Κώστα Ξιούρου ν. Ελένης Κωνσταντίνου, Αρ. Αίτησης: 46/08, 2 Φεβρουαρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLAR:2011:7 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΓΑΜΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Καρατσή, Π., Χρ. Δημητρίου, Δ., Δ. Κούσιου, Δ. Αρ. Αίτησης: 46/08 Μεταξύ: Κώστα Ξιούρου Αιτητή και Ελένης Κωνσταντίνου Καθ΄ης η αίτηση Αίτηση ημερ. 26.1.2011 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 2 Φεβρουαρίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια-Καθ΄ης η αίτηση: κ. Α. Χατζηπαναγιώτου Για Καθ΄ού η αίτηση-Αιτητή: κ. Ν. Νικολάου Α Π Ο Φ Α Σ Η (Ex-tempore) Το διαζύγιο αποτελεί οικογενειακή σχέση που κατά το άρθρο 111.2.Α(α) του Συντάγματος, όπως τροποποιήθηκε από τον περί της Πρώτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμο του 1989 (Ν. 95/89)διαγιγνώσκεται από Οικογενειακό Δικαστήριο το οποίο σύγκειται εκ τριών δικαστών. Κατά δε το άρθρο 13 του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου του 1990 (Ν. 23/90«[ο]ι αποφάσεις του Οικογενειακού Δικαστηρίου, όταν αποτελείται από περισσότερους του ενός δικαστές, λαμβάνονται κατά πλειοψηφία.». Με τα παραπάνω ως προοίμιο προχωρώ στην υπό εξέταση αίτηση. Αφορά αίτημα για εξαίρεση μου από τη σύνθεση του Δικαστηρίου για λόγους που η Καθ΄ης η αίτηση παραθέτει στις οκτώ παραγράφους της ένορκης δήλωσης της που συνοδεύει την αίτηση της 26.01.11. Εστιάζει το αίτημά της στη δικαιολογημένη, ως διατείνεται, εντύπωση αρνητικής προκατάληψης από μέρους μου σε βάρος της και προσθέτει: «. ο κ. Σάββας Καρατσής συμπεριφερόταν έναντί μου μεροληπτικά δυσμενώς, και υπέρ του αιτητή μεροληπτικά ευμενώς.» Θα μεταφέρω στην απόφαση αυτή το υλικό της ένορκης δήλωσης της με το οποίο επιχειρεί να εκλογικεύσει το διάβημά της. Θα το πράξω σταδιακά, ώστε να τοποθετηθούν τα πράγματα σε ό,τι μου φαίνεται πως αποτελούν τη σωστή τους θέση. Θα επιχειρήσω παράλληλα αποδραματοποίηση του υλικού, που, αφού έτυχε της σχετικής διασκευής πήρε τη μορφή σεναρίου μεροληπτικής δήθεν αντιμετώπισης του Αιτητή σε βάρος των συμφερόντων της ιδίας. Στην προσπάθεια αυτή, ας μου επιτραπεί, χωρίς τούτο να σημαίνει πως υποτιμώ τη συμβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου του Αιτητή στο υπό εξέταση ζήτημα, να μη δανειστώ κανένα στοιχείο της δικής του επιχειρηματολογίας. Θα στηριχθώ στα απτά στοιχεία που εντοπίζονται στα πρακτικά της δίκης. Γιατί, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Σωτηριάδης ν. Βασιλείου κ.ά. (Αρ. 1) 1 Α.Α.Δ. 801, στη σ. 807: «[τ]α πρακτικά του δικαστηρίου, δεόντως πιστοποιημένα, αποτελούν τη μόνη πηγή γνώσης για τα διαδραματισθέντα ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου». Στην υπόθεση Αδελφοί Αναστασίου Λτδ ν. Μυλωνά
(1997)1 Α.Α.Δ. 1280 υπογραμμίζεται ότι «[τ]α πρακτικά αποτελούν πλήρη απόδειξη ως προς τη συζήτηση μιας υπόθεσης και το περιεχόμενό τους. Διαφορετικά η αναζήτηση εξωγενών στοιχείων ή περιστατικών θα καθιστούσε προβληματική τη διεκπεραίωση της εφετειακής δικαιοδοσίας.». Τέλος στην υπόθεση Αντώνης Μορφίτης ν. Δήμου Λεμεσού
(2002)2 Α.Α.Δ. 375 τονίζεται ότι τη μόνη αυθεντική εικόνα της δικαστικής διαδικασίας παρέχουν τα πρακτικά του δικαστηρίου. Παραπονείται λοιπόν η Καθ΄ης η αίτηση στην παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης της πως το Δικαστήριο απέρριψε αίτημά της για αναβολή της ακρόασης στις 16.06.
- Επρόκειτο για αίτημα στο οποίο η πλευρά του Αιτητή πρόβαλε ένσταση. Το αντιμετωπίσαμε δικαστικά. Η ομόφωνη απόφαση μας ελέγχεται βεβαίως από το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο. Παραπονείται ακόμη η Καθ΄ης η αίτηση στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσής της, [δεν υπάρχει παράγραφος 3 στην ένορκη δήλωση της], πως με απόφασή μας της 27.10.10 απορρίψαμε αίτημα της για τροποποίηση της υπεράσπισης της. Ενεργώντας εντός των δικαιωμάτων της η Καθ΄ης η αίτηση έχει ήδη καταχωρήσει έφεση εναντίον της απόφασης εκείνης. Η ομόφωνη απόφαση μας, ύστερα πάντως από ακροαματική διαδικασία, ελέγχεται δικαστικά από το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο. Παραπονείται τέλος η Καθ΄ης η αίτηση στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσής της για την αποδοχή με αποφάσεις μας, στη διάρκεια της επανεξέτασης, ενστάσεων της πλευράς του Αιτητή ως προς το επιτρεπτό των ερωτήσεων που της τέθηκαν. Πράγματι ύστερα από πέντε ενστάσεις από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Αιτητή δεν επιτρέψαμε πέντε ερωτήσεις που της τέθηκαν. Επακολούθησε η παρακάτω δήλωση του ευπαίδευτου συνήγορου της: «Ενόψει της θέσης του Δικαστηρίου ότι δεν θα δεκτεί καμία από τις ερωτήσεις μου δεν θα υποβάλω άλλες ερωτήσεις. Παραιτούμαι της επανεξέτασης.» Λέχθηκε τότε στον κ. Χατζηπαναγιώτου από το Δικαστήριο: «Το Δικαστήριο δεν έχει επιτρέψει ύστερα από ένσταση τις ερωτήσεις που τέθηκαν ως τώρα. Αγνοεί βεβαίως τις ερωτήσεις που θα ήθελε ο κ. Χατζηπαναγιώτου να υποβάλει. Αυτά που είπε καταγράφονται στο πρακτικό χωρίς οποιοδήποτε σχόλιο...» Στις πέντε ερωτήσεις του κ. Χατζηπαναγιώτου προβλήθηκαν ενστάσεις και δόθηκαν ομόφωνες αποφάσεις του Δικαστηρίου. Ελέγχονται και οι πέντε δικαστικά από το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο. ΄Αφησα επίτηδες τελευταία τα παράπονα της Καθ΄ης η αίτηση στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης της. Αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπο μου. Στις δικασίμους από 15.12.10 μέχρι και 19.01.11 ήμουν, διατείνεται, πασιφανώς είρωνας μαζί της. Στη δικάσιμο δε της 19.01.11 την διέκοπτα, προσθέτει, συνεχώς προτού ολοκληρώσει τις απαντήσεις της και ότι της είπα «[δ]ιερωτούμαι, είστε και οδοντίατρος». Τα αποσπάσματα που παρέθεσα από τις αποφάσεις Σωτηριάδης, Αδελφοί Αναστασίου και Μορφίτης αποτελούν την απάντηση στους ισχυρισμούς της. Η όποια παρέμβαση έγινε στόχευε στην εύρυθμη και απρόσκοπτη διεξαγωγή της δίκης. Ας μην συνδέει όμως την παραίτηση του δικηγόρου της από το δικαίωμα περαιτέρω επανεξέτασής της με αυτές, γιατί τα αποσπάσματα που ήδη παρέθεσα από το πρακτικό της 19.01.11 δεν επιδέχονται τέτοιας ερμηνείας. Το ρόλο του ελέγχου των δικαστικών αποφάσεων έχουν ανώτερα δικαστήρια. Κανένα δικαστήριο δεν μπορεί ν΄ αποφανθεί για την ορθότητα προηγούμενων δικών του αποφάσεων ή αποφάσεων ομοβάθμιου δικαστηρίου. Είναι τούτο κεφαλαιώδους σημασίας εφόσο καλούμαι να εξαιρεθώ με βάση την ορθότητα ή μη της ομόφωνης απόφασης μας της 27.10.10 καθώς και των ομόφωνων αποφάσεων μας ως προς τη δεκτότητα της μαρτυρίας κατά τη δικάσιμο της 19.01.
- «Η κατάληξη σε δικαστικές αποφάσεις, καθώς και η διατύπωση των δικαστικών θέσεων και απόψεων σ΄ αυτές, δεν δημιουργεί, .., κώλυμα για τη συμμετοχή του δικαστή σε μεταγενέστερη διαδικασία στην οποία εγείρονται άμεσα ή έμμεσα παρόμοια θέματα προς εξέταση.» [Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρου ν. Βουλής (Αρ. 1)
(1990)3 Α.Α.Δ. 54 Σ. 61]. Το ίδιο κριτήριο εφαρμόζεται και για αποφάσεις στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας. "Όταν ένα Δικαστήριο αποφασίζει επί κάποιου θέματος με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η απόφασή του έχει ληφθεί με προκατάληψη, απλώς και μόνον επειδή το Δικαστήριο αποφάσισε υπέρ του ενός ή εναντίον του άλλου» [Κκούφου
(1994)1 Α.Α.Δ. 776 στη σ. 779]. Στο υπό εξέταση θέμα υπάρχει πλουσιότατη νομολογία. Στην Αγγλία υπάρχει εξειδικευμένη νομολογία για κάθε λόγο που οδηγεί στην εξαίρεση δικαστών. Συνοπτική παράθεση τούτων συναντά κανείς στο Stone´s Justices Manual, Vo. 1, 1975, στις σσ. 518-523. Θα αναφερθώ μόνο σε όσες απαντούν στα θέματα που εγείρονται. Για την εξαίρεση δικαστή δεν είναι απαραίτητο να φανεί ότι ο δικαστής είναι πράγματι προκατειλημμένος. Επαρκεί να φανεί ότι ο διάδικος θα μπορούσε εύλογα να σχηματίσει την εντύπωση πως ο δικαστής δεν θα δικάσει ανεπηρέαστα την υπόθεση (Cottle v. Cottle)
(1932)All E.R., 535). Η δικαιοσύνη όχι μόνο πρέπει ν΄ απονέμεται, αλλά και να φαίνεται ότι απονέμεται. [Βλέπε R. v. Byles, Ex parte Holidge
(1912), 77 J.P. 40, και Μόδεστος Πίτσιλλος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας,
(1994)1 Α.Α.Δ. 268]. Η βασική αυτή αρχή πέρασε κάποια στάδια στην Αγγλία. Η ρήση "justice should seem to be done as that it should be done" που διατυπώθηκε στην υπόθεση Cottle, ανωτέρω επαναδιατυπώθηκε στην υπόθεση R. v. Sussex JJ. Ex-parte Mc Carthy
(1924)1 K.B. 256 ως ακολούθως: ".justice should not only be done, but be manifestly and undoubtedly seen to be done." Σε ελεύθερη μετάφραση: «.η δικαιοσύνη όχι μόνο πρέπει ν΄ απονέμεται, αλλά και να φαίνεται έκδηλα και αναμφίβολα πως απονέμεται.» Τέλος στην υπόθεση R. v. Comborne JJ. Ex-parte Pearce
(1954)2 All E.R., 850 στη σελ. 855 ο δικαστής Slade αναφέρει: «While indorsing and fully maintaining the integrity of the principle reasserted by Lord Hewart. C.J., this court feels that the continued citation of it in cases to which it is not applicable may lead to the erroneous impression that it is more important that justice should appear to be done than that it should in fact be done." Σε ελεύθερη μετάφραση: «Ενώ προσυπογράφουμε και συμφωνούμε πλήρως με την ορθότητα της αρχής που επαναδιατυπώθηκε από το Λόρδο Hewart, το δικαστήριο αυτό αισθάνεται πως η συνεχής αναφορά της σε υποθέσεις που δεν εφαρμόζεται δυνατόν να οδηγήσει στην εσφαλμένη εντύπωση ότι είναι σημαντικότερο η δικαιοσύνη να φαίνεται πως απονέμεται από το ν΄ απονέμεται στην πράξη.» Η τελευταία απόφαση αναφέρεται στο τι είπε ο Λόρδος Hewart στην υπόθεση R. v. Sussex, ανωτέρω και ύστερα από μια εκτενή αναφορά στις αρχές που κατά καιρούς διατυπώθηκαν κατέληξε στην πιο πάνω διαφοροποιημένη θέση. Στην υπόθεση Μόδεστος Πίτσιλλος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε: «Το κριτήριο για εξαίρεση Δικαστή είναι η δημιουργία δικαιολογημένης εντύπωσης ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης από το Δικαστή στο νου του μέσου εχέφρονα πολίτη, ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα. Εικασίες και καχυποψίες δεν είναι αρκετές.». Η υπόθεση Κκούφου
(1994)1 Α.Α.Δ. 776, αφορούσε αίτημα για άδεια καταχώρισης αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος της φύσεως prohibition εναντίον διατάγματος, που δικαστής του Οικογενειακού Δικαστηρίου εξέδωσε στην Αίτηση Γονικής Μέριμνας 113/93. Με το διάταγμα καθοριζόταν προσωρινά ως τόπος διαμονής του ανήλικου τέκνου των διαδίκων η οικία του αδελφού του πατέρα. Η μητέρα δε συμμορφώθηκε με το διάταγμα. Ο πατέρας κατεχώρισε αίτηση παρακοής. Η μητέρα επεδίωξε άδεια για καταχώριση αίτησης για έκδοση διατάγματος prohibition με το οποίο να απαγορεύεται η εκδίκαση από τον ίδιο δικαστή της αίτησης παρακοής. Η αίτηση της μητέρας βασιζόταν «στον ισχυρισμό ότι το Οικογενειακό Δικαστήριο ενήργησε καθ΄ υπέρβαση εξουσίας και με προκατάληψη προς την αιτήτρια.». Ο Νικολαΐδης Δ. στη σ. 779 είπε αναφορικά με τον ισχυρισμό της προκατάληψης: «. πιστεύω ότι ο ισχυρισμός για προκατάληψη δεν ευσταθεί, αφού ουσιαστικά στηρίζεται μόνο στο γεγονός της έκδοσης του διατάγματος, χωρίς να γίνεται ούτε καν υπαινιγμός για οποιαδήποτε στάση του Δικαστηρίου που να δείχνει πράγματι προκατάληψη. Όταν ένα Δικαστήριο αποφασίζει επί κάποιου θέματος με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η απόφαση του έχει ληφθεί με προκατάληψη, απλώς και μόνον επειδή, το Δικαστήριο αποφάσισε υπέρ του ενός ή εναντίον του άλλου.» Παρόμοια προσέγγιση έγινε από τον Κωνσταντινίδη Δ. στην υπόθεση ABP Holdings Ltd κ.ά. (Αρ. 1)
(1995)1 Α.Α.Δ. σ. 185, όπου στη σ. 196 είπε: «Δε δέχομαι πως εκ μόνου του λόγου της έκδοσης απόφασης που ακυρώνεται με προνομιακό ένταλμα ή που παραμερίζεται από το Εφετείο στοιχειοθετείται πιθανότητα προκατάληψης. Πολύ λιγότερο ότι ο δικαστής πράγματι είναι προκατειλημμένος.» Η συνάφεια των δύο τελευταίων αποφάσεων με τον ισχυρισμό της Καθ΄ης η αίτηση για προκατάληψη είναι πολύ μεγάλη. Το γεγονός ότι εκδώσαμε την ομόφωνη απόφαση της 27.10.10, την ορθότητα της οποίας αμφισβητεί, δεν αποτελεί λόγο εξαίρεσης. Πολύ περισσότερο δεν μπορούσε ν΄ αποτελεί λόγο εξαίρεσης ενός μόνο δικαστή από τη σύνθεση του Δικαστηρίου. Η κατάληξη για εξαίρεση δικαστή αποτελεί έργο λεπτό και σύνθετο. Και έτσι είναι. Το καθήκον του δικαστή το προσδιόρισε ο Πικής Δ., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Markides v. Republic
(1984)3 C.L.R. σ. 304 στη σ. 311. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα όπως αποδόθηκε από τον ίδιο στην ελληνική στην υπόθεση Addidas Ltd v. Krashias Ltd. (Αρ. 1)
(1990)1 Α.Α.Δ. 873, στις σσ. 878, 879: «Όπως κατανοώ το καθήκον μου, αν δε συντρέχουν βάσιμοι λόγοι οι οποίοι να δικαιολογούν τον αποκλεισμό μου από τη σύνθεση του δικαστηρίου, οποιαδήποτε απόφαση εκ μέρους μου για εξαίρεση από τη σύνθεση του δικαστηρίου θα ισοδυναμούσε με παραίτηση εκτέλεσης καθήκοντος. Παραίτηση με ορατούς κινδύνους για την απονομή της δικαιοσύνης. ΄Ενας τέτοιος κίνδυνος είναι ότι θα προσεγγίζαμε τα όρια της αναγνώρισης σε διάδικο δικαιώματος να επιλέγει τους Δικαστές οι οποίοι θα τον δικάσουν. Δεν μπορώ ούτε να εγκρίνω τέτοια πρακτική ή να απαλείψω από το μυαλό μου τις επιπτώσεις από οποιαδήποτε τέτοια απόφαση.» Η αξίωση της Καθ΄ης η αίτηση για αμερόληπτο Δικαστήριο διασφαλίζεται από το ΄Αρθρο 30.2 του Συντάγματος. Είναι επώδυνο να υπερασπίζεσαι την αμεροληψία σου. Βιώνεις αντίξοες στιγμές. Δοκιμάζεται η αντοχή σου. Θα ήμουν ευτυχής αν μπορούσα να εξαιρεθώ, υπακούοντας στη φωνή της προσωπικής μου ευαισθησίας. Θα το έπραττα, εάν η ενέργεια μου θα άφηνε ανέπαφο το βαθύ νόημα των προνοιών του ΄Αρθρου 30.2 του Συντάγματος. Ως φορέας της δικαιοσύνης έχω καθήκον να μετουσιώσω αυτό το βαθύ νόημα σε πολιτειακή πράξη. Και θα το πράξω. Κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα «να έχει συνήγορον της ιδίας αυτού εκλογής» [΄Αρθρο 30.3 του Συντάγματος]. Δεν έχει, ωστόσο, δικαίωμα να επιλέγει το δικαστή του. Η εξαίρεση μου θα ισοδυναμούσε με αναγνώριση στην Καθ΄ης η αίτηση τέτοιου δικαιώματος. Δεν εξαιρούμαι. Δεν μου παρέχεται τέτοια επιλογή. Οι δικαστές δεν επιλέγουν τις υποθέσεις που εκδικάζουν. Ούτε εγώ επέλεξα τη συμμετοχή μου στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου. Τέθηκε ενώπιον μας από τη Γραμματεία του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Η ενέργεια της με καθιστά ένα εκ των φυσικών δικαστών της και η εξαίρεσή μου χωρίς βάσιμους λόγους θα ισοδυναμούσε με άρνηση μου να εκτελέσω το καθήκον μου. Αδυνατώ να δώσω εξήγηση γιατί η Καθ΄ης η αίτηση επεδίωξε μόνο τη δική μου εξαίρεση, ούτε, άλλωστε θα είχε έννοια τέτοιο εγχείρημα. Δεν ενδιαφέρει η υποκειμενική της κρίση Απευθύνομαι στο μέσο συνετό άνθρωπο, στο μέσο εχέφρονα πολίτη. Αυτών η κρίση αποτελεί το μέτρο. [Βλ. Πίτσιλλος ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) και Bary Evangeli
(1992)1 Α.Α.Δ. 1443]. (Υπ.) ............ Σ. Κ. Καρατσής, Π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο