Ανδρέα Καϊσή κ.α. ν. A.D. MADISON LTD (πρώην SECRET WOOD LTD) κ.α., Αίτηση Αρ. Ε47/12, 30/8/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEELEF:2012:3 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Σ. Καμμίτση, Προέδρου Αίτηση Αρ. Ε47/12 Μεταξύ: 1. Ανδρέα Καϊσή, από τη Λευκωσία 2. IMC INTERNATIONAL MERCHANDISING CENTER LTD Αιτητών και 1. A.D. MADISON LTD (πρώην SECRET WOOD LTD) 2. ASPIS HOLDINGS PUBLIC COMPANY LTD 3. Λάμπρου Χριστοφή Καθ' ων η Αίτηση ----------------------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 25.5.2012 για διαγραφή μέρους της Απάντησης και Ανταπαίτησης των Καθ' ων η Αίτηση 30.8.2012 Για τους Αιτητές 1 και 2: κ. Δ. Κούτρας για κ.κ. Δημήτρης Κούτρας & Σία και κ. Σ. Κώστα για κ.κ. Στέλιος Αμερικάνος & Σία Για τους Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3: κ. Κ. Καλλής για κ.κ. Καλλής & Καλλής Δ.Ε.Π.Ε. Για να ακούσει απόφαση ο κ. Γεωργίου με την κα. Κ. Γεωργίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Αιτητές 1 και 2 καταχώρισαν αίτηση δια κλήσεως με την οποία εξαιτούνται Διατάγματος του Δικαστηρίου για «διαγραφή της παρ. 7 της Απάντησης και Ανταπαίτησης ως και του αιτητικού αρ. ΙΙ στην Ανταπαίτηση ως αχρείαστων, άσχετων, μη περικλείοντας λογική βάση για υπεράσπιση προκαλούντων αμηχανία, δυσμενείς εντυπώσεις και αποτελούντων κατάχρηση της Δικαστικής διαδικασίας και/ή προσκρούει στην Αρχή του Δεδικασμένου και τεινόντων να καθυστερήσουν την δίκαιαν διεξαγωγή της διαδικασίας ως γίνεται αναφορά στην παρ. 4 της Ανταπάντησης στην Απάντηση.» Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 θ.26, Δ.21 θ.10, Δ.27 θθ.1, 2 και 3 και Δ.48 θ.9(j), στους περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 1983, Καν.11(α) και στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο του 1983, ως αυτός έχει τροποποιηθεί. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αίτηση φαίνεται στην επισυνημμένη ένορκο δήλωση του κ. Ανδρέα Καϊσή, της ιδίας ημερομηνίας. Ο ενόρκως δηλών λέγει ότι είναι ο Αιτητής 1 και ότι είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από τους Αιτητές 2 να προβεί στην ένορκο δήλωση του, καθότι γνωρίζει καλά τα γεγονότα της υπόθεσης. Έχει αναγνώσει τα γεγονότα τόσο της Αίτησης όσο και της Ανταπάντησης στην Απάντηση και συμφωνεί απόλυτα. Την 2.5.2008 οι Αιτητές υπέγραψαν με τους Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3, ενοικιαστήριο έγγραφο για την ενοικίαση σ' αυτούς του υποστατικού επί της οδού Κάμπου αρ. 62, στο Στρόβολο, γνωστό ως εμπορικό κέντρο IMC, μαζί με τους χώρους στάθμευσης (εν τοις εφεξής «το ενοικιαστήριο έγγραφο» και «το επίδικο υποστατικό», αντίστοιχα). Στο ενοικιαστήριο έγγραφο συμφωνήθηκε ρητά ότι, εάν οι Καθ' ων η Αίτηση 1 παραλείψουν να πληρώσουν το ενοίκιο για 15 συνεχείς ημέρες μετά την ημερομηνία που έπρεπε να πληρωθεί, ο ιδιοκτήτης μπορεί να τερματίσει τη συμφωνία και να καταχωρήσει αγωγή. Ο κ. Καϊσής ισχυρίζεται ότι οι Καθ' ων η Αίτηση οφείλουν μέχρι σήμερα καθυστερημένα ενοίκια πέραν των €7.000.000 αφού το μηνιαίο ενοίκιο είναι €205.127,47. Το δε επίδικο διέπεται από τον περί Ενοικιοστασίου Νόμο. Ο ενόρκως δηλών λέγει ότι, οι Καθ' ων η Αίτηση, προκειμένου να καθυστερήσουν τη δίκαια διεξαγωγή της διαδικασίας και την πληρωμή των οφειλομένων ενοικίων, καταχώρισαν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας την Αγωγή υπ' αρ. 10416/10 εναντίον των Αιτητών με την οποία αξιώνουν την εγγραφή της μίσθωσης ΜΕ11/2008 συμφώνως του άρθρου 65Β του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμου ως και αξίωση για ειδικές αποζημιώσεις εκ €20.216.913,83. Για λόγους που αναφέρονται στην Ανταπάντηση, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την εν λόγω Αγωγή, αφού οι Καθ' ων η Αίτηση δε συμμορφώθηκαν με τις υποχρεώσεις των. Ταυτόχρονα, η παράγραφος 4 της Έκθεσης Απαίτησης στην Αγωγή καθώς και οι Λεπτομέρειες αυτής, ταυτίζονται πλήρως με τους ισχυρισμούς της παρ. 7 στην «Αίτηση» (προφανώς εδώ πρόκειται για λανθασμένη αναφορά σε δικόγραφο εφόσον η υπό εξέταση αίτηση αφορά την παρ. 7 της Απάντησης και Ανταπαίτησης), ως και με τις Λεπτομέρειες αυτής και το αιτητικό αρ. ΙΙ στην Ανταπαίτηση, και αποτελούν δύο ταυτόσημες αξιώσεις για τα ίδια ποσά σε δύο διαφορετικά Δικαστήρια. Οι Καθ' ων η Αίτηση διατηρούν ταυτόχρονα τις ίδιες αξιώσεις τόσο στην Αγωγή όσο και στην παρούσα υπόθεση. Οι δύο αξιώσεις δε δύναται να προχωρούν ταυτόχρονα και αποβλέπουν στην καθυστέρηση διεξαγωγής της δίκης, προκειμένου οι Καθ' ων η Αίτηση να χρησιμοποιούν το υποστατικό επ' άπειρον χωρίς την καταβολή οιουδήποτε ενοικίου, προφασιζόμενοι ανυπόστατους λόγους υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Ένσταση: Ένσταση εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3 καταχωρίστηκε την 19.6.2012 και αυτή βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 θ.26, Δ.21 θ.10, Δ.27 θθ. 1, 2 και 3, Δ.48 θθ. 1 - 4 και 9(j), στους περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 1983, Καν.11(α), στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο του 1983, ως έχει τροποποιηθεί και στη διακριτική ευχέρεια και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: i. «Οι παράγραφοι των οποίων τη διαγραφή ζητούν οι Αιτητές έχουν συνταχθεί σύμφωνα με τους δικονομικούς θεσμούς. ii. Οι παράγραφοι των οποίων τη διαγραφή ζητούν οι Αιτητές έχουν λογική βάση και είναι αναγκαίες γιατί οι απαιτήσεις των διαδίκων εναντίον αλλήλων όπως εμφαίνονται στα δικόγραφα συνδέονται άρρηκτα η μια με την άλλη και θα ήταν ορθό και δίκαιο να εκδικαστούν όλες οι διαφορές των μερών μαζί. iii. Οι Αιτητές δεν προσφέρουν οποιαδήποτε μαρτυρία που να τεκμηριώνει τον ισχυρισμό τους ότι οι παράγραφοι των οποίων ζητούν τη διαγραφή είναι αχρείαστες και/ή άσχετες και/ή δεν περικλείουν λογική βάση για υπεράσπιση και/ή προκαλούν αμηχανία και/ή αποτελούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και/ή προσκρούουν στην αρχή του δεδικασμένου και/ή τείνουν να καθυστερήσουν τη δίκαια διεξαγωγή της διαδικασίας. iv. Η αίτηση δεν αποκαλύπτει στοιχεία που να δικαιολογούν την έκδοση της αιτούμενης θεραπείας. v. Δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. vi. Η αίτηση είναι αόριστη, κακόπιστη και καταχρηστική και μόνο σκοπό έχει την καθυστέρηση της διαδικασίας. vii. Οι Αιτητές δεν έρχονται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. viii. Οι Αιτητές υποβάλλουν την παρούσα αίτηση με πλήρη περιφρόνηση των δικαιωμάτων των Καθ' ων η Αίτηση. ix. Τα γεγονότα της αίτησης δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και οι Αιτητές δεν έχουν αποκαλύψει όλα τα γεγονότα της υπόθεσης. x. Οι Αιτητές κάνουν κατάχρηση της διαδικασίας. xi. Το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων δεν έχει δικαιοδοσία.» Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση φαίνονται στην επισυνημμένη ένορκο δήλωση του κ. Λάμπρου Χριστοφή, της ιδίας ημερομηνίας. Ο κ. Χριστοφή λέγει ότι είναι ο Καθ' ου η Αίτηση 3 και ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος «από τους εναγομένους 2 και 3» να προβεί στην ένορκο δήλωση του. Ας σημειωθεί ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 3 ενάγεται ως εγγυητής και από τα δικόγραφα φαίνεται πως το πρόσωπο που φέρεται να συνεβλήθη με τους Αιτητές είναι το νομικό πρόσωπο Καθ' ων η Αίτηση 1. Ο Καθ' ου η Αίτηση 3 δεν αποκαλύπτει την οποιαδήποτε σχέση με ή εξουσιοδότηση από, τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και συνεπώς, εν δευτέροις, τη πηγή της γνώσης του για τα γεγονότα που καταγράφει. Ισχυρίζεται μεν ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης, αφού από την αρχή της διαδικασίας είχε και εξακολουθεί να έχει, όπως λέει, προσωπική γνώση όλων των σχετικών γεγονότων και λεπτομερειών, χωρίς να λέει πως και γιατί εφόσον τα μέρη της επίδικης ενοικίασης είναι άλλα πρόσωπα. Η διαπίστωση αυτή σαφώς επηρεάζει την αποδεικτική αξία της μαρτυρίας του, παρά το ότι δε μου διαφεύγει πως το θέμα αυτό δεν ηγέρθηκε από την πλευρά των Αιτητών. Εν πάση περιπτώσει, ο κ. Χριστοφή αρνείται τους ισχυρισμούς της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, δέχεται τη συνομολόγηση του ενοικιαστηρίου εγγράφου και προσθέτει ότι αυτό καταχωρίστηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας. Ο ενόρκως δηλών δέχεται ότι το ενοικιαστήριο έγγραφο περιελάμβανε όρο περί των επιπτώσεων λόγω της καθυστέρησης στην καταβολή του ενοικίου, αλλά ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής 1 απέκρυψε από το Δικαστήριο πως με βάση τον όρο 33 του εγγράφου, η πληρωμή έχει ανασταλεί μέχρι ένα μήνα από την ολοκλήρωση της κατάθεσης του στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας. Η κατάθεση δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί για λόγους που αφορούν τους Αιτητές. Η ολοκλήρωση της κατάθεσης είναι το επίδικο θέμα στην Αγωγή 10416/2010 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Ο κ. Χριστοφή λέγει ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 1 ουδέν ποσό οφείλουν στους Αιτητές σήμερα υπό μορφή καθυστερημένων ενοικίων ή άλλως πως, καθότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του όρου 33 του ενοικιαστηρίου εγγράφου, η πληρωμή των ενοικίων έχει ανασταλεί. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 έχουν δικαίωμα επίσχεσης επί του επίδικου υποστατικού και επί των πληρωθέντων και μελλοντικών ενοικίων για τα έξοδα και ποσά που πλήρωσαν για την ανακαίνιση του κτιρίου ως και τα ενοίκια, συνολικού ποσού €20.216.913, 83. Είναι ισχυρισμός του πως ήταν ουσιώδης όρος του ενοικιαστηρίου εγγράφου ότι αυτό θα κατατίθετο στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας και ότι ξεχωριστός τίτλος θα εκδιδόταν και θα παραδιδόταν στους Καθ' ων η Αίτηση 1. Οι Αιτητές, δια του όρου 33 του εγγράφου, διαβεβαίωσαν τους Καθ' ων η Αίτηση 1 ότι αυτό δύναται να κατατεθεί και εγγραφεί στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 κατάθεσαν τη συμφωνία στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας, κατά ή περί την 9.5.1008, δυνάμει του άρθρου 65Α και επόμενου, του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμου, Κεφ. 224. Το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας καταχώρισε τη σύμβαση και έδωσε βεβαίωση καταχώρισης στους Καθ' ων η Αίτηση σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 65 1Β. Η εγγραφή της σύμβασης όμως δεν ολοκληρώθηκε και δεν εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος επ' ονόματι των Καθ' ων η Αίτηση 1 για λόγους που αφορούσαν τους Αιτητές και συγκεκριμένα, επειδή το επίδικο δεσμευόταν από συμφωνία/ες διαχωρισμού με την Amazon Enterprises Ltd. Ως εκ τούτου, κάθε πληρωμή ενοικίου προς τους Αιτητές έχει ανασταλεί με βάση τις πρόνοιες του όρου 33. Ο ενόρκως δηλών αρνείται τον ισχυρισμό του Αιτητή 1 ότι το επίδικο διέπεται από τον περί Ενοικιοστασίου Νόμο. Λέγει ότι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την Αίτηση των Αιτητών, επειδή: i. Η σχέση των Αιτητών και των Καθ' ων η Αίτηση 1 διέπεται από το ενοικιαστήριο έγγραφο το οποίο ακόμα δεν έχει λήξει ή τερματιστεί και οι Καθ' ων η Αίτηση 1 δεν είναι θέσμιοι ενοικιαστές. ii. Ο οποιοσδήποτε τερματισμός της ενοικίασης από τους Αιτητές με επιστολή ή άλλως πως, είναι άκυρος εφόσον έγινε καταχρηστικά και/ή παράνομα και/ή αντισυμβατικά και με μόνο σκοπό την αποφυγή των υποχρεώσεων των Αιτητών έναντι των Καθ' ων η Αίτηση 1 βάση των προνοιών του ενοικιαστηρίου εγγράφου. iii. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 έχουν καταχωρήσει την 9.12.2010, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, την Αγωγή 10416/2010. Το ορθό διαδικαστικό διάβημα το οποίο οι Αιτητές όφειλαν να λάβουν σε σχέση με τα κατ' ισχυρισμόν οφειλόμενα προς αυτούς ενοίκια, θα ήταν η καταχώριση ανταπαίτησης στην Αγωγή. iv. Το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της παρούσας υπόθεσης, επειδή η ενοικίαση η οποία υπεγράφη διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 65Α και επόμενα του Κεφ. 224. Σύμφωνα με τα πιο πάνω άρθρα, η καταχώριση στο Κτηματολόγιο δημιουργεί εμπράγματο δικαίωμα επί του επιδίκου και σύμφωνα με το άρθρο 2, αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων δεν έχει δικαιοδοσία να άρει εμπράγματα δικαιώματα που αποκτήθηκαν με ενοικίαση δυνάμει των πιο πάνω άρθρων του Κεφ. 224 και να διατάξει τις αιτούμενες θεραπείες, γιατί επεμβαίνει σε εμπράγματα δικαιώματα. Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα πως η καταχώριση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης, έγινε εκβιαστικά από τους Αιτητές και αποτελεί καταφανή κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Οι Αιτητές δεν εξηγούν για ποιο λόγο δεν προχώρησαν σε καταχώριση ανταπαίτησης στην Αγωγή. Περαιτέρω, οι Αιτητές δεν έρχονται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, εφόσον αποκρύπτουν από το Δικαστήριο τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης, ήτοι αποκρύπτουν την αναστολή της πληρωμής των ενοικίων, την παράβαση από τους Αιτητές του όρου 33 του ενοικιαστηρίου εγγράφου και της απαίτησης των Καθ' ων η Αίτηση για αποζημιώσεις πέραν των €20.216.913,83. Αυτό βέβαια δεν ευσταθεί, εφόσον οι Αιτητές έχουν θέσει ενώπιον μου ως Τεκμήριο 2 στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, την Έκθεση Απαίτησης των Καθ' ων η Αίτηση 1 στην πολιτική Αγωγή, όπου φαίνονται τα προαναφερθέντα. Ο κ. Χριστοφή δέχεται ότι η παράγραφος 4 και οι Λεπτομέρειες αυτής στην Αγωγή, ταυτίζονται με τους ισχυρισμούς της παραγράφου 7 της Απάντησης και Ανταπαίτησης, και αυτό παρά την περί αντιθέτου θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του κατά την αγόρευση του, αλλά είναι η θέση του πως οι απαιτήσεις των διαδίκων εναντίον αλλήλων όπως εμφαίνονται στα δικόγραφα, συνδέονται άρρηκτα η μια με την άλλη και θα ήταν ορθό και δίκαιο να εκδικαστούν όλες οι διαφορές των μερών μαζί. Άρα, σε περίπτωση που το Δικαστήριο τούτο απορρίψει τις προδικαστικές ενστάσεις των Καθ' ων η Αίτηση, είναι προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης όπως οι αξιώσεις των Αιτητών εκδικαστούν μαζί με τις αξιώσεις των Καθ' ων η Αίτηση. Ως εκ τούτου, η παράγραφος 7 και το αιτητικό αρ. ΙΙ στην Απάντηση και Ανταπαίτηση των Καθ' ων η Αίτηση, δεν είναι ούτε αχρείαστα ούτε και καταχρηστικά αλλά απόλυτα αναγκαία και ουσιώδη, εφόσον με αυτά αποκαλύπτονται περιληπτικά οι λεπτομέρειες των γεγονότων που προκάλεσαν τη ζημιά των Καθ' ων η Αίτηση την οποία απαιτούν από τους Αιτητές. Ιστορικό, δικόγραφα, πολιτική αγωγή και σχετικά έγγραφα: Δεν υπήρξε αντεξέταση ενόρκως δηλούντων, το Δικαστήριο άκουσε τους ευπαιδεύτους συνηγόρους σε αγορεύσεις την 25.6.2012 και επιφύλαξε την απόφαση του. Ερμηνεύοντας τις σχετικές πρόνοιες του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, Ν. 23/83όπως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών 1983, όπως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και επειδή η υπό εξέταση αποτελεί αίτηση προ της εκδίκασης της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, έκρινα ότι η παρουσία Παρέδρων δεν είναι αναγκαία και το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. Απαίτηση: Για σκοπούς ολοκλήρωσης της ενώπιον του Δικαστηρίου εικόνας για σκοπούς, πάντοτε, της υπό εξέταση αίτησης, σημειώνω ότι η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση καταχωρίστηκε την 8.3.2012 και μ' αυτήν οι Αιτητές εξαιτούνται ως ακολούθως: «(α) Διάταγμα εξώσεως και/ή διάταγμα αναλήψεως ελευθέρας και κενής κατοχής του υποστατικού που ευρίσκεται στον Στρόβολο με αρ. εγγραφής 10/146, τεμ. 160, Φ/Σχ.30/06Ε2, τμήμα 10, ενορία Απ. Βαρνάβα και Μακαρίου, Δήμος Στροβόλου, στην οδό Κάμπου αρ. 62 στον Στρόβολο. (β) Απόφαση εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση για το ποσό των €4.801.883,14 ως καθυστερημένα ενοίκια μέχρι την 1/11/11. (γ) Ενδιάμεσα οφέλη εκ €205.127,47 μηνιαίως από 1/12/11 μέχρι παραδόσεως ελευθέρας και κενής κατοχής του εν λόγω υποστατικού. (δ) Νόμιμο τόκο. (ε) Έξοδα.» Οι Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3 ενάγονται ως εγγυητές για την πιστή τήρηση των όρων του ενοικιαστηρίου εγγράφου υπό των Καθ' ων η Αίτηση 1 - ενοικιαστών. Απάντηση και Ανταπαίτηση: Οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρισαν Απάντηση και Ανταπαίτηση την 28.3.2012. Με την παράγραφο 1 «η Καθ' ης η Αίτηση 1», εγείρει προδικαστική ένσταση, με το ίδιο ουσιαστικά περιεχόμενο ως οι υποπαράγραφοι (
- i)έως (
- iv)και η επόμενη παράγραφος χωρίς αρίθμηση, στις σελίδες 6 έως 7 πιο πάνω, όπου καταγράφεται περιληπτικά η ένορκος δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση 3. Η παράγραφος 7 του δικογράφου τους έχει ως ακολούθως: «Άνευ βλάβης των ανωτέρω είναι ισχυρισμός της Καθ' ης η Αίτηση 1 ότι έχει προβεί σε επιδιορθώσεις και/ή επισκευές και/ή ανακαινίσεις και/ή σε διαχωρισμούς και/ή εξοπλισμούς εις το επίδικο ακίνητο για να το λειτουργήσει ως εμπορικό κέντρο με έξοδα δικά της και κατέβαλε προς το σκοπό αυτό το ποσό των €15,989,734 ως και ποσό €4,227,1279,83 ως ενοίκια ως λεπτομερώς αναφέρεται κατωτέρω με σκοπό να εκμεταλλευτεί το ακίνητο για όλα τα έτη ενοικίασης εφόσον μεταξύ άλλων συμφώνησε να αποκτήσει σχετικό τίτλο μισθώσεως σύμφωνα με τον όρο 33 του επίδικου Ενοικιαστηρίου Εγγράφου.» Ακολουθεί παράγραφος με τις Λεπτομέρειες των πληρωμών που αφορούν τα πιο πάνω ποσά. Η παράγραφος 19 περιλαμβάνει την Ανταπαίτηση της Καθ' ης η Αίτηση 1, από την οποία το αιτητικό ii είναι αντικείμενο της υπό εξέταση αίτησης: «Η Καθ' ης η αίτηση 1 επαναλαμβάνει τα ανωτέρω και ανταπαιτεί τα ακόλουθα: i. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι σύμφωνα με τον όρο 33 του Ενοικιαστηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 2/05/2008 οι Αιτητές δεν δικαιούνται σε ενοίκια εκτός και αν εγγραφεί η ενοικίαση στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας σύμφωνα με το άρθρο 65 1Α και επόμενα του Κεφ. 224. ii. Διαζευκτικά, δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Καθ' ης η αίτηση 1 έχει δικαίωμα επίσχεσης των ενοικίων μέχρι ποσού €20,216,913.83 και/ή οποιουδήποτε ποσού κρίνει πρέπον το Δικαστήριο για να καλύψει τις ζημιές της από την αντισυμβατική συμπεριφορά των Αιτητών. iii. Νόμιμο Τόκο. iv. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α.» Ανταπάντηση στην Απάντηση και Απάντηση στην Ανταπαίτηση: Οι Αιτητές καταχώρισαν την 20.4.2012 ένα λεπτομερές δικόγραφο, στο οποίο περιέχονται ισχυρισμοί περί γεγονότων σχετικών τόσο με την Αίτηση όσο και με την Απάντηση και Ανταπαίτηση. Κατά την αγόρευση του ευπαίδευτου συνήγορου των Αιτητών, υπεδείχθη ορθά πως η θέση των Αιτητών όσον αφορά τις επίμαχες παραγράφους στην Απάντηση και Ανταπαίτηση, αντικατοπτρίζεται και στις παραγράφους 3 και 4 της Ανταπάντησης τους. Ενοικιαστήριο Έγγραφο: Αντίγραφο του ενοικιαστηρίου εγγράφου που κατ' ισχυρισμόν συνομολογήθηκε μεταξύ των Αιτητών και των Καθ' ων η Αίτηση 1, επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 1 στην ένορκο δήλωση του κ. Καϊσή που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση. Δεν υπήρξε οποιοσδήποτε ισχυρισμός από πλευράς των Καθ' ων η Αίτηση ότι το συγκεκριμένο δεν είναι το μεταξύ τους συνομολογηθέν έγγραφο. Πολιτική Αγωγή: Αντίγραφο της Έκθεσης Απαίτησης των Καθ' ων η Αίτηση 1 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση, ως Εναγόντων στην Αγωγή υπ' αρ. 10416/2010 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, εναντίον των Αιτητών 1 και 2 ως Εναγομένων, επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 2 στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση. Η παράγραφος 4 της Έκθεσης Απαίτησης και οι Λεπτομέρειες αυτής είναι πανομοιότυπες με την παράγραφο 7 της Απάντησης και Ανταπαίτησης και τις Λεπτομέρειες αυτής, όπως άλλωστε δέχθηκε ο Καθ' ου η Αίτηση 3 στην ένορκο δήλωση του. Οι δε αιτούμενες με την Αγωγή θεραπείες είναι οι ακόλουθες: «1. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον: (α) την εγγραφή της μισθώσεως ημερο. 2/5/2008 (μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγομένων) με αριθμό μισθώσεως ΜΕ 11/2008 συμφώνως των διατάξεων του αρ. 65 Β του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμου επ' ονόματι της Ενάγουσας εις τρόπον ώστε να εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος εκμισθώσεως του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 10/146 στο Μητρώο του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας. (β) την ειδική εκτέλεση της συμφωνίας μίσθωσης ημ. 2/5/2008 (ΜΕ 11/08) μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγομένων εις τρόπον ώστε να εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος εκμισθώσεως του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 10/146 στο Μητρώο του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας. 2. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον της Εναγομένους όπως λάβουν όλα τα αναγκαία διαβήματα για την εξασφάλιση των απαιτούμενων από οποιοδήποτε σε εκάστοτε σε ισχύ νόμο πιστοποιητικών, αδειών ή εγκρίσεων για την δημιουργία ξεχωριστής εγγραφής εν σχέση με το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 10/146 στο Μητρώο του οικείου Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας εντός προθεσμίας 40 ημερών και/ή εντός προθεσμίας που θα κρίνει εύλογη υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο. 3. Διάταγμα του Δικαστηρίου διορίζον οποιοδήποτε άλλον κατάλληλο κατά την κρίση του πρόσωπο και ή την Ενάγουσα με εξουσιοδότηση να υπογράφει για λογαριασμό και στο όνομα των Εναγομένων κάθε αναγκαία αίτηση ή έγγραφο ή να προβεί σε οποιοδήποτε άλλη πρόσφορη και αναγκαία ενέργεια με σκοπό τη δημιουργία της ξεχωριστής εγγραφής στο Μητρώο του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας. 4. Γενικές και Ειδικές αποζημιώσεις πέραν των €19,000,000 για παράβαση της συμφωνίας ημερ. 2/5/2008 εκ μέρους των Εναγομένων. 5. Νόμιμο Τόκο. 6. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α.» Νομική πτυχή: Διαταγή 19: Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στη Διαταγή 19 θεσμός 26 [1] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίοι τυγχάνουν εφαρμογής δυνάμει του Κανονισμού 12(α)[2] των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών 1983, όπως αυτοί έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Η αντίστοιχη παλαιά Αγγλική πρόνοια είναι το Order 19 rule 27, που είναι πανομοιότυπο. Καθοδηγητικές οι υποσημειώσεις στις σελίδες 477 - 479 του Annual Practice 1958, κάτω από το εν λόγω θεσμό. Παραθέτω σχετικά αποσπάσματα [3]. Διαταγή 21: Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται και στο θεσμό 10 της Διαταγής 21 [4]. Ο αντίστοιχος παλαιός Αγγλικός θεσμός είναι το Order 21 rule 15 και είναι πανομοιότυπος. Ακόμα και στις περιπτώσεις που ο εναγόμενος δε δύναται να εγείρει ξεχωριστή αγωγή για την απαίτηση του, αυτός δεν είναι λόγος απόρριψης αίτησης για τη διαγραφή της ανταπαίτησης του. Βλέπετε πιο κάτω, στις υποσημειώσεις κάτω από το θεσμό στο Annual Practice 1958 [5]. Η βασική Κυπριακή αυθεντία είναι η υπόθεση Σιακόλας v. Federal Bank of Lebanon
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 710, όπου στη σελίδα 714 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Προκύπτει από το κείμενο της Δ.21 Θ.10 ότι παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να αποκλείσει τη συνεκδίκαση της ανταπαίτησης με την αγωγή εφόσον τούτο κρίνεται πρέπον. Η υπό εξέταση δικονομική διάταξη δεν καθορίζει τα κριτήρια τα οποία διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου. Εξυπακούεται από τη φύση του κανόνα και του σκοπού που αποβλέπει να εξυπηρετήσει ότι η εξουσία του δικαστηρίου είναι συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης που στην προκείμενη περίπτωση συναρτάται άμεσα με την απρόσκοπτη κατά το δυνατό διεκπεραίωση της δίκης. Η αγγλική νομολογία, ερμηνευτική των αντίστοιχων αγγλικών δικονομικών προνοιών στις οποίες η Δ.21 Θ.10 είναι προσαρμοσμένη, αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να αποκλείσει ανταπαίτηση οποτεδήποτε κρίνεται ότι η συνεκδίκαση της με την αγωγή δεν είναι πρόσφορος (expedient) ή θα προκαλέσει δυσχέρεια (inconvenience) στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του ενάγοντος. Ενδεχόμενο πρόκλησης σημαντικής καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής συνιστά δυσχέρεια που παρέχει έρεισμα για τον αποκλεισμό της ανταπαίτησης. (Gray v. Webb [1882] 21 Ch. D., 802). Ανάλογες θέσεις υιοθετήθηκαν και από το Ανώτατο Δικαστήριο αναφορικά με την ερμηνεία και εφαρμογή της Δ.21 Θ.10 στην Said Galip v. Umit Suleyman
(1963)2 C.L.R., 129.» και στη σελίδα 719: «Συνάγεται από τις πρόνοιες της Δ.21 Θ.10 και τη νομολογία ότι η διαπίστωση λόγων που δικαιολογούν τον αποκλεισμό της ανταπαίτησης επαφίεται στο πρωτόδικο δικαστήριο. Το κυριαρχικό στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου είναι το πρόσφορο της εκδίκασης της ανταπαίτησης συγχρόνως με την αγωγή και η πιθανότητα πρόκλησης δυσχέρειας στον ενάγοντα απ' αυτό το ενδεχόμενο. Παρόλο που η συνάφεια των επιδίκων θεμάτων της ανταπαίτησης μ' εκείνα της αγωγής δεν αποτελεί προϋπόθεση για την έγερση ανταπαίτησης η πιθανότητα πρόκλησης δυσχέρειας στον ενάγοντα από τη συνεκδίκαση της ανταπαίτησης, λόγω της ασυνάφειας των επίδικων θεμάτων και ιδίως το ενδεχόμενο σημαντικής καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής, συνιστά λόγο για τον αποκλεισμό της ανταπαίτησης.» Διαταγή 27: Παραθέτω πιο κάτω τους θεσμούς 1, 2 και 3 της Διαταγής 27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας [6]. Οι αντίστοιχοι παλαιοί Αγγλικοί Θεσμοί είναι οι Order 25 rules 2, 3 και 4. Το rule 4 είναι πανομοιότυπο με τον θεσμό 3, που είναι και ο θεσμός που μας ενδιαφέρει στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης. Παραπέμπω στις διαφωτιστικές υποσημειώσεις για το rule 4, από το Annual Practice 1958, σελίδα 574 έως 576. Το rule 4, και κατ' αναλογίαν, ο θεσμός 3 της Διαταγής 27, εφαρμόζεται μόνο σε περιπτώσεις που καμία τροποποίηση δε σώζει το δικόγραφο, το περιεχόμενο του είναι πέραν πάσης δικονομικής θεραπείας, είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο [7] και αφορά τη διαγραφή και παραμερισμό ολοκλήρου του δικογράφου. Σχετικές οι αυθεντίες In re Pelmako Development Ltd.,
(1991)Α.Α.Δ. 246, Λοϊζος Λουκά & Υιοί Λτδ v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.,
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1316, Δημοκρατία v. Γεωργίου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 704 και Nur Celik Sanayi Ve Ticaret A.S. κ.ά. v. Πλοίου Marwa M κ.ά.
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1159. Επί του ερωτήματος τι σημαίνει 'frivolous or vexatious' στο θεσμό 3, βλέπετε σχετικά το Αγγλικό σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελίδα 145, όπου εξηγεί ότι: "a pleading or an action is frivolous when it is without substance or groundless or fanciful and it is vexatious when it lacks bona fides and is hopeless or oppressive and tends to cause the opposite party unnecessary anxiety, trouble and expense. Thus, a proceeding may be said to be frivolous when a party is trifling with the court or when to put it forward would be wasting the time of the court or when it is not capable of reasoned argument. Again, a proceeding may be said to be vexatious when it is or is shown to be without foundation or where it cannot possibly succeed or where the action is brought or the defence is raised only for annoyance or to gain some fanciful advantage or when it can really lead to no possible good." Από το θεσμό αυτό και την νομολογία που τον επεξηγεί, κρατάω ένα σημείο για σκοπούς της υπό εξέταση αίτησης. Στην υπό εξέταση αίτηση δεν γίνεται επίκληση της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου, αλλά, όπως φαίνεται από το σχετικό απόσπασμα από το Annual Practice 1958 [8], η επίκληση δεν είναι απαραίτητη για να εφαρμοστεί η εξουσία αυτή, στην παρούσα περίπτωση (βλέπετε σχετικά και πιο κάτω). Εν τω μεταξύ, επίκληση της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου γίνεται στην ένσταση. Με την υπό εξέταση αίτηση ζητείται η διαγραφή μίας μόνο παραγράφου της Απάντησης και μίας μόνο εκ των αιτούμενων θεραπειών στην Ανταπαίτηση. Εφόσον υπάρχει ταύτιση μεταξύ της εν λόγω παραγράφου και αιτητικού στην Απάντηση και Ανταπαίτηση με αντίστοιχη παράγραφο και αιτητικό στην πολιτική Αγωγή, εγείρεται θέμα πολλαπλότητας διαδικασιών και κατάχρηση διαδικασίας, ως λόγος διαγραφής των. Συμφυής εξουσίας του Δικαστηρίου (inherent jurisdiction): Η κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας αφορά τη συμφυή εξουσία (inherent jurisdiction) του Δικαστηρίου. Η ερμηνεία της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου, απαντάται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 37, παράγραφος 12 [9]. Υπάρχει πλούσια νομολογία στην Κύπρο επί του θέματος, όπως οι αυθεντίες του Ανωτάτου Δικαστηρίου: Constantinides v. Vima et al
(1983)1 C.L.R. 348, Διευθυντής των Φυλακών v. Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, Αναφορικά με την Αίτηση της Beogradska D.D.
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 911, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας της Κένυας v. Bank Fur Arbeit Uno Wirtschaft AG
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 585, Κουλέρμος v. Κουμπαρίδου
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 493 και Βασιλείου v. Μακρίδη
(2000)2 Α.Α.Δ. 133. Παραθέτω απόσπασμα από την αυθεντία Διευθυντής των Φυλακών v. Τζεννάρο Περέλλα (πιο πάνω), από τη σελίδα 222, που έχει χαρακτηρισθεί ως αποκαλυπτικό της φύσης και προσδιοριστικό των παραμέτρων της δικαιοδοσίας [10]. Κατάχρηση διαδικασίας (abuse of Court process): Η επιδίωξη του ίδιου στόχου με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Η συνύπαρξη των δύο διαδικασιών, δηλαδή της πολιτικής Αγωγής αρ. 10416/2010 και της Ανταπαίτησης στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση, ως είναι σήμερα διαμορφωμένη, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Βλέπετε σχετικά Constantinides v. Vima Ltd (πιο πάνω), Διευθυντής των Φυλακών v. Τζεννάρο Περρέλλα (πιο πάνω), Beogradska D.D. (πιο πάνω), Σοφία Νικολάου Βασιλείου v. Μάριου Μακρίδη
(2000)2 Α.Α.Δ. 133, Λούκος Λτδ κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 2)
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 798, Κοζάκη v. Κοζάκη
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1710, Yiannis Georgios Mammous κ.ά. v. Mike Willstrop κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 363/2008, απόφαση ημερομηνίας 24.1.2012, καθώς και το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 37, παράγραφος 931. Παραθέτω απόσπασμα από την αυθεντία Διευθυντής των Φυλακών v. Τζεννάρο Περρέλλα (πιο πάνω), από τη σελίδα 223: «Από τα πολύ παλιά χρόνια έγινε δεκτό ότι η έγερση ή η προώθηση περισσοτέρων της μιας διαδικασιών για την επίτευξη στόχων που μπορεί και έπρεπε να επιτευχθούν σε μία διαδικασία, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας [βλ. Williams v. Hunt
(1905)1 K.B. 512]. Στην Πολιτική Έφεση 8894 (αποφασίστηκε στις 28.4.93), η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου διαπίστωσε ότι: «.Η επίκληση των δικαιοδοσιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου ελέγχεται προς αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών. Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου.» ..» Κρίνω πως είναι ξεκάθαρο ότι με την παράγραφο 7 της Απάντησης και το αιτητικό ii της Ανταπαίτησης, οι Καθ' ων η Αίτηση επιζητούν τις ίδιες θεραπείες ως με την παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης στην Αγωγή αρ. 10416/2010 και τη θεραπεία υπ' αρ.
- Υπάρχει επίσης ταύτιση των διαδίκων. Παρά το ότι οι Καθ' ων η Αίτηση στο αιτητικό ii της Ανταπαίτησης τους, ονομάζουν την αξίωση τους «δικαίωμα επίσχεσης» και όχι αποζημιώσεις, το γεγονός ότι, αφενός το δικαίωμα επίσχεσης αφορά στο ίδιο ποσό ως στην Αγωγή, το οποίο είναι ισχυριζόμενες ζημιές, ως στην Αγωγή και αφετέρου ότι, η παράγραφος επί της οποίας προφανώς εδράζεται το αιτητικό ii, δηλαδή η παράγραφος 7, ως και οι Λεπτομέρειες αυτής, είναι πανομοιότυπη με την παράγραφο 4 στην Αγωγή, οδηγεί στο αναπόφευκτο συμπέρασμα της ταύτισης των αξιώσεων. Όπως και στην Beogradska D.D. (πιο πάνω), πρόκειται για δύο παράλληλες διαδικασίες, ανεξάρτητες δικονομικά άλλα όμοιες ως προς το αντικείμενο τους. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι η παράλληλη προώθηση της Αγωγής και της Ανταπαίτησης στην παρούσα υπόθεση ως είναι σήμερα διαμορφωμένη, συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Στην αυθεντία Beogradska D.D. αποφασίστηκε ότι όπου η μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα, αυτή πρέπει να απορρίπτεται. Επιπλέον, είναι η θέση των Καθ' ων η Αίτηση πως το Δικαστήριο τούτο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει και να αποφασίσει επί της ενοικιαστικής σχέσης με τους Αιτητές 1 και
- Περιλαμβάνουν στο δικόγραφο τους σχετικές προδικαστικές ενστάσεις. Θα ήταν πρόσφορο όπως, αντί της προβολής της Ανταπαίτησης τους όπως την έχουν διαμορφώσει, προωθήσουν την εξέταση προδικαστικά των ενστάσεων τους και όπως, ανάλογα με την απόφαση του Δικαστηρίου, λάβουν τα απαραίτητα διαδικαστικά μέτρα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και/ή ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου, στα πλαίσια των υφιστάμενων διαδικασιών ή στα πλαίσια νέων διαδικασιών. Με τη διαγραφή της συγκεκριμένης αξίωσης σήμερα, στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης, δεν εμποδίζονται οι Καθ' ων η Αίτηση από το να την προωθήσουν εκ νέου ενώπιον αρμοδίου Δικαστηρίου, δεν εκδίδεται απόφαση επί της ουσίας ούτως ώστε να τίθεται θέμα δεδικασμένου, δε χάνεται η αξίωση των Καθ' ων η Αίτηση, ως ήταν η εισήγηση του ευπαίδευτου συνήγορου των Καθ' ων η Αίτηση. Έγινε αρκετός λόγος για το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου τούτου, από πλευράς του ευπαιδεύτου συνηγόρου των Καθ' ων η Αίτηση. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει αυτό το θέμα στο παρόν στάδιο, ούτε και έχει εγερθεί προσηκόντως ενώπιον μου προς εξέταση. Απόφαση: Υπό το φως των ανωτέρω, το αίτημα των Αιτητών 1 και 2 εγκρίνεται και εκδίδεται Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τη διαγραφή της παραγράφου 7 και του αιτητικού αρ. ii της Απάντησης και Ανταπαίτησης των Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και
- Τροποποιημένη Απάντηση και Ανταπαίτηση να καταχωριστεί μέχρι 17.9.2012 και αντίγραφο να παραδοθεί στους δικηγόρους των Αιτητών. Τροποποιημένη Ανταπάντηση και Απάντηση στην Ανταπαίτηση να καταχωριστεί εντός 15 ημερών από την παράδοση του αντιγράφου της τροποποιημένης Απάντησης και Ανταπαίτησης. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3, αλληλεγγύως και κεχωρισμένως, ως αυτά θα υπολογισθούν από την Γραμματέα και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην κλίμακα €2.000.000 και άνω. Δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για τα έξοδα που θα προκληθούν αναφορικά με την τροποποίηση των δικογράφων, ως ανωτέρω. Η κυρίως Αίτηση ορίζεται για Οδηγίες την 15.10.
- (Υπ.) Λ.Σ. Καμμίτση Πρόεδρος Πιστόν Αντίγραφον Γραμματέας ΛΣΚ/ΕΠ [1] «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action.» [2] «12 (α) Εκτός αν άλλως προβλέπεται στο Νόμο ή στους Κανονισμού αναφορικά με τη διεξαγωγή της διαδικασίας τη λήψη μαρτυρίας και τη διασφάλιση του κύρους του δικαστηρίου εφαρμόζονται οι πρόνοιες του περί Δικαστηρίων Νόμου, 1960 και των Θεσμών με τις αναγκαίες προσαρμογές για να συνάδουν με τους σκοπούς του Νόμου.» [3] "Generally.- This is a general provision for enforcing the preceding Rules. Its language is wide, but its operation has been, to some extent, limited by the decisions given on it. Under O. 25, r. 4, any pleading may be struck out which discloses no reasonable cause of action or answer, or only a frivolous or vexatious cause of action or defence. A counterclaim which cannot be conveniently disposed of in the pending action, or which ought not to be allowed, may be struck out under either O. 19, r. 3, or O. 21, r. 15, or hereunder. Where a pleading is too general in its terms, and thus deprives the opponent of information to which he is entitled, and without which he cannot properly prepare for trial, he should apply for particulars under O. 19, r.
- ...... Grounds for Granting or Refusing.- "The rule that the Court is not to dictate to parties how they should frame their case, is one that ought always to be preserved sacred. But that rule is, of course, subject to this modification and limitation, that the parties must not offend against the rules of pleading which have been laid down by the law; and if a party introduces a pleading which is unnecessary, and it tends to prejudice, embarrass, and delay the trial of the action, it then becomes a pleading which is beyond his right" (Bowen, L.J., Knowles v. Roberts, 38 Ch. D. p. 270). A reasonable latitude must be given, for this Rule was not intended to enable litigants to bring forward special demurrers in a new shape (Tomkinson v. S. E. Ry. , 57 L.T. 358; Rock v. Purssell, 84 L.T.J. 45). Not every pleading which offends against the rules will be struck out. The applicant must show that he is in some way prejudiced by the irregularity. Still, "the defendant may claim ex debito justicae to have the plaintiff's case presented in an intelligible form, so that he may not be embarrassed in meeting it" (per James, L.J., in Davy v. Garrett, 7 Ch. D. p.486). "Unnecessary."- The mere fact that an opponent's pleading contains some unnecessary matter is not sufficient ground for an application under this Rule. A statement will not be struck out merely because it is unnecessary, so long as it is otherwise harmless (per Chitty, J., in Rock v. Purssell, 84 L.T.J. 45; see the remarks of Kay, J., in Tomkinson v. S. E. Ry., 57 L.T. p. 360, and Hocking & Co. v. Hocking, 3 R.P.C. 291). Thus, if material facts be pleaded at unnecessary length or with unnecessary detail, the pleading will not be struck out; such prolixity will be left for the taxing master to deal with as a question of costs (Weymouth v. Rich, 1 T.L.R. 609; Heap v. Marris, 2 Q.B.D. 630). ..... ....... "Tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action." - The Court is "disposed to give a liberal interpretation" to these words (Berdan v. Greenwood, 3 Ex. D. p. 256). At the same time parties must not be too ready to find themselves embarrassed. If the defendant does not make it clear how much of the statement of claim he admits and how much he denies, his pleading is embarrassing (British and Colonial Land Association v. Foster, 4 T.L.R. 574; and see Stokes v. Grant, 4 C.P.D. 25)..... But mere prolixity is not of itself embarrassing. Nor will a statement be struck out as embarrassing merely because the other party declares that it is untrue (per Bramwell. L.J., in Turquand v. Fearon, 40 L.T. p. 544). The mere fact that a statement of claim embraces several causes of action is not embarrassing, if they are distinctly pleaded (O. 20, r. 7). A claim for alternative relief is not embarrassing (Bagot v. Easton, 7 Ch. D. p. 8); and see O. 19, r.
- Similarly with inconsistent defences (see Re Morgan, 35 Ch. D. 492, and supra, p. 338). ..... A pleading is not embarrassing because the law stated or reason alleged may be bad (London Corporation v. Horner, 111 L.T. 512). Unless it is clear on the face of allegations that they are irrelevant, they will not be struck out on that ground." [4] «Where a defendant sets up a counter-claim, if the plaintiff, or any other person made a party to it, contends that the claim thereby raised ought not to be disposed of by way of counterclaim, but in an independent action, the Court or a Judge may at any time order that such counter-claim be excluded. » [5] "Scope of Rule. - The fact that the defendant cannot bring an independent action is not a sufficient ground for refusing to strike out a counterclaim (South African Republic v. La Compagnie, etc., [1897] 2 Ch. 487). In fact, the defendant "has not business to put in a counterclaim except where an action can be brought" (per Jessel, M.R., in Birmingham Estates Co. v. Smith, 13 Ch. D. p. 509). A motion by defendant to exclude a counterclaim served on him by his co-defendant was allowed in McLay v. Sharp, [1877] W.N. 216, and in Padwick v. Scott, 2 Ch. D. 736; but a similar motion by a third person made co-defendant was refused in Dear v. Sworder, 4 Ch. D.
- In Compton v. Preston, 21 Ch. D. 138, a counterclaim which joined a claim for the recovery of land with another claim without leave was excluded as violation O. 18, r.
- In an action for losses and balance of account under an agreement of re-insurance, leave to amend the counterclaim by adding a claim for damages for libel was refused in Factories Insurance Co. v. Anglo-Scottish General Commercial Insurance Co., [1913] 29 T.L.R.
- See also Rotherham v. Priest
(1879), 49 L.J.C.P. 104. In Gray v. Webb, 21 Ch. D. 802, a counterclaim was excluded on the ground that it would unduly delay the action; and in Fendall v. O'Connell, 52 L.T. 538, as being embarrassing. But the mere fact that a counterclaim in personam is pleaded to a claim in rem will not render the former embarrassing (The Cheapside, [1904] P. 339). [δική μου υπογράμμιση] [6] «
(1)Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.»
(2)If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just. «
(3)The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.» [7] "Scope of this Rule. It is only in plain and obvious cases that recourse should be had to the summary process under this Rule . If there is a point of law which requires serious discussion, an objection should be taken on the pleadings, and the point set down for argument under r. 2... The powers conferred by r. 4 will only be exercised where the case is beyond doubt. A pleading will not be struck out under this Rule 'unless it is not only demurrable but something worse than demurrable' i.e., such that no legitimate amendment can save it from being demurrable (per Chitty, J., in Rep. Of Peru v. Peruvian Guano Co., 36 Ch. D. 496; and see Dadwell v. Jacobs, 34 Ch. D. 278; Worthington v. Belton, 18 T.L. R. 438)." [8] "Striking Out. - The Court or a Judge has also power under O. 19, r. 27, to strike out a pleading that is 'unnecessary or scandalous', or which tends to 'prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action'. The Court has, moreover, inherent jurisdiction to stay or dismiss actions, and to strike out pleadings which are vexatious or frivolous, or in any way an abuse of the process of the Court, under which it would deal with all the cases included in r.
- ... The principal distinction between the inherent jurisdiction and that under this Rule seems to be that when the Court is acting under its inherent jurisdiction evidence by affidavit may be received to show that a pleading is an abuse of the process of the Court; whereas under this Rule the nature of the action or the defect in pleading must appear by the pleadings or particulars (Davey v. Bentinck, [1893] 1 Q. B. p. 188), and no affidavit is admissible; 'that is plain from the terms of the Rule itself' (Republic of Peru v. Peruvian Guano Co., 36 Ch. D. p. 498; and see the remark of A.L. Smith L.J., in A. - G. of Duchy of Lancaster v. L. & N. W. Ry., [1892] 3 Ch. D. p.
- ... In Vinson v. The Prior Fibres Consolidated, Ltd., [1906] W. N. 209, Kekewich J., said 'that it was not necessary to put into the notice the words 'under the inherent jurisdiction of the Court', as if it was a properly drawn application it would invoke the inherent jurisdiction of the Court as well as that given by O.25 r. 4'." [9] "The overriding feature of the inherent jurisdiction of the court is that it is a part of procedural law, both civil and criminal, and not a part of substantive law; it is exercisable summary process, without a plenary trial; it may be invoked not only in relation to parties in pending proceedings, but in relation to any one, whether a party or not, and in relation to matters not raised in the litigation between the parties; it must be distinguished from the exercise of judicial discretion; and it may be exercised even in circumstances governed by rules of court. .. In summary, it may be said that the inherent jurisdiction of the court is a virile and viable doctrine, and has been defined as being the reserve or fund of powers, a residual source of powers, which the court may draw upon as necessary whenever it is just or equitable to do, in particular to ensure the observance of the due process of law, to prevent vexation or oppression, to do justice between the parties and to secure a fair trial between them." [10] «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο