← Κύπρος

Μαρίας Δημητρίου ν. Κωνσταντίνου Δημητρίου, Αρ. Αίτησης: 44/2010, 18 Μαρτίου 2011

Μαρίας Δημητρίου ν. Κωνσταντίνου Δημητρίου, Αρ. Αίτησης: 44/2010, 18 Μαρτίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLEM:2011:9 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Δικαιοδοσία Περιουσιακών Διαφορών Ενώπιον: Φ. Κωνσταντίνου, Δ. Αρ. Αίτησης: 44/2010 Μεταξύ: Μαρίας Δημητρίου Αιτήτρια και Κωνσταντίνου Δημητρίου Καθ' ου η αίτηση ---------------------------- Ημερομηνία: 18 Μαρτίου 2011 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κα Ρ. Χατζηπαντελή για κ. Π. Σωτηρίου Για τον Καθ' ου η αίτηση: κ. Σ. Παπακυριακού με κ. Χρ. Παναγή --------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ---------------------------------- Η αιτήτρια, με εναρκτήρια αίτηση που καταχώρισε στις 16.9.2010, ζητά από το Δικαστήριο ρύθμιση των περιουσιακών διαφορών της με τον καθ' ου η αίτηση με βάση τον περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμο του 1991 (Ν.232/91), στο εξής «ο Νόμος». Ζητά τη συνεισφορά της στην αύξηση της περιουσίας του καθ' ου η αίτηση διεκδικώντας το ½ μερίδιο της κινητής και ακίνητης περιουσίας που αυτός απέκτησε κατά τη διάρκεια του γάμου τους και συγκεκριμένα μετά το 1974 ή το 1/3 μερίδιο αυτής. Με μονομερή αίτηση ίδιας ημερομηνίας ζήτησε και εξασφάλισε στις 21.9.2010 παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα. Με αυτό απαγορεύεται στον καθ' ου η αίτηση να πωλήσει, μεταβιβάσει, υποθηκεύσει και με οποιοδήποτε τρόπο αποξενώσει την αναφερόμενη στο διάταγμα κινητή και ακίνητη περιουσία. Η μονομερής αίτηση, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της αιτήτριας, προσέκρουσε σε ένσταση του καθ' ου η αίτηση. Με αυτή προβάλλονται λόγοι για ακύρωση του προσωρινού διατάγματος, οι οποίοι υποστηρίζονται με ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση, του κ. Πανίκκου Μανώλη, κοινοτάρχη περιοχής του Καραβά και του κ. Χριστόδουλου Κλάππου, ιδιοκτήτη καταστήματος τροφίμων στον κυβερνητικό συνοικισμό Αγίου Ιωάννη στα Κ. Πολεμίδια. Στην ένορκη δήλωση της η αιτήτρια ανέφερε ότι ο γάμος της με τον καθ' ου η αίτηση έγινε το

  1. Καθώς και ότι επήλθε διάσταση στην έγγαμη συμβίωση τους τον Μάρτιο του
  2. Κατέθεσε περαιτέρω ότι το 1974 ήρθαν πρόσφυγες στη Λεμεσό χωρίς να έχουν κινητή και ακίνητη περιουσία στις ελεύθερες περιοχές. Ανέφερε στη συνέχεια η αιτήτρια ότι ο καθ' ου η αίτηση μαζί με τον πατέρα της ζήτησαν και τους παραχωρήθηκαν εκτάσεις Τουρκοκυπριακής γης στο χωριό Παραμάλι, τις οποίες καλλιεργούσαν. Αργότερα ο καθ' ου η αίτηση μαζί με τον πατέρα της ζήτησαν και τους παραχωρήθηκαν, με ενοικίαση από την Αρχιεπισκοπή, εκτάσεις γης, τις οποίες καλλιεργούσαν. Κατέθεσε ότι στις αγροτικές εργασίες βοηθούσε τακτικά η ίδια. Καθώς και οι γονείς της και η αδελφή της, οι οποίοι εργάζονταν χωρίς πληρωμή. Επίσης εργάζονταν στις αγροτικές εργασίες και τα παιδιά τους από την Παρασκευή το μεσημέρι που τελείωναν το σχολείο μέχρι το απόγευμα της Κυριακής. Ανέφερε περαιτέρω, ότι μόλις έκλειναν τα σχολεία για τις θερινές διακοπές, έμενε όλη η οικογένεια στο σπίτι των γονιών της στο Παραμάλι για να εργαστούν στις καλλιέργειες από το πρωί μέχρι το βράδυ, χωρίς βοήθεια από εργάτες. Κατέθεσε ότι ο καθ' ου η αίτηση εργοδοτεί εργάτες στις καλλιέργειες τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Αναφέρθηκε ακολούθως η αιτήτρια στην ακίνητη περιουσία που αγόρασε ο καθ' ου η αίτηση κυρίως στο Παραμάλι και στην επέκταση των καλλιεργειών. Καθώς και στο κτηνοτροφικό αγρόκτημα που δημιούργησε ο καθ' ου η αίτηση το 1986, το οποίο σήμερα έχει 300 ζώα και λειτουργεί ως εταιρεία Churchill's Farm Ltd. Ανέφερε ότι η αξία των περιουσιακών αυτών στοιχείων καθώς και κινητών περιουσιακών στοιχείων που ανέφερε στην ένορκη δήλωση της είναι πέραν των €3.000.
  3. Κατέθεσε η αιτήτρια ότι εργαζόταν πολύ σκληρά στις καλλιέργειες αλλά και στο κτηνοτροφικό αγρόκτημα, αναφερόμενη στις εργασίες που έκανε. Είναι η θέση της ότι η ακίνητη και η κινητή περιουσία, η οποία αποτελεί αντικείμενο της εναρκτήριας αίτησης και είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του καθ' ου η αίτηση, αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου τους και με τη δική της συμβολή. Οι λόγοι που ο καθ' ου η αίτηση πρόβαλε στην ένσταση του, όπως υποστηρίζονται με την ένορκη δήλωση του, θα μπορούσαν να περιληφθούν στους πιο κάτω:
  4. Η αιτήτρια, κατά τον ουσιώδη για την επίδικη αίτηση χρόνο, είχε και εξακολουθεί να έχει ψυχιατρικά και νοητικά προβλήματα που την καθιστούσαν ανίκανη να δώσει οδηγίες για τη σύνταξη της επίδικης αίτησης και να κατανοήσει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της που τη συνοδεύει. Είναι η θέση του καθ' ου η αίτηση ότι για το λόγο αυτό δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου που να υποστηρίζει την επίδικη αίτηση.
  5. Η ένορκη δήλωση είναι παράτυπη. Δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του νόμου αναφορικά με τη σύνταξη και την καταχώριση στο Πρωτοκολλητείο του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας που συνοδεύει τη μονομερή αίτηση.
  6. Η αιτήτρια απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα. Ως τέτοια εννοεί ο καθ' ου η αίτηση, όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση του, τη μη αποκάλυψη από την αιτήτρια ότι παρουσίασε ψυχιατρικά προβλήματα και πνευματική και νοητική υστέρηση μετά τη γέννηση του πρώτου παιδιού τους. Αναφέρθηκε ακολούθως στην επιδείνωση της κατάστασης της υγείας της το έτος 1978 και στη διάγνωση ψυχίατρου ότι έπασχε από ψυχωτική διαταραχή με ευερεθιστότητα και ιδέες καταδίωξης, ο οποίος της χορήγησε φαρμακευτική αγωγή. Επισύναψε στην ένορκη δήλωση του ως τεκμήριο βεβαίωση του ψυχίατρου κ. Κώστα Κυριακίδη ημερομηνίας 29.9.2010, στην οποία βεβαιώνονται τα ανωτέρω καθώς και ότι παρακολούθησε την αιτήτρια από 8.2.1978 μέχρι 9.4.
  7. Αναφέρθηκε περαιτέρω ο αιτητής στην επιδείνωση της κατάστασης της υγείας της αιτήτριας και στην περίθαλψη της στη ψυχιατρική πτέρυγα του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας για περίοδο πέραν του ενός μηνός. Καθώς και ότι ιατρός του εν λόγω Νοσοκομείου συνέστησε να παραμείνει η αιτήτρια εσώκλειστη σ' αυτό, αλλά μετά από παρακλήσεις και έντονες πιέσεις της μητέρας της, υπέγραψε ο ίδιος (ο καθ' ου η αίτηση) τα σχετικά έγγραφα για την παραλαβή της αιτήτριας και τη μεταφορά της στην κατοικία τους, με την υπόσχεση της μητέρας της ότι θα κατοικούσε μαζί τους για να φροντίζει την αιτήτρια και να προστατεύει τα ανήλικα τότε παιδιά τους από την επιθετική και βίαιη συμπεριφορά της.
  8. Η αιτήτρια έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ψευδή γεγονότα. Ως τέτοια εννοεί ο καθ' ου η αίτηση, όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση του, ότι η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης τους επήλθε στις 21.5.
  9. Καθώς και ότι η αιτήτρια δεν έχει συμβάλει με τον τρόπο που ανέφερε στην ένορκη δήλωση της στην αύξηση της περιουσίας του και ότι το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας που έχει δεσμευτεί με το επίδικο διάταγμα αποκτήθηκε μετά τη διακοπή της συμβίωσης τους.
  10. Δεν υπήρχε το στοιχείο του κατεπείγοντος.
  11. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του επίδικου διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60).
  12. Η εγγύηση του ποσού των €150.000,00 που διέταξε το Δικαστήριο να υπογράψει η αιτήτρια για την έκδοση του επίδικου διατάγματος είναι ανεπαρκής λαμβανομένης υπόψη της αξίας, κατά τον ισχυρισμό της αιτήτριας, της δεσμευθείσας περιουσίας και του γεγονότος ότι η αιτήτρια δεν έχει εγγεγραμμένη περιουσία στο όνομα της. Στην ειδοποίηση της πρόθεσης για ένσταση ο καθ' ου η αίτηση στήριξε το λόγο αυτό μόνο στη μη ύπαρξη περιουσίας της αιτήτριας. Με ενδιάμεση απόφαση μου, ημερομηνίας 10.12.2010, επέτρεψα την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από την αιτήτρια, όσο αφορά την κατάσταση της υγείας της κατά τον ουσιώδη χρόνο σύνταξης της ένορκης δήλωσης της που συνοδεύει την επίδικη αίτηση. Η αιτήτρια, με συμπληρωματική ένορκη δήλωση της ημερομηνίας 10.12.2010, ανέφερε ότι στις 8.6.2010 την εξέτασε ο ψυχίατρος κ. Κώστας Κυριακίδης, ο οποίος είναι ο ιατρός της για πολλά έτη και εξέδωσε ιατρικό πιστοποιητικό για τη σημερινή κατάσταση της υγείας της, το οποίο και επισύναψε ως τεκμήριο. Αναφέρεται σ' αυτό ότι, αφού εξέτασε την αιτήτρια για την έκδοση του εν λόγω πιστοποιητικού, δε διαπίστωσε συμπτώματα ψυχωτικής ή συναισθηματικής διαταραχής, ενώ η νοητική της κατάσταση είναι πολύ καλή. Καθώς και ότι είναι ικανή να χειρίζεται τις προσωπικές της υποθέσεις. Πριν την ακρόαση του επίδικου διατάγματος, τροποποιήθηκε εκ συμφώνου αυτό με ακύρωση μέρους της παραγράφου 3, αναφορικά με το ½ του ποσού που είναι κατατεθειμένο στο λογαριασμό με αρ. 4000225-7 στη ΣΠΕ Ύψωνα - Λόφου. Κατά την ακρόαση του επίδικου διατάγματος ως προς το υπόλοιπο μέρος που παρέμεινε για εξέταση, οι διάδικοι αντεξετάστηκαν στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων τους καθώς και οι ενόρκως δηλούντες κ. Π. Μανώλη και κ. Χρ. Κλάππος. Στη συνέχεια οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων καταχώρισαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις υποστηρίζοντας, η μεν δικηγόρος της αιτήτριας, την οριστικοποίηση του επίδικου διατάγματος, οι δε δικηγόροι του καθ' ου η αίτηση, την ακύρωση του. Μελέτησα με προσοχή τόσο τη μονομερή αίτηση όσο και την ένσταση, το περιεχόμενο των αντίστοιχων ενόρκων δηλώσεων, τα όσα προέκυψαν από την αντεξέταση και τα όσα υποστήριξαν με τις αγορεύσεις τους οι δικηγόροι των δύο πλευρών. Θα εξετάσω πρώτα το λόγο ένστασης ότι η αιτήτρια κατά τον ουσιώδη χρόνο σύνταξης της επίδικης αίτησης είχε και εξακολουθεί να έχει ψυχιατρικά και νοητικά προβλήματα, που την καθιστούσαν ανίκανη να δώσει οδηγίες για τη σύνταξη της επίδικης αίτησης και να κατανοήσει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της. Η βεβαίωση του ψυχίατρου κ. Κώστα Κυριακίδη ημερομηνίας 29.9.2010, η οποία επισυνάφθηκε ως τεκμήριο στην ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση, αναφέρεται στην κατάσταση της υγείας της αιτήτριας μέχρι το 1984 που την παρακολουθούσε και δεν αφορά την κατάσταση της κατά τον ουσιώδη χρόνο σύνταξης της ένορκης δήλωσης της. Το γεγονός αυτό υπέδειξα και στην ενδιάμεση απόφαση μου ημερομηνίας 10.12.
  13. Εντούτοις θεώρησα ότι ο εξεταζόμενος λόγος ένστασης έπρεπε να απαντηθεί και επέτρεψα την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της αιτήτριας, όσο αφορά την κατάσταση της υγείας της κατά τον ουσιώδη χρόνο, με αναφορά στο ιατρικό πιστοποιητικό που ζητούσε να καταχωρίσει. Το τελευταίο, που καταχωρίστηκε ως τεκμήριο στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της, έχει ημερομηνία 8.6.2010, υπογράφτηκε από τον ίδιο ιατρό και αναφέρεται στη σημερινή κατάσταση της υγείας της. Αναφέρθηκα σ' αυτό ανωτέρω. Επισημαίνω ότι εκδόθηκε μετά από εξέταση και αναφέρεται ότι ο ιατρός δε διαπίστωσε συμπτώματα ψυχωτικής ή συναισθηματικής διαταραχής. Αναφέρεται περαιτέρω σ' αυτό ότι η νοητική της κατάσταση είναι πολύ καλή. Συνεπώς ο εξεταζόμενος λόγος έμεινε αστήρικτος και απορρίπτεται. Εξέτασα ακολούθως το λόγο ένστασης ότι δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του νόμου αναφορικά με τη σύνταξη και την καταχώριση στο Πρωτοκολλητείο της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας. Ο καθ' ου η αίτηση, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του, δεν ανέπτυξε το λόγο αυτό, πέραν του ισχυρισμού του για την πνευματική και τη νοητική κατάσταση της αιτήτριας. Κατά την αντεξέταση της αιτήτριας, της υποβλήθηκε η ερώτηση, αν ήρθε στο Δικαστήριο και υπέγραψε την ένορκη δήλωση. Η τελευταία απάντησε ότι δεν ήρθε στο Δικαστήριο. Ρωτήθηκε στη συνέχεια αν την υπέγραψε στο γραφείο της δικηγόρου της και απάντησε καταφατικά. Είναι η θέση των δικηγόρων του καθ' ου η αίτηση, όπως προβλήθηκε στην αγόρευση τους ότι η αιτήτρια παραδέχτηκε πως την ένορκη δήλωση της την υπέγραψε στο γραφείο της δικηγόρου της και όχι ενώπιον του Πρωτοκολλητή του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού και συνεπώς δεν έχει ορκιστεί ενώπιον του Πρωτοκολλητή. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο εξεταζόμενος λόγος ένστασης προβλήθηκε με την ένσταση του καθ' ου η αίτηση, ενώ τα γεγονότα που τον στηρίζουν προέκυψαν κατά την αντεξέταση της αιτήτριας και συνεπώς αναπτύχθηκαν στη γραπτή αγόρευση του καθ' ου η αίτηση. Στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας, που συνοδεύει την επίδικη αίτηση, υπάρχει η υπογραφή της πάνω από το ονοματεπώνυμο της και η βεβαίωση του Πρωτοκολλητή (jurat), που καθιστά απαραίτητη η Δ.39 Θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, το πρότυπο της οποίας παρέχει το έντυπο 35 των εν λόγω Κανονισμών. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Α. Θεμιστοκλέους & Υιοί Λτδ. κ.ά. ν. Arizona Trading Co. Ltd,

(1997)1 A.A.Δ. 1354, στην οποία απουσίαζε η βεβαίωση του Πρωτοκολλητή (jurat) από την ένορκη δήλωση, κρίθηκε ότι την κατέστησε έγγραφο χωρίς αποδεικτική αξία. Λέχθηκαν τα πιο κάτω, τα οποία είναι σχετικά με τον εξεταζόμενο λόγο ένστασης: «Τα κενά ή οι ελλείψεις δεν μπορούν να αφεθούν να συμπληρώνονται με μαρτυρία. Ακριβώς αυτός είναι ο σκοπός της jurat να αποφεύγονται με τρόπο αναντίλεκτο οι οποιεσδήποτε αμφισβητήσεις.» (Η υπογράμμιση είναι δική μου). Παραθέτω το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Atkin's Encyclopaedia of Court Forms in Civil Proceedings, 2η έκδοση, τόμος 3, σελ. 325: «The parties cannot waive an irregularity in the jurat». Στην εξεταζόμενη υπόθεση υπάρχει η βεβαίωση του Πρωτοκολλητή ότι η αιτήτρια ορκίστηκε και υπέγραψε ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού στις 16.9.
  1. Η βεβαίωση και μόνο, όπως προκύπτει από τα όσα ανωτέρω παρέθεσα, δεν επιδέχεται οποιεσδήποτε αμφισβητήσεις. Επεσήμανα επανειλημμένα στο δικηγόρο του καθ' ου η αίτηση κατά την αντεξέταση της αιτήτριας να χρησιμοποιεί απλή, κατανοητή γλώσσα στις ερωτήσεις του προς την αιτήτρια, αφού η τελευταία δεν μπορούσε να αντιληφθεί τους νομικούς όρους που χρησιμοποιούσε ο πρώτος. Θεωρώ ότι η αιτήτρια βρισκόταν σε σύγχυση και δεν αντιλήφθηκε την ερώτηση αναφορικά με την υπογραφή της ένορκης δήλωσης. Η βεβαίωση του Πρωτοκολλητή πιστοποιεί με τρόπο αναντίλεκτο ότι η αιτήτρια ορκίστηκε και υπέγραψε ενώπιον του στις 16.9.
  2. Ο σχετικός λόγος ένστασης απορρίπτεται. Εξέτασα στη συνέχεια το λόγο ένστασης με τον οποίο προβλήθηκε ότι η αιτήτρια απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα που θα ασκούσαν επιρροή στη δικαστική απόφαση. Αναφορικά με τα γεγονότα που ανέφερε στην ένορκη δήλωση του ο καθ' ου η αίτηση για την κατάσταση της υγείας της αιτήτριας, δε διαπιστώνω οποιαδήποτε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων εκ μέρους της αιτήτριας, που εάν ήταν ενώπιον μου κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος, θα επηρέαζαν την κρίση μου. Εξέτασα περαιτέρω το λόγο ένστασης που προβλήθηκε ότι η αιτήτρια έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ψευδή γεγονότα. Αναφορικά με το χρόνο της διάστασης στην έγγαμη συμβίωση των διαδίκων, αν είναι το έτος 2008 ως ο ισχυρισμός της αιτήτριας ή το έτος 1985 ως ο ισχυρισμός του καθ' ου η αίτηση, πρόκειται για αμφισβητούμενα γεγονότα. Έχουν σχέση με την ουσία της υπόθεσης και ο ακριβής χρόνος θα αποφασιστεί στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας της εναρκτήριας αίτησης. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του καθ' ου η αίτηση ότι η αιτήτρια δεν έχει συμβάλει με τον τρόπο που ανέφερε στην ένορκη δήλωση της στην αύξηση της περιουσίας του και ότι το μεγαλύτερο μέρος της δεσμευθείσας περιουσίας αποκτήθηκε μετά τη διακοπή της συμβίωσης τους, επισημαίνω πως η απόκτηση της επίδικης περιουσίας έχει σχέση με την ουσία της υπόθεσης και θα αποφασιστεί στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας της εναρκτήριας αίτησης. Όπως κατ' επανάληψη έχει κριθεί στη νομολογία, η διαδικασία για την έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν πρέπει να μετατρέπεται σε δίκη επί της ουσίας (βλ. Νικόλα ν. Κεφάλα
(1998)1 ΑΑΔ 1400). Ο σχετικός λόγος ένστασης απορρίπτεται. Ο καθ' ου η αίτηση πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι δεν υπήρχε το κατεπείγον του αιτήματος. Αναφορικά με το θέμα της καθυστέρησης στην καταχώριση της μονομερούς αίτησης παραθέτω το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Χρ. Σάββα ν. Π. Τηλεμάχου
(2001)1 Α.Α.Δ. 2081, 2085: «Η αγωγή καταχωρήθηκε μέσα στην προθεσμία που προβλέπει ο νόμος και ο υπολογισμός του χρόνου, ως παράγοντα για τη διαπίστωση της ύπαρξης καθυστέρησης σε βαθμό που να εξανεμίζεται το επείγον του διατάγματος, αρχίζει να προσμετρά, λαμβανομένων υπόψη και άλλων τυχόν παραγόντων, από την ημερομηνία καταχώρησης της εναρκτήριας αίτησης και όχι από το χρόνο που επήλθε η διάσταση.» Εκείνο που μετρά για ικανοποίηση του στοιχείου του κατεπείγοντος είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδέχεται να εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. Δεν είναι αναγκαία η προσαγωγή μαρτυρίας για πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση (βλ. C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιΐα «ΛΕΩΝΙΚ» Λτδ,
(2001)1 Α.Α.Δ. 785). Κρίθηκε περαιτέρω στη νομολογία (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598, 604) ότι το κατεπείγον αποτελεί δικαιοδοτικό όρο και μόνο στην περίπτωση που καταδεικνύεται, δικαιολογείται η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου, παρεκκλίνοντας από την αρχή να ακούονται και τα δύο μέρη πριν τη δικαστική κρίση. Κρίθηκε επίσης (βλ. Μ & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. The Timberland Co
(1997)1 A.A.Δ. 1791, 1798) ότι στην περίπτωση που υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση από το διάδικο που ζητά το επίδικο διάταγμα με ορατή την πιθανότητα επιτυχίας, η προστασία των δικαιωμάτων του καθίσταται επείγον ζήτημα λόγω της φύσης της υπόθεσης και του κινδύνου αποξένωσης της περιουσίας που αποτελεί αντικείμενο του αιτούμενου διατάγματος. Θα αναφερθώ στα θέματα αυτά στη συνέχεια κατά την εξέταση της πλήρωσης των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60). Οι προϋποθέσεις αυτές έχουν κατ' επανάληψη εξεταστεί στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557, The Jonidexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, Μ & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. The Timberland Co (ανωτέρω). Για να επιτύχει ένας αιτητής έκδοση ή στη συνέχεια οριστικοποίηση ενός προσωρινού διατάγματος θα πρέπει να συνυπάρχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση στην ακρόαση της εναρκτήριας αίτησης. Το άρθρο 14
(1)του Νόμου καθορίζει: «14
(1)Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων, και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.» Με βάση τα ενώπιον μου γεγονότα και το αναφερόμενο άρθρο του Νόμου, το οποίο καθιερώνει αγώγιμο δικαίωμα της αιτήτριας εναντίον του καθ' ου η αίτηση να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης που προέρχεται από τη δική της συμβολή, κρίνω ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη πιθανότητας ότι ο αιτών διάδικος δικαιούται σε θεραπεία ή έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Λόγω ακριβώς του εκ του νόμου αγώγιμου δικαιώματος της αιτήτριας και λαμβάνοντας υπόψη τα περιστατικά της κρινόμενης υπόθεσης και τους ισχυρισμούς της αιτήτριας στην ένορκη δήλωση της και ειδικότερα την επίκληση συμβολής της στην απόκτηση περιουσίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του καθ' ου η αίτηση, κρίνω ότι ικανοποιείται και η προϋπόθεση αυτή.
(3)Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η αιτήτρια ανέφερε στην ένορκη δήλωση της ότι ο καθ' ου η αίτηση έχει διαδώσει σε συγγενικά της πρόσωπα ότι θα εγκατασταθεί με τη γυναίκα με την οποία συμβιώνει στη χώρα καταγωγής της, τη Ρουμανία και θα πωλήσει όλα τα ακίνητα και τις μετοχές. Ανέφερε περαιτέρω ότι ο καθ' ου η αίτηση έδωσε οδηγίες σε κτηματομεσιτικά γραφεία για την εξεύρεση αγοραστών. Στην απόφαση Αριστοτέλους Λτδ κ.α. v. Benfleet Enterprises Ltd κ.ά.
(2006)1 ΑΑΔ 280, 286, κρίθηκε ότι «Θα πρέπει να δεσμευτεί ακίνητη περιουσία αρκετή ώστε ο ενάγων να διασφαλίζεται ότι τυχόν δικαστική απόφαση υπέρ του θα ικανοποιηθεί». Κρίνω ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση, αφού οποιαδήποτε αποξένωση της δεσμευθείσας περιουσίας, θα απέκλειε πιθανή θεραπεία της αιτήτριας στην εναρκτήρια αίτηση. Πέραν τούτου, η έκδοση του επίδικου διατάγματος δε φάνηκε να επηρεάζει τον καθ' ου η αίτηση. Ακολούθως εξέτασα το λόγο ένστασης που πρόβαλε ο καθ' ου η αίτηση ότι η εγγύηση του ποσού των €150.000,00 που διέταξε το Δικαστήριο να υπογράψει η αιτήτρια για την έκδοση του επίδικου διατάγματος είναι ανεπαρκής. Η εγγύηση καθορίστηκε από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της άσκησης της διακριτικής του εξουσίας και κρίνεται ικανοποιητική. Ο σχετικός λόγος ένστασης απορρίπτεται. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι του καθ' ου η αίτηση πρόβαλαν ότι η αιτήτρια δεν αποκάλυψε την πηγή της γνώσης της όσο αφορά το σύνολο της περιουσίας του καθ' ου η αίτηση, την αύξηση και την αξία αυτής και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν πρέπει να λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς της. Η πηγή της γνώσης της αιτήτριας ως προς τα θέματα αυτά, δε θα επηρέαζε την κρίση μου, εάν ήταν ενώπιον μου κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος. Τα θέματα αυτά έχουν σχέση με την ουσία της υπόθεσης και ο ακριβής προσδιορισμός τους θα αποφασιστεί στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας της εναρκτήριας αίτησης. Επισημαίνω πως στο στάδιο αυτό, δεν προβαίνω σε λεπτομερή αξιολόγηση μαρτυρίας για εξαγωγή ευρημάτων (βλ. The Jonitexo Ltd v. Adidas, ανωτέρω). Έχω εξετάσει τις θέσεις των δύο πλευρών έχοντας υπόψη μου όλα τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου, τη σχετική νομοθεσία και νομολογία. Με βάση τα όσα ανωτέρω παρέθεσα, κρίνω ότι είναι επείγον και εύλογο να διασφαλιστεί μέρος της επίδικης περιουσίας στην εναρκτήρια αίτηση. Αφού διαπίστωσα ότι ικανοποιούνται όλες οι προϋποθέσεις έκδοσης του επίδικου διατάγματος, καταλήγω ότι το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 21.9.2010 καθίσταται απόλυτο. Όσο αφορά τα έξοδα, ενόψει του αποτελέσματος, επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας και εναντίον του καθ' ου η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Να καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας της εναρκτήριας αίτησης. (Υπ.) ................ Φ. Κωνσταντίνου, Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΧ (Subject: Family Court Jurisdiction/Interim Judgment) (Αναφορά: Δικαιοδοσία Περιουσιακών Διαφορών / Παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.