← Κύπρος

Κώστα Συμεωνίδη ν. Τέσα Συμεωνίδου, Αρ. Αίτησης: 163/11, 3 Οκτωβρίου, 2011

Κώστα Συμεωνίδη ν. Τέσα Συμεωνίδου, Αρ. Αίτησης: 163/11, 3 Οκτωβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLAR:2011:24 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Δικαιοδοσία Γονικής Μέριμνας Ενώπιον: Σ. Κ. Καρατσή, Π. Αρ. Αίτησης: 163/11 Μεταξύ: Κώστα Συμεωνίδη Αιτητή και Τέσα Συμεωνίδου Καθ΄ης η αίτηση Μονομερής αίτηση ημερ. 5.08.2011 Ημερομηνία 3 Οκτωβρίου, 2011 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κα Χρ. Αχιλλέως για κ. Α. Ανδρέου Για την Καθ΄ης η αίτηση: κα Α. Θεοφάνους για κα Χρ. Αργυρού Διάδικοι παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι διάδικοι είναι γονείς των ανηλίκων Χαράλαμπου Συμεωνίδη και Ιάσωνα Ανδρέα Συμεωνίδη. Βρίσκονται σε διάσταση από 10.10.

  1. Στις 5.08.2011 ο πατέρας κατεχώρισε εναρκτήρια αίτηση με την οποία επιδιώκει: «(Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται η έξοδος από την Κύπρο των ανήλικων τέκνων των διαδίκων, Χαράλαμπου Συμεωνίδη και Ιάσωνα Ανδρέα Συμεωνίδη, χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση του Αιτητή προς τούτο ή χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου. (Β) Διάταγμα με το οποίο να τίθενται τα ονόματα των ανήλικων τέκνων των διαδίκων Χαράλαμπου Συμεωνίδη και Ιάσωνα Συμεωνίδη, στον κατάλογο των προσώπων των οποίων απαγορεύεται η έξοδος από την Κύπρο (stop list).» Παράλληλα και με ταυτόσημο αίτημα ο πατέρας επεδίωξε και εξασφάλισε μονομερώς προσωρινό διάταγμα με το οποίο «... απαγορεύεται στην Καθ΄ης η αίτηση και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους υπηρέτες της από του να μεταφέρει τα ανήλικα τέκνα της Χαράλαμπο Συμεωνίδη και Ιάσωνα Ανδρέα Συμεωνίδη εκτός της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων της Κύπρου χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου.» Η καταγωγή της μητέρας από τη Νότιο Αφρική, χώρα στην οποία διέμενε μέχρι τον αρραβώνα τους και στην οποία εξακολουθούν να διαμένουν πρόσωπα του οικογενειακού και φιλικού της περιβάλλοντος από την μια και οι δεσμοί της με τη Γαλλία, στην οποία βρίσκεται η οικογένεια που την υιοθέτησε, από την άλλη αποτελούν και συνάμα εξηγούν τους φόβους του πατέρα. Είναι όμως και άλλα γεγονότα που φαίνεται πως απετέλεσαν το έναυσμα για έναρξη της παρούσας υπόθεσης από τον πατέρα. Η άρνηση της μητέρας ν΄ αποδεκτεί εισήγηση του όπως παραδώσει τα διαβατήρια των παιδιών τους είτε στη δικηγόρο της είτε στο δικηγόρο του επέτειναν τους φόβους του, όταν μετά τις διακοπές που είχε μαζί τους τα παρέδωσε σ΄ εκείνη. Η παράγραφος 16 της ένορκης δήλωσης του, την οποία παραδέχεται η μητέρα, αναφέρει: «
  2. Τα παιδιά βρίσκονται σε διακοπές μαζί μου και σήμερα το πρωί τα παρέδωσα στην μητέρα τους.» Η μητέρα παραδέχεται πως υπήρξε η παραπάνω εισήγηση από τον πατέρα. Αναφέρει στην παράγραφο 13 της δικής της ένορκης δήλωσης: «
  3. ................ Ο αιτητής πρότεινε αντί έκδοσης διατάγματος τοποθετώντας τα ονόματα στο stop-list, τα διαβατήρια να παραδοθούν στα γραφεία των δικηγόρων μου, οι οποίοι θα εγγυούνταν ότι δε θα παρέδιδαν τα διαβατήρια σε κανένα από τους δύο γονείς εκτός εάν ο γονέας παρουσίαζε γραπτή συγκατάθεση του άλλου με πιστοποιημένη υπογραφή...» Στη συνέχεια η μητέρα προβάλλει τη διαφωνία τους για το ποιος θα καλύπτει το κόστος «για την παροχή αυτής της υπηρεσίας», την παρεπόμενη άρνηση των δικηγόρων της « να αναλάβουν την ευθύνη φύλαξης των διαβατηρίων», αλλά και τη συμβουλή τους πως εφόσο τα παιδιά θα ήσαν μαζί τους εκείνη θα έπρεπε να είχε και τα διαβατήρια. Περαιτέρω η μητέρα στην ένορκη δήλωση της δεν αρνείται τη συνάφεια της με τη Νότιο Αφρική. Αντιτείνει, ωστόσο, τους δεσμούς της με την Κύπρο και πως δεν υπήρξε ποτέ θέμα εγκατάστασής της στο εξωτερικό. Η ακρόαση της μονομερούς αίτησης περιορίστηκε σε αγορεύσεις. Θα επιχειρήσω συνοπτικά να δώσω απάντηση σε κάθε ισχυρισμό. Οι απαντήσεις μου θα συνιστούν συνάμα την αιτιολογία της κατάληξής μου. Η νομική πτυχή του θέματος με απασχόλησε στην Αίτηση Γονικής Μέριμνας 286/2000, Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού, Μιχαλάκης Μιχαήλ ν. Emilia Kossarevskaya, της 22.08.
  4. Μεταφέρω το μέρος που ενδιαφέρει: «Σημείο αναφοράς για τις προϋποθέσεις που πρέπει να υπάρχουν για να εκδοθεί ένα προσωρινό διάταγμα σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 είναι η υπόθεση Οδυσσέως ν. Πιερής

(1982)1 Α.Α.Δ. 559, το εφετείο παρέθεσε και ανέλυσε τα εξής τρία στοιχεία που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση της ακρόασης της υπόθεσης, (β) η ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία ή ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα. ΄Άλλες σχετικές με την ερμηνεία του άρθρου 32 του νόμου 14/60 αποφάσεις είναι η Acroplol Shipping Company Ltd, and Others v. Petros I. Rossis
(1976)1 Α.Α.Δ. 38, η Κωνσταντινίδης ν. Μακρυγιώρκου και άλλος
(1978)1 Α.Α.Δ. 585 και η M. & M. Transport ν. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 Α.Α.Δ. 605. Από την πιο πάνω νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι πρόδηλο ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια είναι δεσμευμένα από το άρθρο 32 και ότι και οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το εν λόγω άρθρο είναι αναγκαίο να ικανοποιούνται σε κάθε αίτηση που βασίζεται σε αυτό. Με τα πιο πάνω κατά νουν θα εξετάσω τις εισηγήσεις των δικηγόρων. Με τον ίδιο φακό θα προσεγγίσω τα γεγονότα. Θα πρέπει όμως να τονίσω προκαταβολικά πως στο στάδιο αυτό δε θα αξιολογήσω λεπτομερώς τη μαρτυρία και ούτε θα προβώ στην εξαγωγή ευρημάτων και συμπερασμάτων. Εκείνο που θα πράξω είναι να εξετάσω καταπόσο ο Αιτητής παρουσίασε την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και καταπόσο έχει παρουσιάσει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η πιο πάνω αρχή έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Jonitexo Ltd v. Addidas Sportschutfabriken Adi Dassler K.G.
(1984)1 Α.Α.Δ. 263. Στην υπόθεση αυτή το Επαρχιακό Δικαστήριο εξέδωσε το ενδιάμεσο διάταγμα. Η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου παρατίθεται στη σελίδα 266: "For the purpose of the present application it seems to me that on the material before me there is a serious question to be tried at the trial, and that the plaintiffs have an even chance of succeeding in their claim. But having said this, I would not wish to make any further comment on the factual aspect of the matter, save to say that I have not reviewed or commented on the evidence adduced in detail and have not made other particular finding, advisedly". Το εφετείο ενέκρινε την πιο πάνω προσέγγιση. Στη σ. 267 τόνισε: "I would like to observe that at the stage of granting or refusing an interlocutory injunction, such as the one which was made in the present case, the parties should limit themselves to the issue of whether or not in the light of the provisions of section 32
(1)of Law 14/60 and of the relevant principles of law, such an injunction should be granted; and this clearly interlocutory stage of the proceedings should not be treated as an opportunity for the parties to fight out the merits of the case either by adducing evidence or by advancing arguments in this respect. I venture to add, further, that save in those cases where there exist such special circumstances as to justify resorting to the remedy of an appeal against an interlocutory injunction, the course which is most conducive to the proper administration of justice is to ensure that the pleadings are filed without delay and that the case is heard on its merits as early as possible, without delaying its determination because of an appeal, as in the present instance. Ξεχωριστή αναφορά πρέπει να γίνει στην τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/
  1. Στην υπόθεση Οδυσσέως ν. Pieris Estates και άλλοι (ανωτέρω) το εφετείο είπε στις σσ. 569 και 570: "Lastly, it must be made to appear for the Court to grant an interlocutory injunction, that, without it, it will be difficult or impossible to do complete justice at a late stage. It is clear that the question of the adequacy of the remedy of damages, in the light of the facts of the case, comes into play. The learned trial Judge, as earlier indicated, felt that Odysseos would, on no way be hindered in the pursuit of the legal remedies to which he might be entitled, by refusing the injunction. He took the view that Odysseos would, under no circumstances, be entitled to become the owner of the property or remain in possession". Γίνεται φανερό πως η τρίτη προϋπόθεση σχετίζεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων κάτω από το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Θα εξετάσω στη συνέχεια καταπόσο στην προκειμένη περίπτωση συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις που τέθηκαν στην υπόθεση Οδυσσέως. Αυτό θα πρέπει να γίνει σε αναφορά με το ουσιαστικό δίκαιο που ρυθμίζει τη γονική αυτή διαφορά. Πρόκειται για τον περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμο του 1990 (Αρ. 216/90) που, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 14 και 15 αυτού η γονική μέριμνα ανηλίκων μετά τη διακοπή της συμβίωσης ή τη λύση του γάμου των γονέων ρυθμίζεται κατά τρόπο ενιαίο. Το σημαντικότερο ίσως μέρος της γονικής μέριμνας είναι η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου. Το περιεχόμενο της επιμέλειας παρατίθεται ενδεικτικά στο άρθρο 9 του Ν. 216/
  2. Μέρος αυτού είναι ο προσδιορισμός του τόπου διαμονής του τέκνου. Το σύνολο της γονικής μέριμνας συνιστά καθήκον και δικαίωμα των γονέων οι οποίοι το ασκούν από κοινού (άρθρο 5 του Ν. 216/90). Παρέθεσα ήδη την αιτούμενη με την εναρκτήρια αίτηση θεραπεία. Τιθέμενη θετικά ισοδυναμεί με αξίωση του πατέρα διασφάλισης με δικαστικό διάταγμα της παρουσίας της θυγατέρας του στην Κύπρο. Προσδιορισμό, δηλαδή, του τόπου διαμονής της. Καταρρίπτεται ο ισχυρισμός του ευπαίδευτου δικηγόρου της μητέρας ότι θα έπρεπε πρώτα να επιδιωχθεί από τον Αιτητή ρύθμιση της φύλαξης και φροντίδας της ανήλικης. Όταν ο νόμος επιτρέπει το μείζον, επιτρέπει και το ελάσσον. Μείζον είναι η γονική μέριμνα. Ο προσδιορισμός του τόπου διαμονής το ελάσσον. Ακόμη, εάν το Οικογενειακό Δικαστήριο έχει εξουσία - που έχει - να καθορίσει ότι ένα ανήλικο θα διαμένει με τον ένα γονέα σε συγκεκριμένο τόπο, σίγουρα μπορεί να καθορίσει συγκεκριμένη χώρα, την Κύπρο στην περίπτωση μας, ως τόπο διαμονής του. Το ελάσσον είναι το τελευταίο εδώ. Ο πατέρας δεν επεδίωξε και το Δικαστήριο δεν απαγόρευσε την έξοδο της ανήλικης σε κάθε περίπτωση. Την απαγόρευσε μόνο «χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση του αιτητή». Είναι καθήκον και δικαίωμα του πατέρα να γνωρίζει πότε θα φύγει από την Κύπρο η θυγατέρα του, πού θα πάει, μόνιμα ή προσωρινά και με ποιο ή ποιους θα βρίσκεται ή συναναστρέφεται. Καθήκον και δικαίωμα που ο νομοθέτης αναμένει να εκπληρώνουν και ασκούν και οι δυο γονείς από κοινού. Δεν ήθελε και δεν επεδίωξε ο Αιτητής κατανομή της άσκησης της γονικής μέριμνας μεταξύ του και της Καθ΄ης η αίτηση (βλ. άρθρο 14
(3)του Ν. 216/90). Είναι προφανές πως ο Αιτητής συμφωνεί όπως η άσκηση της γονικής μέριμνας παραμείνει και στους δύο γονείς από κοινού. Προϋπόθεση όμως τούτου είναι ο καθορισμός του τόπου διαμονής του τέκνου (βλ. άρθρο 14
(2)του Ν. 216/90). Είναι αποδεκτό πως η συμβίωση των διαδίκων έχει διακοπεί στις 2/10/00. Σύμφωνα με το άρθρο 15 του Ν. 216/90: «Οι διατάξεις του άρθρου 14 εφαρμόζονται και στην περίπτωση που υπάρχει διακοπή της συμβίωσης των συζύγων.» Εδώ εντοπίζεται η βάση της αγωγής του Αιτητή και δεν είναι μόνο καλή, αλλά πολύ καλή. Με την παραμονή της ανήλικης στην Κύπρο συναρτάται η εκπλήρωση του καθήκοντος του για μέριμνα της ανήλικης και η άσκηση του δικαιώματος του να μεριμνά γι΄ αυτή. Συναρτώνται όμως και επιμέρους δικαιώματα όπως το δικαίωμα του για προσωπική επικοινωνία [άρθρο 17
(1)του Ν. 216/90] και άλλα. Διερωτάται κανείς, γιατί η μητέρα ενίσταται στο προσωρινό διάταγμα εφόσο ενόρκως διατείνεται πως: «... ουδεμία πρόθεση έχω για να μεταβώ ή εγκατασταθώ ή ζήσω σε άλλη χώρα». (παρ. 9 της ένορκης δήλωσης). Στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος δικηγόρος της Καθ΄ης η αίτηση έκανε λόγο για σύγκρουση του εκδοθέντος διατάγματος με τα άρθρα 11, 13.2 και 15 του Συντάγματος. Θεωρώ ατυχή την επίκληση των άρθρων αυτών. Επαρκεί να παραθέσω το κείμενο του άρθρου 13.2: «13.2............................................................................................. ......................................................................................................
  1. ΄Εκαστος έχει το δικαίωμα να εγκαταλείψη μονίμως ή προσωρινώς το έδαφος της Δημοκρατίας υποκείμενος εις τους υπό του νόμου τεθείμενους ευλόγους περιορισμούς.» Δεν έχει εντοπίσει κανένα νόμο που να θέτει περιορισμούς στην έξοδο κάποιου από την Κύπρο, είπε ο κ. Στυλιανού. Δεν ενδιαφέρει γενικά το ζήτημα. Σε σχέση όμως με τους ανήλικους οι περιορισμοί είναι συνδεδεμένοι με τη νομική τους κατάσταση. Το γεγονός δηλαδή ότι είναι ανήλικοι και ότι κάθε απόφαση που αφορά το πρόσωπο ή την περιουσία τους λαμβάνεται από τους γονείς τους. Αυτά τα ζητήματα ρυθμίζει ο περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμος του
  2. Οι ανήλικοι δεν ενεργούν αυτόβουλα. Αποφασίζουν γι΄ αυτούς οι γονείς τους. Κάθε απόφαση τους ασφαλώς «πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου» (άρθρο 6
(1)του Ν. 216/90). Αυτός είναι λοιπόν ο νόμος που θέτει περιορισμούς στους ανήλικους. Το εύλογο τους είναι πασιφανές. Ασφαλώς οι γονείς οφείλουν να συνεκτιμήσουν τη γνώμη του τέκνου τους ανάλογα με την ωριμότητα του τελευταίου (άρθρο 6
(3)του Ν. 216/90). Οι γονείς της Χριστίνας διαφωνούν μεταξύ τους. Θ΄ αποφασίσει γι΄ αυτούς το δικαστήριο στο πλαίσιο της εναρκτήριας αίτησης. Εκεί θα συνεκτιμήσει και τη γνώμη της ίδιας (άρθρο 6, εδάφια
(2)και
(3)και άρθρο 7 του Ν. 216/90). Η παρουσία της ανήλικης είναι αναγκαία. Είναι αυτή την αναγκαιότητα που διασφαλίζει το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα. Όλα τα παραπάνω στοιχειοθετούν τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60. Προχωρώ τώρα να εξετάσω καταπόσο ο Αιτητής έχει ικανοποιήσει το τρίτο κριτήριο - προϋπόθεση του άρθρου 32
(1), δηλαδή καταπόσο χωρίς το προσωρινό διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο ν΄ απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στην ακρόαση της εναρκτήριας αίτησης. Τούτο θα πρέπει ν΄ αντικρυσθεί υπό το φως των εξουσιών του δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 216/90. Αναμφίβολα η ανήλικη θα πρέπει να βρίσκεται στην Κύπρο στο χρόνο που το δικαστήριο θα αποφασίσει την αιτούμενη θεραπεία στην εναρκτήρια αίτηση. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 ως τροποποιήθηκε από το άρθρο 2 του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 1995 [Αρ. 95(Ι)/95] «Δικαστήριο σημαίνει το Οικογενειακό Δικαστήριο της Επαρχίας στην οποία διαμένει το τέκνο...». Η αντίστοιχη πρόνοια του άρθρου 2 του περί Ανηλίκων και Ασώτων Νόμου Κεφ. 277 [Καταργήθηκε από άρθρο 43 του Ν. 216/90 σε ότι αφορά τους ανήλικους και γενικά από το Ν. 71(Ι)/92] ερμηνεύθηκε στην υπόθεση Kyriacou v. Kyriacou
(1974)1 C.L.R. 82, 88 πως αφορούσε την κατά τόπο αρμοδιότητα του δικαστηρίου. Συνεπώς η παρουσία των ανηλίκων στην κατά τόπο αρμοδιότητα των δικαστηρίων είναι προαπαιτούμενο για την άσκηση των εξουσιών τους. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 στην υπόθεση Ανδρούλα Γεωργίου Κατσουρίδη ν. Χριστάκη Κατσουρίδη, Αρ. Αιτ. 29/93 του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, που εξέδωσα στις 22/2/1995, είχα υπογραμμίσει: «Προτού όμως καταλήξω στον αν ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 αισθάνομαι την ανάγκη να παραθέσω το πιο κάτω απόσπασμα από το βιβλίο του David Bean, Injunction, 5η έκδοση σ. 149. "The injunction is a particularly important remedy in the area of domestic relations. The urgent nature of a crisis in a matrimonial dispute often requires an immediate decision of the court without a substantive trial on the merits. In the two instance of domestic violence and issues concerning the welfare of children, the criteria for the grant of interlocutory injunctions described in Chapter 3 (preservation of the status quo, adequacy of damages, balance of convenience) will be inapplicable. In violence cases, the court will be concerned to prevent a recurrence of the violence; in cases involving children, their welfare will be the principal concern. (Δόθηκε έμφαση από εμένα). Βλέπουμε πως τα διατάγματα του Οικογενειακού Δικαστηρίου έχουν .................. τη δική τους ιδιομορφία. Οι ανθρώπινες σχέσεις και η ευημερία των ανηλίκων δεν μπορούν να αντικρυσθούν υπό το πρίσμα της επάρκειας των αποζημιώσεων σε κατοπινότερο στάδιο. Οι πληγωμένες σχέσεις και τα τραυματισμένα συναισθήματα των διαδίκων και των ανηλίκων δεν αποτιμούνται σε χρήμα και δεν αποκαθίστανται μεταγενέστερα. Το Οικογενειακό Δικαστήριο δρα άμεσα για να παρεμποδίσει την περαιτέρω επιδείνωση των σχέσεων στην οικογενειακή στέγη ιδιαίτερα εκεί όπου οι προβληματικές σχέσεις έχουν αντίκτυπο στα παιδιά» Η πιο πάνω προσέγγιση μου κρίθηκε ως ορθή από το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο. Στην απόφαση της πλειοψηφίας ο Κωνσταντινίδης, Δ. υπογράμμισε: «Ο εφεσείων δεν αμφισβήτησε ούτε την τρίτη από τις προϋποθέσεις της επιφύλαξης στο άρθρο 32
(1). Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στο σύγγραμμα του David Bean, Injunctions, 5η έκδοση σελ. 149 ως προς τη δυνατότητα του Δικαστηρίου για άμεση παρέμβαση με παρεμπίπτον διάταγμα στις περιπτώσεις οικογενειακών διαφορών που απολήγουν σε πράξεις βίας ή που επηρεάζουν την ευημερία ανηλίκων για να καταλήξει πως «οι πληγωμένες σχέσεις και τα τραυματισμένα συναισθήματα των διαδίκων και των ανηλίκων δεν αποτιμούνται σε χρήμα και δεν αποκαθίστανται μεταγενέστερα.» Θεωρώντας ορθή αυτή την καθοδήγηση, ο εφεσείων συγκεκριμενοποίησε το παράπονό του με αναφορά στις επιπτώσεις του διατάγματος πάνω στον ίδιο.» Παρόμοια αντικρύστηκε η προσέγγισή μου και από την απόφαση της μειοψηφίας του Αρτεμίδη, Δ.: «Ο πρωτόδικος δικαστής παράθεσε στο μέρος της απόφασης του, όπου εξετάζει τα νομικά κριτήρια βάσει των οποίων εκδίδεται ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα, τη νομολογία μας που υιοθετεί ουσιαστικά τις αρχές του Κοινοδικαίου. Πολύ ορθά επισημαίνει όμως και τη διαφορά που ενυπάρχει σ΄ ένα τέτοιο διάταγμα λόγω του χώρου που καλύπτει, αυτού δηλαδή των συζυγικών-οικογενειακών σχέσεων. ΄Εχουμε την άποψη πως η πιο πάνω σοβαρή διαφορά καλόν είναι να λειτουργεί στη σκέψη του δικαστή του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Η αντιδικία στις υποθέσεις ενώπιον των πολιτικών Δικαστηρίων πηγάζει άμεσα ή έμμεσα, κατά το πλείστον, από τις περιουσιακές διαφορές των μερών. Γι΄ αυτό και οι νομικοί κανόνες ή νομολογιακές αρχές, που αφορούν στον τομέα του δικαίου τούτου, λειτουργούν με το γνωστό καθιερωμένο τρόπο, χωρίς τούτο να σημαίνει βέβαια πως στερείται η κρίση του δικαστή της ανθρώπινης της διάστασης. Ο δικαστής όμως του Οικογενειακού Δικαστηρίου λειτουργεί, κατά το μεγαλύτερο μέρος της δικαιοδοσίας του, στον ευαίσθητο και πιο σοβαρό κοινωνικό χώρο, αυτών των οικογενειακών σχέσεων.» ΄Εχω κάθε λόγο ν΄ ακολουθήσω την ίδια προσέγγιση και στην υπόθεση αυτή. Τυχόν ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος και μετακίνηση της ανήλικης Χριστίνας εκτός δικαιοδοσίας τίποτε δεν μπορεί να αποζημιώσει την ταλαιπωρία και ψυχική οδύνη που θα υποστεί ο Αιτητής. Στην υπόθεση Κατσουρίδης αντιμετώπισα ακόμη ένα ζήτημα που ήγειρε ο κ. Στυλιανού· ότι δηλαδή με το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα δόθηκε επακριβώς η ίδια θεραπεία που επιζητείται με την εναρκτήρια αίτηση. Μελέτησα το σκεπτικό της απόφασης εκείνης και εξέτασα το ενδεχόμενο διαφοροποίησης στην προκειμένη περίπτωση. Θεωρώ ακόμη το σκεπτικό της ορθό γι΄ αυτό το μεταφέρω εδώ αυτούσιο και το υιοθετώ ως μέρος του σκεπτικού στην απόφαση αυτή: «Τα ενδιάμεσα διατάγματα που εκδίδονται από τα Οικογενειακά Δικαστήρια έχουν μια ιδιομορφία, γιατί ουσιαστικά με αυτά παρέχεται αυτό που ο Αιτητής ζητά και με την εναρκτήρια αίτησή του, που ισοδυναμεί, τηρουμένων των αναλογιών, με το κλητήριο ένταλμα στις αστικές υποθέσεις που εκδικάζουν τα Επαρχιακά Δικαστήρια. Αισθάνομαι πως πρέπει να εξετάσω ειδικώς το θέμα τούτο λόγω του ότι κάθε εναρκτήρια αίτηση συνοδεύεται συνήθως και από μονομερή αίτηση για ενδιάμεσο διάταγμα. Στην υπόθεση Municipality of Nicosia v. Solomonides & Bros. Ltd
(1981)2 J.S.C. 304 (απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου) συναντούμε το πιο κάτω απόσπασμα: But as I stated earlier on, I am not here to decide the relief claimed in the action, but I am considering whether in the circumstances, and on the basis of the grounds set up in the affidavits, I should grant the interlocutory injunction prayed for, or not. In the Chancery Division the modern tendency is to avoid trying the same question on two occasions, and in ordinary cases only to grant interlocutory injunction the right to relief is clear (Halsbury´s Laws of England, 3rd ed., Vol. XXI, para. 763 p. 364). The plaintiff must also as a rule be able to show that an injunction until the hearing is necessary to protect him against irreparable injury; mere inconvenience is not enough (Halsbury´s Laws of England, above, para. 765, at p. 366). Where any doubt exists as to the plaintiff´s right is not disuputed, but its violation is denied, the Court, in determining whether an interlocutory injunction should be granted, takes into consideration the balance of convenience to the parties and the nature of the injury to which the defendant, on the one hand, would suffer if the injunction was granted and he should ultimately turn out to be right, and that which the plaintiff, on the other hand, might sustain if the injunction was refused and he should ultimately turn out to be right (Halsbury´s Laws of England, above, psts. 766, sy p. 366)." Στην υπόθεση Frixos Michael v. Brevinos Ltd.
(1969)1 C.L.R. 578, στη σ. 582 λέχθηκε: "In the circumstances, we have no hesitation in coming to the conclusion that the trial Judge in making the order . exceeded his powers . The trial Judge in effect disposed in these interlocutory proceedings, of one of the main issue in the action". Στην υπόθεση αυτή το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέδωσε με ενδιάμεσο διάταγμα την κατοχή του επίδικου αντικειμένου. Σε έφεση εναντίον της απόφασης η έφεση έγινε δεκτή και το Ανώτατο Δικαστήριο τροποποίησε το διάταγμα για να διατηρηθεί το status quo εκκρεμούσης της εκδίκασης της αγωγής. Στην υπόθεση Chandubhai Bhimjivani v. Solon Gregoriou
(1980)1 Α.Α.Δ. σ. 14, στη σ. 17, λέχθηκε: «We do not agree that in view of the judgment in the earlier case of Michael v. Brevinos Limited,
(1969)1 C.L.R. 578, and because in the action from which this appeal has arisen the parties are contesting the right of each other to possess the car in question, in addition to their dispute about the ownership of the car, it was not possible for the trial Court to make an interim order to the effect that the car should remain in the possession of the respondent pending the determination of the action. In our opinion the Michael case, which was decided on the basis of its own particular facts, has laid down sound and still applicable principles of law, but such principles have to be applied in the light of the special circumstances of each individual case; and in the present case we find that there was no legal impediment to the car being prossessed and used by the respondent pending the determination of the action. A case in which the Michael case, supra, has been considered, and in which possession of the subject matter of the proceedings was delivered to one of the parties pending the conclusion of the proceedings, is Tafco (Foreign Organization for Chemicals and Foodstuffs) of Syria (No. 1) v. The Ship "Lambros L and her Cargo,
(1977)1 C.L.R. 143, 148." (Η υπογράμμιση είναι δική μου) Από τα πιο πάνω φαίνεται πως δεν είναι επιθυμητό με το ενδιάμεσο διάταγμα να παρέχεται ουσιαστικά η ίδια θεραπεία που επιζητείται με την κύρια αίτηση, χωρίς, ωστόσο, τούτο ν΄ αποκλείεται εκεί και όπου οι περιστάσεις το απαιτούν.» Καταλήγοντας θα ήθελα ν΄ αναφέρω πως τα Δικαστήρια σε θέματα γονικής μέριμνας έχουν συμφυή εξουσία να προστατεύουν τους ανηλίκους κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις [Βλ. Nora El Hani El Sayegh, Πολ. ΄Εφεση 8236 της 28/7/92]. Ως αναφέρεται στους Halsbury´s Laws of England, 3rd Edition, Vol. 21: "Infants have always been treated as specially under the protection of the Sovereign, who, as parens patriae, had the charge of persons not capable of looking after themselves. This jurisdiction over infants was formerly delegated to be exercised by the Lord Chancellor; through him it passed to the Court of Chancery and is now vested in the Chancery Division of the High Court of Justice. It is independent of the question whether the infant has any property or not, or whether he is a foreign subject." Στην υπόθεση P. (G.E.) (an infant)
(1964)3 All E.R. 977 ένα απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Pearson L.J. είναι πολύ σχετικό. Το παραθέτω: "It is clear from the authorities that the English court has, by delegation from the sovereign, jurisdiction to make a wardship order whenever the sovereign as parens patriae has a quasi-parental relationship towards the infant." Ως λέχθηκε στην Nora El Hani El Sayegh, (ανωτέρω) «[α]υτή η δικαιοδοσία των Αγγλικών Δικαστηρίων και ειδικότερα του Chancery Court ... αποτέλεσε μέρος των Αρχών της Επιείκειας (Principles of Equity) ............................ ο περί Δικαστηρίων Νόμος 14/60, άρθρο 29, εδάφιο (γ) προνοεί πως έκαστο Δικαστήριο κατά την άσκηση της πολιτικής ή ποινικής του δικαιοδοσίας, θα εφαρμόζει εκτός των άλλων το Κοινόν Δίκαιον (Common Law) και τας Αρχάς της Επιείκειας (Equitiy), εκτός εάν άλλη πρόβλεψις εγένετο ή θα γίνη υπό οιουδήποτε νόμου εφαρμοστέου ή γενομένου δυνάμει του Συντάγματος....». Και καταλήγει η απόφαση: «Αυτή τη συμφυή καθ΄ ύλη αρμοδιότητα, που έχουν τα Αγγλικά Δικαστήρια, την έχουν και τα Κυπριακά Δικαστήρια, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 και το Σύνταγμα, τα Δικαστήρια μας εφαρμόζουν τις Αρχές της Επιείκειας και συνεπώς, πέραν από τις πρόνοιες του Κεφ. 277, τα Επαρχιακά Δικαστήρια έχουν αρμοδιότητα που απορρέει από την ίδια συμφυή εξουσία που έχουν τα Αγγλικά Δικαστήρια να εκδικάζουν υποθέσεις κηδεμονίας και γενικά προστασίας ανηλίκων, η οποία βασίζεται στην απλή και μόνο παρουσία των ανηλίκων στην κατά τόπο αρμοδιότητά τους. Μια τέτοια δικαιοδοσία είναι αναγκαίο να υπάρχει για να μπορούν τα Δικαστήρια μας να προστατεύουν αποτελεσματικά τα έχοντα ανάγκη προστασίας νεαρά πρόσωπα.» Τα Οικογενειακά Δικαστήρια που συστάθηκαν από τον περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμο του 1990 (Αρ. 23/90) δε στερούνται της πιο πάνω συμφυούς εξουσίας. Θέματα που σχετίζονται με τη γονική μέριμνα των ανηλίκων μετά την τροποποίηση του άρθρου 111 του Συντάγματος από τον περί της Πρώτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμο του 1989 (Αρ. 95/89) έχουν υπαχθεί και στην καθ΄ ύλη δικαιοδοσία των Οικογενειακών Δικαστηρίων (Jurisdiction Rationae Materiae), ως «.... ζήτημα των ανηκόντων εις την ελληνικήν ορθόδοξον εκκλησίαν, σχέσιν έχον προς ... τας οικογενειακές σχέσεις....» (Βλ. ΄Αρθρο 111.2Α του Συντάγματος). Η καθ΄ ύλη δικαιοδοσία των Οικογενειακών Δικαστηρίων δεν ασκείται σε κάθε περίπτωση ανηλίκου, αλλά μόνο εκεί όπου η νομική κατάσταση των διαδίκων τους εντάσσει στην αποκλειστική του αρμοδιότητα (Jurisdiction Rationae Persona). Η τελευταία καθορίζεται από το ΄Αρθρο 111.2 Α του Συντάγματος με τη φράση «παν ζήτημα των ανηκόντων στην ελληνικήν ορθόδοξον εκκλησίαν ...» και από τον περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμο του 1990, ως τον ιδρυτικό νόμο των Δικαστηρίων αυτών. [Βλέπε άρθρο 11 και 16
(3)του Ν. 23/90 ως τροποποιήθηκε από το Ν. 88(Ι)/94και 16
(3)του Ν. 23/90 ως τροποποιήθηκε από το Ν. 88(Ι)/94και την υπόθεση Philippou v. Philippou
(1986)1 C.L.R. 689]. Συνακόλουθη με την πιο πάνω δικαιοδοσία που παραχωρήθηκε στα Οικογενειακά Δικαστήρια και που δεν εξετάζεται εξαντλητικά στα πλαίσια της παρούσας υπήρξε και η κατάργηση του περί Ανηλίκων και Ασώτων Νόμου, Κεφ. 277 στην έκταση που αφορούσε τους ανήλικους από το άρθρο 43 του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 [Βλ. και ΄αρθρο 2 του Ν. 216/90 ως τροποποιήθηκε από τον Ν. 95(Ι)/95]. Θα ήταν χρήσιμο να λεχθεί πως η υπόθεση Nora El Hani El Sayegh αφορούσε παρεμπίπτον διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού το οποίο, μεταξύ άλλων, εμποδιζόταν η έξοδος ανηλίκων από την Κύπρο μέχρι την εκδίκαση της αίτησης ή νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Η εξουσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου κρίθηκε με προνομιακό διάταγμα Σερτιοράρι. Θεωρήθηκε, πρωτόδικα, ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο εστερείτο τέτοιας δικαιοδοσίας, γιατί οι ανήλικοι δεν είχαν τη μόνιμη διαμονή τους στη Λεμεσό και κατ΄ έφεση πως το Επαρχιακό Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία και πως ο όρος «διαμονή» στο άρθρο 2 του Κεφ. 277 δεν απέκλειε επέκταση της δικαιοδοσίας στις περιπτώσεις εκείνες όπου ο ανήλικος βρίσκεται στη δικαιοδοσία του.» Ως αναφέρθηκε στην υπόθεση Nora El Hani El Sayegh «..... η δικαιοδοσία αυτή θα πρέπει να εφαρμόζεται με προσοχή και κάτω από τις ίδιες αρχές και προϋποθέσεις που την εφαρμόζουν τα Αγγλικά Δικαστήρια. Αυτές οι αρχές και οι προϋποθέσεις αναφέρονται στα αποσπάσματα της αγγλικής νομολογίας που αναφέραμε». Δεν κρίνω σκόπιμο να μεταφέρω στην απόφαση μου τ΄ αποσπάσματα της αγγλικής νομολογίας, γιατί τέτοια έκταση δεν δικαιολογείται στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Διατηρώ όμως κατά νουν τις αρχές και προϋποθέσεις και καθοδηγούμαι από αυτές στην κρίση της περίπτωσης που εξετάζω.» Η περίπτωση της ανήλικης Χριστίνας δε διαφέρει από αυτή των ανηλίκων Χαράλαμπου και Ιάσωνα Ανδρέα. Είναι σήμερα ηλικίας δέκα και έξι χρονών αντίστοιχα. Στο πλαίσιο της εναρκτήριας αίτησης θα έχουν την ευκαιρία να εκφράσουν τη δική τους γνώμη και μέχρι τότε η παραμονή τους στην Κύπρο είναι αναγκαία. Η μαρτυρία της μητέρας δεν αναιρεί εκείνη του πατέρα. Απεναντίας τα όσα αναφέρει ως επιπρόσθετα στοιχεία καθιστούν την ένσταση της χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Για να γίνω σαφέστερος λέγω τούτω· αφού είναι έξω από τους στόχους της να μεταφέρει τα ανήλικα στο εξωτερικό προς τι η τόσο σθεναρή αντίδραση σ΄ ένα διάταγμα που δεν της προκαλεί την παραμικρή δυσχέρεια; Γιατί το χαρακτηρίζει τόσο δραστικό, αφού καμμιά επίδραση δεν έχει στη ζωή της; Τα παραπάνω δίνουν απάντηση στους λόγους 2, 4, 6 και 8 της ειδοποίησης ένστασης της μητέρας. Οι λόγοι 1, 3, 5 και 7 έχουν ως κοινό υπόβαθρο την μη εκπλήρωση από μέρους του πατέρα του καθήκοντος για πλήρη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων. Όσα στη συνέχεια αναφέρω παρέχουν την απάντηση σε όλους. Μεταφέρω εδώ όσα είχα την ευκαιρία να αναλύσω στην υπόθεση Περιουσιακών Διαφορών 57/2002 Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού, Daphnee France Marie Reckendorfer v. Wolfgang Reckendorfer κ.ά. της 13.03.2003: «Η κυπριακή νομολογία είναι ευθυγραμμισμένη με την αγγλική. Η παράφραση των όσων καταγράφει ο Ralph Gibson L.J. στην υπόθεση Brinks-MAT v. Elcombe [1983] 3 All E.R. 188, στη σ. 192 είναι πολύ διαφωτιστική:
(1)Ο ενάγοντας οφείλει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων.
(2)Ποια γεγονότα είναι ουσιώδη αποφασίζεται από το δικαστήριο, όχι από τον ενάγοντα ή το συνήγορό του.
(3)Το καθήκον του ενάγοντα δεν περιορίζεται σε γεγονότα που είναι στη γνώση του, εάν προέβαινε σε έρευνα πριν την καταχώρηση της αγωγής του.
(4)Η έκταση της έρευνας που απαιτείται εξαρτάται από τη φύση της υπόθεσης, τις πιθανές συνέπειες του διατάγματος στον εναγόμενο, το βαθμό του επείγοντος και του χρόνου που έχει στη διάθεσή του για έρευνα.
(5)Το Δικαστήριο οφείλει να στερήσει τον ενάγοντα από πλεονέκτημα που απεκόμισε εξαιτίας της παράβασης του καθήκοντος του.
(6)Καταπόσο το δικαστήριο θ΄ ακυρώσει το διάταγμα χωρίς να το εξετάσει στην ουσία σχετίζεται άμεσα με τη σπουδαιότητα του αποκρυβέντος γεγονότος.
(7)Το δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να διατάξει τη συνέχιση του διατάγματος ή να εκδώσει άλλο υπό όρους, ανεξάρτητα εάν έχει αποδειχθεί απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος. [Βλ. από τις κυπριακές αποφάσεις μεταξύ άλλων την Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co. Ltd. κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597]. Είμαι της γνώμης πως η διαπίστωση του Slade L.J. στην πιο πάνω αγγλική απόφαση αναδεικνύεται ορθή και για τον τόπο μας. Λέγει στη σ. 194: "I have suspected signs of a growing tendency on the part of some litigants against whom ex parte injunctions have been granted, or of their legal advisers, to rush to the R V Kensington Income Tax Corms principle as a tabula maufragio, alleging material non-disclosure on sometimes rather slender grounds, as representing substantially the only hope of obtaining the discharge of injunctions in cases where there is little hope of doing so on the substantial merits of the case or on the balance of convenience». Παραφράζοντας τα πιο πάνω εισέρχομαι σε ό,τι η μητέρα θεωρεί ως παράβαση του καθήκοντος του πατέρα για αποκάλυψη. Φοβούμενη ότι θα αποτύγχανε στον ισχυρισμό της για απουσία των τριών βασικών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/60 θεώρησε ότι η αρχή για πλήρη αποκάλυψη θ΄ απέβαινε σανίδα σωτηρίας (taboula maufragio) για την ίδια. Γιατί δεν είναι ουσιώδη τα όσα εγείρει στην ένορκη δήλωσή της. Η διακοπή της συμβίωσης τους στο παρελθόν, οι εξίσου ισχυροί ή και ισχυρότεροι δεσμοί της με την Κύπρο, ο λόγος για τον οποίο διατηρεί λογαριασμό στη Νότιο Αφρική, το γεγονός ότι ο θετός πατέρας της απέθανε ή ότι ο βιολογικός της πατέρας καταγόταν από την Κύπρο, το ότι από 10.10.2010 θα μπορούσε, εάν ήθελε, να φυγαδέψει τα παιδιά και το ότι εργοδοτείται στην Κύπρο με όρο επιστροφής των εξόδων εκπαίδευσής της, εάν ήθελε εγκαταλείψει την εργασία της δεν θα είχαν την παραμικρή επίδραση στην κρίση μου μπροστά στους βάσιμους φόβους του πατέρα για μετακίνηση από εκείνη των παιδιών. Ό,τι ο πατέρας επιδιώκει είναι να γνωρίζει πού βρίσκονται τα παιδιά του σε κάθε χρονική στιγμή και τούτο δεν είναι μόνο δικαίωμά του, αλλά και καθήκον του. «Το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience) κλίνει υπέρ του πατέρα» [Βλ. 1. Ιωάννης Κυριάκου ΄Οξυνου κ.ά. ν. Μαρία Ρόλυ Λου, Π.Ε. 310/08 της 17.06.2008]. Τα προσκόμματα που προέβαλε για τη μη παράδοση των διαβατηρίων κατέστησαν επάναγκες για τον πατέρα την έναρξη της παρούσας διαδικασίας και το εκδοθέν απαγορευτικό διάταγμα. Συνακόλουθα το διάταγμα της 5.08.2011 καθίσταται οριστικό με έξοδα υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Καθ΄ης η αίτηση, τα οποία θα καταβληθούν στο τέλος. (Υπ.) .................................. Σ. Κ. Καρατσής, Π. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.