Ιωάννη Καρώ ν. Ευθυμίας Ευθυμίου, Αρ. Αίτησης: 50/2010, 2.12.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODPAF:2010:8 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Δικαιοδοσία Γονικής Μέριμνας ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Χ" Αθανασίου-Σιαμτάνη, Δ. Αρ. Αίτησης: 50/2010 Μεταξύ: Ιωάννη Καρώ, από την Πάφο Αιτητή - και - Ευθυμίας Ευθυμίου, από την Πάφο Καθ' ης η Αίτηση ------------------------------ Ημερομηνία: 2.12.2010 Αίτηση για Προσωρινό Διάταγμα, ημερομηνίας 2.9.2010 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κα. Μ Παπαδημήτρη Για Καθ' ης η Αίτηση: κα Π. Αθηνοδώρου. Γι' αυτήν: Κα Σωτηρίου ( Για ν' ακούσει την απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσας αίτησης είναι αίτημα του αιτητή για προσωρινό διάταγμα με το οποίο να δικαιούται να εγγράψει το ανήλικο Άνθιμο στο Κοινοτικό Γυμνάσιο Πολεμίου. Ο ανήλικος είναι το ένα από τα δύο παιδιά των διαδίκων ηλικίας σήμερα 12 ετών το οποίο αποφάσισε, κατά τον αιτητή, το καλοκαίρι του 2010 να μετακομίσει μόνιμα στο Πολέμι μαζί του. Αίτημα στην κυρίως αίτηση είναι η τροποποίηση υφιστάμενου διατάγματος ημερομηνίας 16/6/2005 που εκδόθηκε εκ συμφώνου στην αίτηση Γονικής Μέριμνας με αρ. 51/05 και τηρείτο σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην εναρκτήρια αίτηση κανονικά μέχρι την απόφαση του παιδιού να μην επιστρέψει στη μητέρα του. Με την αιτούμενη τροποποίηση ο πατέρας ζητά να αναλάβει την αποκλειστική φύλαξη, φροντίδα και επιμέλεια του ενός μόνο παιδιού των διαδίκων, του Άνθιμου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζει το αίτημα του ο πατέρας για παροχή ενδιάμεσης θεραπείας είναι τα ακόλουθα: Ότι ο ανήλικος από τις αρχές Ιουνίου διαμένει μαζί του και δεν επιθυμεί να διαμένει με τη μητέρα του, ούτε να επιστρέψει σπίτι της. Ότι για την εξέλιξη αυτή έχει ειδοποιήσει την Αστυνομία και το Γραφείο Ευημερίας και ότι έχει καταχωρήσει την εναρκτήρια αίτηση για τροποποίηση του διατάγματος γονικής μέριμνας. Ότι με τους ανήλικους υιούς του έχει άριστες σχέσεις και επικοινωνία και ότι η επικοινωνία ως καθορίστηκε στο διάταγμα ασκείτο κανονικά χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα μεταξύ του και της πρώην συζύγου του. Ότι στις 6/7/2010 που ήταν ορισμένη η κυρίως αίτηση εμφανίστηκε προσωπικά η καθ' ης η αίτηση και συγκατατέθηκε ουσιαστικά στο να μείνει προς το παρόν ο Άνθιμος μαζί του. Καθ' όλο δε το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από το χρόνο που μετακόμισε ο Άνθιμος μαζί του έγιναν πολλές προσπάθειες για να μεταπεισθεί να αλλάξει γνώμη και να επιστρέψει ση μητέρα του όμως χωρίς επιτυχία. Ότι μίλησε επανειλημμένα με λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας και ο ίδιος προσπάθησε, όμως χωρίς αυτό να γίνει κατορθωτό. Επίσης ότι όλοι μαζί μετέβαιναν σε πισίνες εστιατόρια ώστε να διορθωθούν οι σχέσεις τους αλλά οι προσπάθειες έπεσαν σε κενό. Συνεχίζοντας αναφέρει ότι προ ολίγων ημερών τέθηκε το θέμα φοίτησης του Άνθιμου στο Γυμνάσιο, ο οποίος είναι εγγεγραμμένος στο Γυμνάσιο Αποστόλου Παύλου στην Πάφο, σύμφωνα με τον τόπο κατοικίας της μητέρας του. Ο ίδιος όπως αναφέρει διαμένει στον Κάθηκα και για να έρθει στην Πάφο χρειάζεται πέραν της μισής ώρας. Η εργασία του είναι στην Αργάκα στην περιοχή Πόλης Χρυσοχούς και του είναι εξαιρετικά δύσκολο να μεταφέρει τον ανήλικο καθημερινά στην Πάφο για τη φοίτηση του στο συγκεκριμένο γυμνάσιο. Ακόμα με τις μετακινήσεις θα επηρεασθεί σοβαρά η εργασία του και δεν θα μπορέσει να εξασφαλίζει τα χρήματα που χρειάζεται αυτός και οι ανήλικοι για τη διαβίωση τους. Περαιτέρω αναφέρει ότι έχει επικοινωνήσει με διάφορες υπηρεσίες, αλλά του είπαν ότι δεν υπάρχουν ασφαλή μέσα μεταφοράς του ανηλίκου στο σχολείο στην Πάφο. Αναφέρει ακόμα ότι οι μαθητές που διαμένουν στον Κάθηκα φοιτούν στο Περιφερειακό Γυμνάσιο Πολεμίου. Επίσης ότι για το πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί έχει ενημερωθεί το Γραφείο Ευημερίας, Λειτουργός του οποίου προσπάθησε να μεταπείσει το παιδί για να επιστρέψει στη μητέρα του, αλλά και τη μητέρα για να συγκατατεθεί στη μεταγραφή του παιδιού, χωρίς όμως επιτυχία. Τέλος υποστηρίζει ότι ο ίδιος ο ανήλικος επιθυμεί τη μεταγραφή. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι είναι αδύνατο να μεταφέρει το παιδί καθημερινά στην Πάφο καθώς είναι πολύ μακριά από τον τόπο διαμονής του, ούτε και μπορεί ο ίδιος να μετακομίσει στην Πάφο γιατί δεν έχει την οικονομική ευχέρεια να πληρώνει ενοίκια και έξοδα. Όμως ούτε και για το ίδιο το ανήλικο θα είναι εύκολη μια τέτοια μετακίνηση γιατί θα κουράζεται ιδιαίτερα και θα επηρεασθεί και η απόδοση του στο σχολείο. Γι' αυτό εισηγείται ότι η καλύτερη λύση είναι η μεταγραφή του παιδιού, ώστε να μην επηρεαστεί η φοίτηση και η μόρφωση του, αλλά και για να είναι εύκολη η μεταφορά του προς αυτό. Περαιτέρω, λέγει ότι ο Άνθιμος είναι πολύ καλός μαθητής. Ακολούθως αναφέρει ότι ολόκληρο το καλοκαίρι το παιδί επιδίωξε ελάχιστες φορές να έχει επικοινωνία με τη μητέρα του, παρά τις δικές του προσπάθειες για να εξομαλυνθούν οι σχέσεις τους . Και ότι η καθ' ης η αίτηση, αντίθετα με αυτόν, συνέχεια τσακώνεται μαζί του και η συμπεριφορά της δεν αφήνει περιθώρια εξομάλυνσης της κατάστασης. Τέλος υποστηρίζει ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα ο ανήλικος θα επηρεαστεί αρνητικά. Ότι αυτό θα παίξει καθοριστικό ρόλο στην έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς καθώς ο ανήλικος θα φοιτήσει στην πρώτη τάξη Γυμνασίου. Επίσης ότι θα είναι προς το συμφέρον του παιδιού η έκδοση διατάγματος με το οποίο θα επιτρέπεται η μεταγραφή του. Στις 2/9/2010 ημερομηνία ορισμού της αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος, το Δικαστήριο έκρινε ότι η αιτούμενη θεραπεία δεν μπορούσε να δοθεί στη βάση της μονομερούς αίτησης και όρισε την υπόθεση για επίδοση στη μητέρα. Ορίστηκε γι' αυτό σε σύντομη ημερομηνία στις 10/9/2010 για επίδοση. Κατά την ημερομηνία εκείνη η δικηγόρος του αιτητή, παρά το επείγον του αιτήματος της, ανέφερε ότι: "Διατάχθηκε η επίδοση, τα έδωσα στον επιδότη. Εκ παραδρομής δεν επιδόθηκε. Ζητώ ακόμα μια ημερομηνία για επίδοση." Δόθηκε γι' αυτό ακόμα μια σύντομη ημερομηνία η 17/9/
- Κατά την παραπάνω ημερομηνία η καθ' ης η αίτηση, μέσω της δικηγόρου της, ενέστη στην αίτηση και ζήτησε χρόνο για να υποβάλει τις θέσεις της για τη μη αναγκαιότητα έκδοσης προσωρινού διατάγματος. Ως λόγους ένστασης προβάλλει τους ακόλουθους τους οποίους παραθέτω αυτούσιους: 1) Δεν συντρέχουν οι λόγοι έκδοσης προσωρινού διατάγματος. 2) Η αίτηση βασίζεται σε λανθασμένη και/ή ελλιπή νομικά βάση και δεν δίνει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. 3) Τα γεγονότα τα οποία στηρίζουν την αίτηση δεν στοιχειοθετούν και/ή δεν ικανοποιούν τις προϋποθέσεις για έκδοση προσωρινού διατάγματος. 4) Ο αιτητής παρέθεσε ψευδή γεγονότα και/ή απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα και/ή παραπλάνησε το Δικαστήριο. 5) Οι αιτούμενες θεραπείες αντίκεινται προς το συμφέρον του ανήλικου τέκνου των διαδίκων. 6) Το αιτούμενο προσωρινό διάταγμα αφορά την ουσία της υπόθεσης και δεν μπορεί να τύχει εκδίκασης ως προσωρινό διάταγμα αφού αποφασίζεται η τύχη της υπόθεση με την εκδίκαση του. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση της καθ' ης η αίτηση ήταν τα ακόλουθα: Αφού παραδέχεται τους ισχυρισμούς του αιτητή για την ύπαρξη διατάγματος με το οποίο ρυθμίστηκαν τα θέματα γονικής μέριμνας, ισχυρίζεται ότι ποτέ δεν τηρήθηκε το διάταγμα επικοινωνίας καθώς ο αιτητής έπαιρνε τα ανήλικα το Σαββατοκύριακο μόνο, με αποτέλεσμα σήμερα ο μεγαλύτερος γιος της να μην θέλει να μένει μαζί της τα Σαββατοκύριακα. Επίσης αναφέρει ότι επειδή αυτή δεν ήθελε να δημιουργήσει προστριβές, έδειχνε μεγάλη κατανόηση δεχόμενη ουσιαστικά το πρόγραμμα του αιτητή. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο αιτητής πάντα έλεγε στον Άνθιμο ότι μόλις θα συμπλήρωνε τα 12 του χρόνια, θα μπορούσε να επιλέξει να μένει όπου θέλει και τον επηρέαζε στο να φύγει από την ίδια και να πάει να μείνει μαζί του. Και ότι αποτέλεσμα των ενεργειών του αυτών, ήταν ο Άνθιμος όταν έκλεισε το 12ο έτος ηλικίας του, στις 30 Μαίου, να πάει να μείνει με τον πατέρα του. Παραδέχεται στη συνέχεια ότι στις 6/7/2010 συγκατατέθηκε να μείνει προσωρινά ο ανήλικος στον πατέρα του. Αυτό όμως αφορούσε τους καλοκαιρινούς μήνες μόνο όπως ήταν και η συμβουλή του Γραφείου Ευημερίας. Αρνείται ακόμα ότι ο αιτητής έκανε προσπάθειες το καλοκαίρι για να βοηθήσει το ανήλικο να γυρίσει στη μητέρα του και ισχυρίζεται ότι αντίθετα φρόντισε να τον απασχολεί, ώστε σταδιακά να απομακρύνεται το παιδί από αυτήν. Προσθέτει επίσης ότι οι προσπάθειες που έγιναν για μετάβαση τους στις πισίνες και εστιατόρια ήταν μετά από δική της πρωτοβουλία. Για το θέμα της φοίτησης του παιδιού παραδέχεται ότι συζητήθηκε μεταξύ τους και υποστηρίζει ότι το κατάλληλο σχολείο για το παιδί είναι το Γυμνάσιο Αποστόλου Παύλου στο οποίο είναι σε θέση να το μεταφέρει η ίδια και ο Άνθιμος να είναι κοντά στον αδελφό του. Επίσης υποστηρίζει ότι αν μείνει το παιδί κοντά της θα μπορεί να το μεταφέρει και στα φροντιστήρια του τα απογεύματα και αν θέλει ο πατέρας θα μπορεί να τον παίρνει τα Σαββατοκύριακα. Συνεχίζοντας για το λόγο που δεν συγκατατίθεται στη μεταγραφή του τον οποίο και ανέφερε στο Γραφείο Ευημερίας, είναι γιατί θεωρεί ότι δεν είναι πρέπον και σωστό να χωρίσει τα δύο αδέλφια. Υποστηρίζοντας ότι ο πατέρας παράνομα και χωρίς τη δική της συγκατάθεση από μόνος του έχει προβεί στη μεταγραφή του ανήλικου και προσπαθεί να νομιμοποιήσει την παρανομία του. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο λόγος που δεν δέχεται το παιδί να επιστρέψει κοντά της είναι γιατί ο πατέρας του αλλά και η οικογένεια του, τον επηρεάζουν αρνητικά έναντι της και του μιλούν άσχημα για αυτήν. Και ότι ο μικρός της γιος Αντώνης εξαιτίας αυτών που ακούει για τη μητέρα του από την οικογένεια, δεν θέλει να πηγαίνει στον πατέρα του. Περιγράφει στη συνέχεια το πρόγραμμα του πατέρα που κατά τη θέση της, εργάζεται καθημερινά από το πρωί μέχρι τις 6μ.μ., ενώ η ίδια τελειώνει από την εργασία της η ώρα 2μ.μ. και έχει όλο τον ελεύθερο χρόνο να φροντίζει τα παιδιά της. Υποστηρίζοντας ότι αν πηγαίνει το παιδί στο Γυμνάσιο στο Πολέμι θα ταλαιπωρείται αχρείαστα. Καθώς, όπως συνεχίζει θα πρέπει να πηγαίνει με λεωφορείο, δηλαδή θα ξεκινά από τις 5.40 το πρωί, θα τελειώνει το σχολείο του στις 1.30.μ.μ. και μετά επειδή όλα τα φροντιστήρια του είναι στην Πάφο θα παίρνει το λεωφορείο για να έρθει στην Πάφο χωρίς να φάει, θα τελειώνει δε στις 4.30μ.μ. όπου θα ξεκινά και πάλι για να επιστρέψει στον Κάθηκα για να φάει και να διαβάσει. Με αποτέλεσμα το παιδί να κουράζεται και να διατρέχει κινδύνους μέσα στους δρόμους. Θα επηρεαστεί δε ανεπανόρθωτα το μέλλον του και η απόδοση του. Είναι γι' αυτό το λόγο που δεν προτίθεται όπως λέει να συγκατατεθεί στην υλοποίηση των σχεδίων του αιτητή. Απορρίπτει στη συνέχεια ότι είναι η δική της συμπεριφορά που οδήγησε στην κατάσταση αυτή και ισχυρίζεται ότι οφείλεται στην πλύση εγκεφάλου που γίνεται από τον αιτητή και το περιβάλλον του. Προχωρώντας, αμφισβητεί και την καταλληλότητα του αιτητή να μεγαλώσει το παιδί, αφού, κατά τους ισχυρισμούς της, ενόσω συμβιούσαν ο αιτητής αντιμετώπιζε ψυχιατρικά προβλήματα και παρακολουθείτο από ψυχίατρο γιατί πάθαινε συνέχεια κρίσεις. Αναφέροντας στη συνέχεια ότι συμφωνεί ότι το παιδί είναι πολύ καλός μαθητής, υποστηρίζει ότι η φοίτηση του θα επηρεασθεί εάν συνεχίσει το σχολείο στο Γυμνάσιο Πολεμίου και όχι εκεί που ήταν και τον φρόντιζε η μητέρα του. Αναφορικά με την επικοινωνία της με το παιδί, ισχυρίζεται ότι λαμβάνει χώρα καθημερινά. Ότι πάντα προσπαθεί και επιδιώκει να πάρει το παιδί για φαγητό και ότι είναι ο αιτητής που με τη συμπεριφορά του προσπαθεί να τον απομακρύνει από αυτήν. Υποβάλλοντας περαιτέρω ότι θέση του παιδιού είναι στο σπίτι του με τον αδελφό του και όχι φιλοξενούμενος στους γέρους παππούδες του στο χωριό. Λέγοντας επίσης ότι οι καλοκαιρινές διακοπές τέλειωσαν και ο αιτητής θα πρέπει να το κατανοήσει αν θέλει το καλό των παιδιών του. Ακόμα προσθέτει ότι ο 2ος τους γιος νιώθει πολύ έντονα την απουσία του αδελφού του. Ότι του έχει δοθεί η εντύπωση ότι ο πατέρας του δεν νοιάζεται γι' αυτόν παρά μόνο για το μεγαλύτερο τους γιο Άνθιμο και ότι έχουν δημιουργηθεί τεράστια προβλήματα και χάος στην οικογένεια τα οποία θα πρέπει να σταματήσουν και η κατάσταση να επανέλθει στην ομαλότητα της. Τέλος καλεί το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση καθώς δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση, ούτε το επείγον για να εκδοθεί προσωρινό διάταγμα, αφού με την έκδοση τέτοιου διατάγματος θα επηρεαστεί η υπάρχουσα κατάσταση που καθορίστηκε με διάταγμα του Δικαστηρίου και θα κριθεί ουσιαστικά το μέλλον της κυρίως αίτησης. Οι προσπάθειες που ακολούθησαν για εξεύρεση λύσης στο πρόβλημα αυτό απέτυχαν και οι δύο πλευρές προχώρησαν στην εκδίκαση της υπόθεσης. Η ακρόαση της αίτησης ξεκίνησε λοιπόν με την κυρία Παπαδημήτρη να επιθυμεί να αντεξετάσει την αιτήτρια κατά την ημερομηνία της ακρόασης. Δέχθηκα το αίτημα της παρά το γεγονός ότι δεν είχε ζητηθεί προηγουμένως άδεια για αντεξέταση και παρά την ένσταση της κυρίας Αθηνοδώρου, εφόσον η καθ' ης η αίτηση παρευρισκόταν στο Δικαστήριο κατ' εκείνη την ημέρα. Δεν αποδέχθηκα όμως αίτημα για αναβολή της ακρόασης και προφορικό αίτημα της κας Παπαδημήτρη με το οποίο ζητούσε άδεια για να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση για να απαντήσει στους ισχυρισμούς που είχαν τεθεί με την ένσταση της καθ' ης η αίτηση. Θεωρώντας ότι το αίτημα της υποβλήθηκε πολύ καθυστερημένα αφού η ένσταση είχε καταχωρηθεί περίπου 2 μήνες προηγουμένως στις 27/9/
- Από τότε σημειώθηκαν επανειλημμένες εμφανίσεις και η υπόθεση ήταν η 2η φορά που ήταν ορισμένη για ακρόαση. Και δεν τέθηκε ποτέ τέτοιο ζήτημα. Έκρινα δε ότι μια νέα αναβολή θα αναιρούσε τον σκοπό της αίτησης και θα αντιστρατευόταν στα συμφέροντα του ανηλίκου. Ας σημειωθεί ότι υποβαλλόταν για 2η φορά αίτημα για αναβολή της ακρόασης από πλευράς του αιτητή. Προηγούμενο αίτημα για λόγους υγείας της δικηγόρου του έκρινα ότι ήταν δικαιολογημένο. Ούτε και υπήρχε οποιαδήποτε ένσταση από την αντίδικη πλευρά. Αμφότεροι οι δικηγόροι μετά το πέρας της αντεξέτασης, ζήτησαν να αγορεύσουν επί του θέματος. Η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή υποστηρίζοντας ότι θα πρέπει να εγκριθεί η αίτηση, κάλεσε το Δικαστήριο να αξιολογήσει τα αποτελέσματα της αντεξέτασης, υποστηρίζοντας ότι η καθ' ης η αίτηση δεν είπε την αλήθεια κατά τη διαδικασία αυτή. Προχωρώντας, ανέφερε ενδεικτικά ορισμένες αντιφάσεις, υποβάλλοντας ότι ενώ στην ένορκη δήλωση της η Καθ' ης η Αίτηση είπε ότι το παιδί διαμένει με τους παππούδες του, κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι διαμένει με τον πατέρα του. Επίσης ότι δεν είπε την αλήθεια, γιατί ενώ υποστήριζε στην ένορκη δήλωση της ότι το παιδί μένει νηστικό, αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι το παιδί τρώει καθημερινά στο σπίτι της. Και υπέδειξε ότι αυτό δείχνει ότι ο αιτητής δεν αποκόπτει την επικοινωνία του παιδιού με τη μητέρα του, ως η ίδια αναφέρει στην ένορκη δήλωση της. Επίσης εισηγήθηκε ότι ενώ στην ένορκη δήλωση της η καθ' ης η αίτηση ανέφερε ότι ο αιτητής είχε επικοινωνία το Σαββατοκύριακο, προφορικά παραδέχθηκε ότι είχε και την Παρασκευή. Υποστήριξε ακόμα ότι η καθ' ης η αίτηση δεν απάντησε ειλικρινά στα πλείστα σημεία. Επίσης κάλεσε το Δικαστήριο να αξιολογήσει την παραδοχή της καθ' ης η αίτηση κατά την αντεξέταση ότι ο ανήλικος εξακολουθεί να είναι άριστος μαθητής, γεγονός που κατά τη δικηγόρο, καταρρίπτει τη θέση της ότι θα επηρεαστεί η απόδοση του παιδιού από τη μεταγραφή. Ακόμα εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του το συμφέρον του παιδιού και τη δυσκολία που θα προκύψει από τη μη έκδοση του διατάγματος. Λέγοντας ότι ο ανήλικος είναι χαρούμενος και ευτυχισμένος που πήγε σε αυτό το σχολείο και ότι αν δεν συνεχίσει να φοιτά σε αυτό, θα επηρεαστεί η ψυχολογία του και η απόδοση του. Υποστηρίζοντας περαιτέρω ότι ο αιτητής δεν έχει καμιά ευθύνη για την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί και ότι έχει προκύψει από την αντεξέταση, ότι είναι η συμπεριφορά της καθ' ης η αίτηση που οδήγησε στην κατάσταση αυτή. Θεωρεί δε ότι το συμφέρον του ανηλίκου υπό τις περιστάσεις είναι να εκδοθεί το διάταγμα και να παραμείνει το παιδί στο Γυμνάσιο Πολεμίου. Η κα Αθηνοδώρου στην αντίπερα όχθη, επικεντρώθηκε κυρίως στην εισήγηση ότι η πράξη του αιτητή να εγγράψει το παιδί από μόνος του στο Γυμνάσιο Πολεμίου είναι παράνομη και ζήτησε από το Δικαστήριο παραπέμποντας σε σχετική νομολογία να αρνηθεί να νομιμοποιήσει την παρανομία. Επίσης κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση, υποβάλλοντας ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος. Τόνισε ότι υπάρχει σε ισχύ διάταγμα εκ συμφώνου το οποίο αναθέτει στη μητέρα τη φύλαξη και φροντίδα και των δύο παιδιών και ότι ορίστηκε ως τόπος διαμονής των ανηλίκων η κατοικία της μητέρας τους. Και ότι ο αιτητής καταπατώντας το διάταγμα ενήργησε μονομερώς και έγραψε το παιδί στο Γυμνάσιο Πολεμίου. Επίσης υποστήριξε ότι το συμφέρον του Άνθιμου αλλά και των δύο παιδιών της οικογένειας είναι η διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης η οποία υπάρχει για 5 χρόνια και να μένουν τα αδέλφια μαζί. Πρόσθεσε ακόμα ότι η μητέρα ουδέποτε δυσκόλεψε τον αιτητή στην επικοινωνία του με τα παιδιά και ότι όλα αυτά τα χρόνια έπραττε το καλύτερο γι' αυτά. Επίσης ότι δεν θα ήταν προς το συμφέρον τους να ανατραπεί η μέχρι σήμερα υφιστάμενη κατάσταση. Νομική Πτυχή Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ως αυτό έχει τροποποιηθεί, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Στην πλούσια νομολογία επί του θέματος, αναλύθηκαν οι τρεις προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν για να ασκήσει το Δικαστήριο τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης ενός προσωρινού διατάγματος. Οι τρεις προϋποθέσεις είναι οι ακόλουθες: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (β) Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία. (γ) Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, έχει κριθεί πως είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση. Η δεύτερη προϋπόθεση απαιτεί από τον Αιτητή να δείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας έχει ερμηνευθεί να σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η τρίτη προϋπόθεση σχετίζεται με την επάρκεια των αποζημιώσεων. Αν η επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ του Aιτητή στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε δεν είναι απαραίτητη η έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Οι παραπάνω προϋποθέσεις έχουν αναλυθεί σε έκταση στη νομολογία. [Βλ. Οδυσσέως ν. Pieris Estates
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Κυτάλα κ. ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 253, Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 255, Μ. & Ch. Mitsingas Tr. Ltd. κ. ά. ν. Timberland Co.
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, Pariko Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co. Ltd. κ. ά.
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015]. Ακόμη, αν το Δικαστήριο τελικά αποδεχθεί την ύπαρξη των τριών προϋποθέσεων, τότε θα πρέπει να κρίνει με γνώμονα το τι είναι δίκαιο και πρόσφορο, κατά πόσο είναι εύλογο και πρόσφορο να εκδώσει το προσωρινό διάταγμα. Το Δικαστήριο ακόμη σε αυτό το στάδιο, πρέπει να έχει υπόψη του, ότι πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε διεξοδική εξέταση και διερεύνηση των επίδικων θεμάτων, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. [ Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka DD
(1999), 1 (A) 227, στη σελ. 236]. Είναι δε καθιερωμένη αρχή ότι ο Aιτητής, ο οποίος επιδιώκει μονομερώς ένα προσωρινό διάταγμα, πρέπει να προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Πρέπει να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Η σημασία της αποκάλυψης έχει αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων. Το επιστέγασμα της απουσίας αποκάλυψης είναι η κατάργηση του διατάγματος. Το Δικαστήριο αν θεωρήσει ότι η μη αποκάλυψη ήταν ουσιώδης μπορεί να ακυρώσει το προσωρινό διάταγμα που το ίδιο εξέδωσε αρνούμενο ν´ ακούσει περαιτέρω τον Aιτητή. Για να ακυρώσει, όμως, το διάταγμα θα πρέπει τα γεγονότα που δεν αποκαλύφθηκαν να ήταν ουσιώδη. Επίσης, θα πρέπει να βρίσκονταν εντός της γνώσης του Aιτητή. [ Βλ. Στυλιανού v. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 583, Γρηγορίου κ. ά. v. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Demstar Ltd. v. Zim Israel Navigation Co. Ltd.
(1996)1 (A) Α.Α.Δ. 597, Μ. & Ch. Mitsingas Tr. Ltd. κ. ά. ν. Timberland Co.
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, Resola (Cyprus) Ltd. v. Χρίστου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 598, Σεβαστού ν. Σεβαστού,
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1980]. Ακόμη, για να εκδώσει το Δικαστήριο ένα προσωρινό διάταγμα στη βάση μονομερούς αιτήσεως, θα πρέπει να καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος. Εξέταση της αίτησης Σε αυτό το στάδιο, κρίνω ορθό να πω ότι οφείλω να εξετάσω το θέμα υπό διαφορετική σκοπιά. Γατί φαίνεται να είναι κοινά αποδεκτό αλλά ούτε και αντεξετάστηκε η καθ' ης η αίτηση επί του ισχυρισμού της στην ένσταση της, ότι ο πατέρας ήδη διενήργησε την πράξη που ζητά, ότι το παιδί έχει ήδη μεταγραφεί. Αλλά και από τα όσα η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή ανέφερε κατά την αγόρευση της, το παιδί έχει ήδη εγγραφεί στο Κοινοτικό Γυμνάσιο Πολεμίου και συνεχίζει να φοιτά εκεί. Εισηγήθηκε μάλιστα ότι δεν θα ήταν προς το συμφέρον του παιδιού να μετακινηθεί. Επίσης, έχει προκύψει καθαρά ότι ο τόπος διαμονής του παιδιού έχει μεταβληθεί. Είναι κοινά αποδεκτό ότι σήμερα μένει με τον πατέρα. Εκείνο στο οποίο υπάρχουν αντικρουόμενοι ισχυρισμοί είναι για το ποιος φταίει για την κατάσταση αυτή. Ακόμη δεν φαίνεται να παραχωρήθηκε οποτεδήποτε η συναίνεση της μητέρας για τη μεταγραφή. Ας σημειωθεί ότι από τα πρακτικά του Δικαστηρίου ημερομηνίας 6/7/2010 : « Η καθ' ης η αίτηση δήλωσε ότι αποδέχεται μέχρι τον 9ο να παραμένει το παιδί στον πατέρα του όμως θα γίνουν προσπάθειες να επιστρέψει στην καθ' ης η αίτηση». Δεν δήλωσε ότι συναινεί στη μεταγραφή. Είναι ακόμη αποδεκτό ότι στις 16/6/2005 το Δικαστήριο εξέδωσε εκ συμφώνου διάταγμα με το οποίο η φύλαξη και φροντίδα των ανήλικων τέκνων των διαδίκων ανατέθηκε στη μητέρα τους, με ρητή πρόνοια ότι η γονική μέριμνα θα ασκείτο από τους δύο γονείς από κοινού. Επίσης ότι το διάταγμα ρυθμίζει λεπτομερώς την επικοινωνία του πατέρα με τα ανήλικα τέκνα του. Αποτελεί ακόμα γεγονός ότι από το 2005 δηλαδή εδώ και 5 χρόνια, τα παιδιά διαμένουν με τη μητέρα στην Πάφο και φοιτούσαν σε σχολείο της Πάφου. Ο αιτητής παρά το γεγονός ότι το αίτημα του δεν έγινε αποδεκτό από το Δικαστήριο, περιφρονώντας τις οδηγίες του Δικαστηρίου, το οποίο έκρινε ότι για να αποφασίσει αν θα εκδώσει το προσωρινό διάταγμα, θα έπρεπε να ακουστεί και η άλλη πλευρά, προχώρησε μονομερώς και ενέγραψε το παιδί στο Κοινοτικό Γυμνάσιο Πολεμίου, χωρίς τη συγκατάθεση της άλλης πλευράς και χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου. Παραβιάζοντας, κατ' αυτόν τον τρόπο το διάταγμα το οποίο ήταν σε ισχύ για την από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας, αλλά και τις οδηγίες του Δικαστηρίου. Θα παραπέμψω στα όσα λέχθηκαν στην καθοδηγητική απόφαση στην αίτηση 147/06 Χριστιάνας Ταβιτιάν .v. Στέλιου Μαρτή ημερομηνίας 15/2/2007 και θα συμφωνήσω στον τρόπο αντιμετώπισης πανομοιότυπου θέματος. Θεωρήθηκε η μονομερής ενέργεια της μητέρας να εγγράψει το παιδί στο νηπιαγωγείο χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση του πατέρα ως κακή άσκηση της γονικής μέριμνας, η διεκδίκηση δε θεραπείας από το δικαστήριο ενώ είχε ήδη συντελεστεί η πράξη, ως καταχρηστική διεκδίκηση θεραπείας. Το ίδιο ισχύει και στην υπό κρίση περίπτωση. Λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον ευπαίδευτο συνάδελφο με τα οποία συμφωνώ: Για το συγκεκριμένο θέμα η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Ε. Κουνουγέρη - Μανωλεδάκη στο σύγγραμμα της Οικογενειακό Δίκαιο, Τόμος ΙΙ, Β΄ έκδοση 1998, στις σελ. 197-198 αναφέρει: «Κατά κανόνα η πράξη για την οποία διαφωνούν οι γονείς δεν έχει επιχειρηθεί ακόμα όταν οι γονείς (ο ένας ή ο άλλος ή και οι δύο μαζί) προσφεύγουν στο Δικαστήριο, οπότε και η σχετική προσφυγή έχει το νόημα ότι από τη δικαστική απόφαση, που θα ακολουθήσει, θα εξαρτηθεί η μελλοντική επιχείρηση της πράξης. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις όπου η πράξη αυτή έχει ήδη γίνει, είτε έχοντας προσωρινά χαρακτηριστεί ως επείγουσα, όπως λ.χ. όταν έχει υποβληθεί έγκληση ή έχει ασκηθεί αγωγή από τον ένα γονέα (προκειμένου να μη χαθεί η σχετική προθεσμία ή, αντίστοιχα, να μην παραγραφεί στο μεταξύ η αξίωση), είτε και χωρίς να έχει μεσολαβήσει ένας τέτοιος χαρακτηρισμός, όπως όταν λ.χ. ο πατέρας έχει ήδη αγοράσει με λεφτά του παιδιού και για λογαριασμό του ένα πανάκριβο μηχάνημα, παρόλο που η μητέρα διαφωνούσε και διαφωνεί (με τον ισχυρισμό π.χ. πως το δαπανηρό αυτό μηχάνημα είναι άχρηστο για το παιδί τους που έχει κλίση στη φιλολογία και άρα, άλλες ανάγκες). Και ως προς την έγκληση μεν ή την αγωγή, που ασκείται από τον ένα μόνο γονέα, η συνέπεια της εκ των υστέρων εφαρμογής του άρθρου 1512 περιγράφηκε παραπάνω. Ως προς την αγορά, άλλωστε, του μηχανήματος, αν η μεταγενέστερη δικαστική απόφαση, που θα εκδοθεί για να επιλύσει τη διαφωνία των γονέων, δικαιώσει τελικά τη μητέρα, και με δεδομένο ότι ο πατέρας έχει προβεί σε κακή άσκηση της γονικής μέριμνας αφού παραβίασε τον κανόνα της από κοινού άσκησης του άρθρου 1510 § 1, εδ. 1² η μητέρα μπορεί να προσφύγει κατά το άρθρο 1532 στο δικαστήριο, το οποίο, ενόψει και της απόφασης κατά το άρθρο 1512, μπορεί να διατάξει ως πρόσφορο μέτρο - για την αντιμετώπιση της κακής άσκησης της γονικής μέριμνας από μέρους του πατέρα - την πώληση λ.χ. του μηχανήματος και την επαναφορά, με τον τρόπο αυτό, της προηγούμενης κατάστασης.» Έχει νομολογηθεί ότι τα δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεως της δικαστικής διαδικασίας. Έχει επίσης, νομολογηθεί ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της (βλ. Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ. 2)
(1993)1 Α.Α.Δ. 248, Διευθυντής Φυλακών ν. Περρέλλα
(1995)1 Α,Α,Δ, 217, Re Beogradska D.D.
(1996)1 A.Α.Δ. 911 και Βασιλείου ν. Μακρίδη
(2000)2 Α.Α.Δ. 133). 2. Για τη διαπίστωση ότι ο γονέας έχει προβεί σε κακή άσκηση της γονικής μέριμνας αρκεί το γεγονός ότι αυτός ενέργησε μονομερώς σε περίπτωση όπου απαιτούνταν από κοινού άσκηση, και δεν είναι απαραίτητη και η απόφαση του δικαστηρίου που επιλύνει τη διαφωνία των γονέων υπέρ του άλλου γονέα· μάλιστα, και αν ακόμα το δικαστήριο δικαιώσει τελικά το γονέα που ενέργησε μονομερώς, με τον ισχυρισμό ότι η πράξη του εξυπηρετούσε πραγματικά το συμφέρον του παιδιού και πάλι έχει υπάρξει κακή άσκηση της γονικής μέριμνας από την πλευρά αυτού του γονέα, που έσπευσε να κρίνει ο ίδιος ποιο ήταν το συμφέρον του παιδιού και δεν περίμενε την κρίση του δικαστηρίου, που μόνο αυτό είναι αρμόδιο, κατά το άρθρο 1512, να αποφαίνεται για το συμφέρον του παιδιού σε περίπτωση διαφωνίας των γονέων (βλ. και την προηγ. σημ. 3 στο V 4 β). Στην Περέλλα, πιο πάνω, σελ. 222, υποδείχθηκε ότι «η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας, που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του». Στην παρούσα υπόθεση έχουμε στην ουσία περίπτωση καταχρηστικής διεκδίκησης θεραπείας η οποία στην πράξη έχει συντελεστεί από την Αιτήτρια. Η συμπεριφορά αυτή της Αιτήτριας πέραν του ότι είναι αντινομική, συνιστά και κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Αυτά συνάγονται από το γεγονός ότι η Αιτήτρια μετέτρεψε την παράκληση της προς το Δικαστήριο να της επιτρέψει να εγγράψει την ανήλικη σε νηπιαγωγείο στην Αθηαίνου σε πράξη, κατά παράβαση του νόμου που απαιτεί διαβούλευση και συναπόφαση για τη διενέργεια τέτοιας πράξης με τον εν διαστάσει, ως είναι η περίπτωση, σύζυγο της, προβαίνοντας έτσι σε κακή άσκηση της γονικής μέριμνας και χωρίς να έχει την προς τούτο άδεια του Δικαστηρίου» Βλ. σελ 259 τόμου ΙΙ νεώτερης έκδοσης, τρίτης έκδοσης του Οικογενειακού Δικαίου της καθηγήτριας του 2003 όπου επαναλαμβάνονται τα παραπάνω. Στη βάση των πιο πάνω, κρίνω ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να γίνει συνεργός στην παρανομία, νομιμοποιώντας την παράνομη ενέργεια μεταγραφής και επιβραβεύοντας τον αιτητή για την παρανομία του. Ο Αιτητής καταχρηστικά επέμεινε στη διεκδίκηση θεραπείας για την οποία ενήργησε αυτόβουλα και για πράξη η οποία έχει ήδη συντελεστεί. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, θα προχωρούσα να πω ότι και αν ακόμη εξέταζα την αίτηση, προτού όμως συντελεστεί η εγγραφή μονομερώς από τον πατέρα, στο ίδιο αποτέλεσμα θα κατέληγα. Τα προσωρινά διατάγματα εκδίδονται πάντοτε σε συνάρτηση με την εναρκτήρια αίτηση, έχουν δε σκοπό την προσωρινή ρύθμιση μιας κατάστασης μέχρι να ρυθμιστεί οριστικά το θέμα με την εναρκτήρια αίτηση. Στην προκειμένη περίπτωση τυχόν έκδοση του διατάγματος μεταγραφής του παιδιού στο σχολείο Πολεμίου θα επιφέρει ουσιαστικά τερματισμό της διαφοράς. Με την εναρκτήρια αίτηση εκείνο που επιδιώκεται είναι η τροποποίηση του εκ συμφώνου διατάγματος με το οποίο ανατέθηκε η φύλαξη και των δύο παιδιών στη μητέρα και μόνο όσον αφορά το ένα παιδί. Τα παιδιά από το 2005 βρίσκονται με τη μητέρα και φοιτούν σε σχολείο της Πάφου. Με την τυχόν έγκριση για το ένα μόνο παιδί να μεταγραφεί σε σχολείο σε άλλη περιοχή θα ήταν ως να τροποποιούσα και τη ρύθμιση για φύλαξη του παιδιού. Εξάλλου δεν αναφέρθηκε οτιδήποτε ότι το παιδί θα μπορούσε να μένει στη μητέρα με τον αδελφό του και να μεταβαίνει στο σχολείο που βρίσκεται κοντά στον πατέρα. Ο στόχος δε, θα επιτυγχάνετο υπό το μανδύα του προσωρινού μέτρου. Όμως θα απέρριπτα την αίτηση και για ακόμα ένα λόγο γιατί δεν θα ήταν προς το συμφέρον του παιδιού να μεταγραφεί προσωρινά και μόνο στο σχολείο του Πολεμίου, προτού αποφασιστεί οριστικά αν θα τροποποιηθεί η ρύθμιση για φύλαξη του παιδιού, με κίνδυνο αν απορριπτόταν το αίτημα του πατέρα στην εναρκτήρια αίτηση για τροποποίηση της υφιστάμενης κατάστασης να προκαλείτο μεγαλύτερη ταλαιπωρία του παιδιού από μια ενδεχόμενη νεώτερη αλλαγή. Και είναι η άποψη μου ότι το θέμα αυτό άπτεται μιας σημαντικής πτυχής της άσκησης της γονικής μέριμνας του παιδιού, που ας σημειωθεί με βάση το εκδοθέν διάταγμα αποφασίστηκε να ασκείται από κοινού. Στο θέμα δε της μεταγραφής του παιδιού υπάρχει εντονότατη διαφωνία μεταξύ των γονέων, θέμα που είναι ορθότερο να αποφασιστεί όταν το Δικαστήριο θα έχει ενώπιον του όλα τα στοιχεία και την έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας. Αλλά και να αποφασιστεί αν το συμφέρον του Άνθιμου είναι να βρίσκονται τα δύο αδέλφια μαζί. Το άρθρο 7 του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 ( Ν.216/90)ως έχει τροποποιηθεί αναφέρει τα ακόλουθα: «Αν οι γονείς διαφωνούν κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας και το συμφέρον του παιδιού επιβάλλει να ληφθεί η απόφαση αποφασίζει το Δικαστήριο, έπειτα από αίτηση οποιουδήποτε από τους γονείς» Το άρθρο 20 του ίδιου νόμου επίσης προνοεί : «Αν από τότε που εκδόθηκε δικαστική απόφαση σχετικά με τη γονική μέριμνα, μεταβλήθηκαν οι συνθήκες το Δικαστήριο μπορεί ύστερα από αίτηση του ενός ή και των δύο γονέων ή του Διευθυντή να προσαρμόσει την απόφαση του στις νέες συνθήκες ανακαλώντας την ή τροποποιώντας την.» Είναι δε κάπως πρόωρο, κατά το στάδιο της ενδιάμεσης θεραπείας και ενώ υπάρχουν αντικρουόμενοι ισχυρισμοί, να αποφασιστεί ποιο είναι το συμφέρον του παιδιού το οποίο όπως φαίνεται είναι συγχυσμένο, ενώ υποστηρίζεται ότι θέλει να μένει με τον πατέρα του και απορρίπτει τη μητέρα του, σύμφωνα με τα λεγόμενα της μητέρας κατά την αντεξέταση της τρώει στην ίδια τα μεσημέρια, γεγονός άλλωστε το οποίο χρησιμοποίησε η ίδια η δικηγόρος του αιτητή κατά την αγόρευση της, για να τονίσει ότι ο πατέρας δεν εμποδίζει την επικοινωνία της μητέρας με το παιδί. Θα παραπέμψω ακόμα σε πρόσφατη απόφαση του Προέδρου του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας Γ. Σεργίδη, στην αίτηση με αρ. 16/2010 μεταξύ Λοϊζου Καλλένου και Χρυστάλλας Χριστοδούλου ημερομηνίας 8/9/2010, όπου παρόμοια άρνηση του παιδιού να ακολουθήσει τον ένα γονέα σχολιάστηκε ως εξής από τον ευπαίδευτο συνάδελφο: «Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η Ανδριάνα έχει επηρεαστεί από τον πατέρα της στο θέμα αυτό. Οποιαδήποτε και αν είναι η άποψη της Ανδριάνας, είτε η Ανδριάνα είναι ώριμη είτε όχι , ο πατέρας δεν πρέπει να συντηρεί αυτή την άποψη με το να δέχεται να έχει αυθαίρετα τη φύλαξη της Ανδριάνας , και να δέχεται το παιδί να θέτει όρους στη μητέρα του, υπό μορφή εκβιασμού, να τη φέρνει στο Δικαστήριο μαζί του και να την εμπλέκει στη δικαστική διαδικασία και διαμάχη. Για δέκα χρόνια η μητέρα ασκούσε τη φύλαξη χωρίς πρόβλημα και τώρα το παιδί παρουσιάζεται ανένδοτο για ένα θέμα που έπρεπε να το αποφάσιζαν μόνο οι ενήλικοι γονείς μεταξύ τους και σε περίπτωση διαφωνίας τους το Δικαστήριο. Ένα παιδί δεν πρέπει να ταυτίζεται με τον ένα γονέα επειδή έτσι θεωρεί ότι το συμφέρει, αγνοώντας τον άλλο γονέα. Πόσον μάλλον ένα γονέας δεν πρέπει να ταυτίζεται με τη θέση του παιδιού, όταν αυτή, εκ πρώτης όψεως δεν είναι προς το συμφέρον του και ενώ υπάρχει διαφωνία με τον άλλο γονέα και μάλιστα το γονέα που για τόσα χρόνια ασκούσε τη φύλαξη του παιδιού.» Τα πιο πάνω βέβαια δεν αναιρούν την υποχρέωση του Δικαστηρίου να λαμβάνει σοβαρά υπόψη τις απόψεις των παιδιών στο κατάλληλο στάδιο, σύμφωνα με το νόμο και τα δικαιώματα των παιδιών να ακούονται σε κάθε διαδικασία που τους αφορά. Αφού κρίνει την ωριμότητα του παιδιού, τη γνησιότητα των θέσεων του και αφού συμπληρωθεί η διερεύνηση της υπόθεσης από το Τμήμα Κοινωνικής Ευημερίας . Υπό το φώς των ανωτέρω η αίτηση ημερομηνίας 2/9/2010 απορρίπτεται. Τα έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται σε βάρος του αιτητή και υπέρ της καθ' ης η αίτηση και θα καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .................... Κ. Χ"Αθανασίου-Σιαμτάνη, Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο