← Κύπρος

Χριστόφορος Ττόφαρος ν. Αλένα Τσεκάν, Αρ. Αίτησης: 277/09, 6 Ιουλίου 2011

Χριστόφορος Ττόφαρος ν. Αλένα Τσεκάν, Αρ. Αίτησης: 277/09, 6 Ιουλίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLAR:2011:19 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Δικαιοδοσία Γαμικών Διαφορών ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Καρατσή, Π., Χρ. Δημητρίου, Δ., Δ. Κούσιου, Δ. Αρ. Αίτησης: 277/09 Μεταξύ: Χριστόφορος Ττόφαρος Αιτητή και Αλένα Τσεκάν Καθ΄ης η αίτηση ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 6 Ιουλίου 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: κ. Μ. Χατζηχριστοφής. Για ν΄ ακούσει απόφαση κ. Α. Παστός Για την Καθ΄ης η αίτηση: κ. Μ. Κυριακίδης. Για ν΄ ακούσει απόφαση κα Παπαγαπίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Σ. Κ. ΚΑΡΑΤΣΗΣ, Π.: ΄Οταν την 1.06. 2011 η Καθ΄ης η αίτηση ρωτήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Αιτητή καταπόσο για την ίδια ο γάμος τους «πέθανε ή δεν πέθανε» εκείνη απάντησε: «Δεν ξέρω, δεν μπορώ να σας απαντήσω αυτό.» Όταν στη συνέχεια της τέθηκε πως ο τρόπος που χειρίστηκε την υπόθεσή της στη δίκη ήταν για να παρατείνει τη διαμονή της στην οικογενειακή στέγη, που κατά κυριότητα ανήκει στον Αιτητή, απάντησε: «Δεν συμφωνώ». Προτάξαμε τα παραπάνω ως εισαγωγή, εφόσο κατά την υπόθεση Ζαχαρίου ν. Ζαχαρίου

(1993)1 Α.Α.Δ. 159, στη σ. 165 «. η διαγωγή και γενικότερα ο χειρισμός της υπόθεσης του εναγομένου κατά τη δίκη, σχετίζεται άμεσα με το βάσιμο του αιτήματος για τη διάλυση του γάμου λόγω του αφόρητου της συνέχισης του.» Σε σχέση με αυτή την αρχή θα πρέπει να πούμε πως το αρχικό δικόγραφο της Καθ΄ης η αίτηση περιελάμβανε και ανταπαίτηση. Με αυτή επεδίωκε για όσα αποδίδει στον Αιτητή στην υπεράσπισή της τη λύση του γάμου τους για λόγους όμως που αφορούν το πρόσωπο εκείνου. Στις 26.01.2011, ωστόσο, η συνήγορος που την εκπροσωπούσε άδραξε την ευκαιρία της στιγμιαίας απουσίας εκπροσώπησης του Αιτητή και αφού ζήτησε απόρριψη της αίτησης με έξοδα απέσυρε και την ανταπαίτηση. Με μεταγενέστερο διάβημα του Αιτητή παραμερίσαμε το μέρος της απόφασης της 26.01.2011 με το οποίο απορρίψαμε την αίτηση. ΄Ετσι η δίκη έγινε στη βάση των γεγονότων της αίτησης του Αιτητή και εκείνων της υπεράσπισης της Καθ΄ης η αίτηση. Επισημαίνουμε εδώ πως τα γεγονότα που αποτελούσαν το υπόβαθρο της ανταπαίτησης και που δυνητικά θα στοιχειοθετούσαν αυτή, εάν βεβαίως δεν είχε αποσυρθεί, περιλαμβάνονται στην υπεράσπιση. Αποτελούν τη γραμμή της Καθ΄ης η αίτηση που συνοπτικά συνίσταται σε τούτο· ο κλονισμός στην έγγαμη σχέση των διαδίκων έχει ως αιτία λόγο που δεν αφορά το πρόσωπό της, αλλά αποκλειστικά το πρόσωπο του Αιτητή και συνεπώς δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει το λόγο διαζυγίου που εκείνος επικαλείται. Συγκεκριμένα τον κατηγορεί: (α) Ότι ξενυκτούσε και επέστρεφε μεθυσμένος τις πρωινές ώρες προκαλώντας ένταση και καβγάδες στη διάρκεια των οποίων χειροδικούσε εναντίον της. (β) ότι δεν έδειχνε ενδιαφέρον για την ίδια (γ) ότι εγκατέλειψε τη συζυγική οικία αρχικά στις 7.06.09, αφού «είχε ήδη ετοιμάσει και/ή μαζέψει τα προσωπικά του περίπου τρεις βδομάδες προηγουμένως», και (δ) ότι «[ε]πέστρεψε ξανά στις 8.02.2010 τις πρωινές ώρες μεθυσμένος και άρχισε καβγά και να υβρίζει την Καθ΄ης η αίτηση με αποκορύφωμα να την κτυπήσει και πάλι. Θεωρούμε ως γραφικό λάθος την ημερομηνία 8.02.2010, στην παράγραφο 7 της υπεράσπισης, εφόσο στην παράγραφο 9 η Καθ΄ης η αίτηση επαναλαμβάνει τη θέση ότι «μετά από τα πιο πάνω γεγονότα που συνέβησαν περί τις αρχές Ιουνίου 2009, ο Αιτητής εγκατέλειψε την συζυγική οικία». Ενδιαφέρουν, ωστόσο, οι λόγοι και τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση και όχι εκείνα της αποσυρθείσας ανταπαίτησης: [Ορθοδόξου ν. Ορθοδόξου
(1997)1 Α.Α.Δ. 501, στη σ. 503]. Αν τα παραθέσαμε είναι για να υποδείξουμε την αντιστοιχία τους με όσα ο Αιτητής παραπονείται και με όσα την κατηγορεί. Αφού λοιπόν ο Αιτητής παραπονείται για την ανυπαίτια κατάσταση της καταθλιπτικής συμπεριφοράς που χαρακτήριζε την Καθ΄ης η αίτηση, παραθέτει ως απότοκα αυτής τα προβλήματα που προέκυψαν. Συγκεκριμένα την κατηγορεί: (α) ότι ήταν πάρα πολύ απότομη και προκαλούσε καβγάδες στη διάρκεια των οποίων τον ύβριζε. (β) ότι ξενυκτούσε και επέστρεφε μεθυσμένη τις πρωινές ώρες χωρίς να του εξηγεί πού πήγαινε και τι έκανε. (γ) ότι δεν επεδείκνυε ενδιαφέρον για τον ίδιο και το παιδί τους και ότι συχνά του δήλωνε πως δεν τον αγαπά και θέλει να χωρίσουν. (δ) ότι απέφευγε τις σαρκικές επαφές μαζί του, (ε) ότι στις 5.06.2009 και 7.06.2009 επέστρεψε από έξοδο στις 4:00 π.μ. μεθυσμένη, προκάλεσε καβγά και τον ύβρισε. (στ) ότι στις 7.06.09 μαζί με τη μητέρα της τον τραυμάτισαν με μαχαίρι στο πλευρό και (ζ) ότι στις 8.06.09 επίσης μαζί με τη μητέρα της τον εξεδίωξαν από το σπίτι. Καταθέτοντας στη δίκη οι διάδικοι κάλυψαν με τη μαρτυρία τους όλη τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους, από την αρχή ως το τέλος. Εμείς θ΄ αρχίσομε από το τέλος και θα σταματήσουμε εκεί όπου θα εντοπίσουμε το χρονικό σημείο της διάστασης. Στο ίδιο σημείο θ΄ αναζητήσουμε είτε το μεμονωμένο περιστατικό είτε την κατ΄ εξακολούθηση συμπεριφορά που επέφερε τον κλονισμό της έγγαμης σχέσης [βλ. Σωφρονίου ν. Πανταζή
(1998)1 Α.Α.Δ. 805, στη σ. 809 και Δάνου ν. Δάνου
(1998)1 Α.Α.Δ 829, στη σ. 835]. Στην προσπάθεια μας αυτή διατηρούμε κατά νουν το εννοιολογικό περιεχόμενο του όρου «συμβίωση», όπως το καθόρισε το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο ερμηνεύοντας τον ίδιο όρο στο άρθρο 17 του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου του 1990 στην υπόθεση Πηχίδης ν. Πηχίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 1613, στη σ. 1614, εφόσο η διάσταση ταυτίζεται με την έλλειψη της συμβίωσης. Ο Ιούνης του 2009 στον οποίο και οι δύο σύζυγοι τοποθετούν τη διάσταση είτε με εκδίωξη του Αιτητή από την Καθ΄ης η αίτηση, είτε με εγκατάλειψη της συζυγικής εστίας από τον πρώτο δεν είναι παραμόνο το χρονικό σημείο άρσης της συνοίκησης τους και δεν ταυτίζεται, τουλάχιστο στην περίπτωση της Καθ΄ης η αίτηση, με το βουλητικό στοιχείο της διάστασης που είχε προηγηθεί. Το παρακάτω μέρος από την αντεξέταση της Καθ΄ης η αίτηση επαληθεύει την κατάληξη μας: «Ε. Είπετε ότι από Φεβράρη-Μάρτη του 2009 κάπου η σχέση σας εχάλασε και απλώς ζούσατε κάτω από την ίδια στέγη; Α. Είπα εγώ Φεβράρη-Μάρτη; Είπα τελευταίους μήνες. Ε. Συμφωνείτε μαζί μου ότι απλώς συγκατοικούσατε, δεν είχετε ερωτικές σχέσεις; Α. Συμφωνώ με αυτό.» Δύο ταξίδια που οι διάδικοι πραγματοποίησαν πριν τον Ιούνη του 2009 είναι καθοριστικά. Κινούμενοι αντίστροφα εντοπίζομε εκείνο στο Λίβανο, το Μάη του
  1. Ο Αιτητής το προσδιόρισε με αναφορά στην Πρωτομαγιά. Δεν αντεξετάστηκε στο σημείο αυτό και αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του. Αποδεχόμαστε επίσης το σκοπό για τον οποίο εξήγησε πως το έκαναν. «Προσπάθησα με 4-5 ταξίδια να σώσω το γάμο μας», κατέθεσε. Η μαρτυρία της Καθ΄ης η αίτηση δεν διαφοροποιεί εκείνη του Αιτητή. Αποκαλύπτει, ωστόσο, πώς έτυχε να βρεθούν μαζί στο Λίβανο οι δυο τους: «Α. Είχαμε πάει για τρεις μέρες, δεν είχαμε συμφωνήσει ότι θα πάμε μαζί. Μου είπε ότι θα ταξιδέψω με την αδερφή μου απλά για να φύγουμε λίγες μέρες ο ένας από τον άλλο, όμως μετά δεν ξέρω πώς τα κανόνισε, ότι δεν μπορούσαμε να χάσουμε τα εισιτήρια και έπρεπε να πάμε μαζί και εγώ σκέφτηκα ότι ήταν καλή ευκαιρία να τα βρούμε.» Την πρωτομαγιά του 2009 η σχέση των διαδίκων ήταν σοβαρά διαταραγμένη. Στο ταξίδι στην Ιταλία, που προηγήθηκε κατά μερικούς μήνες εκείνου στον Λίβανο, η μαρτυρία τους συγκρούεται. Ενώ συμφωνούν πως το διέκοψαν και γύρισαν στην Κύπρο ενωρίτερα, διαφωνούν ως προς την αιτία. Ο Αιτητής εξήγησε την ενέργεια τους με αναφορά στα απανωτά τηλεφωνήματα της μητέρας της με την οποία άφησαν το παιδί τους. Η Καθ΄ης η αίτηση την απέδωσε σε έντονο καβγά που είχαν και σε δική της απαίτηση να επιστρέψουν. Για τους λόγους που αμέσως εξηγούμε προτιμούμε τη μαρτυρία του Αιτητή. Αντεξετάζοντας τον τελευταίο ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ΄ης η αίτηση του είπε πως σε ξενοδοχείο της Φλωρεντίας, αφού μέθυσε, την κτύπησε επανειλημμένα στο υπνοδωμάτιο. Η Καθ΄ης η αίτηση στην κύρια εξέταση της δεν είπε λέξη για το ταξίδι στην Ιταλία. Η παράλειψη δεν ήταν τυχαία. Οφείλεται στο γεγονός ότι η ίδια απέτυχε ν΄ αποδώσει το στημένο σενάριο περί εξάρτησης του Αιτητή από το αλκοόλ και της χρήσης βίας υπό την επήρεια του. Το δήθεν περιστατικό σε ξενοδοχείο της Φλωρεντίας και άλλο υπό ανάλογες συνθήκες την παραμονή της πρωτοχρονιάς του 2008 τέθηκαν στον Αιτητή κατά την αντεξέτασή του. Η βία στρεφόταν, κατά το συνήγορο της, εναντίον της μητέρας του. Δανειζόμαστε τα λόγια του συνηγόρου της: «. εμεθύσετε και πήρετε την ίδια σας τη μητέρα από τα μαλιά και τη ρίξετε στο πάτωμα και την τραβούσετε από τα μαλιά.» Η Καθ΄ης η αίτηση, παρόλη την καθοδήγηση που είχε, ώστε ν΄ αναφερθεί σε περιστατικά βίας από μέρους του Αιτητή, δεν ανακάλεσε ένα τόσο αποτρόπαιο περιστατικό. Η τελευταία τους συζήτηση, είπε, ήταν παραμονή Χριστουγέννων. Ενώ ο Αιτητής υποσχέθηκε, είπε, μπροστά στους δικούς του ότι θα σταματήσει το ποτό «έκατσε, ήπιε και την επόμενη μέρα δε θυμόταν τίποτε.» Η ματαίωση προώθησης του στημένου σεναρίου της παραμονής της πρωτοχρονιάς του 2008, ανάγκασε το συνήγορο της να εγκαταλείψει εκείνο της Φλωρεντίας. Το διαθέσιμο μαρτυρικό υλικό δεν ξεκαθάρισε καταπόσο η αναφορά της Καθ΄ης η αίτηση σε «τελευταίους μήνες» περιελάμβανε μικρότερη ή μεγαλύτερη διάρκεια χρόνου από ό,τι εκείνη μεταξύ Φεβράρη-Μάρτη και αρχές του Ιούνη του
  2. Εφόσο όμως το ταξίδι στο Λίβανο περιελάμβανε την πρωτομαγιά του 2009 οι «τελευταίοι μήνες» δεν μπορεί λογικά να ήταν μόνο ο Απρίλης. Η παραδοχή της για απουσία γενετήσιων σχέσεων στοιχειοθετεί το αντίστοιχο παράπονο του Αιτητή καθώς και την απουσία ενδιαφέροντος για το πρόσωπό του. Το παραδέκτηκε, άλλωστε, και σε άλλο σημείο της αντεξέτασης της: «Στην πορεία του γάμου μας ναι, αυτό συμφωνώ και μπορώ να εξηγήσω τους λόγους.» Κανένα λόγο δεν έδωσε, ωστόσο, γιατί δεν είχε σαρκικές επαφές μαζί του. Από τη μαρτυρία τους για το ταξίδι στην Ιταλία κρατούμε τη θέση του Αιτητή ως αντικειμενικά ορθή: «. στην Ιταλία που είχαμε πάει 3-4 διαφορετικές πόλεις δεν ανταλλάξαμε μισή κουβέντα εναντίον του άλλου. Το μόνο που κάναμε στο ταξίδι είναι ν΄ απαντούμε ανά μισάωρο τα τηλεφωνήματα της μητέρας της.». Κρατούμε όμως και την υποκειμενική εκτίμηση της Καθ΄ης η αίτηση: «Επειδή εκάμαμε έντονο καβγά, του ζήτησα εγώ να φύγουμε πιο γρήγορα, επειδή δεν περνούσαμε καλά στο συγκεκριμένο ταξίδι.» Δε σύνδεσε τον καβγά με συμπεριφορά του Αιτητή. Και πάντως δεν αναφέρθηκε σε άσκηση βίας εναντίον της σε ξενοδοχείο της Φλωρεντίας. Δεχόμαστε ότι λόγω των τηλεφωνημάτων της μητέρας της είχαν συζήτηση, ότι του ζήτησε να επιστρέψουν και ότι δεν πέρασαν καλά. Δεχόμαστε ακόμη ότι ο Αιτητής επωμίστηκε το κόστος αλλαγής της ημερομηνίας επιστροφής τους. Το παράπονο του Αιτητή ότι τον αποκαλούσε «μαλάκα» παρέμεινε ανέπαφο στην αντεξέτασή του, ενώ η ίδια, στην αντεξέταση, επεδίωξε να εξωραΐσει τα πράγματα πως τάχα προσπαθούσε να του εξηγήσει πως την ενοχλούσε η μυρωδιά του και πως δεν τον φώναζε «μεθυσμένο». Σε άλλο σημείο δήλωσε πως δεν μπορούσε να τοποθετηθεί καταπόσο είναι άσχημη η τελευταία λέξη. Για τη δήθεν εξάρτηση του Αιτητή από το αλκοόλ επένδυσε πολλές ελπίδες η Καθ΄ης η αίτηση στην πρώην πεθερά της, Κοκούλα Αποστολίδου (ΜΥ3). Η τελευταία δεν αυτοαποκαλύφθηκε απλώς αναξιόπιστη, αλλά επικίνδυνα κακόπιστη. Από τη μαρτυρία της αποδεχόμαστε μόνο την παραδοχή της στην αντεξέταση ότι αντιπαθεί τον Αιτητή και ότι ήρθε να καταθέσει για να βοηθήσει την πρώην νύμφη της. Υπερθεμάτισε στις κατηγορίες της Καθ΄ης η αίτηση εναντίον του Αιτητή, ενώ πρόσθεσε και άλλες. Του απέδωσε ενούρηση τη στιγμή που δήλωνε: «. στο σπίτι δεν ξέρω τη συμπεριφορά του πως ήταν με τη γυναίκα του». Γνώριζε, ωστόσο, αρκετά δήθεν δρώμενα στο κλειστό υπνοδωμάτιο των διαδίκων· ότι «. την ξυπνούσε για να αλλάξει τα σεντόνια, διότι ήταν βρεμένα», για να προσθέσει το γλαφυρό: «Εγώ το πρόσεξα. Στην αρχή νόμιζα ότι είναι το μωρό που λέρωνε.». Γνώριζε ακόμη πως την ξυλοκοπούσε τα βράδια τη στιγμή που παρεπονείτο πως ο Αιτητής καθυστερούσε να γυρίσει σπίτι για να την απαλλάξει από τα καθήκοντα της φροντίστριας του παιδιού τους. Ο Αιτητής βρισκόταν, είπε, στην μπυραρία. Ερχόταν στο μεταξύ η Καθ΄ης η αίτηση και την απάλλασσε. ΄Εκπληξη μας προκάλεσε η αυτοτοποθέτηση της Κοκούλας Αποστολίδου στο σπίτι των διαδίκων κατά τις πρωινές ώρες της τελευταίας συνύπαρξης τους στη συζυγική κατοικία. Ούτε ο Αιτητής ούτε η Καθ΄ης η αίτηση την είδαν εκεί. Απεναντίας η τελευταία την ήθελε να είναι σπίτι της και να είναι το πρόσωπο με το οποίο μίλησε η μητέρα της για να παρέμβει η αστυνομία. Ακόμη, ενώ ο συνήγορος της Καθ΄ης η αίτηση υπέβαλε στον Αιτητή πως εκείνο το βράδυ τράπηκε σε φυγή, όταν ήρθε η αστυνομία, η Κοκούλα Αποστολίδου τον ήθελε να επιστρέφει στο σπίτι μεθυσμένος, να προσπαθεί να κτυπήσει την αστυνομία με το τασάκι και πως θα το έκανε, εάν η ίδια δεν τον εμπόδιζε. Η Καθ΄ης η αίτηση παραδέκτηκε πως η αστυνομία συνάντησε στο σπίτι τον Αιτητή για να προσθέσει μετά πως της «ξέφυγε». Η Κοκούλα Αποστολίδου γνώριζε τα πάντα· για το ατύχημα του Αιτητή στην Αθήνα, που το απέδωσε στον ίδιο παρόλο που συμφώνησε πως πήρε αποζημιώσεις, ως θύμα, και ότι δεν κατέθεσε, μέρος αυτών στο όνομα του παιδιού τους γιατί «[τ]α μόνα λεφτά που έχει το μωρό είναι από τη βάφτισή του.». Δεν επαρκεί να πούμε πως η Κοκούλα Αποστολίδου δεν είπε την αλήθεια. Είμαστε υποχρεωμένοι να τη χαρακτηρίσουμε φερέφωνο της Καθ΄ης η αίτηση και ψεύτρα. Είμαστε βέβαιοι πως δεν τα βρήκαν στο Λίβανο οι διάδικοι. Από την επιστροφή τους και μετά τα πράγματα εξελίχθηκαν όπως τα περιέγραψε ο Αιτητής. Ας τα πάρομε με τη σειρά. Πρώτα τα περί ετοιμασίας από τον Αιτητή «βαλίτσας με πράγματα» για να φύγει, αμέσως μετά την επιστροφή τους. Την οποία όμως άφησε σε αναμονή μέχρι το απόγευμα της 7ης Ιουνίου. Η βαλίτσα σε αναμονή ήταν επινόηση της Καθ΄ης η αίτηση για να πείσει πως εκείνο το βράδυ η ίδια δεν βρισκόταν έξω, αλλά στο σπίτι μαζί με το παιδί τους και τη μητέρα της. ΄Ηθελε έξω τον Αιτητή, για να τον παρουσιάσει να επιστρέφει στις 5:00 π.μ. της 8ης Ιουνίου μεθυσμένος και να προκαλεί επεισόδιο. Επέμενε μάλιστα στην αντεξέταση πως το προηγούμενο απόγευμα έφυγε σαν κύριος. Την αποχαιρέτησε και της είπε «φεύγω». Ξέχασε πως άλλα είπε στην κύρια εξέταση. Εκεί παρόλη την ανεπίτρεπτη καθοδήγηση που είχε από το συνήγορό της τον παρουσίασε να φεύγει μεθυσμένος και να επιστρέφει μεθυσμένος. Δεχόμαστε τη μαρτυρία του Αιτητή πως η Καθ΄ης η αίτηση μετά το ταξίδι στο Λίβανο «ξεκίνησε να βγαίνει έξω μόνη της τα βράδια». Ενθυμείτο πως «ξημέρωνε Δευτέρα του Κατακλυσμού», όταν γύρισε η Καθ΄ης η αίτηση. Ενθυμείτο ακόμη τις ερωτήσεις που της έκανε και τις απαντήσεις που πήρε. Ενθυμείτο τέλος πως της είπε ότι «μόνο οι πουτάνες κυκλοφορούν τέτοια ώρα». Του τέθηκε βέβαια πως επρόκειτο για αποκύημα της φαντασίας του η σχετική λογομαχία χωρίς, ωστόσο, να του υποδειχθεί κάτι διαφορετικό. Ποιος αλήθεια ήταν μεθυσμένος; Ο Αιτητής που ενθυμείτο τα πάντα και που δήλωσε πως φεύγοντας «.. της είπα μείνε σπίτι με το μωρό, θα φύγω 2-3 μέρες να ησυχάσουν τα πνεύματα» ή η Καθ΄ης η αίτηση που τοποθετούσε το περιστατικό άλλοτε στις 8 και άλλοτε στις 9 Ιουνίου και που δήλωνε: «. Πώς έφυγε τη συγκεκριμένη ώρα δεν μπορώ να σας πω ακριβώς.». Η θέση ότι εκείνος ήταν έξω και πως γύρισε σε κατάσταση που σερνόταν και δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια του δε συνάδει με τη θέση ότι άρχισε να σπάζει πράγματα. Είναι ο Αιτητής που ήταν θύμα βίας εκείνο το βράδυ. Πρόβαλε στην αίτηση του τον τραυματισμό του με μαχαίρι στο πλευρό και τον στήριξε στη δίκη. Η επίσκεψη της αστυνομίας και η συνομίλα που είχε μαζί της είχε σαν αποτέλεσμα να φύγει για μια-δυο μέρες, αφήνοντας εκεί την Καθ΄ης η αίτηση, το παιδί τους και τη μητέρα της. ΄Εφυγε «μέχρι να ηρεμίσουν τα πνεύματα». Όταν επέστρεψε, βρήκε αλλαγμένες τις κλειδαριές. Τα πράγματά του, του τα έστειλε αργότερα η Καθ΄ης η αίτηση με ταξί (Τεκμήριο 2). Δεν θα μπούμε στη διαδικασία να εξετάσουμε καταπόσο η Καθ΄ης η αίτηση έπασχε από κατάθλιψη ή αν έπαιρνε οποιαδήποτε φαρμακευτική αγωγή. Όπως υπογραμμίζουν οι Απ. Γεωργιάδης και Μ. Σταθόπουλος στο σύγγραμμα τους, Αστικός Κώδιξ, κατ΄ άρθρο ερμηνεία, Τόμος VII, στη σ. 386 «. αυτό που αποκαλούμε λόγο κλονισμού είναι κατά κανόνα σύμπτωμα και συνέπεια μιας κατάστασης, που τα βαθύτερα αίτια της παραμένουν δυσεξιχνίαστα για το δικαστή». Δεχόμαστε τη θέση του Αιτητή πως ήταν μελαγχολική και αγχωμένη και πως ήθελε συνεχώς τη μητέρα της κοντά της για να αισθάνεται ασφάλεια. Αυτά ήσαν τα συμπτώματα και οι συνέπειες. Αν οφείλονταν σε κατάθλιψη δεν ενδιαφέρει. Ούτε αν εξαιτίας αυτής λάμβανε φαρμακευτική αγωγή. Ούτε βεβαίως αναμέναμε από το Νίκο Ασπρή (ΜΥ2), φαρμακοποιό, να παραδεχθεί πως της πωλούσε ελεγχόμενα φάρμακα χωρίς συνταγή γιατρού. Μας ενδιαφέρουν τα εξωτερικά και όχι τα ψυχολογικά δεδομένα της Καθ΄ης η αίτηση. Θεωρούμε πως δεν μπόρεσε να κατανοήσει τη φύση της εργασίας του Αιτητή ως ελεύθερου επαγγελματία. Το να μοιράζεται κάποια ποτά με φίλους σε καθωσπρέπει μπυραρία, δεν της έδινε το δικαίωμα να τον αποκαλεί μεθυσμένο. Παραδέκτηκε πως της πρόσφερε άνετη ζωή, πως ήταν δουλευτής, πως πάντοτε προέβαινε στις αναγκαίες ενέργειες, για να τους επισκέπτονται η μητέρα της και η αδελφή της, πως αγαπά το παιδί τους. Όλα αυτά δε συνοδεύουν τους αλκοολικούς. Ξέχασε πως το αρχικό της δικόγραφο περιείχε ανταπαίτηση που μεταφράζεται σε παραδοχή του κλονισμού και υποκριτικά δήλωνε στην αντεξέταση πως «[ο] γάμος έτσι όπως πάμε θα τελειώσει, ο κύριος δεν προσπαθεί». Δεν νομίζουμε πως άφησε οποιοδήποτε περιθώριο περαιτέρω προσπάθειας στον Αιτητή. Η ψυχική της διάθεση να συνεχίσει τη συμβίωσή της μαζί του έπαψε να υφίσταται προ πολλού. Τους λόγους μόνο η ίδια τους γνωρίζει. Ο Αιτητής πάντως δεν της έδωσε τέτοια αφορμή. Αντίθετα εκείνη τον οδήγησε στη θέση να μην επιθυμεί να συνεχίσει άλλο μαζί της, χωρίς ερωτική ζωή, με ύβρεις, με μόνιμο επισκέπτη τη μητέρα της και συνεργό στις επιδιώξεις της την πρώην πεθερά της. Η έξοδος της στις 7 με ξημερώματα της 8 Ιουνίου 2009, η εξαιτίας αυτής μεταξύ τους αντιπαράθεση και η παρεπόμενη φυγή του Αιτητή ήταν τα κορυφαία γεγονότα που υποκειμενικά και αντικειμενικά σηματοδοτούσαν το τέλμα της έγγαμης συμβίωσης τους. Οι ενέργειες της ν΄ αλλάξει τις κλειδαριές του διαμερίσματος και να του αποστείλει με ταξί τα προσωπικά του αντικείμενα επαλήθευσαν το τέλμα και σφράγισαν το οριστικό τέλος στη σχέση τους. Για όλα τα παραπάνω η αίτηση επιτυγχάνει με έξοδα. (Υπ.) .......... Σ. Κ. Καρατσής, Π. (Υπ.) .......... Χρ. Δημητρίου, Δ. (Υπ.) .......... Δ. Κούσιου, Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.