Μαρινέλλας Χριστοδούλου ν. Ανδρέα Χριστοδούλου, Αρ. Αίτησης: 55/05, 31 Μαρτίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLEM:2011:12 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Δικαιοδοσία Περιουσιακών Διαφορών Ενώπιον: Φ. Κωνσταντίνου, Δ. Αρ. Αίτησης: 55/05 Μεταξύ: Μαρινέλλας Χριστοδούλου Αιτήτρια και Ανδρέα Χριστοδούλου Καθ' ου η αίτηση ---------------------------- Ημερομηνία: 31 Μαρτίου 2011 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κα Γ. Βλαδιμήρου για κα Σ. Ιακωβίδου Για τον Καθ' ου η αίτηση: κ. Α. Χαραλάμπους ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αιτήτρια, με εναρκτήρια αίτηση που καταχώρισε στις 3.11.2005, ζητά από το Δικαστήριο απόφαση με την οποία να ρυθμιστούν οι περιουσιακές της διαφορές με τον καθ' ου η αίτηση, με βάση τον περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμο του 1991 (Ν.232/91), στο εξής «ο Νόμος». Ζητά τη συνεισφορά της στην αύξηση της περιουσίας του καθ' ου η αίτηση, την οποία ο τελευταίος απέκτησε κατά τη διάρκεια του γάμου τους. Ο καθ' ου η αίτηση, με ανταπαίτηση του, ζητά τη δική του συνεισφορά στην αύξηση της περιουσίας της αιτήτριας, την οποία η τελευταία απέκτησε κατά τη διάρκεια του γάμου τους. Με ενδιάμεση αίτηση της η αιτήτρια, που καταχώρισε στις 2.12.2010, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, ζητά από το Δικαστήριο το ακόλουθο διάταγμα: «
- Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει τον καθ' ου η αίτηση όπως εντός 15 ημερών από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ή μέσα σε οποιαδήποτε άλλη χρονική περίοδο που το Δικαστήριο ήθελε ορίσει, να υποβάλει ένορκη δήλωση στο Δικαστήριο, στην οποία να περιγράφει πλήρως, με σαφήνεια και κατά συγκεκριμένο τρόπο την περιουσία την οποία κατείχε και/ή στην οποία είχε οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο συμφέρον, τις μετοχές σε επιχείρηση και/ή εταιρεία και/ή εταιρείες. Α. Κατά την ημερομηνία του γάμου του καθ' ου η αίτηση με την αιτήτρια, ήτοι 10.5.
- Β. Κατά την ημερομηνία της διακοπής της συμβίωσης των διαδίκων, ήτοι την 16.7.
- Γ. Κατά την ημερομηνία της ένορκης δήλωσης του καθ' ου η αίτηση. Δ. Κατά οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία που το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει σχετική.
- Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει τον καθ' ου η αίτηση όπως εντός 15 ημερών από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ή μέσα σε οποιαδήποτε άλλη χρονική περίοδο που το Δικαστήριο ήθελε ορίσει, να υποβάλει ένορκη δήλωση στο Δικαστήριο, στην οποία να περιγράφει πλήρως, με σαφήνεια και κατά συγκεκριμένο τρόπο την περιουσία την οποία αποξένωσε και/ή ρευστοποίησε κινητή, είτε ακίνητη από την ημέρα τέλεσης του γάμου τους 10.5.1992 μέχρι την ημέρα της ένορκης δήλωσης του.
- Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει όπως ο καθ' ου η αίτηση εξεταστεί ενόρκως σχετικά με το περιεχόμενο των πιο πάνω ενόρκων δηλώσεων του, σε ημερομηνία και ώρα που θα καθορίσει το Δικαστήριο.
- Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα που θα θεωρήσει το Δικαστήριο ορθό και δίκαιο κάτω από τις περιστάσεις.» Η εξεταζόμενη αίτηση, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της αιτήτριας, στηρίζεται στο άρθρο 14 Α
(1),
(2)και
(3)του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε. Κρίνω σκόπιμη την παράθεση του εν λόγω άρθρου: «14 Α
(1)Για σκοπούς καλύτερης εφαρμογής του άρθρου 14, το Δικαστήριο δύναται ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε διαδίκου να εκδώσει διάταγμα, βάσει του οποίου ο καθ' ου η αίτηση υποχρεούται, μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την έκδοσή του, ή μέσα σε οποιαδήποτε άλλη χρονική περίοδο το Δικαστήριο ορίσει, να υποβάλει ένορκη δήλωση στο Δικαστήριο, στην οποία να περιγράφει πλήρως, με σαφήνεια και κατά συγκεκριμένο τρόπο την περιουσία στην οποία είχε οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο συμφέρον κατά την ημερομηνία της διακοπής της συμβίωσης ή κατ' άλλη σχετική ημερομηνία που το Δικαστήριο ορίζει στο διάταγμα.
(2)Σε περίπτωση που το συμφέρον σε περιουσία ή μέρος της το οποίο ο καθ' ου η αίτηση είχε κατά την ημερομηνία που το Δικαστήριο έχει ορίσει, έπαψε να ανήκει σε αυτόν κατά την ημερομηνία της εκδίκασης της αίτησης διαζυγίου ή κατ' άλλη ημερομηνία που το Δικαστήριο ορίζει, ο καθ' ου η αίτηση υποχρεούται, ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε διαδίκου, να δώσει πλήρεις, συγκεκριμένες και πειστικές αποδείξεις της αποξένωσης ή της διάθεσης της περιουσίας ή μέρους της με συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ενώ αν κριθεί αναγκαίο, το Δικαστήριο δικαιούται να διατάξει τον καθ' ου η αίτηση να δώσει οδηγίες προς τραπεζικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό οργανισμό, με κοινοποίηση στο Δικαστήριο, σχετικά με την αποξένωση, τη διακίνηση, τη μεταφορά ή την επαναφορά της περιουσίας ή μέρους της, όπως το Δικαστήριο ορίζει.
(3)Το Δικαστήριο δύναται ύστερα από αίτηση του αιτητή να ορίσει ημερομηνία για εξέταση του καθ' ου η αίτηση σχετικά με την ορθότητα των ενόρκων δηλώσεων ή των συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων ή άλλων στοιχείων αναφορικά με την περιουσιακή του κατάσταση. Στην περίπτωση αυτή ο καθ' ου η αίτηση κλητεύεται ως μάρτυρας.» Προηγήθηκε αίτηση ίδιου αιτήματος από τον καθ' ου η αίτηση, στην οποία εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 27.2.
- Η αιτήτρια καταχώρισε στις 2.12.2010 ένορκη δήλωση αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων με βάση το διάταγμα αυτό. Ο καθ' ου η αίτηση αντιτίθεται στο αίτημα της αιτήτριας στην εξεταζόμενη αίτηση. Με την ένσταση του προβάλλει επτά λόγους, οι οποίοι θα μπορούσαν να περιληφθούν στους ακόλουθους:
- Η αίτηση καταχωρίστηκε πολύ καθυστερημένα, θα προκαλέσει μεγάλη καθυστέρηση στην ακρόαση της εναρκτήριας αίτησης και δεν εξυπηρετεί την ορθή και γρήγορη απονομή της δικαιοσύνης.
- Η αίτηση γίνεται κακόπιστα με σκοπό την περαιτέρω καθυστέρηση της υπόθεσης.
- Η αιτήτρια έχει τη δυνατότητα αντεξέτασης του καθ' ου η αίτηση κατά την ακροαματική διαδικασία. Κατά την ακρόαση της επίδικης αίτησης, οι δικηγόροι των διαδίκων περιορίστηκαν στην καταχώριση στο Δικαστήριο γραπτών αγορεύσεων για την υποστήριξη των θέσεων τους. Το άρθρο 14Α
(1)του Νόμου απαιτεί από τον καθ' ου η αίτηση, με βάση διάταγμα που εκδίδεται από το Δικαστήριο, να υποβάλει ένορκη δήλωση, στην οποία «να περιγράφει πλήρως, με σαφήνεια και κατά συγκεκριμένο τρόπο την περιουσία στην οποία είχε οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο συμφέρον κατά την ημερομηνία της διακοπής της συμβίωσης ή κατ' άλλη σχετική ημερομηνία που το Δικαστήριο ορίζει στο διάταγμα». Προκύπτει από το γράμμα του Νόμου «Για σκοπούς καλύτερης εφαρμογής του άρθρου 14, το Δικαστήριο δύναται.» ότι σκοπός του άρθρου 14Α
(1)είναι να συντελέσει στην καλύτερη εφαρμογή του άρθρου 14 του Νόμου. Αφού το άρθρο 14 αποβλέπει στον καθορισμό της αύξησης της περιουσίας των συζύγων μετά την τέλεση του γάμου και καθιερώνει τεκμήριο συνεισφοράς του ενός συζύγου στο 1/3 της αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου, σκοπός του άρθρου 14Α είναι να βοηθήσει να προσδιοριστεί πλήρως το αντικείμενο της επίδικης διαφοράς. Όταν ζητείται αποκάλυψη ιδιοκτησίας, η περιγραφή της και λεπτομέρειες αυτής καθώς και στην περίπτωση που είναι υποθηκευμένη ή επιβαρυμένη, το υπόλοιπο ποσό δανείου για το οποίο ήταν υποθηκευμένη ή επιβαρυμένη η περιουσία στην οποία ο υπόχρεος για αποκάλυψη σύζυγος ήταν ιδιοκτήτης ή εδικαιούτο σε εγγραφή κατά τον ουσιώδη χρόνο, είναι απαραίτητα στοιχεία για να υπάρξει πλήρης, σαφής και κατά συγκεκριμένο τρόπο περιγραφή. Όταν ζητείται αποκάλυψη χρηματικών καταθέσεων, ο καθορισμός του ύψους του ποσού της κατάθεσης κατά τον ουσιώδη χρόνο, είναι απαραίτητο στοιχείο. Στην απόφαση της πλειοψηφίας της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ντίνα Παπαϊωάννου ν. Γιάννη Παπαϊωάννου και στη Χλόη Κολαρίδου ν. Ευγένιου Κολαρίδη, Νομικά Ερωτήματα αρ.330 και 332 (αντίστοιχα),
(2000)1 Α.Α.Δ. 656, 683, προκύπτει αναμφίβολα ο σκοπός του άρθρου 14A του Νόμου. Παραθέτω το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση αυτή: «Η υποχρέωση του άρθρου 14Α βαρύνει και τους δυο διαδίκους εξ ίσου, χωρίς διάκριση. Ο Νόμος καθιερώνει πλήρη διαδικαστική ισότητα. Δεν τίθεται ο ένας διάδικος σε μειονεκτική θέση απέναντι στον άλλο. Περαιτέρω, είναι λανθασμένη η αντίληψη πως επιβάλλει την αποκάλυψη μαρτυρίας, δηλαδή όπλων σύμφωνα με την εισήγηση, στην άλλη πλευρά. Δεν αφορά η διάταξη στη δυνατότητα απόδειξης σε σχέση με την επίδικη διαφορά. Η γνώση των περιουσιακών στοιχείων των διαδίκων κατά τον ουσιώδη χρόνο αποτελεί την προϋπόθεση για τη λειτουργία των ουσιαστικών διατάξεων του νόμου. Η διαπίστωση των περιουσιακών στοιχείων, όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Ορφανίδης (ανωτέρω), αποτελεί την αφετηρία. Αποβλέπει η διάταξη στη διασφάλιση της διαπίστωσης κατάστασης πραγμάτων χωρίς την οποία δεν θα ήταν δυνατή η απόδοση δικαιοσύνης στο πλαίσιο των διατάξεων του Νόμου. Απευθύνεται γι' αυτό σε εκείνο που γνωρίζει την κατάσταση αυτή καλύτερα από κάθε άλλο και του επιβάλλει υποχρέωση αποκάλυψης, η οποία βέβαια δεν πρέπει να είναι ψευδής, ανακριβής ή μη πλήρης.» Με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην προσφυγή 64039/00 ημερομηνίας 11.4.2001, κρίθηκε ως ορθή η προσέγγιση της πλειοψηφίας της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην αναφερθείσα απόφαση. Μελέτησα τόσο την εξεταζόμενη αίτηση όσο και την ένσταση καθώς και το περιεχόμενο των αντίστοιχων ενόρκων δηλώσεων και τα όσα υποστήριξαν με τις αγορεύσεις τους οι δικηγόροι των δύο πλευρών. Εξέτασα τους λόγους ένστασης που πρόβαλε ο καθ' ου η αίτηση. Η υπόθεση είναι πολύ παλιά. Αναμφίβολα, υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώριση της εξεταζόμενης αίτησης. Επισημαίνω πως επιβαλλόταν καλύτερη προετοιμασία της υπόθεσης της αιτήτριας, με την καταχώριση έγκαιρα της εξεταζόμενης αίτησης, αποφεύγοντας την καθυστέρηση που προκαλείται στην εκδίκαση της υπόθεσης. Η εξεταζόμενη αίτηση ναι μεν καταχωρίστηκε με καθυστέρηση, όπως ανέφερα, καθυστέρηση όμως προκαλείται και από τη στάση του καθ' ου η αίτηση. Όπως λέχθηκε στην απόφαση της πλειοψηφίας της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ντ. Παπαϊωάννου ν. Γ. Παπαϊωάννου και στη Χλ. Κολαρίδου ν. Ευγ. Κολαρίδη, Νομικά Ερωτήματα (ανωτέρω), η υποχρέωση του άρθρου 14Α βαρύνει και τους δύο διαδίκους εξίσου, χωρίς διάκριση. Λέχθηκε περαιτέρω πως η γνώση των περιουσιακών στοιχείων των διαδίκων κατά τον ουσιώδη χρόνο αποτελεί την προϋπόθεση για τη λειτουργία των ουσιαστικών διατάξεων του Νόμου. Καθώς και ότι το άρθρο 14Α αποβλέπει στη διασφάλιση της διαπίστωσης κατάστασης πραγμάτων χωρίς την οποία δε θα ήταν δυνατή η απόδοση δικαιοσύνης στο πλαίσιο των διατάξεων του Νόμου. Η αιτήτρια, όπως ανωτέρω ανέφερα, καταχώρισε ένορκη δήλωση αποκάλυψης των περιουσιακών της στοιχείων. Η υποχρέωση του άρθρου 14Α βαρύνει και τον ίδιο τον καθ' ου η αίτηση, ο οποίος γνωρίζει την κατάσταση των περιουσιακών του στοιχείων, καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο. Με βάση τα όσα ανωτέρω παρέθεσα, οι λόγοι ένστασης που προβλήθηκαν από τον καθ' ου η αίτηση είναι αβάσιμοι και απορρίπτονται. Συνεπώς ασκώντας τη διακριτική μου εξουσία που μου παρέχει το άρθρο 14Α
(1)του Νόμου, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται ο καθ' ου η αίτηση να καταχωρίσει στο Δικαστήριο ένορκη δήλωση εντός 30 ημερών από την ημέρα που θα του επιδοθεί αντίγραφο του παρόντος διατάγματος, στην οποία:
- Να αναφέρει την περιουσία στην οποία ήταν εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης κατά το χρόνο διακοπής της συμβίωσης και την περιουσία στην οποία είχε δικαίωμα να εγγραφεί κατά τον πιο πάνω ουσιώδη χρόνο.
- Να περιγράψει και να δώσει στοιχεία της αναφερθείσας περιουσίας.
- Να περιγράψει το τυχόν υπόλοιπο ποσό δανείου για το οποίο ήταν υποθηκευμένη ή επιβαρυμένη η περιουσία στην οποία ήταν ιδιοκτήτης ή είχε δικαίωμα να εγγραφεί κατά το χρόνο διακοπής της συμβίωσης.
- Να αναφέρει, επισυνάπτοντας καταστάσεις τραπεζών, στοιχεία όλων των λογαριασμών που είχε κατά το χρόνο διακοπής της συμβίωσης. Διατάσσεται όπως δώσει γραπτές οδηγίες σε όλα τα τραπεζικά ιδρύματα που διατηρούσε λογαριασμούς κατά το χρόνο διακοπής της συμβίωσης, για να τον εφοδιάσουν με καταστάσεις των λογαριασμών αυτών με αναφορά στο χρόνο εκείνο. Αντίγραφο των οδηγιών αυτών μαζί με τις καταστάσεις να επισυναφθούν στην ένορκη δήλωση. Καθόρισα ως ουσιώδη χρόνο, το χρόνο διακοπής της συμβίωσης. Ο χρόνος αυτός καθορίζεται στο άρθρο 14 Α
(1). Ο σκοπός της παρούσας διαδικασίας δεν είναι να ανακαλύψει ο διάδικος υπέρ του οποίου εκδίδεται το διάταγμα, ποια είναι η επίδικη περιουσία, ούτε ποια ήταν η αξία της κατά την ημερομηνία του γάμου και κατά την ημερομηνία διακοπής της συμβίωσης. Για τα θέματα αυτά έχει το βάρος απόδειξης η αιτήτρια στα πλαίσια ακρόασης της εναρκτήριας αίτησης. Ποια περιουσία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του καθ' ου η αίτηση κατά την ημερομηνία της ένορκης δήλωσης του, είναι αδιάφορη στο πλαίσιο του άρθρου 14 Α
(1). Εξέτασα ακολούθως το αίτημα της παραγράφου 2 της εξεταζόμενης αίτησης, το οποίο βασίζεται στο άρθρο 14Α
(2)του Νόμου. Με απασχόλησε η αόριστη και ασαφής αιτούμενη θεραπεία της εν λόγω παραγράφου. Το αίτημα της αιτήτριας για περιγραφή από τον καθ' ου η αίτηση της περιουσίας την οποία αποξένωσε ή ρευστοποίησε, προβλήθηκε αόριστα. Το άρθρο 14Α
(2)του Νόμου αναφέρεται σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση, ύστερα από αίτηση διαδίκου, για να δώσει πλήρεις, συγκεκριμένες και πειστικές αποδείξεις της αποξένωσης ή της διάθεσης της περιουσίας ή μέρους της. Αυτό γίνεται σε περίπτωση που το συμφέρον σε περιουσία ή μέρος της, το οποίο ο καθ' ου η αίτηση είχε κατά την ημερομηνία που το Δικαστήριο έχει ορίσει, έπαψε να ανήκει σε αυτόν κατά την ημερομηνία της εκδίκασης της αίτησης διαζυγίου ή κατ' άλλη ημερομηνία που το Δικαστήριο ορίζει. Εύλογα διερωτάται κανείς, πώς να διαπιστωθεί η προβαλλόμενη αποξένωση ή διάθεση, αφού η αποκάλυψη της περιουσίας με ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση δεν έχει γίνει ακόμα, ώστε αυτός να υποχρεωθεί με συμπληρωματική ένορκη δήλωση να δώσει συγκεκριμένες και πειστικές αποδείξεις της αποξένωσης ή της διάθεσης της περιουσίας ή μέρους της. Συνεπώς επιβάλλεται να προηγηθεί η ένορκη δήλωση αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων του καθ' ου η αίτηση, ώστε να υποχρεωθεί στη συνέχεια σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αφού αναφερθεί στη σχετική αίτηση αποξένωση ή διάθεση συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου. Η αναφορά σε «συμπληρωματική ένορκη δήλωση» στο άρθρο 14 Α
(2)υποδηλώνει ότι αυτή συμπληρώνει κάτι άλλο, που αυτό είναι η ένορκη δήλωση που κατατίθεται με βάση το άρθρο 14 Α
(1). Για το λόγο αυτό, το αίτημα της παραγράφου 2 της εξεταζόμενης αίτησης απορρίπτεται. Εξέτασα ακολούθως το αίτημα της παραγράφου 3 της εξεταζόμενης αίτησης, το οποίο βασίζεται στο άρθρο 14 Α
(3)του Νόμου. Η δυνατότητα του εν λόγω άρθρου για εξέταση του καθ' ου η αίτηση σχετικά με την ορθότητα των ενόρκων δηλώσεων του ή των συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων του ή άλλων στοιχείων αναφορικά με την περιουσιακή του κατάσταση, λειτουργεί στην περίπτωση που ο διάδικος υπέρ του οποίου εκδόθηκε διάταγμα για αποκάλυψη περιουσιακών στοιχείων του άλλου διαδίκου, κρίνει ότι η ένορκη δήλωση του τελευταίου δεν περιλαμβάνει αληθινά γεγονότα ή υπάρχει απόκρυψη. Στην περίπτωση αυτή ο καθ' ου η αίτηση κλητεύεται ως μάρτυρας. Το άρθρο 14 Α
(3)εφαρμόζεται σε ένορκες δηλώσεις και συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις που κατατίθενται με βάση το άρθρο 14 Α
(1)και
(2). Συνεπώς το αίτημα της παραγράφου 3 είναι πρόωρο και απορρίπτεται. Η εξεταζόμενη αίτηση επιτυγχάνει μερικώς, ως ανωτέρω. Όσο αφορά τα έξοδα, ενόψει της μερικής επιτυχίας της εξεταζόμενης αίτησης, αποφασίσω κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικά της έξοδα. (Υπ.)............ Φ. Κωνσταντίνου, Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής /ΓΙ Subject: Family Court / Interim Judgement Αναφορά: Δικαιοδοσία Περιουσιακών Διαφορών / Διάταγμα αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο