← Κύπρος

Μοχάμεντ Σουίδ ν. Ειρήνης Σουίδ, Αρ. Αίτησης: 284/10, 31 Μαρτίου, 2011

Μοχάμεντ Σουίδ ν. Ειρήνης Σουίδ, Αρ. Αίτησης: 284/10, 31 Μαρτίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLEM:2011:10 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Δικαιοδοσία Γονικής Μέριμνας Ενώπιον: Φ. Κωνσταντίνου, Δ. Αρ. Αίτησης: 284/10 Μεταξύ: Μοχάμεντ Σουίδ Αιτητή και Ειρήνης Σουίδ Καθ' ης η αίτηση --------------------- Ημερομηνία: 31 Μαρτίου, 2011 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κα Ε. Ιωάννου για κ. Μ. Ιωάννου Για την Καθ' ης η αίτηση: κ. Γ. Κυριακίδης για κ. Χρ. Αδάμου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο αιτητής, με εναρκτήρια αίτηση που καταχώρησε στις 22.10.2010, ζητά από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος με το οποίο να ρυθμίζεται η άσκηση του δικαιώματος του για προσωπική επικοινωνία με τα ανήλικα τέκνα του, Γαβριέλα ηλικίας 17 ½ ετών και Γιουσέφ ηλικίας 10 ½ ετών, με βάση τον περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμο του 1990 (Ν 216/90), στο εξής «ο Νόμος». Ζητά περαιτέρω την έκδοση διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στην καθ' ης η αίτηση να μεταφέρει εκτός Κύπρου τα ανήλικα τέκνα τους χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση του. Την ίδια ημέρα, με μονομερή αίτηση του, ζήτησε την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να ρυθμίζεται η άσκηση του δικαιώματος του για προσωπική επικοινωνία με τα ανήλικα τέκνα του ως ακολούθως: α) Κάθε Τρίτη από η ώρα 18.00 μέχρι η ώρα 21.

  1. β) Κάθε Πέμπτη από η ώρα 18.00 μέχρι η ώρα 21.
  2. γ) Κάθε Κυριακή από η ώρα 9.00 το πρωί μέχρι η ώρα 21.
  3. Το αιτούμενο ενδιάμεσο διάταγμα δε εκδόθηκε μονομερώς. Η μονομερής αίτηση επιδόθηκε στην καθ' ης η αίτηση πριν δοθούν οδηγίες από το Δικαστήριο και έχει καταστεί διά κλήσεως. Η τελευταία αποτελεί το αντικείμενο εξέτασης της παρούσας διαδικασίας. Η εξεταζόμενη αίτηση, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του αιτητή προσέκρουσε σε ένσταση της καθ' ης η αίτηση. Με αυτή προβάλλονται λόγοι για αποκλεισμό του δικαιώματος του αιτητή να έχει προσωπική επικοινωνία με τα ανήλικα τέκνα τους. Στην ένορκη δήλωση του ο αιτητής ανέφερε ότι επήλθε διάσταση στο γάμο του με την καθ' ης η αίτηση από το Σεπτέμβριο του
  4. Ανέφερε περαιτέρω ότι η καθ' ης η αίτηση δεν του επιτρέπει να έχει επικοινωνία με τα ανήλικα τέκνα του από το Σεπτέμβριο του 2007, που ο ίδιος εγκατέλειψε την οικογενειακή στέγη, χωρίς να δίνει καμία δικαιολογία. Αναφέρθηκε στη συνέχεια στο εκ συμφώνου εκδοθέν διάταγμα διατροφής ημερομηνίας 11.3.2010, με το οποίο διατάχθηκε να καταβάλλει το ποσό των €250,00 το μήνα για κάθε ανήλικο τέκνο του ως η συνεισφορά του στη διατροφή κάθε τέκνου. Κατέθεσε ακολούθως ότι λόγω του γεγονότος της έλλειψης επικοινωνίας με τα τέκνα του νοσηλεύτηκε στο Κέντρο Ψυχικής Υγείας του Νοσοκομείου Λεμεσού. Επισύναψε ιατρικό πιστοποιητικό ψυχίατρου του Νοσοκομείου Λεμεσού ημερομηνίας 8.7.2009 (Τεκμήριο Γ). Αναφέρεται σ' αυτό στη νοσηλεία του στο εν λόγω Κέντρο από 22.6.2009 μέχρι 2.7.2009 επειδή ήταν ανήσυχος, είχε προβλήματα ύπνου λόγω του ότι είχε εφιάλτες, φοβίες για τη ζωή του και διαταραχές σκέψης και συγκέντρωσης. Αναφέρεται περαιτέρω στο εν λόγω πιστοποιητικό ότι με τη φαρμακευτική αγωγή βελτιώθηκε η κατάσταση του, αλλά ήταν αδύνατη η ομαλή επανένταξη του στο κοινωνικό περιβάλλον, γεγονός που του δημιουργούσε φόβο και αυτοκτονικές σκέψεις για την κατάσταση στην οποία βρισκόταν. Καθώς και ότι για οχτώ μήνες ήταν άνεργος λόγω αδυναμίας εργασίας εξαιτίας ψυχοσωματικών συμπτωμάτων. Αναφέρεται ότι κρίθηκε αδύνατος για εργασία από 2.7.2009 μέχρι 31.1.2009 και ότι στη συνέχεια θα μπορούσε να επαναξιολογηθεί. Οι λόγοι που η καθ' ης η αίτηση πρόβαλε στην ένσταση της, όπως υποστηρίζονται με την ένορκη δήλωση της, θα μπορούσαν να περιληφθούν στους πιο κάτω:
  5. Η εξεταζόμενη αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
  6. Η εξεταζόμενη αίτηση είναι παράτυπη γιατί δεν υποστηρίζεται με τη σωστή νομική βάση.
  7. Η ένορκη δήλωση του αιτητή που συνοδεύει την εξεταζόμενη αίτηση πάσχει, αφού η μητρική γλώσσα αυτού είναι η αραβική και δε γνωρίζει να διαβάζει στην ελληνική γλώσσα.
  8. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Ανέφερε η καθ' ης η αίτηση στην ένορκη δήλωση της ότι τα ανήλικα τέκνα της δεν θέλουν να έχουν επικοινωνία με τον πατέρα τους γιατί τα τραυμάτισε ανεπανόρθωτα με τα λόγια και τις πράξεις του καθώς και ότι αυτά είναι σε ηλικία που μπορούν να αποφασίζουν τα ίδια αν θα έχουν επικοινωνία με τον πατέρα τους. Ανέφερε περαιτέρω ότι η ίδια πολλές φορές κατέβαλε προσπάθειες για να έρθουν τα τέκνα της σε επικοινωνία με τον πατέρα τους, αλλά αυτά επιμένουν πεισματικά να μην έχουν επικοινωνία μαζί του. Είναι η θέση της πως δεν μπορεί να τα εξαναγκάσει, αφού δε θέλουν. Κατέθεσε ακολούθως ότι ο αιτητής έχει καταδικαστεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού σε ποινική υπόθεση βίας στην οικογένεια, γεγονός που δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατά την ακρόαση της εξεταζόμενης αίτησης, οι διάδικοι δεν αντεξετάστηκαν στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων τους. Οι δικηγόροι τους καταχώρισαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις υποστηρίζοντας, η μεν δικηγόρος του αιτητή την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ο δε δικηγόρος της καθ' ης η αίτηση τη μη έκδοση του. Μελέτησα τόσο την εξεταζόμενη αίτηση όσο και την ένσταση, το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων και τα όσα υποστήριξαν με τις αγορεύσεις τους οι δικηγόροι των δύο πλευρών. Εξέτασα τους λόγους ένστασης ότι η εξεταζόμενη αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και παράτυπη γιατί δεν υποστηρίζεται με τη σωστή νομική βάση. Οι ισχυρισμοί αυτοί προβλήθηκαν αόριστα στην ένσταση της καθ' ης η αίτηση. Δεν αναπτύχθηκαν στην αγόρευση του δικηγόρου της και συνεπώς θεωρώ ότι εγκαταλείφθηκαν και απορρίπτονται. Εξέτασα ακολούθως το λόγο ένστασης ότι η ένορκη δήλωση του αιτητή που συνοδεύει την εξεταζόμενη αίτηση πάσχει, αφού η μητρική του γλώσσα είναι η αραβική και δε γνωρίζει να διαβάζει στην ελληνική γλώσσα. Ο δικηγόρος της καθ' ης η αίτηση με παρέπεμψε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Αναφορικά με την Αίτηση του SAAB ABBAS NAZAR και Αναφορικά με την Κυπριακή Δημοκρατία

(2003)1 ΑΑΔ 772, στην οποία αναφέρθηκε ότι «Η ένορκη δήλωση συνιστά μαρτυρία και συνεπώς θα πρέπει να είναι συνταγμένη σε γλώσσα κατανοητή στον ενόρκως δηλούντα.» Η ένορκη δήλωση του αιτητή που συνοδεύει την εξεταζόμενη αίτηση είναι συνταγμένη στην ελληνική γλώσσα. Ανέφερε σ' αυτή ο αιτητής πως διαμένει στην Κύπρο πολλά χρόνια, είναι Κύπριος υπήκοος, γνωρίζει και καταλαβαίνει την ελληνική γλώσσα. Είναι η θέση της καθ' ης η αίτηση, όπως αναφέρθηκε στην ένορκη δήλωση της που συνοδεύει την ένσταση της, ότι η μητρική γλώσσα του αιτητή δεν είναι η ελληνική, αλλά η αραβική και ο αιτητής δε γνωρίζει να γράφει και να διαβάζει στην ελληνική γλώσσα. Δεν είναι απαραίτητο η γλώσσα στην οποία είναι συνταγμένη η ένορκη δήλωση να είναι η μητρική του ενόρκως δηλούντα. Αρκεί να είναι κατανοητή σ' αυτόν. Ο αιτητής ορκίστηκε ότι γνωρίζει και καταλαβαίνει την ελληνική γλώσσα. Ο αντικρουόμενος ισχυρισμός της καθ' ης η αίτηση ότι ο αιτητής δε διαβάζει στην ελληνική γλώσσα, ο ισχυρισμός της ότι δε γράφει στην ελληνική γλώσσα είναι αδιάφορος, δεν μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας που διεξάγεται με αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων. Αν αργότερα αποκαλυφθεί ότι ο αιτητής δε γνωρίζει να διαβάζει στην ελληνική γλώσσα και ορκίστηκε ψευδώς, θα αντιμετωπίσει τις συνέπειες ψευδορκίας. Ο σχετικός λόγος ένστασης απορρίπτεται. Εξέτασα στη συνέχεια το λόγο ένστασης ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Παρόλο που ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε αόριστα στην ένσταση της καθ' ης η αίτηση και επίσης αόριστα υποστηρίχθηκε στη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου της, το Δικαστήριο έχει καθήκον να εξετάσει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60), οι οποίες έχουν κατ' επανάληψη εξεταστεί στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557, The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 ΑΑΔ 253, M & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. The Timberland Co
(1997)1 AAΔ 1791). Για να επιτύχει ο αιτητής έκδοση του επίδικου διατάγματος, θα πρέπει να συνυπάρχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση στην ακρόαση της εναρκτήριας αίτησης. Το άρθρο 17 του Nόμου καθορίζει: «17.
(1)Ο γονέας με τον οποίο δε διαμένει το τέκνο διατηρεί το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας με αυτό.
(2)Σε περίπτωση διαφωνίας όσο αφορά την άσκηση του δικαιώματος προσωπικής επικοινωνίας, αποφασίζει το Δικαστήριο.
(3)Στην απόφαση του το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και εφαρμόζει κατ' αναλογία τις πρόνοιες του άρθρου 6.» Οι πρόνοιες του άρθρου 6 που αφορούν την εξεταζόμενη αίτηση είναι οι ακόλουθες: «6.
(2)(α) Στο συμφέρον του τέκνου πρέπει να αποβλέπει και η απόφαση του Δικαστηρίου όταν, κατά τις διατάξεις του νόμου, το Δικαστήριο αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή με τον τρόπο της άσκησης της. (β) Η απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει επίσης να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις με βάση το φύλο, τη γλώσσα, τη θρησκεία, τις πεποιθήσεις, την ιθαγένεια, την εθνική ή κοινωνική προέλευση ή την περιουσία.» Επίδικο θέμα της παρούσας διαδικασίας είναι η ρύθμιση από το Δικαστήριο της άσκησης της προσωπικής επικοινωνίας του αιτητή με τα ανήλικα τέκνα του. Κρίνω ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην ακρόαση της εναρκτήριας αίτησης.
(2)Η ύπαρξη πιθανότητας ότι ο αιτητής δικαιούται σε θεραπεία ή έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Λόγω ακριβώς της εξουσίας του Δικαστηρίου να αποφασίζει, σε περίπτωση διαφωνίας, για την άσκηση της προσωπικής επικοινωνίας του γονέα με τον οποίο δε διαμένει το τέκνο, με βάση το συμφέρον του τέκνου, ικανοποιείται και η προϋπόθεση αυτή.
(3)Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η ψυχική υγεία του τέκνου δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, ούτε μπορεί να αποκατασταθεί με κανένα τρόπο μεταγενέστερα. Εξετάζοντας αν ικανοποιείται η προϋπόθεση αυτή, με απασχόλησε το ερώτημα, κατά πόσο, από τα ενώπιον μου στοιχεία δικαιολογείται η έκδοση του επίδικου διατάγματος λαμβάνοντας υπόψη το συμφέρον των ανηλίκων. Είναι η θέση του αιτητή, όπως αναφέρθηκε στην ένορκη δήλωση του, πως η καθ' ης η αίτηση αρνείται να επιτρέψει την επικοινωνία του με τα ανήλικα τέκνα τους. Αντίθετα, είναι η θέση της καθ' ης η αίτηση, όπως αναφέρθηκε στην ένορκη δήλωση της, πως τα ίδια τα τέκνα τους δε θέλουν και επιμένουν πεισματικά να μην έχουν επικοινωνία με τον πατέρα τους. Οι αντικρουόμενοι αυτοί ισχυρισμοί των διαδίκων θα αποφασιστούν από το Δικαστήριο στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας της εναρκτήριας αίτησης με αξιολόγηση της μαρτυρίας που θα προσαχθεί, λειτουργώντας εξεταστικά (βλ. Ε. Στυλιανού ν. Β. Στυλιανού
(1993)1 ΑΑΔ 130), έχοντας την κοινωνική έκθεση Λειτουργού Ευημερίας (βλ. Φ. Δαμιανού ν. Ε. Δαμιανού
(1989)1 ΑΑΔ 29) και συνεκτιμώντας τη γνώμη των ανηλίκων (βλ. Ε. Στυλιανού ν. Β. Στυλιανού (ανωτέρω) και άρθρο 6
(3)του Νόμου). Ο αιτητής ανέφερε στην ένορκη δήλωση του ότι δεν έχει επικοινωνία με τα ανήλικα τέκνα του από το Σεπτέμβριο του 2007, που εγκατέλειψε την οικογενειακή στέγη. Δεν ανέφερε αν προσπάθησε να έχει τηλεφωνική επικοινωνία με τα τέκνα του. Προκύπτει από την ενώπιον μου μαρτυρία ότι για τρία και πλέον χρόνια ο πατέρας δεν έχει καμιά επικοινωνία με τα ανήλικα τέκνα του. Αυτό που καλούμαι να αποφασίσω, με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία, είναι ποιο είναι το συμφέρον των ανήλικων τέκνων των διαδίκων, 17 ½ και 10 ½ ετών. Το ερώτημα που με απασχόλησε είναι, αν πρέπει να ασκήσει ο αιτητής το δικαίωμα επικοινωνίας του με τα ανήλικα τέκνα του. Το άρθρο 6
(1)και
(2)(α) του Νόμου, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 17
(3), καθιερώνει την αρχή ότι η γονική μέριμνα πρέπει να ασκείται προς το συμφέρον του τέκνου και ότι στο συμφέρον του τέκνου πρέπει να αποβλέπει και η απόφαση του Δικαστηρίου όταν, κατά τις διατάξεις του Νόμου, το Δικαστήριο αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή με τον τρόπο της άσκησης της. Ως συμφέρον του τέκνου εννοείται το σωματικό, υλικό, πνευματικό, ψυχικό, ηθικό και γενικότερα το κάθε είδους συμφέρον (βλ. Διευθύντρια Τμήματος Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ν. Φ. Ντούμα κ.ά.
(2001)1 ΑΑΔ 1911). Στη Σύμβαση περί των Δικαιωμάτων του Παιδιού, η οποία κυρώθηκε με τους περί της Σύμβασης περί των Δικαιωμάτων του Παιδιού (Κυρωτικούς) Νόμους του 1990 και του 2000, καθορίζεται στο άρθρο 3 ότι σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν παιδιά και λαμβάνονται, μεταξύ άλλων από τα Δικαστήρια, «πρέπει να λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη το συμφέρον του παιδιού». Στο άρθρο 9
(3)της Σύμβασης καθορίζεται ότι: «Τα Συμβαλλόμενα Κράτη οφείλουν να σέβονται το δικαίωμα του παιδιού που ζει χωριστά από τους δύο γονείς του ή από τον έναν από αυτούς να διατηρεί προσωπικές σχέσεις και να έχει άμεση επαφή με τους δύο γονείς του, τακτικά, εκτός εάν αυτό είναι αντίθετο με το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού.» Έλαβα υπόψη μου ότι τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων βρίσκονται σε ηλικία τέτοια, 17 ½ ετών το κορίτσι και 10 ½ ετών το αγόρι, που η ωριμότητα τους επιβάλλει να συνεκτιμηθεί η γνώμη τους πριν από την έκδοση απόφασης σχετικά με την επικοινωνία του πατέρα τους μαζί τους. Αυτή όμως, όπως πιο πάνω ανέφερα, θα αναζητηθεί και θα συνεκτιμηθεί στο πλαίσιο εκδίκασης της εναρκτήριας αίτησης. Πέραν τούτου, έλαβα υπόψη μου ότι ο αιτητής παρουσίασε διαταραγμένη τη ψυχική του κατάσταση με ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 8.7.2009, χωρίς να αναφερθεί στη σημερινή κατάσταση της υγείας του. Καταλήγω πως από τα ενώπιον μου στοιχεία, το συμφέρον των ανήλικων τέκνων των διαδίκων επιβάλλει όπως διατηρηθεί η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε από το Σεπτέμβριο του 2007. Αυτή η κατάσταση που δημιουργήθηκε έκτοτε δεν πρέπει να διαταραχθεί, προτού το Δικαστήριο διερευνήσει κάθε θέμα που σχετίζεται με την επικοινωνία του αιτητή με τα ανήλικα τέκνα του, αφού ακουστούν τα ανήλικα αναφορικά με τις επιθυμίες τους ως προς το επίδικο θέμα (βλ. Ε. Στυλιανού ν. Β. Στυλιανού, (ανωτέρω)). Η διερεύνηση αυτή θα γίνει στο πλαίσιο της ακρόασης της εναρκτήριας αίτησης. Η τρίτη προϋπόθεση συνδέεται με το θέμα της επάρκειας των αποζημιώσεων. Όταν όμως η υπόθεση αφορά τον ψυχικό κόσμο των ανήλικων τέκνων των διαδίκων, η προϋπόθεση αυτή δεν μπορεί να εξεταστεί σε συνάρτηση με οικονομικά συμφέροντα. Στην Ε. Στυλιανού ν. Β. Στυλιανού (ανωτέρω) λέχθηκε σχετικά: «. η δικαιοδοσία για γονική μέριμνα δεν έχει το στοιχείο της αντιπαράθεσης μεταξύ των γονέων. Αντίθετα, έχει άξονα το κοινό καθήκον των γονέων για τη φροντίδα των παιδιών τους και συνισταμένη την ευημερία των τέκνων». Αναμφίβολα, δεν προκύπτει ότι θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο ενδιάμεσο διάταγμα. Συνεπώς η τρίτη προϋπόθεση δεν ικανοποιείται. Με βάση τα όσα ανωτέρω παρέθεσα, η ενδιάμεση αίτηση απορρίπτεται. Ενόψει του αποτελέσματος, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της καθ' ης η αίτηση και εναντίον του αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Να καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας της εναρκτήριας αίτησης. (Υπ.) ............... Φ. Κωνσταντίνου, Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΧ (Subject: Family Court Jurisdiction /Interim Judgment) (Αναφορά: Δικαιοδοσία Γονικής Μέριμνας / Ενδιάμεση αίτηση για διάταγμα επικοινωνίας) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.