← Κύπρος

Σταύρης Μίτσιγγα ν. Πόλυ Μίτσιγγα κ.α., Αρ. Αίτησης 16/12, 6/7/2012

Σταύρης Μίτσιγγα ν. Πόλυ Μίτσιγγα κ.α., Αρ. Αίτησης 16/12, 6/7/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLEF:2012:6 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ Αρ. Αίτησης 16/12 ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. A. Σεργίδη, Πρ. 6 Ιουλίου 2012 Μεταξύ: Σταύρης Μίτσιγγα, από Λουκή Ακρίτα 23, Διαμέρισμα 102, Αρχάγγελος, Αιτήτριας και

(1)Πόλυ Μίτσιγγα, από Αμαζόνων 16, Στρόβολος, Λευκωσία,
(2)P. Mitsingas Investment Limited, από Αμαζόνων 16, Στρόβολος, Λευκωσία Καθ΄ ων η Αίτηση ----------------------------------- Μονομερής αίτηση, ημερ. 1/2/
  1. ------------------------------------ Εμφανίσεις: Λ. Βραχίμης για Ελένη Βραχίμη & Σία, για την Αιτήτρια. Δ. Παπαχρυσοστόμου για Δημήτρης Παπαχρυσοστόμου Δ.Ε.Π.Ε., για τους Καθ΄ ων η αίτηση. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 6/2/2012, το παρόν Δικαστήριο, εξέδωσε με βάση τη μονομερή αίτηση της Αιτήτριας ημερομηνίας 1ης/2/2012, που συνοδεύεται με τη δική της ένορκη δήλωση και συνημμένα τεκμήρια, το εξής προσωρινό Διάταγμα: «ΜΕ ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΕΚΔΙΔΕΙ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ με το οποίο ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ στον καθ´oυ η αίτηση 1 από του να πωλήσει, υποθηκεύσει, μεταβιβάσει, διαθέσει, επιβαρύνει ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει, αποποιηθεί ή εκχωρήσει το δικαίωμα που κατέχει στην πιο κάτω περιουσία, μέχρι πλήρους εκδίκασης και αποπεράτωσης της κυρίως αίτησης και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, εκτός εάν οι καθ΄ων η αίτηση εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού στις 13.2.12, η ώρα 9.00π.μ. και δείξουν λόγο γιατί το παρόν διάταγμα να μην εξακολουθήσει να ισχύει: α. Την κατοικία στην οδό Αμαζόνων 16, Στρόβολος 2057, στα οικόπεδα με αριθμούς 33 και 34, επί του τεμαχίου 1151, Φύλλο/Σχέδιο 21/61W1, Τμήμα 5, Τοποθεσία Ροτσούδια, Ενορία Χρυσελεούσας. β. Το οικόπεδο με αριθμό εγγραφής 5/1671, Τεμάχιο 1151, Φύλλο/Σχέδιο 21/61W1, Τμήμα 5, Τοποθεσία Ροτσούδια, Ενορία Χρυσελεούσας. γ. Τα δύο διαμερίσματα με αριθμούς 201 και 202 (περιλαμβανομένης και αποθήκης και χώρων στάθμευσης) στην πολυκατοικία Euro City 26B, στην οδό Ακαρνανίας 22, Αθήνα και το διαμέρισμα στην πολυκατοικία Euro City 32, στην οδό Γάζης 19 και Αβίδου [sic], Διαμ.
  2. δ. Τις 250.000 μετοχές ονομαστικής αξίας €1 η κάθε μια στην εταιρεία Terra Kapital Limited. ε. Τα 150 αξιόγραφα της Λαϊκής, ονομαστικής αξίας €1.000 το κάθε ένα ή το ποσό που θα εισπραχθεί κατά την εξαργύρωσή τους. στ. Τη μια μετοχή στο Αρεταίειον Ιατρικόν Κέντρον Λίμιτεδ. ζ. Τις μετοχές του στην εταιρεία P. Mitsingas Investment Limited. η. Το διαμέρισμα με αριθμό 301, στην πολυκατοικία «City Home 67 I-Θ», επί του υπό διαχωρισμό κτήματος, με αριθμό εγγραφής 1/1303, Τμήμα 1, Φύλλο 21, Σχέδιο 1012V01, Τεμάχιο 791, τοποθεσία Εξήντα Σκάλες, Ενορία Χρυσελεούσας, στο Στρόβολο. ΕΚΔΙΔΕΤΑΙ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ με το οποίο ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ στους καθ΄ων η αίτηση 2 από του να πωλήσουν, υποθηκεύσουν, μεταβιβάσουν, διαθέσουν, επιβαρύνουν ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αποξενώσουν, αποποιηθούν ή εκχωρήσουν το δικαίωμα που κατέχουν στην εξοχική κατοικία στον Πρωταρά, στην οδό Φιλίππου 36, Άγιος Νικόλαος, Παραλίμνι, αριθμός εγγραφής 022154, Τεμάχιο 751, Φύλλο/Σχέδιο 0/2-294-379, Τοποθεσία Βρυσούδια, Παραλίμνι, μέχρι πλήρους εκδίκασης και αποπεράτωσης της κυρίως αίτησης και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, εκτός εάν οι καθ΄ων η αίτηση εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού στις 13.2.12, η ώρα 9.00π.μ. και δείξουν λόγο γιατί το παρόν διάταγμα να μην εξακολουθήσει να ισχύει.» Του Διατάγματος αυτού ακολούθησε η καταχώριση ειδοποίησης ένστασης από τους Καθ' ων η αίτηση ημερ. 28/3/2012, που συνοδεύεται με ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου η αίτηση αρ. 1 μαζί με συνημμένα τεκμήρια και τέλος η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από την Αιτήτρια ημερ. 24/5/2012 με συνημμένα τεκμήρια. Στις 18/6/2012 η κρινόμενη ενδιάμεση αίτηση ήχθη προς ακρόαση. Την ημέρα εκείνη αντεξέταστηκε ο Καθ' ου η αίτηση αρ.
  3. Η ακρόαση της αίτησης συνεχίστηκε στις 22/6/2012 για αγορεύσεις, οπόταν και επιφυλάχθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου. Ο πρώτος λόγος ένστασης είναι ο εξής: «1) Η αιτήτρια απέκρυψε δολίως ουσιώδη γεγονότα που θα επηρέαζαν αποφασιστικά την κρίση του Δικαστηρίου στην μη έκδοση του διατάγματος. Συγκεκριμένα δεν απεκάλυψε, ενώ γνώριζε ή και όφειλε να γνωρίζει ότι: (α) Ο καθ΄ ου η αίτηση 1 κατείχε προ του γάμου τους περιουσία, μεταξύ άλλων, σε μετρητά πέραν των ΛΚ. 700.000 και διαμέρισμα στα Περβόλια Λάρνακας. (β) Ότι το εξοχικό στον Πρωταρά που αγοράσθηκε από τον καθ΄ ου η αίτηση 1 και δόθηκε στον καθ΄ ου η αίτηση 2 και ο συζυγικός οίκος, αγοράσθηκαν αποκλειστικά με χρήματα και περιουσία που κατείχε ο καθ΄ ου η αίτηση 1, προ του γάμου του με την αιτήτρια και με τον τρόπο που περιγράφεται από τον καθ΄ ου η αίτηση 1 στην ένορκη δήλωσή του. (γ) Όλα τα περιουσιακά στοιχεία απεκτήθησαν με χρήματα ή και περιουσία που ο καθ΄ ου η αίτηση κατείχε προ του γάμου και γενικά από κέρδη που πραγματοποιήθηκαν από την εκμετάλλευση των περιουσιακών στοιχείων που υπήρχαν προ του γάμου.» Στη συνέχεια θα ασχοληθώ με τον λόγο ένστασης 1(α). Προτού υπεισέλθω στη νομική πτυχή του θέματος, θα πρέπει να αναφερθεί το εξής: (α) Όντως ουδεμία αναφορά γίνεται στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας που συνοδεύει την αίτησής της, ότι ο Καθ' ου η αίτηση αρ. 1 προ του γάμου τους είχε κινητή περιουσία της τάξης των ΛΚ 700.000 καθώς και διαμέρισμα στα Περβόλια Λάρνακας. (β) Την κινητή και ακίνητη αυτή περιουσία, στην οποία αναφέρεται με λεπτομέρειες ο Καθ' ου η αίτηση αρ. 1 στην ένορκη δήλωσή του, παρ. 6, 7 και 11 μετά σχετικών τεκμήριων, δεν φαίνεται να αρνείται η Αιτήτρια στη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή της, που καταχωρίστηκε μετά την έκδοση του Διατάγματος και την καταχώριση ένστασης. Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή της η Αιτήτρια αναφέρεται και σε χρέη που είχε ο Καθ' ου η αίτηση αρ. 1 όταν παντρεύτηκαν, στα οποία και πάλι δεν αναφέρθηκε στην αρχική της ένορκη δήλωση. Με αυτά τα δεδομένα θα προχωρήσω στην εξέταση της νομικής πτυχής του θέματος. Για να πετύχει η αίτηση της Αιτήτριας και να διατηρηθεί σε ισχύ το προσωρινό Διάταγμα που εξασφάλισε, θα πρέπει αυτή να αποδείξει ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32.1 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/60), όπως τροποποιήθηκε. Ειδικότερα, θα πρέπει να αποδείξει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην κυρίως αίτηση, ότι υπάρχει ορατή προοπτική ή πιθανότητα επιτυχίας αυτής, και ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς το προσωρινό Διάταγμα. Τέλος, σύμφωνα με τη νομολογία, θα πρέπει το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη και τις τρεις πιο πάνω προϋποθέσεις, να αποφασίσει αν τελικά είναι δίκαιο ("just") και πρόσφορο ("convenient") να διατηρήσει σε ισχύ το προσωρινό Διάταγμα. (Βλ. A. Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 AAΔ 557, σελ. 568-570). Όσον αφορά την αξιολόγηση της μαρτυρίας σε αιτήσεις προσωρινών διαταγμάτων, το Ανώτατο Δικαστήριο κατ' έφεση στην Φ. Μιχαηλίδης v. Κ. Παπακυριακού,
(2004)1A AΑΔ 209, 215-217, ανέφερε τα ακόλουθα: «Αναφορικά με την αξιολόγηση της ενώπιον του μαρτυρίας το Πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε τα εξής: 'Το Δικαστήριο στην εξέταση κατά πόσο θα διατηρήσει ή θα ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, αυτό ανάγεται κατ΄ εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της ίδιας της αγωγής. Τα ίδια λέχθησαν και πιο πρόσφατα στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 269, 270. Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Odysseos ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557, 569, αλλά με κανένα τρόπο δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι τα όσα ακολουθούν αποτελούν την τελεσίδικη κρίση του Δικαστηρίου. Διαπιστώνεται απλώς η παρουσία ή η απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηναν έκδηλα ανικανοποίητα τα τρία κριτήρια.' ..... Στην παρούσα υπόθεση επρόκειτο για διαδικασία εκδίκασης αίτησης για προσωρινό διάταγμα. Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι σε τέτοια διαδικασία το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 269, 270 - απόφαση Στυλιανίδη, Π., Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, 267, 268, T.A. Micrologic Computer Cosnsultants Ltd v. Microsoft Corporation, Πολιτική Έφεση 11159/20.11.2002, Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 C.L.R. 1653, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd κ.α., Πολιτική Έφεση 11156/19.10.2002 και Copinger and Skone James on Copyright, 12th ed., para. 620, 621). Έχουμε παραθέσει την προσέγγιση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου που σχετίζεται με το ζήτημα της απόκρυψης γεγονότων (βλ. σελ. 5-6, πιο πάνω) όσο και την προσέγγιση του που σχετίζεται με την αξιολόγηση της μαρτυρίας (βλ. σελ. 7, πιο πάνω). Έχουμε την άποψη πως οι σχετικές προσεγγίσεις του Πρωτόδικου Δικαστηρίου βρίσκονται σε πλήρη ευθυγράμμιση με την επί του προκειμένου νομολογία. Περαιτέρω η αιτιολογία της εκκαλούμενης απόφασης ικανοποιεί τα κριτήρια αιτιολογίας που απαιτούνται από τις περιστάσεις και τη φύση της διαδικασίας. Έπεται πως ο σχετικός λόγος της έφεσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Για τους πιο πάνω λόγους η έφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα.» Η στοιχειοθέτηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32.1 γίνεται σε συνάρτηση με το ουσιαστικό δίκαιο επί του οποίου στηρίζεται το αγώγιμο δικαίωμα. Στην προκειμένη περίπτωση το αγώγιμο δικαίωμα στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 14
(1)του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου του 1991 (Ν. 232/91), όπως τροποποιήθηκε. Η διάταξη αυτή καθιερώνει το δικαίωμα της απόδοσης σε έναν σύζυγο της συνεισφοράς του στην αύξηση της περιουσίας του άλλου, δηλαδή, όπως προβλέπεται στο άρθρο 2 του πιο πάνω Νόμου, περιουσία «η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιονδήποτε από τους συζύγους». Στη συνέχεια θα εξεταστεί κατά πόσο εφαρμόζεται η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32.1 του Ν. 14/1960, δηλαδή κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα να πετύχει η κυρίως αίτηση λαμβανομένης υπόψη της νομικής βάσης της αίτησης, δηλαδή το άρθρο 14
(1)του Ν. 232/1991 και λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας ημερ. 1/2/2012, με βάση την οποία εκδόθηκε το προσωρινό Διάταγμα. Το άρθρο 14
(1)του Ν. 232/1991 έχει ως πρότυπό του το άρθρο 1400 του Ελ. ΑΚ και ορίζει τα ακόλουθα: «14
(1)Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων, και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
(2)Η συνεισφορά του ενός συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη συνεισφορά.
(3)Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ότι αυτοί απέκτησαν: (α) Από δωρεά, κληρονομιά, κληροδοσία ή άλλη χαριστική αιτία× (β) με διάθεση περιουσίας που αποκτήθηκε με τις αναφερόμενες στην παράγραφο (α) αιτίες.» Σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 14
(1), βοηθητική είναι η Ελληνική βιβλιογραφία και η νομολογία επί του άρθρου 1400 του Ελ. ΑΚ. (Για το πρότυπο του Ελληνικού δικαίου, βλ. Asp. Tsaoussis-Hatzis, The Greek Divorce Law Reform of 1983 and its Impact on Homemakers - A Social and Economic Analysis, Aθήνα-Κομοτηνή, 2003, σελ. 228-230). Για τον υπολογισμό της αύξησης περιουσίας είναι αναγκαία η σύγκριση ανάμεσα στην αρχική και τελική περιουσία του συζύγου, δηλαδή θα πρέπει να αποτιμηθούν δύο περιουσίες, η αρχική και η τελική, και η σύγκρισή τους που αποτελεί την αύξηση αποτιμάται σε χρηματική αξία. Οι ενδιάμεσες αυξομειώσεις είναι αδιάφορες. Η αναφορά στην αγωγή περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν μετά τον γάμο δεν αποδεικνύει τίποτε χωρίς σύγκριση της αρχικής και της τελικής περιουσίας. Όπως προσφυώς αναφέρει ο Καθηγητής Σταθόπουλος εις Γεωργιάδη και Σταθόπουλου, Αστικός Κώδικας, τόμ. VII, «Οικογενειακό Δίκαιο», 2η εκδ., Αθήνα, 2007, άρθρ. 1400-1402, αρ. 13, σελ. 330-331: «Τρίτον, Η περιουσιακή ωφέλεια 'αφότου τελέστηκε ο γάμος' θα συναχθεί με σύγκριση της περιουσιακής κατάστασης σε δυο χρονικά σημεία, τη στιγμή της τέλεσης του γάμου αφενός (αρχική περιουσία) και τη στιγμή που γεννιέται η αξίωση αφετέρου (τελική περιουσία - βλ. και παρακ. Αρ. 14). Η διαφορά συνιστά την επαύξηση (τα αποκτήματα), που αποτελεί το αντικείμενο της αξίωσης (στο βαθμό βέβαια που συντρέχει, μεταξύ άλλων, και η δεύτερη προϋπόθεση της αξίωσης, στο βαθμό δηλ. που τα αποκτήματα οφείλονται στη συμβολή του δικαιούχου). Οι ενδιάμεσες αυξομειώσεις της περιουσίας είναι αδιάφορες..» Bλ. επίσης, inter alia, Π. Χρ. Φίλιου, Οικογενειακό Δίκαιο, 3η έκδ., Αθήνα-Κομοτηνή, 2009, § 38 Β, σελ. 133, Βασ. Αντ. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ, τομ. Ε΄, «Οικογενειακό Δίκαιο», σελ. 326-327, άρθρ. 1400, αρ. 13, σελ. 332-333, άρθρ. 1400, αρ. 18, Ι. Σ. Σπυριδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, Αθήνα-Κομοτηνή, 2006, § 53.3.2, σελ. 244, Nικ. Ευρ. Παρασκευοπούλου, Αι Περιουσιακαί Σχέσεις των Συζύγων κατά το Εσωτερικόν Δίκαιον και το Ιδιωτ. Διεθ. Δίκαιον μετά τον Ν. 1329/83, Αθήνα, 1984, § 45 της Εισηγητικής ΄Εκθεσης της Επιτροπής του ν. 1329/82, εις Ι. Σ. Σπυριδάκη, Αστικός Κώδικας και Εισαγωγικός Νόμος, Κριτική ΄Εκδοση 2009, Αθήνα-Κομοτηνή, 2009, σελ. 796, Θ. Κ. Παπαχρίστου, Εγχειρίδιο Οικογενειακού Δικαίου, 3η έκδ., Αθήνα-Κομοτηνή, 2006, § 2.3.2. σελ.103, Εφ. Αθ. 2571/1991, Ελλ. Δικ. 33
(1992)166-168, Α.Π. 1166/2000, Γ΄ Τμ. Ελλ. Δικ.42
(2001), 1287-1288, Α.Π. 251/2002 Ζ΄ Τμ. Ελλ. Δικ. 44
(2003)129-130, Α.Π. 430.2002 Ζ΄ Τμ., Ελλ. Δικ. 43
(2002)1624-1625, Α.Π. 494/1997 Α΄ Τμ, Ελλ. Δικ. 39
(1998)91. Το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο στη Ν. Μικρού v. M. Kωνσταντινίδου, Εφ. ΔΟΔ αρ. 188, ημερ 7/10/2004, μη δημοσιευθείσα, σελ. 2, στην πολύ σύντομη απόφασή του, αποδεχόμενο και επιδοκιμάζοντας τη θέση του πρωτόδικου Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού, το έκανε καθαρό πως αυτό που έχει σημασία, είναι η απόδειξη της αύξησης που με βάση τον Νόμο ανευρίσκεται με τη σύγκριση της αρχικής και της τελικής περιουσίας, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη περιουσία που δημιουργείται κατά τη διάρκεια του γάμου και δεν αποκρυσταλλώνεται στην τελική περιουσία για να συγκριθεί με την αρχική. Εκτός από μια εισαγωγική παράγραφο, και την κατάληξη του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου ότι η έφεση απορρίπτεται με έξοδα, ολόκληρη η απόφασή του ήταν η εξής: «Η σύζυγος, καθ'ης η αίτηση-εφεσίβλητη, ήταν ιδιοκτήτρια, από κληρονομιά του πατέρα της, κτήματος υπ.' Αριθμό εγγραφής .. στη Λεμεσό. Κατά τη διάρκεια του γάμου και σταδιακά, στο ακίνητο ανηγέρθηκαν οικοδομές, που ενοικιάζονται. Ο εφεσείων ισχυρίζεται πως συνεισέφερε για το κτίσιμο των οικοδομών, και ως εκ τούτου αξίωσε τη συνεισφορά του από την εφεσίβλητη. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού ανέλυσε τη μαρτυρία που προσκομίστηκε ενώπιον του κατέληξε στο συμπέρασμα πως ο εφεσείων δεν απέδειξε οποιαδήποτε αύξηση της περιουσίας της εφεσίβλητης μέσα στην ορθή έννοια του άρθρου 14 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου, του 1991, (Ν. 232/91), (όπως τροποποιήθηκε), ώστε να εγείρεται οποιοδήποτε θέμα υπολογισμού της συνεισφοράς του. Το είδος της μαρτυρίας που έδωσε ο εφεσείων, και που ο συνήγορος του επιβεβαίωσε ενώπιον μας, αφορούσε τη συνεισφορά του στην ανοικοδόμηση κτιρίων επί του ακινήτου της εφεσίβλητης χωρίς να υπάρχει η απαραίτητη νομική προϋπόθεση της αύξησης της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας. Συγκεκριμένα, δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε εκτίμηση της επίδικης περιουσίας κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου των διαδίκων, εκτίμηση της ακίνητης ιδιοκτησίας κατά τον χρόνο της διάστασης των διαδίκων, και βεβαίως το ύψος των επιβαρύνσεων επί της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας, που υφίσταντο κατά τις δύο πιο πάνω χρονικές περιόδους. Το δικαστήριο ενεργώντας στη βάση της μαρτυρίας που προσκομίστηκε, ορθά κατέληξε στην απόφασή του. Από το κείμενο της πρωτόδικης απόφασης και όπως μας έχουν επιβεβαιώσει οι δικηγόροι των διαδίκων, η επίδικη ακίνητη περιουσία έχει εγγραφεί επ' ονόματι των παιδιών τους. Αυτό είναι ένα ευχάριστο γεγονός, που θα έπρεπε βεβαίως να οδηγήσει και αυτή την αντιδικία στο γρήγορο τέλος της». Είναι φανερό από την πιο πάνω απόφαση, πως είναι εσφαλμένη η άποψη πως όσα χρήματα συνεισφέρει ένας σύζυγος για απόκτηση περιουσίας, θα πρέπει οπωσδήποτε να τα πάρει πίσω με τη λύση του γάμου, αν δεν αποδειχθεί πρώτα αύξηση στην περιουσία. Στην Α. Ορφανίδης v. N. Ορφανίδη,
(1993)1 ΑΑΔ 179, 189, το Ανώτατο Δικαστήριο παρατήρησε σε σχέση με το επίμαχο άρθρο 14
(1)του Ν. 232/91, πως: «(β) Αντικείμενο του διαμοιρασμού δεν είναι, όπως στο Αγγλικό δίκαιο, το περιουσιακό στοιχείο αφ΄ εαυτού, αλλά η αύξηση της περιουσίας εκάτερου των συζύγων μετά το γάμο. Επομένως, αφετηρία για την επίλυση διαφορών αυτής της φύσης αποτελεί η διαπίστωση των περιουσιακών στοιχείων των συζύγων κατά το χρόνο του γάμου. Σε δεύτερο στάδιο, έρχεται η διαπίστωση της αύξησης, (αν υπάρχει), και σε τρίτο η προέλευση της αύξησης και η συνάρτησή της με τη συνεισφορά του ετέρου των συζύγων στην πραγμάτωσή της.» Από το πιο πάνω απόσπασμα είναι σαφές πως το Δικαστήριο δεν εξετάζει θέμα συνεισφοράς, αν δεν αποδειχθεί πρώτα αύξηση στην περιουσία. Το ίδιο ελέχθη και στη Σοφοκλέους ν. Σοφοκλέους,
(2005)1 ΑΑΔ 1030, 1034, όπου το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο σχολιάζοντας την πρωτόδικη απόφαση ανέφερε τα εξής σχετικά: «Είπε, πολύ ορθά, πως η αποτυχία της εφεσείουσας να αποδείξει την αύξηση της περιουσίας του εφεσίβλητου δεν της επέτρεπε να επικαλεστεί το μαχητό τεκμήριο, που προβλέπεται στο εδάφιο 2 του άρθρου 14 του νόμου.» Eίναι σαφές επίσης από την Ορφανίδη πως αντικείμενο διαμοιρασμού δεν είναι το περιουσιακό στοιχείο αυτό καθ΄ αυτό, αλλά η αύξηση της περιουσίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως για την εξεύρεση της αρχικής και της τελικής περιουσίας ενός διαδίκου υπολογίζεται όλη η περιουσία του, κινητή και ακίνητη, και όχι ορισμένα περιουσιακά αντικείμενα. Το άρθρο 14
(1)δεν ακολούθησε τελικά το σχέδιο νόμου που ετοίμασε η Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή για τον Εκσυγχρονισμό του Οικογενειακού Δικαίου στις Περιουσιακές Διαφορές των Συζύγων (βλ Έκθεση Επιτροπής, Λευκωσία, Ιανουάριος 1987, σελ. 106, 109), όπου δεν γίνεται χρήση της φράσης «αύξησης της περιουσίας», αλλά αντίθετα στα άρθρα 3.1.-3.5, γίνεται χρήση της φράσης «ανακατανομή της οικογενειακής περιουσίας του ενός συζύγου προς όφελος του άλλου», η οποία «οικογενειακή περιουσία» σύμφωνα με τον ορισμό της στην αρχή του σχεδίου νόμου περιλαμβάνει οποιαδήποτε περιουσία (πλην των εξαιρέσεων που προέβλεπε το σχέδιο νόμου) κατά «τον ουσιώδη χρόνο», δηλαδή κατά τον χρόνο της διακοπής της συμβίωσης ή της λύσης του γάμου. Όπως ελέχθη, τελικά πρότυπο του Κυπρ. Ν. 232/91απετέλεσε το Ελλ. ΑΚ 1400, που και αυτό μιλά για «αύξηση περιουσίας». Παρόμοια με την Ορφανίδη, είναι και η ερμηνεία που δίνεται στην Ελλάδα. Το Γ΄ Τμήμα του Αρείου Πάγου στην απόφασή του Α.Π. 1166/2000 Ελλ. Δικ. 42
(2001)σελ. 1287, τονίζει πως: «Ως αύξηση όμως νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου, σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι: α) κατά την τέλεση του γάμου και β) κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα.» (Δική μου υπογράμμιση). Το Α΄ Τμήμα του Αρείου Πάγου στην Α.Π. 494/1994, Ελλ. Δικ. 39
(1998)σελ. 91 και το Ζ΄ Τμήμα του Αρείου Πάγου του Α.Π. 251/2002, Ελλ. Δικ. 44
(2003)σελ 129, τονίζουν πως στο δικόγραφο θα πρέπει να προσδιορίζεται η συνολική αρχική και τελική περιουσία (βλ. κατωτέρω σχετικό πανομοιότυπο απόσπασμα από τις δύο αποφάσεις). Βλ. σύμφωνη βιβλιογραφία, ενδεικτικά: Ε. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, Ι, 4η έκδ., Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2008, 236, («με τον υπολογισμό όλων των αντικειμένων και της αρχικής και της τελικής περιουσίας των συζύγων»), Σταθόπουλος, op. cit. σελ. 339, άρθρ. 1400-1402, αρ. 13 («Δεύτερον, θα ληφθεί υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης και όχι μια συγκεκριμένη κτήση»). Η υπογράμμιση ανήκει στο Δικαστήριο. Στην Ορφανίδη, op. cit., στη σελ. 190, αποφασίστηκε επίσης πως: «.Η αύξηση, η οποία υπόκειται σε διανομή, δεν είναι η αξία των περιουσιακών στοιχείων του ιδιοκτήτη συζύγου, αλλά η καθαρή αξία της περιουσίας του η οποία ανευρίσκεται μετά από συνυπολογισμό των περιουσιακών του στοιχείων αφενός, και των χρηματικών του υποχρεώσεων αφετέρου.» H ίδια αρχή, δηλαδή ότι θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η καθαρή αξία της περιουσίας, αφού πρώτα αφαιρεθούν τα χρέη και οι άλλες οικονομικές υποχρεώσεις από την αξία της περιουσίας για να ανευρεθεί η πραγματική αύξηση, διακηρύχθηκε και στη Σοφοκλέους ν. Σοφοκλέους,
(2005)1 ΑΑΔ 1030, 1033, ως επίσης και στη Ν. Μικρού v. M. Kωνσταντινίδου, Εφ. ΔΟΔ αρ. 188, ημερ 7/10/2004, μη δημοσιευθείσα, σελ. 2. Βλ. επίσης, inter alia, Γ. Παπαδημητρίου, Οικογενειακό Δίκαιο, Αθήνα-Κομοτηνή, 1997, σελ. 290-291, Σπυριδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, Αθήνα-Κομοτηνή, 2006, § 53.3., σελ. 242, Σταθόπουλος εις Γεωργιάδη εις Γεωργιάδη και Σταθόπουλου, οp. cit. άρθρ. 1400-1402, αρ. 13, σελ. 330, Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, op. cit. σελ. 231-232, 341, Παπαχρίστου, op. cit. § 2.3.2.1., σελ. 104, Ζ. Σκουλούδη, Συζυγικαί Σχέσεις και Οικονομικαί Συνέπειαι, μετά την ΄Εκδοσιν του Ν. 1329/83, Αθήνα, 1984, σελ. 170, Α.Π. 430/2002 Ζ΄ Τμ., Ελλ. Δικ. 43
(2002)σελ. 1624. Στη συνέχεια θα εξεταστεί το θέμα των συνεπειών παράλειψης ουσιωδών ισχυρισμών σε δικόγραφο ή ένορκη δήλωση που στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα με αναφορά σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του Αρείου Πάγου και στις σχετικές διατάξεις του σχετικού νόμου και της δικονομίας που ισχύει στην Κύπρο. Στην Α. Γεωργίου v. Γ. Γεωργίου,
(2001)1 ΑΑΔ 1592, το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «Η βάση της αγωγής 'περιλαμβάνει το σύνολο των γεγονότων των θεμελιούντων το αγώγιμο δικαίωμα, περί ου η αγωγή ...' όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60). Βάση αγωγής κατά κανόνα προκύπτει όταν υπάρχει πρόσωπο που μπορεί να ενάγει και πρόσωπο που μπορεί να εναχθεί και εφόσον συντρέχουν όλα τα γεγονότα που είναι αναγκαία να αποδειχθούν προκειμένου να επιτύχει ο ενάγοντας. (Βλέπε: Halsbury´s Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 28, παράγραφος 622 και Nakis Bonded v. Middle East Export
(1981)1 C.L.R. 361). Τα αναγκαία γεγονότα που θεμελιώνουν αγώγιμο δικαίωμα, σύμφωνα με το νόμο περιέχονται στο άρθρο 14 όπως έχει παρατεθεί πιο πάνω.» (σελ. 1600). «Η Έκθεση Απαίτησης περιέχει όλα εκείνα τα γεγονότα που συνηγορούν ότι η αξίωση της εφεσείουσας εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 14 του Ν. 232/91 για συμμετοχή στην περιουσία που αποκτήθηκε μετά το γάμο.» (σελ. 1601). Σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Διαδικαστικού Κανονισμού του 1990 (ΔΚ 2/90): «[η] διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου αρχίζει με την καταχώριση από τον αιτητή στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αίτησης σύμφωνα με τον Τύπο 1 περιέχουσας τον προσδιορισμό της αιτούμενης θεραπείας και των ουσιωδών γεγονότων τα οποία επικαλείται ο αιτητής για την έκδοσή της.» Κατά τον ορισμό του όρου «βάσις της αγωγής» στο άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/1960), όπως τροποποιήθηκε, ο εν λόγω όρος, «περιλαμβάνει το σύνολον των γεγονότων των θεμελιούντων το αγώγιμον δικαίωμα, περί ου η αγωγή, αλλά εις αγωγάς εκ συμβάσεως δεν σημαίνει κατ΄ ανάγκην ολόκληρον την βάσιν της αγωγής». Παρομοίως κατά το άρθρο 216 του Ελληνικού Αστικού Κώδικα, «Η αγωγή .. πρέπει να περιέχη α) σαφή έκθεσιν των γεγονότων τα οποία θεμελιούν κατά νόμον την αγωγήν και δικαιολογούν την άσκησιν αυτής παρά του ενάγοντος κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφήν του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ωρισμένον αίτημα» (βλ. Γ. Α. Βαβαρέτου, Κώδιξ Πολιτικής Δικονομίας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 1974). Ο Αρεοπαγίτης Βασ. Αντ. Βαθρακοκοίλη, στο βιβλίο του ΕΡΝΟΜΑΚ, τομ. Ε΄, «Οικογενειακό Δίκαιο», Αθήνα, 2004, σελ. 344, άρθρ. 1400, αρ. 36-37, αναφέρει τα εξής επί του υπόψη σημείου: «36 - .. Σ τ ο ν π ρ α γ μ α τ ι κ ό υ π ο λ ο γ ι σ μ ό τα θεμελιωτικά στοιχεία της αγωγικής αξίωσης είναι τα ακόλουθα: α) η τέλεση έγκυρου γάμου, β) η λύση ή ακύρωση ή η τριετής διάσταση, γ) η ύπαρξη και η αξία της αρχικής περιουσίας, του παθητικού της, και της καθαρής αρχικής περιουσίας, δ) η αξία της τελικής περιουσίας (κατά το χρόνο γέννησης της αξίωσης), του παθητικού και της καθαρής τελικής περιουσίας, ε) η αύξηση της περιουσίας, στ) η συμβολή του ενάγοντος, το είδος της, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμός της με την αύξηση της περιουσίας, ζ) η αξία καθενός περιουσιακού στοιχείου και η) το δικαιούμενο ποσό. 37 - Η π α ρ ά λ ε ι ψ η έ κ θ ε σ η ς σ τ η ν α γ ω γ ή ε ν ό ς α π ό τ α π ρ ο α ν α φ ε ρ ό μ ε ν α σ τ ο ι χ ε ί α καθιστά την αγωγή νόμω αβάσιμη, γιατί στην περίπτωση αυτή λείπει ένα από τα στοιχεία που συνθέτουν το πραγματικό του ουσιαστικού κανόνα (1400 ΑΚ), γιατί δε γεννιέται η έννομη συνέπεια του εφαρμοστέου στην προκείμενη περίπτωση κανόνα δικαίου και κατά νομική αναγκαιότητα δε δικαιολογείται το αίτημα της αγωγής.» Το Εφετείο Αθηνών στην απόφασή του, στην υπ. αρ. 2571/991 έφεση, Ελλ.Δικ. 33
(1992), σελ. 166-167, υποστηρίζει την υπό συζήτηση θέση, λέγοντας τα εξής: «Οποιαδήποτε αγωγή, για να θεωρηθεί σαφής και ορισμένη, συνεπώς επιδεκτική δικαστικής εκτιμήσεως, κατά το άρθ. 216 ΚΠολΔ πρέπει να περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία κάθε δικογράφου που ορίζουν τα άρθ. 117-118 του ίδιου κώδικα, α) έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από την ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα (216 § 1)· επίσης - εφόσον τούτο είναι αποτιμητό - την αξία του αντικειμένου της σε χρήμα καθώς και τα στοιχεία που θεμελιώνουν την αρμοδιότητα του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται (216 § 2).. Ειδικότερα για να είναι ορισμένη αγωγή που στηρίζεται στις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθ. 1400 ΑΚ - αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα του γάμου - πρέπει να αναφέρει, εκτός από την αμετάκλητη λύση ή ακύρωση του γάμου, την εκτίμηση της περιουσίας του εναγομένου, τόσο κατά το χρόνο τελέσεως του γάμου όσο και κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης ή ακύρωσής του, άρα και τη συνακόλουθη επαύξησή της.» Σχετική είναι και η απόφαση του Ζ΄ Τμήματος του Αρείου Πάγου στην Α.Π. 251/2002, Ελλ. Δικ. 44
(2003), σελ. 129, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Από τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ συνάγεται ότι η αύξηση της περιουσίας του υποχρέου συζύγου προκύπτει από τη σύγκριση της περιουσιακής καταστάσεώς του σε δύο χρονικά σημεία, δηλαδή την στιγμή της τελέσεως του γάμου αφενός και την στιγμή που γεννάται η αξίωση αφετέρου. Συνεπώς, για να είναι ορισμένη η εκ του άρθρου 1400 ΑΚ αγωγή συμμετοχής στα αποκτήματα πρέπει με αυτή να προσδιορίζεται όχι μόνο η συνολική περιουσία του εναγομένου κατά τον χρόνο γέννησης της σχετικής αξιώσεως, αλλά και το αν αυτός είχε κατά την τέλεση του γάμου περιουσία και σε καταφατική περίπτωση ποια είναι η αξία αυτής, αναγομένη προφανώς στον χρόνο γέννησης της αξίωσης.» Το εν λόγω απόσπασμα, αποτελεί ακριβή υιοθέτηση και επανάληψη αποσπάσματος από παλαιότερη απόφαση του Αρείου Πάγου, την Α.Π. 494/1994 Α΄ Τμήματος, Ελλ. Δικ. 39
(1998)σελ. 91. Το Ζ΄ Τμήμα του Αρείου Πάγου στην απόφασή του, Α.Π. 430/2002, (Ζ΄ Τμ.), Ελλ. Δικ. 43
(2002), σελ. 1624-1625, σαφώς υιοθετεί την ίδια αρχή: «Για το ορισμένο άρα της αγωγής πρέπει να προσδιορίζονται στο δικόγραφο, εκτός από τα κατά τη διάταξη κρίσιμα χρονικά σημεία, η πραγματική αυξητική διαφορά στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου, που συνιστά το απόκτημα με την ευρύτερη έννοια του όρου (θετική ή αρνητική με την αποφυγή μειώσεως) και περιλαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν, περαιτέρω δε η έκταση καθώς και το είδος της συμβολής του δικαιούχου στην αύξηση αυτή με οποιοδήποτε τρόπο. Ειδικότερα α) για μεν το στοιχείο της αυξήσεως λαμβάνεται κατ΄ αρχήν υπόψη το σύνολο της περιουσιακής καταστάσεως του υπόχρεου ώστε, από τη σύγκριση της περιουσιακής καταστάσεως στο χρονικό σημείο της τελέσεως του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση.'» Με βάση τα πιο πάνω, θεωρώ ότι η παράλειψη της Αιτήτριας να αναφερθεί στην ενεργητική και παθητική περιουσία του Καθ' ου η αίτηση αρ. 1 αποβαίνει μοιραία για την ενδιάμεση αίτησή της. Με την ουσιώδη αυτή παράλειψη, το αγώγιμο δικαίωμα της Αιτήτριας για απόδοση της συνεισφοράς της στην αύξηση της περιουσίας του Καθ' ου η αίτηση αρ. 1 δεν απεδείχθη. Πρώτο γιατί δεν δόθηκε καμιά μαρτυρία και ως εκ τούτου δεν προβλήθηκε οποιαδήποτε θέση ως προς το ποια ήταν η αρχική περιουσία του Καθ' ου η αίτηση αρ. 1 και δεύτερο γιατί, όπως έχει λεχθεί ανωτέρω, όταν το ένα μέρος της σύγκρισης απουσιάζει, όπως συμβαίνει εδώ, δεν εγείρεται θέμα αύξησης της περιουσίας η οποία προκύπτει από τη σύγκριση της συνολικής καθαρής αρχικής περιουσίας με τη συνολική καθαρή τελική περιουσία. Με βάση τα ανωτέρω, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η Αιτήτρια παρέλειψε στην ένορκη δήλωσή της ημερ. 1ης/2/2012 να παραθέσει όλα τα απαραίτητα γεγονότα και να προβάλει όλους τους απαραίτητους ισχυρισμούς, έτσι ώστε το Δικαστήριο να δύναται να διαγνώσει αν η Αιτήτρια έχει ορατή προοπτική ή πιθανότητα επιτυχίας στην εναρκτήρια αίτησή της σχετικά με το αγώγιμο δικαίωμά της με βάση το άρθρο 14
(1)του Ν. 232/
  1. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν ικανοποιείται η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32.1 του Ν. 14/
  2. Τέλος, θεωρώ ότι ούτε και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32.1 του Ν. 14/1960 ικανοποιείται στην κρινόμενη αίτηση. Tο δικαίωμα της Αιτήτριας με βάση το άρθρο 14 του Ν. 232/91 είναι ενοχικό (δηλαδή χρηματική απαίτηση) και όχι εμπράγματο (δηλαδή δικαίωμα in rem) σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Παπαϊωάννου v. Παπαϊωάννου και Κολαρίδου v. Koλαρίδη,
(2000)1 ΑΑΔ 656, σελ. 679-680), και η Αιτήτρια δεν έχει πείσει το Δικαστήριο ότι, σε περίπτωση που πετύχει η κυρίως αίτησή της και ακυρωθεί το υφιστάμενο προσωρινό Διάταγμα, ο Καθ' ου η αίτηση αρ. 1 δεν θα έχει την οικονομική δυνατότητα ή ευχέρεια να την αποζημιώσει για τη συνεισφορά της. Eνόψει των πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν ικανοποιείται ούτε η προϋπόθεση του «κατεπείγοντος» του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Ο βασικότερος όμως λόγος για τον οποίο θα πρέπει να ακυρωθεί το προσωρινό Διάταγμα και να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση είναι γιατί, εφόσον η αίτηση της Αιτήτριας ήταν μονομερής, θα έπρεπε η Αιτήτρια, με βάση τη νομολογία (βλ. ενδεικτικά Χρ. Στυλιανού v. A. Στυλιανού,
(1992)1 ΑΑΔ 583), να είχε παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα ουσιαστικά γεγονότα και να είχε δείξει uberrima fides απέναντι στην ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, πράγμα το οποίο και δεν έπραξε. Η Αιτήτρια γνώριζε ότι ο Καθ' ου η αίτηση αρ. 1 είχε περιουσία πριν από τον γάμο τους. Παραλείποντας δε αυτό το ουσιώδες γεγονός, κατέστησε την τύχη της αίτησής της μοιραία. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωσή της που καταχωρίστηκε εκ των υστέρων δεν μπορούσε ασφαλώς να διορθώσει αυτό το νομικό σφάλμα και να σώσει την αίτηση. Στη Στυλιανού, op. cit., σελ. 587, το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο ανέφερε τα εξής επί του θέματος: «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο, ή μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: 'δεν σας ακούω πλέον' και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση.» Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η κρινόμενη αίτηση ημερ. 1/2/2012, απορρίπτεται, και το προσωρινό Διάταγμα ημερ. 6/2/2012 ακυρώνεται. Τα έξοδα της κρινόμενης αίτησης πρέπει να ακολουθήσουν το αποτέλεσμά της, γι' αυτό και επιδικάζονται εναντίον της Αιτήτριας, και υπέρ των Καθ΄ ων η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή του Οικογενειακού Δικαστηρίου και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Γ. Α. Σεργίδης, Πρ. /ααγ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.