← Κύπρος

ΠΩΛΙΝΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ άλλως ΠΩΛΙΝΑΣ ΗΡΑΚΛΗ ΜΗΝΑ ν. ΤΡΥΦΩΝΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Αρ. Αίτησης: 277/10, 13 Απριλίου 2011

ΠΩΛΙΝΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ άλλως ΠΩΛΙΝΑΣ ΗΡΑΚΛΗ ΜΗΝΑ ν. ΤΡΥΦΩΝΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Αρ. Αίτησης: 277/10, 13 Απριλίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLAR:2011:14 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Δικαιοδοσία Γαμικών Διαφορών ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Καρατσή, Π., Χρ. Δημητρίου, Δ., Δ. Κούσιου, Δ. Αρ. Αίτησης: 277/10 Μεταξύ: ΠΩΛΙΝΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ άλλως ΠΩΛΙΝΑΣ ΗΡΑΚΛΗ ΜΗΝΑ Αιτήτρια και ΤΡΥΦΩΝΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Καθ΄ού η αίτηση Ημερομηνία: 13 Απριλίου 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια: κ. Ποιητής. Για ν΄ ακούσει απόφαση κα Ζίκκου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Αιτήτρια κατεχώρησε εναρκτήρια αίτηση στις 30.08.2010 με αίτημα τη λύση του γάμου, που τέλεσε με τον Καθ΄ου η αίτηση στον Ιερό Ναό Αγίου Επιφανίου στο Αλεθρικό σύμφωνα με τα θέσμια της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας την 1.09.

  1. Η αίτηση επιδόθηκε κανονικά στον Καθ΄ου η αίτηση στις 22.09.2010 ο οποίος αρχικά είχε εκπροσωπηθεί από δικηγόρο για να δηλώσει στη συνέχεια πως δεν επιθυμούσε να καταχωρήσει υπεράσπιση με αποτέλεσμα η αίτηση να οδηγηθεί σε ακρόαση στην απουσία του. Δόθηκε ως ημερομηνία για το σκοπό αυτό η 2.02.
  2. Την ημέρα εκείνη, αφού άρχισε η κατάθεση της Αιτήτριας, σε κάποιο στάδιο εντοπίσαμε την απουσία γνωστοποίησης στον αρμόδιο Επίσκοπο σύμφωνα με τον περί Απόπειρας Συνδιαλλαγής και Πνευματικής Λύσης του Γάμου Νόμο του
  3. Η συνήγορος που εκπροσωπούσε την Αιτήτρια, ζήτησε χρόνο προκειμένου να εξετάσει το ζήτημα αυτό και εντέλει ζήτησε να επιχειρηματολογήσει επί του ζητήματος που προέκυψε, με αποτέλεσμα να ακούσουμε σχετική επιχειρηματολογία στις 30.03.
  4. Η επιχειρηματολογία για την Αιτήτρια δόθηκε και γραπτώς. Δεν χρειάζεται να αναφερθούμε στο περιεχόμενο της. Απ΄ όσα στη συνέχεια θα πούμε διαφαίνεται σε ποια σημεία συμφωνούμε με αυτή και σε ποια διαφωνούμε. Προεξαγγέλλουμε, εν πάση περιπτώσει, πως δεν αποδεχόμαστε τη θέση ότι η απόδειξη αποστολής της γνωστοποίησης μπορεί να παραδοθεί στη Γραμματεία σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο χρόνο μετά την καταχώρηση της αίτησης. Ας σημειωθεί ότι αυτό έγινε στην προκειμένη περίπτωση. Στο φάκελο βρίσκεται σήμερα καταχωρημένη από 1.03.2011 επιστολή απευθυνόμενη στον Γραμματέα του Οικογενειακού Δικαστηρίου στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: «Δια της παρούσης καταχωρούμε Απόδειξη Παραλαβής Διπλοασφαλισμένης επιστολής ημερομηνίας 26/08/2009, η οποία παραλήφθηκε από την Ιερά Μητρόπολη Κιτίου στις 03/09/2009 και η οποία εκ παραδρομής δεν επισυνάφθηκε στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση διαζυγίου, κατά την καταχώρησή της.» Το ζήτημα ρυθμίζεται όπως έχουμε πει από τον περί Απόπειρας Συνδιαλλαγής και Πνευματικής Λύσης του Γάμου Νόμο του 1990, (στη συνέχεια «ο Νόμος»). Το άρθρο 3 του Νόμου διαλαμβάνει: «3

(1)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2), καμιά αγωγή για τη λύση γάμου δεν καταχωρείται, αν δε δοθεί προηγουμένως γνωστοποίηση στον αρμόδιο Επίσκοπό σύμφωνα με τον τύπο που εκτίθεται στο Παράρτημα Α.
(2)Οι διατάξεις του εδαφίου
(1)δεν εφαρμόζονται, αν ο επικαλούμενος με την αγωγή λόγος για τη λύση γάμου είναι η αφάνεια ή η φρενοβλάβεια του άλλου συζύγου.
(3)Απόδειξη της αποστολής της γνωστοποίησης στον Επίσκοπο γίνεται με την κατάθεση στη Γραμματεία του αρμόδιου Οικογενειακού δικαστηρίου της απόδειξης ταχυδρόμησης ή παραλαβής συστημένης επιστολής ή οποιουδήποτε αποδεικτικού στοιχείου για την αποστολή ή την επίδοσή της.» Όπως προκύπτει από τη μελέτη του πιο πάνω άρθρου και γενικά του κειμένου ολόκληρου του νόμου η διαδικασία διαζυγίου έχει τρία στάδια, όταν πρόκειται για λύση θρησκευτικού γάμου που έχει ιερολογηθεί σύμφωνα με τους θρησκευτικούς κανόνες της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Πρώτο στάδιο είναι η απόπειρα συνδιαλλαγής των συζύγων που γίνεται ενώπιον του Επισκόπου, δεύτερο η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τρίτο η πνευματική λύση του γάμου (άρθρο 7 του νόμου). Παρόλο που και τα τρία στάδια αποσκοπούν στη λύση του θρησκευτικού γάμου των διαδίκων, ωστόσο διαχωρίζονται μεταξύ τους τόσο από πλευράς περιεχομένου όσο και από πλευράς χρονικών ορίων. Στο πρώτο στάδιο ο διάδικος που επιθυμεί να καταχωρήσει αγωγή διαζυγίου αποστέλλει γνωστοποίηση στον Επίσκοπο στην οποία εκθέτει την πρόθεση αυτή. Το περιεχόμενο της γνωστοποίησης είναι αυτό του Παραρτήματος Α, που αποτελεί μέρος του νόμου [Βλέπε άρθρο 42 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1]. Ο Επίσκοπος αφού πάρει τη γνωστοποίηση προσκαλεί τους συζύγους να εμφανιστούν ενώπιον του και καταβάλλει προσπάθεια για συνδιαλλαγή με όλα τα πρόσφορα κατά την κρίση του πνευματικά μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από την επίδοση της γνωστοποίησης. Μετά το πέρας της προσπάθειας συνδιαλλαγής ο Επίσκοπος δίνει στους συζύγους βεβαίωση σύμφωνα με το Παράρτημα Β του νόμου (άρθρο 5 του νόμου). Όταν παρέλθουν τρεις μήνες από τη λήψη της γνωστοποίησης από τον Επίσκοπο και ο τελευταίος δεν εκδώσει τη σχετική βεβαίωση τότε η προσπάθεια συνδιαλλαγής θεωρείται ότι απέτυχε και κάθε σύζυγος δικαιούται να εγείρει την αγωγή διαζυγίου. (΄Αρθρο 6 του νόμου). Συνεπώς η απόπειρα συνδιαλλαγής περατώνεται με την έκδοση από τον επίσκοπο της βεβαίωσης που προβλέπεται στο άρθρο 5 ή με την παρέλευση τριών μηνών από τη λήψη της και την παράλειψη του Επισκόπου να εκδώσει τη βεβαίωση. Ερμηνευτικά η διάταξη του άρθρου 6 καλύπτει και την περίπτωση που ο Επίσκοπος παραλείπει να προσκαλέσει τους συζύγους ενώπιον του και παρέλθουν τρεις μήνες από τη λήψη της γνωστοποίησης (interpretatio extensiva, argumentum ad absurdum). Η ερμηνεία αυτή στηρίζεται στην αρχή ότι η αντίθετη περίπτωση θα ήταν παράλογη και παρόλο που δεν περιλαμβάνεται στο γράμμα του νόμου ανταποκρίνεται, ωστόσο, πλήρως με την πρόθεση (πνεύμα) του νομοθέτη. Πρόκειται στην ουσία για διασταλτική ερμηνεία. Η ορθότητα της ερμηνείας αυτής συνάγεται και από το άρθρο 4 του νόμου που προβλέπει την πρόσκληση των συζύγων από τον Επίσκοπο μέσα σε προθεσμία τριών μηνών. Αρμόδιος Επίσκοπος είναι εκείνος του τόπου διαμονής του ή της συζύγου. [Βλέπε άρθρο 14 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 9]. Η γνωστοποίηση είναι έγκυρη αν σταλεί ή στον Επίσκοπο του συνήθους τόπου διαμονής του συζύγου ή στον Επίσκοπο του συνήθους τόπου διαμονής της συζύγου [βλ. Π. Παπαπέτρου ν. Α. Παπαπέτρου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1578]. Συνεπώς σε περίπτωση που οι σύζυγοι έχουν διαφορετικό τόπο διαμονής που δεν εντάσσονται στην κατά τόπο αρμοδιότητα του ίδιου Επίσκοπου τότε υπάρχει συντρέχουσα αρμοδιότητα δύο Επισκόπων για σκοπούς συνδιαλλαγής. Τούτο υποστηρίζεται από τον τρόπο διατύπωσης της ερμηνείας της λέξης «Επίσκοπος» στο άρθρο 2 του νόμου. Διαφορετικά ο νομοθέτης θα μπορούσε να πει πως «Επίσκοπος» σημαίνει τον Επίσκοπο του συνήθους τόπου διαμονής του συζύγου, γιατί σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 9 "words importing the masculine gender include females" και ακόμη "where the words 'or', 'other' and 'otherwise' are used, they shall be construed disjunctively and not as implying similarity, unless the word similar or some other word of like meaning is added." Συντρέχουσα δικαιοδοσία δίνει και το άρθρο 12
(1)του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου του 1990 (Αρ. 23/90) σε σχέση με το Οικογενειακό Δικαστήριο που θα καταχωρηθεί η αγωγή. Είναι συνεπώς φρόνιμο εκεί όπου υπάρχει ταύτιση της διοικητικής και εκκλησιαστικής περιφέρειας να δίδεται η γνωστοποίηση στον Επίσκοπο της Επαρχίας όπου σκοπείται να καταχωρηθεί και η αγωγή. Από τη διατύπωση του άρθρου 3
(1)του νόμου φαίνεται καθαρά πως η αποστολή της γνωστοποίησης στον Επίσκοπο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση (condition precedent) της καταχώρησης αγωγής για λύση θρησκευτικού γάμου. Η αποστολή της γνωστοποίησης ουδέποτε πρέπει να είναι επίδικο θέμα στη μεταξύ των συζύγων διαφορά. Τη θέση μας αυτή τη στηρίζουμε στα ακόλουθα: (α) Αποτελεί καθιερωμένη αρχή ότι ένας νόμος εννοεί αυτό που λέγει [Βλέπε την απόφαση του Λόρδου Esher, M R στην υπόθεση Hornsey Local Board v. Monarch, etc Society, 24 Q.B.D. at p. 5, Algoma Central Rail Co. v. R.
(1903)A.C. 478, Sharpness New Docks v. Att. Gen.
(1915)A.C. 654 και Mac Cornell v. Prill & Co
(1916)2 Ch. 57]. ΄Εργο του Δικαστηρίου είναι να ερμηνεύει απλά τι λέγει ο νόμος και όχι να πιθανολογεί [Βλέπε South Eastern Rail Co. v. Railway Commissioners, 50 L.J.Q.B. at p. 203]. Τούτο είναι επιτακτικό κυρίως εκεί και όπου το κείμενο του νόμου είναι απλό και καθαρό (plain and clear). Δεν είναι επιτρεπτό να υποθέτουμε πως υπάρχει λάθος στο νόμο (Βλέπε Richards v. Mc Bride, 8 Q.B.D. at p. 122). Στην προκειμένη περίπτωση ο νομοθέτης καθόρισε πως η «[α]πόδειξη της αποστολής της γνωστοποίησης στον Επίσκοπο γίνεται με την κατάθεση στη Γραμματεία του αρμόδιου Οικογενειακού Δικαστηρίου της απόδειξης ταχυδρόμησης ή παραλαβής συστημένης επιστολής ή οποιουδήποτε αποδεικτικού στοιχείου για την αποστολή ή την επίδοσή της.» Τα αποδεικτικά μέσα για την απόδειξη της αποστολής καθορίζονται ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στο άρθρο 3
(3)του νόμου. Τούτο συνάγεται από τη φράση «. ή οποιουδήποτε αποδεικτικού στοιχείου ..». Εδώ όμως θα πρέπει να τηρούμε κατά νουν τις λέξεις που προηγούνται. Οι λέξεις «οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο» είναι γενικές και ακολουθούν τις λέξεις «απόδειξη ταχυδρόμησης συστημένης επιστολής» και «απόδειξη παραλαβής συστημένης επιστολής». Συνεπώς και οι γενικές λέξεις θα πρέπει ν΄ αφορούν αποδεικτικά στοιχεία της ίδιας φύσης και τάξης που αφορούν οι ειδικές λέξεις (ejusdem generis). Κατ΄ ακολουθία η αποστολή της γνωστοποίησης δεν μπορεί ν΄ αποδειχθεί με προφορική μαρτυρία, αλλά μόνο με έγγραφη μαρτυρία. Σαν τέτοια - ίσως να είναι και η καλύτερη - είναι η βεβαίωση του Επισκόπου σύμφωνα με το άρθρο 5 του νόμου ότι προσπάθησε να συμφιλιώσει τους συζύγους και απέτυχε - στην περίπτωση επιτυχίας δεν θα υπάρξει αγωγή διαζυγίου- ή ότι τους κάλεσε και δεν παρουσιάστηκαν ή μόνο ο ένας παρουσιάστηκε ή τέλος ότι δεν έκανε προσπάθεια συμφιλίωσης (Βλέπε Παράρτημα Β του νόμου και τις ερμηνευτικές διατάξεις του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 9, στη σ. 8). Οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο από όσα εντάσσονται στην πιο πάνω ερμηνεία κατατίθεται από το διάδικο που καταχωρεί την αγωγή διαζυγίου στη Γραμματεία του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Αυτό συνιστά απόδειξη αποστολής της γνωστοποίησης στον Επίσκοπο. (β) Στην περίπτωση που το άρθρο 3
(3)αποσκοπούσε στο να καταδείξει με ποιο τρόπο αποδεικνύεται η αποστολή της γνωστοποίησης κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία θα έλεγε τούτο ρητά ή απλώς θα παρέλειπε τις λέξεις «στη Γραμματεία του Οικογενειακού Δικαστηρίου». (γ) Στην περίπτωση που η θέση της πλειοψηφίας είναι ορθή τότε ολόκληρο το εδάφιο
(3)του άρθρου 3 καθίσταται ανενεργό ή αχρείαστο, γιατί και με μόνο τις πρόνοιες του εδαφίου
(1)του ιδίου άρθρου θα καθίστατο αναγκαία η απόδειξη της αποστολής της γνωστοποίησης με τους γνωστούς κανόνες της απόδειξης. Η φράση «στη Γραμματεία του Οικογενειακού Δικαστηρίου» δεν είναι χωρίς νόημα στο εδάφιο
(3). Πρόκειται για ειδική συγκεκριμένη αναφορά του νομοθέτη που αποκλείει την απόδειξη αποστολής της γνωστοποίησης οπουδήποτε αλλού (συνεπώς και ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακρόαση). Αποτελεί νομικό αξίωμα πως όποτε συναντούνται στο νόμο συγκεκριμένοι όροι (particular terms) και δεν ακολουθούν γενικοί όροι (general terms), τότε ο νόμος πρέπει να ερμηνεύεται πως δεν θα εφαρμόζεται σε πρόσωπα ή πράγματα της ίδιας τάξης, αλλά μόνο σ΄ αυτά που ρητά αναφέρονται (expressio unius est exclusio alterius). Συνακόλουθα η απόδειξη της αποστολής της γνωστοποίησης γίνεται μόνο με την κατάθεση στη Γραμματεία του Οικογενειακού Δικαστηρίου του αποδεικτικού εκείνου στοιχείου που εντάσσεται στην ίδια τάξη με την απόδειξη ταχυδρόμησης ή παραλαβής συστημένης επιστολής, ως έχουμε αναλύσει πιο πάνω. Προέβαλε το επιχείρημα ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας πως με την ενέργεια του να καταθέσει στη Γραμματεία του Οικογενειακού Δικαστηρίου τη γνωστοποίηση, με επιστολή που κατεχώρησε την 1.03.2011, υπάρχει πλήρης συμμόρφωση με το γράμμα και το πνεύμα του νόμου. Δε συμφωνούμε. Παραπέμπουμε στην υπόθεση Ζένιου ν. Ζένιου (Αρ. 2)
(2002)1 Α.Α.Δ. σελ. 1175 όπου στη σελ. 1185 αναφέρεται ρητά: «Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου 22/90, η καταχώρηση αίτησης διαζυγίου θα πρέπει να συνοδεύεται ταυτόχρονα με την κατάθεση απόδειξης παραλαβής της γνωστοποίησης από τον αρμόδιο Επίσκοπο.» Με βάση όλα τα παραπάνω δεν έχουμε άλλη επιλογή από του να απορρίψουμε την αίτηση διαζυγίου. Η αίτηση απορρίπτεται. (Υπ.) ............ Σ. Κ. Καρατσής, Π. (Υπ.) .......... Χρ. Δημητρίου, Δ. (Υπ.) .......... Δ. Κούσιου, Δ. /ΓΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.