιδιά του για το χώρο διαμονής του. Και ότι από τότε μένουν σε διαφορετικά σπίτια. Επεφύλαξε δε το δικαίωμά της ν΄ αναφερθεί με λεπτομέρειες για την ασύγγνωστη διαγωγή του κατά τη δικάσιμο. Συνεχίζοντας την ένορκη δήλωσή της, αναφέρει ότι δεν διαθέτει άλλη κατοικία, ούτε και τα οικονομικά μέσα για την εξασφάλιση νέας στέγης. Και ότι το συμφέρον και η ευημερία των τέκνων τους απαιτούν την ανάληψη φροντίδας από μέρους της, καθότι τα παιδιά διαμένουν μαζί της και εξαρτώνται οικονομικά από αυτήν. Αλλά και ότι η βίαιη συμπεριφορά του Καθ΄ ου η Αίτηση μπορεί να έχει καταστροφικές συνέπειες για την ψυχοσωματική τους υγεία. Για τους πιο πάνω λόγους και ενόψει ειδικών συνθηκών επιείκειας, καλεί το Δικαστήριο ν΄ αποδεχτεί την αίτηση. Στις 7/6/2010 που είχε οριστεί η μονομερής αίτηση, η δικηγόρος της Αιτήτριας ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς περαιτέρω υποστήριξη της αίτησής της. Το Δικαστήριο εγκρίνοντας το αίτημα, της όρισε τη μονομερή αίτηση την επομένη, στις 8/6/2010, για να εξετάσει αν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις έκδοσης ενός προσωρινού διατάγματος, εξετάζοντας τα όσα αναφέρθηκαν στην αρχική ένορκη δήλωση, αλλά και στη συμπληρωματική. Στις 8/6/2010 καταχωρήθηκε η συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Σ΄ αυτήν η Αιτήτρια προέβαλλε συμπληρωματικά τα ακόλουθα: Ότι από τον Αύγουστο του 2008 που ο Καθ΄ ου η Αίτηση εγκατέλειψε τη συζυγική στέγη στην οποία διέμεναν στην αρχή της συμβίωσής τους, στην οδό Πάνω Βρύσης 42, στην Τίμη 85057, την Κυριακή 6/6/2007, αφού τον ειδοποίησε ότι θα προχωρούσε με την αίτηση διαζυγίου, ο Καθ΄ ου η Αίτηση ήρθε για να εγκατασταθεί στην κατοικία όπου και διαμένει, χωρίς τη συγκατάθεσή τους και δια της βίας και αρνείται να εγκαταλείψει την οικία, προκαλώντας στην ίδια και τα παιδιά διάφορα προβλήματα. Επίσης, ότι ενώ ο Καθ΄ ου η Αίτηση είχε εγκαταλείψει την οικία, συχνά εισέβαλλε χωρίς να ειδοποιεί και να υπολογίζει είτε την ίδια, είτε τα παιδιά τους, με προκλητική διάθεση, ασκώντας βία σωματική και ψυχική, με αποτέλεσμα να αναστατώνει την οικογενειακή τους γαλήνη. Ακόμα, ότι η αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του δεν αφήνει κανένα περιθώριο στην ίδια ή τα παιδιά τους για να μπορέσουν να οργανώσουν την καθημερινότητά τους, καταδικάζοντάς τους να ζούνε με αβεβαιότητα και φόβο. Περαιτέρω, αναφέρει ότι η οικονομική της κατάσταση δεν της επιτρέπει να ενοικιάσει αλλού για την ίδια και τα παιδιά της, τα οποία διαμένουν μαζί της και εξαρτώνται οικονομικά από αυτή. Επίσης ότι, παρά τη θέλησή της και τις αλλεπάλληλες προσπάθειες να καταγγείλει τον Καθ΄ ου η Αίτηση στην Αστυνομία, δεν το έπραξε γιατί φοβάται για τη σωματική της ακεραιότητα, της ίδιας και των παιδιών της. Ακόμα, ότι όπως έχει πληροφορηθεί, ο Καθ΄ ου η Αίτηση από τον Αύγουστο του 2008 διαμένει σε άλλη κατοικία με κάποιο άλλο πρόσωπο. Στην έκδοση του προσωρινού διατάγματος έφερε ένσταση ο Καθ΄ ου η Αίτηση, ο οποίος, προβάλλοντας τη δική του θέση, ζήτησε όπως το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε εναντίον του ακυρωθεί. Παραθέτω αυτούσιους τους λόγους ένστασης: "
- Πουθενά δεν προκύπτει από τη μαρτυρία και/ή τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου επείγον θέμα που να δικαιολογεί την έκδοση του προσωρινού διατάγματος, χωρίς να λάβω γνώση απεναντίας μέσα από την ένορκη δήλωση αναφέρονται γεγονότα με βάση τα οποία το Δικαστήριο οφείλει να απορρίψει την αίτηση.
- Η Αιτήτρια δεν αποκάλυψε την αλήθεια στο Δικαστήριο, απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα το οποία δεν αναφέρει στην ένορκο δήλωση της περαιτέρω αναφέρει άσχετα γεγονότα και δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια.
- Γενικά και αόριστα καταλογίζεται τρόπος συμπεριφοράς του καθ' ου η αίτηση σκοπίμως καθότι δεν αρμόζει στον χαρακτήρα του καθ' ου η αίτηση η ισχυριζόμενη συμπεριφορά που προβάλλει η Αιτήτρια.
- Πουθενά δεν προκύπτει από την αίτηση της Αιτήτριας η έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας για λύση του γάμου των διαδίκων, που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την αίτηση της Αιτήτριας, καθώς επίσης και τα πλείστα γεγονότα που αναφέρονται σε αυτή, είναι εντελώς άσχετα και η αίτηση προσομοιάζει περισσότερο με αίτηση διαζυγίου και όχι για χρήση οικογενειακής στέγης.
- Με την εξ πάρτε αίτηση επιζητούνται από την Αιτήτρια όλες οι θεραπείες που ζητούνται στην κυρίως αίτηση κατά τρόπο αντινομικό.
- Πουθενά στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας που υποστηρίζει την αίτησή της δεν προβάλλεται ισχυρισμός ότι η διαμονή του Καθ΄ ου η Αίτηση στην κατοικία δημιουργεί οποιοδήποτε πρόβλημα.
- Καμιά από τις προϋποθέσεις που απαιτούνται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και/ή τη νομολογία, δεν πληρούνται και/ή δεν συντρέχουν και/ή δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις.
- Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη." Ο Kαθ´ ου η Aίτηση, στη δική του ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένστασή του, ουσιαστικά απορρίπτει κάθε ισχυρισμό της Αιτήτριας, πέραν της τέλεσης του γάμου τους και της γέννησης των παιδιών τους. Καλεί δε το Δικαστήριο, να ακυρώσει το διάταγμα το οποίο εξέδωσε, καθώς στηρίχθηκε σε μη αληθή και μη επαρκή στοιχεία που παρουσίασε η Αιτήτρια. Συγκεκριμένα, απαντώντας στον ισχυρισμό ότι διέμεναν στην κατοικία αυτή από την αρχή του γάμου τους, ισχυρίζεται ότι τα 7 πρώτα χρόνια του γάμου τους έμεναν σε ιδιόκτητη κατοικία της Αιτήτριας και από το έτος 1992 σε τουρκοκυπριακή κατοικία, η οποία παραχωρήθηκε σε αυτόν από την Κυπριακή Δημοκρατία λόγω της προσφυγικής του ιδιότητας και ότι κανένα δικαίωμα δεν έχει η Αιτήτρια επί της κατοικίας του. Αρνείται τα όσα του καταλογίζει για τη συμπεριφορά του, τόσο προς την ίδια όσο και προς τα παιδιά του και ισχυρίζεται ότι όλ΄ αυτά είναι κατασκευάσματα της φαντασίας της και δεν αρμόζουν στο πρόσωπο του. Απαντώντας, ειδικότερα, στους ισχυρισμούς που τίθενται στην παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 4/6/2010, δηλώνει ότι ο ισχυρισμός της Αιτήτριας, ότι εγκατέλειψε τη συζυγική κατοικία τον Αύγουστο του 2008 και έκτοτε διαμένουν σε ξεχωριστά σπίτια, είναι ψευδής. Υποστηρίζοντας ότι με βάση αυτό τον ισχυρισμό και μόνο, το Δικαστήριο θα πρέπει να ακυρώσει το προσωρινό διάταγμα χωρίς περαιτέρω συζήτηση, καθότι από τα ίδια τα λεγόμενα της Αιτήτριας, η αίτησή της καθίσταται άνευ αντικειμένου. Ότι πουθενά δεν προκύπτει οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει το επείγον του αιτήματος. Με την εξ πάρτε αίτηση επιδιώκονται, ουσιαστικά, οι ίδιες θεραπείες που αξιώνονται με την κυρίως αίτηση, οι δε ισχυρισμοί της είναι άσχετοι και η αίτηση προσομοιάζει με αίτηση διαζυγίου. Επίσης, ότι πουθενά δεν φαίνεται να έχει ξεκινήσει η Αιτήτρια διαδικασίες για λύση του γάμου τους. Τέλος, προβάλλει ότι είναι αδύνατο να υπακούσει στο προσωρινό διάταγμα, καθότι δεν εργάζεται λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει, τα οποία τον καθιστούν ανίκανο για οποιαδήποτε εργασία και δεν έχει τη δυνατότητα να εξασφαλίσει οποιαδήποτε στέγη. Και καλεί το Δικαστήριο να ακυρώσει το διάταγμα, το οποίο στηρίχθηκε σε αναληθή στοιχεία τα οποία παρουσίασε η Αιτήτρια. Αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων προχώρησαν σε αγορεύσεις, χωρίς να αντεξετάσουν τους ενόρκως δηλούντες. Σε αυτές προέβαλαν τη νομική και πραγματική τους επιχειρηματολογία. Ο κ. Αλεξάνδρου στη δική του προφορική αγόρευση, επικεντρώθηκε κυρίως στο θέμα του επείγοντος και εισηγήθηκε ότι από μόνη της η αναφορά της Αιτήτριας, ότι ο Καθ΄ ου η Αίτηση έφυγε από το σπίτι τον Αύγουστο του 2008 και ότι διαμένουν σε ξεχωριστά σπίτια έκτοτε, την εμποδίζει να επικαλείται το κατεπείγον του αιτήματος. Επίσης, υπέβαλε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης και διατήρησης του προσωρινού διατάγματος, καθώς δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Πρόσθεσε ότι ίσως να υπήρχε θέμα προς συζήτηση, αν η Αιτήτρια στην ένορκή της δήλωση ανέφερε ότι ο Καθ΄ ου η Αίτηση έρχεται κάθε λίγο, δημιουργεί ζητήματα και τους αναστατώνει, κάτι το οποίο δεν προβάλλεται πουθενά. Παρέπεμψε ακόμα στα λεγόμενα της Αιτήτριας στις παραγράφους 12, 13 και 15 της ένορκής της δήλωσης, εισηγούμενος ότι οι πράξεις για τις οποίες μιλά η Αιτήτρια και η διαγωγή του Καθ΄ ου η Αίτηση, μάλλον θα προηγούνται της ημερομηνίας κατά την οποία η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι έφυγε ο σύζυγός της. Κάλεσε ακόμα το Δικαστήριο να ανατρέξει στην εναρκτήρια αίτηση με την οποία η Αιτήτρια αναφέρει ότι καταχωρεί την παρούσα αίτηση ως η πλησιέστερη συγγενής των παιδιών και υπέβαλε ότι στη βάση τούτου και μόνο δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και η αίτηση είναι εκ προοιμίου καταδικασμένη σε αποτυχία, αφού με τη δήλωση αυτή φαίνεται η Αιτήτρια να ενεργεί εκ μέρους των παιδιών της και όχι για την ίδια. Γιατί, στην προκείμενη περίπτωση, δεν πρόκειται για ανήλικα παιδιά. Υιοθετώντας, τέλος, όλους τους λόγους ένστασης και παραπέμποντας σε σχετική για τα προσωρινά διατάγματα νομολογία, υπέβαλε ότι η παρούσα αίτηση δεν έχει καμιά προοπτική επιτυχίας και θα πρέπει ν΄ απορριφθεί και το προσωρινό διάταγμα ν΄ ακυρωθεί. Η κ. Αγά κατά την ακρόαση του προσωρινού διατάγματος, παρουσίασε γραπτή αγόρευση, την οποία παρέδωσε και στην άλλη πλευρά. Επιχειρηματολογώντας για την οριστικοποίηση του επείγοντος, εισηγήθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις έκδοσης ενός προσωρινού διατάγματος και το κατεπείγον του αιτήματος έχει καταδειχθεί. Υποστηρίζοντας ότι όταν η Αιτήτρια του ανακοίνωσε ότι προτίθεται να προχωρήσει με αίτηση διαζυγίου, αυτός επανήλθε στο σπίτι και εγκαταστάθηκε εκεί, παρά το γεγονός ότι τους εγκατέλειψε από τον Αύγουστο του
- Επίσης, υπέδειξε ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου, αφού η Αιτήτρια στις 6/6/2010 έστειλε γνωστοποίηση στον αρμόδιο Επίσκοπο για την πρόθεσή της να καταχωρήσει αίτηση διαζυγίου, ότι έχει προσαχθεί ανάλογη και ικανοποιητική, υπό τις περιστάσεις, μαρτυρία στο Δικαστήριο για την έκδοση του διατάγματος. Και ότι αν δεν οριστικοποιηθεί το προσωρινό διάταγμα, η Αιτήτρια και τα παιδιά της θα καταστραφούν οικονομικά, κοινωνικά και ψυχολογικά, καθώς ο γάμος των διαδίκων και οι σχέσεις τους έχουν διαταραχθεί σε τέτοιο βαθμό που η συμβίωση τους καθίσταται αδύνατη, η δε οικονομική κατάσταση της Αιτήτριας είναι άθλια. Το δε πρόβλημα υγείας και ανικανότητας του Καθ΄ ου η Αίτηση, όπως εισηγήθηκε, δεν έχει τεκμηριωθεί, αφού τίποτα δεν προσκόμισε αυτός προς απόδειξη των ισχυρισμών του. Ο δε ισχυρισμός αυτός προβάλλεται γενικώς και αορίστως. Παραπέμποντας, τέλος, σε νομολογία, κάλεσε το Δικαστήριο να οριστικοποιήσει το προσωρινό διάταγμα, με έξοδα σε βάρος του Καθ΄ ου η Αίτηση. Νομική Πτυχή: Για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος στη βάση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ως έχει τροποποιηθεί, θα πρέπει να συνυπάρχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α. Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, β. ορατή πιθανότητα επιτυχίας του Ενάγοντος στην αγωγή, και γ. ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις έχουν αναλυθεί σε έκταση στη νομολογία [βλ. Οδυσσέως v. Pieris Estates
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Κυτάλα κ. ά. v. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 253, Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 255, M. Ch. Mitsingas Tr. Ltd κ. ά. v. Timberland
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co. Ltd. κ. ά.
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015 κ. ά.] Η πρώτη προϋπόθεση δεν εξυπακούει τίποτα περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τις έγγραφες προτάσεις. Όσον αφορά τη δεύτερη, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Αυτή έχει ερμηνευθεί να σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η τρίτη προϋπόθεση, όπως αναλύεται στην υπόθεση Οδυσσέως (ανωτέρω), σχετίζεται με το θέμα επάρκειας της θεραπείας υπό το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του Αιτητή, τότε η έκδοση του παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Το θέμα δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Οδυσσέως (ανωτέρω) το Δικαστήριο, στο τελικό στάδιο, θα πρέπει να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα [βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή v. Χ" Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152]. Στις περιπτώσεις ακόμα μονομερών αιτήσεων πρέπει να καταδεικνύεται το επείγον του αιτήματος. Το Δικαστήριο εξετάζοντας κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις για την έκδοση και διατήρηση ενός προσωρινού διατάγματος θα πρέπει να έχει πάντοτε κατά νου ότι σε αυτό το στάδιο, δεν ενεργεί ως Δικαστήριο ουσίας και θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε διεξοδική αξιολόγηση της μαρτυρίας και εξαγωγή συμπερασμάτων επί των διαφιλονικούμενων θεμάτων [βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263]. Στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Bank
(1999), 1 Α.Α.Δ. (A) 227, στη σελ. 236 λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον τέως Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Αρτεμίδη, όπως ήταν τότε: "Θα επαναλάβουμε, έστω και με κίνδυνο να γίνουμε φορτικοί, πως οι διαπιστώσεις στις οποίες προβαίνουμε γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος αντικείμενο της πρωτόδικης απόφασης και έφεσης. Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για ν΄ αποφασιστούν όταν θα εξεταστεί η ουσία της." Σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο, το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει να διακριβώνεται μέσα από τις ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προκύπτει από τη Διαταγή 39. Καθήκον δε του Δικαστηρίου είναι να συνεκτιμήσει την ποιότητα της μαρτυρίας την οποία οι διάδικοι επέλεξαν να προσκομίσουν, με σκοπό να διαπιστώσει αν τηρούνται οι τρεις προϋποθέσεις για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Είναι ακόμα καθιερωμένη αρχή ότι ο Aιτητής, ο οποίος επιδιώκει μονομερώς ένα προσωρινό διάταγμα, πρέπει να προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Πρέπει να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Η σημασία της αποκάλυψης έχει αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων. Το επιστέγασμα της απουσίας αποκάλυψης είναι η κατάργηση του διατάγματος. Το Δικαστήριο αν θεωρήσει ότι η μη αποκάλυψη ήταν ουσιώδης μπορεί να ακυρώσει το προσωρινό διάταγμα που το ίδιο εξέδωσε αρνούμενο ν´ ακούσει περαιτέρω τον Aιτητή. Για να ακυρώσει, όμως, το διάταγμα θα πρέπει τα γεγονότα που δεν αποκαλύφθηκαν να ήταν ουσιώδη. Επίσης, θα πρέπει να βρίσκονταν εντός της γνώσης του Aιτητή. [Βλ. Στυλιανού v. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 583, Γρηγορίου κ. ά. v. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Demstar Ltd. v. Zim Israel Navigation Co. Ltd.
(1996)1 (A) Α.Α.Δ. 597, Μ. & Ch. Mitsingas Tr. Ltd. κ. ά. ν. Timberland Co.
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, Resola (Cyprus) Ltd. v. Χρίστου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 598, Σεβαστού ν. Σεβαστού,
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1980]. Εξέταση της αίτησης Σε αυτό το στάδιο, αναφέρω ότι είμαι αναγκασμένη να εξετάσω το θέμα και υπό άλλη σκοπιά. Καθώς από τη μελέτη του φακέλου προέκυψε ένα σοβαρό ζήτημα το οποίο δεν θα πρέπει να αγνοηθεί. Αυτό αφορά τα έγγραφα που επιδόθηκαν στον καθ' ου η αίτηση. Από το φάκελο προκύπτει ότι δεν έχει επιδοθεί η συμπληρωματική ένορκη δήλωση, στη βάση της οποίας το Δικαστήριο εξέδωσε το προσωρινό διάταγμα, στον καθ' ου η αίτηση, πριν την καταχώρηση της ένστασης του τελευταίου. Διαπίστωσα δε ότι εκείνο που επιδόθηκε στον Καθ΄ ου η Αίτηση είναι το προσωρινό διάταγμα με τη μονομερή αίτηση συνοδευόμενη μόνο από την αρχική ένορκη δήλωση. Από την ένσταση του κ. Αλεξάνδρου και την επιχειρηματολογία του κατά την αγόρευσή του, επίσης φάνηκε καθαρά ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν είχε υπόψη του τα όσα αναφέρθηκαν στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Έκρινα γι' αυτό ορθό να επανανοίξω την υπόθεση, ώστε να έχω τις θέσεις των δικηγόρων των διαδίκων επί του σημείου αυτού αλλά και τη θέση τους για τις νομικές συνέπειες της παράλειψης αυτής. Η δικηγόρος της Αιτήτριας κα Αγά, ανέφερε στο Δικαστήριο ότι η ίδια είχε δώσει και τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση για επίδοση. Και ότι η υπάλληλος τους είχε κάμει πιστό αντίγραφο τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Έφερε επίσης τον επιδότη κ. Χάρη Αντωνίου για να δώσει προφορική μαρτυρία για την επίδοση. Το τι ανέφερε ο επιδότης ο οποίος ορκίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν ότι επέδωσε το προσωρινό διάταγμα και τη μονομερή αίτηση, αλλά δεν θυμόταν, τι έγγραφα συνόδευαν τη μονομερή αίτηση. Η κα Αγά περαιτέρω υποστήριξε ότι δεν είχε πρόθεση να εξαπατήσει κανένα, ότι ήρθε με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο και εν πάση περιπτώσει ο καθ' ου η αίτηση θα μπορούσε να απαντήσει στους νέους ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσης, αφού αγόρευσε πρώτη για το θέμα και αναφέρθηκε στα γεγονότα της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η κ. Μενοίκου υποστήριξε ότι δεν τους επιδόθηκε η συμπληρωματική ένορκη δήλωση γι' αυτό και δεν μπορούσε να απαντήσει σε οποιουσδήποτε ισχυρισμούς της Αιτήτριας. Συνεπώς αποτελεί γεγονός, ότι υπάρχουν αντίθετοι ισχυρισμοί αναφορικά με την επίδοση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Ούτε ο επιδότης διαφώτισε το Δικαστήριο για το τι ακριβώς επέδωσε στον καθ' ου η αίτηση. Από το φάκελο της υπόθεσης εκείνο το οποίο προκύπτει αλλά και το τι επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του επιδότη ημερομηνίας 15/6/2010, είναι ότι επιδόθηκε μόνο το προσωρινό διάταγμα συνοδευόμενο από τη μονομερή αίτηση και την αρχική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 4/6/2010. Η θέση της κ. Αγά ότι είχε την ευκαιρία ο κ. Αλεξάνδρου να απαντήσει, καθώς η ίδια πρώτη αγόρευσε και αναφέρθηκε στα γεγονότα αυτά, δεν αναιρεί την υποχρέωσή της να πληροφορήσει την άλλη πλευρά για τα θέματα τα οποία θα έχει να αντιμετωπίσει κατά τη δικάσιμο. Η δε παράλειψη να επιδοθεί και η συμπληρωματική ένορκη δήλωση στέρησε τον καθ' ου η αίτηση από το δικαίωμα του να σχολιάσει τις θέσεις της αιτήτριας και να αντικρούσει τους ισχυρισμούς της, ακόμη να εξασκήσει το δικαίωμα του εάν επιθυμούσε για αντεξέταση της στη βάση της διαταγής 39 των περί πολιτικής δικονομίας διαδικαστικών κανονισμών επί του περιεχομένου της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η παραπάνω παράλειψη συνιστά κατά τη γνώμη του κακή επίδοση της αίτησης , σύμφωνα με το σχετικό διαδικαστικό κανονισμό Δ.48, Θ 13, των περί πολιτικής δικονομίας διαδικαστικών κανονισμών. Στην υπόθεση Earlsfield Steel Limited v. Joint Stock Company Elecgrometallurgical Steel Works Dneprospetsstal for A. N. Kyjmin, Πολιτική Έφεση αρ. 115/2007, ημερομηνίας 11.11.2009, σε ερώτημα ποια ακριβώς έγγραφα είχαν υποχρέωση να επιδώσουν οι Ενάγοντες στους Εναγόμενους ( αφορούσε επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας), ο Δικαστής Ερωτοκρίτου ανέφερε: «Κατά την άποψη μας η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι απλή και δίδεται από το ίδιο το Διάταγμα όσο και από τη Διαταγή Δ.48.Θ.13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το ίδιο το Διάταγμα διατάσσει όπως επιδοθούν 3 έγγραφα: (α) η Ειδοποίηση, (β) η αίτηση ημερ. 14.12.05 και (γ) το ίδιο το Διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Κατά την άποψη μας από αυτό και μόνο το γεγονός προκύπτει νομική υποχρέωση επίδοσης των τριών εγγράφων. Πέραν τούτου η νομική υποχρέωση προκύπτει και από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Αναφορικά με τη μονομερή αίτηση ημερομηνίας 14.12.05, η Δ.48 Θ. 13 προβλέπει ότι:- "Όποτε επιδίδεται δυνάμει των παρόντων Κανονισμών διάταγμα που εκδόθηκε μετά από μονομερή αίτηση, επιδίδεται ταυτόχρονα και η μονομερής αίτηση μαζί με την ένορκο δήλωση που τυχόν τη συνόδευσε." Επομένως, η μονομερής αίτηση και ένορκη δήλωση που τη συνόδευε ορθώς είχαν συμπεριληφθεί στα έγγραφα που είχαν αποσταλεί για επίδοση." Θεωρώ την υποχρέωση επίδοσης των απαραίτητων εγγράφων επιτακτική, με μοιραία την παράλειψη συμμόρφωσης στην παραπάνω διαταγή. Ακόμη και να μπορούσε να θεωρηθεί η παραπάνω παράβαση του κανονισμού ως παρατυπία, δυνάμει της Διαταγής 64 των διαδικαστικών κανονισμών, κανένα διάβημα δεν έχει ληφθεί για να διορθωθεί η παράλειψη αυτή. Στην υπόθεση Κάκουλλου. v. Ποχουζούρη κ.α. (Αρ. 2 )
(1992)Α.Α.Δ.1Β 1503, διατυπώθηκαν οι διαφορές μεταξύ άκυρου και αντικανονικού μέτρου. Λέχθηκε επί του προκειμένου: « Δικονομικό μέτρο είναι άκυρο σε τρεις περιπτώσεις: (α) Όταν δεν κοινοποιείται στην άλλη πλευρά, (β) Όταν η γένεση του είναι ακροσφαλής και (γ) Όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για την έκδοση του. Οι πιο κάτω αποφάσεις του Εφετείου χαρακτηρίζουν την εφαρμογή στην πράξη των τριών κατηγοριών άκυρων δικονομικών μέτρων. Στην Tradax v. Terminal Navigation ( ανωτέρω ) αποφασίστηκε ότι η έκδοση κλητηρίου εντάλματος στο οποίο δεν προβλέπεται επίδοση του σον εναγόμενο, είναι εκ προοιμίου επισφαλής και άκυρη. ................................................................Δικονομικό μέτρο είναι θνησιγενές μόνο όταν πλήττεται το θεμέλιο της δικαιοσύνης που στοιχειοθετούν οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή το συμβατικό θεμέλιο που θέτει ο νομοθέτης.» Η παράβαση που διαπιστώθηκε, κρίνω ότι πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης αφού με την παράλειψη πληροφόρησης του καθ' ου η αίτηση για το τι καλείται να αντιμετωπίσει στερήθηκε του δικαιώματος του να απαντήσει. Η μη πληροφόρηση δε του διαδίκου για τους λόγους για τους οποίους στηρίχθηκε η μονομερής αίτηση και εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα και εξέταση της στη βάση μόνο των ισχυρισμών της αιτήτριας και αποδοχή των θέσεων της αιτήτριας χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά, θα ισοδυναμούσε με παραβίαση του δικαιώματός του για δίκαια δίκη, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30 του Συντάγματος. Όπως υπέδειξε ο τότε Πρόεδρος το Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πικής στην υπόθεση Χατζηβασιλείου v. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 203, στη σελίδα 207: «Λόγοι συνυφασμένοι με την πεμπτουσία της απονομής της δικαιοσύνης, επιβάλλουν την παροχή ευκαιρίας ακρόασης στον αντίδικο, πριν το δικαστήριο επιληφθεί θέματος που επηρεάζει τα δικαιώματα του.» Και υποχρέωση του Δικαστηρίου είναι να διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε διαδίκου να έχει δίκαια δίκη Το συγκεκριμένο δικαίωμα, δεν μπορεί να διασφαλιστεί χωρίς ο διάδικος να προβάλει τις δικές του θέσεις. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδότησης Τράπεζας Κύπρου Λτδ. V. Μιχαήλ
(2003)Α.Α.Δ. 1 (Β) 1044: «Το δικαίωμα κάθε ατόμου να λαμβάνει γνώση δικαστικής διαδικασίας που τον αφορά και να ακούεται σ' αυτή, είναι αυτονόητο και αυτόδηλο.» Πέραν όμως των πιο πάνω, η μη πληροφόρηση του καθ' ου η αίτηση στη βάση ποιών γεγονότων το Δικαστήριο εξέδωσε το προσωρινό διάταγμα συνιστά παραβίαση των αρχών που εφαρμόζονται στις μονομερείς αιτήσεις ότι ο αιτητής έχει καθήκον αποκάλυψης όλων των στοιχείων, επιδεικνύοντας ύψιστη καλή πίστη. Το Δικαστήριο όταν διαπιστώσει ότι υπήρξε παραβίαση αυτού του κανόνα, αρνείται να ακούσει τον αιτητή ακυρώνοντας το διάταγμα το οποίο εξέδωσε μονομερώς. Ενόψει της παραπάνω κατάληξης μου, παρέλκει η εξέταση της τήρησης των τριών προϋποθέσεων έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων, μια και δεν έχω τις θέσεις του καθ' ου η αίτηση επί των ισχυρισμών της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε συνεκτιμώντας τις δύο ένορκες δηλώσεις και τις θέσεις των δύο πλευρών σε συνάρτηση με τις αρχές που εφαρμόζονται κατά την έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων να κατέληγα αν ορθά εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα. Συνεπεία της παραπάνω παράβασης, δεν έχω άλλη εκλογή από του να ακυρώσω το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 8/6/2010 με έξοδα σε βάρος της αιτήτριας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα να καταβληθούν στον τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ..................... Κ. Χ"Αθανασίου-Σιαμτάνη, Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο