← Κύπρος

ΓΙΑΝΝΑΣ ΚΑΜΕΝΙΔΟΥ ν. ΑΝΔΡΕΑ ΙΩΑΝΝΟΥ, Αρ. Αιτήσεως: 11/2012, 15/6/2012

ΓΙΑΝΝΑΣ ΚΑΜΕΝΙΔΟΥ ν. ΑΝΔΡΕΑ ΙΩΑΝΝΟΥ, Αρ. Αιτήσεως: 11/2012, 15/6/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:ODLEM:2012:3 ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ Ενώπιον: Μ. Τσαγγαρίδη, Δ. Οικ. Δικ. Αρ. Αιτήσεως: 11/2012 Μεταξύ: ΓΙΑΝΝΑΣ ΚΑΜΕΝΙΔΟΥ, από τη Λεμεσό Αιτήτριας και ΑΝΔΡΕΑ ΙΩΑΝΝΟΥ, από τη Λεμεσό Καθ' ου η Αίτηση Μονομερής Αίτηση ημερ. 5.3.12 Ημερομηνία: 15 Ιουνίου, 2012. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για την Αιτήτρια: κος. Κ. Καρατσής δια Ν. Πιριλίδης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Καθ΄ου η αίτηση: κα. Α. Τσαγκάρη δια P. TSANGARIS & ASSOCIATES LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αιτήτρια στις 5.3.12, κατεχώρησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο μονομερή αίτηση, με την οποία αιτείται από το Δικαστήριο, την έκδοση των πιο κάτω διαταγμάτων: "A. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στον Καθ΄ου η αίτηση Ανδρέα Ιωάννου υπ΄ αρ. Δελτίου Ταυτότητας 611308 να πωλήσει, διαθέσει ή με οποιονδήποτε τρόπο αποξενώσει την ακίνητη περιουσία, αποτελούμενη από μια οικία, που είναι εγγεγραμμένη επ΄ ονόματι του Καθ΄ου η αίτηση και βρίσκεται στην οδό Σμύρνης 25, Ύψωνας, στη Λεμεσό. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο απαγορεύεται στον Καθ΄ου η αίτηση να αποξενώσει, αποσύρει ή μεταφέρει οποιοδήποτε ποσό χρημάτων που έχει κατατεθειμένο επ΄ ονόματι του στην Τράπεζα Κύπρου, Λαϊκή Τράπεζα και στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού μέχρι της απόφασης επί της κυρίως αίτησης. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται στην Αιτήτρια είτε προσωπικά είτε μέσω των δικηγόρων της να επιθεωρήσει και να λάβει αντίγραφα όλων των Τραπεζικών βιβλίων, καταχωρήσεων και οδηγιών του Καθ΄ου η αίτηση προς τις Τράπεζες του σε σχέση με λογαριασμούς που διατηρεί στην Τράπεζα Κύπρου, Λαϊκή Τράπεζα και στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού.» Στις 8.3.12, ημερομηνία ορισμού της μονομερούς αίτησης, ο δικηγόρος της Αιτήτριας απέσυρε άνευ βλάβης τις θεραπείες «Β» και «Γ» ανωτέρω. Την ίδια ημέρα το Δικαστήριο εξέδωσε προσωρινό διάταγμα με περιεχόμενο ταυτόσημο ως το περιεχόμενο της θεραπείας «Α» ανωτέρω. Ο Καθ΄ου η αίτηση, στις 7.5.12 κατεχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως στο πιο πάνω προσωρινό διάταγμα. Οι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «Α. Η Αιτήτρια δεν έχει καθόλου καλή υπόθεση και δεν αποκαλύπτει συζητήσιμο θέμα και/ή ορατή πιθανότητα επιτυχίας και/ή προοπτική να δικαιούται σε θεραπεία στην κυρίως αίτηση. Β. Η ένορκος δήλωση της Αιτήτριας δεν δικαιολογεί την έκδοση του προσωρινού διατάγματος σε ότι αφορά τον κίνδυνο να υποστεί αυτή ανεπανόρθωτη ζημιά και/ή να είναι αδύνατη η πλήρης απονομή δικαιοσύνης στο μέλλον σε περίπτωση που δεν εκδίδετο το προσωρινό διάταγμα και/ή εν πάσει περιπτώσει αποκρύπτει γεγονότα τα οποία καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος και/ή δεν αποκαλύπτει γεγονότα τα οποία καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχει πρόθεση για αποξένωση του δεσμευμένου ακινήτου. Γ. Δεν αποκαλύπτεται ότι προκαλείται οιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά ή ζημιά στην Αιτήτρια που να μην μπορεί να ικανοποιηθεί πλήρως με χρηματική αποζημίωση που είναι και η μόνη θεραπεία σε περίπτωση επιτυχίας της. Δ. Ο Καθ΄ου η αίτηση είναι φερέγγυος, δεν υπάρχει ισχυρισμός περί του αντιθέτου και/ή μπορεί να ικανοποιήσει πλήρως οιανδήποτε αξίωση της Αιτήτριας σε περίπτωση επιτυχίας της. Ε. Η Αιτήτρια απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη και/ή ουσιαστικά γεγονότα και στοιχεία τα οποία γνωρίζει ή οφείλει να γνωρίζει και/ή κατέθεσε γεγονότα ψευδή ως αληθή και/ή δεν αποκάλυψε την αλήθεια των γεγονότων και/ή δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο και/ή παραπλάνησε το Δικαστήριο εξασφαλίζοντας το προσωρινό διάταγμα ημερ. 08.03.12. ΣΤ. Υπάρχει σοβαρή και αδικαιολόγητη καθυστέρηση η οποία αναιρεί το χαρακτήρα του κατεπείγοντος και κατά συνέπεια την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Εν πάσει περιπτώσει αδικαιολόγητα και χωρίς να συντρέχει η προϋπόθεση του κατεπείγοντος ζητείται και εκδόθηκε το αιτούμενο διάταγμα. Ζ. Η αδράνεια της Αιτήτριας να ζητήσει θεραπεία σε προγενέστερο χρόνο αναιρεί το κατεπείγον του αιτήματος. Η. Ο Καθ΄ου η αίτηση υφίστανται ταλαιπωρία και αδικία με την έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Θ. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/60 και της Νομολογίας για έκδοση προσωρινού και/ή ενδιάμεσου διατάγματος. Ι. Η ένορκος δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της αιτήτριας δεν έγινε νομότυπα και σύμφωνα με τη νομολογία και/ή δεν περιέχει τα απαραίτητα στοιχεία και προϋποθέσεις για έκδοση και διατήρηση σε ισχύ του προσωρινού διατάγματος και/ή τα γεγονότα είναι αόριστα και ασαφή και/ή δεν αποκαλύπτεται η πηγή των πληροφοριών τους. Κ. Σε κάθε περίπτωση, το ποσό το οποίο ισχυρίζεται η Αιτήτρια ότι δικαιούται μπορεί να υπολογιστεί με βεβαιότητα και/ή να αποτιμηθεί σε χρήμα το οποίο όμως καταχρηστικά και με σκοπό έκδοσης του προσωρινού διατάγματος δεν αποκαλύπτει. Λ. Σε κάθε περίπτωση, δεν υπάρχει οποιαδήποτε αύξηση της περιουσίας του Καθ΄ου η αίτηση κατά το χρόνο της διάστασης και/ή δεν αποκαλύπτεται το ακριβές ποσό αύξησης της και/ή δεν υπάρχει αύξηση στην οποία συνείσφερε η Αιτήτρια. Μ. Η Αιτήτρια εμποδίζεται από το να προωθήσει το παρόν ένδικο μέτρο αφού στην κυρίως αίτησή της ημερ. 05.03.12 δεν αναφέρεται στην υπολογιζόμενη αξία και/ή αύξηση της περιουσίας του Καθ΄ου η αίτηση και/ή καταστάσεις των χρεών του για να μπορεί το Δικαστήριο να εξακριβώσει κατά πόσο η δεσμευόμενη περιουσία, που σε κάθε περίπτωση αφορά προσωπική περιουσία ιδιοκτησίας του Καθ΄ου η αίτηση, είναι ανάλογη σε αξία με την κατ΄ ισχυρισμόν αξία της απαίτησης της Αιτήτριας. Ν. Σε κάθε περίπτωση η απαίτηση της Αιτήτριας αφορά το 1/3 της ισχυριζόμενης αύξησης της περιουσίας του Καθ΄ου η αίτηση και/ή το 1/3 της αξίας του επίδικου ακινήτου και χωρίς βλάβη των υπόλοιπων ισχυρισμών, αυτό το μερίδιο του εν λόγω ακινήτου έπρεπε να δεσμευτεί νοούμενο ότι συνέτρεχαν λόγοι για τούτο. Σε κάθε περίπτωση το δεσμευμένο ακίνητο είναι πολύ μεγαλύτερης αξίας σε σύγκριση με την όποια απαίτηση ήθελε αποδείξει η Αιτήτρια και/ή το δεσμευμένο με το εκδοθέν διάταγμα μερίδιο είναι υπερβολικό και/ή δυσαναλόγως υπερβάλλων σε σχέση με την αξίωση της Αιτήτριας. Ξ. Το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα και/ή θεραπείες που ζητά η Αιτήτρια παραβιάζουν τα συνταγματικά και ανθρώπινα δικαιώματα του Καθ΄ου η αίτηση να χρησιμοποιεί και ν΄ αξιοποιεί την περιουσία του. Ο. Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, αδικαιολόγητη, εκδικητική και επιδιώκει σκοπούς άλλους από αυτούς που θέτουν οι σχετικοί νόμοι, καταχωρήθηκε κακή τη πίστη και/ή περιέχει ανακρίβειες και/ή ασκείται καταχρηστικά. Π. Υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο θα πρέπει ν΄ ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια εις βάρος της έγκρισης του αιτήματος της Αιτήτριας και ν΄ απορρίψει την αίτηση ημερ. 05.03.12 και ν΄ ακυρώσει το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα ημερ. 08.03.12 με έξοδα εναντίον της.» Τόσο η μονομερής αίτησης όσο και η ένσταση, υποστηρίζονται αντίστοιχα από τις ένορκες δηλώσεις της Αιτήτριας και του Καθ΄ου η αίτηση. Mε βάση τις ενόρκους δηλώσεις των διαδίκων είναι παραδεκτά τα πιο κάτω γεγονότα: Οι διάδικοι είναι σύζυγοι. Γνωρίστηκαν το 1983, κατά τη διάρκεια των σπουδών τους στη Γερμανία, όπου και τέλεσαν πολιτικό γάμο στις 12.7.1990 και ακολούθως θρησκευτικό γάμο στην Κύπρο στις 2.7.1994. Άρχισαν να συμβιώνουν από τις αρχές του 1990 και από το γάμο τους απέκτησαν 3 παιδιά. Το Σεπτέμβριο του 2001, η Αιτήτρια εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Κύπρο μαζί με τα παιδιά τους και ακολούθησε η εγκατάσταση του Καθ΄ου η αίτηση τον Ιανουάριο του 2002. Το Φεβρουάριο του 2007 επήλθε η διάσταση τους. Κατά την τέλεση του γάμου τους, ήτοι την 12.7.1990 ο Καθ΄ου η αίτηση δεν είχε οποιαδήποτε περιουσία επ΄ ονόματι του. Περαιτέρω, η Αιτήτρια στην ένορκη δήλωσή της ισχυρίζεται ότι τον Ιανουάριο του 2007 απέκτησαν την οικία στην οδό Σμύρνης 25, Ύψωνας, Λεμεσού, έναντι του ποσού των ΛΚ253,000.= ή €423.276. Η αποπληρωμή της έγινε ως εξής: (ι) ΛΚ10.000 ή €17.086 από την ίδια. (
  2. ii)ΛΚ180.000 ή €307.548 από δάνειο που συνήψε ο Καθ΄ου η αίτηση. (iii) ΛΚ63.000 ή €107.641 από τα εισοδήματα του Καθ΄ου η αίτηση. Η Αιτήτρια από το Σεπτέμβριο του 2003, ως φαρμακοποιός, διατηρεί φαρμακείο με εισοδήματα €1,200.= το μήνα. Ότι κέρδιζε από την εργασία της το χρησιμοποιούσε για τη συντήρηση και διατροφή των παιδιών τους και για την αγορά καινούργιων υπνοδωματίων και/ή επίπλων για τα παιδιά τους. Γι΄ αυτό το λόγο δεν διατηρεί αποταμιεύσεις, αντίθετα με τον Καθ΄ου η αίτηση ο οποίος εξαιτίας της δικής της πιο πάνω δραστηριότητας, είχε την ευκαιρία να εργάζεται απρόσκοπτα και να αποταμιεύει σχεδόν όλα του τα εισοδήματα από την εργασία του και/ή να τα επενδύει για απόκτηση περιουσίας. Οι διάδικοι συμβίωναν στην Γερμανία από το 1990 μέχρι το 2001. Η Αιτήτρια κατά τη διάρκεια των σπουδών της τις οποίες αποπεράτωσε το 1993, ο δε Καθ΄ου η αίτηση το 1991, εργαζόταν ως καθαρίστρια και τα εισοδήματά της, όπως και τα χρήματα που της έδινε η οικογένεια της, τα διέθετε για τη συντήρηση της οικογένειας της. Από το 1993 εώς το 2001 εργαζόταν ως φαρμακοποιός στη Γερμανία με €800.= μηνιαίως, τα οποία διέθετε για τη συντήρηση της οικογένειας. Επίσης, κατά την αναχώρηση τους από τη Γερμανία έλαβε κάποιο ποσό από το ταμείο συντάξεων το οποίο δαπανήθηκε για το ιατρείο που διατηρεί ο Καθ΄ου η αίτηση. Περαιτέρω, από τον Απρίλιο του 2002 μέχρι και τον Αύγουστο του 2003, εργαζόταν μέχρι το μεσημέρι αμισθί στο ιατρείο του Καθ΄ου η αίτηση και τον υπόλοιπο χρόνο ασχολείτο αποκλειστικά με την φροντίδα και ανατροφή των τριών παιδιών τους. Περαιτέρω, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι ο Καθ΄ου η αίτηση, κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη Γερμανία, δεν είχε οποιαδήποτε εισοδήματα, από δε το 1992 έως το 1998 που έκανε την ειδικότητά του είχε μειωμένα εισοδήματα και ακολούθως μέχρι το 2002 εργαζόταν ως ιατρός σε νοσοκομείο στη Γερμανία. Ο Καθ΄ου η αίτηση ασκεί το επάγγελμα του ειδικού παθολόγου στην Κύπρο από το 2002, διατηρεί δε ιατρείο στο Ζακάκι Λεμεσού. Παράλληλα, εργάζεται στην ιδιωτική κλινική «Αχίλλειον» και τα εισοδήματα του, κατά τη συμβίωση τους, ήταν πέραν των €40,000.= το μήνα. Τέλος, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι στη βάση των όσων ανέφερε, η συνεισφορά της, στην αύξηση της περιουσίας του Καθ΄ου η αίτηση, έγκειται στο 1/3 και αιτείται την απόδοση της. Ο Καθ΄ου η αίτηση στην ένορκή του δήλωση, ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια στην ένορκη της δήλωση δεν προέβη σε αποκάλυψη της ισχυριζόμενης αύξησης της περιουσίας του και της κατάστασης των χρεών του και ότι το δεσμευμένο ακίνητο αγοράστηκε από τον ίδιο λίγο πριν την διάσταση τους, για το ποσό των ΛΚ180,000 (€307,548), δυνάμει αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερ. 17.1.07 (Τεκμ. 1 και 2). Προκατάβαλε το ποσό των ΛΚ10.000 (€17.086) με χρήματα από την εργασία του, (Τεκμ. 3). Επίσης κατέβαλε το ποσό των ΛΚ170,000.= (€290,462.24) από προσωπικό στεγαστικό του δάνειο ημερ. 21.2.07, με υποθήκευση του ιδίου ακινήτου και δέσμευση προσωπικού του τραπεζικού λογαριασμού, (Τεκμ. 4, 5, 6). Επίσης κατέβαλε το ποσό των ΛΚ12,561.25 (€21.462,16) ως έξοδα υποθήκης και μεταβιβαστικών τελών, (Τεκμ. 7, 8). Τις δόσεις του δανείου εξακολουθεί να τις καταβάλλει ο ίδιος από εισοδήματα του, μετά τη διάστασή τους. Περαιτέρω, ο Καθ΄ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι ουδέποτε είχε πρόθεση να αποξενώσει το επίδικο ακίνητο το οποίο αποτελεί από το 2010 τη μόνιμη κατοικία του, το δε εν λόγω ακίνητο είναι υποθηκευμένο στην Τράπεζα Κύπρου, αρ. υποθήκης Υ1942/07, πράγμα που καθιστά αντικειμενικά δύσκολη την οποιαδήποτε αποξένωση του, ότι κατέχει κινητή και ακίνητη περιουσία η οποία σε κάθε περίπτωση μπορεί να ικανοποιήσει οποιαδήποτε απόφαση εναντίον του και ότι υπάρχει σοβαρή καθυστέρηση και αδράνεια εκ μέρους της Αιτήτριας, διότι ενώ η διάσταση τους επήλθε προ πενταετίας, το διάταγμα εκδόθηκε στις 8.3.12 έτσι ώστε να αναιρείται ο χαρακτήρας του κατεπείγοντος. Ο Καθ΄ου η αίτηση, ισχυρίζεται επίσης, ότι κατά την παραμονή τους στη Γερμανία, η Αιτήτρια εργάστηκε για περίοδο 3 ετών περίπου, όλα δε τα εισοδήματα της, περίπου €600.= μηνιαίως, τα χρησιμοποιούσε για τις προσωπικές της ανάγκες ή για να τα αποταμιεύει. Εκείνος που εργαζόταν για να έχουν μία άνετη ζωή ήταν ο ίδιος, κάλυπτε δε όλα τα έξοδα για τη συντήρηση του οικογενειακού οίκου και τη φροντίδα των παιδιών και της Αιτήτριας. Η Αιτήτρια συνεισέφερε ελάχιστα έως καθόλου στις ανάγκες των ανηλίκων τέκνων τους και στα του οικογενειακού οίκου. Κατά την παραμονή τους στη Γερμανία βοηθούνταν κάποιες φορές οικονομικά από τους γονείς του. Λόγω της αδιαφορίας της Αιτήτριας για τη συντήρηση του οικογενειακού οίκου, αναγκάστηκε να προσλάβει άτομο το οποίο φρόντιζε και πρόσεχε τα ανήλικα παιδιά τους, το οποίο και πλήρωνε από τα εισοδήματά του. Η οικογένεια της Αιτήτριας ουδέποτε τους βοήθησε οικονομικά, αντίθετα ο ίδιος αναγκάστηκε, λόγω της νοοτροπίας της Αιτήτριας να δανείσει διάφορα ποσά στην οικογένεια της, τα οποία παρά τις υποσχέσεις τους ουδέποτε του τα επέστρεψαν. Επίσης, αναγκάστηκε να αποπληρώσει το δάνειο που η Αιτήτρια πήρε από τη Γερμανική κυβέρνηση για να σπουδάσει. Κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στη Γερμανία, είχε υψηλά εισοδήματα από τις εργασίες του, από τα οποία πέραν της αποκλειστικής φροντίδας και συντήρησης της οικογένειας τους και της Αιτήτριας, κατάφερε να αποταμιεύσει διάφορα ποσά, τα οποία έφερε μαζί του κατά την επιστροφή του στην Κύπρο. Μετά την επιστροφή τους στην Κύπρο, επιδόθηκε σε διάφορες επαγγελματικές δραστηριότητες, τόσο για τον ίδιο όσο και για την Αιτήτρια, φρόντισε να της ανοίξει φαρμακείο με δικά του χρήματα και αφού προέβηκε σε δανειοδότηση, καταβάλλοντας διάφορα ποσά. Επιπλέον αγόρασε για το ποσό των ΛΚ37,000 (€63,218.25) διαμέρισμα - ιατρείο, στο οποίο είναι εγγεγραμμένοι εξ΄ αδιαιρέτου ιδιοκτήτες. Διά την αγορά του εν λόγω διαμερίσματος, κατέβαλε από κοινού με την Αιτήτρια ποσό πέριξ των ΛΚ7,000.= (€11,960.21) από χρήματα του γάμου τους, ενώ για το υπόλοιπο συνήψε δάνειο το οποίο εξόφλησε ο ίδιος. Η Αιτήτρια ουδέποτε εργάσθηκε στο ιατρείο του, κατά δε τη συμβίωση τους στην Κύπρο, τα εισοδήματα της Αιτήτριας ήταν χαμηλά, με ανώτερο ύψος αυτό των €1,200 μηνιαίως. Ο μισθός του, μέχρι και τη διάσταση, κυμαινόταν από €2,000.= έως €7,200.= μηνιαίως. Περαιτέρω, ο Καθ΄ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι κατά τη διάρκεια της συμβίωσης τους, κάλυπτε ο ίδιος όλες τις ανάγκες των παιδιών τους και της Αιτήτριας, η δε Αιτήτρια σπάνια χρησιμοποιούσε χρήματα για το σκοπό αυτό από τα εισοδήματα της, παρά μόνο αποταμίευε αυτά σε Τραπεζικούς Λογαριασμούς. Επίσης και μετά τη διάσταση και μέχρι το 2009, είχε δώσει στην Αιτήτρια πιστωτική κάρτα συνδεδεμένη με το λογαριασμό του από τον οποίο πλήρωνε όλα τα έξοδα συντήρησης των παιδιών και της ιδίας. Επίσης, ο Καθ΄ου η αίτηση ισχυρίζεται, ότι η Αιτήτρια είχε ελάχιστη ως μηδαμινή συνεισφορά και ούτε συνεισέφερε καθ΄ οιονδήποτε ουσιαστικό τρόπο στην φροντίδα των παιδιών και του ιδίου. Τα παιδιά τους μεγάλωσαν ως επί το πλείστον με τη μητέρα του, η οποία τα φρόντιζε και τους μαγείρευε, στην δε φροντίδα και ανατροφή των παιδιών τους συνέβαλε και ο ίδιος προσωπικά. Κατά την διάρκεια της συμβίωσης τους, αγόρασε ο ίδιος όλο τον οικιακό εξοπλισμό και έπιπλα, ο οποίος βρίσκεται στην οικία που διαμένει η Αιτήτρια και τον οποίο κατέχει και χρησιμοποιεί η Αιτήτρια. Τέλος, θα πρέπει να λεχθεί ότι ο Καθ΄ου η αίτηση στην ένορκη δήλωσή του, αναπαραγάγει υπό τη μορφή ενόρκου δηλώσεως, διάφορους νομικούς λόγους, τους οποίους επικαλείται στην ένστασή του. Η ακρόαση της ενδιάμεσης αίτησης, διεξήχθη με τις γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων, οι θέσεις και τα επιχειρήματα των οποίων θα απαντηθούν κατωτέρω: Για να δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/60 πρέπει να συντρέχουν οι πιο κάτω προϋποθέσεις: α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία στην αγωγή, και γ) Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη, σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του διατάγματος (βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates and others

(1982)1 A.A.Δ. 557, Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 253). Το Δικαστήριο πρέπει επίσης στο τελικό στάδιο να σταθμίσει το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο το αιτούμενο διάταγμα (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. 152). Πρόσθετα, στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον μου μαρτυρία, με μόνο σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα και δεν αποφασίζει πάνω στα διαφιλονικούμενα θέματα επί των οποίων θα κριθεί η κυρίως αίτηση (Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263). Επιπλέον, υπάρχει η υποχρέωση του Αιτητή όταν αιτείται την έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς, να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα (βλ. Στυλιανού ν. Στυλιανού
(1992)1 (Α) Α.Α.Δ. 583, Σάββα ν. Τηλεμάχου
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2081). Οι προϋποθέσεις που απαιτεί το άρθρο 32 του Ν.14/60 και οι οποίες αναφέρθηκαν ανωτέρω, κρίνονται με βάση τα γεγονότα που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και με βάση τις διατάξεις του Νόμου που διέπει το υπό κρίση θέμα, οι οποίες στην εξεταζόμενη περίπτωση, είναι τα άρθρα 2 και 14 του νόμου που ρυθμίζει τις Περιουσιακές Σχέσεις των Συζύγων, Ν.232/91. Συγκεκριμένα το άρθρο 2 ορίζει ότι: «περιουσία» σημαίνει την κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους. «συνεισφορά» σημαίνει την οποιασδήποτε μορφής συνεισφοράς των συζύγων στην απόκτηση ή τη δημιουργία περιουσίας και περιλαμβάνει τη φροντίδα της οικογενειακής εστίας και των μελών της οικογένειας.» Το άρθρο 14 ορίζει ότι: "14
(1). Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοσή του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
(2)Η συνεισφορά του ενός συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη συνεισφορά.
(3)Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ότι αυτοί απέκτησαν: (α) από δωρεά, κληρονομία, κληροδοσία ή άλλη χαριστική αιτία. (β) με διάθεση περιουσίας που αποκτήθηκε με τις αναφερόμενες στην παράγραφο (α) αιτίες.» Η αίτηση της Αιτήτριας βασίζεται στα άρθρα 2 και 14 έως 16 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου του 1991, Ν.232/91. Ότι επιζητεί η Αιτήτρια είναι η απόδοση σ΄ αυτήν, της συνεισφοράς της στην αύξηση της περιουσίας του Καθ΄ου η αίτηση. Επικαλείται ως συνεισφορά της το Τεκμήριο του 1/3 της αύξησης, όπως προνοείται από το άρθρο 14
(2)του Ν.232/
  1. Η Αιτήτρια θεμελιώνει την αξίωση της για απόδοση της συνεισφοράς της, στον Τεκμαρτό υπολογισμό, για τον οποίο ο Βαθρακοκοίλης, στο βιβλίο του «Το Νέο Οικογενειακό Δίκαιο» Γ΄ έκδοση, 1994, στη σελίδα 251, σημειώνει τα πιο κάτω: "Στον Τεκμαρτό υπολογισμό (παραγρ. 1, εδ. 2), ο οποίος προϋπόθεση έχει την αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, τη διαπίστωση και προσδιορισμό του ποσού της, ο δικαιούχος δεν υποχρεούται σε απόδειξη της συμβολής του ή άλλου περιστατικού. Την απόδειξη της ύπαρξης παθητικού της περιουσίας αυτής και του ποσού που φέρει ο εναγόμενος, όπως επίσης και της αρχικής περιουσίας, των κτήσεων από δωρεές και αιτία θανάτου, των στοιχείων που απαρτίζονται και της αξίας τους. Θα προχωρήσω κατωτέρω, στην εξέταση των προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60, προϋποθέσεις οι οποίες ως προελέχθη, θα πρέπει να εξετάζονται σε σχέση με το ουσιαστικό δίκαιο, άρθρα 2, 14 έως 16 του Ν.232/
  2. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση Οι διάδικοι είναι εν διαστάσει σύζυγοι. Κατά το χρόνο της διάστασης ο Καθ΄ου η αίτηση κατείχε περιουσία, την οποία η Αιτήτρια λεπτομερώς περιγράφει στις παραγράφους 6, 7 και 8 της ένορκης της δήλωσης. Ο Καθ΄ου η αίτηση στην παράγραφο 7 κάνει παραδεκτή την ύπαρξη της κατοικίας, όπως και την ύπαρξη Τραπεζικών Λογαριασμών, παράγραφοι 16 και 17, της ένορκης του δήλωσης. Θέση της Αιτήτριας είναι ότι είχε συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του Καθ΄ου η αίτηση. Επικαλούμενη προς τούτο το μαχητό Τεκμήριο του 1/3, (Τεκμαρκτός υπολογισμός). Με βάση τα πιο πάνω προκύπτει ότι όντως εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την ακρόαση της κυρίως αίτησης.
  3. Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας Ο Καθ΄ου η αίτηση κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου των διαδίκων δεν είχε οποιαδήποτε περιουσία, ενώ κατά το χρόνο της διάστασης, ως προελέχθη, κατείχε περιουσία. Επομένως η αύξηση της περιουσίας του Καθ΄ου η αίτηση και η συμβολή της Αιτήτριας όπως αυτή προσδιορίζεται στα άρθρα 2 και 14
(2)του Ν.232/91 ικανοποιούν στο παρόν στάδιο την ύπαρξη της ορατής πιθανότητας επιτυχίας. 3. Να είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο Για τους λόγους που θα εξηγήσω κατωτέρω κρίνω ότι και η προϋπόθεση αυτή ικανοποιείται. Σχετική παραπομπή γίνεται στην υπόθεση Α. Κιτρομηλίδου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ.
(2005)1Β Α.Α.Δ. 1165 όπου στις σελίδες 1175, 1176, λέχθηκαν τα πιο κάτω: "Στην υπόθεση C. Phasarias (Auto Centre) Ltd. V. Σκυρ. «Λεωνίκ» Λτδ.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785 αναφέρονται τα εξής επί του θέματος: «Ακούσαμε τις δύο πλευρές και καταλήγουμε πως επιβάλλεται να παρέμβουμε. Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία (βλ. Lakatamitis (ανωτέρω) στη σελ. 525). Έχουμε υπόψη την Κυριάκος Παναγιώτου ω. Σταυρινής Κολλάτου
(1999)1 Α.Α.Δ.
  1. Εκεί έγινε αναφορά σε πρόθεση αποξένωσης αλλά αυτή ήταν η μαρτυρία που υπήρχε και δεν απασχόλησε τέτοιο θέμα. Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοϊζου, Π. στην Ζεμενίδης (ανωτέρω) εκδίδεται το διάταγμα «ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μη μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων». Τα ίδια και στην Τσιολάκκη και Άλλη (ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στη σελίδα 785, εκείνο που απαιτείται είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος.» Η τυχόν αποξένωση της επίδικης περιουσίας ενέχει πολύ μεγάλο κίνδυνο να αφήσει την τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ της Αιτήτριας ανικανοποίητη. Σε περίπτωση ακύρωσης του προσωρινού διατάγματος τίποτα δεν εμποδίζει τον Καθ΄ου η αίτηση να προχωρήσει σε οιανδήποτε πράξη αποξένωσης, π.χ. πώληση της οικίας σε τρίτο πρόσωπο, μεταβίβαση της στα παιδιά των διαδίκων κ.λ.π. Περαιτέρω ο Καθ΄ου η αίτηση ουδεμία πειστική αναφορά κάνει στην ένορκη του δήλωση ότι έχει επαρκείς χρηματικούς πόρους για να ικανοποιήσει τυχόν δικαστική απόφαση υπέρ της Αιτήτριας. Η γενική και αόριστη δήλωση του στην παράγραφο 10.5 της ένορκης του δήλωσης «εν πάση περιπτώσει δηλώνω ότι κατέχω κινητή και ακίνητη περιουσία η οποία σε κάθε περίπτωση μπορεί να ικανοποιήσει οποιαδήποτε απόφαση εναντίον μου» δεν ανατρέπει την συνδρομή της 3ης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν.14/
  2. Η όλη ένορκη δήλωση του Καθ΄ου η αίτηση είναι ουσιαστικά δομημένη γύρω από το χρόνο διάστασης σε συνάρτηση με το χρόνο απόκτησης της επίδικης περιουσίας και την έλλειψη συνεισφοράς ή μηδαμινής συνεισφοράς της Αιτήτριας. Όπως λέχθηκε από τη νομολογία (βλ. Χρ. Παπαιωάννου ν. Παπαιωάννου
(2000)1 Α.Α.Δ. 656), η ύπαρξη συνεισφοράς δημιουργεί ενοχική αξίωση. Υπάρχει όμως και η πρόσθετη δυνατότητα στο Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 14Ε του Ν.232/91, να εκδίδει διατάγματα μεταβίβασης στον αιτούντα σύζυγο, περιουσίας του Καθ΄ου η αίτηση, η οποία περιουσία συνιστά το αντικείμενο αίτησης για απόδοση συνεισφοράς που καταχωρείται δυνάμει του άρθρου 14 του Ν.232/
  1. Η άσκηση από το Δικαστήριο της πιο πάνω εξουσίας του άρθρου 14Ε, σαφώς προϋποθέτει τη μη εν τω μεταξύ αποξένωση της περιουσίας που συνιστά το αντικείμενο της διαδικασίας.
  2. Αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων Μια απλή ανάγνωση των ενόρκων δηλώσεων των διαδίκων αποκαλύπτει τη μεγάλη διάσταση τους σε σχέση με ουσιαστικές παραμέτρους της υπόθεσης. Ο ισχυρισμός του Καθ΄ου η αίτηση ότι η Αιτήτρια δεν αποκάλυψε την αύξηση της περιουσίας του, ή η διαφορετική του εκδοχή ως προς τον τρόπο κτήσεως της περιουσίας, την ύπαρξη ή μη ή το ύψος συνεισφοράς, δεν συνιστούν κατά την άποψη μου παραβίαση του καθήκοντος της Αιτήτριας για πλήρη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων, ούτε βέβαια στο στάδιο αυτό, που δεν αξιολογείται η μαρτυρία με σκοπό την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων, συνιστούν εκ προοιμίου, οι διαφορετικές εκδοχές της Αιτήτριας παραπλάνηση του Δικαστηρίου ή ψευδείς αναφορές. Στην ουσία, πρόκειται για γεγονότα και ισχυρισμούς που θα κριθούν τελικά στο στάδιο της ακρόασης της κυρίως αίτησης, με γνώμονα πάντα, το σχετικό βάρος απόδειξης που φέρει αντίστοιχα ο κάθε διάδικος σε σχέση με τα πιο πάνω διαφιλονικούμενα γεγονότα.
  3. Χρόνος Διάστασης - Χρόνος Καταχώρησης της Μονομερούς Αίτησης. Επείγον του Διατάγματος Στην παρούσα υπόθεση, η Αιτήτρια κατεχώρησε την κυρίως αίτηση στις 5.3.2012 και την ίδια ημερομηνία τη μονομερή αίτηση με την οποία εξασφάλισε το προσωρινό διάταγμα. Η διάσταση τους επήλθε το Φεβρουάριο του
  4. Η χρονική διάσταση μεταξύ της καταχώρησης των αιτήσεων και της διάστασης των διαδίκων δεν εξανεμίζει το στοιχείο του επείγοντος, γιατί σύμφωνα με την απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στη Χριστάκης Σάββα ν. Παναγιώτας Τηλεμάχου
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 2081, 2085: «Οι άλλοι δύο λόγοι που κατά την κρίση του Δικαστηρίου καθιστούσαν επιβεβλημένη την ακύρωση ήταν: (α) «..... Η μεγάλη καθυστέρηση των 18 και πλέον μηνών που υπήρξε μεταξύ της διάστασης των διαδίκων και της καταχώρησης της αγωγής. ....... Η παράλειψη του αιτητή να εξηγήσει την καθυστέρηση των 18 και πλέον μηνών αναιρεί το επείγον στο οποίο βασίστηκε η μονομερής αίτηση.» (β) Η απόκρυψη από τον αιτητή ότι η οικία ήταν υποθηκευμένη στην Τράπεζα Κύπρου. Αναφορικά με το πρώτο ζήτημα, αυτό της καθυστέρησης, το συμπέρασμα είναι εντελώς ανεδαφικό. Η αγωγή καταχωρήθηκε μέσα στην προθεσμία που προβλέπει ο νόμος και ο υπολογισμός του χρόνου, ως παράγοντα για τη διαπίστωση της ύπαρξης καθυστέρησης σε βαθμό που να εξανεμίζεται το επείγον του διατάγματος, αρχίζει να προσμετρά, λαμβανομένων υπόψη και άλλων τυχόν παραγόντων, από την ημερομηνία καταχώρησης της εναρκτήριας αίτησης και όχι από το χρόνο που επήλθε η διάσταση.» Για όλους τους πιο πάνω λόγους, το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 8.3.2012 καθίσταται απόλυτο. Τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ΄ου η αίτηση, καταβλητέα όμως μετά το πέρας της κυρίως αιτήσεως. (Υπ.) .............. Μ. Τσαγγαρίδης, Δ. Οικ. Δικ. /ΠΑΝ Subject:Family/Interim Αναφορά: Περιουσιακές Διαφορές / Απαγόρευση πώλησης - αποξένωσης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.