← Κύπρος

Ευαγόρα Οικονομίδη ν. Αθηνάς Ξενίδου Οικονομίδου, Αρ. Αίτησης 136/2011, 3 Mαΐου 2012

Ευαγόρα Οικονομίδη ν. Αθηνάς Ξενίδου Οικονομίδου, Αρ. Αίτησης 136/2011, 3 Mαΐου 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLEF:2012:1 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ Αρ. Αίτησης 136/2011 ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. A. Σεργίδη, Πρ. 3 Mαΐου 2012 Μεταξύ: Ευαγόρα Οικονομίδη, Βασιλίσσης Όλγας 3, Διαμ. 3, 3ος όροφος, 2001 Στρόβολος Λευκωσία, Αιτητή και Αθηνάς Ξενίδου Οικονομίδου, Βασιλίσσης Όλγας 3, Διαμ. 3, 3ος όροφος, 2001 Στρόβολος Λευκωσία, Καθ΄ ης η Αίτηση ----------------------------------- Μονομερής αίτηση, ημερ. 19/10/2011. ------------------------------------ Εμφανίσεις: Χρ. Μ. Τριανταφυλλίδης, για τον Αιτητή. Λ. Χατζηπέτρου, για Καθ΄ ης η αίτηση. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι διάδικοι είναι σύζυγοι από τον Σεπτέμβριο του 2006 και βρίσκονται σε διάσταση από τις 5/5/2011. Από τον γάμο τους απέκτησαν ένα υιό που γεννήθηκε στις 17/4/2007 και ο οποίος από την ημέρα της διάστασης διαμένει με τη μητέρα του. Η κρινόμενη αίτηση, όπως στην ίδια αναφέρεται, βασίζεται επί του περί Τροποποιήσεως του Συντάγματος Νόμου 95/89, επί του άρθρου 111 του Συντάγματος ως ετροποποιήθη, επί του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου 23/90, ως ετροποποίηθη, άρθρα 11, 12, 13, 14, 16 και 18, επί του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου 232/91, ως ετροποποιήθη, άρθρα 2, 13, 14, 14Α και 16, επί του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Διαδικαστικού Κανονισμού 2/90, Κανονισμοί 1 μέχρι 12, επί των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 ΘΘ, 1, 2, 3, 4, 8 και 9, επί του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, άρθρα 4, 5 και 9, επί του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, άρθρα 31 και 32, επί των Κανόνων της Επιείκειας (equity), επί της πρακτικής και των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου, επί των Γενικών Αρχών του Νόμου και της Νομολογίας. Στις 20/10/2011 το παρόν Δικαστήριο εξέδωσε με βάση τη μονομερή αίτηση του Αιτητή, ημερ. 19/10/2011 που συνοδεύεται με τη δική του ένορκη δήλωση, το εξής προσωρινό διάταγμα: «ΜΕ ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΕΚΔΙΔΕΙ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ με το οποίο ΕΜΠΟΔΙΖΕΤΑΙ και/ή ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ στην καθ΄ ης η αίτηση και/ή τους αντιπροσώπους της και/ή υπαλλήλους αυτής από του να πωλήσουν και/ή διαθέσουν και/ή δωρίσουν και/ή μετακινήσουν εκ του διαμερίσματος το οποίο αποτέλεσε τη συζυγική κατοικία των διαδίκων και το οποίο ευρίσκεται στην οδό Βασιλίσσης Όλγας αρ. 3, 3ος όροφος, διαμέρισμα 302, 2001 Στρόβολος, Λευκωσία, τα κάτωθι περιγραφόμενα έπιπλα και/ή αντικείμενα τα οποία ευρίσκονται εντός αυτού: 1. Καναπές τριθέσεος «Mister» 2. Eames Chair 3. Δύο πολυθρόνες 4. Βιβλιοθήκη 5. Δύο τηλεοράσεις Samsung 6. Δύο DVDs 7. Τραπεζαρία με οκτώ καρέκλες 8. Τέσσερα stools για κουζίνα 9. Wine storage 10. Τραπέζι βεράντας με 6 καρέκλες 11. Δύο Φωτιστικά 12. Καθρέφτης Σάλας 13. Δύο κρεβάτια (δύο διπλά και ένα μονό) 14. Πλυντήριο ρούχων, πιάτων και στεγνωτήρας 15. Treadmill 16. Διάφορα κουζινικά: πιάτα, μαχαιροπήρουνα, ποτήρια κλπ 17. Bose sound system 18. Δύο μεγάλους και δύο μικρούς πίνακες ζωγραφικής 19. Δύο Ipods μέχρι πλήρους εκδίκασης και αποπεράτωσης της κυρίως αίτησης και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, εκτός εάν η καθ΄ης η αίτηση εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού στις 31.10.11 η ώρα 9.00π.μ. και δείξει λόγο γιατί το παρόν διάταγμα να μην εξακολουθήσει να ισχύει. ΕΚΔΙΔΕΤΑΙ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ με το οποίο ΕΜΠΟΔΙΖΕΤΑΙ και/ή ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ στην καθ΄ης η αίτηση και/ή τους αντιπροσώπους της και/ή υπαλλήλους αυτής από του να πωλήσουν και/ή διαθέσουν και/ή δωρίσουν και/ή μετακινήσουν εκ της εξοχικής οικίας των διαδίκων η οποία ευρίσκεται στην περιοχή Πρωταρά, στην οδό Φιλιππίδου αρ. 14, στο Παραλίμνι, τα κάτωθι περιγραφόμενα έπιπλα και/ή αντικείμενα τα οποία ευρίσκονται εντός αυτής: 1. 4 μονά και δύο διπλά κρεβάτια 2. Διθέσιος καναπές και δύο πολυθρόνες 3. Τραπέζι με 6 καρέκλες 4. Έπιπλα κήπου: διθέσιος καναπές, δύο πολυθρόνες και δύο ξαπλώστρες πισίνας 5. Τραπέζι κήπου με δύο παγκάκια 6. Έξι κομοδίνα με έξι φωτιστικά 7. Δύο τηλεοράσεις και ένα DVD player 8. Τραπέζι roof garden 9. Bose Sound System 10.Ηλεκτρική τέντα κήπου μέχρι πλήρους εκδίκασης και αποπεράτωσης της κυρίως αίτησης και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, εκτός εάν η καθ΄ης η αίτηση εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού στις 31.10.11 η ώρα 9.00π.μ. και δείξει λόγο γιατί το παρόν διάταγμα να μην εξακολουθήσει να ισχύει. ΕΚΔΙΔΕΤΑΙ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ με το οποίο ΕΜΠΟΔΙΖΕΤΑΙ και/ή ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ στην καθ΄ης η αίτηση από του να πωλήσει και/ή δωρίσει και/ή αποξενώσει καθ' οιονδήποτε τρόπο το όχημα υπ' αριθμό εγγραφής KST494, μάρκας BMW, μέχρι πλήρους εκδίκασης και αποπεράτωσης της κυρίως αίτησης και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, εκτός εάν η καθ΄ης η αίτηση εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού στις 31.10.11 η ώρα 9.00π.μ. και δείξει λόγο γιατί το παρόν διάταγμα να μην εξακολουθήσει να ισχύει.» Μετά την επίδοση του προσωρινού Διατάγματος, η Καθ΄ ης η αίτηση ενέστη καταχωρώντας στις 7/2/2012 ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως. Οι συγκεκριμένοι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «(
  2. i)Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η μονομερής αίτηση και το εκδοθέν, βάσει αυτής, διάταγμα, δεν δικαιολογούν την ύπαρξη του κατεπείγοντος. (
  3. ii)Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η μονομερής αίτηση και το εκδοθέν, βάσει αυτής, διάταγμα, δεν αποκαλύπτουν ότι ο Αιτών διάδικος έχει πιθανότητες να δικαιούται σε θεραπεία. (iii) Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η μονομερής αίτηση και το εκδοθέν, βάσει αυτής, διάταγμα, δεν δικαιολογούν την θέση ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη στο τέλος της δίκης. (
  4. iv)Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η μονομερής αίτηση και το εκδοθέν, βάσει αυτής, διάταγμα, καταδεικνύουν ότι ο Αιτών διάδικος δεν ήρθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και ότι προσπάθησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο.» Στην ειδοποίηση ένστασης αναφέρεται ότι αυτή στηρίζεται σε γεγονότα που εμφαίνονται στον φάκελο του Δικαστηρίου, χωρίς όμως να συγκεκριμενοποιούνται αυτά και χωρίς η ένσταση να συνοδεύεται από οποιαδήποτε ένορκη δήλωση. Η αίτηση προχώρησε σε ακρόαση στις 29/2/2012. Την ημέρα εκείνη ο Αιτητής αντεξετάστηκε από τον συνήγορο της Καθ΄ ης η αίτηση και η ακρόαση συνεχίστηκε στις 9/3/2012 με τις αγορεύσεις των δύο πλευρών. Μετά την ολοκλήρωση των αγορεύσεων την ημέρα εκείνη, το Δικαστήριο επεφύλαξε την απόφασή του. Οι παράγραφοι της ένορκης δήλωσης του Αιτητή στην οποία γίνεται αναφορά στον τρόπο απόκτησης της περιουσίας που διεκδικεί ο Αιτητής από την Καθ' ης η αίτηση είναι οι ακόλουθες: «8. Προ του γάμου, με την προοπτική του γάμου και μετά την τέλεση του γάμου μας με την Καθ΄ ης η αίτηση επήλθε μεγάλη αύξηση στην περιουσία αυτής η οποία έχει επέλθει μετά από δική μου συνεισφορά, συμβολή και λόγω καταπιστεύματος (trust), την οποία η Καθ΄ ης η αίτηση οφείλει να μου αποδώσει. 9. Η Καθ΄ ης η αίτηση κατά τη διάρκεια του γάμου και της συμβίωσης μας εργάσθηκε ελάχιστα και η συνεισφορά της στον οικονομικό τομέα ήταν ελάχιστη έως μηδενική. Εγώ εργαζόμουν πολύ σκληρά και πολλές ώρες καθημερινά για να προσφέρω μία άνετη ζωή στην Καθ΄ ης η αίτηση και στο ανήλικο παιδί μας. 10. Μεταξύ άλλων χρηματικών ποσών που κατέβαλα προς όφελος και για λογαριασμό της Αιτήτριας κατέβαλα και τα ακόλουθα ποσά ήτοι (α) €35.000- σύνολο προς εξόφληση χρέους διαμερίσματος της Καθ΄ ης η αίτηση στην Αθήνα, (€25.000-), καθώς και για την αγορά επίπλων για τον εξοπλισμό και λοιπά έξοδα αυτού (€10.000-) (β) €27.000 για την αγορά του αυτοκινήτου της Καθ΄ ης η αίτηση με αριθμόν εγγραφής KST494, μάρκας BMW και (γ) €12.000 για τη φοίτηση της Καθ΄ ης η αίτηση στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας για δύο χρόνια. Περαιτέρω η Καθ΄ ης η αίτηση οικειοποιήθηκε παίρνοντας άνευ της συγκαταθέσεως και της άδειας μου από το χρηματοκιβώτιο της συζυγικής στέγης περί την 5/5/2011 ή προ της ημερομηνίας αυτής το ποσό των €23.000-, το οποίο μου ανήκε. 11. Η αύξηση στην περιουσία της Καθ΄ ης η αίτηση επήλθε από τη συμβολή, συνεισφορά και την εργασία μου, την οποία η Καθ΄ ης η αίτηση οφείλει να μου αποδώσει καθ΄ ότι έχει καταστεί πλουσιότερη, ως περιγράφεται στην παράγραφο 9 ανωτέρω, εκμεταλλευόμενη την καλοσύνη μου, τις ικανότητες μου και την εργασία μου. 12. Περαιτέρω κατά τη διάρκεια της συμβίωσης μας με την Καθ΄ ης η αίτηση προέβηκα στην αγορά οικίας στον Πρωταρά αξίας ΛΚ250.000- (€527.150,36) συνάπτοντας δάνειο ύψους €330.000, για το οποίο καταβάλλω δόση €2.200- μηνιαίως, για τον εξοπλισμό και επίπλωση της οποίας κατέβαλα επιπρόσθετα το ποσό των €40.000- περίπου. Για την αγορά της ρηθείσας οικίας κατέβαλαν και οι γονείς της Καθ΄ ης η αίτηση το ποσό των €100.000-. Για την εν λόγω οικία δεν υπάρχει τίτλος ιδιοκτησίας, στο δε Πωλητήριο Έγγραφο ως αγοραστές αναφερόμαστε εγώ, η Καθ΄ ης η αίτηση και ο αδελφός της Καθ΄ ης η αίτηση, Σταύρος Ξενίδης. Μετά δε τη διάσταση μας εγώ δεν έχω μεταβεί καμία φορά στην εν λόγω οικία σε αντίθεση με την Καθ΄ ης η αίτηση και την οικογένεια της, οι οποίοι μεταβαίνουν πολύ συχνά σ΄ αυτήν απολαμβάνοντας τις διακοπές τους και όλες τις ανέσεις που τους παρέχει, η ρηθείσα οικία, αποστερώντας σε μένα τη δυνατότητα να μεταβώ σ΄ αυτήν ή έστω να την επισκεφθώ. Για το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο επιφυλάσσω άπαντα τα νόμιμα δικαιώματα μου. 13. Τα έπιπλα και λοιπά αντικείμενα, τα οποία ευρίσκονται στην ως άνω οικία στον Πρωταρά και τα οποία αγόρασα εξ ολοκλήρου εγώ για το ποσό των €40.000- περίπου είναι τα κάτωθι: 1. 4 μονά και δύο διπλά κρεβάτια 2. διθέσιος καναπές και δύο πολυθρόνες 3. τραπέζι με 6 καρέκλες 4. έπιπλα κήπου: διθέσιος καναπές και δυο πολυθρόνες. Δύο ξαπλώστρες πισίνας. 5. τραπέζι κήπου με δύο παγκάκια 6. έξι κομοδίνα με έξι φωτιστικά 7. δύο τηλεοράσεις και ένα DVD player 8. τραπέζι roof garden 9. Bose Sound System 10. Ηλεκτρική τέντα κήπου.» «16. Τα έπιπλα και λοιπά αντικείμενα, τα οποία ευρίσκονται στο ως άνω διαμέρισμα και τα οποία αγόρασα εξ ολοκλήρου εγώ για το ποσό των €80.000- περίπου είναι τα κάτωθι: 1. Καναπές τριθέσιος «Mister» 2. Eames Chair 3. Δύο πολυθρόνες 4. Βιβλιοθήκη 5. Δύο τηλεοράσεις Sumsung 6. Δύο DVDs 7. Τραπεζαρία με οκτώ καρέκλες 8. Τέσσερα stools για κουζίνα 9. Wine storage 10. Τραπέζι βεράντας με 6 καρέκλες 11. Δύο Φωτιστικά 12. Καθρέφτης Σάλας 13. Τρία κρεβάτια (δύο διπλά και ένα μονό) 14. Πλυντήριο ρούχων, πιάτων και στεγνωτήρας 15. Treadmill 16. Διάφορα κουζινικά: πιάτα, μαχαιροπήρουνα, ποτήρια κλπ 17. Έπιπλα παιδικού δωματίου- κρεβάτι, ερμάρι κλπ 18. Bose sound system 19. Δύο μεγάλους και δύο μικρούς πίνακες ζωγραφικής 20. Δύο IPods 21. Ένα υπολογιστή (Mac book) 22. 4 Κομοδίνα.» 17. Προς επιβεβαίωση των ανωτέρω ισχυρισμών μου επιφυλάσσω το δικαίωμα να προσκομίσω κατά τη δικάσιμο όλες τις σχετικές αποδείξεις καθώς και όλη τη σχετική μαρτυρία που θα απαιτηθεί ήτοι εν σχέση με τα ποσά που κατέβαλα προς την Καθ΄ ης η αίτηση, εν σχέσει με την ιδιοκτησία των ανωτέρω αναφερομένων επίπλων και αντικειμένων και γενικότερα εν σχέσει με τις λοιπές απαιτήσεις που έχω εναντίον της Καθ΄ ης η αίτηση. 18. Περαιτέρω επιφυλάσσω το δικαίωμα μου να διεκδικήσω από την Καθ΄ ης η αίτηση τη συνεισφορά μου για οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο ανήκει στην Καθ΄ ης η αίτηση και το οποίο απεκτήθη με τη δική μου οικονομική συμβολή, συνδρομή και εργασία.» Για να πετύχει η αίτηση του Αιτητή και να διατηρηθεί σε ισχύ το προσωρινό Διάταγμα που εξασφάλισε, θα πρέπει αυτός να αποδείξει ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/60), όπως τροποποιήθηκε. Ειδικότερα, θα πρέπει να αποδείξει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην κυρίως αίτηση, ότι υπάρχει ορατή προοπτική ή πιθανότητα επιτυχίας αυτής, και ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς το προσωρινό διάταγμα. Τέλος, σύμφωνα με τη νομολογία, θα πρέπει το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη και τις τρεις πιο πάνω προϋποθέσεις, να αποφασίσει αν τελικά είναι δίκαιο ("just") και πρόσφορο ("convenient") να εκδώσει ή να διατηρήσει σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα. (Βλ. A. Odysseos v. Pieris Estates Ltd

(1982)1 AAΔ 557, σελ. 568-570). Όσον αφορά την αξιολόγηση της μαρτυρίας σε αιτήσεις προσωρινών διαταγμάτων, το Ανώτατο Δικαστήριο κατ' έφεση στην Φ. Μιχαηλίδης v. Κ. Παπακυριακού,
(2004)1A AΑΔ 209, 215-217, ανέφερε τα ακόλουθα: «Αναφορικά με την αξιολόγηση της ενώπιον του μαρτυρίας το Πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε τα εξής: 'Το Δικαστήριο στην εξέταση κατά πόσο θα διατηρήσει ή θα ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, αυτό ανάγεται κατ΄ εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της ίδιας της αγωγής. Τα ίδια λέχθησαν και πιο πρόσφατα στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 269, 270. Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Odysseos ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557, 569, αλλά με κανένα τρόπο δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι τα όσα ακολουθούν αποτελούν την τελεσίδικη κρίση του Δικαστηρίου. Διαπιστώνεται απλώς η παρουσία ή η απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηναν έκδηλα ανικανοποίητα τα τρία κριτήρια.' ..... Στην παρούσα υπόθεση επρόκειτο για διαδικασία εκδίκασης αίτησης για προσωρινό διάταγμα. Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι σε τέτοια διαδικασία το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 269, 270 - απόφαση Στυλιανίδη, Π., Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, 267, 268, T.A. Micrologic Computer Cosnsultants Ltd v. Microsoft Corporation, Πολιτική Έφεση 11159/20.11.2002, Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 C.L.R. 1653, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd κ.α., Πολιτική Έφεση 11156/19.10.2002 και Copinger and Skone James on Copyright, 12th ed., para. 620, 621). Έχουμε παραθέσει την προσέγγιση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου που σχετίζεται με το ζήτημα της απόκρυψης γεγονότων (βλ. σελ. 5-6, πιο πάνω) όσο και την προσέγγιση του που σχετίζεται με την αξιολόγηση της μαρτυρίας (βλ. σελ. 7, πιο πάνω). Έχουμε την άποψη πως οι σχετικές προσεγγίσεις του Πρωτόδικου Δικαστηρίου βρίσκονται σε πλήρη ευθυγράμμιση με την επί του προκειμένου νομολογία. Περαιτέρω η αιτιολογία της εκκαλούμενης απόφασης ικανοποιεί τα κριτήρια αιτιολογίας που απαιτούνται από τις περιστάσεις και τη φύση της διαδικασίας. Έπεται πως ο σχετικός λόγος της έφεσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Για τους πιο πάνω λόγους η έφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα.» Ο Αιτητής φέρει το βάρος απόδειξης ότι ικανοποιούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 αναφορικά με το αίτημά του. Κατά συνέπεια, αν μία από αυτές τις προϋποθέσεις δεν ικανοποιείται, το προσωρινό Διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί, παρά το γεγονός ότι η Καθ' ης η αίτηση προτίμησε να μην υποστηρίξει την ένστασή της με ένορκη δήλωση. Αυτή η αρχή της απόσεισης του βάρους απόδειξης από τον φέροντα αυτό, ισχύει ομοίως και στις εναρκτήριες αιτήσεις. Στην Z. Alibrahim v. A. Στυλιανού,
(2008)1Β ΑΑΔ 1294, το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση για λύση του γάμου, επειδή ο εφεσίβλητος σύζυγος που είχε το βάρος απόδειξης της αίτησης του διαζυγίου, δεν απέδειξε τα συστατικά στοιχεία του λόγου διαζυγίου που επικαλείτο. Στην υπόθεση εκείνη, η εφεσείουσα αρκέστηκε στο να αντεξετάσει τον εφεσίβλητο, χωρίς η ίδια να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία προς υποστήριξη της υπεράσπισής της. Το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο δέχθηκε τη θέση της εφεσείουσας ότι δεν ήταν αναγκαίο αυτή να προσφέρει μαρτυρία προς υποστήριξη της υπεράσπισής της, εφόσον ο εφεσίβλητος σύζυγός της δεν απέδειξε την αίτησή του. Με βάση τα όσα ελέχθησαν ανωτέρω, θα εξετάσω στη συνέχεια, αν ικανοποιούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις του άρθρου 32 στην παρούσα υπόθεση. Η στοιχειοθέτηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 γίνεται σε συνάρτηση με το ουσιαστικό δίκαιο επί του οποίου στηρίζεται το αγώγιμο δικαίωμα. Στη προκειμένη περίπτωση το αγώγιμο δικαίωμα στηρίζεται: (α) Στις διατάξεις του άρθρου 14
(1)του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου του 1991 (Ν. 232/91), όπως τροποποιήθηκε. Η διάταξη αυτή καθιερώνει το δικαίωμα της απόδοσης σε ένα σύζυγο της συνεισφοράς του στην αύξηση της περιουσίας του άλλου, δηλαδή, όπως προβλέπεται στο άρθρο 2 του πιο πάνω Νόμου, περιουσία «η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους». (β) Στους κανόνες της επιείκειας και ειδικότερα στη δημιουργία καταπιστεύματος. Θα ασχοληθώ πρώτα με το αγώγιμο δικαίωμα με βάση το άρθρο 14
(1)του Ν. 232/91. Η διάταξη αυτή έχει ως πρότυπό της το άρθρο 1400 του Ελ. ΑΚ και ορίζει τα ακόλουθα: «14
(1)Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων, και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
(2)Η συνεισφορά του ενός συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη συνεισφορά.
(3)Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ότι αυτοί απέκτησαν: (α) Από δωρεά, κληρονομιά, κληροδοσία ή άλλη χαριστική αιτία× (β) με διάθεση περιουσίας που αποκτήθηκε με τις αναφερόμενες στην παράγραφο (α) αιτίες.» Σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 14
(1), βοηθητική είναι η Ελληνική βιβλιογραφία και η νομολογία επί του άρθρου 1400 του Ελ. ΑΚ. (Για το πρότυπο του Ελληνικού δικαίου, βλ. Asp. Tsaoussis-Hatzis, The Greek Divorce Law Reform of 1983 and its Impact on Homemakers - A Social and Economic Analysis, Aθήνα-Κομοτηνή, 2003, σελ. 228-230). Για τον υπολογισμό της αύξησης περιουσίας είναι αναγκαία η σύγκριση ανάμεσα στην αρχική και τελική περιουσία του συζύγου, δηλαδή θα πρέπει να αποτιμηθούν δύο περιουσίες, η αρχική και η τελική, και η σύγκρισή τους που αποτελεί την αύξηση αποτιμάται σε χρηματική αξία. Οι ενδιάμεσες αυξομειώσεις είναι αδιάφορες. Η αναφορά στην αγωγή περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν μετά τον γάμο δεν αποδεικνύει τίποτε χωρίς σύγκριση της αρχικής και της τελικής περιουσίας. Όπως προσφυώς αναφέρει ο Καθηγητής Σταθόπουλος εις Γεωργιάδη και Σταθόπουλου, Αστικός Κώδικας, τόμ. VII, «Οικογενειακό Δίκαιο», 2η εκδ., Αθήνα, 2007, άρθρ. 1400-1402, αρ. 13, σελ. 330-331: «Τρίτον, Η περιουσιακή ωφέλεια 'αφότου τελέστηκε ο γάμος' θα συναχθεί με σύγκριση της περιουσιακής κατάστασης σε δυο χρονικά σημεία, τη στιγμή της τέλεσης του γάμου αφενός (αρχική περιουσία) και τη στιγμή που γεννιέται η αξίωση αφετέρου (τελική περιουσία - βλ. και παρακ. Αρ. 14). Η διαφορά συνιστά την επαύξηση (τα αποκτήματα), που αποτελεί το αντικείμενο της αξίωσης (στο βαθμό βέβαια που συντρέχει, μεταξύ άλλων, και η δεύτερη προϋπόθεση της αξίωσης, στο βαθμό δηλ. που τα αποκτήματα οφείλονται στη συμβολή του δικαιούχου). Οι ενδιάμεσες αυξομειώσεις της περιουσίας είναι αδιάφορες..» Bλ. επίσης, inter alia, Π. Χρ. Φίλιου, Οικογενειακό Δίκαιο, 3η έκδ., Αθήνα-Κομοτηνή, 2009, § 38 Β, σελ. 133, Βασ. Αντ. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ, τομ. Ε΄, «Οικογενειακό Δίκαιο», σελ. 326-327, άρθρ. 1400, αρ. 13, σελ. 332-333, άρθρ. 1400, αρ. 18, Ι. Σ. Σπυριδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, Αθήνα-Κομοτηνή, 2006, § 53.3.2, σελ. 244, Nικ. Ευρ. Παρασκευοπούλου, Αι Περιουσιακαί Σχέσεις των Συζύγων κατά το Εσωτερικόν Δίκαιον και το Ιδιωτ. Διεθ. Δίκαιον μετά τον Ν. 1329/83, Αθήνα, 1984, § 45 της Εισηγητικής ΄Εκθεσης της Επιτροπής του ν. 1329/82, εις Ι. Σ. Σπυριδάκη, Αστικός Κώδικας και Εισαγωγικός Νόμος, Κριτική ΄Εκδοση 2009, Αθήνα-Κομοτηνή, 2009, σελ. 796, Θ. Κ. Παπαχρίστου, Εγχειρίδιο Οικογενειακού Δικαίου, 3η έκδ., Αθήνα-Κομοτηνή, 2006, § 2.3.2. σελ.103, Εφ. Αθ. 2571/1991, Ελλ. Δικ. 33
(1992)166-168, Α.Π. 1166/2000, Γ΄ Τμ. Ελλ. Δικ.42
(2001), 1287-1288, Α.Π. 251/2002 Ζ΄ Τμ. Ελλ. Δικ. 44
(2003)129-130, Α.Π. 430.2002 Ζ΄ Τμ., Ελλ. Δικ. 43
(2002)1624-1625, Α.Π. 494/1997 Α΄ Τμ, Ελλ. Δικ. 39
(1998)91. Το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο στη Ν. Μικρού v. M. Kωνσταντινίδου, Εφ. ΔΟΔ αρ. 188, ημερ 7/10/2004, μη δημοσιευθείσα, σελ. 2, στην πολύ σύντομη απόφασή του, αποδεχόμενο και επιδοκιμάζοντας τη θέση του πρωτόδικου Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού, το έκανε καθαρό πως αυτό που έχει σημασία, είναι η απόδειξη της αύξησης που με βάση τον Νόμο ανευρίσκεται με τη σύγκριση της αρχικής και της τελικής περιουσίας, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη περιουσία που δημιουργείται κατά τη διάρκεια του γάμου και δεν αποκρυσταλλώνεται στην τελική περιουσία για να συγκριθεί με την αρχική. Εκτός από μια εισαγωγική παράγραφο, και την κατάληξη του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου ότι η έφεση απορρίπτεται με έξοδα, ολόκληρη η απόφασή του ήταν η εξής: «Η σύζυγος, καθ'ης η αίτηση-εφεσίβλητη, ήταν ιδιοκτήτρια, από κληρονομιά του πατέρα της, κτήματος υπ.' Αριθμό εγγραφής .. στη Λεμεσό. Κατά τη διάρκεια του γάμου και σταδιακά, στο ακίνητο ανηγέρθηκαν οικοδομές, που ενοικιάζονται. Ο εφεσείων ισχυρίζεται πως συνεισέφερε για το κτίσιμο των οικοδομών, και ως εκ τούτου αξίωσε τη συνεισφορά του από την εφεσίβλητη. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού ανέλυσε τη μαρτυρία που προσκομίστηκε ενώπιον του κατέληξε στο συμπέρασμα πως ο εφεσείων δεν απέδειξε οποιαδήποτε αύξηση της περιουσίας της εφεσίβλητης μέσα στην ορθή έννοια του άρθρου 14 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου, του 1991, (Ν. 232/91), (όπως τροποποιήθηκε), ώστε να εγείρεται οποιοδήποτε θέμα υπολογισμού της συνεισφοράς του. Το είδος της μαρτυρίας που έδωσε ο εφεσείων, και που ο συνήγορος του επιβεβαίωσε ενώπιον μας, αφορούσε τη συνεισφορά του στην ανοικοδόμηση κτιρίων επί του ακινήτου της εφεσίβλητης χωρίς να υπάρχει η απαραίτητη νομική προϋπόθεση της αύξησης της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας. Συγκεκριμένα, δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε εκτίμηση της επίδικης περιουσίας κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου των διαδίκων, εκτίμηση της ακίνητης ιδιοκτησίας κατά τον χρόνο της διάστασης των διαδίκων, και βεβαίως το ύψος των επιβαρύνσεων επί της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας, που υφίσταντο κατά τις δύο πιο πάνω χρονικές περιόδους. Το δικαστήριο ενεργώντας στη βάση της μαρτυρίας που προσκομίστηκε, ορθά κατέληξε στην απόφασή του. Από το κείμενο της πρωτόδικης απόφασης και όπως μας έχουν επιβεβαιώσει οι δικηγόροι των διαδίκων, η επίδικη ακίνητη περιουσία έχει εγγραφεί επ' ονόματι των παιδιών τους. Αυτό είναι ένα ευχάριστο γεγονός, που θα έπρεπε βεβαίως να οδηγήσει και αυτή την αντιδικία στο γρήγορο τέλος της». Είναι φανερό από την πιο πάνω απόφαση, πως είναι εσφαλμένη η άποψη πως όσα χρήματα συνεισφέρει ένας σύζυγος για απόκτηση περιουσίας, θα πρέπει οπωσδήποτε να τα πάρει πίσω με τη λύση του γάμου, αν δεν αποδειχθεί πρώτα αύξηση στην περιουσία. Στην Α. Ορφανίδης v. N. Ορφανίδη,
(1993)1 ΑΑΔ 179, 189, το Ανώτατο Δικαστήριο παρατήρησε σε σχέση με το επίμαχο άρθρο 14
(1)του Ν. 232/91, πως: «(β) Αντικείμενο του διαμοιρασμού δεν είναι, όπως στο Αγγλικό δίκαιο, το περιουσιακό στοιχείο αφ΄ εαυτού, αλλά η αύξηση της περιουσίας εκάτερου των συζύγων μετά το γάμο. Επομένως, αφετηρία για την επίλυση διαφορών αυτής της φύσης αποτελεί η διαπίστωση των περιουσιακών στοιχείων των συζύγων κατά το χρόνο του γάμου. Σε δεύτερο στάδιο, έρχεται η διαπίστωση της αύξησης, (αν υπάρχει), και σε τρίτο η προέλευση της αύξησης και η συνάρτησή της με τη συνεισφορά του ετέρου των συζύγων στην πραγμάτωσή της.» Από το πιο πάνω απόσπασμα είναι σαφές πως το Δικαστήριο δεν εξετάζει θέμα συνεισφοράς, αν δεν αποδειχθεί πρώτα αύξηση στην περιουσία. Το ίδιο ελέχθη και στη Σοφοκλέους ν. Σοφοκλέους,
(2005)1 ΑΑΔ 1030, 1034, όπου το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο σχολιάζοντας την πρωτόδικη απόφαση ανέφερε τα εξής σχετικά: «Είπε, πολύ ορθά, πως η αποτυχία της εφεσείουσας να αποδείξει την αύξηση της περιουσίας του εφεσίβλητου δεν της επέτρεπε να επικαλεστεί το μαχητό τεκμήριο, που προβλέπεται στο εδάφιο 2 του άρθρου 14 του νόμου.» Eίναι σαφές επίσης από την Ορφανίδη πως αντικείμενο διαμοιρασμού δεν είναι το περιουσιακό στοιχείο αυτό καθ΄ αυτό, αλλά η αύξηση της περιουσίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως για την εξεύρεση της αρχικής και της τελικής περιουσίας ενός διαδίκου υπολογίζεται όλη η περιουσία του, κινητή και ακίνητη, και όχι ορισμένα περιουσιακά αντικείμενα. Το άρθρο 14
(1)δεν ακολούθησε τελικά το σχέδιο νόμου που ετοίμασε η Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή για τον Εκσυγχρονισμό του Οικογενειακού Δικαίου στις Περιουσιακές Διαφορές των Συζύγων (βλ Έκθεση Επιτροπής, Λευκωσία, Ιανουάριος 1987, σελ. 106, 109), όπου δεν γίνεται χρήση της φράσης «αύξησης της περιουσίας», αλλά αντίθετα στα άρθρα 3.1.-3.5, γίνεται χρήση της φράσης «ανακατανομή της οικογενειακής περιουσίας του ενός συζύγου προς όφελος του άλλου», η οποία «οικογενειακή περιουσία» σύμφωνα με τον ορισμό της στην αρχή του σχεδίου νόμου περιλαμβάνει οποιαδήποτε περιουσία (πλην των εξαιρέσεων που προέβλεπε το σχέδιο νόμου) κατά «τον ουσιώδη χρόνο», δηλαδή κατά τον χρόνο της διακοπής της συμβίωσης ή της λύσης του γάμου. Όπως ελέχθη, τελικά πρότυπο του Κυπρ. Ν. 232/91απετέλεσε το Ελλ. ΑΚ 1400, που και αυτό μιλά για «αύξηση περιουσίας». Παρόμοια με την Ορφανίδη, είναι και η ερμηνεία που δίνεται στην Ελλάδα. Το Γ΄ Τμήμα του Αρείου Πάγου στην απόφασή του Α.Π. 1166/2000 Ελλ. Δικ. 42
(2001)σελ. 1287, τονίζει πως: «Ως αύξηση όμως νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου, σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι: α) κατά την τέλεση του γάμου και β) κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα.» (Δική μου υπογράμμιση). Το Α΄ Τμήμα του Αρείου Πάγου στην Α.Π. 494/1994, Ελλ. Δικ. 39
(1998)σελ. 91 και το Ζ΄ Τμήμα του Αρείου Πάγου του Α.Π. 251/2002, Ελλ. Δικ. 44
(2003)σελ 129, τονίζουν πως στο δικόγραφο θα πρέπει να προσδιορίζεται η συνολική αρχική και τελική περιουσία (βλ. κατωτέρω σχετικό πανομοιότυπο απόσπασμα από τις δύο αποφάσεις). Βλ. σύμφωνη βιβλιογραφία, ενδεικτικά: Ε. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, Ι, 4η έκδ., Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2008, 236, («με τον υπολογισμό όλων των αντικειμένων και της αρχικής και της τελικής περιουσίας των συζύγων»), Σταθόπουλος, op. cit. σελ. 339, άρθρ. 1400-1402, αρ. 13 («Δεύτερον, θα ληφθεί υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης και όχι μια συγκεκριμένη κτήση»). Η υπογράμμιση ανήκει στο Δικαστήριο. Στην Ορφανίδη, op. cit., στη σελ. 190, αποφασίστηκε επίσης πως: «.Η αύξηση, η οποία υπόκειται σε διανομή, δεν είναι η αξία των περιουσιακών στοιχείων του ιδιοκτήτη συζύγου, αλλά η καθαρή αξία της περιουσίας του η οποία ανευρίσκεται μετά από συνυπολογισμό των περιουσιακών του στοιχείων αφενός, και των χρηματικών του υποχρεώσεων αφετέρου.» H ίδια αρχή, δηλαδή ότι θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η καθαρή αξία της περιουσίας, αφού πρώτα αφαιρεθούν τα χρέη και οι άλλες οικονομικές υποχρεώσεις από την αξία της περιουσίας για να ανευρεθεί η πραγματική αύξηση, διακηρύχθηκε και στη Σοφοκλέους ν. Σοφοκλέους,
(2005)1 ΑΑΔ 1030, 1033, ως επίσης και στη Ν. Μικρού v. M. Kωνσταντινίδου, Εφ. ΔΟΔ αρ. 188, ημερ 7/10/2004, μη δημοσιευθείσα, σελ. 2. Βλ. επίσης, inter alia, Γ. Παπαδημητρίου, Οικογενειακό Δίκαιο, Αθήνα-Κομοτηνή, 1997, σελ. 290-291, Σπυριδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, Αθήνα-Κομοτηνή, 2006, § 53.3., σελ. 242, Σταθόπουλος εις Γεωργιάδη εις Γεωργιάδη και Σταθόπουλου, οp. cit. άρθρ. 1400-1402, αρ. 13, σελ. 330, Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, op. cit. σελ. 231-232, 341, Παπαχρίστου, op. cit. § 2.3.2.1., σελ. 104, Ζ. Σκουλούδη, Συζυγικαί Σχέσεις και Οικονομικαί Συνέπειαι, μετά την ΄Εκδοσιν του Ν. 1329/83, Αθήνα, 1984, σελ. 170, Α.Π. 430/2002 Ζ΄ Τμ., Ελλ. Δικ. 43
(2002)σελ. 1624. Στη συνέχεια θα εξεταστεί το θέμα των συνεπειών παράλειψης ουσιωδών ισχυρισμών σε δικόγραφο ή ένορκη δήλωση που στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα με αναφορά σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του Αρείου Πάγου και στις σχετικές διατάξεις του σχετικού νόμου και της δικονομίας που ισχύει στην Κύπρο. Στην Α. Γεωργίου v. Γ. Γεωργίου,
(2001)1 ΑΑΔ 1592, το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «Η βάση της αγωγής 'περιλαμβάνει το σύνολο των γεγονότων των θεμελιούντων το αγώγιμο δικαίωμα, περί ου η αγωγή ...' όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60). Βάση αγωγής κατά κανόνα προκύπτει όταν υπάρχει πρόσωπο που μπορεί να ενάγει και πρόσωπο που μπορεί να εναχθεί και εφόσον συντρέχουν όλα τα γεγονότα που είναι αναγκαία να αποδειχθούν προκειμένου να επιτύχει ο ενάγοντας. (Βλέπε: Halsbury´s Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 28, παράγραφος 622 και Nakis Bonded v. Middle East Export
(1981)1 C.L.R. 361). Τα αναγκαία γεγονότα που θεμελιώνουν αγώγιμο δικαίωμα, σύμφωνα με το νόμο περιέχονται στο άρθρο 14 όπως έχει παρατεθεί πιο πάνω.» (σελ. 1600). «Η Έκθεση Απαίτησης περιέχει όλα εκείνα τα γεγονότα που συνηγορούν ότι η αξίωση της εφεσείουσας εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 14 του Ν. 232/91 για συμμετοχή στην περιουσία που αποκτήθηκε μετά το γάμο.» (σελ. 1601). Σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Διαδικαστικού Κανονισμού του 1990 (ΔΚ 2/90): «[η] διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου αρχίζει με την καταχώριση από τον αιτητή στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αίτησης σύμφωνα με τον Τύπο 1 περιέχουσας τον προσδιορισμό της αιτούμενης θεραπείας και των ουσιωδών γεγονότων τα οποία επικαλείται ο αιτητής για την έκδοσή της.» Κατά τον ορισμό του όρου «βάσις της αγωγής» στο άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/1960), όπως τροποποιήθηκε, ο εν λόγω όρος, «περιλαμβάνει το σύνολον των γεγονότων των θεμελιούντων το αγώγιμον δικαίωμα, περί ου η αγωγή, αλλά εις αγωγάς εκ συμβάσεως δεν σημαίνει κατ΄ ανάγκην ολόκληρον την βάσιν της αγωγής». Παρομοίως κατά το άρθρο 216 του Ελληνικού Αστικού Κώδικα, «Η αγωγή .. πρέπει να περιέχη α) σαφή έκθεσιν των γεγονότων τα οποία θεμελιούν κατά νόμον την αγωγήν και δικαιολογούν την άσκησιν αυτής παρά του ενάγοντος κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφήν του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ωρισμένον αίτημα» (βλ. Γ. Α. Βαβαρέτου, Κώδιξ Πολιτικής Δικονομίας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 1974). Ο Αρεοπαγίτης Βασ. Αντ. Βαθρακοκοίλη, στο βιβλίο του ΕΡΝΟΜΑΚ, τομ. Ε΄, «Οικογενειακό Δίκαιο», Αθήνα, 2004, σελ. 344, άρθρ. 1400, αρ. 36-37, αναφέρει τα εξής επί του υπόψη σημείου: «36 - .. Σ τ ο ν π ρ α γ μ α τ ι κ ό υ π ο λ ο γ ι σ μ ό τα θεμελιωτικά στοιχεία της αγωγικής αξίωσης είναι τα ακόλουθα: α) η τέλεση έγκυρου γάμου, β) η λύση ή ακύρωση ή η τριετής διάσταση, γ) η ύπαρξη και η αξία της αρχικής περιουσίας, του παθητικού της, και της καθαρής αρχικής περιουσίας, δ) η αξία της τελικής περιουσίας (κατά το χρόνο γέννησης της αξίωσης), του παθητικού και της καθαρής τελικής περιουσίας, ε) η αύξηση της περιουσίας, στ) η συμβολή του ενάγοντος, το είδος της, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμός της με την αύξηση της περιουσίας, ζ) η αξία καθενός περιουσιακού στοιχείου και η) το δικαιούμενο ποσό. 37 - Η π α ρ ά λ ε ι ψ η έ κ θ ε σ η ς σ τ η ν α γ ω γ ή ε ν ό ς α π ό τ α π ρ ο α ν α φ ε ρ ό μ ε ν α σ τ ο ι χ ε ί α καθιστά την αγωγή νόμω αβάσιμη, γιατί στην περίπτωση αυτή λείπει ένα από τα στοιχεία που συνθέτουν το πραγματικό του ουσιαστικού κανόνα (1400 ΑΚ), γιατί δε γεννιέται η έννομη συνέπεια του εφαρμοστέου στην προκείμενη περίπτωση κανόνα δικαίου και κατά νομική αναγκαιότητα δε δικαιολογείται το αίτημα της αγωγής.» Το Εφετείο Αθηνών στην απόφασή του, στην υπ. αρ. 2571/991 έφεση, Ελλ.Δικ. 33
(1992), σελ. 166-167, υποστηρίζει την υπό συζήτηση θέση, λέγοντας τα εξής: «Οποιαδήποτε αγωγή, για να θεωρηθεί σαφής και ορισμένη, συνεπώς επιδεκτική δικαστικής εκτιμήσεως, κατά το άρθ. 216 ΚΠολΔ πρέπει να περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία κάθε δικογράφου που ορίζουν τα άρθ. 117-118 του ίδιου κώδικα, α) έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από την ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα (216 § 1)· επίσης - εφόσον τούτο είναι αποτιμητό - την αξία του αντικειμένου της σε χρήμα καθώς και τα στοιχεία που θεμελιώνουν την αρμοδιότητα του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται (216 § 2).. Ειδικότερα για να είναι ορισμένη αγωγή που στηρίζεται στις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθ. 1400 ΑΚ - αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα του γάμου - πρέπει να αναφέρει, εκτός από την αμετάκλητη λύση ή ακύρωση του γάμου, την εκτίμηση της περιουσίας του εναγομένου, τόσο κατά το χρόνο τελέσεως του γάμου όσο και κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης ή ακύρωσής του, άρα και τη συνακόλουθη επαύξησή της.» Σχετική είναι και η απόφαση του Ζ΄ Τμήματος του Αρείου Πάγου στην Α.Π. 251/2002, Ελλ. Δικ. 44
(2003), σελ. 129, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Από τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ συνάγεται ότι η αύξηση της περιουσίας του υποχρέου συζύγου προκύπτει από τη σύγκριση της περιουσιακής καταστάσεώς του σε δύο χρονικά σημεία, δηλαδή την στιγμή της τελέσεως του γάμου αφενός και την στιγμή που γεννάται η αξίωση αφετέρου. Συνεπώς, για να είναι ορισμένη η εκ του άρθρου 1400 ΑΚ αγωγή συμμετοχής στα αποκτήματα πρέπει με αυτή να προσδιορίζεται όχι μόνο η συνολική περιουσία του εναγομένου κατά τον χρόνο γέννησης της σχετικής αξιώσεως, αλλά και το αν αυτός είχε κατά την τέλεση του γάμου περιουσία και σε καταφατική περίπτωση ποια είναι η αξία αυτής, αναγομένη προφανώς στον χρόνο γέννησης της αξίωσης.» Το εν λόγω απόσπασμα, αποτελεί ακριβή υιοθέτηση και επανάληψη αποσπάσματος από παλαιότερη απόφαση του Αρείου Πάγου, την Α.Π. 494/1994 Α΄ Τμήματος, Ελλ. Δικ. 39
(1998)σελ. 91. Το Ζ΄ Τμήμα του Αρείου Πάγου στην απόφαση του, Α.Π. 430/2002, (Ζ΄ Τμ.), Ελλ. Δικ. 43
(2002), σελ. 1624-1625, σαφώς υιοθετεί την ίδια αρχή: «Για το ορισμένο άρα της αγωγής πρέπει να προσδιορίζονται στο δικόγραφο, εκτός από τα κατά τη διάταξη κρίσιμα χρονικά σημεία, η πραγματική αυξητική διαφορά στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου, που συνιστά το απόκτημα με την ευρύτερη έννοια του όρου (θετική ή αρνητική με την αποφυγή μειώσεως) και περιλαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν, περαιτέρω δε η έκταση καθώς και το είδος της συμβολής του δικαιούχου στην αύξηση αυτή με οποιοδήποτε τρόπο. Ειδικότερα α) για μεν το στοιχείο της αυξήσεως λαμβάνεται κατ΄ αρχήν υπόψη το σύνολο της περιουσιακής καταστάσεως του υπόχρεου ώστε, από τη σύγκριση της περιουσιακής καταστάσεως στο χρονικό σημείο της τελέσεως του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση.'» Με βάση τα πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Αιτητή, ο Αιτητής προέβη στις εξής παραλείψεις ουσιωδών ισχυρισμών αναφορικά με το ισχυριζόμενο αγώγιμο δικαίωμά του με βάση τον Ν. 232/1991: (
  1. i)Δεν προέβη, ως όφειλε, σε κανένα ισχυρισμό στην ένορκη δήλωσή του ως προς το ποια ήταν η αρχική περιουσία της Καθ' ης η αίτηση, δηλαδή ως προς την περιουσία που η Καθ' ης η αίτηση είχε κατά την τέλεση του γάμου τους. (
  2. ii)Παρόλον ότι ο Αιτητής αναφέρει ότι η Καθ' ης η αίτηση κατά τον χρόνο της διάστασης κατέχει ή είναι ιδιοκτήτης κάποιων περιουσιακών στοιχείων ή αντικειμένων, ωστόσο δεν προβαίνει σε ισχυρισμό, ως όφειλε, ως προς το ποια ήταν η ολική καθαρή τελική περιουσία της Καθ' ης η αίτηση, δηλαδή η καθαρή συνολική περιουσία της Καθ' ης η αίτηση αφαιρουμένων τυχόν δανείων κατά τον χρόνο της διάστασης. Αν τα όσα αναφέρει στην ένορκη δήλωσή του ήταν η μοναδική περιουσία της Καθ' ης η αίτηση κατά τον χρόνο της διάστασης, όφειλε αυτό να το πει καθαρά. (iii) Λόγω των πιο πάνω παραλείψεων δεν υπάρχει ισχυρισμός για τα δύο σκέλη της σύγκρισης, δηλαδή μεταξύ αρχικής καθαρής περιουσίας και τελικής καθαρής περιουσίας. (
  3. iv)Εφόσον ελλείπουν όλα τα πιο πάνω, δεν μπορεί να υπάρχει ισχυρισμός για αύξηση περιουσίας. (
  4. v)Το αγώγιμο δικαίωμα του Αιτητή για απόδοση της συνεισφοράς του είναι μετέωρο, γιατί ελλείπουν όλα τα ανωτέρω συστατικά στοιχεία, δηλαδή συνοπτικά, ισχυρισμός για τυχόν αύξηση της περιουσίας που να προκύπτει από τη σύγκριση της συνολικής καθαρής αρχικής περιουσίας με την συνολική καθαρή τελική περιουσία. Με βάση τα ανωτέρω, το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο Αιτητής παρέλειψε στην ένορκη δήλωσή του να παραθέσει τα απαραίτητα γεγονότα και να προβάλει τους απαραίτητους ισχυρισμούς, έτσι ώστε το Δικαστήριο να δύναται να διαγνώσει, αν ο Αιτητής έχει ορατή προοπτική ή πιθανότητα επιτυχίας στην εναρκτήρια αίτησή του σχετικά με το αγώγιμο δικαίωμά του με βάση το άρθρο 14 του Ν. 232/1991. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν ικανοποιείται η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 με βάση τον Ν. 232/1991. Τώρα, θα εξετάσω κατά πόσο ικανοποιείται η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/1960 αναφορικά με το αγώγιμο δικαίωμα του Αιτητή με βάση τις αρχές του καταπιστεύματος. Σε σχέση με το θέμα αυτό, θα πρέπει να παρατηρηθούν τα εξής: (
  5. i)Η νομολογία διχάζεται ως προς το κατά πόσο εξακολουθούν να ισχύουν οι αρχές του καταπιστεύματος και μετά τη θέσπιση του Ν. 232/1991όσον αφορά τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων. (Υπέρ της άποψης ότι σταμάτησαν να ισχύουν οι αρχές του καταπιστεύματος, βλ. Ορφανίδη v. Oρφανίδη
(1998)1ΑΑΔ 179, 184-188, Χριστοφόρου v. Xριστοφόρου
(1998)1551, 1562 και Παπαϊωάννου v. Παπαϊωάννου και Κολαρίδου v. Kολαρίδη
(2000)1 ΑΑΔ 656, 666, 676-677. Υπέρ της αντίθετης άποψης, βλ. Λογγίνος v. Λογγίνου
(2000)1 ΑΑΔ 1347, Μιχαήλ v. Γιάγκου
(2001)1 ΑΑΔ 1643 και Φιλίππου v. Φιλίππου
(2003)1 ΑΑΔ 1343). Ενόψει αυτής της διάστασης στη νομολογία, δεν μπορώ, σ' αυτό το στάδιο της εκδίκασης της ενδιάμεσης αίτησης και χωρίς το θέμα να εγερθεί και χωρίς πρώτα να δώσω την ευκαιρία σε αμφότερες τις πλευρές να ακουστούν, να αποφασίσω ποια άποψη θα υιοθετήσω. Κατά συνέπεια, δεν μπορώ να αποκλείσω ότι ο Αιτητής μπορεί να έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αίτησή του απλά και μόνο γιατί υποστηρίζεται στη νομολογία και η άποψη ότι οι αρχές του καταπιστεύματος δεν ισχύουν όσον αφορά τις περιουσιακές σχέσεις μεταξύ των συζύγων μετά τη θέσπιση του Ν. 232/1991. (ii) Στη μονομερή αίτηση και ένορκη δήλωση του Αιτητή δεν διευκρινίζεται τι διεκδικείται ως συνεισφορά του Αιτητή στην αύξηση περιουσίας της Καθ' ης η αίτηση και τι ως καταπίστευμα. Τα δύο διαφέρουν γιατί το πρώτο προϋποθέτει ότι το περιουσιακό στοιχείο αποτελεί ιδιοκτησία της Καθ' ης η αίτηση, ενώ το άλλο προϋποθέτει ότι το περιουσιακό στοιχείο κατέχεται απλά από την Καθ' ης η αίτηση όμως ιδιοκτήτης είναι ο Αιτητής. Απόλυτα σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην έφεση Α. Ορφανίδης v. N. Ορφανίδη,
(1998)1Α ΑΑΔ 179, 187: «Οι διαφορές μεταξύ των προνοιών του άρθρου 14 και του προϊσχύοντος της θεσμοθέτησης των αρχών του Κυπριακού δικαίου στο επίμαχο ζήτημα επισημαίνονται πιο κάτω: (α) Ενώ κατά το Δίκαιο της Επιείκειας κριτήριο για την απόκτηση μεριδίου αποτελεί η ύπαρξη συμφωνίας, ρητής ή εξυπακουόμενης, σύμφωνα με το άρθρο 14, η απόκτηση συναρτάται με τη συνεισφορά στην αύξηση της περιουσίας του ετέρου των συζύγων ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συμφωνία. Το κριτήριο για την απόκτηση μεριδίου είναι αντικειμενικό, εκείνο της συνεισφοράς. (β) Αντικείμενο του διαμοιρασμού δεν είναι, όπως στο Αγγλικό δίκαιο, το περιουσιακό στοιχείο αφ΄ εαυτού, αλλά η αύξηση της περιουσίας εκάτερου των συζύγων μετά το γάμο. Επομένως, αφετηρία για την επίλυση διαφορών αυτής της φύσης αποτελεί η διαπίστωση των περιουσιακών στοιχείων των συζύγων κατά το χρόνο του γάμου. Σε δεύτερο στάδιο, έρχεται η διαπίστωση της αύξησης, (αν υπάρχει), και σε τρίτο η προέλευση της αύξησης και η συνάρτησή της με τη συνεισφορά του ετέρου των συζύγων στην πραγμάτωσή της. (γ) Η συνεισφορά αποτελεί, βάσει του άρθρου 14, όπως και στο Αγγλικό δίκαιο το κυρίαρχο στοιχείο στον καθορισμό της αναλογίας του μεριδίου του μη εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη. Αντίθετα όμως, από το Αγγλικό δίκαιο, εφόσον δεν αποκαλύπτεται με τρόπο θετικό το ύψος της συνεισφοράς στην αύξηση της περιουσίας, καθιερώνεται τεκμήριο για την έκτασή της ίσο με το ένα τρίτο. Το τεκμήριο αυτό εκτοπίζει την εφαρμογή του αξιώματος της επιείκειας equality is equity.» Με αυτή την ασάφεια και αοριστία στην ένορκη δήλωση του Αιτητή, το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιόν του το αναγκαίο υπόβαθρο για να διαπιστώσει αν ο Αιτητής έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην κυρίως αίτησή του. Ο Αιτητής που είχε το βάρος απόσεισης του ισχυρισμού του όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 δεν το έχει αποσείσει. Εξάλλου, εφόσον η αίτηση του Αιτητή ήταν μονομερής, ο Αιτητής θα έπρεπε με βάση τη νομολογία (βλ. Χρ. Στυλιανού v. A. Στυλιανού,
(1992)1 ΑΑΔ 583) να παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα ουσιαστικά γεγονότα. Χωρίς να σημαίνει ότι ένας διάδικος δεν μπορεί να ζητά διαζευκτικά διαφορετικές θεραπείες, θεωρώ ουσιώδες γεγονός το Δικαστήριο να γνωρίζει με σαφήνεια ποιο είναι το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπό εκδίκαση αίτησης, δηλαδή ποιο περιουσιακό αντικείμενο ο Αιτητής θεωρεί ως δικό του αντικείμενο του οποίου και ζητά την επιστροφή και ποιο είναι το σύνολο της αύξησης της περιουσίας της Καθ' ης η αίτηση για την οποία ο Αιτητής διεκδικεί συνεισφορά. Συνακόλουθα κρίνω ότι δεν ικανοποιείται η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 αναφορικά με το αγώγιμο δικαίωμα του Αιτητή με βάση τις αρχές του καταπιστεύματος. (iii) O Aιτητής ενώ στηρίζει την αίτησή του σε διάφορα άλλα άρθρα του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου του 1990 (Ν. 23/90), όπως τροποποιήθηκε, παραλείπει ωστόσο να την στηρίξει και στο άρθρο 17
(2)του ιδίου Νόμου που προβλέπει τα εξής: «Σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης ή σε περίπτωση που δίνεται γνωστοποίηση στον Επίσκοπο σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Απόπειρας Συνδιαλλαγής και Πνευματικής Λύσης του Γάμου Νόμου ή σε περίπτωση που καταχωρείται αγωγή διαζυγίου, ο καθένας από τους συζύγους δικαιούται να παραλάβει τα κινητά που του ανήκουν, ακόμη και αν τα χρησιμοποιούσαν και οι δύο ή και μόνος ο άλλος σύζυγος. Υποχρεούται όμως να παραχωρήσει στον άλλον σύζυγο τη χρήση των οικιακών αντικειμένων που του είναι απολύτως απαραίτητα για τη χωριστή του εγκατάσταση, αν το επιβάλλουν οι περιστάσεις για λόγους επιείκειας.» Κι αν ακόμα δεχθούμε ότι όλα τα περιουσιακά αντικείμενα που αναφέρονται στις παρ. 13 και 16 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή, αποτελούν δική του ιδιοκτησία, ωστόσο είναι λογικό να δεχθούμε ότι με βάση το άρθρο 17 παρ. 2 επιβάλλεται υπό τις περιστάσεις όπως ορισμένα από τα αντικείμενα αυτά, προπάντων αντικείμενα από τον κατάλογο που αναφέρεται στην παρ. 16, που αφορούν την κυρίως διαμονή (και όχι του εξοχικού) της Καθ' ης η αίτηση και του παιδιού των διαδίκων, παραχωρηθούν στην Καθ' ης η αίτηση στο πλαίσιο «χωριστής εγκατάστασης» βάσει του άρθρου 17
(2). Σημειώνεται ότι το παιδί των διαδίκων διαμένει με την Καθ' ης η αίτηση, η οποία κατά τον Αιτητή έχει λιγότερα εισοδήματα από αυτόν. Όπως αναφέρεται στην Γ. Πένταυκα v. A. Πένταυκα,
(1991)1 ΑΑΔ 547, στην Αγγλία οι αρχές της επιείκειας και ειδικότερα του καταπιστεύματος δεν εφαρμόστηκαν σε καμιά περίπτωση περιουσιακού στοιχείου εκτός από το συζυγικό σπίτι για τους λόγους που παρατίθενται στo απόσπασμα (από σελ. 552-554) που ακολουθεί: «Είναι μέσα στο νομικό πλαίσιο του Married Women's Property Act 1882 που η Αγγλική νομολογία εξελίχθηκε, με την εφαρμογή των αρχών της επιείκειας, ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να αποφασίζει σε ποιόν πραγματικά ανήκει το οικογενειακό σπίτι, όταν αυτό είναι εγγεγραμμένο στο όνομα του ενός των συζύγων. Μολονότι η εφαρμογή των αρχών αυτών δεν περιορίζεται στο οικογενειακό σπίτι παρατηρούμε πως όλες οι αποφάσεις της Αγγλικής νομολογίας έχουν ως μοναδικό αντικείμενο το οικογενειακό σπίτι. Και τούτο είναι φυσικό, γιατί όταν δύο αποφασίσουν να ζήσουν μαζί, αρχίζουν τη ζωή τους με αισθήματα χαράς και αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Δεν ενεργούν σαν δυο συνήθη άτομα που συναλλάσσονται εμπορικά, αλλά συνενώνουν τους οικονομικούς τους πόρους στην απόκτηση του οικογενειακού σπιτιού, που για διάφορους λόγους μπορεί να εγγραφεί στο όνομα του ενός από αυτούς. Όταν όμως η συμβίωση τερματιστεί, τότε δυνατό να εγερθεί το ζήτημα σε ποίον πραγματικά ανήκει η ιδιοκτησία, και αν ανήκει και στους δυο σε ποιό ποσοστό. Είναι σε τέτοια περίπτωση που θεωρείται ότι το σπίτι αποτελεί καταπίστευμα με καταπιστευματοδόχο τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη προς όφελος του άλλου μέρους για το ποσοστό της συνεισφοράς του στην απόκτηση του. .. Στην ίδια υπόθεση [Gissing & Gissing] έχει επίσης αποφασιστεί πως η συνεισφορά ενός μέρους στην απόκτηση της επίδικης περιουσίας, είτε έμμεση ή άμεση, πρέπει να σχετίζεται απ' ευθείας με την απόκτησή της. Την αρχή αυτή είχε προηγουμένως αμφισβητήσει ο λόρδος Denning στις υποθέσεις Hazell & Hazell [1982] 1 All E.R. 923 και Hargrave v. Newton [1971] 3 All E.R. 866. Στην Κύπρο δεν υπάρχει νομοθεσία παρόμοια με την Married Women's Property Act 1882 και Matrimonial Causes Act 1973. Το τελευταίο αυτό νομοθέτημα, όπως είπαμε πιο πριν, δίδει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία, μετά τη λύση του γάμου, να προβαίνει σε δίκαιη και εύλογη κατανομή της περιουσίας που αποκτήθηκε από το ζεύγος κατά τη διάρκεια του, ώστε οι διάδικοι να ξεκινούν την καινούργια τους ζωή απαλλαγμένοι από το άγχος της οικονομικής ανάγκης. Τέτοια νομοθεσία βρίσκεται, από ότι γνωρίζουμε, στα πρόθυρα θεσπίσεως από τη Βουλή των Αντιπροσώπων και ελπίζουμε αυτό να γίνει το συντομότερο δυνατό." Εφόσον στην Αγγλία φαίνεται ότι ουδέποτε εφαρμόστηκαν οι αρχές του καταπιστεύματος μεταξύ συζύγων όσον αφορά κινητή περιουσία, εγείρεται το ερώτημα κατά πόσο στην Κύπρο, όπου υπάρχει σχετική ρητή νομοθετική διάταξη, δηλαδή το άρθρο 17 του Ν. 23/1990 που επιλύει το πρόβλημα της κυριότητας των κινητών μεταξύ των συζύγων, μπορεί να εφαρμοστούν οι αρχές του καταπιστεύματος στο θέμα αυτό. (
  1. iv)Στην ένορκη δήλωσή του (ιδίως παρ. 7, 14, 19, 20) ο Αιτητής αναφέρει ότι από τις 5/5/2011 που επήλθε η διάσταση μεταξύ αυτού και της συζύγου του, δεν κατέχει τα περιουσιακά αντικείμενά του που βρίσκονται στη συζυγική στέγη, οδός Βασιλίσσης Όλγας 3, Διαμ.3, 3ος όροφος, 2001 Στρόβολος, Λευκωσία. Παρόλα αυτά, στον τίτλο της αίτησής του, όπως επισημαίνει ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση, αναγράφεται ως διεύθυνση του Αιτητή η πιο πάνω διεύθυνση, δηλαδή η ίδια με εκείνη της Καθ' ης η αίτηση, πράγμα που υπονοεί ότι ο Αιτητής κατέχει και ο ίδιος τα διεκδικούμενα αντικείμενα. Αυτή είναι μια αντίφαση η οποία μάλλον δεν υποστηρίζει το αγώγιμο δικαίωμα του Αιτητή που στηρίζεται στο καταπίστευμα, εφόσον τυχόν καταπίστευμα θα προϋπέθετε ότι ο Αιτητής είναι δικαιούχος μεν των διεκδικούμενων περιουσιακών αντικειμένων, χωρίς όμως να είναι ταυτόχρονα και κάτοχος αυτών. Πέραν των πιο πάνω, ο Αιτητής πουθενά στην ένορκη δήλωσή του δεν αναφέρει ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ αυτού και της Καθ' ης η αίτηση ότι τα περιουσιακά στοιχεία που αναφέρονται την ένορκη δήλωσή του θα αποτελούσαν αποκλειστική ιδιοκτησία του ιδίου, είτε αγοράστηκαν από αυτόν είτε όχι. (
  2. v)Δεν υπάρχει σαφήνεια στην ένορκη δήλωση του Αιτητή πώς ο ίδιος απέκτησε ιδιοκτησία επί των αντικειμένων που αναφέρονται στις παρ. 13 και 16. Ενώ στις παραγράφους αυτές ο Αιτητής αναφέρει ότι αγόρασε τα αντικείμενα αυτά εξ ολοκλήρου ο ίδιος, στην παρ. 17 αναφέρεται «σε ποσά που κατέβαλε προς την Καθ' ης η αίτηση, εν σχέσει με την ιδιοκτησία των αντικειμένων αυτών». Κατά την αντεξέτασή του ο Αιτητής, σε αντίθεση με το τι αναφέρει στην ένορκη δήλωσή του, παραδέχτηκε ότι το αντικείμενο "Eames Chair" στον κατάλογο της παρ. 16 της ένορκης δήλωσή του, υπό αρ. 2, ήταν δώρο του γάμου τους. Ανέφερε όμως ότι όλα τα άλλα έπιπλα στην οικία τους αγοράστηκαν με δικούς του πόρους. Τέλος, θεωρώ ότι ούτε και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ικανοποιείται στην κρινόμενη αίτηση για τους εξής λόγους: Tο δικαίωμα του Αιτητή με βάση το άρθρο 14 του Ν. 232/91 είναι ενοχικό (δηλαδή χρηματική απαίτηση) και όχι εμπράγματο (δηλαδή δικαίωμα in rem) σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Παπαϊωάννου v. Παπαϊωάννου και Κολαρίδου v. Koλαρίδη,
(2000)1 ΑΑΔ 656, σελ. 679-680), και ο Αιτητής δεν έχει πείσει το Δικαστήριο ότι, σε περίπτωση που πετύχει η κυρίως αίτησή του και ακυρωθεί το υφιστάμενο προσωρινό Διάταγμα, η Καθ' ης η αίτηση δεν θα έχει την οικονομική δυνατότητα ή ευχέρεια να τον αποζημιώσει για τη συνεισφορά του. Aπεναντίας, με βάση την παραδοχή του Αιτητή στην παρ. 12 της ένορκης δήλωσής του, η Καθ' ης η αίτηση είναι δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου δικαιούχος ιδιοκτήτρια κατά το1/3 οικίας στον Πρωταρά, η οποία, όπως ο ίδιος ο Αιτητής ισχυρίζεται, είναι αξίας €527.150.36 και για την αγορά της οποίας, οι γονείς της Καθ' ης η αίτηση κατέβαλαν το ποσό των £100.
  1. Περαιτέρω, σημειώνεται ότι η Καθ' ης η αίτηση εργάζεται και μπορεί να έχει κάποιους πόρους για να αποζημιώσει τον Αιτητή. Eπίσης, δεν πρέπει να παροράται ότι η Καθ' ης η αίτηση, ακόμα και αν υποθέσουμε ότι δεν είναι ιδιοκτήτρια κάποιων περιουσιακών αντικειμένων, δικαιούται να έχει τα απαραίτητα αντικείμενα για τη διαβίωση αυτής και του παιδιού της με βάση το άρθρο 17 παρ. 2 του Ν. 23/
  2. Δεν υπάρχει μαρτυρία, αλλά ούτε είναι λογικό, ότι αυτή θα πωλήσει και θα αποξενώσει όλη εκείνη την κινητή περιουσία που κατέχει και της είναι απαραίτητη για να ζήσει αυτή και το παιδί της. Τέλος, θα πρέπει να λεχθεί ότι το τεκμήριο συνεισφοράς του ενός συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου, ισχύει όχι μόνο για τον Αιτητή, αλλά και για την Καθ' ης η αίτηση. Eνόψει των πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν ικανοποιείται ούτε η προϋπόθεση του «κατεπείγοντος» του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  3. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η κρινόμενη αίτηση ημερ. 19/10/2011, απορρίπτεται, και το προσωρινό Διάταγμα ημερ. 20/10/2011 ακυρώνεται. Τα έξοδα της κρινόμενης αίτησης, πρέπει να ακολουθήσουν το αποτέλεσμά της, γι' αυτό και επιδικάζονται εναντίον του Αιτητή, και υπέρ της Καθ' ης η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή του Οικογενειακού Δικαστηρίου και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Γ. Α. Σεργίδης, Πρ. ααγ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.