← Κύπρος

Τatiana Volnoskaya ν. David Stewart, Αίτηση Αρ.: 48/07, 21/2/2011

Τatiana Volnoskaya ν. David Stewart, Αίτηση Αρ.: 48/07, 21/2/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODPAF:2011:1 ΣΤΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Δικαιοδοσία Περιουσιακών Διαφορών ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Χ" Αθανασίου-Σιαμτάνη, Δ. Αίτηση Αρ.: 48/07 Μεταξύ: Τatiana Volnoskaya, από Πόλη Χρυσοχούς, Πάφο Αιτήτριας - και - David Stewart, από Τάλα, Πάφο Καθ´ ου η αίτηση -------------------------------- Αίτηση Τροποποίησης, ημερομηνίας 3.11.2010 Ημερομηνία: 21/2/2011 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια στην Αίτηση Τροπ.-Αιτήτρια στην εναρκτήρια αίτηση: κα. Γ. Ζυμπουλάκη για Μ. Κυπριανού & Σία (για ν΄ ακούσει την απόφαση, κα. Χρ. Φιλίππου) Για Καθ' ου η αίτηση στην Αίτηση Τροπ.-Καθ' ου η αίτηση στην εναρκτήρια αίτηση: κ. Παύλος Ευθυμίου για Παύλος Ευθυμίου ΔΕΠΕ (για ν΄ ακούσει την απόφαση, κ. Δ. Δανιήλ) ---------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσας αίτησης είναι αίτημα της αιτήτριας για τροποποίηση και διόρθωση του τίτλου της εναρκτήριας αίτησης και για τροποποίηση της αιτούμενης θεραπείας. Συγκεκριμένα ζητούνται τα ακόλουθα: "Α. Διάταγμα και/ή Διαταγή του Δικαστηρίου για τροποποίηση και διόρθωση του τίτλου της αίτησης με τον ως άνω αριθμό και τίτλο ως ακολούθως: "TATIANA VORNOVSKAYA, Μ. Αλεξάνδρου 6, Πόλη Χρυσοχού, Πάφος και Παύλου Γ. Ευθυμίου ως εκτελεστή της διαθήκης του αποβιώσαντος David Stewart Hill εκ Πάφου" Β. Διάταγμα και/ή διαταγή του Δικαστηρίου για τροποποίηση της Αιτούμενης Θεραπείας της αίτησης ως ακολούθως:

  1. Την προσθήκη μετά την παράγραφο Δ της αίτησης των πιο κάτω παραγράφων: «Ε) Απόφαση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Καθ' ου η αίτηση να μεταβιβάσει και/ή ενεργήσει ούτως ώστε να μεταβιβαστεί και εγγραφεί επ' ονόματι της Αιτήτριας σε οποιοδήποτε ποσοστό ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο επί της κινητής και ακίνητης περιουσίας η οποία βρίσκεται στην Κύπρο ή σε οποιαδήποτε άλλη χώρα, η οποία κατά τον χρόνο κατά τον οποίο υπήρχε διακοπή της συμβίωσης των διαδίκων και/ή διάσταση ήταν εγγεγραμμένη και/ή αναμένεται να εγγραφεί επ' ονόματι του καθ' ου η αίτηση και/ή της περιουσίας η οποία άμεσα ή έμμεσα βρισκόταν κατά τον ίδιο χρόνο υπό την κατοχή ή τον έλεγχο του και/ή της οποίας ο Καθ' ου η αίτηση ήταν δικαιούχος και/ή εδικαιούτο την εγγραφή επ' ονόματι του. ΣΤ) Διάταγμα ακύρωσης κάθε μεταβίβασης, διάθεσης και/ή επιβάρυνσης της περιουσίας του Καθ' ου η αίτηση και/ή οποιοδήποτε μέρος της, η οποία καταστρατηγεί τις πρόνοιες του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου 232/91 και η απεμπολή τα δικαιώματα της Αιτήτριας. Ζ) Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου θα διατάσσεται ο καθ' ου η αίτηση όπως αποκαλύψει και παραχωρήσει εις την αιτήτρια πλήρεις και λεπτομερείς λογαριασμούς των περιουσιακών στοιχείων και λογαριασμών για όλα τα ενδιάμεσα και/ή άλλως κέρδη από την έναρξη της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων μέχρι την ημερομηνία της διάστασης.» 1) Την αντικατάσταση της λέξης οι «διάδικοι», με την φράση «η αιτήτρια και ο David Steward Hill». 2) Δια της διαγραφής της παραγράφου 1 των γεγονότων της αίτησης και την αντικατάσταση της ως εξής: «Η αιτήτρια είναι Ρωσίδα υπήκοος και ο David Steward Hill, ήταν υπήκοος του Ηνωμένου Βασιλείου». 3) Δια της προσθήκης μετά την παράγραφο 1 της παραγράφου 2 των Γεγονότων της Αίτησης ως ακολούθως: «Ο καθ' ου η αίτηση, καθίσταται διάδικος ένεκα της ιδιότητας του ως του εκτελεστή της διαθήκης του αποβιώσαντος David Stewart Hill, εκ Πάφου». 4) Δια της διαγραφής της παραγράφου 2 των γεγονότων της αίτησης και την αντικατάσταση της ως εξής: «Οι διάδικοι έχουν τελέσει πολιτικό γάμο στο Δημαρχείο Γεροσκήπου στις 14/05/2005». 5) Την προσθήκη μετά της παραγράφου 5 των γεγονότων της αίτησης της ακόλουθης παραγράφου: «Ο David Stewart Hill, εξαφανίστηκε ξαφνικά από την συζυγική οικία που διατηρούσε με την αιτήτρια, χωρίς να της δώσει καμία εξήγηση για το που βρισκόταν. Εν τέλει, η αιτήτρια ανακάλυψε ότι ο David Stewart Hill, βρισκόταν στο σπίτι της πρώτης συζύγου του και ότι ουσιαστικά την είχε εγκαταλείψει». 6) Την διαγραφή της παραγράφου 6 των γεγονότων της αίτησης και την αντικατάσταση της ως εξής: «Η αιτήτρια και ο David Stewart Hill, διατηρούσαν σχέσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα και σκόπευαν να επισημοποιήσουν την σχέση τους όπως και έγινε, καθώς η αιτήτρια και ο David Stewart Hill, παντρεύτηκαν με πολιτικό γάμο στο Δημαρχείο Γεροσκήπου στις 14/05/2005». 7) Την διαγραφή της παραγράφου 7 των γεγονότων της αίτησης και την αντικατάσταση της ως εξής: «Η αιτήτρια προέβη στην αγορά του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 7458, Φύλλο/Σχέδιο ΧΧΧV/13, τεμάχιο 251 στην περιοχή Αλακάτια στο χωριό Περιστερώνα της Επαρχίας Πάφου. Το εν λόγω ακίνητο ενεγράφη επ' ονόματι του David Stewart Hill, κατά ή περί τις 13/05/2005, εφόσον αυτός και η αιτήτρια θα παντρεύονταν την επόμενη μέρα, καθώς η αιτήτρια δεν είχε δικαίωμα κατά τον χρόνο αγοράς του ακινήτου να αποκτήσει ακίνητη ιδιοκτησία στην Κυπριακή Δημοκρατία. Η αγορά του ως άνω αναφερομένου ακινήτου έγινε με χρήματα της αιτήτριας και ο David Stewart Hill, δεν είχε καμία συνεισφορά στην αγορά του εν λόγω ακινήτου». 8) Την προσθήκη μετά την παράγραφο 10 των γεγονότων της αίτησης των ακόλουθων παραγράφων: «Καθ' όλη την διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων η αιτήτρια εργαζόταν σκληρά στο κατάστημα που διατηρούσε στην Πόλη Χρυσοχούς και συντηρούσε οικονομικά την οικογενειακή εστία καθώς ο David Stewart Hill, ο οποίος το μέγιστο χρονικό διάστημα της συμβίωσης τους δεν εργαζόταν ένεκα των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε. Η αιτήτρια συντηρούσε και/ή στήριζε οικονομικά τον David Stewart Hill, από τα χρήματα που κέρδιζε από την προσωπική της εργασία». «Κατά την διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης τους, η αιτήτρια και ο David Stewart Hill, διέμεναν στην κατοικία που διατηρούσε η αιτήτρια και χρησιμοποιείτο ως ο τόπος διαμονής τους. Η αιτήτρια ανέλαβε αποκλειστικά την συντήρηση της συζυγικής εστίας και την φροντίδα του David Stewart Hill, ο οποίος αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας.» «Η αιτήτρια λαμβάνοντας υπόψη την αξία της περιουσίας του καθ' ου η αίτηση κατά τον χρόνο έναρξης της έγγαμης τους συμβίωσης και την αύξηση στην περιουσία του κατά τον χρόνο της διάστασης τους δικαιούται σε ολόκληρο το ποσοστό της περιουσίας της οποίας ανήκει στον David STEWART Hill.» «Η αιτήτρια επιφυλάσσει το δικαίωμα της να διεκδικήσει από τον καθ' ου η αίτηση τη συνεισφορά της για οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο ήθελε αποκαλυφθεί στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης και/ή δυνάμει σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου». Δ) Διάταγμα του Δικαστηρίου όπως η αρίθμηση των παραγράφων μετατραπεί με την προσθήκη των νέων παραγράφων και/ή υποπαραγράφων. Ε) Άδεια για συνέχιση της διαδικασίας. ΣΤ) Τα έξοδα της αίτησης. Ζ) Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα το Σεβαστό Δικαστήριο θεωρήσει εύλογο και δίκαιο." Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.25 Θ. Θ.1-6, Δ.48 Θ1, Θ2, Θ9, Δ.12 Θ.1,2,3,4, στον περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Διαδικαστικό Κανονισμό και στη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου Τα γεγονότα στα οποία η αιτήτρια βασίζει την αίτησή της για τροποποίηση εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση της δικηγόρου, κ. Φιλίππου, η οποία, όπως αναφέρει, είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση. Σ' αυτήν αναφέρει ότι έχουν πρόσφατα διοριστεί ως δικηγόροι της αιτήτριας και ανέλαβαν την εκπροσώπησή της στα πλαίσια της παραπάνω αίτησης. Ότι ο καθ' ου η αίτηση απεβίωσε στις 23/10/2008 στην Πάφο και εκτελεστής της διαθήκης του διορίστηκε ο δικηγόρος κ. Παύλος Ευθυμίου. Επιπρόσθετα, ότι μετά από προσεκτικότερη μελέτη του φακέλου, διαπίστωσαν ότι χρειάζεται η τροποποίηση της αίτησης για να διορθωθούν λάθη που υπήρχαν στο κείμενο της αίτησης, αλλά και για να αποκρυσταλλωθούν καλύτερα τα επίδικα θέματα. Επίσης, ότι μετά το θάνατο του καθ' ου η αίτηση, η αιτήτρια είχε πρόθεση να προβεί στην αλλαγή του δικηγόρου της. Επειδή όμως ο προηγούμενος δικηγόρος της αρνείτο να της παραδώσει το φάκελο της υπόθεσης ένεκα οικονομικών διαφορών, η αίτηση για τροποποίηση δεν ήταν δυνατόν να καταχωρηθεί προηγουμένως. Και ότι, ο λόγος της καθυστέρησης στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης, οφειλόταν αποκλειστικά στο γεγονός αυτό. Στη μη έγκαιρη παραλαβή του φακέλου από τον προηγούμενο δικηγόρο, γεγονός που καθιστούσε την ανάληψη της υπόθεσης από νέο δικηγόρο δυσχερή. Περαιτέρω, αναφέρει ότι μετά την παραλαβή του φακέλου, η αιτήτρια αιτήθηκε νομική αρωγή ώστε να καλύψει τα έξοδά της. Πιστεύει ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία ώστε να προσδιοριστούν με ακρίβεια οι διάδικοι στην υπόθεση, καθώς και η απαίτηση της αιτήτριας εναντίον του καθ' ου η αίτηση, χωρίς να μεταβάλλεται η βάση και το υπόβαθρο της αγωγής. Και ότι, σε αντίθετη περίπτωση, θα επηρεαστεί η αιτήτρια ως προς την ολοκληρωμένη παρουσίαση της απαίτησής της ενώπιον του Δικαστηρίου και τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Ακόμα, υποστηρίζει ότι η αίτηση γίνεται καλόπιστα, χωρίς κακοπιστία και ότι η έγκρισή της δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε βλάβη στον καθ' ου η αίτηση Στην αίτηση για τροποποίηση αντέδρασε η άλλη πλευρά η οποία προέβαλε τους ακόλουθους λόγους, για του οποίους το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να επιτρέψει την τροποποίηση. Κρίνω ορθό να τους παραθέσω αυτούσιους: "Α. Δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις του Νόμου για την ζητούμενη με την αίτηση θεραπεία, αφού δεν υπάρχει καμιά ουσιαστική και /ή νομική βάση στην αίτηση. Β. Η αιτήτρια με την αίτησή της επιχειρεί κατ' ανεπίτρεπτο τρόπο την εισαγωγή νέων βάσεων στην αίτηση της και νέων θεραπειών. Γ. Η αιτήτρια είναι κακόπιστη, και έρχεται στο Δικαστήριο με όχι καθαρά χέρια." Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένστασή του, αναφέρονται σε ένορκη δήλωση του δικηγόρου του αποβιώσαντος. Ο τελευταίος, αφού αναφέρει ότι είναι ο εκτελεστής της διαθήκης του αποβιώσαντος καθ' ου η αίτηση και έχει άμεσα και προσωπικά ενασχοληθεί με την υπόθεση αυτή, ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση στις 20/1/
  2. Κατά την ημέρα εκείνη, οι συνήγοροι των διαδίκων παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις στις οποίες πρόβαλε ο καθένας τη θέση του. Η δικηγόρος της αιτήτριας, στη δική της επιχειρηματολογία, υποστηρίζει ότι η αίτηση θα πρέπει να γίνει αποδεκτή. Καθώς οι αιτούμενες τροποποιήσεις έχουν σκοπό τη σαφέστερη και πληρέστερη παρουσίαση της υπόθεσης της αιτήτριας προς το Δικαστήριο, τον προσδιορισμό του προσώπου των διαδίκων και την αποκρυστάλλωση των επίδικων θεμάτων, τα οποία εκ λάθους ή εκ παραδρομής δεν τοποθετήθηκαν επί του κειμένου της αίτησης, ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιόν του όλα τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης. Εισηγείται περαιτέρω ότι δεν μεταβάλλεται η βάση της αγωγής, ούτε και υπάρχει κακοπιστία από μέρους της αιτήτριας. Επίσης, ότι με την αιτούμενη τροποποίηση η αιτήτρια επιθυμεί να προωθήσει όλα τα νόμιμα δικαιώματά της και ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν επιτραπεί. Αντίθετα ο καθ' ου η αίτηση δεν θα υποστεί καμία βλάβη η οποία δεν μπορεί να καλυφθεί με τα έξοδα. Εξηγεί ακόμα, ότι η καθυστέρηση οφείλεται σε άρνηση του προηγούμενου δικηγόρου της αιτήτριας να παραδώσει το φάκελο ένεκα οικονομικών διαφορών, που είχαν με την αιτήτρια. Τέλος είναι η θέση της ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να δώσει άδεια για συνέχιση της διαδικασίας εναντίον του εκτελεστή ενόψει του θανάτου του καθ' ου η αίτηση. Ο κ. Ευθυμίου, στον αντίποδα, επικεντρώθηκε στο χρόνο που διέρρευσε από το θάνατο του καθ' ου η αίτηση, για να υποβάλει την αίτηση τροποποίησης, υποβάλλοντας ότι ενώ ο θάνατος του καθ' ου η αίτηση επήλθε στις 23/10/2008, η αίτηση καταχωρήθηκε στις 3/11/2010, με πολλή καθυστέρηση. Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι, αν ο χρόνος, ως παράγοντας που συνεκτιμάται στις αιτήσεις τροποποίησης, δεν είναι το πιο ουσιαστικό στοιχείο, εντούτοις, κάτω από τέτοιες περιστάσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει και τον παράγοντα αυτό σε σχέση με την κακοπιστία της αιτήτριας. Παραπέμποντας, τέλος, σε σχετική νομολογία για τις αρχές οι οποίες εφαρμόζονται σε μια αίτηση τροποποίησης, υπέβαλε ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα σε βάρος της αιτήτριας, αναφέροντας περαιτέρω, ότι ο καταθέτης ουσιαστικά υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης, όπως φαίνονται στο σώμα της ένστασής του. Νομική Πτυχή Η Δ.25 Θ. 1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών αποτελεί το δικαιοδοτικό βάθρο εξέτασης τέτοιων αιτήσεων. Προβλέπει τα ακόλουθα: "Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή να τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που αμφισβητούνται μεταξύ των διαδίκων." Οι αρχές οι οποίες διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να εγκρίνει τροποποίηση των δικογράφων έχουν αναλυθεί εκτενώς σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η σύγχρονη τάση είναι ότι τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου, βέβαια, ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποτιμηθεί με χρήμα [Βλ. Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου

(1991)1 Α.Α.Δ. 934]. Στην υπόθεση Geto Trading Import /Export. v. Το Πλοίο Μ V Vladimir Vaslyayev (αρ. 4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 714, τονίστηκε πως το κυρίαρχο στοιχείο που λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις πραγματικές διαφορές. Στην αγγλική επίσης υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Ltd
(1970)2 All E. R. 754, τέθηκε η θεμελιώδης αρχή εξέτασης αίτησης τροποποίησης. Λέχθηκαν τα πιο κάτω: "I start with the principle, well settled, than an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here." Στην Astor Manufacturing and Exporting Co. και άλλων v. Levendis και άλλων
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, επίσης ειπώθηκαν τα εξής αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου: "Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης." Αναφορικά με τη φύση των ισχυρισμών που μπορούν να εισαχθούν με την τροποποίηση έχει λεχθεί στην υπόθεση SABA and Co ) T.M.P Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, ότι η διαπίστωση πως επιδιώκεται νέα βάση αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο στην απόρριψη της αίτησης. Το Δικαστήριο, όμως, θα απορρίψει την αίτηση αν επιδιώκεται ριζική μετατροπή της αξίωσης. Οι παραπάνω αρχές συνοψίστηκαν στην πρόσφατη απόφαση Νικολάου v. Μιλτιάδους,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005. Το Εφετείο είπε επί του προκειμένου: "Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στη Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το Δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων." Ακόμα στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Χατζηχρήστου και Υιοί Λτδ v. Oralia Travel και Tours Ltd,
(2007)1 Α.Α.Δ. 650, η πρωτόδικη απόφαση με την οποία επιτράπηκε η τροποποίηση της υπεράσπισης επικυρώθηκε. Η τροποποίηση σ' εκείνη την περίπτωση εγκρίθηκε σε πολύ προχωρημένο στάδιο και μετά το κλείσιμο της υπόθεσης για τους εναγομένους. Αποσκοπούσε δε στη διόρθωση ονόματος εταιρείας, ώστε οι αναφορές που έγιναν να συνάδουν με τη δοθείσα μαρτυρία. Εξηγήθηκε πως για το λάθος δεν είχε ενημερωθεί εξ αρχής ο δικηγόρος τους. Απορρίπτοντας, το Εφετείο, τους λόγους εφέσεως, έκρινε πως δεν δικαιολογείτο παρέμβαση στον τρόπο με τον οποίο άσκησε τη διακριτική του εξουσία του το Πρωτόδικο Δικαστήριο. Ανέφερε σχετικά: "Η δυνατότητα τροποποίησης δεν υπόκειται σε χρονικό περιορισμό. Σύμφωνα με τη Δ.25
(1)μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας στο βαθμό που είναι απαραίτητη για την απόφαση επί των πραγματικών ζητημάτων που χωρίζουν τους διαδίκους. Η περίπτωση ήταν βεβαίως ακραία και είναι γεγονός πως μόνο ενόψει ιδιαίτερα ισχυρών λόγων, πάντοτε συνυπολογιζόμενης και της πιθανής βλάβης της άλλης πλευράς, δικαιολογείται τροποποίηση σε τόσο προχωρημένο στάδιο της δίκης. Ακόμα και υπό το δεδομένο πως δεν αποκλείεται ως θέμα αρχής, τροποποίηση με στόχο να συνάδει η μαρτυρία προς τις έγγραφες προτάσεις. Η νομολογία που αναφέρθηκε είναι σχετική αλλά είναι και πολλές άλλες οι περιπτώσεις που αιτήσεις τέτοιας μορφής εγκρίθηκαν ή απορρίφθηκαν, ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά τους και τους συσχετισμούς που προέκυπταν. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ενήργησε εν γνώσει όλων των παραμέτρων και δεν λειτούργησε υπό πλάνη αναφορικά με τους παράγοντες που θα έπρεπε να συνυπολογίσει. Είδε την ουσία του πράγματος. Πως το κυρίως αμφισβητούμενο, ως ο άξονας της υπεράσπισης, αφορούσε στο αν αποκάλυψαν ή όχι οι εφεσίβλητοι ότι ενεργούσαν υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα. Και πως, σε αυτό το πλαίσιο, ενόψει όλων των δεδομένων, το όνομα του πράγματι, κατά την εκδοχή των εφεσιβλήτων, αντιπροσωπευόμενου, ήταν λεπτομέρεια. Στην οποία δεν θα ήταν δίκαιο να εγκλωβιστούν, ενόψει και των χειρισμών που έγιναν, όταν μάλιστα ο όποιος επηρεασμός της άλλης πλευράς, μπορούσε να αντιμετωπιστεί." Εξέταση της αίτησης Έχοντας κατά νου τις παραπάνω αρχές, προχωρώ να εξετάσω τις εκατέρωθεν θέσεις. Και θεωρώ σωστό να ασχοληθώ καταρχάς με τη θέση ότι με την προτεινόμενες τροποποιήσεις επιχειρείται κατά τρόπο ανεπίτρεπτο η εισαγωγή νέων βάσεων αγωγής. Σημειώνοντας βέβαια ότι ο πιο πάνω λόγος ένστασης τίθεται γενικόλογα, χωρίς να παρέχονται λεπτομέρειες και επιχειρήματα. Έχω μελετήσει την εναρκτήρια αίτηση σε συνάρτηση με τις αιτούμενες τροποποιήσεις και δεν έχω διαπιστώσει να υπάρχει μεταβολή στη βάση της αγωγής. Εκείνο που ουσιαστικά αναδύεται από τις αιτούμενες τροποποιήσεις είναι η επιθυμία της αιτήτριας για επέκταση της απαίτησης και ο καλύτερος προσδιορισμός των θέσεων της σε σχέση με την επίδικη διαφορά. Η επέκταση των θεραπειών που επιζητεί η αιτήτρια και η παροχή λεπτομερειών για τη συνεισφορά της στην απόκτηση της περιουσίας κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων και της συμβίωσης τους, θεωρώ ότι δεν επιφέρουν ριζική μετατροπή της φύσης της επίδικης διαφοράς, ούτε εισάγουν νέα βάση αγωγής. Η αξίωση της αιτήτριας εναντίον του καθ' ου η αίτηση αφορά στην διεκδίκηση μεριδίου επί της επαύξησης της περιουσίας του καθ' ου η αίτηση, που προήλθε από τη δική της συμβολή, η οποία θα πρέπει να αποδειχθεί με θετική μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση με την εισαγωγή νέων θεραπειών δεν μεταβάλλεται ο χαρακτήρας της παρούσας διαφοράς. Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις, στρέφονται γύρω από τον πυρήνα της υπόθεσης που είναι η επίλυση των περιουσιακών διαφορών των διαδίκων ως πρώην συζύγων. Στην Ετήσια Πρακτική (Annual Practice) του 1959, στη σελίδα 627, αναφέρεται συγκεκριμένα: "The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case. But it will do so where the amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action". Άλλωστε, σύμφωνα με τη Διαταγή 20 1Α των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών: "Όπου μια έκθεση απαίτησης παραδίδεται ο Ενάγοντας μπορεί να τροποποιήσει ή επεκτείνει την απαίτηση του χωρίς τροποποίηση της οπισθογράφησης του κλητηρίου". Όσον αφορά την προσθήκη του εκτελεστή στην εκκρεμούσα διαδικασία, η συνέχιση διαδικασίας στην περίπτωση θανάτου, κάποιου διαδίκου προβλέπεται στη Διαταγή 12 των διαδικαστικών κανονισμών της πολιτικής δικονομίας, κανονισμό το οποίο επικαλείται η συνήγορος της αιτήτριας. Και το Δικαστήριο μπορεί να δώσει άδεια για συνέχιση της διαδικασίας μεταξύ των υπαρχόντων διαδίκων και του νέου διάδικου, εφόσον ο καθ' ου η αίτηση απεβίωσε κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, ακόμη και όταν η αίτηση υποβληθεί άνευ ειδοποιήσεως (ex parte). Επομένως η άδεια συνέχισης της διαδικασίας εναντίον του εκτελεστή της διαθήκης είναι οπωσδήποτε αποδεκτή. Ακόμα θεωρώ άδικο και ανεπιεικές να αρνηθώ τη διόρθωση του επωνύμου της αιτήτριας, εξαιτίας της λανθασμένης αναγραφής ενός γράμματος στο επώνυμο της αιτήτριας από τους προηγούμενους δικηγόρους της αιτήτριας. Δηλαδή αντί Volnovskaya που αναγράφηκε τη διόρθωση σε Vornovskaya. Το οποίο εν πάση περιπτώσει θα θεωρούσα και ως γραφικό λάθος το οποίο θα μπορούσε να διορθωθεί με τη Δ.25, 6 των περί πολιτικής δικονομίας διαδικαστικών κανονισμών. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω τον κυριότερο λόγο ένστασης του καθ' ου η αίτηση, που σχετίζεται με την καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, η οποία σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο του καθ' ου η αίτηση συνδέεται και με κακοπιστία της αιτήτριας. Και να αποφασίσω αν η σημειωθείσα καθυστέρηση αποβαίνει μοιραία για την αποδοχή του αιτήματος. Θεωρώ ορθό σε αυτό το σημείο να κάμω μια σύντομη αναδρομή στις διάφορες εμφανίσεις που σημειώθηκαν. Από το φάκελο της υπόθεσης, από τις δηλώσεις των συνηγόρων των δύο διαδίκων, προκύπτει ότι μέχρι τις 26/2/2009 δεν είχαν ετοιμαστεί ακόμα τα έγγραφα διαχείρισης. Συγκεκριμένα, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, ζητούσαν κατά την ημερομηνία εκείνη «μια νέα ημερομηνία για να τροποποιηθεί ο τίτλος». Ακολούθησαν εμφανίσεις ενώπιον του Δικαστηρίου στις οποίες αν και δεν εμφανίζονταν οι τότε δικηγόροι της αιτήτριας δεν ζητείτο από τους δικηγόρους του καθ' ου η αίτηση απόρριψη της αγωγής. Οι ισχυρισμοί της αιτήτριας για αλλαγή των δικηγόρων της φαίνεται ακόμα να επιβεβαιώνονται από το πρακτικό ημερομηνίας 3/6/2009 όπου οι δικηγόροι της ζήτησαν άδεια από το Δικαστήριο για να αποσυρθούν λόγω διαφωνίας χειρισμού της υπόθεσης. Η αιτήτρια τότε ζήτησε χρόνο να διορίσει νέο δικηγόρο χωρίς η άλλη πλευρά να φέρει ένσταση. Την 1η Ιουλίου 2009 ημερομηνία κατά την οποία επανορίστηκε η υπόθεση, η αιτήτρια ζήτησε περαιτέρω χρόνο για διορισμό δικηγόρου γιατί όπως δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου «υπάρχουν εκκρεμότητες με δικηγορικά έξοδα και δεν μου δίνει ο προηγούμενος δικηγόρος το φάκελο της υπόθεσης», χωρίς η άλλη πλευρά και πάλι να προβάλει οποιαδήποτε ένσταση στο αίτημα αυτό. Δεν θα αναφερθώ στις υπόλοιπες εμφανίσεις που ακολούθησαν μέχρι την καταχώρηση ειδοποίησης αλλαγής δικηγόρων η οποία καταχωρήθηκε στις 4/6/2010, οι οποίες φαίνονται στο φάκελο της διαδικασίας. Αρκεί να αναφερθεί ότι παρά το γεγονός ότι αποσύρθηκαν οι δικηγόροι της αιτήτριας και δεν είχε η αιτήτρια εξασφαλίσει τις υπηρεσίες δικηγόρων ακόμη, δεν ενίστατο η άλλη πλευρά στα αιτήματα για παραχώρηση χρόνου ώστε να διευθετηθούν οι οποιεσδήποτε της αιτήτριας οικονομικές εκκρεμότητες της αιτήτριας να μπορέσει να διορίσει νέους δικηγόρους οι οποίοι θα προχωρούσαν με σχετική αίτηση για τροποποίηση του τίτλου λόγω του θανάτου του καθ' ου η αίτηση. Στις 17/6/2010 εν τέλει, οι νέοι δικηγόροι της αιτήτριας, πληροφόρησαν το Δικαστήριο για το γεγονός διορισμού τους και για την πρόθεση τους να καταχωρήσουν αίτηση για τροποποίηση. Στις 21/9/2010 μετά τις καλοκαιρινές δικαστικές διακοπές και όταν η υπόθεση ορίστηκε για καθορισμό επιδίκων θεμάτων, ζητήθηκε περαιτέρω χρόνος για καταχώρηση αίτησης τροποποίησης του τίτλου βέβαια χωρίς να υπάρξει ένσταση από την άλλη πλευρά. Από τα παραπάνω, προκύπτει ότι υπήρξε κάποια καθυστέρηση στην καταχώρηση αίτησης τροποποίησης, χωρίς όμως αυτή να οφείλεται σε κακοπιστία της αιτήτριας. Όντως αποσύρθηκαν οι πρώτοι δικηγόροι της, η αιτήτρια παρέμεινε για κάποιο χρονικό διάστημα χωρίς δικηγόρο, από δε τις δηλώσεις των νέων δικηγόρων της που θα την εκπροσωπούσαν στη συνέχεια αλλά και της ίδιας ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν μπορούσε να παραλάβει την υπόθεση της λόγω οικονομικής αδυναμίας να διευθετήσει τις υποχρεώσεις της. Παρά το γεγονός ότι η αιτήτρια θα μπορούσε να εξασφαλίσει τα έγγραφα από το Πρωτοκολλητείο, εντούτοις δεν θα απέδιδα σε αυτήν κακή πίστη για την παράλειψη αυτή, γνωρίζοντας ότι υπήρχε το ενδεχόμενο να μην αναλάμβαναν νέοι δικηγόροι την υπόθεση της, χωρίς η ίδια να διευθετήσει τις οικονομικές της υποχρεώσεις. Και εν πάση περιπτώσει ο καθ' ου η αίτηση ο οποίος συναινούσε στα αιτήματα της αιτήτριας για παραχώρηση χρόνου για τα ζητήματα αυτά, δεν μπορεί να επικαλείται τώρα την καθυστέρηση για την απόρριψη της αίτησης αυτής. Το όλο ιστορικό της υπόθεσης και η πορεία της αίτησης δεν παρέχουν περιθώριο για την εξαγωγή συμπερασμάτων περί κακοπιστίας της αιτήτριας. Θα επαναλάβω το τι έχει λεχθεί από τη νομολογία ότι μια τροποποίηση πρέπει να επιτρέπεται έστω και αν ζητείται αργά, εάν είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων, μια και οποιαδήποτε δυσχέρεια προκληθεί από αυτή μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Η σύγχρονη δε τάση δε των Δικαστηρίων όπως βγαίνει από τη νομολογία είναι να επιτρέπουν στις κατάλληλες υποθέσεις τροποποιήσεις έστω και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή αβλεψίας νοουμένου ότι δεν προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Επομένως το γεγονός ότι η αίτηση καταχωρήθηκε με κάποια καθυστέρηση, δεν θα με οδηγούσε δίχως άλλο στην απόρριψη της. Κυρίαρχο στοιχείο για την έγκριση μιας αίτησης τροποποίησης, σύμφωνα με τα νομολογηθέντα, είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης, αλλά και η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων μεταξύ των διαδίκων. Θεωρώ δε ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης θα εξυπηρετείτο καλύτερα αν έδιδα άδεια για συνέχιση της διαδικασίας εναντίον του εκτελεστή της διαθήκης του αποβιώσαντος καθ' ου η αίτηση, προσθέτοντας τον ως αναγκαίο διάδικο, με την τροποποίηση του τίτλου της αίτησης, ακόμα αν έδιδα το δικαίωμα στην αιτήτρια να προσδιορίσει με σαφήνεια τους ισχυρισμούς εκείνους που θεμελιώνουν το αγώγιμο της δικαίωμα και ζητήσει τις θεραπείες που επιδιώκει στη βάση των διαφορών τους ως πρώην συζύγων. Λαμβάνοντας υπόψη μου το σύνολο των περιστατικών και τις ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης υπόθεσης, ότι δεν υπάρχει κακοπιστία αλλά η τροποποίηση ζητείται καλόπιστα, ότι η τροποποίηση δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά στην άλλη πλευρά η οποία δεν μπορεί ν' αποκατασταθεί με την καταβολή των εξόδων, ότι η οποιαδήποτε καθυστέρηση θα αντιμετωπιστεί με κατάλληλες οδηγίες του Δικαστηρίου για την έγκαιρη καταχώρηση των τροποποιημένων εγγράφων, αλλά και το γεγονός ότι ακόμη δεν έχει αρχίσει η ακροαματική διαδικασία, θεωρώ ορθό και δίκαιο να εγκρίνω την αίτηση. Από την τροποποίηση δημιουργήθηκαν και δημιουργούνται έξοδα τα οποία θα πρέπει να είναι σε βάρος του διαδίκου που προκάλεσε τη διαδικασία. Συνακόλουθα, εκδίδεται διάταγμα ως η αιτούμενη θεραπεία. Τροποποιημένη εναρκτήρια αίτηση να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος, υπεράσπιση στην τροποποιημένη εναρκτήρια αίτηση εντός 20 ημερών από την παραλαβή της και οποιαδήποτε απάντηση εντός περεταίρω 20 ημερών από την παραλαβή της υπεράσπισης. Τα έξοδα της αίτησης και αυτά που θα χαθούν λόγω της τροποποίησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του καθ' ου η αίτηση στην αίτηση τροποποίησης και εναντίον της αιτήτριας στην αίτηση τροποποίησης. (Υπ.) ................. Κ.Χ" Αθανασίου-Σιαμτάνη Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.